ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Κι όμως μ’ όλη την έπαρση του νου του ο Δίας
θα γίνει ακόμα ταπεινός· γιατί έναν τέτοιο
γάμο ετοιμάζεται να κάμει, που απ’ το θρόνο
κι απ’ την αρχή του ολοάφαντο θενά τον ρίξει-
κι έτσι θα πιάσει ολότελα τότε η κατάρα
που του ‘δίνε ο πατέρας του ο Κρόνος, όταν
γκρεμνίζονταν απ’ τους πανάρχαιους του θρόνους.
Μα πώς να στρέψει τέτοια συμφορά, κανένας
δε θα είχε άλλος θεός άσφαλτο να του δείξει
έξω από με· μόν’ εγώ ξέρω πώς και πότε.
Μα τώρα ας κάθεται άγνοιαστος και θαρρεμένος
στους ψηλόβροντους χτύπους του και μες στα χέρια
τινάζοντας τα πύρινα τ’ αστροπελέκια·
όμως καθόλου αυτά δε θενά τον γλιτώσουν
απ’ το άτιμο το πέσιμο στην καταφρόνια
γιατί ετοιμάζει τώρα ο ίδιος του εαυτού του
αντίπαλο απολέμητο, τέρας αντρείας,
που πιο καλή απ’ τον κεραυνό θενά ‘βρει φλόγα,
κι ανώτερο από τη βροντή τρομερό χτύπο,
και που στάχτη θα κάμει και του Ποσειδώνα
την κοσμοσείστρα τρίαινα, σύνεργο ολέθρου.
Μα όταν πέσει σ’ αυτή τη συμφορά, θα μάθει
πως άλλο να ‘ν’ κανείς αφέντης κι άλλο δούλος.
ΧΟΡΟΣ
Τι σε συμφέρει κακομελετάς του Δία.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Όσα θα γίνουν κι όσα επιθυμώ προλέγω.
ΧΟΡΟΣ
Κι είναι να ελπίζεις πως ποτέ θα πέσει ο Δίας;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Κι άλλα πιο αβάσταχτ’ απ’ αυτά κακά θα πάθει.
ΧΟΡΟΣ
Και δε φοβάσαι εσύ να πετάς τέτοια λόγια;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Τι να φοβούμαι, αφού δεν μπορεί να πεθάνω;
ΧΟΡΟΣ
Μα ίσως και σ’ άλλους πιο σκληρούς σε ρίξει μόχτους.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ό,τι έχει ας κάμει, κι όλα εγώ τα περιμένω.
ΧΟΡΟΣ
Είναι σοφοί, μπρος στην Αδράστεια όσοι σκύβουν.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Σέβου, προσκυνά, χάιδευε πάντα σου εκείνον
που κρατά την αρχή· μα εγώ το Δία πιο λίγο
ψηφώ κι απ’ το μηδέν· ας κυβερνά κι ας κάνει
της κεφαλής του, όσος καιρός του μένει ακόμα·
γιατί δε θα ‘ναι των θεών κύριος για πάντα.
Μα βλέπω τώρα αυτό του Δία τον ταχυδρόμο,
του νέου του βασιλιά τον πρόθυμο υπηρέτη,
που κάποιο βέβαια μήνυμα θα ‘ρθε να φέρει.
ΕΡΜΗΣ
Σε σένα το σοφό, που ‘σαι γιομάτος πίκρα,
που στους θεούς αμάρτησες και πήες να δώσεις
στους ανθρώπους τιμές, της φωτιάς λέω τον κλέφτη,
στέλνει ο πατέρας προσταγή να φανερώσεις
αυτούς τους γάμους, που κομπάζεις πως θα γίνουν
τάχ’ αφορμή τους θρόνους του να χάσει εκείνος·
κι αυτά, όχι μ’ αινίγματα και στριφτά λόγια
μα ένα προς ένα ξάστερα, μηδέ με βάλεις
να κάμω διπλούς δρόμους, γιατί βέβαια βλέπεις
πως δε μαλάζεται εύκολα ο Δίας με τέτοια.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μεγαλόστομα λόγια κι έπαρση γιομάτα
καθώς ταιριάζουν στων θεών τον υπηρέτη.
Νέοι, με χθεσινή εξουσία και θαρρείτε
πως πύργους έχετ’ άπαρτους· μα εγώ δεν είδα
δυο βασιλιάδες απ’ αυτούς να γκρεμνιστούνε;
και τρίτο αυτόν θα δω, που βασιλεύει τώρα,
πολύ γρήγορα και άτιμα· μήπως σου μοιάζω
πως δείλιασα και σκιάχτηκα τους νέους θεούς σου;
μακριά από μένα αυτή η ντροπή· μα εσύ το δρόμο
που πήρες να ‘ρθεις, βιάσου να γυρίσεις πάλι
κι απ’ όσα με ρωτάς τίποτα δε θα μάθεις.
ΕΡΜΗΣ
Μα με τις τέτοιες σου και πριν τις κομποφάνειες
σ’ αυτές τις συμφορές καλό λιμάνι βρήκες.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μ’ αυτή σου, ξέρε το καλά, τη λάτρα που ‘χεις
εγώ ποτέ δε θ’ άλλαζα τη συμφορά μου·
και βέβαια πιο καλά σ’ αυτό το βράχο σκλάβος
παρά να ‘ μαι άγγελος πιστός του Δία πατέρα.
Έτσι δίκιο να βρίζονται κείνοι που βρίζουν.
ΕΡΜΗΣ
Τα ‘χεις καμάρι φαίνεται τα βάσανα σου.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Καμάρι; έτσι άμποτε να δω να καμαρώνουν
οι εχθροί οι δικοί μου· και μ’ αυτούς και σένα βάζω.
ΕΡΜΗΣ
Μη ρίχνεις τάχα φταίξιμο γι’ αυτά και μένα;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μ’ ένα λόγο, μισώ τους θεούς όλους, όσοι
είδαν καλό κι έτσι άδικα μου το πληρώνουν.
ΕΡΜΗΣ
Βλάβη έχει ο νους σου όχι μικρή μ’ αυτά π’ ακούω.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ίσως, αν να μισείς εχθρούς του νου είναι βλάβη.
ΕΡΜΗΣ
Θενά ‘σουν όχι υποφερτός, αν ευτυχούσες.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Αλίμονο!
ΕΡΜΗΣ
Αλίμονο, το λόγο αυτό δεν ξέρει ο Δίας.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μα όλα ο χρόνος που γερνά μας τα μαθαίνει.
ΕΡΜΗΣ
Κι όμως εσύ δεν έμαθες ακόμα γνώση.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Αλήθεια, αλλιώς με δούλο εσέ δε θα μιλούσα.
ΕΡΜΗΣ
Φαίνεται δε θα πεις ό,τι ζητά ο πατέρας.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μα βέβαια, χάρη που χρωστώ να του πληρώσω!
ΕΡΜΗΣ
Σαν να ‘μουν δηλαδή παιδί με περιπαίζεις.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Παιδί κι ακόμα πιο άμυαλος δεν είσαι τάχα,
αν περιμένεις τίποτ’ από με να μάθεις;
μα δεν υπάρχει βάσανο και καμιά τέχνη
που ο Δίας θα με κατάφερνε το μυστικό μου
να πω, πριν τ’ άτιμα μου αυτά δεσμά λυθούνε.
Κι έτσι λοιπόν ας πάει να σκα η πυρφόρα η φλόγα,
με τουλούπεςλευκόφτερες χιονιάς κι υπόγειους
ας σει τα πάντα βροντισμούς κι ας συνταράζει,
μα εμένα τίποτ’ απ’ αυτά δε θα λυγίσει,
που να του πω από ποιον το θρόνο του θα χάσει.
ΕΡΜΗΣ
Βλέπε αν σου φαίνονται όλα αυτά πως σ’ ωφελούνε.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Τώρ’ από μιας και τα ‘χω ιδεί κι αποφασίσει.
ΕΡΜΗΣ
Τόλμησε, μάταιε, τόλμησε, μια φορά τέλος
να βάλεις γνώση μες σ’ αυτές τις συμφορές σου.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Χάνεις τα λόγια σου άδικα, κι ως κουφό κύμα
τις γαλιφιές σου τις γρικώ· βγάλτ’ το απ’ το νου σου
που εγώ το Δία θα φοβηθώ και θα ζαρώσω
μπρος του σα θηλυκό και με γυναίκειους τρόπους
δεητικά τα χέρια μου θενά τα υψώσω
στον πολυμισημένο μου, για να με λύσει
απ’ τα δεσμά μου αυτά· κάθε άλλο παρά τούτο!
ΕΡΜΗΣ
Όσα κι αν πω, μου φαίνεται πως θα ‘ν’ του κάκου
κι είναι η καρδιά σου αμάλαχτη και δε λυγίζει
με παρακάλια· μα το χαλινό δαγκώντας
σα νιόστρωτο άτι πας και δε γρικάς τα γκέμια.
Όμως θρασύς, σε σάπιο ‘παίρεσαι αντιστύλι
γιατί του νου η αποκοτιά, σα λείπει η γνώση,
μονάχη κι απ’ το τίποτα πιο λίγο αξίζει.
Μάθε λοιπόν, τα λόγια μου αν δε θες ν’ ακούσεις,
ποιες συμφορές φουρτουνιασμένες και ποιες μπόρες
άφευκτα σε προσμένουνε· πρώτα την άγρια
φάραγγα ετούτη με βροντές κι αστροπελέκια
θα σπαράξει ο πατέρας μου και το κορμί σου
βαθιά μέσα στα ρέπια θα καταχωνιάσει·
κι αφού καιρό πολύ τελειώσεις, θα ξανάβγεις
πίσω στο φως· μα ο φτερωτός του Δία ο σκύλος
με στόμα λαίμαργο, ο αϊτός, στο αίμα βαμμένο
τρανά ξεσκλίδια το κορμί θα σου λιανίσει
ακάλεστος ολημερίς στο γιόμα ερχόντας
και θενά τρώει σου το σαπιόμαυρο συκώτι.
Και μην προσμένεις στο μαρτύριο αυτό σου τέλος,
πρι να βρεθεί κανείς θεός, που να θελήσει
να πάρει επάνω του τα πάθια σου και πάει
στου άφεγγου τ’ Άδη τ’ άραχλα βαθιά σκοτάδια.
Παίρνε λοιπόν απόφαση, γιατί δεν είναι
πλασμένα παχιά λόγια αυτά, μα η πάσ’ αλήθεια,
μια που δεν ξέρει από ψευτιές του Δία το στόμα
και δίνει τέλος σ’ ό,τι πει· μα εσύ ένα γύρο
κοιτάξου και μελέτησε, μηδέ πως είναι
ποτέ σου πεις το πείσμα πιο καλό απ’ τη γνώση.
ΧΟΡΟΣ
Σε μας δε φαίνεται άδικο σ’ αυτά που λέει
να ‘χει ο Ερμής, που σου ζητάει να παρατήσεις
το πείσμα και σε φρόνιμη να στρέψεις γνώμη·
πείσου, κι είναι ντροπή ο σοφός έξω να πέφτει.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Τα περίμενα τούτα που μου έσκουξε αυτός
τα μηνύματα· κι είναι πολύ φυσικό
από εχθρό του κακό να παθαίνει ο εχθρός.
Και λοιπόν καταπάνω μου ας πάει να σκα
της φωτιάς ο στριφτός πλοκαμός,
με βροντές και μ’ αγρίων ανέμων σπασμούς
ας μανιάζει ο αιθέρας· της μπόρας η οργή
τα θεμέλια ας τραντάζει ως τις ρίζες της γης
και το κύμα του πόντου μ’ αψύ βρουχισμό
τους ουράνιους των άστρων τους δρόμους ψηλά
εν’ ας κάμει κι ας πνίξει· κι αυτό το κορμί
μες στα μαύρα τα τάρταρ’ ας ρίξει βαθιά
στης ανάγκης τ’ αφεύγατο ρέμα συρτό·
Μα ό,τι κάμει, εμένα ποτέ του ποτέ
δε θα με θανατώσει!
ΕΡΜΗΣ
Τέτοια ξώφρενα λόγια δεν είναι ν’ ακούς
μόνο ενός που του σάλεψε σίγουρα ο νους;
Γιατ’ αλήθεια τι λείπει να μην είν’ αυτή
του νου βλάβη η ευχή του και τρέλα σωστή;
Μα εσείς τώρα που κάθεστε κι έτσι αυτουνού
συμπονάτε τα πάθη, βιαστείτε απ’ εδώ
να τραβήξετε γρήγορ’ αλλού πουθενά,
για να μη της βροντής το φριχτό μουγγητό
σας ζαλώσει τα φρένα.
ΧΟΡΟΣ
Άλλο τίποτ’ αν έχεις να λες που μπορεί
να με πείσεις· γιατί, όσο βέβαια για αυτά,
που ξεστόμισες τώρα, δε στέκουν για με.
Πώς με βάζεις να κάνω μια πράξη κακή;
κάλλιο ό,τι ‘ναι μαζί του να πάθω κι εγώ,
που έχω μάθει από πάντα σαν τι να μισώ
τον προδότη, και που άλλη καμιά σαν αυτή
δε φοβούμαι χειρότερη αρρώστια.
ΕΡΜΗΣ
Λοιπόν ό,τι προλέγω θυμάστε καλά,
κι όταν η άδικη ώρα θ’ αδράξει και σας,
με την τύχη μην έχετε τότε αφορμή,
μηδέ πείτε σ’ απρόβλεπτα ο Δίας κακά
πως σας έριξε μέσα· μα μόνο σε σας
θα ‘ν’ το φταίξιμο, μια που το ξέρατε πριν
κι όχι ανύποπτα κι άξαφνα μες του χαμού
θα μπλεχτείτε τ’ απέραντα βρόχια.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Όχι πια με τα λόγια, μα ιδού αληθινά
που τραντάζεται η γης
και μαζί μουκανιέται βαρύ της βροντής
τ’ αντιλάλημ’ απόγεια και γλώσσες στριφτές
οι αστραπές σαϊτεύουν φωτιάς.
Άγριος σίφουνας στρίβει ψηλά κορνιαχτό,
όλοι οι άνεμοι σκιρτούν, και μ’ αντίπνοη οργή
στήνουν πόλεμο ο ένας στον άλλο αντικρύ,
και ταράχτηκε ο αιθέρας με τον πόντο μαζί.
Βέβαια τέτοια απ’ τον Δία χιμάει φανερά
κατά πάνω μου αντάρα, που τρόμο γεννά.
Μα ω μητέρα μου εσύ σεβαστή, κι ω που συ
μες στο φως τυλίγεις, αιθέρα, το παν,
πόσον άδικα, δείτε με, πάσχω!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ, Προμηθεύς Δεσμώτης , στ.907 – 1093
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου