«Ποιoς είμαι;», μία ερώτηση που παραπέμπει στην ταυτότητα και είναι από τις βασικότερες της ζωής μας.
Η έννοια της ταυτότητας αναφέρεται στο σύνολο των αντιλήψεων, πεποιθήσεων και συναισθημάτων που αφορούν στον εαυτό μας. Η συνοχή μεταξύ εμπειρίας, ιδεών, αξιών και πεποιθήσεων διασφαλίζεται μέσω της ταυτότητας.
Η έννοια της ταυτότητας βρίσκεται σε συνάρτηση με τη συνειδητοποίηση ότι κάποιος υπάρχει, ότι έχει προσωπική ιστορία, μια θέση στον κόσμο, μια συνέχεια και ένα μέλλον που του ανήκει.
Η αίσθηση της ταυτότητας βασίζεται σε μια διπλή, ταυτόχρονη διεργασία: στην αντίληψη της ομοιότητας και της συνέχειας της ύπαρξής μας στο χώρο και το χρόνο και στην αντίληψη ότι οι άλλοι αναγνωρίζουν αυτήν την ομοιότητα και τη συνέχεια.
Η ταυτότητα επιτρέπει να τοποθετηθεί κανείς απέναντι στους άλλους, να αναγνωρίσει όσους του μοιάζουν και να διαφοροποιηθεί από τους υπόλοιπους. Το ερώτημα δεν είναι απλώς «ποιος είμαι;» αλλά «ποιος είμαι σε σχέση με τον άλλο; Πώς με βλέπει ο άλλος και πώς βλέπω εγώ τους άλλους;».
Στην έννοια της ταυτότητας ενυπάρχει κάτι το παράδοξο: υπονοείται το ίδιο, το ταυτόσημο και παράλληλα το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή το ξεχωριστό, το μοναδικό. Το θέμα της ταυτότητας είναι κατεξοχήν θέμα ορίων, τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών, ανάμεσα στο όμοιο και το διαφορετικό, ανάμεσα στον εαυτό και τους άλλους, ανάμεσα στο οικείο και το ξένο, το γνωστό και το άγνωστο, και κατ’ επέκταση απειλητικό. Με αυτή την έννοια, της διαλεκτικής του ίδιου και του άλλου, είναι αδύνατο να διαχωρίσουμε την ταυτότητα από την ετερότητα
Η έννοια της ταυτότητας είναι πολυδιάστατη. Τη χρησιμοποιούμε στην ανάλυση πολλών και ανόμοιων αντικειμένων, από το να αναλύσουμε τη δόμηση της προσωπικότητας του παιδιού έως το να δώσουμε ερμηνείες της σύγκρουσης ανάμεσα σε λαούς. Με άλλα λόγια, εκφάνσεις της ταυτότητας παραπέμπουν στο άτομο, την ομάδα ή την κοινωνία. Δεν είναι βέβαια ανεξάρτητες και διαχωρισμένες οι διεργασίες που επιτελούνται στο επίπεδο του ατόμου από αυτές που επιτελούνται στο επίπεδο της ομάδας και της κοινωνίας. Οι υπαγωγές των ατόμων στις διάφορες κοινωνικές ομάδες επηρεάζονται από τις διομαδικές σχέσεις και τα προσωπικά χαρακτηριστικά. Η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, οι συλλογικές ή οι πολιτικές μας ταυτότητες είναι αντικείμενο επεξεργασίας τόσο από το ίδιο το άτομο όσο και από τις ομάδες και τις ιδεολογίες τους. Ο Erikson (1968), από τους πρώτους θεωρητικούς σε θέματα ταυτότητας τη δεκαετία ’50-’60, υπογραμμίζει ότι η ταυτοτική διεργασία συντελείται ταυτόχρονα στην καρδιά του ατόμου και στην καρδιά της κουλτούρας της κοινότητας όπου ανήκει. Περιγράφοντας την έννοια της ταυτότητας θα κάνουμε, για λόγους σαφήνειας, έναν τεχνητό διαχωρισμό της ατομικής από τη συλλογική ταυτότητα και θα τις αναλύσουμε ξεχωριστά, χωρίς ωστόσο να παραλείψουμε την αναφορά στα σημεία διατομής του ατομικού με το συλλογικό.
Ατομική ταυτότητα
Το άτομο κοινωνικοποιείται και οικοδομεί την ταυτότητά του σταδιακά, κατά τη μακρά πορεία από τη γέννησή του έως την εφηβεία, η οποία συνεχίζεται ως την ενήλικη ζωή. Η εικόνα που κατασκευάζει για τον εαυτό του, τα πιστεύω του συγκροτούν μια ψυχολογική δομή που του επιτρέπει να επιλέξει τις πράξεις του και τις κοινωνικές του συναλλαγές. Η κατασκευή της ταυτότητας και η εικόνα του εαυτού αποτελούν βασικές λειτουργίες της ζωής του υποκειμένου και συνιστούν θεμελιώδη ψυχική διεργασία.
Μπορούμε να σταθούμε σε τρεις διαστάσεις της ατομικής ταυτότητας.
Η πρώτη διάσταση αφορά στο βιολογικό-αισθητηριακό επίπεδο, το οποίο συνδέεται με τη λειτουργία του σώματος και την επεξεργασία της αισθητηριακής πληροφορίας: αίσθηση διέγερσης, χαράς, ικανοποίησης των σωματικών αναγκών. Η Αναπτυξιακή Ψυχολογία αναλύει αυτή τη διάσταση της ταυτότητας, έτσι όπως οικοδομείται από την αρχή της ζωής μέσα από τις πρωταρχικές σχέσεις με τα γονικά πρόσωπα.
Η ταυτοτική διεργασία είναι για το άτομο ένα ψυχολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κατασκευάζει νοητικά σχήματα και συστήματα αναπαραστάσεων. Aυτά βοηθούν το άτομο να φτιάξει μια εικόνα εαυτού, να της αποδώσει αξία, ενώ παράλληλα κατευθύνουν τις πράξεις του. Η αντίληψη εαυτού και η αυτοεκτίμηση δεν επιτελούνται σε κοινωνικό κενό. Θεωρητικοί όπως ο William James ή ο George Herbert Mead εισηγήθηκαν, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, ότι η εικόνα εαυτού και η αξία που της αποδίδουμε διαμεσολαβείται από το βλέμμα των άλλων.
Τη δεύτερη διάσταση ενσαρκώνει η διεργασία κοινωνικού αποχωρισμού/ενσωμάτωσης. Πρόκειται για τη διαλεκτική προσέγγισης-απομάκρυνσης με την οποία παλεύουμε όλη μας τη ζωή για να γίνουμε αποδεκτοί για την ομοιότητά μας, ενώ την ίδια στιγμή προσπαθούμε να φανούμε διαφορετικοί, μοναδικοί. Η αντιπαράθεση ενός εφήβου μέσα στην οικογένειά του εκφράζει αυτή την ανάγκη διαφοροποίησης απέναντι στην ηλικιακά πρότερη ταυτότητα. Αυτή η αντιπαράθεση μπορεί να βρει διέξοδο με την υπαγωγή του εφήβου σε ομάδες νέων όπου, μέσα από ταυτοτικές υποκαταστάσεις, θα μοιραστεί με τους συνομήλικούς του κοινές ανάγκες, επιθυμίες και όνειρα.
Η τρίτη διάσταση αφορά στην επιθυμία του υποκειμένου για συνέχεια, δηλαδή στην ανάγκη του «ανήκειν» σε μια οικογενειακή γραμμή, σε ένα περιβάλλον, σε μια κουλτούρα. Αυτή η ανάγκη μπορεί να λειτουργεί στο πραγματικό ή ακόμα και το φαντασιακό επίπεδο και είναι εμφανής στις σύγχρονες εκφράσεις της ταυτότητας, όπως είναι η εθνική, η εθνοτική ή η πολιτισμική ταυτότητα.
Οι συλλογικές ταυτότητες
Όπως φάνηκε από τα παραπάνω, ο εαυτός οικοδομείται σε σχέση με το περιβάλλον και τους άλλους. H ταυτότητα κατασκευάζεται στο πλαίσιο των ομάδων, μικρών ή μεγαλύτερων, θεσμισμένων ή αυθόρμητων. Όλη η τρέχουσα επιστημονική ανάλυση γύρω από το θέμα επικεντρώνεται στο πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων και στο ρόλο που ασκεί στην ταυτοτική διεργασία.
Ένα ζήτημα αιχμής είναι ότι τις σύγχρονες κοινωνίες χαρακτηρίζει αυξανόμενη πολλαπλότητα των ομάδων υπαγωγής, πραγματικών ή συμβολικών, στις οποίες εντάσσονται τα άτομα. Με αυτή την έννοια δεν έχει νόημα να μιλάμε για ταυτότητα αλλά για ταυτότητες, που είναι πολλές.
Αν ξαναγυρίσουμε στις αρχικές σκηνές, θα διαπιστώσουμε ότι οι μαθητές δε χαρακτηρίζονται μόνο από τη μειονοτική τους ταυτότητα ή αυτή του μετανάστη.
Έχουν και πολλές άλλες ταυτότητες:
Ολόκληρος ο κοινωνικός κόσμος διαιρείται σε πολλές κοινωνικές κατηγορίες, άλλες μεγάλες:
Προνομιακές εκφράσεις των διεργασιών κοινωνικοποίησης και ταυτοποίησης είναι οι τελετουργίες της μνήμης, η κουλτούρα, η χρήση συμβόλων. Αυτή η διεργασία πολιτισμικής ταύτισης επιτρέπει στο άτομο την καλή λειτουργία του εγώ μέσα από την εγγραφή σε ένα συμβολικό σώμα που φαντάζει αιώνιο, όπως είναι το έθνος, η θρησκευτική κοινότητα ή η εθνοτική ομάδα.
Ωστόσο πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος αυτή η καλή λειτουργία να μετατραπεί σε κακή. Εάν η ταυτότητα συρρικνωθεί σε μία μοναδική υπαγωγή, οι άνθρωποι μπορεί εύκολα να γίνουν προκατειλημμένοι, μονομερείς, μη επιεικείς, δυναστικοί. Eνδέχεται να αρχίσουν να βλέπουν τον κόσμο από μια λοξή και παραμορφωτική οπτική γωνία, όπου «οι δικοί μας» αντιπαρατίθενται στους «άλλους». Εάν όμως συλλάβουμε την ταυτότητα ως σύνθεση πολλαπλών υπαγωγών, από τις οποίες άλλες είναι συνδεδεμένες με κοινή εθνική ιστορία και άλλες όχι, άλλες με κοινή θρησκευτική παράδοση και άλλες όχι, εάν διακρίνουμε στον εαυτό μας, στην καταγωγή μας, στην προσωπική μας ιστορία πολλές και αντιφατικές επιρροές, πολλές προσμείξεις και ετερόκλητες επιδράσεις, τότε θα αναγνωρίσουμε μια διαφορετική σχέση με τους άλλους. Δε θα έχουμε πια να κάνουμε με μια ομοιογενή ομάδα των «δικών μας», αντίθετη σε μια εξίσου ομοιογενή των «άλλων». Θα υπάρχουν στην ομάδα των «δικών μας» κάποιοι με τους οποίους μας συνδέουν πολλά και κάποιοι με τους οποίους δεν έχουμε τίποτα κοινό να μοιραστούμε. Το ίδιο ακριβώς θα ισχύει και με την ομάδα των «άλλων».
Η αίσθηση της ταυτότητας βασίζεται σε μια διπλή, ταυτόχρονη διεργασία: στην αντίληψη της ομοιότητας και της συνέχειας της ύπαρξής μας στο χώρο και το χρόνο και στην αντίληψη ότι οι άλλοι αναγνωρίζουν αυτήν την ομοιότητα και τη συνέχεια.
Η ταυτότητα επιτρέπει να τοποθετηθεί κανείς απέναντι στους άλλους, να αναγνωρίσει όσους του μοιάζουν και να διαφοροποιηθεί από τους υπόλοιπους. Το ερώτημα δεν είναι απλώς «ποιος είμαι;» αλλά «ποιος είμαι σε σχέση με τον άλλο; Πώς με βλέπει ο άλλος και πώς βλέπω εγώ τους άλλους;».
Στην έννοια της ταυτότητας ενυπάρχει κάτι το παράδοξο: υπονοείται το ίδιο, το ταυτόσημο και παράλληλα το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή το ξεχωριστό, το μοναδικό. Το θέμα της ταυτότητας είναι κατεξοχήν θέμα ορίων, τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών, ανάμεσα στο όμοιο και το διαφορετικό, ανάμεσα στον εαυτό και τους άλλους, ανάμεσα στο οικείο και το ξένο, το γνωστό και το άγνωστο, και κατ’ επέκταση απειλητικό. Με αυτή την έννοια, της διαλεκτικής του ίδιου και του άλλου, είναι αδύνατο να διαχωρίσουμε την ταυτότητα από την ετερότητα
Η έννοια της ταυτότητας είναι πολυδιάστατη. Τη χρησιμοποιούμε στην ανάλυση πολλών και ανόμοιων αντικειμένων, από το να αναλύσουμε τη δόμηση της προσωπικότητας του παιδιού έως το να δώσουμε ερμηνείες της σύγκρουσης ανάμεσα σε λαούς. Με άλλα λόγια, εκφάνσεις της ταυτότητας παραπέμπουν στο άτομο, την ομάδα ή την κοινωνία. Δεν είναι βέβαια ανεξάρτητες και διαχωρισμένες οι διεργασίες που επιτελούνται στο επίπεδο του ατόμου από αυτές που επιτελούνται στο επίπεδο της ομάδας και της κοινωνίας. Οι υπαγωγές των ατόμων στις διάφορες κοινωνικές ομάδες επηρεάζονται από τις διομαδικές σχέσεις και τα προσωπικά χαρακτηριστικά. Η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, οι συλλογικές ή οι πολιτικές μας ταυτότητες είναι αντικείμενο επεξεργασίας τόσο από το ίδιο το άτομο όσο και από τις ομάδες και τις ιδεολογίες τους. Ο Erikson (1968), από τους πρώτους θεωρητικούς σε θέματα ταυτότητας τη δεκαετία ’50-’60, υπογραμμίζει ότι η ταυτοτική διεργασία συντελείται ταυτόχρονα στην καρδιά του ατόμου και στην καρδιά της κουλτούρας της κοινότητας όπου ανήκει. Περιγράφοντας την έννοια της ταυτότητας θα κάνουμε, για λόγους σαφήνειας, έναν τεχνητό διαχωρισμό της ατομικής από τη συλλογική ταυτότητα και θα τις αναλύσουμε ξεχωριστά, χωρίς ωστόσο να παραλείψουμε την αναφορά στα σημεία διατομής του ατομικού με το συλλογικό.
Ατομική ταυτότητα
Το άτομο κοινωνικοποιείται και οικοδομεί την ταυτότητά του σταδιακά, κατά τη μακρά πορεία από τη γέννησή του έως την εφηβεία, η οποία συνεχίζεται ως την ενήλικη ζωή. Η εικόνα που κατασκευάζει για τον εαυτό του, τα πιστεύω του συγκροτούν μια ψυχολογική δομή που του επιτρέπει να επιλέξει τις πράξεις του και τις κοινωνικές του συναλλαγές. Η κατασκευή της ταυτότητας και η εικόνα του εαυτού αποτελούν βασικές λειτουργίες της ζωής του υποκειμένου και συνιστούν θεμελιώδη ψυχική διεργασία.
Μπορούμε να σταθούμε σε τρεις διαστάσεις της ατομικής ταυτότητας.
Η πρώτη διάσταση αφορά στο βιολογικό-αισθητηριακό επίπεδο, το οποίο συνδέεται με τη λειτουργία του σώματος και την επεξεργασία της αισθητηριακής πληροφορίας: αίσθηση διέγερσης, χαράς, ικανοποίησης των σωματικών αναγκών. Η Αναπτυξιακή Ψυχολογία αναλύει αυτή τη διάσταση της ταυτότητας, έτσι όπως οικοδομείται από την αρχή της ζωής μέσα από τις πρωταρχικές σχέσεις με τα γονικά πρόσωπα.
Η ταυτοτική διεργασία είναι για το άτομο ένα ψυχολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κατασκευάζει νοητικά σχήματα και συστήματα αναπαραστάσεων. Aυτά βοηθούν το άτομο να φτιάξει μια εικόνα εαυτού, να της αποδώσει αξία, ενώ παράλληλα κατευθύνουν τις πράξεις του. Η αντίληψη εαυτού και η αυτοεκτίμηση δεν επιτελούνται σε κοινωνικό κενό. Θεωρητικοί όπως ο William James ή ο George Herbert Mead εισηγήθηκαν, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, ότι η εικόνα εαυτού και η αξία που της αποδίδουμε διαμεσολαβείται από το βλέμμα των άλλων.
Τη δεύτερη διάσταση ενσαρκώνει η διεργασία κοινωνικού αποχωρισμού/ενσωμάτωσης. Πρόκειται για τη διαλεκτική προσέγγισης-απομάκρυνσης με την οποία παλεύουμε όλη μας τη ζωή για να γίνουμε αποδεκτοί για την ομοιότητά μας, ενώ την ίδια στιγμή προσπαθούμε να φανούμε διαφορετικοί, μοναδικοί. Η αντιπαράθεση ενός εφήβου μέσα στην οικογένειά του εκφράζει αυτή την ανάγκη διαφοροποίησης απέναντι στην ηλικιακά πρότερη ταυτότητα. Αυτή η αντιπαράθεση μπορεί να βρει διέξοδο με την υπαγωγή του εφήβου σε ομάδες νέων όπου, μέσα από ταυτοτικές υποκαταστάσεις, θα μοιραστεί με τους συνομήλικούς του κοινές ανάγκες, επιθυμίες και όνειρα.
Η τρίτη διάσταση αφορά στην επιθυμία του υποκειμένου για συνέχεια, δηλαδή στην ανάγκη του «ανήκειν» σε μια οικογενειακή γραμμή, σε ένα περιβάλλον, σε μια κουλτούρα. Αυτή η ανάγκη μπορεί να λειτουργεί στο πραγματικό ή ακόμα και το φαντασιακό επίπεδο και είναι εμφανής στις σύγχρονες εκφράσεις της ταυτότητας, όπως είναι η εθνική, η εθνοτική ή η πολιτισμική ταυτότητα.
Οι συλλογικές ταυτότητες
Όπως φάνηκε από τα παραπάνω, ο εαυτός οικοδομείται σε σχέση με το περιβάλλον και τους άλλους. H ταυτότητα κατασκευάζεται στο πλαίσιο των ομάδων, μικρών ή μεγαλύτερων, θεσμισμένων ή αυθόρμητων. Όλη η τρέχουσα επιστημονική ανάλυση γύρω από το θέμα επικεντρώνεται στο πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων και στο ρόλο που ασκεί στην ταυτοτική διεργασία.
Ένα ζήτημα αιχμής είναι ότι τις σύγχρονες κοινωνίες χαρακτηρίζει αυξανόμενη πολλαπλότητα των ομάδων υπαγωγής, πραγματικών ή συμβολικών, στις οποίες εντάσσονται τα άτομα. Με αυτή την έννοια δεν έχει νόημα να μιλάμε για ταυτότητα αλλά για ταυτότητες, που είναι πολλές.
Αν ξαναγυρίσουμε στις αρχικές σκηνές, θα διαπιστώσουμε ότι οι μαθητές δε χαρακτηρίζονται μόνο από τη μειονοτική τους ταυτότητα ή αυτή του μετανάστη.
Έχουν και πολλές άλλες ταυτότητες:
- τη θρησκευτική,
- την εθνική,
- την εθνοτική,
- τη γλωσσική,
- την ταυτότητα φύλου,
- την ταξική,
- την ηλικιακή,
Ολόκληρος ο κοινωνικός κόσμος διαιρείται σε πολλές κοινωνικές κατηγορίες, άλλες μεγάλες:
- το φύλο
- η θρησκεία
- η κοινωνική τάξη
- η φυλή
- η εθνικότητα
- οι ομάδες πολιτικής ένταξης
- οι επαγγελματικές ομάδες
- οι αθλητικές ομάδες κτλ.
Προνομιακές εκφράσεις των διεργασιών κοινωνικοποίησης και ταυτοποίησης είναι οι τελετουργίες της μνήμης, η κουλτούρα, η χρήση συμβόλων. Αυτή η διεργασία πολιτισμικής ταύτισης επιτρέπει στο άτομο την καλή λειτουργία του εγώ μέσα από την εγγραφή σε ένα συμβολικό σώμα που φαντάζει αιώνιο, όπως είναι το έθνος, η θρησκευτική κοινότητα ή η εθνοτική ομάδα.
Ωστόσο πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος αυτή η καλή λειτουργία να μετατραπεί σε κακή. Εάν η ταυτότητα συρρικνωθεί σε μία μοναδική υπαγωγή, οι άνθρωποι μπορεί εύκολα να γίνουν προκατειλημμένοι, μονομερείς, μη επιεικείς, δυναστικοί. Eνδέχεται να αρχίσουν να βλέπουν τον κόσμο από μια λοξή και παραμορφωτική οπτική γωνία, όπου «οι δικοί μας» αντιπαρατίθενται στους «άλλους». Εάν όμως συλλάβουμε την ταυτότητα ως σύνθεση πολλαπλών υπαγωγών, από τις οποίες άλλες είναι συνδεδεμένες με κοινή εθνική ιστορία και άλλες όχι, άλλες με κοινή θρησκευτική παράδοση και άλλες όχι, εάν διακρίνουμε στον εαυτό μας, στην καταγωγή μας, στην προσωπική μας ιστορία πολλές και αντιφατικές επιρροές, πολλές προσμείξεις και ετερόκλητες επιδράσεις, τότε θα αναγνωρίσουμε μια διαφορετική σχέση με τους άλλους. Δε θα έχουμε πια να κάνουμε με μια ομοιογενή ομάδα των «δικών μας», αντίθετη σε μια εξίσου ομοιογενή των «άλλων». Θα υπάρχουν στην ομάδα των «δικών μας» κάποιοι με τους οποίους μας συνδέουν πολλά και κάποιοι με τους οποίους δεν έχουμε τίποτα κοινό να μοιραστούμε. Το ίδιο ακριβώς θα ισχύει και με την ομάδα των «άλλων».
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου