γνωστικές τους λειτουργίες. Μπορούμε να διακρίνουμε δύο πτυχές της: Τη
«θεωρητική» και την «πρακτική».
Η «θεωρητική» αναφέρεται στην επίγνωση που το άτομο έχει για τις
γνώσεις ή τις πληροφορίες που κατέχει. Με άλλα λόγια τι το άτομο γνωρίζει
ότι γνωρίζει (ή δε γνωρίζει).
Η «πρακτική» πτυχή αναφέρεται στους μηχανισμούς παραγωγής της
γνώσης. Δηλαδή την επίγνωση που έχει το άτομο για τους τρόπους με τους
οποίους μπορεί ν΄ αντλήσει γνώση από το περιβάλλον, να την συγκρατήσει και
να την χρησιμοποιήσει.
Πιο συγκεκριμένα, είναι η ικανότητα του μανθάνοντα
να σχεδιάζει μία στρατηγική για συλλογή των πληροφοριών που χρειάζεται,
να έχει επίγνωση των ιδιαίτερων βημάτων και στρατηγικών που οδηγούν στην
επίλυση προβλημάτων , στην επίτευξη γνωστικών στόχων και στην
αντιμετώπιση νέων καταστάσεων. Είναι, τέλος η ικανότητα του ατόμου να
αξιολογεί την πορεία της σκέψης του.
Ο όρος «μεταγνώση» εισήχθηκε στην Ψυχολογία κατά τη δεκαετία
του 1970 από τον Flavell, προκειμένου να ερμηνεύσει εξελικτικά φαινόμενα
στους τρόπους απόκτησης και οργάνωσης της γνώσης στη μνήμη, ενώ
αργότερα επεκτάθηκε και σε άλλες γνωστικές λειτουργίες.
Ανάλογα με τη γνωστική λειτουργία στην οποία επικεντρώνεται η
μεταγνώση, μπορούμε να διακρίνουμε τη μεταμνήμη όσον αφορά τη μνήμη
και τα περιεχόμενα της (Brown, 1978, Flavell και Wellman, 1977), τη
μετακατανόηση που αναφέρεται στην επίγνωση του αν κατανοούμε κάτι και
ποιες διαδικασίες βοηθούν σε αυτό (Markman, 1977) τη μεταπροσοχή
(Miller, 1985) την επίγνωση, δηλαδή, του πότε και πόσο εύκολα
επικεντρώνεται η προσοχή μας, τη μεταγλώσσα, (Tarski, 1977), τη γλώσσα,
δηλαδή, που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει ή να περιγράψει τη γλώσσα
(ή ένα γλωσσικό ιδίωμα) κτλ.
Πέρα, όμως, από τις γνωστικές λειτουργίες καθαυτές, ο όρος
«μεταγνώση» επεκτάθηκε, ώστε σήμερα να περιλαμβάνει οτιδήποτε το
ψυχολογικό, όπως είναι τα συναισθήματα, τα κίνητρα, κλπ.
(Ματσαγγούρας, Η. 1994), την επίγνωση του ατόμου όσον αφορά τις
εσωτερικές αυτές καταστάσεις του και την ικανότητά του να τις ελέγχει.
Η σημασία της μεταγνώσης
Στόχος της είναι να δημιουργήσει επαρκείς δια βίου μαθητές, ικανούς
να ανταποκρίνονται με επιτυχία στον ταχύτατο πολλαπλασιασμό των
γνώσεων και στις όποιες προκλήσεις της εποχής. (Costa, 1984).
Για το σκοπό αυτό, προσπαθεί να βοηθήσει τους μανθάνοντες να
ανακαλύπτουν τη γνώση, εφευρίσκοντας τους καταλληλότερους κάθε φορά
τρόπους.
Ακόμα, προσπαθεί να βοηθήσει τους μανθάνοντες να οργανώσουν τη
σκέψη τους, να την αυτοκατευθύνουν, αλλά και να εφαρμόσουν στρατηγικές,
τεχνικές και διαδικασίες, τις οποίες θα επιλέξουν από το ρεπερτόριό τους,
αλλά θα τις προσαρμόσουν και θα τις αναπτύξουν με βάση τις ανάγκες του
προβλήματος και σύμφωνα με τον ιδιαίτερο ρυθμό και τρόπο σκέψης τους.
Έτσι, θα λέγαμε ότι βασικά γνωρίσματα της μεταγνωστικής ανάπτυξης είναι η
ικανότητα για ενδοσκόπηση / αυτοεξέταση, ο σχεδιασμός μιας γνωστικής
διαδικασίας, ο έλεγχος της αποτελεσματικότητας των ενεργειών μας, η
αναθεώρηση ανεπαρκών σχεδίων, η δοκιμή των επόμενων βημάτων και η
αξιολόγηση της συνολικής αποτελεσματικότητας των στρατηγικών που
επιλέγηκαν. (Κουτσελίνη, 1995)
Η Κουτσελίνη (1995) δίνει πιο παραστατικά την έννοια και τα αποτελέσματα
της μεταγνωστικής ανάπτυξης στο πιο κάτω σχήμα:
ΜΕΤΑΓΝΩΣΗ
Συνειδητότητα του ατόμου για το πώς σκέφτεται, τι και πώς μαθαίνει.
ΒΟΗΘΑ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΝΑ:
1. ΕΛΕΓΧΕΙ ΤΗ
ΜΑΘΗΣΗ
2. ΕΠΙΛΕΓΕΙ ΚΑΙ ΝΑ
ΚΑΤΕΥΘΥΝΕΙ ΤΗ
ΜΕΘΟΔΟ – ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
• οργανώνει τον χρόνο και
τα βήματα.
• επιλέγει αυτά που απαιτούνται
• βρίσκει και διορθώνει τα
λάθη στον τρόπο
σκέψης
• σχετίζει αυτά που γνωρίζει με τα
ζητούμενα
• υποβάλλει ερωτήσεις
για επεξεργασία του
θέματος και
αυτοαξιολόγηση
• επισημαίνει και χρησιμοποιεί
κλειδιά, οργανωτικές αρχές,
μεθόδους, γνωστικές στρατηγικές
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου