Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Είμαστε κοντά για να πάει ο άνθρωπος στον Άρη

Πόσο κοντά στην πραγματικότητα είναι μια επανδρωμένη αποστολή στον Άρη; «Έχουμε ήδη τις δεξιότητες και την τεχνολογία που χρειάζεται για να πάνε άνθρωποι στον Άρη» υποστηρίζει ο αστρο-γεωλόγος Jonathan Clarke. «Είμαστε πραγματικά πολύ καλύτερα προετοιμασμένοι για τον Άρη τώρα από ότι ήταν η NASA το 1961, όταν έψαχνε πως θα στείλει άνθρωπο στο φεγγάρι πριν από το τέλος της δεκαετίας. «Αν το βάλουμε ως στόχο, μπορούμε να είμαστε στον Άρη σε 10 χρόνια» υποστηρίζει ο δρ. Clarke.
 
«Είμαστε πραγματικά πολύ καλύτερα προετοιμασμένοι για τον Άρη τώρα από ότι ήταν η NASA το 1961, όταν έψαχνε πως θα στείλει άνθρωπο στο φεγγάρι πριν από το τέλος της δεκαετίας. «Αν το βάλουμε ως στόχο, μπορούμε να είμαστε στον Άρη σε 10 χρόνια» υποστηρίζει ο δρ. Clarke.
 
Το χρονοδιάγραμμα της NASA είναι λίγο περισσότερο. Το πρώτο βήμα είναι να προσγειωθούν αστροναύτες σε έναν αστεροειδή γύρω στο 2024, ελπίζοντας ότι στη συνέχεια θα προσγειωθούν αστροναύτες στον κόκκινο πλανήτη στη δεκαετία του 2030. Εν τω μεταξύ, δοκιμάζει μια σειρά τεχνολογιών στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, εξερευνώντας την επιφάνεια του Άρη με ρομπότ και αναπτύσσοντας διαστημικές στολές, οχήματα εξερεύνησης του διαστήματος και οικότοπους για να βοηθήσει τους αστροναύτες να ζήσουν και να εργαστούν στον Άρη.
 
Σύμφωνα με τον δρ Clarke, υπάρχουν πέντε βασικά ζητήματα που πρέπει να εξετάσουμε στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την αποστολή ανθρώπων στον Άρη:
 
Πώς να επιβιώσει κάποιος από τις μεγάλες αποστάσεις στο διάστημα
Κάθε ανθρώπινο ταξίδι στον Άρη θα χρειαζόταν τουλάχιστον δυόμισι χρόνια: έξι μήνες για να φτάσεις εκεί, έξι μήνες για να επιστρέψεις και ενάμισι χρόνο στην επιφάνεια του Άρη, ενώ ο Άρης και η Γη θα έπρεπε να βρεθούν στη σωστή τροχιά για την πτήση της επιστροφής. «Δεν ξέρουμε πώς οι άνθρωποι θα προσαρμοστούν στις μεγάλες περιόδους βαρύτητας του Άρη, που είναι μόλις 38 τοις εκατό του βάρους που έχουμε στη Γη» λέει ο δρ Clarke. «Περισσότεροι από 30 άνθρωποι έχουν ήδη περάσει περισσότερο από ένα χρόνο στο διάστημα, οπότε γνωρίζουμε ήδη πώς επιβιώνουν για μεγάλα διαστήματα σε μικροβαρύτητα μέσω της άσκησης». Ωστόσο, περισσότερα πειράματα θα πρέπει να γίνουν στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό για να βελτιωθεί η γνώση μας για το πώς το ανθρώπινο σώμα μπορεί να προσαρμοστεί στη μικροβαρύτητα.
 
Πώς να προσγειωθεί ένα ωφέλιμο φορτίο στο μέγεθος ενός Boeing 737
Σα να μην έφταναν η επιβίωση ενάμισι έτους και το ταξίδι non-stop, η προσγείωση ενός βαρύ σκάφους στην επιφάνεια του Κόκκινου Πλανήτη είναι η «μεγαλύτερη πρόκληση» που θα αντιμετωπίσει μια αποστολή λέει ο δρ. Clarke. «Το Mars Curiosity Rover ήταν το μεγαλύτερο πράγμα που προσγειώθηκε ποτέ στον κόκκινο πλανήτη, με πάνω από δύο τόνους ωφέλιμου φορτίου να εισέρχονται στην ατμόσφαιρα του Άρη. Και όταν προσγειώθηκε, το Rover ήταν πάνω από 900 κιλά, όσο και ένα μικρό αυτοκίνητο» εξηγεί. «Όταν μιλάμε για την τοποθέτηση ανθρώπων στον Άρη, μιλάμε για ένα διαστημικό σκάφος που προσγειώνεται με μάζες τουλάχιστον 25-60 τόνων. Αυτά είναι μεγάλα ωφέλιμα φορτία στο μέγεθος ενός αεροσκάφους 737, το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι έχουμε κάνει στο παρελθόν.
 
Πώς θα βγουν έξω και θα εξερευνήσουν
Υποθέτοντας ότι έχει όντως καταφέρει να προσγειωθεί το σκάφος σε ένα κομμάτι, η επόμενη πρόκληση είναι να διερευνήσουμε τον νέο κόσμο. Με μόνο το ένα τρίτο της βαρύτητας της Γης, και μια ατμόσφαιρα που αποτελείται κυρίως από διοξείδιο του άνθρακα, ο Άρης παρουσιάζει προκλήσεις τόσο για το περπάτημα όσο και για τα οχήματα. Οι διαστημικές στολές που χρησιμοποιούνται για διαστημικούς περιπάτους στη Σελήνη και στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό ζυγίζουν περίπου 200 κιλά και είναι πολύ ογκώδεις, γεγονός που τις καθιστά ακατάλληλες για τον Άρη, λέει ο δρ. Clarke.
 
Ανάλογες είναι οι δυσκολίες και για τα οχήματα. Αν θέλετε να εξερευνήσετε τον Άρη, ταξιδεύοντας μέχρι και 100 χιλιόμετρα από την περιοχή προσγείωσης, θα χρειαστείτε κάτι λίγο καλύτερο από το σεληνιακό όχημα που χρησιμοποιήθηκε στο Apollo. Η NASA δοκιμάζει ένα Όχημα Εξερεύνησης του Διαστήματος, ένα 12τροχο όχημα που ονομάζεται Chariot, από το 2008. Χωρίς προστατευτική ατμόσφαιρα όπως στη Γη, οι αστροναύτες στον Άρη θα πρέπει να εκτίθενται σε κοσμική ακτινοβολία. Αλλά ο δρ. Clarke δεν πιστεύει ότι η ακτινοβολία θα αποτελεί τόσο μεγάλο θέμα, όσο μερικοί πιστεύουν. «Οι άνθρωποι σε χαμηλή γήινη τροχιά παίρνουν ανάλογη ηλιακή ακτινοβολία και περίπου 60 τοις εκατό της έκθεσης των κοσμικών ακτίνων που θα υποστούν στο διαπλανητικό διάστημα» λέει.
 
«Έτσι, αν κάποιος έχει δαπανήσει περισσότερες από 240 ημέρες στο διαστημικό σταθμό, θα έχει πάρει ήδη τόση ακτινοβολία, όση θα έπαιρνε σε ένα θωρακισμένο διαστημόπλοιο σε ένα ταξίδι μετ ‘επιστροφής στον Άρη. Ο συνδυασμός της λεπτής ατμόσφαιρας του Άρη και του διαστημικού σκάφους ή του οικοτόπου θα παρέχει επαρκή προστασία από την ακτινοβολία για 18 μήνες στην επιφάνεια του Άρη».
 
Πώς να προμηθεύονται καύσιμα, νερό, οξυγόνο και τροφή
Μια άλλη πρόκληση είναι πώς να ζουν έξω από τη Γη για ένα και ενάμιση χρόνο. Υπάρχουν μια σειρά από επιλογές για την παραγωγή καυσίμων στον Άρη. Μια ιδέα περιλαμβάνει τη διάσπαση του νερού που έχει παγώσει κάτω από την επιφάνεια του Άρη, σε υδρογόνο και οξυγόνο, τόσο για τη χρήση του ως καύσιμο όσο και για τις ανάγκες τους πληρώματος. «Μπορεί επίσης να εξαγάγουν το νερό από την ατμόσφαιρα του Άρη, ή να φέρουν το υδρογόνο από τη Γη για να γίνει αντίδραση με την ατμόσφαιρα διοξειδίου του άνθρακα στον Άρη, ώστε να δημιουργήσει μεθάνιο και οξυγόνο», λέει ο δρ. Clarke.
 
Όμως, η καλλιέργεια τροφίμων θα είναι πιο δύσκολη, υποστηρίζει. Η NASA έχει πειραματιστεί πρόσφατα με την καλλιέργεια μαρουλιού στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό. «Η καλλιέργεια του φαγητού τους ήταν μια μεγάλη επιτυχία για το πλήρωμα, τόσο στην Ανταρκτική όσο και σε διαστημικούς σταθμούς», λέει. Ο δρ. Clarke πιστεύει πως οι καλλιέργειες θα είναι ένα από τα πρώτα ερευνητικά έργα που θα αναλάβουν οι πρώτοι άνθρωποι στον Άρη, αλλά αμφιβάλει για το πόσο αποτελεσματικές θα είναι. Σε αντίθεση με τη μεταφορά των καυσίμων που ζυγίζει πολύ, η μεταφορά των τροφίμων από τη Γη είναι πιο εύκολη.
 
Η επιστροφή στη Γη
Μετά από ενάμισι χρόνο διαμονής στον Κόκκινο Πλανήτη, ήρθε η ώρα να ξεκινήσει το ταξίδι της επιστροφής διάρκειας έξι μηνών. Η εκκίνηση από τον Άρη θα είναι ευκολότερη από την απογείωση από τη Γη, αλλά πιο δύσκολη από την αποχώρηση από τη Σελήνη, λόγω της υψηλότερης βαρύτητας στον Κόκκινο Πλανήτη. «Είναι απλά ζήτημα δημιουργίας ενός συμπαγούς διαστημικού σκάφους που μπορεί να σας μεταφέρει στην τροχιά του Άρη, όπου μπορείτε να σταθεροποιήσετε ένα διαστημόπλοιο για την επιστροφή σας στη Γη» λέει ο δρ Clarke. «Χρειάζεται λιγότερη ενέργεια κι έτσι είναι πιο εύκολο το να γυρνάς σπίτι από το να πας στον Άρη. Αλλά δεν το έχουν κάνει ακόμα».
 
Τελικά, όμως, ο δρ Clarke λέει ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για μια αποστολή στον Άρη θα είναι η κοινωνικο-πολιτική απόφαση. «Θα αφοσιωθούμε σε αυτό και θα δεσμευτούμε να είναι ένα βιώσιμο σχέδιο και όχι μόνο σημαίες και ίχνη, όπως στη Σελήνη;» αναρωτιέται.

Αριστοφάνης

Ο Αριστοφάνης θεωρείται ο μεγαλύτερος απ’ τους κωμικούς ποιητές της αρχαιότητας που άφησε εποχή στην εξέλιξη της αρχαίας κωμωδίας, στην οποίαν αναδείχτηκε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος και διαμορφωτής. Για τη ζωή του ξέρουμε πολύ λίγα, ίσως γιατί παρόλο που κυριάρχησε για 40 χρόνια στο αττικό θέατρο κι ήταν πολύ δημοφιλής, ζούσε μια μοναχική ζωή γεμάτη από πνευματικές ασχολίες. Το σίγουρο πάντως είναι πως ήταν Αθηναίος, απ’ τον δήμο των Κυδαθηναίων κι απ’ την Παντιονίδα φυλή. Ονομαζόταν ακόμα κι Αιγινίτης, γιατί έμενε σχεδόν συνέχεια στ’ αγρόκτημά του στην Αίγινα. Γεννήθηκε ανάμεσα στο 455 και 450 π.Χ. και πέθανε ίσως το 385 π.Χ. Είχε εξαιρετική μόρφωση και παρακολουθούσε με πολύ ενδιαφέρον την πολιτική και κοινωνική ζωή της Αθήνας σατιρίζοντας στις κωμωδίες του που τις παρουσίαζε στη σκηνή με ψευδώνυμο, τα τρωτά προσώπων και γεγονότων μ’ απαράμιλλο τρόπο. Παντρεύτηκε νέος κι έκανε τρία παιδιά (Φίλιππο, Νικόστρατο, Αραρότα). Απ’ αυτούς ο τελευταίος συνέχισε το έργο του πατέρα του. Έγραψε 44 κωμωδίες απ’ τις οποίες ολόκληρες σωθήκαν 11 που είναι σε χρονολογική σειρά: Αχαρνής, Ιππής, Νεφέλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Λυσιστράτη, Θεσμοφοριάζουσαι, Πλούτος, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσαι. Στα έργα του που ήσαν γεμάτα από αισχρολογίες οι οποίες δεν θεωρούνταν τότε απρεπείς, περιέλαβε τα ζωντανότερα και πιο καθημερινά γλωσσικά στοιχεία δίνοντας έτσι στην αττική διάλεκτο ύψος, λεπτότητα κι ευλυγισία.

Αχαρνής (425 π.Χ.)
Το πιο παλιό απ’ τα σωσμένα έργα του Αριστοφάνη είναι οι Αχαρνής. Παίχτηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα 6 χρόνια απ’ την αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η νοσταλγία που αισθάνεται για την ειρήνη ο κλεισμένος μέσα στα τείχη της Αθήνας λαός πρόσφερε στον Αριστοφάνη για πρώτη φορά εδώ, την ευκαιρία να εκφραστεί γι’ αυτό το θέμα. Ο Χωρικός Δικαιόπολις, ένας δίκαιος πολίτης, εκπροσωπεί την κούραση των Αθηναίων απ’ τον πόλεμο. Μέσα στην απελπισία του κλείνει ιδιωτική ειρήνη με τους Πελοποννησίους κι έτσι μετά απ’ αυτό μπορεί ν’ ανοίξει μιαν υπαίθρια αγορά και να κοροϊδεύει όλους αυτούς που κάνουν πόλεμο. Τους αρχικά πολεμοχαρείς καρβουνιάρηδες απ’ το χωριό Αχαρνές κατάφερε (εδώ έχουμε παρωδία του Ευριπίδη) να τους μεταπείσει με πολύ κόπο υπέρ της ειρήνης, ενώ στην παράβαση τα βάζει με τον πολιτικό Κλέωνα (το μέρος αυτό των κωμωδιών ο Αριστοφάνης το χρησιμοποιεί συχνά, για να παρουσιάσει τις δικές του προσωπικές θέσεις κι επιθυμίες). Το έργο κλείνει με μια θορυβώδικη (γεμάτη από αυταπάτες) γιορτή ειρήνης.

Ιππής (424 π.Χ.)
Οι Ιππής ήταν το πρώτο έργο που ανέβασε με το δικό του όνομα στη σκηνή. Με το έργο αυτό ο Αριστοφάνης έδωσε το μεγάλο χτύπημα στον Κλέωνα τον οποίον ενσαρκώνει ένας βάρβαρος δούλος που με τις δωροδοκίες του και με την έλλειψη του στοιχειώδους σεβασμού έχει κερδίσει μια φριχτή επιρροή πάνω στον γερομαραζωμένο αφέντη του που έχει τ’ όνομα Δήμος και τυραννάει έτσι τους άλλους δούλους. Για σωτηρία επιστρατεύεται ένας αλλαντοπώλης που επισκιάζει σε αχρειότητα τον επικεφαλής των δούλων. Αυτός λοιπόν πραγματοποιεί το θαύμα, να διώξει απ’ τη μέση τον μισητό. Στο τέλος με μια θαυματουργή θεραπεία ο αφέντης Δήμος ξαναγίνεται νέος και παρουσιάζεται με την παλιά του δύναμη και φρεσκάδα για να γίνουν από δω και πέρα πια όλα καλύτερα. Η επιτυχία αυτού του έργου δεν εμπόδισε την επανεκλογή του Κλέωνα στο αξίωμα του στρατηγού. Όμως ο Αριστοφάνης εξακολούθησε να τον καταδιώκει. Το δράμα πήρε τ’ όνομά του απ’ τους ιππείς που ήταν μια τάξη που είχε εχθρικές διαθέσεις για τον δημαγωγό.

Νεφέλαι (423 π.Χ.)
Το κείμενο των Νεφελών που έχουμε είναι μια διασκευασμένη, απ’ τον ίδιο τον Αριστοφάνη, μορφή του έργου που παίχτηκε τότε. Με το δράμα αυτό ο ποιητής ασχολήθηκε με την παιδεία κι έκανε στο πρόσωπο του Σωκράτη επίθεση εναντίον της σοφιστικής κίνησης στο σύνολό της. Ο Χορός των νεφελών εκπροσωπεί τους προστάτες θεούς ενός νεφελώδους κόσμου του πνεύματος και της σκέψης μέσα στον οποίο κινείται ο Σωκράτης με τους νεαρούς μαθητές του. Ένας γέρος χωρικός θέλει να μπει σ’ αυτόν τον κόσμο, για να μάθει την τέχνη να διαστρέφει το δίκαιο. Επειδή όμως ο ίδιος αποτυχαίνει στην προσπάθειά του, πρέπει να είναι στη διδασκαλία κι ο γιος του ο Φειδιππίδης. Για χάρη του οργανώνεται ένας μεγάλος επιδεικτικός διάλογος. Στο μεταξύ ο νεαρός μαθαίνει τόσο γρήγορα, ώστε αμέσως δοκιμάζει τις νεοαποκτημένες του γνώσεις πάνω στον ίδιο τον πατέρα του, οπότε ο οργισμένος πατέρας ορμάει στο σχολιό του Σωκράτη και του βάζει φωτιά. Ο Αριστοφάνης παρουσίασε τον Σωκράτη του με κάποια απόλυτα γνήσια χαρακτηριστικά του, έστρεψε όμως χωρίς κανέναν δισταγμό εναντίον του την επίθεση που προόριζε για το φιλοσοφικό κίνημα, προφανώς επειδή η πλειονότητα των Αθηναίων πολιτών θεωρούσε στην πραγματικότητα τον Σωκράτη αρχισοφιστή. Η Απολογία του Πλάτωνα δείχνει την αποφασιστική επίδραση που άσκησε το έργο του Αριστοφάνη στη διαμόρφωση της εικόνας που είχαν μέσα τους οι σύγχρονοι Αθηναίοι για τον Σωκράτη. Το γεγονός όμως πως πέρασε πάνω απ’ τη σκηνή σαν παρωδία και χωρατό του τύπου της κωμωδίας έγινε 25 χρόνια αργότερα, μέσα σ’ εντελώς διαφορετικές πολιτικές συνθήκες εξοντωτικές για τον Σωκράτη.

Σφήκες (422 π.Χ.)
Το έργο είναι μια διακωμώδηση των οχλοκρατικών αθηναϊκών δικαστηρίων και των δικαστών τους που δικάζαν σύμφωνα με τα συμφέροντα και τα πάθη τους, καθώς επίσης και της ξιπασιάς και του φανατισμού των ενόρκων. Οι σφήκες με το μακρύ τους κεντρί ενσαρκώνουν το σώμα των δικαστών. Η κωμωδία αυτή, γραμμένη κάτω απ’ την επήρεια σοβαρών πολιτικών γεγονότων εκφράζει συγχρόνως κι ένα προσωπικό καημό του ποιητή για την αποτυχία του με τις Νεφέλες ένα χρόνο πριν στο θέατρο του Διονύσου (423 π.Χ.). Αυτή τη φορά η συμπάθεια του Αριστοφάνη είναι με το μέρος του γιου που θέλει ν’ απομακρύνει τον πατέρα του απ’ τη δικομανία. Η προσπάθειά του όμως δεν πετυχαίνει, γιατί ο πατέρας, αντί για χρηστός πολίτης μεταβάλλεται απροσδόκητα σ’ έναν ζωηρό και κεφάτο καλοζωιστή γλεντζέ που οργανώνει μια θορυβώδικη γιορτή που μ’ αυτήν τελειώνει το έργο.
Η κωμωδία αύτή έγινε το πρότυπο του Ρακίνα στους Plaideurs (δικορράφους).

Ειρήνη (421 π.Χ.)
Η Ειρήνη που δείχνει το θέμα της ο ίδιος ο τίτλος, θα λέγαμε ότι έχει τον ίδιο σκοπό όπως οι Αχαρνής. Σ’ αυτή διακωμωδεί την πολυπραγμοσύνη και τη φιλοπόλεμη τάση των Ελλήνων υποστηρίζοντας την ειρήνη που διαπραγματεύονταν οι Αθηναίοι κι οι Λακεδαιμόνιοι μετά τον θάνατο του Κλέωνα και του Βρασίδα και που μετά από λίγο συνομολογήθηκε με το Νικία. Πρόκειται για την απελευθέρωση της θεάς Ειρήνης που τη φυλάκισε ο Πόλεμος. Την απελευθέρωση αυτή την πετυχαίνει ο χωρικός Τρυγαίος που ανεβαίνει στον ουρανό καβάλα σ’ έναν πελώριο σκάνθαρο (παρωδία του μύθου Βελλεροφόντη-Πήγασου). Στο τέλος μπορεί να γιορταστεί με αγροτική ειρήνη, μια χαρούμενη γιορτή όπου περιπαίζονται οι οπαδοί του πολέμου. Υπάρχει η άποψη ότι ήταν μια παράσταση που γινόταν σε δυο επίπεδα, μπροστά και πάνω στο κτίριο της σκηνής.

Όρνιθες (414 π.Χ.)
Στους Όρνιθες (πουλιά) πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν το φανταστικό κι η ουτοπική επιθυμία. Θέμα του είναι η φυγή του βασανισμένου κι ειρηνόφιλου ανθρώπου για μια χώρα που επικρατεί μια παραμυθένια ειρήνη. Δυο καλοί πολίτες φεύγουν απ’ τον τόπο τους και φτιάχνουν ανάμεσα στον ουρανό και τη γη τη Νεφελοκοκκυγία (κατοικία κούκων στα σύννεφα), όπου βασιλεύουν τα πουλιά. Το κακό είναι ότι σε λίγο βρίσκονται εκεί κι άλλοι άνθρωποι, οι φαύλοι της Αθήνας που θέλουν να πάρουν μέρος στην ίδρυση της νέας πόλης. Έτσι ο Αριστοφάνης έχει την ευκαιρία να φέρει πάνω στη σκηνή μιαν ολόκληρη σειρά από εκπληκτικούς τύπους που ο καλύτερος εκπρόσωπός τους είναι ένας ποιητής που θα ήθελε να μεταμορφωθεί σε αηδόνι. Σε λίγο αναγγέλλεται και μια πρεσβεία των θεών. Το έργο τελειώνει με τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στους θεούς και τα πουλιά και μ’ έναν γάμο που κυρίως στους Χορούς των πουλιών έχει μεγάλη ποιητική ομορφιά και δείχνει τις ικανότητες του ποιητή στη μουσική και τη μετρική. Με την κωμωδία αυτή ο Αριστοφάνης διακωμωδεί τους συκοφάντες και τους δημοκόλακες ακόμα και τις θεωρίες για νέα πολιτεύματα

Θεσμοφοριάζουσαι (411 π.Χ.)
Το 411 π.Χ. παρουσίασε δυο κωμωδίες με συγγενικό θέμα τις Θεσμοφοριάζουσες και τη Λυσιστράτη. Στις δυο αυτές κωμωδίες ο Αριστοφάνης παρουσιάζει όλη τη δύναμη της γυναίκας που σαν σύντροφος, σαν μάνα και σαν ερωμένη μπορεί να επιβάλει την ειρήνη ανυψώνοντας τον πολιτισμό της χώρας.
Οι Θεσμοφοριάζουσες, δηλαδή αυτές οι γυναίκες που γιορτάζουν, χωρίς τη συμμετοχή αντρών, τα Θεσμοφόρια, γιορτή της Δήμητρας συμβουλεύουν κοινή δράση εναντίον του Ευριπίδη για την καταστροφή του, επειδή τις έχει προσβάλει στα έργα του παρουσιάζοντας τις γυναικείες αδυναμίες τους. Ετοιμάζεται λοιπόν ένα χτύπημα εναντίον του ποιητή. Η απόπειρα προδίδεται, όμως αυτό δεν εμποδίζει να πραγματοποιηθεί μ’ επιτυχία. Στο τέλος μόλις και μετά βίας ο καταδιωκόμενος το σκάζει με πονηριά. Στο έργο αυτό ο Αριστοφάνης δεν διακωμωδεί μόνο τον Ευριπίδη αλλά και τον γυναικοπρεπή Αγάθωνα. Το έργο οφείλει τη γοητεία του στην παρωδία αρκετών τραγωδιών του μεγάλου τραγικού, κάτι που δείχνει πόσο μεγάλη οικειότητα πρέπει να είχαν, όχι μόνο ο Αριστοφάνης αλλά και το κοινό του με τα έργα του ποιητή.

Λυσιστράτη (411 π.Χ.)
Η Λυσιστράτη επίσης του 411 π.Χ. παρουσιάζει κι αυτή μια συνομωσία γυναικών που αυτή τη φορά αυτή η συνωμοσία τους υπηρετεί πολιτικούς σκοπούς και πιο συγκεκριμένα τον τερματισμό του πολέμου και τ’ όραμα μιας πανελλήνιας ειρήνης. Η Λυσιστράτη θέλοντας να συμφιλιώσει τους Έλληνες που αλληλοσκοτώνονται προσκάλεσε γυναίκες απ’ την Πελοπόννησο κι απ’ τη Βοιωτία, γιατί κατά τη γνώμη της η σωτηρία της Ελλάδας βρισκόταν στα χέρια των γυναικών, αφού οι άντρες σταθήκαν ανίκανοι να σταματήσουν τον πόλεμο και τις προτρέπει να διακόψουν κάθε σεξουαλική επαφή με τους άντρες τους για όσο διάστημα χρειαστεί μέχρι που να υποταχτούν κι αυτοί στο σχέδιό τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι για πρώτη φορά ο Χορός παραμένει σ’ όλη τη διάρκεια του έργου χωρισμένος σε δυο ομάδες, Το γεγονός πως λείπει απ’ την Παράβαση το αναπαιστικό μέρος, πως ο ποιητής αποτείνεται ο ίδιος προς το κοινό, πως η δράση κι η πλοκή συνεχίζονται μετά την Παράβαση μέχρι την τελευταία σκηνή, κάνει πολλούς να πιστεύουν πως το τέλος της κωμωδίας δεν είναι ολόκληρο, αφού, άλλωστε, η έξοδος του Χορού θα έπρεπε να γίνεται με ύμνους, θριαμβευτικές κραυγές και χορούς που στο κείμενο που υπάρχει έχουν προαναγγελθεί αλλά δεν γίνονται. Στην πραγματικότητα με το έργο του αυτό ο Αριστοφάνης απηύθυνε σοβαρές προειδοποιήσεις και συμβουλές στους Έλληνες που είχαν φτάσει σε τέτοια έχθρα μεταξύ τους.

Βάτραχοι (406 π.Χ.)
Στους Βατράχους του ο Αριστοφάνης πιάνει το παλιό θέμα της κατάβασης στον Άδη. Εδώ ο Διόνυσος, ο θεός του θεάτρου θέλει να κατέβει στον Κάτω Κόσμο, για να φέρει από κει έναν ποιητή στην ορφανεμένη πια, όπως ο ίδιος πίστευε, αθηναϊκή ορχήστρα. Οργανώνεται λοιπόν ένας ποιητικός διαγωνισμός στον Άδη υπό την προεδρία του Διονύσου κι όπου τα Πρωτεία διεκδικούν ο Αισχύλος κι ο Ευριπίδης. Ο κωμικός κρίνοντας τους δυο τραγικούς με πολλή λεπτότητα και χάρη προτιμάει μεν τον Αισχύλο αλλά πολεμώντας το νεωτεριστικό πνεύμα του Ευριπίδη δείχνει τέτοιο πάθος για τον τραγικό που και πεθαμένον ακόμα τον διακωμωδεί καθώς και τον Σωκράτη. Στο έργο αυτό ο ποιητής περιγράφει το ταξίδι στον Άδη όπου ο Χορός των Βατράχων κοάζει στη λίμνη του Κάτω Κόσμου, ενώ το δεύτερο μέρος του έργου περιλαμβάνει έναν μεγάλον αγώνα λόγων ανάμεσα στον Αισχύλο και τον Ευριπίδη. Στο τέλος ο Διόνυσος, ο δικαστής που εκπροσωπεί το κοινό, αποφασίζει να φέρει μαζί του στον Επάνω Κόσμο τον Αισχύλο, τον ποιητή που χρειάζεται η Αθήνα για να μπορέσει να ξεπεράσει τα μεγάλα προβλήματα, αφού οι ποιητές μετριούνται με το μέτρο και την αξία τους στο θέμα της γενικότερης αγωγής, στο θέμα της ωφέλειας που προσφέρουν στην κοινότητα. Ο αγώνας λόγων, με τις πλούσιες σε αντιθέσεις παρωδίες που δείχνουν τον πλούτο των γνώσεων του ποιητή, προβάλλει τα ιδιαίτερα κάθε φορά χαρακτηριστικά των μεγάλων τραγικών.

Εκκλησιάζουσαι (393-392 π.Χ.)
Σ’ αυτή τη συνέλευση των γυναικών γίνεται πάλι μια συνωμοσία που θέλουν να δώσουν ένα τέλος στην αντρική διοίκηση και να πάρουν οι ίδιες την εξουσία. Ό,τι έγινε στη Λυσιστράτη με αφορμή τη δυσάρεστη κατάσταση που δημιούργησε ο πόλεμος, επαναλαμβάνεται εδώ με στόχο τη συνολική ανατροπή μ’ ένα κοινωνικό πρόγραμμα διακυβέρνησης που περιέχει μια κοινοκτημοσύνη αγαθών. Επειδή όμως στο σχέδιο εμπεριέχεται και μια κοινοκτημοσύνη γυναικών, το σχέδιο πάει στραβά. Στο τελευταίο τμήμα το σχέδιο οδηγείται ad absurdum (βιασμένα). Η καταπληκτική ομοιότητα της κεντρικής ιδέας του έργου με την Πολιτεία του Πλάτωνα που γράφτηκε 20 χρόνια μετά, αποτελεί ένα πολυσυζητημένο πρόβλημα. Στις Εκκλησιάζουσες ο ποιητής διακωμωδεί τις ιδέες για τη χειραφέτηση των γυναικών και για την κοινοκτημοσύνη. Αυτές τις ιδέες που μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο η φτώχια καλλιεργούσε στις εξημμένες κεφαλές. Γι’ αυτό βάζει τις γυναίκες να συνέρχονται στην Εκκλησία του Δήμου και να ψηφίζουν κοινοκτημοσύνη και στο εξής να διευθύνουν αυτές τα κοινά αντί οι άντρες που η ανοησία τους πολλά κακά προκάλεσε. Η αρχή του πρώτου μονολόγου της Πραξαγόρας είναι παρωδία της τεχνοτροπίας και του στομφώδους ύφους του Ευριπίδη.

Πλούτος (388 π.Χ.)
Το τελευταίο απ’ τα έργα που μας έχουν σωθεί, ο Πλούτος αποτελεί ένα πέρασμα προς τη Μέση Αττική Κωμωδία. Ο Πλούτος είναι τυφλός κι ο πλούτος είναι μοιρασμένος στον κόσμο λάθος. Όταν ο Πλούτος ξαναβρίσκει από θαύμα το φως του, τα γενικά σχέδια δεν πραγματοποιούνται, γιατί η φτώχεια είναι μια ευεργετική κινητήρια δύναμη του ανθρώπου κι οι κοινωνικές αυταπάτες διαλύονται. Στον Πλούτο ο ποιητής γελοιοποιεί την κακή διανομή του Πλούτου που τυφλός όπως είναι έρχεται στους κακούς. Αλλά ο Χρεμύλος, όπως είναι έντιμος πολίτης αφού συνάντησε τον τυφλό θεό και γιάτρεψε τα μάτια του τους μεν καλούς πλούτισε τους δε κακούς έβαλε σ’ ένδεια. Σ’ αυτή την κωμωδία ο ποιητής αντί να διασύρει ορισμένα πρόσωπα ή πολιτικούς διακωμωδεί τις ανοησίες των ανθρώπων. Στην κωμωδία λείπει σχεδόν ο Χορός και μόνο κάποιο δείγμα του υπάρχει στην πρόσθετη σκηνή που αλληλοκοροϊδεύονται οι φτωχοί κι ο Καρίων. Έτσι λοιπόν ο Πλούτος αποτελεί τη μετάβαση απ’ την Αρχαία στη Μέση Κωμωδία.

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (236-241)

[236] Ἡδέως δ᾽ ἂν ἔγωγε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἐναντίον ὑμῶν ἀναλογισαίμην πρὸς τὸν γράψαντα τὸ ψήφισμα, διὰ ποίας εὐεργεσίας ἀξιοῖ Δημοσθένην στεφανῶσαι. Εἰ μὲν γὰρ λέξεις, ὅθεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ψηφίσματος ἐποιήσω, ὅτι τὰς τάφρους τὰς περὶ τὰ τείχη καλῶς ἐτάφρευσε, θαυμάζω σου. Τοῦ γὰρ ταῦτ᾽ ἐξεργασθῆναι καλῶς τὸ γεγενῆσθαι τούτων αἴτιον μείζω κατηγορίαν ἔχει· οὐ γὰρ περιχαρακώσαντα χρὴ τὰ τείχη, οὐδὲ ταφὰς δημοσίας ἀνελόντα τὸν ὀρθῶς πεπολιτευμένον δωρεὰς αἰτεῖν, ἀλλ᾽ ἀγαθοῦ τινος αἴτιον γεγενημένον τῇ πόλει.

[237] Εἰ δὲ ἥξεις ἐπὶ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ψηφίσματος, ἐν ᾧ τετόλμηκας γράφειν ὡς ἔστιν ἀνὴρ ἀγαθός, καὶ διατελεῖ λέγων καὶ πράττων τὰ ἄριστα τῷ δήμῳ τῷ Ἀθηναίων, ἀφελὼν τὴν ἀλαζονείαν καὶ τὸν κόμπον τοῦ ψηφίσματος ἅψαι τῶν ἔργων, ἐπίδειξον ἡμῖν ὅ τι λέγεις. Τὰς μὲν γὰρ περὶ τοὺς Ἀμφισσέας καὶ τοὺς Εὐβοέας δωροδοκίας παραλείπω· ὅταν δὲ τῆς πρὸς Θηβαίους συμμαχίας τὰς αἰτίας ἀνατιθῇς Δημοσθένει, τοὺς μὲν ἀγνοοῦντας ἐξαπατᾷς, τοὺς δ᾽ εἰδότας καὶ αἰσθανομένους ὑβρίζεις. Ἀφελὼν γὰρ τὸν καιρὸν καὶ τὴν δόξαν τὴν τούτων, δι᾽ ἣν ἐγένετο ἡ συμμαχία, λανθάνειν οἴει τὸ τῆς πόλεως ἀξίωμα Δημοσθένει περιτιθείς.

[238] Ἡλίκον δ᾽ ἐστὶ τὸ ἀλαζόνευμα τοῦτο, ἐγὼ πειράσομαι μεγάλῳ σημείῳ διδάξαι. Ὁ γὰρ τῶν Περσῶν βασιλεὺς οὐ πολλῷ χρόνῳ πρὸ τῆς Ἀλεξάνδρου διαβάσεως εἰς τὴν Ἀσίαν κατέπεμψε τῷ δήμῳ καὶ μάλα ὑβριστικὴν καὶ βάρβαρον ἐπιστολὴν ἐν ᾖ τά τε δὴ ἄλλα καὶ μάλ᾽ ἀπαιδεύτως διελέχθη, καὶ ἐπὶ τελευτῆς ἐνέγραψεν ἐν τῇ ἐπιστολῇ, «ἐγώ» φησιν «ὑμῖν χρυσίον οὐ δώσω· μή με αἰτεῖτε· οὐ γὰρ λήψεσθε.»

[239] Οὗτος μέντοι ὁ αὐτὸς ἐγκαταληφθεὶς ὑπὸ τῶν νυνὶ παρόντων αὐτῷ κινδύνων, οὐκ αἰτούντων Ἀθηναίων, αὐτὸς ἑκὼν κατέπεμψε τριακόσια τάλαντα τῷ δήμῳ, ἃ σωφρονῶν οὐκ ἐδέξατο. Ὁ δὲ κομίζων ἦν τὸ χρυσίον καιρὸς καὶ φόβος καὶ χρεία συμμάχων. Τὸ δὲ αὐτὸ τοῦτο καὶ τὴν Θηβαίων συμμαχίαν ἐξειργάσατο. Σὺ δὲ τὸ μὲν τῶν Θηβαίων ὄνομα καὶ τὸ τῆς δυστυχεστάτης συμμαχίας ἐνοχλεῖς ἀεὶ λέγων, τὰ δ᾽ ἑβδομήκοντα τάλαντα ὑποσιωπᾷς, ἃ προλαβὼν τοῦ βασιλικοῦ χρυσίου ἀπεστέρηκας.

[240] Οὐ δι᾽ ἔνδειαν χρημάτων ἕνεκα μὲν πέντε ταλάντων οἱ ξένοι Θηβαίοις τὴν ἄκραν οὐ παρέδοσαν; διὰ ἐννέα δὲ τάλαντα ἀργυρίου πάντων Ἀρκάδων ἐξεληλυθότων καὶ τῶν ἡγεμόνων ἑτοίμων ὄντων βοηθεῖν, ἡ πρᾶξις οὐ γεγένηται; σὺ δὲ πλουτεῖς καὶ ταῖς ἡδοναῖς ταῖς σαυτοῦ χορηγεῖς. Καὶ τὸ κεφάλαιον, τὸ μὲν βασιλικὸν χρυσίον παρὰ τούτῳ, οἱ δὲ κίνδυνοι παρ᾽ ὑμῖν.
 
[241] Ἄξιον δ᾽ ἐστὶ καὶ τὴν ἀπαιδευσίαν αὐτῶν θεωρῆσαι. Εἰ γὰρ τολμήσει Κτησιφῶν μὲν Δημοσθένην παρακαλεῖν λέξοντα εἰς ὑμᾶς, οὗτος δ᾽ ἀναβὰς ἑαυτὸν ἐγκωμιάσει, βαρύτερον τῶν ἔργων ὧν πεπόνθαμεν τὸ ἀκρόαμα γίγνεται. Ὅπου γὰρ τοὺς μὲν ὄντως ἄνδρας ἀγαθοὺς οἷς πολλὰ καὶ καλὰ σύνισμεν ἔργα, τοὺς καθ᾽ ἑαυτῶν ἐπαίνους ἐὰν λέγωσιν, οὐ φέρομεν· ὅταν δὲ ἄνθρωπος αἰσχύνη τῆς πόλεως γεγονὼς ἑαυτὸν ἐγκωμιάζῃ, τίς ἂν τὰ τοιαῦτα καρτερήσειεν ἀκούων;

***
[236] Ευχαρίστως θα αναλογιζόμουν, Αθηναίοι, ενώπιόν σας, μαζί με τον εισηγητή του ψηφίσματος, για ποιές ευεργεσίες θεωρεί τον Δημοσθένη άξιο για στεφάνι. Αν επικαλεστείς, Κτησιφώντα, αυτό που πρότεινες στην αρχή του ψηφίσματός σου, ότι καθάρισε τις τάφρους γύρω από τα τείχη, εκπλήσσομαι με σένα. Γιατί το ότι έχει γίνει αίτιος να φτιαχτούν αυτά εμπεριέχει μεγαλύτερη μομφή παρά έπαινο για την καλή δουλειά που τελείωσε. Γιατί ο σωστός πολιτικός δεν πρέπει να ζητά ανταμοιβή για τη διάνοιξη τάφρων γύρω από τα τείχη, πολύ περισσότερο για την καταστροφή δημόσιων τάφων, αλλά για την προσφορά κάποιας καλής υπηρεσίας προς την πόλη.

[237] Αν προχωρήσεις στο δεύτερο μέρος του ψηφίσματός σου, στο οποίο έχεις το θράσος και γράφεις ότι ο Δημοσθένης είναι έντιμος πολίτης και συνεχώς επιδιώκει με λόγια και με έργα το καλύτερο για τον αθηναϊκό λαό, αφαίρεσε τον στόμφο και την κομπορρημοσύνη από το ψήφισμα, πιάσε τα έργα και δείξε μας τι εννοείς. Την περίπτωση του χρηματισμού σχετικά με τους Αμφισσείς και τους Ευβοείς τους παραλείπω· όταν όμως αποδίδεις στις ενέργειες του Δημοσθένη τη συμμαχία της πόλης με τη Θήβα, εξαπατάς τους ανίδεους και προσβάλλεις τους γνώστες και όσους έχουν αντίληψη των πραγμάτων. Γιατί, με το να μην αναφέρεις την κρισιμότητα της κατάστασης και τη γνώμη των πολιτών, που συνετέλεσε στη σύναψη της συμμαχίας, νομίζεις πως δεν θα αντιληφθούμε ότι περιβάλλεις τον Δημοσθένη με το κύρος που ανήκει στην πόλη.

[238] Πόσο μεγάλη είναι η απάτη αυτή εγώ θα προσπαθήσω να αποδείξω με ατράνταχτο επιχείρημα. Λίγο καιρό πριν περάσει ο Αλέξανδρος στην Ασία, ο βασιλιάς των Περσών έστειλε στην πόλη πολύ προσβλητική και βάρβαρη επιστολή, στην οποία, ανάμεσα στα άλλα που έλεγε με πολύ άξεστο τρόπο κατέληγε: «δεν πρόκειται να σας δώσω χρήματα· μη μου ζητάτε· δεν θα τα πάρετε».

[239] Ωστόσο, ο ίδιος αυτός άνθρωπος, εγκλωβισμένος στους σημερινούς κινδύνους που τώρα τον απειλούν, έστειλε με δική του πρωτοβουλία και όχι με αίτηση των Αθηναίων τριακόσια τάλαντα στην πόλη, που συνετά σκέφθηκε και δεν τα αποδέχτηκε. Οι λόγοι που έφεραν τα χρήματα εδώ ήταν η κρισιμότητα, ο φόβος και η ανάγκη για συμμάχους. Οι ίδιοι λόγοι ακριβώς ήταν εκείνοι που συνετέλεσαν στη σύναψη συμμαχίας με τη Θήβα. Συ όμως μας έχεις ζαλίσει, κάνοντας συνεχώς λόγο για τους Θηβαίους και την ατυχέστατη συμμαχία, ενώ αποσιωπάς τα εβδομήντα τάλαντα που πρόλαβες και άρπαξες από τα χρήματα του βασιλιά.

[240] Δεν ήταν η έλλειψη χρημάτων, συγκεκριμένα πέντε ταλάντων, που οι μισθοφόροι αρνήθηκαν να παραδώσουν στους Θηβαίους την ακρόπολη; Μήπως για εννιά τάλαντα δεν ματαιώθηκε η επιχείρηση, όταν όλοι οι Αρκάδες είχαν κινητοποιηθεί και οι αρχηγοί τους ήταν έτοιμοι να βοηθήσουν; Εσύ όμως, Δημοσθένη, είσαι πλούσιος και ξοδεύεις για τις απολαύσεις σου. Με δυο λόγια, το χρυσάφι του βασιλιά προοριζόταν για τον Δημοσθένη, οι κίνδυνοι για σας.

[241] Αξίζει όμως να παρατηρήσουμε την ξιπασιά τους. Εάν δηλαδή τολμήσει ο Κτησιφών να καλέσει τον Δημοσθένη να μιλήσει σε σας, και αυτός ανεβεί στο βήμα και αρχίσει να εγκωμιάζει τον εαυτό του, αυτά που θα ακούσουμε θα είναι πιο ενοχλητικά από τα όσα έχουμε πάθει από αυτόν. Γιατί τη στιγμή που δεν ανεχόμαστε να επαινούν τον εαυτό τους οι όντως έντιμοι άνδρες για τους οποίους είμαστε σίγουροι ότι έχουν κάνει πολλά και ωραία κατορθώματα, ποιος θα ανεχόταν να ακούει τέτοιους επαίνους, όταν εγκωμιάζει τον εαυτό του ένας άνθρωπος που υπήρξε ντροπή της πόλης;

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Ἡ ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι ἕ­νας ἰ­δι­αί­τε­ρος τρό­πος ἀν­τί­λη­ψης το­ῦ κό­σμου· ἄλ­λοι τρό­ποι εἶ­ναι, γιά πα­ρά­δειγ­μα, ἡ θρη­σκεί­α ἤ ἡ τέ­χνη. Ὡς ἐκ τού­του, ἡ ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι μιά μο­νο­με­ρής ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου. Ἀ­πο­κλεί­ει συ­νει­δη­τά τίς ἄλ­λες ἑρ­μη­νεῖ­ες κι αὐ­τό κα­θι­στᾶ τή μο­νο­μέ­ρειά της ἀ­κό­μα πιό τρο­μα­κτι­κή. Κα­τά συ­νέ­πεια καί ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα εἶ­ναι μιά μο­νο­με­ρής γλώσ­σα πού ἀ­γνο­εῖ ἤ ἐ­κτο­πί­ζει συγ­κε­κρι­μέ­νες γλωσ­σι­κές δο­μές ἐ­νῶ ἄλ­λες τίς εὐ­νο­εῖ.

Ἡ εὐ­ρω­πα­ϊ­κή ἐ­πι­στή­μη ἀ­νά­γε­ται στούς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες. Καί στήν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή γλώσ­σα μπο­ροῦ­με νά δοῦ­με τί συμ­βαί­νει στή γλώσ­σα, ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει νά δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ὁ «ἐ­πι­στη­μο­νι­κός» λό­γος. Ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος εἶ­ναι αὐ­τό­χθων μό­νο στήν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα - ὅ­που ἀλ­λοῦ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἀρ­γό­τε­ρα, δα­νεί­ζε­ται ὅ­ρους ἀ­πό τά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά, τούς με­τα­φρά­ζει καί δι­ευ­ρύ­νει τή ση­μα­σί­α τους.
 
Ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιά ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα, ἐν­νο­οῦ­με κα­τ’ ἀρ­χάς τήν ὁ­ρο­λο­γί­α. Οἱ νέ­ες εἰ­δι­κό­τη­τες πού συ­νε­χῶς ἐμ­φα­νί­ζον­ται χρη­σι­μο­ποι­οῦν νέ­ες λέ­ξεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες κα­τά με­γά­λο μέ­ρος σχη­μα­τί­ζον­ται ἀ­πό τά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά - ἤ ἀ­πό τά λα­τι­νι­κά, πού καί αὐ­τά ὀ­φεί­λουν πολ­λά στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά. Αὐ­τές οἱ λέ­ξεις δη­μι­ουρ­γοῦν­ται συ­νει­δη­τά, μί­α - μί­α, ἀ­πό με­μο­νω­μέ­νους ἐ­ρευ­νη­τές καί τό πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι ἡ πλη­θώ­ρα αὐ­τή τῶν ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν ὅ­ρων δέν ἀ­νή­κει σέ κα­μί­α ζων­τα­νή γλώσ­σα. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὅ­μως, εἰσ­δύ­ουν σέ κά­θε γλώσ­σα, ἐ­φό­σον στή γλώσ­σα αὐ­τή σκε­φτό­μα­στε καί μι­λᾶ­με (ἤ γρά­φου­με) μέ τούς ὅ­ρους τῆς ἐ­πι­στή­μης. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές συγ­κρό­τη­σαν ἕ­να δι­ε­θνές γλωσ­σι­κό ἰ­δί­ω­μα, τό ὁ­ποῖ­ο αὐ­τό κα­θαυ­τό κα­νείς δέν τό κα­τα­λα­βαί­νει, οὔ­τε οἵ εἰ­δι­κοί - ἐ­πει­δή ὡς ἐ­πί τό πλεῖ­στον δέν ξέ­ρουν ἀρ­χαῖ­α ἕλ­λη­νι­κα - οὔ­τε οἱ φι­λό­λο­γοι - ἐ­φό­σον δέν γνω­ρί­ζουν τό ἀν­τι­κεί­με­νο στό ὁ­ποῖ­ο οἱ ὄ­ροι αὐ­τοί ἀ­να­φέ­ρον­ται. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στό ἰ­δί­ω­μα αὐ­τό μπο­ρεῖ νά συ­νεν­νο­η­θεῖ κα­νείς ἐ­ξαι­ρε­τι­κά κα­λά ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­θνι­κό­τη­τας.
 
Δέν θά ἀ­σχο­λη­θῶ μέ τό πώς οἱ Προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι, καί μά­λι­στα οἱ Σο­φι­στές, προ­ε­τοί­μα­σαν τό ἔ­δα­φος γιά μιά τέ­τοι­α ὁ­ρο­λο­γί­α ἤ μέ τό πώς ὁ Πλά­τω­νας καί ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης τήν προ­ώ­θη­σαν δυ­να­μι­κά. Θά πῶ ὅ­μως ὅ­τι ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος εἶ­ναι μιά πο­λύ πε­ρι­πε­τει­ώ­δης ἱ­στο­ρί­α πού ξε­κί­να ἀ­πό τούς Ἕλ­λη­νες τῆς ἀρ­χα­ϊ­κῆς πε­ρι­ό­δου.
 
Ὁ ἀρ­χαι­ό­τε­ρος ἑλ­λη­νι­κός φι­λο­σο­φι­κός καί ἐ­πι­στη­μο­νι­κός ὅ­ρος πού γνω­ρί­ζου­με εἶ­ναι τό ἄ­πει­ρον τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου. Βέ­βαι­α ἤ­δη στόν Ὅ­μη­ρο (Ἰ­λιά­δα II, 446) ὁ Πο­σει­δώ­νας ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι δι­α­σκορ­πι­σμέ­νοι ἐ­π’ ἄ­πει­ρον γαῖ­αν καί στήν Ὀ­δύσ­σεια (δ. 510) δι­α­βά­ζου­με ὅ­τι κά­ποι­ος ἐκ­σφεν­δο­νί­στη­κε, κα­τά πόν­τον ἀ­πεί­ρο­να. Κι αὐ­τό φυ­σι­κά ση­μαί­νει ὅ­τι κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά δεῖ ποῦ τε­λει­ώ­νει ἡ στε­ριά ἤ ἡ θά­λασ­σα· ὅ­τι ὅ­σο φτά­νει τό μά­τι, ὑ­πάρ­χει μό­νο στε­ριά ἤ θά­λασ­σα. Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος ὅ­μως εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος φι­λό­σο­φός του ὁ­ποί­ου δι­α­θέ­του­με ἀ­πο­σπά­σμα­τα καί ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λᾶ γιά τό ἄ­πει­ρον καί τό θέ­τει ὡς ἀρ­χή καί βά­ση τοῦ ὄν­τος.
 
Ἐ­δῶ συμ­βαί­νει κά­τι ἐν­τε­λῶς πα­ρά­δο­ξο. Μιά λέ­ξη πού δέν δη­λώ­νει τί­πο­τα θε­τι­κό ἀλ­λά ἁ­πλῶς δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει ἕ­να τέ­λος ἤ κά­ποι­ο ὅ­ριο, χά­νει τήν ἀρ­χι­κή, οὐ­δέ­τε­ρη ση­μα­σί­α της. Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος κα­ταρ­γεῖ ἀ­να­φαν­δόν καί συ­νει­δη­τά τή λέ­ξη ἀ­πό τό λε­ξι­λό­γιο τοῦ ἀν­θρώ­που ὡς ὑ­πο­κεί­με­νου τῆς γνώ­σης. Οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­ών­τας τό ἐ­πί­θε­το, δη­μι­ουρ­γεῖ ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο τό ὁ­ποῖ­ο δέν ἀ­παν­τᾶ στόν ἐμ­πει­ρι­κό κό­σμο. Τό πιό πα­ρά­λο­γο εἶ­ναι ὅ­τι αὐ­τή ἡ τό­σο τε­χνη­τά κα­τα­σκευ­α­σμέ­νη ἔν­νοι­α δέν εἶ­ναι κα­θό­λου ἀ­σα­φής καί ἀ­κα­θό­ρι­στη ἀλ­λά μπο­ρεῖ νά ὁ­ρι­στεῖ μέ ἀ­κρί­βεια καί χω­ρίς ἀν­τι­φά­σεις. Μπο­ρεῖ μά­λι­στα νά ὑ­πο­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πό ἕ­να μα­θη­μα­τι­κό σύμ­βο­λο, τό ὁ­ρι­ζόν­τιο 8 [].
 
Τί συ­νέ­βη; Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τή γλώσ­σα μ’ ἕ­ναν και­νούρ­γιο τρό­πο, στό ἐ­πί­πε­δό της λέ­ξης. Ἡ λέ­ξη ἄ­πει­ρον ὅ­μως ξε­περ­νᾶ ὄν­τως τήν κοι­νή ση­μα­σί­α της και, ἄν τό δοῦ­με αὐ­στη­ρά, δεν θά ἔ­πρε­πε ὁ Ὅ­μη­ρος νά κά­νει λό­γο γιά «ἀ­τέ­λει­ω­τη» θά­λασ­σα ἤ ξη­ρά «δί­χως ὅ­ρια». Ὁ ἴ­διος ὁ Ὅ­μη­ρος ξέ­ρει ὅ­τι πί­σω ἀ­πό τή θά­λασ­σα βρί­σκον­ται ἡ Κρή­τη ἤ ἡ Αἴ­γυ­πτος, ἀ­κό­μα κι ἄν δέν μπο­ρεῖ κα­νείς νά τίς δι­α­κρί­νει. Αὐ­τό πού ὄν­τως «δέν ἔ­χει τέ­λος» (ἄ­πει­ρον) ξε­περ­νᾶ αὐ­τό πού ὁ ἄν­θρω­πος νο­μί­ζει πώς δέν ἔ­χει ὅ­ρια.
 
Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος δη­μι­ούρ­γη­σε - ἔ­τσι πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε - ἀ­πό λέ­ξη τῆς κα­θο­μι­λου­μέ­νης ἤ τῆς ποί­η­σης μιάν ἀ­φη­ρη­μέ­νη ἔν­νοι­α. Τά ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κά τοῦ ἔ­δω­σαν ἕ­να μέ­σο, τή δυ­να­τό­τη­τα, δη­λα­δή, να κα­τα­σκευά­ζει ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά χρη­σι­μο­ποι­ών­τας πρίν ἀ­πό το ἐ­πί­θε­το τό ὁ­ρι­στι­κό ἄρ­θρο, π.χ. τό ἄ­πει­ρον. Μέ τόν ἴ­διο τρό­πο και οἱ με­τα­γε­νέ­στε­ροι φι­λό­σο­φοι ἔ­φτια­ξαν καί ἄλ­λα τέ­τοι­α ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά, τό ἀ­γα­θόν, κ.λπ. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ἀρ­χή μιᾶς μή ἐ­λεγ­χό­με­νης ἐ­ξέ­λι­ξης. Φι­λό­σο­φοι καί ἐ­ρευ­νη­τές, γιά νά κα­λύ­ψουν τίς ἀ­νάγ­κες τους δη­μι­ουρ­γοῦν και­νούρ­για ἀν­τι­κεί­με­να, ἀν­τι­κεί­με­να τῆς σκέ­ψης τους. Ἡ ὁ­ρο­λο­γί­α πού δη­μι­ούρ­γη­σαν εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἡ κο­ρω­νί­δα τοῦ ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ λό­γου.
 
Ἀλ­λά προ­τοῦ ἐ­πι­στρέ­φω στό τί συμ­βαί­νει ἐ­δῶ καί στό πώς ἡ γλώσ­σα μπο­ρεῖ νά τό ἐκ­φρά­σει, θά ἤ­θε­λα νά δεί­ξου­με ἕ­να ἀ­κό­μα πα­ρά­δειγ­μα ὅ­τι ἡ γλώσ­σα τῆς ἐ­πι­στή­μης με­τα­πλά­θει τόν φυ­σι­κό λό­γο καί δέν τοῦ πα­ρέ­χει ἁ­πλῶς νέ­ους ὅ­ρους. Ἄν μπο­ροῦ­σε κα­νείς σή­με­ρα νά ρω­τή­σει ἕ­ναν ἀρ­χαῖ­ο Ἕλ­λη­να βο­σκό «Πό­σων χρό­νων εἶ­σαι;», ὁ βο­σκός μᾶλ­λον θά τόν κοί­τα­ζε ἔκ­πλη­κτος, θά ἔ­βγα­ζε ἀ­πό τό που­κά­μι­σό του τό δερ­μά­τι­νο πουγ­κί του, θά τό ἄ­νοι­γε καί θά τοῦ ἔ­λε­γε: «Νά τά χρή­μα­τά μου. Τά ἔ­χω με­τρή­σει, για­τί μπο­ρεῖ νά μοῦ τά κλέ­ψουν. Τά χρό­νια μου ὅ­μως δέν τά ἔ­χω με­τρή­σει, για­τί κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά μοῦ τά πά­ρει». Γι’ αὐ­τον τόν βο­σκό ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση δέν ἔ­χει νό­η­μα, ἄν δέν σχε­τί­ζε­ται μέ μιά πρα­κτι­κή ἀ­νάγ­κη, νά ἐ­λέγ­ξει ὅ­σα εἶ­χε ἤ­δη μί­α φο­ρά κα­τα­με­τρή­σει. Ἐ­πι­πλέ­ον καί ἐν σχέ­σει πρός τό γε­γο­νός αὐ­τό, ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση συν­δέ­ε­ται μέ ἀν­τι­κεί­με­να πού μπο­ροῦν νά με­τρη­θοῦν. Τό τί ση­μαί­νει αὐ­τό γί­νε­ται σα­φές μό­νον ἀ­πό τά νο­μί­σμα­τα πού με­τρή­θη­καν καί ἀ­πό τήν προ­σω­πι­κή πρά­ξη τῆς κα­τα­μέ­τρη­σης. Στή γλούσ­σα μας, πού ἔ­χει ἤ­δη ἐμ­πο­τι­στεῖ σέ με­γά­λο βαθ­μό ἀ­πό ἐ­πι­στι­μο­νι­κούς ὄ­ο­ους, ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση εἶ­ναι κά­τι θε­ω­ρη­τι­κό καί ἀ­φη­ρη­μέ­νο. Δέν εἶ­ναι ὅ­μως ἕ­νας τε­χνη­τά κα­τα­σκευ­α­σμέ­νος ἐ­πι­στη­μο­νι­κός ὅ­ρος. Εἶ­ναι λέ­ξη τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς γλώσ­σας, ἡ ὁ­ποί­α ἐν τού­τοις δι­α­κρί­νε­ται ἀ­πό τόν «ἁ­πλοι­κό» λό­γο, πού δέν ἔ­χει ἐ­πη­ρε­α­στεῖ. Μο­λο­νό­τι σή­με­ρα ἔ­χει με­τα­βλη­θεῖ οὐ­σι­α­στι­κά ἡ ση­μα­σί­α τῶν λέ­ξε­ων «με­τρῶ» στήν γλώσ­σα τῆς ἐ­πι­στή­μης καί «κα­τα­με­τρη­τέ­ος», πα­ρό­λα αὐ­τά. εἴ­μα­στε σέ θέ­ση νά τίς κα­τα­νο­ή­σου­με καί γιά τόν λό­γο αὐ­τό ἐ­πέ­λε­ξα ἕ­να τέ­τοι­ο πα­ρά­δειγ­μα. Οἱ λέ­ξεις μπο­ρεῖ ν’ ἄλ­λα­ξαν ση­μα­σί­α· δι­α­τή­ρη­σαν ὅ­μως κά­τι. Ἡ πα­λαι­ό­τε­ρη ση­μα­σί­α ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά δι­α­φαί­νε­ται πα­ρά τή μο­νο­μέ­ρεια πού ἐ­πέ­βα­λε ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος.
 
Τέ­τοι­ες με­τα­βο­λές δέν ὑ­πέ­στη μό­νον ἡ ἔν­νοι­α με­μο­νω­μέ­νων λέ­ξε­ων ἀλ­λά καί ἡ ἐκ­φο­ρά τοῦ λό­γου ἐν συ­νό­λω. Ὁ βο­σκός δέν θά ἔ­λε­γε ἁ­πλῶς: «Λέν ἔ­χω με­τρή­σει τά χρό­νια μου, για­τί κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά μοῦ τά πά­ρει». Θά ἔ­δει­χνε πα­ρα­στα­τι­κά καί δι­ε­ξο­δι­κά τήν ἀν­τί­θε­ση ἀ­νά­με­σα σέ ὅ,τι ἔ­χει ἤ­δη κα­τα­με­τρη­θεῖ καί σέ ὅ,τι εἶ­ναι δυ­να­τόν νά κα­τα­με­τρη­θεῖ. Μέ τήν ἀν­τί­θε­ση αὐ­τή ἔ­γι­νε εὔ­λο­γη ἡ εἰ­κό­να. Αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­ο­ους ἡ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α μᾶς εἶ­ναι οἰ­κεί­α ἀ­πό τήν ἀρ­χα­ϊ­κη λυ­ρι­κή ποί­η­ση. Τό λε­γό­με­νο Priamel ἐ­νι­σχύ­ει ἕ­ναν ἰ­σχυ­ρι­σμό πα­ρα­βάλ­λον­τας τόν μέ ἕ­ναν ἀν­τι-ι­σχυ­ρι­σμό. Ἄν θε­λή­σει κα­νείς νά πεῖ π.χ. πώς ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι δυ­να­τή φω­τιά, ἀρ­χί­ζει ἔ­τσι: «Κα­μιά φω­τιά, κα­νέ­να κάρ­βου­νο δέν μπο­ρεῖ νά κά­ψει τό­σο...». Ἀλ­λά γι’ αὐ­τό θά μι­λή­σου­με καί στή συ­νέ­χεια. Πρῶ­τα ὅ­μως ἐ­πεί­γει νά ποῦ­με τό ἑ­ξῆς: ὅ­που ἀ­να­πτύσ­σε­ται ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος, ἡ δο­μή γλώσ­σας με­τα­βάλ­λε­ται, ὄ­χι μό­νον ἐ­πει­δή δη­μι­ουρ­γοῦν­ται και­νούρ­γι­ες λέ­ξεις ἀλ­λά καί ἐ­πει­δή ἀλ­λά­ζει ἡ ση­μα­σί­α ἀρ­χαι­ό­τε­ρων λέ­ξε­ων καί τρο­πο­ποι­εῖ­ται ἡ σύν­τα­ξη. Ὅ­πως κά­θε γλώσ­σα ἔ­χει ἕ­να σύ­στη­μα καί ὅ­λες οἱ προ­τά­σεις γί­νον­ται κα­τα­νο­η­τές στίς ἀ­μοι­βαῖ­ες σχέ­σεις τους μέ­σα σ’ αὐ­τό τό σύ­στη­μα, ἔ­τσι καί ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα ἔ­χει τή δι­κή της δο­μή. Ὅ­λοι συμ­φω­νοῦ­με ὅ­τι ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πό τά με­γα­λύ­τε­ρα ἐ­πι­τεύγ­μα­τα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας καί γι’ αὐ­τό ἄλ­λω­στε ἀ­σχο­λού­μα­στε μα­ζί της. Ἀλ­λά τό ὅ­τι ἔ­πρε­πε νά πλη­ρώ­σου­με ἀ­κρι­βά τό κέρ­δος μας αὐ­τό, εἶ­ναι κά­τι πού θά τό μά­θου­με ἀ­πό τόν ἀρ­χαῖ­ο βο­σκό πρίν τόν ἀ­πο­χω­ρι­στοῦ­με. Ποι­ός δέν πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι ὁ λό­γος του εἶ­ναι πιό φυ­σι­κός ἀ­πό τόν δι­κό μας, πού εἶ­ναι τό­σο καλ­λι­ερ­γη­μέ­νος;
 
Στά δύ­ο πα­ρα­δείγ­μα­τα πού χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­με, οἱ λέ­ξεις ἄ­πει­ρον καί «με­τρῶ» ἀ­πο­τέ­λε­σαν ὅ­ρους μί­ας ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς γλώσ­σας, ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση καί ἡ ἀ­ρίθ­μη­ση ἀ­πέ­κτη­σαν ση­μα­σί­α γιά μας, ἀ­πό τή στιγ­μή, δη­λα­δή, πού ἀ­πο­μο­νώ­σα­με τίς ἔν­νοι­ες τοῦ α­ριθ­μοῦ καί τοῦ μέ­τρου στή γλώσ­σα ἀ­πο­γυ­μνώ­νον­τάς τες ἀ­πό κά­θε συ­ναι­σθη­μα­τι­κή καί πρα­κτι­κή ἀ­να­φο­ρά. Ἐ­μᾶς, πού εἴ­μα­στε ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι μέ τίς φυ­σι­κές ἐ­πι­στῆ­μες, δέν μᾶς ἐκ­πλήσ­σει πού μιά ἐπ­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα προ­ε­τοι­μά­ζει τό ἔ­δα­φος γιά τήν κα­θα­ρή ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ. Πα­ρά τό γε­γο­νός ὅ­τι οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες πρῶ­τοι ἔ­φτα­σαν στήν κα­θα­ρή ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ, σέ μᾶς φαί­νε­ται μᾶλ­λον ὅ­τι ὁ Ὅ­μη­ρος καί ὁ βο­σκός χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τίς λέ­ξεις ἄ­πει­ρον καί «με­τρῶ» μέ ἀ­σα­φῆ ση­μα­σί­α, κα­θώς δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με στίς λέ­ξεις αὐ­τές τήν ἔν­νοι­α πού σή­με­ρα πλέ­ον τούς προσ­δί­δου­με.
 
Τό ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ ὡς δυ­να­τό­τη­τα ὑ­πάρ­χει καί στήν πρω­τό­γο­νη γλώσ­σα. Δέν ὑ­πάρ­χει που­θε­νά ἀλ­λοῦ πα­ρά μό­νο στή γλώσ­σα και, ἀ­κό­μα κι ἄν δέν ἔ­χει ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ, μπο­ρεῖ νά ἔρ­θει στό φῶς φυ­σι­κά καί ἀ­βί­α­στα.
 
Τό ἴ­διο συμ­βαί­νει καί μέ ἄλ­λες ἔν­νοι­ες, ὄ­χι μό­νον τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ. Φαί­νε­ται πώς ἔ­χου­με νά κά­νου­με μέ μί­α μα­κρά ἑ­νια­ία ἐ­ξέ­λι­ξη.
 
Καί στό ση­μα­σι­ο­λο­γι­κό πε­δί­ο τοῦ εἰ­δέ­ναι καί τοῦ γνῶ­ναι, οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες ἀ­πέ­σπα­σαν στα­δια­κά ἀ­πό τίς κα­θη­με­ρι­νές λέ­ξεις ὅ,τι τίς κα­θι­στοῦ­σε χρή­σι­μες καί γό­νι­μες στήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλο­όσ­σα καί μά­λι­στα μέ τόν ἴ­διο τε­χνη­τό - καί ὅ­μως τό­σο φυ­σι­κό - τρό­πο.
 
Ἡ ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή λέ­ξη εἰ­δέ­ναι ση­μαί­νει οὐ­σι­α­στι­κά «ἔ­χω δεῖ». Πε­ρι­γρά­φει ἐ­πο­μέ­νως μό­νον τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα μί­ας συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐμ­πει­ρι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης - τήν ἥτ­τα, δη­λα­δή, πού ὑ­πέ­στη ἡ ὁ­ποί­α πνευ­μα­τι­κή ἀ­να­φο­ρά ὑ­πάρ­χει στό «βλέ­πω» - καί ἀρ­γό­τε­ρα, τήν κα­θα­ρά νο­η­τι­κή κα­τά­στα­ση τῆς γνώ­σης, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τόν τρό­πο πού ἀ­πο­κτή­θη­κε. Ὅ­πως θά φα­νεῖ, ἡ γνώ­ση πού ἀ­πο­κτή­θη­κε μέ­σω τῆς ὁ­ρά­σε­ως ἦ­ταν πάν­τα ἕ­να εἶ­δος μον­τέ­λου ἐ­πί τῇ βά­σει τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες ἔ­τει­ναν νά ἑρ­μη­νεύ­ουν καί τή γνώ­ση πού ἀ­πο­κτή­θη­κε μ’ ἄλ­λους τρό­πους. Στόν Ὅ­μη­ρο (κυ­ρί­ως σ' αὐ­τόν, ἄν καί ἡ ἀρ­χι­κή ση­μα­σί­α δι­α­τη­ρή­θη­κε καί στούς με­τα­γε­νέ­στε­ρους) τό εἰ­δέ­ναι ση­μαί­νει «κα­τέ­χω». «ξέ­ρω», ὅ­πως τό savoir στά γαλ­λι­κά. Ἤ­δη στόν Ὅ­μη­ρο ἡ λέ­ξη εἶ­χε τό­σο εὐ­ρεί­α ση­μα­σί­α, ὥ­στε κα­τόρ­θω­σε στή συ­νέ­χεια νά κα­λύ­ψει τίς ἀ­νάγ­κες τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης. Καί ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μαν­τι­κό ἐ­πί­τευγ­μα ὅ­τι σέ σχε­τι­κά πρώ­ι­μη ἐ­πο­χή προ­έ­κυ­ψε ἀ­πό τό ρῆ­μα ἤ εἰ­δι­κό­τε­ρη ση­μα­σί­α τῆς πνευ­μα­τι­κῆς/νο­η­τι­κῆς λει­τουρ­γί­ας.
 
Δι­α­φο­ρε­τι­κά εἶ­ναι τά πράγ­μα­τα μέ τή λέ­ξη γνῶ­ναι. Καί αὐ­τή ἀ­νή­κει ἀρ­χι­κά στή σφαί­ρα τῆς νο­η­τι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης ἡ ὁ­ποί­α δι­α­μορ­φώ­θη­κε μέ­σω τῆς δρά­σε­ως· αὐ­τό ἰ­σχύ­ει ἤ­δη ἀ­πό τόν Ὅ­μη­ρο. Μιά συ­χνή (καί προ­φα­νῶς ἡ ἀρ­χι­κή) χρή­ση εἶ­ναι: τόν εἶ­δε καί τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σε πώς ἦ­ταν ὁ Δι­ο­μή­δης, ἤ ἀ­κό­μα, πώς ἦ­ταν κά­ποι­ος θε­ός. Ἐ­πί­σης, ἡ Ἀ­ρή­τη ἀ­να­γνώ­ρι­σε τό ροῦ­χο πού ἡ ἴ­δια εἶ­χε φτιά­ξει. Πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν χρή­σεις ὅ­πως: ἀ­να­γνώ­ρι­σε ὅ­τι ἡ κα­τά­στα­ση ἦ­ταν εὐ­νο­ϊ­κή, δύ­σκο­λη, κ.λπ., χω­ρίς ὅ­μως νά ὑ­περ­βαί­νουν ὅ,τι πε­ρί­που μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη sehen στά γερ­μα­νι­κά, π.χ. εἶ­δε πώς ἡ κα­τά­στα­ση ἦ­ταν σο­βα­ρή, κ.λπ. Στόν Ὅ­μη­ρο ὅ­μως τό γνῶ­ναι δέν ση­μαί­νει ἀ­κό­μα τήν ἑ­κού­σια δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που καί δέν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μέ τήν πο­ρεί­α πού ὁ Πλά­τω­νας πε­ρι­έ­γρα­ψε στό Συμ­πό­σιο, τά προ­σχε­δι­α­σμέ­να βή­μα­τα ἀ­πό τήν ἀ­βέ­βαι­η ὑ­πό­θε­ση στήν ἀ­λή­θεια. Τό γνῶ­ναι εἶ­ναι ρῆ­μα στόν ἀ­ό­ρι­στο χρό­νο, δη­λα­δή πε­ρι­γρά­φει κά­τι πού συ­νέ­βη σέ συγ­κε­κρι­μέ­νη χρο­νι­κή στιγ­μή, σάν νά πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά ἕ­να γε­γο­νός πού μου συμ­βαί­νει πα­ρά μιά ἀ­το­μι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα: ξαφ­νι­κά ἀ­να­γνω­ρί­ζω κά­ποι­ον πού συ­ναν­τῶ ἤ ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­να τρα­πέ­ζι.
 
Τό ἴ­διο πρέ­πει νά ὑ­πο­θέ­σου­με καί γιά τό νο­εῖν, πού ἀρ­γό­τε­ρα θά ἀ­πο­κτή­σει τή ση­μα­σί­α «σκέ­πτο­μαι». Στόν Ὅ­μη­ρο ση­μαί­νει «ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι», «βλέ­πω», «δι­α­βλέ­πω». Καί αὐ­τή ἡ λέ­ξη σχε­τί­ζε­ται μέ τήν ὅ­ρα­ση καί δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ, ὅ­πως τό γνῶ­ναι καί τό εἰ­δέ­ναι, τό μή νο­η­τι­κό πού πε­ρι­έ­χε­ται στήν νο­η­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη ἀ­πό τήν κα­θα­ρή νο­η­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη. Ἐ­πί­σης, δη­λώ­νει τήν πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γί­α πού εἶ­ναι ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη μέ τήν ὅ­ρα­ση. Ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ ὅ,τι ἀ­πο­τε­λεῖ τόν πυ­ρή­να καί τήν οὐ­σί­α του «βλέ­πω», για­τί ἡ ὅ­ρα­ση χω­ρίς ἀ­να­γνώ­ρι­ση, πα­ρα­τή­ρη­ση καί ὡς ἐκ τού­του γνώ­ση, εἶ­ναι ἄ­χρη­στη καί χω­ρίς νό­η­μα. Ἀλ­λά τό νο­εῖν δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν γνώ­ση πού ἀ­πο­κτή­θη­κε μέ τή βο­ή­θεια τῆς ὅ­ρα­σης. ὅ­πως τό εἰ­δέ­ναι οὔ­τε πε­ρι­γρά­φει τή δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ταύ­τι­σης αὐ­τοῦ πού ἔ­χου­με δεῖ μέ ἄλ­λα ἤ­δη γνω­στά. Ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ αὐ­τό πού μᾶς γί­νε­ται σα­φές με­τά ἀ­πό προ­σε­κτι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση. Τά «βλέ­πω» καί «δι­α­βλέ­πω» εἶ­ναι ἀ­πο­δό­σεις πού δεί­χνουν πώς ἡ λέ­ξη ἀ­νή­κει στό λε­ξι­λο­γι­κό πε­δί­ο τοῦ «βλέ­πω· ὑ­περ­βαί­νει ὅ­μως τίς ση­μα­σί­ες αὐ­τές. Στόν Ὅ­μη­ρο ἡ λέ­ξη δέν δη­λώ­νει ἀ­κό­μα τήν πνευ­μα­τι­κή προ­σπά­θεια πού κα­τα­βάλ­λου­με γιά νά λύ­σου­με π.χ. ἕ­να πρό­βλη­μα, τήν ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐ­κεί­νη πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, καί γι’ αὐ­τό εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νά τό με­τα­φρά­σου­με μέ τό «σκέ­πτο­μαι» - ἄν καί με­ρι­κές φο­ρές πλη­σιά­ζει τή ση­μα­σί­α τοῦ «ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι», «ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι», «λαμ­βά­νω ὑ­πό­ψη»[1].
 
Τό γε­γο­νός πώς δέν ὑ­πάρ­χει στόν Ὅ­μη­ρο κα­μί­α λέ­ξη γιά τό «σκέ­πτο­μαι» καί τό γε­γο­νός πώς ἡ γνώ­ση δέν γί­νε­ται ἀ­κό­μα ἀν­τι­λη­πτή ὡς δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ὀ­φεί­λε­ται στό ὅ­τι ὁ Ὅ­μη­ρος δέν δι­α­θέ­τει ἀ­πο­λύ­τως κα­νέ­ναν ὄ­ρο γιά τή νό­η­ση ὡς πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Ὡς γνω­στόν, ὁ Ὅ­μη­ρος ἀ­γνο­εῖ καί τήν ἀν­τί­θε­ση σώ­μα­τος καί πνεύ­μα­τος, κορ­μιοῦ καί ψυ­χῆς.
 
Αὐ­τό πού ἐ­μεῖς ὀ­νο­μά­ζου­με πνεῦ­μα ἤ ψυ­χή, δέν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἀ­κό­μη οὐ­σι­α­στι­κά δι­α­φο­ρο­ποι­η­μέ­νο ἀ­πό τό σῶ­μα, μό­νον πού ἡ σω­μα­τι­κό­τη­τά του πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἀρ­κε­τά πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἡ ψυ­χή, πού ἀρ­γό­τε­ρα θά ση­μά­νει καί γιά τούς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες ὅ,τι καί γιά μᾶς σή­με­ρα, εἶ­ναι ἡ πνο­ή πού κρα­τᾶ τόν ἄν­θρω­πο στή ζω­ή (αὐ­τή εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κή της λει­τουρ­γί­α στόν Ὅ­μη­ρο καί δέν σχε­τί­ζε­ται μέ τή σκέ­ψη καί τίς αἰ­σθή­σεις). Με­τά τόν θά­να­το ἡ ψυ­χή κα­τε­βαί­νει σάν σκιά στόν Ἅ­δη. Ὁ νό­ος, τό ὄρ­γα­νο τοῦ νο­εῖν, εἶ­ναι τρό­πον τι­νά ἕ­νας «ἐ­σω­τε­ρι­κός ὀ­φθαλ­μός». Ὁ Ὅ­μη­ρος δέν μᾶς λέ­ει μέ σα­φή­νεια ποῦ τόν το­πο­θε­τεῖ ἤ πῶς τόν φαν­τά­ζε­ται. Τοῦ ἀ­πο­δί­δει ὅ­μως ὀ­πτι­κές λει­τουρ­γί­ες: ὁ σκο­πός του εἶ­ναι νά ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, νά βλέ­πει, νά δι­α­βλέ­πει.
 
Ἄν τό νο­εῖν στόν Ὅ­μη­ρο δέν συ­νε­πά­γε­ται τήν πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, τό­τε ἔ­τσι ἴ­σως ἐ­ξη­γεῖ­ται μιά ἀ­κό­μα ὁ­μη­ρι­κή φρά­ση πού, ὅ­σο γνω­ρί­ζω, δέν ἔ­χει μέ­χρι σή­με­ρα ἐρ­μη­νευ­τεῖ. Ἐ­μεῖς σή­με­ρα ἐν­το­πί­ζου­με τή σκέ­ψη στό κε­φά­λι καί οὐ­σι­α­στι­κά τήν αἰ­σθα­νό­μα­στε στό κε­φά­λι με­τά ἀ­πό ἔν­το­νη πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Στόν Ὅ­μη­ρο ὅ­μως τό νο­εῖν κι ὅ­λα ὁ­σα ἔ­χουν νά κά­νουν μέ τόν νοῦν, συν­δέ­ον­ται μέ τό δι­ά­φραγ­μα, μέ τίς φρέ­νες. Αυ­τό. ὅ­σο ὁ ἴ­διος γνω­ρί­ζω καί ὄ­πως πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα καί ἀ­πό ἄλ­λους, δέν μπο­ροῦ­με νά τό ἑρ­μη­νεύ­σου­με ὅ­σο ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τό νο­εῖν ὡς «σκέ­πτο­μαι». Κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­μως πο­λύ κα­λά για­τί οἱ φρέ­νες συμ­με­τέ­χουν στή δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τή, ἄν τό νο­εῖν ση­μαί­νει ὅ,τι καί τό ὁ­μη­ρι­κό γνῶ­ναι: πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά ἕ­να συμ­βάν. Ἄν τό νο­εῖν ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να εἶ­δος ἀν­τί­λη­ψης πού «συμ­βαί­νει» στόν ἄν­θρω­πο σάν ἕ­να ἤ­πιο σόκ. τό­τε μπο­ροῦ­με νά κα­τα­λά­βου­με κα­λά για­τί τόν χτυ­πᾶ στό δι­ά­φραγ­μα[2].
 
Πα­ράλ­λη­λα ἄς ση­μει­ώ­σου­με ὅ­τι τά ρή­μα­τα πράτ­τω καί ποι­ῶ στόν Ὅ­μη­ρο συ­νε­πά­γον­ται πο­λύ μι­κρό­τε­ρη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ἀ­π’ ὅ,τι τά ἀν­τί­στοι­χα δι­κά μας. Πράτ­τω ση­μαί­νει οὐ­σι­α­στι­κά «περ­νῶ ἕ­ναν δρό­μο». Ὅ­μως τό ὅ­τι ἡ λέ­ξη ση­μαί­νει λι­γό­τε­ρο τήν προ­σω­πι­κή προ­σπά­θεια καί πε­ρισ­σό­τε­ρο τό ὅ­τι κά­τι «πη­γαί­νει κα­λά», τό ἀ­πο­δει­κνύ­ει καί ἡ φρά­ση εὖ πράτ­τω πού σώ­θη­κε στήν ἀτ­τι­κή δι­ά­λε­κτο. Ἔ­τσι τώ­ρα μπο­ροῦ­με νά συ­σχε­τί­σου­με τό τεύ­χειν (πα­ρά­γω κά­τι) μέ τό τυ­χεῖν (συμ­βαί­νει κά­τι) κα­τά τόν τρό­πο πού τό φεύ­γειν σχε­τί­ζε­ται μέ τό φυ­γεῖν. Καί μο­λο­νό­τι ὁ Boisacq πι­στεύ­ει πώς ἡ ση­μα­σί­α τους δέν συ­νη­γο­ρεῖ στή σύν­δε­σή τους, οἱ με­το­χές ὅ­μως τε­τυγ­μέ­νος καί τε­τυ­χώς - «εὐ­τυ­χής» ἤ «κα­λο­φι­αγ­με­νος» - δεί­χνουν ὅ­τι τό τεύ­χειν δέν ση­μαί­νει τό­σο τήν προ­σω­πι­κή προ­σπά­θεια ὅ­σο τήν ἐ­πι­τυ­χῆ ἐ­ξέ­λι­ξη.
 
Αὐ­το τό στοι­χεῖ­ο τῆς προ­σω­πι­κῆς πνευ­μα­τι­κῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας πού ἀ­πο­τε­λεῖ τή βά­ση κά­θε ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς καί φι­λο­σο­φι­κῆς ἀν­τι­με­τώ­πι­σης τοῦ κό­σμου λεί­πει καί ἀ­πό ἄλ­λα ρή­μα­τα πού δέν προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τή σφαί­ρα τοῦ «βλέ­πω». Στή σφαί­ρα τοῦ «ἀ­κού­ω» ἀ­νή­κει τό ρῆ­μα συ­νι­έ­ναι πού ἀρ­γό­τε­ρα θά ἀ­πο­κτή­σει τή ση­μα­σί­α «κα­τα­λα­βαί­νω». Ὅ­μως ἡ ση­μα­σί­α τοῦ συ­νι­έ­ναι στόν Ὅ­μη­ρο δέν ξε­περ­νᾶ τά ὅ­ρια τῆς κα­τα­νό­η­σης μιᾶς λέ­ξης ἤ φρά­σης. Τό συ­νι­έ­ναι δέν ση­μαί­νει ἀ­κό­μα καί σέ αὐ­τά τά συμ­φρα­ζό­με­να τήν κα­θα­ρά θε­ω­ρη­τι­κή κα­τα­νό­η­ση ἀλ­λά ἁ­πλῶς «ἀ­κού­ω κά­ποι­ον καί τόν ἀ­κο­λού­θῶ σέ ἀ­πό­στα­ση τέ­τοι­α ὥ­στε νά μπο­ρῶ νά τόν ἀ­κού­ω».
 
Ἀ­πό ἕ­ναν ἄλ­λο πά­λι χῶ­ρο προ­έρ­χε­ται ἡ λέ­ξη ἐ­πί­στα­σθαι ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α πα­ρά­γε­ται ἡ ἐ­πι­στή­μη, ὁ πλα­τω­νι­κός ὅ­ρος γιά τή γνώ­ση. Ἐ­πί­στα­σθαι στόν Ὅ­μη­ρο ση­μαί­νει «ξέ­ρω κά­τι» καί συ­νε­πά­γε­ται τή γνώ­ση πού ἀ­φο­ρᾶ σέ πρα­κτι­κές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­πί­σης σέ τε­χνι­κές δε­ξι­ό­τη­τες, σέ ὅ­λες τίς τέ­χνες κα­θώς καί στόν λό­γο καί σέ κα­τα­στά­σεις πού μπο­ρεῖ κα­νείς νά ἀν­τι­με­τω­πί­σει. Στό ἴ­διο πε­δί­ο τῶν πρα­κτι­κῶν δε­ξι­ο­τή­των ἀ­νή­κει καί ἡ λέ­ξη σο­φός πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τόν ἐ­πι­δέ­ξιο σέ κά­ποι­ο χει­ρο­τέ­χνη­μα, πρό πάν­των αὐ­τόν πού κα­τέ­χει μιά τέ­χνη ἡ ὁ­ποί­α ἐν­τάσ­σε­ται στά πλαί­σια τῆς πρώ­ι­μης οἰ­κο­τε­χνί­ας· ση­μαί­νει τόν εἰ­δι­κό πού εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τος γιά τήν κοι­νό­τη­τα, τόν δη­μι­ουρ­γόν.
 
Τό πώς αὐ­τοί οἱ τρό­ποι κα­τά­κτη­σης τῆς γνώ­σης στόν Ὅ­μη­ρο ἐ­πε­νερ­γοῦν στή ζω­ή τῶν ἀν­θρώ­που, τό δεί­χνει ἡ μορ­φή τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α, τοῦ δι­α­νο­ού­με­νου, ἄν μπο­ροῦ­με νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τόν ὅ­ρο αὐ­τό γιά τόν ὁ­μη­ρι­κό κό­σμο. Ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας εἶ­δε πολ­λά καί ἔ­μα­θε πολ­λά. Εἶ­ναι ἐ­κτός αὐ­τοῦ ὁ πο­λυ­μή­χα­νος, ὁ ἱ­κα­νός νά ἐ­νερ­γή­σει μέ τούς πιό πρω­τό­τυ­πους τρό­πους, ἐν τέ­λει εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού μπο­ρεῖ νά ἀ­κού­σει τή φω­νή τῆς θε­ᾶς Ἀ­θη­νᾶς, τῆς προ­στά­τι­δάς του. Δέν ἀ­πέ­κτη­σε τήν γνώ­ση μέ­σω τῆς ὁ­ρά­σε­ως οὔ­τε τό πλῆ­θος τῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν του μέ δι­κή του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα καί προ­σω­πι­κή ἔ­ρευ­να. Μᾶλ­λον αὐ­τά συ­νέ­ζη­σαν σέ ἐ­κεῖ­νον, ὅς μά­λα πολ­λά/πλάγ­χθη. Δέν ἔ­χου­με νά κά­νου­με μέ τόν Σό­λω­να, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Ἡ­ρό­δο­τος λέ­ει πώς πρῶ­τος τα­ξί­δε­ψε θε­ω­ρί­ης ἕ­νε­κεν. Στόν Ὀ­δυσ­σέ­α ἡ πο­λυ­γνω­σί­α το­πο­θε­τεῖ­ται στό ἐ­πί­πε­δό του ἐ­πί­στα­σθαι καί δι­α­κρί­νε­ται ἀ­πό τή δρά­ση του κα­τά τρό­πο ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το. Τό γε­γο­νός αὐ­τό πε­ρι­ο­ρί­ζει τή δρά­ση του στήν ἐ­ξεύ­ρε­ση μέ­σων προ­κει­μέ­νου νά ἐ­πι­τύ­χει κά­ποι­ο συγ­κε­κρι­μέ­νο σκο­πό, νά σώ­ζει δη­λα­δή τή ζω­ή τῶν συν­τρό­φων του καί τή δι­κή του. Καί στό ἐ­πι­πε­δο τῆς κα­τα­νό­η­σης καί τῆς ἑρ­μη­νεί­ας, ὁ Ὄ­δυσ­σέ­ας κα­τα­νο­εῖ ἁ­πλῶς, ὅ­πως καί κά­θε ὕ­παρ­ξη στόν Ὅ­μη­ρο, τούς λό­γους πού δι­α­τυ­πώ­νον­ται μέ σα­φή­νεια. Σέ πε­ρί­πτω­ση πού γε­γο­νό­τα, πρά­ξεις, ἄν­θρω­ποι δέν δη­λώ­νουν ἄ­με­σα τί ση­μαί­νουν, ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἐν­νοι­ά τους, τό­τε μπο­ρεῖ νά τά κα­τα­στή­σει σα­φῆ ἕ­νας θε­ός μι­λών­τας μέ λό­για κα­τα­νο­η­τά, μπο­ρεῖ π.χ. νά τά ἀ­να­κοι­νώ­σει σέ ἕ­ναν προ­φή­τη καί αὐ­τός μέ τή σει­ρά του νά τά πεῖ στούς ἄλ­λους ἤ μπο­ρεῖ νά τά πεῖ ἡ Μού­σα στόν ποι­η­τή. Ὅ­μως οὔ­τε ὁ προ­φή­της εἶ­ναι σέ θέ­ση νά ἐ­ρευ­νή­σει τό σκο­τει­νό μέλ­λον οὔ­τε ὁ ποι­η­τής προ­σπα­θεῖ νά φέ­ρει στό φῶς μιά κρυμ­μέ­νη ἀ­λή­θεια· ὁ μέν προ­φή­της μα­θαί­νει τό πα­ρελ­θόν, τό πα­ρόν καί τό μέλ­λον πού ὁ θε­ός τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτει, ὁ δέ ποι­η­τής ἀ­να­κοι­νώ­νει μό­νον ὅ,τι ἡ Μού­σα τοῦ γνω­στο­ποι­εῖ. Οἱ θε­οί τά γνω­ρί­ζουν ὅ­λα, τά ἔ­χουν δεῖ ὅ­λα καί εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τες (ὅ­πως λέ­γε­ται στή Β ρα­ψω­δί­α τῆς Ἰ­λιά­δας [στ. 485-486]). Ἡ πνευ­μα­τι­κή δυ­να­τό­τη­τα βα­σί­ζε­ται καί στίς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις στή γνώ­ση πού κα­τέ­χει ἡ θε­ό­τη­τα. Στήν πε­ρι­πτω­ση τῶν Μου­σῶν ὁ Ὅ­μη­ρος ἀ­πο­δί­δει τή γνώ­ση τους αὐ­τή στό γε­γο­νός ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξαν αὐ­τό­πτεις μάρ­τυ­ρες ὅ­σων με­τα­δί­δουν στόν ποι­η­τή.
 
Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἄν­θρώ­που πού ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ τίς φυ­σι­κές ἐ­πι­στῆ­μες, πού σκέ­πτε­ται καί ἐ­ρευ­νᾶ, γί­νε­ται δυ­να­τή, ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἀρ­χί­ζει νά συλ­λαμ­βά­νει τό πνεῦ­μα «πιό ἀ­φαι­ρε­τι­κά». Τί ση­μαί­νει ὅ­μως «ἀ­φαι­ρε­τι­κά»; Εἶ­ναι πλέ­ον κοι­νό­το­πη ἡ δι­α­πί­στευ­ση ὅ­τι ἡ ἀ­φαί­ρε­ση εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη στήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή σκέ­ψη καί τόν λό­γο. Ἤ­δη τό ζή­τη­μα αὐ­τό τό θί­ξα­με, ὅ­ταν μι­λή­σα­με γιά τό ἄ­πει­ρον του Ἀ­να­ξι­μάν­δρου, κα­θώς ἐ­πί­σης γιά τήν ἔν­νοι­α τοῦ «μέ­τρου», τή γνώ­ση καί τή σκέ­ψη. Τό θέ­μα ὁ­λό­κλη­ρου του κε­φα­λαί­ου αὐ­τοῦ θά μπο­ροῦ­σε νά ἐ­ξαν­τλη­θεῖ στήν πρό­τα­ση: οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες δη­μι­ούρ­γη­σαν μιά ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα κα­τα­σκευ­ά­ζον­τας ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά - ἄν εἶ­ναι βέ­βαι­α δυ­να­τόν νά προσ­δι­ο­ρί­σου­με τή δι­α­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή ἀ­νά­με­σα στά συγ­κε­κρι­μέ­να καί τά ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά. Πι­στεύ­ω πώς θά ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο νά μι­λή­σου­με γιά στα­δια­κή με­τά­βα­ση ἀ­πό πιό συγ­κε­κρι­μέ­να σέ πιό ἀ­φαι­ρε­τι­κά στά­δια. Ἄν, ὅ­πως φά­νη­κε ἀ­πό τά δυ­ό-τρί­α πα­ρα­δείγ­μα­τα, μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­μο­νω­θεῖ ἀ­βί­α­στα ἡ πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γί­α ἀ­πό τίς φρά­σεις τῆς γλώσ­σας, τό­τε ἡ γλώσ­σα πρέ­πει νά εἶ­ναι ἕ­νας πο­λύ­πλο­κος ὀρ­γα­νι­σμός, ἱ­κα­νός νά πα­ρα­γά­γει ἀ­πό τόν ἴ­διο της τόν ἑ­αυ­τό κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό. Ἀλ­λά γιά νά δοῦ­με ἄν ἡ μο­νο­μέ­ρεια στόν ἐ­πι­στη­μο­νι­κό λό­γο, μ’ ἄλ­λα λό­για ἄν μιά ἀ­πό τίς ἀρ­χές του - ἡ ὁ­ποί­α, μο­λο­νό­τι ὑ­πάρ­χει σέ κά­ποι­ο βαθ­μό καί στήν κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα, ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ὁ­μως κα­τε­ξο­χήν στήν ἀ­νε­πτυγ­μέ­νη σκέ­ψη τῶν Ἑλ­λή­νων - εἶ­ναι πράγ­μα­τι συμ­πα­γής, πρέ­πει νά με­λε­τή­σου­με προ­σε­κτι­κά πώς ἡ τά­ση γιά ἀ­φαί­ρε­ση εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά κα­τα­στοῦν κά­ποι­ες γλωσ­σι­κές δο­μές τῶν ἀρ­χαί­ων ἑλ­λη­νι­κῶν κα­τάλ­λη­λες γιά νά ἐκ­φρά­σουν τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή σκέ­ψη.
 
Νο­μί­ζω πώς ὑ­πάρ­χουν τρεῖς τρό­ποι πα­ρα­γω­γῆς ἀ­φη­ρη­μέ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν. Ὁ πρῶ­τος εἶ­ναι ἡ οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση ὅ­πως τήν εἴ­δα­με στό ἅ­πει­ρον τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου. Ὁ δεύ­τε­ρος συ­νί­στα­ται στή με­τε­ξέ­λι­ξή του χα­ρα­κτη­ρι­σμοῦ ἑ­νός ὀρ­γά­νου σέ χα­ρα­κτη­ρι­σμό τῆς λει­τουρ­γί­ας του. Π.χ. ὅ­ταν λέ­με ὅ­τι κά­ποι­ος ἔ­χει γε­ρό κε­φά­λι, ἐν­νο­οῦ­με ὅ­τι ἔ­χει γε­ρό μυα­λό ἤ δι­α­θέ­τει σω­στή σκέ­ψη. Ὁ τρί­τος τρό­πος εἶ­ναι ἡ με­τα­τρο­πή ταν κυ­ρί­ων ὀ­νο­μά­των, θε­ῶν ἤ δαι­μό­νων, σέ ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά. Στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά οἱ ἐ­πι­στη­μο­νι­κοί ὅ­ροι δη­μι­ουρ­γή­θη­καν - ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στά ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά - καί μέ τούς τρεῖς αὐ­τούς τρό­πους.
 
Τόν πρῶ­το τρό­πο ἀ­κο­λού­θη­σε ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος μέ τό ἄ­πει­ρον καί εἴ­δα­με ὅ­τι στην πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή ἡ ἀ­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη ἐκ­φρά­στη­κε μέ την οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του. Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη αὐ­τή ση­μαί­νει κα­τ’ οὐ­σί­αν ὅ­τι κά­τι πού εἶ­χε ἀρ­χι­κά μί­α ὑ­λι­κή ὑ­πό­στα­ση με­τα­τρέ­πε­ται σέ ἀν­τι­κεί­με­νο - ἀν­τι­κεί­με­νο, βέ­βαι­α, πού δέν τό ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὡς ὑ­λι­κή ὀν­τό­τη­τα, ἀλ­λά πού μπο­ροῦ­με μό­νο νά τό σκε­φτοῦ­με, σέ ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς σκέ­ψης μας. Καί ἐ­δῶ φαί­νε­ται κα­θα­ρά ἡ ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης «οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση».
 
Τί ση­μαί­νει ἡ οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του γιά τήν ἀ­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη καί τήν πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, θά τό δι­ευ­κρι­νή­σου­με μέ με­ρι­κά ἀ­κό­μα πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου, τά ὁ­ποῖ­α δέν σχε­τί­ζον­ται τό­σο ἄ­με­σα μέ τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα.
 
Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος δι­η­γεῖ­ται τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ ζα­σι­λιᾶ τῆς Λυ­δί­ας Κροί­σου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ρώ­τη­σε τόν Σό­λω­να τόν Ἀ­θη­ναῖ­ο ποι­ός εἶ­ναι ὁ πιό εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ἄν­θρω­πος. Ὁ Σό­λω­νας (καί αὐ­τή εἶ­ναι ἐν πά­ςῃ πε­ρι­πτώ­σει ἡ ἐκ­δο­χή πού μπο­ροῦ­με νά θε­ω­ρή­σου­με ὡς τήν πα­λαι­ό­τε­ρη) κα­το­νό­μα­σε ἕ­ναν ἁ­πλό χω­ρι­κό της Ἀτ­τι­κῆς, τόν Τέλ­λο, ἐ­νῶ ὁ Κροῖ­σος, ὁ πλού­σιος καί ἰ­σχυ­ρός βα­σι­λιάς, πε­ρί­με­νε φυ­σι­κά νά ἀ­κού­σει τ’ ὄ­νο­μά του.
 
Ἡ ἱ­στο­ρί­α θέ­λει νά δεί­ξει τή δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στή φαι­νο­με­νι­κή εὐ­τυ­χί­α καί τήν ἀ­λη­θι­νή. Ὁ Σό­λω­νας λέ­ει πώς κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­ξι­ω­θεῖ τόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό «εὐ­τυ­χής» πρίν τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του.
 
Καί ὁ Κροῖ­σος ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἀ­λή­θεια τῶν λό­γων τοῦ Σό­λω­να, ὅ­ταν πιά ἔ­χει χά­σει τό πλού­σιο βα­σί­λει­ό του καί βρί­σκε­ται πά­νω στήν πυ­ρά.
 
Γε­νι­κά θε­ω­ροῦ­με εὐ­τυ­χῆ ἕ­ναν ἰ­σχυ­ρό βα­σι­λιά στό ἀ­πό­γει­ο της δό­ξας του. Ἀλ­λά μπο­ρεῖ νά τε­θεῖ τό ἐ­ρώ­τη­μα ἄν εἶ­ναι «ὄν­τως» εὐ­τυ­χής κα­νείς, ὅ­ταν τοῦ ἀ­πο­δί­δε­ται τό ἐ­πί­θε­το αὐ­τό μ’ ὅ­λη τή ση­μα­σί­α του. Ἕ­νας μέ­σος ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι «πραγ­μα­τι­κά» εὐ­τυ­χι­σμέ­νος.
 
Πί­σω ἀ­πό αὐ­τήν τή δι­α­πί­στω­ση προ­βάλ­λει τό ἐ­ρώ­τη­μα ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θι­νή εὐ­δαι­μο­νί­α, αὐ­τό πού κά­νει τόν εὐ­δαί­μο­να εὐ­δαί­μο­να. To ἐ­ρώ­τη­μα «ποι­ός εἶ­ναι ὁ πιό εὐ­τυ­χι­σμέ­νος;» προ­κα­λεῖ τήν ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση: «ποι­ά εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κή εὐ­τυ­χί­α; Τί εἶ­ναι ἡ εὐ­τυ­χί­α;» Τό ἐ­ρώ­τη­μα γιά τό πρό­σω­πο θά ἐ­ξε­λι­χθεῖ τε­λι­κά σέ ἐ­ρώ­τη­μα γιά τό ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό.
 
Ἄν ὅ­μως ἔ­τσι δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό. τό «εὐ­τυ­χές», καί πα­ρά­γε­ται ὅ­πως τό ἄ­πει­ρον του Ἀ­να­ξι­μάν­δρου, μέ οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του, τό­τε καί στίς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις ἡ ση­μα­σί­α τῆς νέ­ας αὐ­τῆς λέ­ξης προ­ϋ­πο­θέ­τει τή βα­σι­κή ση­μα­σί­α τοῦ ἐ­πι­θέ­του. «Ἄ­πει­ρο» μέ τή ση­μα­σί­α τοῦ «ὄν­τως ἀ­πεί­ρου» καί «εὐ­τυ­χές» μέ τή ση­μα­σί­α τοῦ «ἀ­πο­λύ­τως εὐ­τυ­χοῦς» εἶ­ναι ἤ­δη κά­τι πού ὑ­περ­βαί­νει τήν «ἁ­πλο­ϊ­κή», προ­ε­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα. Ἔ­τσι ὅ­μως ἔ­χου­με ἕ­να ἀ­κό­μα ἀν­τι­κεί­με­νο, π.χ. τό ἄ­πει­ρο, τό εὐ­τυ­χές, ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ ὁ­ποί­ου μπο­ρεῖ νά τε­θεῖ ὑ­πό ἀμ­φι­σβή­τη­ση.
 
Στίς δι­η­γή­σεις γιά τούς Ἑ­πτά Σο­φούς - στούς ὁ­ποί­ους συγ­κα­τα­λέ­γον­ται τό­σο ὁ Σό­λω­νας ὅ­σο καί ὁ Θα­λῆς. ὁ δά­σκα­λος τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου – συ­ναν­τοῦ­με συ­χνά τέ­τοι­ες ἐ­ρω­τή­σεις ὑ­πό τόν τύ­πο αἰ­νίγ­μα­τος. Κά­ποι­ες δέν ζη­τοῦν μό­νον τό πρό­σω­πο πού ἔ­χει μιά συγ­κε­κρι­μέ­νη ἰ­δι­ό­τη­τα σέ ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο βαθ­μό ἀλ­λά καί τό πρᾶγ­μα πού δι­α­θέ­τει κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τη­τα: «Ποι­ό εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο;», «ποι­ό εἶ­ναι τό πα­λαι­ό­τε­ρο;», «ποι­ό εἶ­ναι τό δι­και­ό­τε­ρο;», κ.λπ. Τέ­τοι­ες ἐ­ρω­τή­σεις ὁ­δη­γοῦν κα­τ’ ἀ­νάγ­κη στόν ὁ­ρι­σμό: «Ποι­ό εἶ­ναι τό κα­λό;», «ποι­ό εἶ­ναι τό δί­και­ο;» Αὐ­τοῦ του εἴ­δους, ἐν πά­ςῃ πε­ρι­πτώ­σει. οἱ πνευ­μα­τώ­δεις ἀλ­λά καί βα­θυ­στό­χα­στες ἱ­στο­ρί­ες μᾶς πα­ρα­δί­δον­ται ἀ­μέ­σως με­τά τήν ἐ­πο­χή τῶν Ἑ­πτά Σο­φῶν. Τό ση­μαν­τι­κό στίς ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τές ἔγ­κει­ται στό ὅ­τι κά­τι πα­ρου­σι­ά­ζε­ται νά ἔ­χει μιά ἰ­δι­ό­τη­τα τήν ὁ­ποί­α κα­νείς δέν τοῦ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε ὡς τό­τε. Ἐ­πί­σης, στό ὅ­τι στίς ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τές δι­α­μορ­φώ­νε­ται μιά σχε­τι­κά σα­φής εἰ­κό­να τῆς ἰ­δι­ό­τη­τας στήν ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρον­ται. Κά­τι πα­ρό­μοι­ο π.χ. ἔ­χου­με καί στόν μύ­θο τοῦ Αἰ­σώ­που καί στό λα­ϊ­κό ἀ­νά­γνω­σμα τοῦ ἀ­γώ­να τοῦ Ὁ­μή­ρου καί Ἡ­σι­ό­δου[3], τά ὁ­ποῖ­α ἀ­νά­γον­ται στόν 6ο αἰ­ώ­να π.Χ. Τά ἐ­ρε­θι­στι­κά ἐ­ρω­τή­μα­τα ὑ­πό τόν τύ­πο αἰ­νίγ­μα­τος, πού ἀ­πο­σκο­ποῦν στήν κα­τά­κτη­ση νέ­ων γνώ­σε­ων, δεί­χνουν πώς οἱ γνώ­σεις αὐ­τές δέν πρέ­πει νά πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἄ­με­σα καί νά ἐ­πι­βάλ­λον­ται ἀλ­λά πρέ­πει νά κα­τα­βάλ­λε­ται προ­σπά­θεια προ­κει­μέ­νου νά ἀ­να­ζη­τη­θοῦν καί νά ἀ­νευ­ρε­θοῦν. Ἡ γνώ­ση συ­νε­πά­γε­ται ἑ­πο­μέ­νως πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Ἀ­πό ἐ­δῶ ξε­κι­νᾶ ἡ ἔ­ρευ­να, ἡ βά­σα­νος γιά τήν ἀ­λή­θεια.
 
Ἄν πα­ραλ­λη­λί­σου­με τά λε­γό­με­να πού δια­ρκῶς πε­ρι­πλέ­κον­ται: ὁ Κροῖ­σος εἶ­ναι εὐ­τυ­χής... εἶ­ναι εὐ­τυ­χέ­στε­ρος... εἶ­ναι ὁ πιό εὐ­τυ­χής, εὐ­τυ­χί­α εἶ­ναι νά κα­τέ­χει κα­νείς αὐ­τό κι ἐ­κεῖ­νο, ἡ εὐ­τυ­χί­α συ­νί­στα­ται στό νά.... τό­τε φαί­νε­ται κα­θα­ρά πώς τό ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό «εὐ­τυ­χί­α» προ­κύ­πτει ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι τό ἐ­πί­θε­το «εὐ­τυ­χής» μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει ὡς κα­τη­γο­ρού­με­νο[4] καί ἡ ἔν­νοι­α «εὐ­τυ­χής», ἀ­πό την πλευ­ρά της, μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τε­λέ­σει τό ἀν­τι­κεί­με­νο μί­ας φρά­σης ὅ­πως ἡ ἀ­κό­λου­θη: «Τό νά εἶ­ναι κά­νεις εὐ­τυ­χής ση­μαί­νει...». Μέ τόν ἴ­διο τρό­πο ἡ ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή γλώσ­σα μπο­ρε­ϊ νά χει­ρι­στεῖ καί τά ρή­μα­τα. Στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή τό ὁ­ρι­στι­κό ἄρ­θρο προ­σπα­θεῖ νά «ἐκ­μαι­εύ­σει» ση­μα­σί­ες: ἔ­τσι μπο­ρεῖ κα­νείς νά μι­λᾶ γιά τό βλέ­πειν, τό σκέ­πτε­σθαι, κ.λπ. Καί ἔ­τσι δη­μι­ουρ­γοῦν­ται ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά, κα­θώς τό ἀ­πα­ρέμ­φα­το τοῦ ρή­μα­τος, πού δέν εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κό, με­τα­τρέ­πε­ται μέ τή βο­ή­θεια τοῦ ἄρ­θρου σέ οὐ­σι­α­στι­κό. Καί ἄλ­λοι ρη­μα­τι­κοί τύ­ποι πού δέν ἀ­παν­τοῦν ὡς verba finita μπο­ροῦν νά οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­η­θοῦν, π.χ. οἱ με­το­χές πού χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται πο­λύ συ­χνά στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά. Στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή φαί­νε­ται πώς τά ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στά ἀ­φη­ρη­μέ­να καί συγ­κε­κρι­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά εἶ­ναι ρευ­στά. Ὅ­ταν λέ­ω «τό βλέ­πον» ἐν­νο­ῶ τά μά­τια, τό ὄρ­γα­νο, πού ἀ­ναμ­φί­βο­λα εἶ­ναι συγ­κε­κρι­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό. Μπο­ρῶ ὅ­μως νά μι­λῶ γιά «τό βλέ­πον» καί νά ἐν­νο­ῶ τή λει­τουρ­γί­α τοῦ μα­τιοῦ. Ἔ­τσι «τό βλέ­πον» προ­σεγ­γί­ζει αὐ­τό πού δη­λώ­νει «τό βλέ­πειν». Ἡ γλώσ­σα τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά δη­μι­ούρ­γη­σε ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τῶν Σο­φι­στῶν ἕ­να πλῆ­θος ρη­μα­τι­κῶν οὐ­σι­α­στι­κῶν, τά ὁ­ποῖ­α κα­τά τήν ση­μα­σί­α προ­σεγ­γί­ζουν τά οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­η­μέ­να ἀ­πα­ρέμ­φα­τα καί τίς με­το­χές, τυ­πι­κά ὅ­μως ἀ­νή­κουν στά οὐ­σι­α­στι­κά: ἡ γνῶ­σις πού ἰ­σο­δυ­να­μεῖ πά­νω-κά­τω μέ τό γνῶ­ναι, ἡ κί­νη­σις, κ.ο.κ.
 
Ἡ συ­σχέ­τι­ση ἑ­νός συγ­κε­κρι­μέ­νου ὀρ­γά­νου μέ τήν ἀ­φη­ρη­μέ­νη λει­τουρ­γί­α του εἶ­ναι, ὅ­πως εἴ­πα­με, ὁ δεύ­τε­ρος δρό­μος πρός τήν ἀ­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη. Ἀ­νέ­φε­ρα ἤ­δη τό πα­ρά­δειγ­μα «ἔ­χει γε­ρό κε­φά­λι», δη­λα­δή ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή λει­τουρ­γί­α τοῦ μυα­λοῦ του εἶ­ναι κα­λή, εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνος. Πρό­κει­ται συ­νή­θως γιά με­τα­φο­ρι­κές χρή­σεις τῶν λέ­ξε­ων. Σέ πρω­τό­γο­νες γλώσ­σες τό ὄρ­γα­νο δη­λώ­νει ἀ­ναμ­φί­βο­λα καί τή λει­τουρ­γί­α. Μά καί ἐ­κεῖ ὅ­που πρό­κει­ται γιά κα­θα­ρή με­τα­φο­ρά, αὐ­τός ὁ πα­ραλ­λη­λι­σμός τοῦ ὀρ­γά­νου καί τῆς λει­τουρ­γί­ας παί­ζει με­γά­λο ρό­λο, π.χ. στίς τό­σο συ­χνές με­τα­φο­ρι­κές χρή­σεις τῶν ἐρ­γα­λεί­ων. Ὅ­ταν μι­λῶ γιά τό «σφυ­ρί» τῆς μοί­ρας, ἐν­νο­ῶ τή συν­τρι­βή. Ἀ­κρι­βῶς τό ἴ­διο ἐν­νο­ῶ, ὅ­ταν μι­λῶ γιά τή «γρο­θιά» τῆς μοί­ρας. Ἐ­δῶ μπο­ροῦ­με ἀ­κό­μη νά ἀ­να­φέ­ρου­με καί τίς πα­ρο­μοι­ώ­σεις μέ κά­ποι­ο ζῶ­ο πού πα­λαι­ό­τε­ρα συ­νή­θι­ζαν νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν γιά νά δεί­ξουν τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἤ τίς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες ἑ­νός ἀν­θρώ­που ἤ τίς λει­τουρ­γί­ες τῶν ὀρ­γά­νων του καί γιά νά δη­λώ­σουν μιά πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γί­α στή γλώσ­σα.
 
Αὐ­τός πού βλέ­πει σάν λύγ­κας. ἔ­χει κα­λή ὅ­ρα­ση, βλέ­πει κα­λά. Ὅ­ποι­ος εἶ­ναι ἀ­λε­πού, εἶ­ναι πο­νη­ρός. Ἔ­τσι, μέ­σω τῆς πα­ρο­μοί­ω­σης μέ τά ζῶ­α, σκι­α­γρα­φεῖ­ται αὐ­τό πού ἀρ­γό­τε­ρα ὀ­νο­μά­στη­κε πνευ­μα­τι­κή ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, χα­ρα­κτή­ρας. Στούς μύ­θους μέ ζῶ­α πε­ρι­γρά­φον­ται τύ­ποι ἀν­θρώ­πι­νης συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς.
 
Ἔ­τσι φτά­νου­με στήν τρί­τη μορ­φή, προ­κει­μέ­νου νά κα­τα­νο­ή­σου­με τή σκο­πι­μό­τη­τα τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τῶν ἀ­φη­ρη­μέ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν. Πρό­κει­ται γιά τό μυ­θι­κό ὄ­νο­μα, τό ὄ­νο­μα δη­λα­δή ἑ­νός θε­οῦ ἤ ἑ­νός δαί­μο­να. Ὁ Ἄ­ρης εἶ­ναι ὁ θε­ός τοῦ πο­λέ­μου ἀλ­λά τό ὄ­νο­μά του ἔ­χει σχε­δόν τή ση­μα­σί­α τοῦ ἀ­φη­ρη­μέ­νου οὐ­σι­α­στι­κοῦ «πό­λε­μος». Ὁ πό­λε­μος εἶ­ναι ἔρ­γο τοῦ Ἄ­ρη. Σέ φρά­σεις ὅ­μως ὅ­πως ἔρ­χε­ται Ἄ­ρης, δέν δι­α­φαί­νε­ται κα­θό­λου κα­τά πό­σον ὁ ὁ­μι­λῶν φαν­τά­ζε­ται ἕ­ναν θε­ό μέ συγ­κε­κρι­μέ­νη μορ­φή. Σέ με­τα­γε­νέ­στε­ρες ἐ­πο­χές προ­σπά­θη­σαν νά ἑρ­μη­νεύ­σουν ἀλ­λη­γο­ρι­κά τους θε­ούς καί θε­ώ­ρη­σαν πώς ἡ Ἀ­φρο­δί­τη εἶ­ναι κα­τ’ οὐ­σί­αν ὁ ἔ­ρω­τας, ἡ Ἀ­θη­νᾶ ἡ σύ­νε­ση καί ὅ­τι ὁ Ὅ­μη­ρος μί­λη­σε μό­νον ποι­η­τι­κῇ ἀ­δεί­ᾳ γιά θε­ούς. Φυ­σι­κά οἱ θε­οί στόν Ὅ­μη­ρο δέν ἀ­πο­τε­λοῦν τέ­τοι­ου εἴ­δους αἰ­σθη­τι­κά βο­η­θη­τι­κά μέ­σα. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἔ­χει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια ἡ ἄ­πο­ψη ὅ­τι οἱ θε­οί ἀ­πο­κτοῦν ὀν­τό­τη­τα, ὅ­ταν ταυ­τί­ζον­ται μέ ἀ­φη­ρη­μέ­νες ἔν­νοι­ες. Τά ὀ­νό­μα­τα τῶν θε­ῶν εἶ­ναι συ­χνά καί ρη­μα­τι­κά οὐ­σι­α­στι­κά. Φό­βος ση­μαί­νει ἀρ­χι­κά τόν «τρό­μο»· εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἕ­νας δαί­μο­νας πού τρέ­πει σέ φυ­γή. Στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή δέν εἴ­μα­στε πάν­το­τε σέ θέ­ση νά δι­α­κρί­νου­με ἄν ἐν­νο­εῖ­ται ὁ θε­ός ἤ τό ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό - κι αὐ­τό μας φέρ­νει, σέ ἀ­μη­χα­νί­α γιά τό ἄν πρέ­πει νά γρά­ψου­με στά κεί­με­νά μας τή λέ­ξη μέ κε­φα­λαῖ­ο ἤ μι­κρό ἀρ­χι­κό. Ἕ­να ὅ­μως δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ τόν θε­ό ἀ­πό τήν ἀ­φη­ρη­μέ­νη ἔν­νοι­α, τό ὅ­τι ὁ θε­ός δρᾶ ἄ­με­σα, ἐ­πι­βάλ­λε­ται στόν ἄν­θρω­πο, ἐ­νῶ τό πλή­ρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­νο ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό (ὅ­πως φά­νη­κε πα­ρα­πά­νω μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του) εἶ­ναι ὁ στό­χος τῆς ἀν­ρώ­πι­νης σκέ­ψης καί τῆς πνευ­μα­τι­κῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας.
 
Τή στιγ­μή αὐ­τή δέν μπο­ρῶ νά δώ­σω κα­μιά συ­στη­μα­τι­κή θε­ώ­ρη­ση τῶν με­τα­φο­ρῶν, τῶν πα­ρο­μοι­ώ­σε­ων, τῶν δι­η­γή­σε­ων μέ ζῶ­α καί τῶν μύ­θων. Ἐ­δῶ ἔ­πρε­πε μό­νο νά φα­νεῖ ὅ­τι οἱ προ­ε­πι­στη­μο­νι­κές μορ­φές σκέ­ψης καί λό­γου ἔ­χουν ἀ­φε­νός πολ­λά κοι­νά μέ τά ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά — ἐ­φό­σον ἔ­χουν κοι­νό στό­χο - ἀ­φε­τέ­ρου δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται ἀ­πό τά ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά, κα­θώς θέ­λουν τόν στό­χο τους νά συν­δέ­ε­ται μέ κά­τι ζων­τα­νό, κά­τι ὀρ­γα­νι­κό, κ.τ.τ. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως δέν θά ἀ­σχο­λη­θοῦ­με μ’ αὐ­τό τό θέ­μα, για­τί κα­τα­λή­γου­με στόν ταυ­το­λο­γι­κό καί ἀρ­νη­τι­κό ὁ­ρι­σμό, ὅ­τι τά μή ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά δέν εἶ­ναι ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά.
 
Ἴ­σως μπο­ρέ­σου­με νά ἀν­τι­λη­φθοῦ­με καί νά ὁ­ρί­σου­με ἀ­κρι­βέ­στε­ρα τήν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τῆς ἐ­πι­στι­μο­νι­κῆς γλώσ­σας πού δη­μι­ούρ­γη­σαν οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες, ἄν ἀν­τι­στρέ­ψου­με τά πράγ­μα­τα. Τόν σκο­πό μας αὐ­τό ἴ­σως θά ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε μιά πα­ρέκ­βα­ση σέ μιά ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κή ὁ­μά­δα λέ­ξε­ων, στίς προ­θέ­σεις καί τούς συν­δέ­σμους. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές συν­δέ­ουν πα­ρα­στά­σεις το­πι­κά, χρο­νι­κά ἤ αἰ­τι­ο­λο­γι­κά. Ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς γλώσ­σας δεί­χνει ὅ­τι οἱ το­πι­κοί καί σέ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο βαθ­μό οἱ χρο­νι­κοί προσ­δι­ο­ρι­σμοί εἶ­ναι πα­λαι­ό­τε­ροι ἀ­πό τους αἰ­τι­ο­λο­γι­κούς. Οἱ αἰ­τι­ο­λο­γι­κοί δέν δι­έ­θε­ταν ἐ­ξαρ­χῆς δι­κές τους λέ­ξεις, ἀλ­λά οἱ λέ­ξεις πού τούς δη­λώ­νουν προ­έ­κυ­ψαν ἀ­πό με­τα­βο­λή τῆς ση­μα­σί­ας το­πι­κῶν (ἀλ­λά καί χρο­νι­κῶν) προ­θέ­σε­ων καί συν­δέ­σμων. Στή γλώσ­σα τῆς ἐ­πι­στή­μης καί τῆς φι­λο­σο­φί­ας, φυ­σι­κά, προ­ϋ­πο­τί­θε­ται ἡ ἀρ­χή ὅ­τι οἱ αἰ­τια­κές σχέ­σεις μπο­ροῦν νά ἀ­να­κα­λυ­φθοῦν καί νά δι­α­τυ­πω­θοῦν. Πῶς γί­νε­ται στήν πρά­ξη αὐ­τό; Στά Γερ­μα­νι­κά τό durch ση­μαί­νει ἀρ­χι­κά μί­α το­πι­κή σχέ­ση (durch das Feld), ἐν συ­νε­χεί­ᾳ καί μιά χρο­νι­κή (durch den Tag). Μπο­ρῶ ἐ­πί­σης νά πῶ πώς ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος γνώ­ρι­σε τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη μέ­σω τοῦ πα­τέ­ρα του - καί ἐ­δῶ θά ἦ­ταν πα­ρά­λο­γο νά ἐν­νο­ή­σω τό μέ­σῳ (durch) το­πι­κά ἤ χρο­νι­κά. Ἀ­φε­τη­ρί­α γιά μιά τέ­τοι­α χρή­ση ὑ­πῆρ­ξαν προ­τά­σεις ὅ­πως «μέ­σω τοῦ και­νούρ­γιου δρό­μου φτά­νει κα­νείς γρη­γο­ρό­τε­ρα στήν πό­λη». Ἀρ­χι­κά νο­εῖ­ται το­πι­κά ἀλ­λά, ὅ­ταν κα­τα­λά­βου­με ἀ­πό τήν πρό­τα­ση πώς ὁ δρό­μος κα­τα­σκευ­ά­στη­κε γιά νά συν­το­μεύ­σει τήν ἀ­πό­στα­ση πρός τήν πό­λη, τό «μέ­σω» (durch) ἀ­πο­κτᾶ μιά αἰ­τια­κή ση­μα­σί­α. Αὐ­τό εἶ­ναι μιά φο­βε­ρή πα­ρα­νό­η­ση, ἄν πρέ­πει νά ὀ­νο­μά­σου­με πα­ρα­νό­η­ση τό γε­γο­νός ὅ­τι ἡ νέ­α χρή­ση τῆς λέ­ξης δη­λώ­νει τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί τήν οὐ­σί­α. Ἄν στήν πε­ραι­τέ­ρω ἐ­ξέ­λι­ξη τό «μέ­ςῳ» (durch) ἀ­πο­βά­λει τήν το­πι­κή καί χρο­νι­κή ση­μα­σί­α καί ἀ­πο­κτή­σει σέ συγ­κε­κρι­μέ­να συμ­φρα­ζό­με­να κα­θα­ρά αἰ­τια­κή, τό­τε ἡ ἄ­με­ση σχέ­ση μέ τά πράγ­μα­τα θά ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀλ­λά αὐ­τό δέν ση­μαί­νει ὅ­τι τό πραγ­μα­τι­κό, τό ἀν­τι­κει­με­νι­κό θά χα­θεῖ κα­τ’ ἀ­νάγ­κη. Ἀν­τί­θε­τα μπο­ρεῖ νά πα­ρου­σια­στεῖ ἀ­βί­α­στα ὑ­πό ὁ­ρι­σμέ­νες συν­θῆ­κες.
 
Ἡ φρά­ση «ἐ­πει­δή βρέ­χει, θά μου­σκέ­ψουν ὅ­λα» ση­μαί­νει ἀρ­χι­κά «δι­ό­τι βρέ­χει...»· χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἐ­πο­μέ­νως μό­νον τή χρο­νι­κή ὑ­πό­τα­ξη «κα­θώς βρέ­χει...». Οὐ­σι­α­στι­κά ὅ­μως πρό­κει­ται γιά κά­τι πα­ρα­πά­νω». Μό­λις ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τό «ἐ­πει­δή» ὡς αἰ­τι­ο­λο­γι­κό, ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε καί τίς ἄλ­λες σχέ­σεις.
 
Ἡ γλώσ­σα τοῦ Ὁ­μή­ρου εἶ­ναι σχε­τι­κά φτω­χή σέ τέ­τοι­ες συν­δε­τι­κές λέ­ξεις μέ αἰ­τι­ο­λο­γι­κή ση­μα­σί­α. Ὅ­που ἐν­νο­οῦν­ται τέ­τοι­ες αἰ­τια­κές σχέ­σεις, ὑ­πο­δη­λώ­νον­ται ὡς ἐ­πί τό πλεῖ­στον ἔμ­με­σα, δη­λα­δή εἴ­τε ἡ σύν­δε­ση δέν δη­λώ­νε­ται κα­θό­λου εἴ­τε χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται λέ­ξεις πού δη­λώ­νουν τό­πο ἤ χρό­νο. Ὁ λό­γος ὅ­μως τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης κα­θί­στα­ται ἐ­φι­κτός, ὅ­ταν ἡ γλώσ­σα μπο­ρεῖ νά κά­νει αὐ­τήν τή δι­ά­κρι­ση. Αἰ­τι­ο­λο­γι­κούς συν­δέ­σμους καί με­το­χές πλή­ρους ἀ­να­πτυγ­μέ­νες συ­ναν­τοῦ­με ὄν­τως τόν 6ο αἰ­ώ­να, κα­θώς τό­τε δι­α­μορ­φώ­θη­καν ἡ κα­θα­ρή ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ, τό ὁ­ρι­στι­κό ἄρ­θρο, πού χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιά τούς ἀ­φαι­ρε­τι­κούς συλ­λο­γι­σμούς, καί κά­ποι­α ἄλ­λα πράγ­μα­τα.
 
Προ­φα­νῶς πρό­κει­ται γιά μί­α με­γά­λη ἑ­νια­ία πο­ρεί­α πού ἐ­πι­φέ­ρει αὐ­τήν τή δο­μι­κή με­τα­βο­λή στή γλώσ­σα καί κα­θι­στᾶ δυ­να­τή τήν ἐμ­φά­νι­ση τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς γλώσ­σας, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νει τόν λό­γο, τήν ἀ­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη - ἤ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς τό ὀ­νο­μά­σει κα­νείς - ἀ­πό τήν κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα.
 
Μπο­ρεῖ ἡ πο­ρεί­α αὐ­τή στή γλώσ­σα νά γί­νει ἀν­τι­λη­πτή μέ ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρο τρό­πο ἤ του­λά­χι­στον νά πε­ρι­γρα­φεῖ ἀ­κρι­βέ­στε­ρα;
 
Προ­φα­νῶς πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χει κά­τι στήν ἴ­δια τή γλώσ­σα πού νά μπο­ρεῖ νά ἀ­να­πτύσ­σε­ται - φυ­σι­κά εἰς βά­ρος κά­ποι­ου ἄλ­λου - ὥ­στε νά δο­θεῖ ἡ δυ­να­τό­τη­τα νά συγ­κρο­τη­θεῖ ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος καί σκέ­ψη. Σ’ αὐ­τήν τήν πε­ρί­πτω­ση ἐ­πι­βάλ­λε­ται νά ἀ­να­λύ­σου­με ἐ­ξαν­τλη­τι­κά τή γλώσ­σα.
 
Πρίν ἀ­πό με­ρι­κά χρό­νια προ­σπά­θη­σα νά πε­ρι­γρά­ψω τή δο­μή τῆς γλώσ­σας μέ γνώ­μο­να αὐ­τά τά ἐ­ρω­τή­μα­τα. Ὅ­πως ὅ­μως δι­α­πί­στω­σα, οὔ­τε οἱ φι­λό­λο­γοι οὔ­τε οἱ φι­λό­σο­φοι ἔ­μει­ναν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νοι ἀ­πό τό ἐγ­χεί­ρη­μά μου αὐ­τό. Πι­στεύ­ω πώς μπο­ρεῖ κα­νείς νά ἐν­το­πί­σει στή δο­μή τῆς γλώσ­σας τρί­α στοι­χεῖ­α: τό στοι­χεῖ­ο τῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης, τῆς ἔκ­φρα­σης καί τῆς προ­θε­τι­κό­τη­τας, τά ὁ­ποῖ­α δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται ὅ­που ἤ κυ­ρι­αρ­χί­α ἕ­νος ἐξ αὐ­τῶν σφρα­γί­ζει κά­θε φο­ρά μιά γλωσ­σι­κή μορ­φή. Στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό ὑ­πει­σέρ­χον­ται οἱ ψυ­χι­κές λει­τουρ­γί­ες, ὅ­πως τίς εἶ­δαν ὁ Dilthey καί ὁ Buhler. Ἀλ­λά ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη τῆς ψυ­χο­λο­γί­ας, ὅ­πως ἔ­δει­ξε στούς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους ὁ Husserl, οἱ λει­τουρ­γί­ες αὐ­τές δέν μπο­ροῦν νά ἀν­τα­γω­νί­ζον­ται τό πε­ρι­ε­χο­μέ­νο τῆς γλώσ­σας, για­τί τό οὐ­σι­α­στι­κό στή γλώσ­σα εἶ­ναι τό πνεῦ­μα, τό πε­ρι­ε­χό­με­νο δη­λα­δή καί ἡ ση­μα­σί­α.
 
Ὅ­λα ὅ­σα θί­ξα­με μέ­χρι στιγ­μῆς ἴ­σως γί­νουν σα­φέ­στε­ρα ὅ­ταν, ἐ­πί τῇ βά­σει αὐ­τῶν τῶν στοι­χεί­ων, ἑρ­μη­νεύ­σου­με τίς πα­ρα­τη­ρή­σεις πού κά­νει γιά πρώ­τη φο­ρά ἕ­νας ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας σχε­τι­κά μέ τό πῶς πρέτ­τει νά δοῦ­με τίς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πραγ­μά­των, ἄν θέ­λου­με νά κα­τα­νο­ή­σου­με τόν κό­σμο μέ τόν τρό­πο τῶν φυ­σι­κῶν ἐ­πι­στη­μῶν. Ἐ­δῶ φαί­νε­ται σα­φῶς ὁ ρό­λος τῆς γλώσ­σας. Ἀλ­λά πρίν ἀ­πό αὐ­τό ἄς κά­νου­με μιά ἀ­κό­μα σύν­το­μη πα­ρα­τή­ρη­ση γιά τό πῶς ἡ κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα χει­ρί­ζε­ται τίς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πραγ­μά­των καί πῶς μπο­ρεῖ κα­νείς νά μι­λή­σει π.χ. γιά μί­α «ἔν­νοι­α» τῶν χρω­μά­των, κα­θώς ἐ­δῶ ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­ται οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀν­τιρ­ρή­σεις.
 
Μέ τίς δη­λώ­σεις τῶν χρω­μά­των κί­τρι­νο, μπλέ, κόκ­κι­νο, κ.ο.κ.. ἔ­χου­με τήν ἀν­τί­θε­ση τῶν ἀ­πο­χρώ­σε­ων πού προσ­λαμ­βά­νουν οἱ αἰ­σθή­σεις μας. Ἄν μπο­ροῦ­με νά σκε­φτοῦ­με μιά ἐ­πι­στή­μη πού ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ αὐ­τά τά χρώ­μα­τα τά ὁ­ποῖ­α μᾶς συγ­κι­νοῦν ἰ­δι­αί­τε­ρα, π.χ. τή θε­ω­ρί­α το­ΰ Γκα­ΐ­τε γιά τά χρώ­μα­τα ἤ μί­α ἔ­ρευ­να γιά τό κί­τρι­νο καί τό μπλέ στούς πί­να­κες τοῦ Vermeer van Delft, τό­τε μπο­ρῶ ν’ ἀ­πο­δεί­ξω ὅ­τι τά χρώ­μα­τα ἔ­χουν «ἔν­νοι­α». Ἀλ­λά αὐ­τό δέν ἔ­χει νά κά­νει μέ τίς φυ­σι­κές ἐ­πι­στῆ­μες. Ἡ ἔν­νοι­α ἐ­δῶ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τό βί­ω­μα, πρό­κει­ται γιά ἐν­τύ­πω­ση, ἔκ­φρα­ση, κ.ο.κ., πράγ­μα­τα δη­λα­δή πού δέν βρί­σκον­ται στόν χῶ­ρο τοῦ ἀν­τι­κει­με­νι­κοῦ. Μπο­ρῶ ὅ­μως νά μι­λή­σω ἐ­πι­στη­μο­νι­κά γιά τήν ἔν­νοι­α τῶν χρω­μά­των, ἄν ἐν­νο­ῶ μ’ αὐ­τό τή σκο­πι­μό­τη­τά τους. Ἄν, γιά πα­ρά­δειγ­μα, πῶ ὅ­τι οἱ ρῶ­γες τῶν στα­φυ­λι­ῶν εἶ­ναι κυ­ρί­ως κόκ­κι­νες γιά νά ἐν­το­πί­ζον­ται ἀ­πό τά που­λιά, ἀν­τι­θέ­τως τά λου­λού­δια εἶ­ναι κυ­ρί­ως μπλέ, κί­τρι­να ἤ ἄ­σπρα γιά νά προ­σελ­κύ­ουν τά ἔν­το­μα. Ἔ­τσι το­πο­θε­τοῦ­με τά χρώ­μα­τα σέ ἐ­κλο­γι­κευ­μέ­νες σχέ­σεις. Ὅ­μως οὔ­τε αὐ­τό ἀ­πο­τε­λεῖ ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἐ­πι­στή­μη.
 
Ἡ ἐ­πι­στή­μη ἐ­πι­δι­ώ­κει νά εἶ­ναι «ἀν­τι­κει­με­νι­κή», θέ­λει δη­λα­δή νά γνω­ρί­σει τόν κό­σμο ὅ­πως αὐ­τός στέ­κε­ται ἀ­νε­ξάρ­τη­τος ἔ­ξω ἀ­πό ἐ­μᾶς. «Ἔλ­λο­γο» δέν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο πα­ρά τό δυ­νά­με­νο νά με­τρη­θεῖ.
 
Ὁ πρῶ­τος ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας πού ἀν­τι­με­τω­πί­ζει σύμ­φω­να μέ αὐ­τές τίς ἀρ­χές - ἐ­πι­στη­μο­νι­κά» - τίς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πραγ­μά­των, εἶ­ναι ὁ Δη­μο­κρι­τος. Ἐ­ξη­γεῖ μέ σα­φή­νεια ὅ­τι στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οἱ ἰ­δι­ό­τη­τες δέν ὑ­πάρ­χουν, ὅ­τι πρέ­πει κα­νείς νά τίς ἀ­πο­κλεί­σει γιά νά δεῖ αὐ­τό πού πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι. Κα­τά τόν Δη­μο­κρι­το, πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι μό­νον τά ἄ­το­μα, τά ὁ­ποῖ­α δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται με­τα­ξύ τους ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ γε­ω­με­τρι­κοῦ τους σχή­μα­τος.
 
Τί συμ­βαί­νει ἐ­δῶ; Μᾶς ἀ­ρέ­σει τό γλυ­κό μέ­λι - ὁ Δη­μο­κρι­τος κά­νει λό­γο γιά τό γλυ­κύ. Μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του, ἀ­πό μί­α ἰ­δι­ό­τη­τα πού ὑ­πῆρ­χε στό ἀν­τι­κεί­με­νο φτιά­χνει ἕ­να δι­κό του ἀν­τι­κεί­με­νο, ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό. Καί ἀ­πό τά δι­α­φο­ρε­τι­κά γνω­ρί­σμα­τα πού μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­χουν σέ δι­ά­φο­ρα ἀν­τι­κεί­με­να φτιά­χνει ἕ­να ἀ­κό­μη «γε­νι­κό­τε­ρο» ἀν­τι­κεί­με­νο, τήν ἰ­δι­ό­τη­τα. Ἔ­τσι ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι αὐ­τό πού θά δη­λω­νό­ταν μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση, δέν ὑ­πάρ­χει στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πάρ­χουν μό­νον τά ἐ­λά­χι­στα τμή­μα­τα ὕ­λης - ἑ­πο­μέ­νως τά πο­λύ μι­κρά ἀν­τι­κεί­με­να - πού δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται με­τα­ξύ τους ἀ­πό τό δι­α­φο­ρε­τι­κό τους σχῆ­μα, τό ἕ­να εἶ­ναι στρογ­γυ­λό, τό ἄλ­λο αἰχ­μη­ρό, κ.ο.κ.
 
Ἑ­πο­μέ­νως δέν χά­νον­ται ὅ­λες οἱ ἰ­δι­ό­τη­τες. Μέ­νουν μᾶλ­λον ἐ­κεῖ­νες πού ἀ­φο­ροῦν στό γε­ω­με­τρι­κό σχῆ­μα. Ἀ­πό τό σχῆ­μα αὐ­τό, πού εἶ­ναι ἀν­τι­κει­με­νι­κό καί πραγ­μα­τι­κό, ἀ­πο­δε­χό­μα­στε ὅ,τι μπο­ρεῖ νά συλ­λη­φθεῖ μα­θη­μα­τι­κά. Αὐ­τό τό μα­θη­μα­τι­κό στοι­χεῖ­ο ὑ­περ­βαί­νει ὅ­μως καί τήν κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα καί τήν ἀ­λή­θεια πού μπο­ρεῖ νά δι­α­πι­στω­θεῖ ἐμ­πει­ρι­κά, κα­θώς δί­νου­με ὁ­πωσ­δή­πο­τε βά­ρος στίς λέ­ξεις, ὅ­πως εἴ­δα­με καί στήν πε­ρι­πτω­ση τοῦ ἀ­πεί­ρου. Οἱ ἔν­νοι­ες «στρογ­γυ­λό» ἤ «εὐ­θύ» δη­λώ­νουν τό στρογ­γυ­λό ἤ εὐ­θύ κα­τά τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε αὐ­τά νά μήν ὑ­πάρ­χουν πλέ­ον στόν κό­σμο.
 
Ἡ τά­ση γιά ἀν­τι­κει­με­νι­κο­ποί­η­ση ὑ­πο­λαν­θά­νει στήν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λη­νι­κή ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλί­οσ­σα, κα­θώς ἡ ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς γνώ­σης κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πό τήν ὅ­ρα­ση καί ἀ­πό τή γνώ­ση πού ἀ­πο­κτᾶ­ται μέ­σω αὐ­τῆς. Ἡ ὅ­ρα­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως ἡ ἔν­νοι­α μέ­σω τῆς ὁ­ποί­ας μᾶς πα­ρου­σι­ά­ζον­ται τά πράγ­μα­τα ἀν­τι­κει­με­νι­κά, ἔ­ξω ἀ­πό μᾶς. Ἡ ἀ­φαί­ρε­ση, αὐ­τό τό θε­με­λι­ῶ­δες μέ­σο γιά τή δη­μι­ουρ­γί­α κα­τάλ­λη­λων φι­λο­σο­φι­κῶν καί ἐ­πι­στη­μο­νι­κὼν ἐν­νοι­ῶν, ἱ­δρύ­ει καί αὐ­τή ἀν­τι­κεί­με­να. Ὅ,τι μπο­ρεῖ νά συλ­λη­φθεῖ ἀρ­χι­κῶς ὡς ἐ­πί­θε­το ἤ ρῆ­μα δέν με­τα­τρέ­πε­ται, μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του ἤ τοῦ ρή­μα­τος, σέ κα­τ’ οὐ­σί­αν ἀν­τι­κεί­με­νο, ἀλ­λά σέ ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς σκέ­ψης. Ἔ­τσι δι­ευ­ρύ­νε­ται ἡ λε­ξι­λο­γι­κή κα­τη­γο­ρί­α πού στήν προ­ε­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα χρη­σι­μεύ­ει προ­παν­τός γιά νά πα­ρα­στή­σει τόν κό­σμο στήν πλη­ρό­τη­τά του καί δη­μι­ουρ­γοῦν­ται και­νούρ­για ἀν­τι­κεί­με­να στά ὁ­ποῖ­α μπο­ρεῖ κα­νείς νά προσ­δώ­σει μιά πιό ἀν­τι­κει­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πό αὐ­τήν τα­ῶν ὑ­λι­κῶν ἀν­τι­κεί­με­νων.
 
Ἡ γλώσ­σα εἶ­ναι τό πε­δί­ο ὅ­που πάν­τα συ­ναν­τῶν­ται οἱ δι­ά­φο­ρες νο­η­τι­κές λει­τουρ­γί­ες καί πάν­τα θά μπο­ροῦν ἐκ νέ­ου νά συ­ναν­τῶν­ται. Ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ὅ­μως γλώσ­σα βα­σί­ζε­ται στό ὅ­τι σέ αὐ­τήν προ­βάλ­λε­ται τό ἀν­τι­κει­με­νι­κό, ἀ­να­πα­ρα­στα­τι­κό στοι­χεῖ­ο τό­σο ἔν­το­να, ὥ­στε συν­θλί­βει σέ ἀρ­κε­τά με­γά­λο βαθ­μό αὐ­τό πού ὀ­νο­μά­ζου­με ἐν πολ­λοῖς «γλώσ­σα».
 
Ὁ φι­λό­λο­γος μπο­ρεῖ, ὅ­ταν ἐ­ξε­τά­ζει μιά ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα, νά ἀ­πο­ρή­σει σέ τί μᾶς ὠ­φε­λεῖ μιά τέ­τοι­α χρή­ση τῆς γλώσ­σας. Τό γε­γο­νός ὅ­μως ὅ­τι ὠ­φε­λού­μα­στε - καί γι’ αὐ­τό δέν πρέ­πει ν’ ἀμ­φι­βάλ­λου­με κα­θό­λου - μᾶλ­λον ὀ­φεί­λε­ται στό ὅ­τι ἡ γλώσ­σα μᾶς προ­σφέ­ρε­ται γιά τέ­τοι­ες πε­ρι­πέ­τει­ες. Του­λά­χι­στον οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες, πού ἔ­χουν ἐκ­φρα­στεῖ μέ σκε­πτι­κι­σμό γιά τίς δυ­να­τό­τη­τές της, τόλ­μη­σαν νά τήν δο­κι­μά­σουν σ’ αὐ­τούς τούς τρό­πους.
-----------------------
[1] Ὅλους αὐτούς τούς ὅρούς ἐξέτασε ὁ Κ. v. Fritz σέ τρεῖς μελέτες του: «Νοῦς άπό νοεῖν in the Homeric poems», Class. Philol. 38, 1943 , σσ. 79-93· «Νοῦς, νοεῖν and their derivatives in Pre-Socratic philosophy I», .π. 40, 1945, σσ. 223-242·
II, ὅ.π. 41, 1946, σσ. 12-34. Ἐπίσης πρβλ. Gert Plambock, Erfassen, Gegenwartigen, Innesein. Aspekte homerischen Psychologie, διατρ. Kiel 1959 (δακτυλογρ.). 
[2] Δέν μπορῶ φυσικά νά ὑπεισέλθω σέ ζητήματα ἰατρικῆς πού ἀνακύπτουν ἐδῶ. Ἄν εἶναι ὁ ἐγκέφαλος πού κυβερνᾶ, τότε κανείς δέν θά ἰσχυριζόταν πώς οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου δέν διέθεταν πλήρως ἀνεπτυγμένο ἐγκέφαλο. Τό ζήτημα εἶναι κατά πόσον μπόρεσαν συνειδητά νά τόν θέσουν σέ δραστηριότητα καί νά τόν δοκιμάσουν. Λέξεις γιά τό «ἐρευνῶ» ἔχουμε στά ἀρχαῖα ἑλληνικά του 5ου αἰώνα π.Χ.: δίζημαι στόν Ἡράκλειτο Β 101 (στόν Ὅμηρο «ἀναζητῶ μέ τά μάτια κάποιον, ἐπιθυμῶ, ζητῶ κάποιον, ἐπιδιώκω κάτι. προσπαθῶ νά κερδίσω»)· ἐρευνάω ἀπό τόν Πίνδαρο καί τόν Αἰσχύλο καί στό ἑξῆς (στόν Ὅμηρο «ἀνιχνεύω, ἰχνηλατῶ»)· ζητῶ ἀπό τόν Πλάτωνα καί τόν Ξενοφώντα καί στό ἑξῆς (στόν Ὅμηρο «ἀναζητῶ»)· ἱστορέω ἀπό τόν Αίσχύλο καί στό ἑξῆς· πεύθομαι/πυνθάνομαι στόν Ὅμηρο σημαίνει «μαθαίνω κάτι, ζητῶ πληροφορίες γιά κάτι». 
[3] Γιά τό ἐρώτημα τῆς Σαπφοῦς «Ποιό εἶναι τό ὡραιότερο;» (16L-P), τόν προβληματισμό τοῦ Ἀλκαίου γιά τόν «πραγματικό» φίλο (333L-P) καί τοῦ Σιμωνίδη γιά τόν «ἀληθινά» ἀγαθόν ἄνθρωπο (4D), βλ. Aufbau der Sprache (2η ἔκδ.), 188, καί Poetry and Society, 34, 47 καί 51. 
[4] Γιά τό ὅτι ἡ ἔννοια «λιοντάρι» εἶναι δυνατή, ἐπειδή τό οὐσιαστικό ὡς κατηγορούμενο ἔχει «γενική» σημασία, βλ. Ἡ Ἀνακάλυψη τοῦ Πνεύματος, ὅ.π., σσ. 300-301.