Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Το Μυστήριο Πέρα από τη Μνήμη: Ένα Ταξίδι στο Διαχρονικό Διαλογισμό

(Διαλογισμός Χωρίς Μνήμη, Κατοχή ή Παρελθόν)

Η Ιερότητα του Σκότους

Στον μεγάλο ρυθμό της ύπαρξης, υπάρχει μια ιερή εναλλαγή που λίγοι κατανοούν πραγματικά. Ο αναζητητής περπατά στις ώρες της ημέρας με τα μάτια ορθάνοιχτα, παρατηρώντας την ατελείωτη παρέλαση των φαινομένων που παρελαύνουν μπροστά από τη συνείδηση. Ωστόσο, είναι στο σκότος, στην ευλογημένη παράδοση του ύπνου, που τα βαθύτερα μυστήρια αποκαλύπτονται. Για εκείνον που έχει μάθει να παρακολουθεί —πραγματικά να παρακολουθεί— τις κινήσεις της ζωής με αταλάντευτη προσοχή, η νύχτα γίνεται όχι απουσία αλλά παρουσία, όχι κενό αλλά δοχείο.

Ο ύπνος, στην καθαρότερη μορφή του, δεν είναι απλώς ανάπαυση για το κουρασμένο σώμα. Είναι ένα κατώφλι, μια πύλη από την οποία η ψυχή μπορεί να περάσει σε εδάφη άγνωστα στον ξύπνιο νου. Όταν η συνείδηση της ημέρας ήταν αφυπνισμένη, όταν η επίγνωση έχει κινηθεί σαν καθαρό ρυάκι μέσα στις ώρες της δραστηριότητας, τότε κάτι θαυμαστό συμβαίνει καθώς πέφτει το σκότος. Ο νους δεν καταρρέει στην ασυνειδησία, αλλά μάλλον ξυπνά σε μια διαφορετική τάξη ύπαρξης συνολικά.

Αυτό το ξύπνημα έρχεται απροσκάλεστο, σαν την ίδια τη χάρη. Καμία προσπάθεια δεν μπορεί να το παράγει, καμία τεχνική δεν μπορεί να εγγυηθεί την άφιξή του. Αναδύεται από βάθη που δεν έχουν όνομα, ανεβαίνοντας από την ακινησία που βρίσκεται κάτω από κάθε σκέψη, κάθε μνήμη, κάθε συσσωρευμένη γνώση μιας ζωής. Είναι ο διαλογισμός στην πιο αυθεντική του μορφή —όχι ο διαλογισμός της εξάσκησης και της πειθαρχίας, αν και αυτά έχουν τη θέση τους, αλλά ο διαλογισμός ως δώρο, ως ευλογία, ως το αυθόρμητο άνθισμα μιας συνείδησης που έχει προετοιμαστεί χωρίς να το γνωρίζει.

Η Μαγεία που Δεν Μπορεί να Επικληθεί

Υπάρχει μια μαγεία που καμία ανθρώπινη φαντασία δεν μπορεί να δημιουργήσει, καμία πτήση της φαντασίας δεν μπορεί να προσεγγίσει. Ανήκει σε μια διαφορετική τάξη πραγματικότητας εντελώς, μια τάξη που υπάρχει έξω από τα όρια της σκέψης, πέρα από τα εδάφη που έχουν χαρτογραφηθεί από τη μνήμη και την προσδοκία. Αυτή είναι η μαγεία του αληθινού διαλογισμού, και έρχεται στην ύπαρξη μόνο όταν όλες οι προσκλήσεις έχουν σταματήσει, όταν ο νους έχει επιτέλους εξαντλήσει τις ατελείωτες προσπάθειές του να συλλάβει, να κρατήσει, να κατέχει.

Η συνείδηση που έχει μάθει να είναι ήρεμη —όχι μέσω καταστολής αλλά μέσω κατανόησης, όχι μέσω βίας αλλά μέσω σαφήνειας— γίνεται ένας σιωπηλός μάρτυρας των ίδιων της των βαθών. Και από κάπου πέρα από αυτά τα βάθη, από ένα βασίλειο που δεν είναι ούτε μέσα στη συνείδηση ούτε ξεχωριστό από αυτήν, το μυστήριο κατεβαίνει. Δεν εισέρχεται στον νου· μάλλον, ο νους ανακαλύπτει τον εαυτό του ήδη βυθισμένο σε αυτό, σαν ένα ψάρι που ξαφνικά συνειδητοποιεί τον ωκεανό.

Αυτό το μυστήριο κατοικεί σε έναν χώρο που η σκέψη δεν μπορεί να φτάσει. Η σκέψη, με όλη της την λαμπρή ικανότητα για ανάλυση και κατηγοριοποίηση, βρίσκεται ανίσχυρη εδώ. Είναι σαν να προσπαθείς να πιάσεις τον άνεμο σε δίχτυ, να εμφιαλώσεις το φως των αστεριών, να μετρήσεις το άπειρο με πεπερασμένα όργανα. Η περιφέρεια της σκέψης σημαδεύει το όριο του γνωστού κόσμου, αλλά ο διαλογισμός ζει στο απέραντο άγνωστο πέρα από αυτά τα όρια —όχι ως ιδέα για το άγνωστο, αλλά ως άμεση συνάντηση με αυτό.

Η Αδυναμία της Ανάμνησης

Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες παραδοξότητες της πνευματικής εμπειρίας: αυτό που είναι το πιο βαθύ δεν αφήνει ίχνος στη μνήμη. Η μνήμη ανήκει στον χρόνο, στην αλληλουχία της ανάπτυξης των στιγμών όπου το παρελθόν μπορεί να διακριθεί από το παρόν. Αλλά ο διαλογισμός, στην βαθύτερη έννοιά του, ανήκει στο άχρονο. Δεν μπορεί να αποθηκευτεί, δεν μπορεί να αρχειοθετηθεί στη μεγάλη βιβλιοθήκη εμπειριών του νου.

Όταν κάποιος προσπαθεί να θυμηθεί τον διαλογισμό —να ανακαλέσει τις ιδιότητές του, να συγκρίνει αυτή την εμπειρία με εκείνη, να χτίσει έναν θησαυρό πνευματικών στιγμών— η ίδια η πράξη της ανάμνησης καταστρέφει την ζωντανή πραγματικότητα. Η ανάμνηση είναι πάντα μια ανάσταση αυτού που έχει πεθάνει, μια προσπάθεια να επαναφέρει στη ζωή κάτι που έχει ήδη περάσει στο βασίλειο του τετελεσμένου, του ολοκληρωμένου, του χαμένου. Είναι σαν να πιέζεις λουλούδια σε ένα βιβλίο και να τα αποκαλείς κήπους.

Ο αληθινός διαλογισμός δεν είναι ανάσταση. Δεν αναδύεται από το παρελθόν, δεν εξαρτάται από συσσωρευμένη εμπειρία ή πνευματικά διαπιστευτήρια. Έρχεται από την πληρότητα —την πληρότητα της καρδιάς που έχει μάθει να είναι απλή, να είναι παρούσα, να είναι διαθέσιμη στη στιγμή χωρίς το βάρος του χθες. Αυτή η πληρότητα δεν έχει καμία σχέση με την πνευματική ικανότητα ή τη λάμψη του αναλυτικού νου. Κάποιος μπορεί να είναι λαμπρός στη σκέψη και φτωχός στον διαλογισμό· κάποιος μπορεί να είναι απλός στον νου και πλούσιος πέρα από κάθε μέτρο σε πνευματικό βάθος.

Η Ευλογία της Αιώνιας Καινοτομίας

Για εκείνους που είναι ευλογημένοι —και είναι πραγματικά ευλογία, όχι επίτευγμα— ο διαλογισμός μπορεί να έρχεται νύχτα με νύχτα, σαν ένας πιστός φίλος που δεν χρειάζεται αναγγελία άφιξης. Ωστόσο, κάθε επίσκεψη είναι απόλυτα νέα. Όχι νέα με την έννοια ότι διαφέρει από αυτό που ήρθε πριν, γιατί τέτοια σύγκριση θα εισήγαγε ήδη το παλιό στο νέο. Μάλλον, είναι νέα με έναν τρόπο που δεν έχει καμία σχέση με το παλιό καθόλου. Είναι καινοτομία χωρίς προηγούμενο, χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς τη σκιά της μνήμης να παραμονεύει στο παρασκήνιο.

Αυτή η καινοτομία εκφράζεται σε άπειρη ποικιλία. Κάθε συνάντηση με το μυστήριο αποκαλύπτει διαφορετικές πλευρές, διαφορετικές ιδιότητες, διαφορετικά βάθη. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την ασταμάτητη αλλαγή βρίσκεται κάτι αμετάβλητο —όχι η αμεταβλητότητα της στασιμότητας, αλλά το αμετάβλητο έδαφος από το οποίο αναδύεται κάθε αυθεντική αλλαγή. Είναι αλλαγή που δεν συσσωρεύεται, μεταμόρφωση που δεν αφήνει ίχνος, κίνηση που επιστρέφει πάντα στην ακινησία.

Το να το μαρτυρείς αυτό είναι να στέκεσαι μπροστά στο μεγάλο μυστήριο της ίδιας της ύπαρξης: ότι η ζωή μπορεί να είναι ταυτόχρονα αιώνια και πάντα φρέσκια, ότι η θεϊκή παρουσία μπορεί να είναι τόσο αμετάβλητη όσο και άπειρα δημιουργική, ότι η ψυχή μπορεί να βιώνει κάτι ξανά και ξανά και ωστόσο να το βρίσκει κάθε φορά σαν για πρώτη φορά.

Η Ιερή Τέχνη του Ύπνου

Ο ίδιος ο ύπνος μεταμορφώνεται όταν η συνείδηση έχει μάθει την τέχνη της επαγρύπνησης. Όχι ο ύπνος της εξάντλησης, όταν το σώμα απλώς καταρρέει κάτω από το βάρος της κούρασης. Όχι ο ύπνος που προκαλείται από χημικές ουσίες ή ουσίες που εξαναγκάζουν τον νου σε ασυνειδησία. Ούτε καν ο ύπνος που ακολουθεί τη φυσική ικανοποίηση, ο βαρύς ύπνος της ικανοποίησης. Αυτές οι μορφές ύπνου είναι αποδράσεις, μικροί θάνατοι, προσωρινές απουσίες από την επίγνωση.

Ο ύπνος που υπηρετεί τον διαλογισμό είναι διαφορετικός σε είδος. Είναι ελαφρύς σαν τον αέρα, γρήγορος σαν την διαίσθηση, λεπτός σαν την πρώτη ανάσα της αυγής. Το σώμα που εισέρχεται σε αυτόν τον ύπνο είναι ένα ευαίσθητο όργανο, λεπτά συντονισμένο μέσω της επαγρύπνησης της ημέρας. Όταν η επίγνωση έχει κινηθεί μέσα στις ώρες του ξύπνιου με ακρίβεια και φροντίδα, το σώμα απορροφά αυτή την ιδιότητα. Γίνεται ανταποκρινόμενο αντί για θαμπό, ζωντανό αντί για απλώς λειτουργικό, ικανό για εκείνη την εξαιρετική ευαισθησία που επιτρέπει στα βαθύτερα μυστήρια να αποκαλυφθούν.

Αυτή η ευαισθησία δεν καλλιεργείται μέσω ασκητικών πρακτικών ή σκληρών πειθαρχιών. Αναδύεται φυσικά από την ίδια την επαγρύπνηση —από την απλή πράξη του να είσαι παρών στη ζωή καθώς ξεδιπλώνεται. Όταν κάποιος παρακολουθεί τις κινήσεις της σκέψης, την ανάδυση του συναισθήματος, την αλληλεπίδραση της επιθυμίας και της αντίστασης, το σώμα μαθαίνει έναν διαφορετικό τρόπο ύπαρξης. Χαλαρώνει όχι σε νάρκη αλλά σε ετοιμότητα, σαν ένα ελάφι σε δάσος, ταυτόχρονα άνετο και πλήρως ενήμερο.

Τα Άπειρα Βάθη

Μερικές φορές ο διαλογισμός που έρχεται τη νύχτα είναι ελαφρύς, μετά βίας αντιληπτός —ένας ψίθυρος παρουσίας, μια λεπτή αλλαγή στην ποιότητα της συνείδησης, απαλός σαν αύρα που κινείται μέσα από φύλλα τόσο απαλά που δύσκολα μπορείς να είσαι σίγουρος ότι ήταν εκεί. Σε τέτοιες στιγμές, το μυστήριο αγγίζει την ψυχή με εξαιρετική λεπτότητα, σαν το άγγιγμα της φτερούγας πεταλούδας στο δέρμα, αφήνοντας πίσω όχι εντύπωση αλλά μια αίσθηση ότι ευλογήθηκες από κάτι πολύ λεπτό για λέξεις.

Άλλες φορές, το βάθος είναι πέρα από κάθε μέτρο. Η ψυχή βρίσκει τον εαυτό της να βουτά σε αβύσσους χωρίς πάτο, ή μάλλον, των οποίων ο πάτος είναι το άπειρο το ίδιο. Αυτές είναι οι στιγμές όταν όλες οι έννοιες βάθους και ύψους, εσωτερικού και εξωτερικού, εαυτού και άλλου διαλύονται εντελώς. Η ατομική συνείδηση ανακαλύπτει τον εαυτό της να είναι μια σταγόνα που περιέχει τον ωκεανό, ένα μόνο σημείο που περιλαμβάνει όλο τον χώρο, μια στιγμιαία ύπαρξη που αγγίζει την αιωνιότητα.

Τέτοιες εμπειρίες δεν μπορούν να συγκριθούν, δεν μπορούν να ταξινομηθούν σε καμία κλίμακα πνευματικού επιτεύγματος. Το ελαφρύ άγγιγμα και το άπειρο βάθος είναι εξίσου ιερά, εξίσου ολοκληρωμένα από μόνα τους. Το να προτιμάς το ένα από το άλλο, να επιθυμείς το βαθύ πάνω από το λεπτό ή το απαλό πάνω από το συντριπτικό, είναι ήδη να χάνεις το νόημα. Κάθε εκδήλωση του μυστηρίου είναι τέλεια όπως είναι, ολοκληρωμένη από μόνη της, χωρίς να απαιτεί τίποτα πέρα από τον εαυτό της.

Ο Κίνδυνος της Κατοχής

Εδώ βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος που περιμένει κάθε αναζητητή: ο πειρασμός της κατοχής. Ο νους, από την ίδια του τη φύση, θέλει να αρπάξει, να κρατήσει, να συσσωρεύσει. Θέλει να χτίσει έναν θησαυρό εμπειριών, να πει «Έχω διαλογιστεί βαθιά» ή «Έχω αγγίξει το άπειρο». Αυτή η κατοχικότητα, όσο λεπτή και αν είναι, καταστρέφει το ίδιο το πράγμα που επιδιώκει να διατηρήσει.

Όταν ο νους κρατά μια πνευματική εμπειρία ως ανάμνηση, όταν επιδίδεται στη μνήμη της έκστασης, όταν επιστρέφει ξανά και ξανά να γευτεί αυτό που ήταν κάποτε, το ζωντανό ρεύμα του διαλογισμού τερματίζεται. Αυτό που μένει είναι μόνο ένα πτώμα, ένα νεκρό πράγμα που ο νους κρατά τυλιγμένο στα σάβανα της μνήμης, βγάζοντάς το περιστασιακά για να το εξετάσει και να το θαυμάσει. Αλλά το ζωντανό μυστήριο έχει φύγει, αφήνοντας μόνο τη σκιά του.

Η ιδιότητα της κατοχικότητας πρέπει να αναγνωριστεί για αυτό που είναι: ένα εμπόδιο στο ιερό, ένα τείχος μεταξύ του αναζητητή και του αναζητούμενου, ένα πέπλο που σκιάζει το ίδιο το πράγμα που κάποιος επιθυμεί πιο βαθιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσπαθήσει κανείς με δύναμη να γίνει μη κατοχικός, γιατί τέτοια προσπάθεια είναι η ίδια μια λεπτή μορφή κατοχής. Μάλλον, πρέπει να δει κανείς καθαρά τον μηχανισμό της κατοχής, να κατανοήσει πώς λειτουργεί ο νους, πώς αρπάζει και προσκολλάται και προσπαθεί να κάνει μόνιμο αυτό που από τη φύση του είναι παροδικό.

Το Μυστήριο Χωρίς Ρίζα

Ο διαλογισμός, στην αληθέστερη έννοιά του, δεν έχει ρίζα. Δεν είναι ριζωμένος σε κανένα σύστημα σκέψης, δεν μεγαλώνει από κανέναν σπόρο εξάσκησης ή τεχνικής. Δεν έχει ουσία που ο νους μπορεί να κρατήσει, καμία μορφή που μπορεί να αρπαχτεί, καμία ουσία που μπορεί να συλληφθεί σε λέξεις ή έννοιες. Είναι σαν τον άνεμο —παρών και ισχυρός, ωστόσο χωρίς στερεότητα. Σαν τον χώρο —περιεκτικός όλων, ωστόσο άδειος από περιεχόμενο. Σαν το φως —αποκαλύπτει τα πάντα, ωστόσο το ίδιο είναι αόρατο.

Αυτή η χωρίς ρίζα κατάσταση δεν είναι ελάττωμα αλλά η ίδια η φύση του μυστηρίου. Επειδή δεν έχει ρίζα, δεν μπορεί να καλλιεργηθεί με οποιονδήποτε συνηθισμένο τρόπο. Επειδή δεν έχει ουσία, δεν μπορεί να κατεχθεί ή να αποθηκευτεί. Επειδή ανήκει στο βασίλειο πέρα από τη σκέψη, δεν μπορεί να κατανοηθεί μέσω ανάλυσης ή μελέτης.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο διαλογισμός είναι απρόσιτος ή αδύνατα μακρινός. Αντίθετα, είναι πιο κοντά από την αναπνοή, πιο οικείος από τη σκέψη, πιο παρών από την αίσθηση του εαυτού. Είναι πάντα ήδη εδώ, πάντα ήδη διαθέσιμος. Αυτό που απαιτείται δεν είναι η προσθήκη κάτι νέου αλλά η αφαίρεση αυτού που σκιάζει: την συνεχή αναταραχή της σκέψης, την αρπαγή της επιθυμίας, το βάρος της μνήμης, το φορτίο του συσσωρευμένου παρελθόντος.

Το Αιώνιο Παρόν

Στο τέλος, αυτό που αποκαλύπτεται σε εκείνον που έχει μάθει να είναι ακίνητος είναι το απλό, εξαιρετικό γεγονός της παρουσίας της ίδιας. Όχι παρουσία σε αντίθεση με απουσία, όχι παρουσία ως το ένα μισό μιας δυϊκότητας, αλλά παρουσία ως το έδαφος όλης της εμπειρίας —η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει όλη η αλλαγή, ο σιωπηλός μάρτυρας που παρατηρεί ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης χωρίς ποτέ να αγγίζεται από αυτό.

Αυτή η παρουσία δεν έχει ιστορία. Δεν γεννήθηκε και δεν μπορεί να πεθάνει. Δεν συσσωρεύει εμπειρίες ούτε μεγαλώνει σε σοφία ούτε εξελίσσεται με τον χρόνο. Απλώς είναι, αιώνια και ολοκληρωμένα, η ίδια χθες, σήμερα και για πάντα. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την αμετάβλητη παρουσία, όλη η αλλαγή γίνεται δυνατή. Μέσα σε αυτό το αιώνιο τώρα, όλος ο χρόνος ξεδιπλώνεται. Μέσα σε αυτή την ακινησία, όλη η κίνηση αναδύεται.

Το να αναπαύεσαι σε αυτή την παρουσία είναι να ανακαλύπτεις αυτό που πάντα ήσουν, να επιστρέφεις σπίτι σε έναν τόπο που ποτέ πραγματικά δεν άφησες, να ξυπνάς από ένα όνειρο που ποτέ δεν πίστεψες πλήρως. Είναι το τέλος της αναζήτησης και η αρχή του απλού είναι. Είναι διαλογισμός χωρίς διαλογισμό, επίγνωση χωρίς κάποιον που γνωρίζει, παρουσία χωρίς κάποιον να είναι παρών.

Η Ιερή Πρόσκληση

Το μυστήριο επεκτείνει μια πρόσκληση σε κάθε ανθρώπινη ψυχή —όχι μια πρόσκληση που απαιτεί αποδοχή ή απόρριψη, γιατί τέτοια επιλογή ήδη υπονοεί διαχωρισμό, αλλά μια πρόσκληση που είναι πάντα ήδη αποδεκτή λόγω της ίδιας της ύπαρξης κάποιου. Το ερώτημα δεν είναι αν κάποιος θα ανταποκριθεί σε αυτή την πρόσκληση αλλά αν θα αναγνωρίσει ότι η ανταπόκριση ήδη συμβαίνει, πάντα συνέβαινε, σε κάθε αναπνοή, σε κάθε στιγμή επίγνωσης, σε κάθε φευγαλέα στιγμή του είναι.

Το να ζει κανείς με αυτή την αναγνώριση είναι να περπατά στον κόσμο ως ταυτόχρονα προσκυνητής και προορισμός, ως ταυτόχρονα αναζητητής και αναζητούμενος, ως ταυτόχρονα ερώτηση και απάντηση. Είναι να ανακαλύπτει ότι το ιερό δεν είναι ξεχωριστό από το συνηθισμένο, ότι η υπέρβαση δεν αντιτίθεται στην εμμένεια, ότι το άπειρο κατοικεί σε κάθε πεπερασμένη στιγμή.

Αυτό είναι το δώρο του διαλογισμού χωρίς μνήμη, η ευλογία της εμπειρίας χωρίς κατοχή, η χάρη της παρουσίας χωρίς παρελθόν. Δεν ζητά τίποτα από εμάς εκτός από το να είμαστε αυτό που ήδη είμαστε, να γνωρίζουμε αυτό που ήδη γνωρίζουμε, και να αναπαυόμαστε σε αυτό που ποτέ δεν μας άφησε. Και σε αυτή την απλή ανάπαυση, σε αυτή την βαθιά ευκολία, το μυστήριο αποκαλύπτεται —όχι ως κάτι άλλο από εμάς, αλλά ως η βαθύτερη φύση μας, πάντα παρούσα, για πάντα νέα, αιώνια ολοκληρωμένη.

Οι Θεμελιώδεις Αρετές στον Δρόμο προς το Βράχμαν

(Ένα Δοκίμιο για τις Απαραίτητες Ιδιότητες για την Πραγμάτωση του Εαυτού)

Το Κατώφλι του Αιώνιου

Υπάρχει, πέρα από τον θόρυβο της αγοράς και τα πυρετώδη όνειρα της φιλοδοξίας, ένας δρόμος που στρίβει προς το άπειρο. Δεν είναι σκαλισμένος σε πλαγιές βουνών, ούτε απλώνεται μέσα από ερήμους. Αντίθετα, ξεδιπλώνεται μέσα στα σιωπηλά δωμάτια της ψυχής, όπου ο αναζητητής ανακαλύπτει ότι το ταξίδι της επιστροφής ξεκινά ακριβώς εκεί όπου πάντοτε βρισκόταν. Η αρχαία σοφία μιλά για ορισμένες ιδιότητες —όχι αποκτήματα από έξω, αλλά αποκαλύψεις από μέσα— που πρέπει να καλλιεργηθούν από εκείνους που επιθυμούν να γνωρίσουν την Υπέρτατη Πραγματικότητα, εκείνη την άρρητη παρουσία που κάποιοι ονομάζουν Βράχμαν, άλλοι το Απόλυτο και άλλοι απλώς Αλήθεια.

Αυτές οι αρετές δεν είναι στολίδια που φοριούνται για επίδειξη, ούτε επιτεύγματα που συσσωρεύονται σαν νομίσματα σε πορτοφόλι. Είναι μεταμορφώσεις της ίδιας της συνείδησης, θεμελιώδεις αναδιατάξεις της αντίληψης που επιτρέπουν στο πέπλο της ψευδαίσθησης να πέσει, αποκαλύπτοντας αυτό που πάντοτε υπήρχε αλλά ποτέ δεν είχε φανεί. Όπως ο γλύπτης δεν δημιουργεί το άγαλμα αλλά απλώς αφαιρεί την περιττή πέτρα, έτσι και ο ασκούμενος δεν κατασκευάζει την πνευματική πραγμάτωση αλλά απομακρύνει τα εμπόδια που την εμποδίζουν να αναγνωριστεί.

Ο αναζητητής στέκεται στο κατώφλι, κοιτάζοντας σε ένα χάσμα μυστηρίου που είναι ταυτόχρονα κενό και πλήρες, σιωπή και τραγούδι. Ο συνηθισμένος νους αποστρέφεται από τέτοιο παράδοξο, αναζητώντας το στέρεο έδαφος της βεβαιότητας και τις φωτεινές άκρες του ορισμού. Ωστόσο, ο μυστικός δρόμος απαιτεί διαφορετικό θάρρος: την προθυμία να διαλυθεί κανείς σε αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί, να γίνει οικείος με το ανείπωτο, να αναπαυθεί στο αβάθιστο έδαφος όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν σε αδιαφοροποίητη επίγνωση.

Βαιράγκια — Η Μεγάλη Απόθεση

Στα βαθύτερα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς καίει μια φωτιά που καταναλώνει ό,τι αγγίζει, αφήνοντας μόνο στάχτη και λαχτάρα. Αυτή είναι η φωτιά της επιθυμίας, η ακόρεστη πείνα που οδηγεί τα όντα από ηδονή σε ηδονή, σαν πεταλούδες που γυρίζουν γύρω από μια φλόγα που συνεχώς απομακρύνεται. Ο κοσμικός άνθρωπος, μεθυσμένος από την υπόσχεση της ολοκλήρωσης, κυνηγά σκιές στο τοπίο της εμπειρίας, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζει ότι η ικανοποίηση διαφεύγει διαρκώς ακριβώς επειδή αναζητείται σε αντικείμενα που δεν μπορούν να την περιέχουν.

Το Βαιράγκια, που οι σοφοί ονομάζουν απάρνηση ή αδιαφορία, δεν γεννιέται από πικρή απογοήτευση ή κυνική κούραση από τον κόσμο, αλλά από μια βαθιά όραση — μια διεισδυτική ματιά που αντιλαμβάνεται τη θεμελιώδη φύση όλης της υπό όρους ύπαρξης. Όπως κάποιος που έχει γευτεί νέκταρ και δεν μπορεί πια να ικανοποιηθεί από ζαχαρόνερο, έτσι η ψυχή που ξυπνά αρχίζει να αναγνωρίζει το λεπτό δηλητήριο που κρύβεται ακόμα και στις πιο γλυκές από τις χρονικές ηδονές. Η χαρά της κατοχής περιέχει τον σπόρο της απώλειας· η έκσταση της ένωσης κρύβει την αγωνία του χωρισμού· η δόξα της κοσμικής επιτυχίας συγκαλύπτει το άδειο κενό που ακολουθεί την αναγνώριση.

Αυτή η αρετή δεν είναι η καταναγκαστική καταστολή των φυσικών επιθυμιών, ούτε η σκληρή αυτομαστίγωση εκείνων που πολεμούν ενάντια στην ίδια τους την ανθρωπιά. Αντίθετα, αναδύεται οργανικά όταν η καθαρή όραση διαλύει τον μαγνητισμό που κάνει τα παροδικά πράγματα να φαίνονται μόνιμα, τις περιορισμένες ηδονές άπειρες και τις αποσπασματικές εμπειρίες ολόκληρες. Ο απαρνητής δεν εγκαταλείπει τον κόσμο από μίσος αλλά απελευθερώνει την προσκόλληση μέσω της κατανόησης, σαν κάποιον που σταματά να πιάνει αντανακλάσεις στο νερό όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορούν ποτέ να συλληφθούν.

Ακόμα και οι υψηλότερες καταστάσεις συνείδησης, ακόμα και οι εξυψωμένες εμπειρίες που είναι διαθέσιμες σε εκλεπτυσμένα όντα σε λεπτούς κόσμους —αυτό που τα κείμενα ονομάζουν «Βραχματικότητα»— αναγνωρίζονται ως τελικά μη ικανοποιητικές, διότι και αυτές αναδύονται και παρέρχονται στον απέραντο ωκεανό του όντος και του μη όντος. Η ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στο Αιώνιο δεν μπορεί πια να μπερδεύει το χρονικό με το απόλυτο καταφύγιο, όσο υπέροχη κι αν είναι η εμφάνισή του. Αυτή η ριζική απογοήτευση από ό,τι έρχεται και φεύγει γίνεται το εύφορο έδαφος στο οποίο ριζώνει η αληθινή απελευθέρωση.

Σάμα — Η Ηρεμία της Καταιγίδας

Φανταστείτε μια λίμνη της οποίας η επιφάνεια αναταράσσεται συνεχώς από τον άνεμο, τα νερά της στροβιλίζονται σε αμέτρητα κύματα που πιάνουν το φως και το ρίχνουν σε χίλιες αποσπασματικές αντανακλάσεις. Καμία καθαρή εικόνα δεν μπορεί να σχηματιστεί σε τέτοια ταραχή· το φεγγάρι από πάνω παραμένει αόρατο στα ανήσυχα νερά από κάτω. Έτσι συμβαίνει και με τον νου που πηδά ασταμάτητα από αντικείμενο σε αντικείμενο, χωρίς ποτέ να ξεκουράζεται, χωρίς ποτέ να ηρεμεί, διασκορπίζοντας αιώνια την προσοχή του στην άπειρη πολλαπλότητα των φαινομένων.

Η Σάμα —εκείνη η ιερή ηρεμία που οι μύστες εκτιμούν πάνω από κάθε κοσμικό πλούτο— αναδύεται όταν ο νους σταδιακά αποσύρει τις προς τα έξω ρέουσες ενέργειές του και αρχίζει να σταθεροποιείται στη δική του φωτεινή φύση. Αυτό δεν είναι η θαμπή νωθρότητα του ύπνου, ούτε η καταναγκαστική συγκέντρωση εκείνου που προσπαθεί να κρατήσει την προσοχή με καθαρή θέληση. Αντίθετα, μοιάζει με τη φυσική καθίζηση που συμβαίνει όταν θολό νερό αφήνεται ατάραχο: σταδιακά, αναπόφευκτα, τα ιζήματα βυθίζονται και η διαύγεια εμφανίζεται από μόνη της.

Ο ασκούμενος μαθαίνει, μέσω υπομονετικής παρατήρησης, να βλέπει την θεμελιώδη μη ικανοποιητικότητα που διαπερνά κάθε αισθητηριακή εμπειρία. Κάθε ηδονή περιέχει μέσα της το σκουλήκι της κόπωσης· κάθε απόκτημα φέρνει νέες ανησυχίες διατήρησης και απώλειας· κάθε σχέση κουβαλά το βάρος της προσδοκίας και τη σκιά του αναπόφευκτου χωρισμού. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία αλλά καθαρή ματιά στην πραγματικότητα, η αμείλικτη αναγνώριση της ύπαρξης όπως πραγματικά παρουσιάζεται και όχι όπως την επιθυμούμε απεγνωσμένα να είναι.

Καθώς αυτή η κατανόηση βαθαίνει, συμβαίνει κάτι θαυμαστό: η συνήθης ορμή του νου προς τα εξωτερικά αντικείμενα αρχίζει να επιβραδύνεται, σαν ποτάμι που πλησιάζει τη θάλασσα. Η μαγνητική έλξη της αισθητηριακής γοητείας εξασθενεί· η τυραννία της λαχτάρας χαλαρώνει τη λαβή της. Στην προκύπτουσα ηρεμία, ο νους ανακαλύπτει την ικανότητά του να αναπαύεται στον εαυτό του, στραμμένος ακλόνητα προς εκείνο το άρρητο Τέλος που δεν έχει θέση στο χώρο, ούτε θέση στον χρόνο, αλλά παραμένει πιο οικείο από την ανάσα, πιο θεμελιώδες από τον χτύπο της καρδιάς.

Αυτή η στροφή προς τα μέσα δεν είναι διαφυγή από την πραγματικότητα αλλά κίνηση προς το Πραγματικό, μακριά από τον ατέλειωτο πολλαπλασιασμό των φαινομένων προς την σιωπηλή πηγή από την οποία αναδύονται όλα τα φαινόμενα.

Ντάμα — Η Ιερή Πειθαρχία

Τα αισθητήρια όργανα είναι σαν άγρια άλογα, το καθένα τραβάει προς τη δική του κατεύθυνση, το καθένα απαιτεί να ικανοποιηθεί. Τα μάτια πεινούν για όμορφες μορφές· τα αυτιά τεντώνονται προς ευχάριστους ήχους· η γλώσσα λαχταρά γευστικές γεύσεις· το δέρμα αναζητά ευχάριστες αισθήσεις· η μύτη κυνηγά ευωδιαστές μυρωδιές. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές ικανότητες —φαντασία, μνήμη, συναίσθημα— παράγουν τις δικές τους θορυβώδεις απαιτήσεις, υφαίνοντας ατελείωτες αφηγήσεις παρελθόντος και μέλλοντος, ελπίδας και φόβου, έλξης και αποστροφής.

Η Ντάμα —εκείνη η αρετή του αυτοελέγχου ή της κυριαρχίας— δεν συνίσταται ούτε σε βίαιη καταστολή ούτε σε επιεική άδεια, αλλά στην έξυπνη ανακατεύθυνση αυτών των ενεργειών προς την τελική τους πηγή. Ο μύστης κατανοεί ότι τα ίδια τα αισθητήρια δεν είναι εχθροί που πρέπει να καταστραφούν, αλλά όργανα που έχουν κατευθυνθεί λανθασμένα, σαν εργαλεία που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους σχεδιάστηκαν. Το μάτι που καταναλώνει ασταμάτητα οπτικά ερεθίσματα μπορεί να διδαχθεί να κλείνει στη διαλογιστική κατάσταση, ανακαλύπτοντας το εσωτερικό φως που λάμπει ανεξάρτητα από οποιοδήποτε εξωτερικό αντικείμενο. Το αυτί που κυνηγά μελωδικούς ήχους μπορεί να μάθει να προσέχει την άηχη αντήχηση που υποκρύπτεται σε όλη την εκδήλωση.

Αυτή η στροφή προς τα μέσα των αισθητηριακών ικανοτήτων δεν είναι άρνηση της πραγματικότητάς τους αλλά αποκατάσταση της σωστής τους λειτουργίας. Όπως ένα ποτάμι που έχει ξεχειλίσει από τις όχθες του πρέπει να οδηγηθεί πίσω στο κανάλι του, έτσι και οι προς τα έξω ρέουσες ενέργειες της αντίληψης πρέπει να επιστραφούν στα αντίστοιχα κέντρα τους — εκείνα τα λεπτά σημεία μέσα στη συνείδηση όπου το εξωτερικό συναντά το εσωτερικό, όπου το περιορισμένο συνδέεται με το απεριόριστο, όπου το μερικό διαλύεται στο καθολικό.

Ο ασκούμενος ανακαλύπτει ότι κάθε αισθητήριο όργανο, όταν αποσυρθεί από τα συνήθη αντικείμενά του και εδραιωθεί στην πηγή του, αποκαλύπτει μια διάσταση ειρήνης και σταθερότητας που προηγουμένως ήταν άγνωστη. Τα ανήσυχα μάτια, που δεν τρέχουν πια πίσω από κάθε περαστική μορφή, βρίσκουν ανάπαυση στη άμορφη επίγνωση που αντιλαμβάνεται όλες τις μορφές χωρίς να ορίζεται από καμία. Ο φλύαρος νους, που δεν υφαίνει πια τα ατελείωτα σχόλιά του, ανακαλύπτει τη σιωπή που περιέχει όλο τον λόγο χωρίς να διαταράσσεται από θόρυβο.

Αυτή είναι δουλειά υπομονετικών ετών, που δεν επιτυγχάνεται με βία αλλά με ήπια επιμονή, δεν κατακτάται με προσπάθεια αλλά επιτρέπεται μέσω της κατανόησης. Όπως η σταδιακή εξημέρωση ενός άγριου ζώου μέσω καλοσύνης και συνέπειας, έτσι και τα αισθητήρια μαθαίνουν σιγά-σιγά να εμπιστεύονται έναν νέο κύριο, έναν που δεν τα εκμεταλλεύεται για φευγαλέες ηδονές αλλά τα καθοδηγεί προς την ίδια τους την βαθύτερη ολοκλήρωση.

Ουπαράτι — Η Μεγάλη Απόσυρση

Πέρα από τον απλό έλεγχο των αισθήσεων υπάρχει μια βαθύτερη μεταμόρφωση, την οποία οι σοφοί ονομάζουν ουπαράτι — εκείνη η υπέρτατη αυτο-απόσυρση στην οποία η ίδια η λειτουργία του νου παύει να επηρεάζεται από εξωτερικές συνθήκες. Αυτό δεν είναι αδιαφορία που γεννιέται από εξάντληση ούτε απόσπαση που προκύπτει από απογοήτευση, αλλά μια βαθιά ανεξαρτησία ριζωμένη στην αναγνώριση του τι πραγματικά έχει σημασία και τι είναι απλώς επιφανειακό.

Φανταστείτε ένα λωτό που φυτρώνει σε λασπωμένα νερά αλλά παραμένει ανέπαφος από τη λάσπη, τα πέταλά του παρθένα παρά τη θολότητα από την οποία αναδύεται. Ή σκεφτείτε ένα καθαρό κρύσταλλο που αντανακλά όποιο χρώμα τοποθετηθεί μπροστά του αλλά δεν χρωματίζεται το ίδιο από καμία αντανάκλαση. Τέτοιος είναι ο νους που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι: πλήρως παρών στον κόσμο των φαινομένων, λειτουργεί κατάλληλα σε απόκριση στις συνθήκες, αλλά θεμελιωδώς ανεπηρέαστος στον πυρήνα του, διατηρώντας ένα εσωτερικό καταφύγιο ειρήνης που κανένα εξωτερικό γεγονός δεν μπορεί να παραβιάσει.

Αυτή η αρετή αντιπροσωπεύει μια ριζική αλλαγή στο κέντρο βάρους του ανθρώπου, μια μετανάστευση της ταυτότητας από την περιφέρεια προς το κέντρο, από την περιφέρεια της εμπειρίας προς την ήσυχη καρδιά της. Ο συνηθισμένος άνθρωπος ταυτίζεται πλήρως με τη ροή των ψυχικών και συναισθηματικών καταστάσεων, ανεβοκατεβαίνει με κάθε κύμα ηδονής και πόνου, επιτυχίας και αποτυχίας, επαίνου και μομφής. Όμως εκείνος που έχει εδραιωθεί στην ουπαράτι έχει ανακαλύψει ότι η ίδια η επίγνωση —η καθαρή, παρατηρητική συνείδηση— παραμένει ανέπαφη από το περιεχόμενο που φωτίζει, όπως ο χώρος που ποτέ δεν αλλάζει από τα αντικείμενα που περιέχει.

Τα εξωτερικά αντικείμενα και γεγονότα συνεχίζουν να αναδύονται στην αντίληψη, αλλά δεν διεισδύουν πια στην ουσία του τι είναι κανείς. Εμφανίζονται σαν σύννεφα που περνούν στον ουρανό, σαν εικόνες που προβάλλονται σε οθόνη, σαν κύματα που ανεβοκατεβαίνουν στην επιφάνεια του ωκεανού. Ο νους τα παρατηρεί με αταραξία, ούτε αρπάζοντας τις ευχάριστες εμπειρίες ούτε αποστρεφόμενος τις δύσκολες, παραμένοντας στη δική του φύση με ακλόνητη σταθερότητα.

Αυτή είναι η ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση, η ανάπαυση που δεν εξαρτάται από ευχάριστες συνθήκες, η χαρά που δεν χρειάζεται εξωτερική αιτία. Ανακαλύπτεται όχι μέσω διευθέτησης εξωτερικών συνθηκών αλλά μέσω της βαθιάς αναγνώρισης του τι ήταν πάντοτε κανείς κάτω από την ταραγμένη επιφάνεια της ψυχολογικής δραστηριότητας — εκείνη η αμετάβλητη επίγνωση μέσα στην οποία συμβαίνει κάθε αλλαγή, εκείνος ο σιωπηλός μάρτυρας μπροστά στον οποίο ξεδιπλώνεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης.

Τιτίκσα — Η Αλχημεία του Πόνου

Ο πνευματικός δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα μέσα από περιοχές δυσφορίας, μέσα από ερήμους ξηρασίας και σκοτεινές νύχτες της ψυχής. Το σώμα γερνά και αδυνατίζει· οι σχέσεις απογοητεύουν· τα αγαπημένα σχέδια καταρρέουν· ο κόσμος αρνείται να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες μας. Αυτές οι δοκιμασίες —είτε χονδροειδής σωματικός πόνος είτε λεπτή ψυχολογική ταλαιπωρία— δοκιμάζουν τη δέσμευση του ασκούμενου, αποκαλύπτοντας το βάθος της κατανόησης και την γνησιότητα της πνευματικής ωριμότητας.

Η Τιτίκσα, εκείνη η ευγενής αντοχή που οι μύστες καλλιεργούν με τόση φροντίδα, δεν είναι το σφίξιμο των δοντιών σε στωϊκή παραίτηση, ούτε η παθητική αποδοχή κακοποίησης ή αδικίας. Αντίθετα, είναι μια βαθιά αλλαγή στη σχέση με τη δυσκολία, ριζωμένη στην κατανόηση ότι οι εξωτερικές συνθήκες έχουν μόνο τη δύναμη που τους δίνουμε μέσω των αντιδραστικών μας μοτίβων. Ο πόνος είναι αναπόφευκτος —αυτό το αναγνωρίζουν οι σοφοί— αλλά η οδύνη που προκύπτει από την αντίσταση στον πόνο, από την ψυχική επεξεργασία που μετατρέπει την αίσθηση σε ιστορία, από τον φοβισμένο προκαταβολικό φόβο για μελλοντική δυσκολία ή την πικρή αναπόληση προηγούμενου τραύματος —αυτή είναι προαιρετική.

Ο ασκούμενος μαθαίνει να συναντά την ταλαιπωρία με μια ποιότητα παρουσίας που ούτε φεύγει ούτε πολεμά, ούτε δραματοποιεί ούτε αρνείται. Όπως ένας έμπειρος ναυτικός που δεν μπορεί να ελέγξει τον άνεμο αλλά μπορεί να ρυθμίσει τα πανιά, έτσι ο ασκούμενος ανακαλύπτει την ελευθερία να επιλέξει την απόκριση αντί να είναι φυλακισμένος σε μηχανική αντίδραση. Η σωματική δυσφορία αναγνωρίζεται χωρίς υπερβολή· η συναισθηματική αναταραχή παρατηρείται χωρίς ταύτιση· η εξωτερική αντίθεση σημειώνεται χωρίς την κατασκευή περίπλοκων αφηγήσεων θυματοποίησης ή δικαιολογημένης πικρίας.

Αυτή η αντοχή είναι ριζωμένη σε μια βαθύτερη όραση που αντιλαμβάνεται την παροδική φύση κάθε υπό όρους εμπειρίας. Όπως η πρωινή ομίχλη αναπόφευκτα διαλύεται όταν ανατέλλει ο ήλιος, έτσι και όλες οι ταλαιπωρίες —όσο συμπαγείς και μόνιμες κι αν φαίνονται— αναγνωρίζονται ως προσωρινοί επισκέπτες στον απέραντο χώρο της επίγνωσης. Έρχονται χωρίς πρόσκληση και φεύγουν χωρίς άδεια, αναδύονται και παρέρχονται σύμφωνα με αιτίες και συνθήκες πολύ πέρα από τον έλεγχο ή την ευθύνη του ατόμου.

Επιπλέον, ο ώριμος ασκούμενος αρχίζει να βλέπει τη δυσκολία την ίδια ως ιερό δάσκαλο, μια σκληρή χάρη που απογυμνώνει την ψευδαίσθηση και αποκαλύπτει αυτό που είναι πραγματικά ακατάστρεπτο. Στη φωτιά της ταλαιπωρίας καίγονται τα ψεύτικα καταφύγια, εκτίθενται οι ρηχές κατανοήσεις, αποδεικνύονται ανεπαρκή τα επιφανειακά παρηγορητικά. Αυτό που μένει μετά από αυτή την κάθαρση δεν είναι το σπασμένο υπόλειμμα ενός ηττημένου πνεύματος αλλά ο διαμαντένιος πυρήνας της ίδιας της συνείδησης, εκείνο που δεν μπορεί να βλαφθεί από καμία συνθήκη διότι δεν είναι πράγμα που μπορεί να καταστραφεί αλλά ο ίδιος ο χώρος μέσα στον οποίο αναδύονται και παρέρχονται όλα τα πράγματα.

Σράντχα — Το Φως της Πίστης

Στη βάση κάθε πνευματικής προσπάθειας βρίσκεται μια ιδιότητα την οποία οι σύγχρονοι νόες συχνά παρερμηνεύουν, απορρίπτοντάς την ως τυφλή πίστη ή ευσεβή πόθο. Ωστόσο η Σράντχα —εκείνη η βαθιά πίστη που οι σοφοί κηρύσσουν απαραίτητη για την πραγμάτωση— δεν είναι ούτε αντίθετη της λογικής ούτε εγκατάλειψη της διάκρισης. Αντίθετα, είναι μια βαθιά εμπιστοσύνη ριζωμένη σε άμεση ενόραση, μια βεβαιότητα που γεννιέται από την αντήχηση ανάμεσα στην ιερή διδασκαλία και την ενδότατη γνώση, μια αναγνώριση ότι όσα κηρύσσουν οι γραφές και οι αφυπνισμένοι συμφωνούν με κάτι που ήδη έχει διαισθανθεί στα βάθη του ίδιου του είναι.

Αυτή η πίστη δεν είναι πίστη σε προτάσεις που αντιφάσκουν με την εμπειρία ή τη λογική, αλλά η σταθερή αποδοχή —μέσω και σοφίας και άμεσης αντίληψης— αληθειών που υπερβαίνουν την ικανότητα του συνηθισμένου νου για εννοιολογική σύλληψη, αλλά αποκαλύπτονται στην καθαρισμένη καρδιά. Όταν ο γνήσιος δάσκαλος μιλά για τον Εαυτό που ποτέ δεν γεννήθηκε και ποτέ δεν μπορεί να πεθάνει, όταν τα αρχαία κείμενα διακηρύσσουν την ταυτότητα της ατομικής συνείδησης με την καθολική Συνείδηση, όταν οι μύστες μαρτυρούν μια ειρήνη πέρα από κάθε κατανόηση —κάτι μέσα στον ειλικρινή αναζητητή τρέμει από αναγνώριση, σαν να θυμάται αυτό που πάντοτε γνώριζε αλλά προσωρινά ξέχασε.

Αυτή η πίστη παρέχει το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της πνευματικής πρακτικής. Χωρίς αυτήν, ο ασκούμενος στερείται της πεποίθησης που χρειάζεται για να διατηρήσει την προσπάθεια μέσα από δυσκολίες, της αυτοπεποίθησης να επιμείνει όταν η πρόοδος φαίνεται ανύπαρκτη, της προθυμίας να παραδώσει αγαπημένες πεποιθήσεις και άνετες ταυτότητες στην υπηρεσία της αλήθειας. Με αυτήν, ο δρόμος ξεδιπλώνεται φυσικά, κάθε βήμα αποκαλύπτει νέους ορίζοντες που επιβεβαιώνουν και εμβαθύνουν την αρχική διαίσθηση που τον τράβηξε προς το ιερό μυστήριο εξαρχής.

Η Σράντχα είναι ταυτόχρονα δώρο και επίτευγμα, χάρη και κατάκτηση. Κατεβαίνει στην προετοιμασμένη καρδιά σαν βροχή σε οργωμένη γη, αλλά πρέπει επίσης να καλλιεργηθεί μέσω μελέτης, στοχασμού και δοκιμής των πνευματικών προτάσεων απέναντι στην βιωμένη εμπειρία. Ο ασκούμενος μαθαίνει να διακρίνει την γνήσια πίστη —που ανοίγει και διευρύνει την επίγνωση— από την απλή πίστη, που κλείνει και συστέλλει την κατανόηση. Η αληθινή πίστη κάνει τον νου ευλύγιστο και δεκτικό· η ψευδής πίστη τον κάνει άκαμπτο και αμυντικό.

Καθώς αυτή η αρετή ωριμάζει, γίνεται το ίδιο το μέσο με το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την Πραγματικότητα. Όπως τα φυσικά μάτια χρειάζονται για να δουν ορατές μορφές και τα αυτιά για να συλλάβουν ήχους, έτσι η πίστη γίνεται το όργανο μέσω του οποίου η ψυχή συλλαμβάνει το Υπέρτατο. Όχι πίστη ως αντίθεση στη γνώση, αλλά πίστη ως η βαθύτερη γνώση —άμεση, οικεία, αναμφισβήτητη— που αναδύεται από το έδαφος του ίδιου του είναι όταν όλα τα εμπόδια έχουν απομακρυνθεί και ο μάρτυρας στέκεται γυμνός μπροστά στο μαρτυρούμενο, ανακαλύπτοντας ότι ο βλέπων και το βλεπόμενο ήταν πάντοτε μία αδιαίρετη ολότητα που μεταμφιέζεται σε πολλαπλότητα.

Η Σύγκλιση των Αρετών

Αυτές οι ιδιότητες —απάρνηση, ηρεμία, αυτοέλεγχος, αυτο-απόσυρση, αντοχή και πίστη— δεν είναι ξεχωριστά επιτεύγματα που πρέπει να αποκτηθούν διαδοχικά, σαν στοιχεία σε λίστα ελέγχου. Αντίθετα, αλληλοδιεισδύουν και υποστηρίζουν η μία την άλλη, σχηματίζοντας ένα ολοκληρωμένο σύνολο που μεταμορφώνει τη συνείδηση από την συνηθισμένη κατακερματισμένη κατάστασή της σε ενιαία επίγνωση ικανή να αναγνωρίσει τη δική της αληθινή φύση.

Η απάρνηση χωρίς ηρεμία γίνεται απλή αποστροφή· η ηρεμία χωρίς αυτοέλεγχο παραμένει επιφανειακή· ο αυτοέλεγχος χωρίς αντοχή γεννά ακαμψία· η αντοχή χωρίς πίστη στερείται θεμελίου. Όμως όταν αυτές οι αρετές ωριμάσουν μαζί, δημιουργούν τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να συμβεί η μεγάλη αφύπνιση —όχι ως κάτι που επιτυγχάνεται με προσπάθεια αλλά ως η φυσική αποκάλυψη αυτού που πάντοτε υπήρχε αλλά ήταν καλυμμένο από άγνοια, ταραχή και λανθασμένη προσοχή.

Ο ασκούμενος που καλλιεργεί αυτές τις ιδιότητες ανακαλύπτει ότι η πνευματική μεταμόρφωση δεν είναι η απόκτηση κάτι καινούργιου αλλά η αφαίρεση εμποδίων, όχι η δημιουργία ενός διαφορετικού εαυτού αλλά η αναγνώριση αυτού που ο εαυτός πάντοτε ήταν κάτω από τις προσωρινές ταυτίσεις και τα αιτιακά του μοτίβα. Όπως τα σύννεφα διαλύονται αποκαλύπτοντας τον ήλιο που ποτέ δεν έπαψε να λάμπει, ή όπως ο καθαρισμός ενός καθρέφτη αποκαθιστά την εγγενή αντανακλαστική του ικανότητα, έτσι οι θεμελιώδεις αρετές απομακρύνουν τις συσσωρευμένες σκιάσεις που εμποδίζουν την ψυχή να γνωρίσει τον εαυτό της.

Η Επιστροφή στην Πηγή

Στο τέλος του ταξιδιού —που είναι ταυτόχρονα και η αρχή του, διότι ο αναζητητής ποτέ δεν απομακρύνθηκε πραγματικά από τον τόπο προς τον οποίο κατευθυνόταν η αναζήτηση— η πολλαπλότητα των αρετών διαλύεται στην απλότητα του καθαρού είναι. Εκείνος που περπάτησε αυτόν τον δρόμο ανακαλύπτει ότι το Βράχμαν, η Απόλυτη Πραγματικότητα, δεν ήταν ποτέ πραγματικά μακριά ή ξένο, ποτέ γνήσια άλλο από τη βαθύτερη φύση του ίδιου του ανθρώπου. Όλες οι πρακτικές, όλες οι πειθαρχίες, όλες οι αρετές δεν ήταν μέσα για να φτάσει κανείς σε κάποιο μακρινό προορισμό αλλά τρόποι για να αφαιρεθούν τα εμπόδια που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε.

Σε εκείνη την αναγνώριση, μια μεγάλη ειρήνη κατεβαίνει —ή μάλλον, πάντοτε υπήρχε αλλά τελικά αναγνωρίζεται. Η αναζήτηση τελειώνει όχι βρίσκοντας αυτό που χάθηκε αλλά συνειδητοποιώντας αυτό που ποτέ δεν έλειψε. Οι ερωτήσεις που οδήγησαν την πνευματική αναζήτηση διαλύονται όχι επειδή απαντώνται αλλά επειδή ξεπερνιούνται, όπως οι ανησυχίες των παιδιών χάνουν τη σημασία τους όταν έρχεται η ωριμότητα.

Αυτό είναι ο καρπός των θεμελιωδών αρετών: όχι πνευματικό επίτευγμα για επίδειξη, όχι εξωτικές εμπειρίες για αφήγηση, αλλά η απλή, βαθιά κανονικότητα του να είναι κανείς αυτό που πάντοτε ήταν, να βλέπει αυτό που πάντοτε ήταν ορατό, να αναπαύεται σε αυτό που ποτέ δεν κινήθηκε. Το μυστικό ταξίδι, που διανύθηκε με τόση προσπάθεια και πειθαρχία, αποκαλύπτεται τελικά ως το κοσμικό αστείο —ότι ψάχναμε παντού για αυτό που ποτέ δεν μπορούσαμε να χάσουμε, ότι αγωνιζόμασταν σκληρά για να γίνουμε αυτό που ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε, ότι το βασίλειο που λαχταρούσαμε δεν ήταν ποτέ αλλού αλλά πάντοτε μέσα, πάντοτε εδώ, πάντοτε τώρα, περιμένοντας μόνο την αναγνώριση.

Και σε εκείνη την αναγνώριση, η ψυχή αναπαύεται —όχι σε επίτευγμα αλλά σε ολοκλήρωση, όχι σε άφιξη αλλά σε επιστροφή σπίτι, όχι στο να γίνει κάτι καινούργιο αλλά στο να θυμηθεί αυτό που είναι αιώνια αληθινό. Ο δρόμος προς το Βράχμαν αποκαλύπτεται ότι είναι το ίδιο το Βράχμαν, ο αναζητητής ανακαλύπτεται ότι είναι ο αναζητούμενος, το ταξίδι και ο προορισμός ενώνονται στο αιώνιο παρόν όπου όλες οι διακρίσεις καταρρέουν στη φωτεινή σιωπή από την οποία αρχικά αναδύθηκαν και στην οποία αιώνια επιστρέφουν.

Δεν είναι Δύναμη, είναι Αγάπη για τη Ζωή

Άκου λίγο να σου πω γι’ αυτή την λέξη που πολλοί μάθατε να την κάνετε καραμέλα χωρίς να ξέρετε καν τι σημαίνει.

«Δύναμη» την βαφτίσατε εσείς κι έτσι αποφασίσατε να μας ονομάσετε όλους εμάς που δεν ξέρετε πώς να μας διαχειριστείτε.

«Είσαι δυνατή εσύ», «Δεν σε φοβάμαι, θα τα βγάλεις πέρα», «Δύναμη ε;»
Αλήθεια;;;

Θες να μου δώσεις λίγο την συνταγή;

Θες να μου πεις πόσο προσεκτικά με κοίταξες για να αποφασίσεις ότι έχω αυτή τη δύναμη που λες;

Θες να μου πεις πόσο σημασία έδωσες στις πραγματικές μου απαντήσεις, όταν με ρωτάς τι κάνω;;

Θες να μου πεις πότε στάθηκες τελευταία φορά απέναντί μου, έτσι σιωπηλά να μοιραστούμε μια στιγμή; Γιατί είπαμε, εγώ είμαι δυνατή κι αντέχω ε;

Παρατήρησε λίγο.
Δεν σου λέω είμαι καλά. Δεν σου λέω είμαι δυνατή. Δεν καυχιέμαι για τίποτα.
Σου λέω «παλεύω».
Σου λέω «είμαι όρθια».
Σου λέω «είμαι εδώ».

Σκέφτηκες ποτέ πίσω από την εικόνα που διαβάζεις εσύ τόσο βολικά και την βαφτίζεις «δύναμη» πόση αδυναμία μπορεί να έχει κρυφτεί;
Πόσος πόνος μπορεί να έχει κομματιάσει την ψυχή;
Πόσο κλάμα μπορεί να έχει πνίξει τις λέξεις;
Πόσες κραυγές μέσα στην νύχτα μπορεί να μην έχουν καταφέρει να σε ξυπνήσουν από τον ύπνο του δικαίου σου αλλά έχουν ξυπνήσει τους πιο άγριους φόβους μου;

Κι όμως, εσύ, μένεις στην εικόνα.
Είμαι όρθια, κι ας πονάει κάθε μου κύτταρο.
Στέκομαι και χαμογελώ αχνά γιατί έμαθα να κλαίω με θάρρος και να μην κλαίγομαι λεπτό.
Είμαι όρθια γιατί δεν έχω επιλογή να μην είμαι.
Κι ακόμα κι αν είχα επιλογή, πάλι όρθια θα ήμουν.
Κι όχι γιατί είμαι δυνατή αλλά γιατί αγαπώ την ζωή, ακόμα κι αν αυτή αποφασίζει να μου δείχνει την διαστροφή της από καιρό σε καιρό.

Ναι ρε, δεν είμαι δυνατή.
Δεν το παίζω αντράκι, δεν το παίζω θαρραλέα, δεν το παίζω τίποτα.
Τσακίστηκα, έπεσα, γκρεμίστηκα, κομμάτια έγινα κι ευτυχώς, κάποιοι με κοίταξαν στα μάτια και δεν είδαν την δύναμη.
Είδαν την πάλη! Και πήραν κομμάτι κομμάτι αυτά τα σπασμένα και τα έβαλαν πιο κοντά μου, έτσι που να τα φτάνω κι όταν είμαι έτοιμη να τα ξαναβάλω στη θέση τους.
Ή σε καινούρια θέση.

Όμως είναι εκείνοι, οι λίγοι που δεν είδαν την δύναμη.
Δεν στάθηκαν σε αυτή.
Δεν την επικαλούνται για να ξεμπερδέψουν.

Την επόμενη φορά λοιπόν που δεν θα με φοβηθείς, επειδή είμαι δυνατή, επειδή δεν έχω ανάγκη γιατί είμαι δυνατή, επειδή εγώ ξέρω να τα βγάζω πέρα, μην περιμένεις απάντηση.
Δεν θα υπάρξει.
Γιατί απάντηση πια, θα παίρνει εκείνος που πίσω από την δύναμη, είδε τον πόνο.
Εκείνος που πίσω από το μακιγιαρισμένο πρόσωπο, είδε τον κόπο να σταθώ όρθια απέναντι στον καθρέφτη και να βαφτώ.
Εκείνος που τις νύχτες, μου λέει «σφιχτά» μέχρι να περάσει κι ο τελευταίος εφιάλτης.
Εκείνος που στάθηκε απέναντί μου και δεν τον ενδιέφερε αν είμαι δυνατή ή όχι. Μου έδωσε το χέρι του να ξαποστάσω. Να πάρω μια ανάσα. Και το χέρι του ήταν καθαρό. Πεντακάθαρο.

Κι εσύ, μείνε στην «δύναμη», όσο εγώ, θα παλεύω στην ζωή.
Είμαι η Σοφία. Και δεν είμαι δυνατή.
Είμαι όρθια και παλεύω.

Σώνει και καλά, μεταρρυθμίσεις πάλι;

Ο σιδηρόδρομος και η χρεοκοπία του 1893! Αυτά έρχονται στο μυαλό των περισσότερων όταν ακούν το όνομα του Χαρίλαου Τρικούπη. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός αυτός τόλμησε κάποιες μεταρρυθμίσεις συγκλονιστικές για την εποχή του (και όχι μόνο). Ήταν αυτός που μείωσε τον αριθμό των βουλευτών από 240 σε 150, που προσπάθησε να απαλλάξει το δικαστικό σώμα από τα κομματόσκυλα και τόλμησε να πατάξει τη φοροδιαφυγή.

Ήταν αυτός που όρισε αυστηρά κριτήρια για την επιλογή των δημοσίων υπαλλήλων, που αναδιοργάνωσε την Αστυνομία, που εκσυγχρόνισε το εκπαιδευτικό σύστημα και ίδρυσε τεχνικές σχολές, που στήριξε τη βιομηχανική παραγωγή, για να αναφέρουμε μερικά.

Και όλα αυτά, φυσικά, με δανεικά από το εξωτερικό, τα οποία ακολουθούν φόροι. Και τότε η αντιπολίτευση του Δηληγιάννη έδωσε τα ρέστα της. Ξεσήκωσε τον κόσμο εναντίον του «Φορομπήχτη» και ο Τρικούπης χάνει τις επόμενες εκλογές. Κυβερνά για λίγο ο Δηλιγιάννης και τα κάνει μαντάρα.

Ο Τρικούπης θα επανέλθει το 1892, αλλά είναι πλέον αργά.

Και κάπως έτσι, εν ολίγοις, η χώρα οδηγήθηκε στην χρεοκοπία και στον Διεθνή Έλεγχο.

Κι επειδή δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει και πάρα πολλά από τότε, και ακόμα παλεύουμε με τους ίδιους δαίμονες, ας το διασκεδάσουμε με τους στίχους του Γ. Σουρή, ο οποίος σατιρίζει με τον μοναδικό του τρόπο τους Έλληνες του τότε και (ποιος να του το' λεγε) τους Έλληνες έναν αιώνα αργότερα.

Εντάξει, όχι όλους, αλλά καμπόσους!



Προς Τρικούπην επιστολή του πατριώτου Φασουλή (αποσπάσματα)

« (...) Είδα τας νέας σου αρχάς και τα Προγράμματά σου
και είδα πως δεν βρίσκεσαι καθόλου στα σωστά σου,
Ακούς εκεί κατάστασις, ακούς εκεί κεφάλι,
να θέλει σώνει και καλά μεταρρυθμίσεις πάλι,
ενώ εμείς εφέραμε τον κόσμο άνω κάτω
των μασκαράδων να γενεί και φέτος Κομητάτο!

(...) Και όταν εις αυτόν εδώ τον δοξασμένον τόπον
αλλάξουν όλα μας μορφήν, διεύθυνσιν και τρόπον,
δεν εννοείς, Χαρίλαε, που κάνεις τον σωτήρα,
πως παύει το Ρωμαίικο να έχει χαρακτήρα,
πως παύομεν να είμεθα οι παίδες των Ελλήνων,
κι ο Φασουλής σας χαιρετά και φεύγει στο Πεκίνον;

(...) Κι όταν κανένας δεν μπορεί τον άλλον να σουφρώνει
κι ο μαθητής τον δάσκαλο γερά δεν μπαγλαρώνει,
και όταν δεν συγκρούονται στην καθ'ημέραν πάλην
το Ναυτικόν, και ο Στρατός κι η Θέμις κι η Παιδεία,
και πάσ'Αρχή δεν κρέμεται ως τώρα από την άλλην,
ε! τότε βαλ'του ρίγανη, θα είναι αηδία.

(...) Και τι Ρωμηός θα είμ'εγώ, οπόταν ζω εν τάξει,
οπόταν γίνω ἀνθρωπος μη βρέξει και μη στάξει,
όταν δεν έχω Βουλευτή και Υπουργό δικό μου,
μηδέ απ'το Δημόσιο τραβώ το μερτικό μου,
μηδέ μπορώ να κουνηθώ, μηδέ να κάμω πάσσο,
ωσάν να κάθομαι σ'αυγά και τρέμω μην τα σπάσω;

Κι όταν δεν έχω Υπουργό κι ούτ'ένα Βουλευτή,
που να του σέρνω κάποτε το κάθε του αυτί,
μ'αυτόν να σκυλοβρίζομαι, μ'εκείνον να μαλώνω,
αμμ'δεν τους φτύνω, αδερφέ, αμμ'δεν τους φασκελώνω;
Και τι Ρωμηός θα είμ'εγώ σαν μου πατούν την κάπα
και δεν μπορώ στους άρχοντας να δώσω μία φάπα;

(...) Συγχώρα με, Χαρίλαε, με τα Προγράμματά σου,
άσ'τα να παν στο διάβολο κι εκεί που στέκεις στάσου.
Εμείς δεν είμαστε γι'αυτά, μην κάνεις τέτοιο σάλτο,
αλλιώς να έρθεις στην Αρχή, από τον νου σου βγάλ'το.
Δεν βλέπεις πως απόμεινες με είκοσι μονάχα,
μα θέλεις ολιγότεροι να σ'απομείνουν, Χάχα;
(Ο Ρωμηός, του Γ. Σουρή, 19 Ιαν. 1891)

Σενέκας: Ο θάνατος του φίλου σου

«Λυπάμαι για τον θάνατο του φίλου σου Φλάκους αλλά δεν θέλω να υποφέρεις περισσότερο. Δεν θα τολμούσα να επιμείνω στο να μην υποφέρεις καθόλου, αν και γνωρίζω ότι αυτό είναι το καλύτερο. Αλλά ποιος μπορεί να φτάσει σ’ αυτό το ψυχικό σθένος, εκτός αν έχει ξεφύγει μακριά από την πολυπλοκότητα της τύχης; Μην αφήνεις τα δάκρυα να στεγνώνουν όταν χάνεις έναν φίλο ούτε όμως να τ’ αφήνεις να σε πλημμυρίζουν. Μπορείς να δακρύζεις αλλά όχι να οδύρεσαι. Θέλεις να μάθεις τον λόγο της οιμωγής και του υπερβολικού θρήνου; Είναι επειδή στα δάκρυα αναζητούμε τις αποδείξεις του θρήνου και δεν αφήνουμε τη θλίψη να ακολουθήσει, μόνο την επιδεικνύουμε.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 63.1-2

Το ζήτημα του θανάτου είναι κεντρικό τόσο στη Στωική όσο και στην Επικούρεια φιλοσοφία. Ο θάνατος, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τον εαυτό μας. Όσο και να τον φοβόμαστε, δεν τον αισθανόμαστε. Είναι το πέρας της ζωής των αισθήσεων. Αλλά πώς μπορούμε να αποδεχτούμε τον θάνατο των αγαπημένων μας; Σε αυτή την περίπτωση η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο φιλοσοφικών Σχολών γίνεται εντονότερη. Για τους Στωικούς τα συναισθήματα τιθασεύονται με τη λογική. Ως εκ τούτου, δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι στην 63η επιστολή ο Σενέκας αποχαιρετά τον Λουκίλιο χωρίς Επικούρειο «δώρο» όπως σε άλλες επιστολές (12, 16, 27). Εδώ τα ρητά του Επίκουρου δεν έχουν θέση, καθώς ο ίδιος δεν θα συμφωνούσε ποτέ με τη Στωική απάθεια, μολονότι προσβλέπει στην αποφυγή του πόνου.

Ο Σενέκας θα αντιμετωπίσει την απώλεια του άλλου όχι με σκληρότητα αλλά με τη λογική που βασίζεται στο αναπόδραστο του θανάτου. Η απέραντη θλίψη της βίωσης του θανάτου ενός φίλου δεν αρμόζει σε όσους ακολουθούν τη Στωική φιλοσοφία. Η θλίψη που συνοδεύει τον θάνατο του αγαπημένου μας προσώπου δεν μπορεί παρά να είναι φυσιολογική, γεγονός που ο φιλόσοφος δεν μπορεί να παραβλέψει. Η ένστασή του αφορά τη χρονική διάρκεια και το μέγεθός της. Αυτά είναι που επιδέχονται κριτική.

Ο θρήνος έχει όριο. Για να υποστηρίξει την άποψή του ο Σενέκας ανατρέχει στον μεγαλύτερο Έλληνα ποιητή (poetarum Graecorum maximus) Όμηρο, σύμφωνα με τον οποίο ακόμη και η Νιόβη, αν και είχε χάσει 12 παιδιά, σκέφτηκε να τραφεί την πρώτη μέρα (Ιλιάδα Ω 602 κ.εξ.). Αλλά και στη ρωμαϊκή παράδοση απαντάται το χρονικό όριο των θρήνων: Ένας χρόνος είναι αρκετός για τις γυναίκες, χωρίς αυτό να αποτελεί υποχρέωση. Μπορούν να θρηνήσουν όσο επιθυμούν. Για τους άντρες όριο δεν υπάρχει. Ωστόσο, ο χρόνιος θρήνος δεν είναι αποδεκτός και αποτελεί αντικείμενο γελοιοποίησης (inveteratus vero deridetur).Τι προσφέρει ο οδυρμός και η οιμωγή για τον θάνατο του φίλου μας πέρα από την ικανοποίηση του εγωισμού μας;

«Θα ανεχόσουν ανθρώπους που εγκατέλειψαν τους φίλους τους, και μετά θρηνούσαν ελεεινά και δεν αγαπούν κανέναν παρά μόνο όταν τον χάσουν; Ο λόγος που θρηνούν χωρίς σταματημό είναι ότι φοβούνται πως θα υπάρχουν αμφιβολίες για την αγάπη τους. Είναι αργά για να αναζητούν την απόδειξη των αισθημάτων τους.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 63.9

Το καλύτερο που μπορεί να κάνει κάποιος αντί να θρηνεί είναι να κρατήσει τις αναμνήσεις που είχε, δηλαδή τη ζωή που πέρασε με τον φίλο του. Ο Στωικός φιλόσοφος δεν διστάζει να διαφωνήσει με την άποψη του δασκάλου του, Αττάλου, ο οποίος υποστήριζε ότι η ενθύμηση της απώλειας του φίλου μας έχει γλυκόπικρη γεύση.

«Εγώ δεν αισθάνομαι το ίδιο. Η ανάμνηση των φίλων που έχουν φύγει είναι γλυκιά και ευχάριστη (dulcis ac blanda est). Γιατί όταν τους είχα γνώριζα ότι θα τους χάσω και τώρα που τους έχασα είναι σαν να τους έχω ακόμη μαζί μου.

Γι’ αυτό Λουκίλιε, πράξε σύμφωνα με τη σωφροσύνη σου (aequitatem) και πάψε να δίνεις λανθασμένη ερμηνεία στα δώρα της Τύχης. Η Τύχη έχει αφαιρέσει, αλλά έχει δώσει. Γι’ αυτό ας απολαύσουμε αχόρταγα τους φίλους μας, γιατί δεν γνωρίζουμε πόσο θα διαρκέσει αυτό το προνόμιο. Ας σκεφτούμε πόσο σύντομα θα τους αφήσουμε όταν πηγαίνουμε σε μακρινά ταξίδια και πόσο σύντομα θα τους δούμε όταν βρισκόμαστε στο ίδιο μέρος. Τότε θα καταλάβουμε ότι χάσαμε πολύ από τον χρόνο τους ενόσω ζούσαν.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 63.7-8

Πρέπει να ζούμε το σήμερα. Δεν ξέρουμε πόσος χρόνος απομένει στον καθένα. Αν δεν έχουμε κάποιον να μας παρηγορήσει, σημαίνει ότι χάσαμε τον μοναδικό μας φίλο και δεν έχουμε κάπου να στραφούμε. Ποιος ευθύνεται όμως; Η Τύχη που μας στέρησε τον μοναδικό μας φίλο ή εμείς που δεν φροντίσαμε να έχουμε περισσότερους; Ωστόσο, όταν έρθει το άφευκτο τέλος του αγαπημένου μας, αναμφισβήτητα ο πόνος είναι μεγάλος. Η λογική πρέπει να επικρατήσει. Τι κάνουμε όταν υποφέρουμε; Η αποφυγή του πόνου είναι στο στόχαστρο του Στωικισμού. Ο Σενέκας παραλληλίζει τον σωματικό με τον ψυχικό πόνο:

«Αν κάποιος στερηθεί τον μοναδικό του χιτώνα και προτιμήσει να θρηνήσει παρά να κοιτάξει τριγύρω για να βρει κάτι να αποφύγει το κρύο και να καλύψει τους ώμους του, εσύ αυτόν δεν θα τον πεις ανόητο; Αυτόν που αγαπούσες τον κήδεψες. Βρες κάποιον να αγαπήσεις.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 63.11

Ο Σενέκας όμως δεν έπραξε ανάλογα. Ανήκει στην ομάδα των ανθρώπων τους οποίους πριν από λίγο καταδίκασε, σε εκείνους που θρήνησαν υπερβολικά. Όπως εκμυστηρεύεται στον Λουκίλιο, ο χαμός του φίλου του Ανναίου Σερένα τού στοίχισε πάρα πολύ και αυτό γιατί ο Σενέκας ως γεροντότερος πίστευε ότι θα πέθαινε πρώτος. Αλλά υπάρχει ηλικιακή σειρά στον θάνατο; Πώς δεν το σκέφτηκε τότε; Συμβουλεύει τον Λουκίλιο να μην κάνει το ίδιο λάθος.

«Τώρα σκέψου ότι όλα είναι θνητά και ότι η αβεβαιότητα διέπει τη θνητότητα. Αυτό που μπορεί να συμβεί οποτεδήποτε, μπορεί να συμβεί και σήμερα. Άρα σκέψου, αγαπημένε μου Λουκίλιε, ότι σύντομα θα φτάσουμε εκεί όπου βρίσκεται αυτός για τον οποίο θρηνούσαμε. Και ίσως, αν θεωρήσουμε αληθινά τα λόγια ενός σοφού για έναν άλλο τόπο, τότε αυτός που νομίσαμε ότι χάθηκε, απλώς προηγήθηκε στο δρόμο. Χαίρε.»
Σενέκας, Ηθικές επιστολές 63.15-16

Πλάτων: Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου

Σύμφωνα με αρχαίες παραδόσεις, σε όλους τους ναούς του παρελθόντος, οι μυσταγωγοί δίδασκαν στους μαθητές τους πώς να "σκοτώσουν" το παλιό τους εαυτό, ώστε να "αναγεννηθούν" σε ένα νέο συνειδησιακό, και υπαρξιακό επίπεδο.

Τον κύκλο του θανάτου και της ανάστασης οι μυσταγωγοί τον μελέτησαν πρώτα στη φύση, η οποία υπήρξε από καταβολής της ανθρώπινης ιστορίας, ο οδηγός τους.

Μέσα από τη μεταμόρφωση της κάμπιας σε πεταλούδα π.χ. ή του σπόρου που πρέπει να πεθάνει για να καρποφορήσει, συσχέτιζαν το αθάνατο τμήμα της ανθρώπινης ψυχής, μέσα από τις μυσταγωγικές και μυθαγωγικές δοκιμασίες των ηρώων ή των θεών.

Η ιδέα της Ανάστασης είναι υποχρεωτικά ενωμένη με αυτή του θανάτου, της αποσύνθεσης. Όσο ο σπόρος δεν πεθαίνει, αντιστέκεται στην εκδήλωση αυτής της δύναμης της ζωής που είναι "χωμένη", μέσα του.

Στον άνθρωπο είναι η κατώτερη φύση που πρέπει να πεθάνει, για να αφήσει τη θέση στο πνεύμα, σ΄ αυτή τη θεϊκή αρχή που βρίσκει τότε τη δυνατότητα να ελευθερωθεί, για να δράσει, και να μετα- αλλάξει τα πάντα.

Ο Πλάτωνας αποκαλύπτει σχετικά :"Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου" ή “Άν δεν πεθάνετε δεν θα ζήσετε” ή “Αν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις”. Όποιος νεκρωθεί ως προς τα αμαρτωλά πάθη «θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα». “Αγωνίσου να γίνεις αθάνατος από τώρα, πεθαίνοντας εδώ στην γη για τον κακό εαυτό σου”.

Το μυστικό της ανάστασης είναι ο εν δυνάμει σπόρος, που αναμένει πρόσφορο έδαφος, ώστε να αναγεννηθούμε σε ένα νέο συνειδησιακό επίπεδο.

Πολύ λίγοι, σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, κατόρθωσαν να θανατώσουν την κατώτερη φύση τους , ώστε να καταστούν πνευματικοί φάροι για τις επόμενες γενεές. Για να επιτευχθεί αυτό, χρειάζεται πολύ δυνατή θέληση, ανιδιοτελή συμπαντική αγάπη και κατανόηση!.

Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΑΙΓΗΙΔΟΣ

Πριν από εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια η Ελληνική γη ήταν σκεπασμένη από θάλασσα. Η γεωλογική μορφή της άλλαξε πολλές φορές μέχρι σήμερα και θα αλλάζει συνεχώς και στο μέλλον, ακολουθώντας τον νόμο της αδιάκοπης μεταβολής, “ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ” του Ηράκλειτου.

Ο Βυθός της θάλασσας, που σκέπαζε ολόκληρη την Ελληνική περιοχή, από το Ιόνιο Πέλαγος μέχρι την Μικρά Ασία, παρουσίαζε τότε μία παράξενη μορφολογική εικόνα. Αυτή ακριβώς η εικόνα, το ανάγλυφο του βυθού, υπήρξε η προϋπόθεση για την δημιουργία της σημερινής Ελληνικής χερσονήσου με τις υψηλές κεντρικές της οροσειρές. Στη θέση του ορεινού όγκου της Πίνδου υπήρχε μία βαθιά υποθαλάσσια τάφρος, η “αύλαξ της Πίνδου”. Δυτικότερα εκτεινόταν μία δεύτερη, η “Ιόνια αύλαξ”. Ένα υψηλό τοίχωμα, το “ύψωμα του Γαβρώνου” χώριζε τις δύο τάφρους.

Πριν από 140 εκατομμύρια χρόνια, στις αρχές τις Κρητιδικής περιόδου, μία γιγάντια ανοδική ορογενετική κίνηση ανύψωσε πάνω από τα κύματα την λεγόμενη Πελαγονική οροσειρά, μία στενή ζώνη ξηράς που περιλαμβάνει την βορειότερη Μακεδονία (Πελαγονία), τον Όλυμπο, την Ανατολική Θεσσαλία και την Βόρειο Εύβοια.

Προέκταση της οροσειράς αυτής θεωρείται η λεγόμενη “Αττικοκυκλαδική μάζα”: η Αττική, η νότιος Εύβοια και τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων.

Πριν από 35 εκατομμύρια χρόνια , όταν η τάφρος της Πίνδου είχε γεμίσει από ιζήματα, σημειώνονται νέες κοσμογονικές αναστατώσεις στα έγκατα της Ελληνικής γης. Ύστερα από μία πανίσχυρη ανοδική ώθηση πτυχώθηκαν τα υλικά της τάφρου και ανυψώθηκαν σχηματίζοντας την επιβλητική οροσειρά της Πίνδου. Είναι η ίδια εποχή που δημιουργούνται οι υψηλότεροι ορεινοί όγκοι της γης, οι Άλπεις, τα Πυρηναία, τα Ιμαλάια και οι Αλπικές πτυχώσεις.

Εκατομμύρια χρόνια περνούν. Ύστερα από την τάφρο της Πίνδου γεμίζει και η “Ιόνιος Αύλαξ” από τα προϊόντα της γεωλογικής αναταραχής και των αποσαθρώσεων των οροσειρών του Γαβρόβου. Στην αρχή του Μειόκαινου μία άλλη τεκτονική αναστάτωση πτυχώνει και ανορθώνει τον βυθό, για να προβάλει πάνω από το νερό το μεγαλύτερο τμήμα της δυτικής Ελλάδος. Έτσι αναδύθηκε από τα βάθη της θάλασσας η Αιγαιΐς σαν ενιαία και αδιαίρετη μάζα ξηράς που εκάλυπτε περίπου τον σημερινό Ελληνικό χώρο, από το Ιόνιο ως την Μικρά Ασία και τα νότια της Κρήτης.

Ο ΚΑΤΑΠΟΝΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΗΙΔΟΣ

Οι γεωλογικές ανακατατάξεις δεν σταμάτησαν με τον σχηματισμό της Αιγηίδος. Θα ακολουθήσει μία νέα περίοδος μεταμορφώσεων στην γεωλογική ιστορία του ελληνικού χώρου, μία πολυσήμαντη φάση που κράτησε και αυτή μερικά εκατομμύρια χρόνια.

Σ” αυτή την περίοδο αρχίζει ο κατακερματισμός του χερσαίου όγκου της Αιγηίδος, η προέλαση της Μεσογείου προς τα ενδότερα της χώρας και ο καταποντισμός μεγάλων τμημάτων της.

Η Αιγηίς δεν αποτελούσε φυσικά, μία μονότονη μάζα ξηράς. Υπήρχαν, πριν από 18 περίπου εκατομμύρια χρόνια κατά το μέσο Μειόκαινο, υψηλές οροσειρές, αλλά και βυθίσματα και εσωτερικές λίμνες.

Μία μεγάλη λίμνη σκέπαζε τον χώρο της κεντρικής Θεσσαλίας (Θεσσαλία = θέσις άλατος), τις βόρειες Σποράδες και την βορειοανατολική Εύβοια. Άλλες λίμνες υπήρχαν ανατολικά της Σκύρου και νοτιότερα μεταξύ Άνδρου και Χίου.

Η θάλασσα προχωρούσε αργά αλλά σταθερά προς το εσωτερικό. Εξ” αιτίας των τεκτονικών ρηγμάτων η Μεσόγειος είχε διεισδύσει στην περιοχή μεταξύ Κρήτης και Δωδεκανήσου. Το νότιο και ανατολικό τμήμα της Κρήτης βρισκόταν τότε κάτω από τα νερά. Θάλασσα ήταν η Κέρκυρα και οι δυτικές ακτές της Ηπείρου μαζί με την Λευκάδα και το δυτικό τμήμα της Κεφαλληνίας και της Ζακύνθου.

Περνούν έξι ακόμα εκατομμύρια χρόνια και η διείσδυση της Μεσογείου στην ενδοχώρα της Αιγηίδος συνεχίζεται. Στις αρχές του Πλειόκαινου, πριν από 12 περίπου εκατομμύρια χρόνια, χωρίζονται τα νησιά του Ιονίου από την στεριά και εξέχουν σαν βραχοκορφές επάνω σε μία θάλασσα που σκεπάζει το δυτικό τμήμα της Ήλιδος, την δυτική Αχαΐα ως την Πάτρα, την πεδιάδα της Αχαΐας και τον Λακωνικό κόλπο.

Αργότερα διαμορφώνονται από την διάβρωση οι κοιλάδες του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου. Δια μέσου αυτών των κοιλάδων τα νερά της Ποντιοκασπίας και της Προποντίδος

θα περάσουν σε έναν μεγάλο κεντρικό ποταμό της Αιγηίδος (Αιγαίος ποταμός) που συγκέντρωνε τις ροές των παραποτάμων του, Αξιού, Στρυμόνος, Έβρου κλπ.

Στο τέλος του Πλειόκαινου, πριν από δύο περίπου εκατομμύρια χρόνια, ένας κλάδος της Μεσογείου προωθείται από τα ανατολικά της Κρήτης προς την Προποντίδα. Ένας άλλος θαλάσσιος βραχίων εισορμά στον χώρο μεταξύ Κρήτης και Πελοποννήσου (στον χώρο περίπου του σημερινού Μυρτώου Πελάγους), φτάνει ως τα περίχωρα των Αθηνών και διαμέσου του νοτίου τμήματος της Αττικής και της Εύβοιας προελαύνει προς τις βόρειες Σποράδες και τον Θερμαϊκό.

Αυτές οι μετακινήσεις των υδάτων της Μεσογείου ήταν η αρχή του σχηματισμού του Αιγαίου Πελάγους.

Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΛΙΜΝΩΝ

Κατά το Πλειόκαινο, πριν από 12 έως 2 εκατομμύρια χρόνια περίπου, δημιουργούνται στα βυθίσματα της Αιγηίδος μεγάλες λίμνες. Η μεγαλύτερη σχηματίζεται στο σημερινό Κρητικό Πέλαγος, βορειότερα της Κρήτης. Μικρότερες λίμνες αναφαίνονται στα βόρεια και στα ανατολικά των Σποράδων ή ανατολικά της Εύβοιας.

Από τις λίμνες αυτές, όσες δεν είχαν στερεά προχώματα πλημμύριζαν από θαλάσσιο νερό, με αποτέλεσμα να γίνονται υφάλμυρες. Ήταν λίμνες ασταθείς όπως η Κορινθιακή, των Μεγάρων, του Αργολικού κόλπου και της Ήλιδος.

Αντιθέτως οι εσωτερικές λίμνες και εκείνες που είχαν ανθεκτικά προχώματα προς την θάλασσα, θα διατηρήσουν τα γλυκά νερά επί μακρότατο χρονικό διάστημα. “Ενδοχωρικές” λίμνες αυτού του τύπου ήταν η κοιλάδα του Ευρώτα, οι πεδιάδες της Μεγαλοπόλεως, της Λοκρίδος και ολόκληρη η Θεσσαλία πριν από την διάνοιξη της χαράδρας των Τεμπών.

Εν τω μεταξύ, οι γεωλογικές αναστατώσεις συνεχίζονται. Η Αιγηίς κατακερματίζεται, αλλού καταποντίζεται Πολλά τμήματα βυθίζονται και άλλα ανυψώνονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Τα νερά της Μεσογείου εισχωρούν στην λίμνη του Κορινθιακού από το στενό Ρίου-Αντιρρίου και σχηματίζουν τον σημερινό κόλπο. Υψώνεται ο ισθμός της Κορίνθου, καταβυθίζεται η βόρεια πλευρά του Κορινθιακού και προβάλουν οι απότομες ακτές της Βοιωτίας και της Φωκίδος. Αναδύονται από την θάλασσα οι βόρειες περιοχές της Πελοποννήσου, καταποντίζονται οι ακτές της Αργολικής χερσονήσου και αποχωρίζεται η Αίγινα από την στεριά. Στο Ιόνιο υποχωρεί η θάλασσα, μεγαλώνουν τα νησιά και γίνονται στεριά οι περιοχές της Ήλιδος, της Μεσσηνίας και της Λακωνίας.

Στο ανατολικό τμήμα της Αιγηίδος μία μεγάλη λίμνη σχηματίζεται μεταξύ Εύβοιας και Μικράς Ασίας. Μέσα σε αυτή την λίμνη ξεχωρίζουν η Σκύρος και η Λέσβος.

Έτσι κατά το τέλος αυτής της εποχής (του Πλειόκαινου), έχει στις γενικές γραμμές της οριστικοποιηθεί η σημερινή ανάγλυφη όψη και η μορφολογία της Ελληνικής γης.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΙΩΝ

Η τελική διαμόρφωση της Ελληνικής γης ολοκληρώθηκε κατά το Πλειστόκαινο. Σ' αυτή την εποχή που κράτησε εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια (από 2 εκατομμύρια π.Χ. μέχρι το 10.000 π.Χ.), σημειώνονται νέες γεωλογικές μεταμορφώσεις και γεωγραφικές διαφοροποιήσεις, μικρής σχετικά κλίμακος, με ανόδους και καθόδους της στάθμης των θαλασσών και έντονες κλιματολογικές διακυμάνσεις ψυχρών ή θερμών εποχών. Είναι η εποχή των παγετώνων.

Κατά το πλειστόκαινο εξαφανίζονται εντελώς μερικές εσωτερικές λίμνες: της Μεγαλουπόλεως, του Ευρώτα, της Στερεάς Ελλάδος και της Θεσσαλίας. Αντιθέτως, ενοποιούνται οι λίμνες την περιοχή μεταξύ Κυκλάδων και βορείου Αιγαίου. Ωστόσο η νέα λίμνη δεν επικοινωνεί ακόμα με το Κρητικό Πέλαγος.

Αλλεπάλληλες καταβυθίσεις σημειώνονται στο ανατολικό τμήμα της Αιγηίδος. Η θάλασσα εισχωρεί στην αρχή από το στενό μεταξύ Κυθήρων και Κρήτης και ύστερα από το ευρύτερο βύθισμα μεταξύ Κρήτης και Δωδεκανήσου και το ρήγμα μεταξύ Καφηρέως – Άνδρου. Προελαύνει προς τα Β.Α. και κατακλύζει τις κοιλάδες του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου, ακόμα και την λεκάνη του Ευξείνου. Η βόρεια και η νότια λεκάνη του Αιγαίου έχουν σχηματιστεί. Ανάμεσα σ' αυτές τις δύο λεκάνες εκτεινόταν μία υποθαλάσσια οροσειρά. Οι κορυφές των βουνών της σχημάτισαν τα πολυάριθμα νησιά των Κυκλάδων.

Με την σταθεροποίηση των μαζών της ξηράς ο Ελληνικός χώρος έχει ουσιαστικά διαμορφωθεί. Ωστόσο η στάθμη της θάλασσας παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις που επηρεάζουν την ακτογραφία. Σε μία παγετώδη περίοδο μεγάλου ψύχους το Αιγαίο και το Ιόνιο έχασαν τεράστιους υδάτινους όγκους και η στάθμη της θάλασσας κατέβαινε από 100 έως 200 μέτρα.

Οι συνέπειες αυτής της μεταβολής της στάθμης ήταν σημαντικές: σχεδόν όλες οι Κυκλάδες έβγαιναν σαν ενιαία μάζα ξηράς (Αιγαίο Βουνό) επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η Κρήτη και η Πελοπόννησος επικοινωνούσαν ίσως με γέφυρα ξηράς δια μέσου Κυθήρων και των Αντικυθήρων.

Οι βόρειες Σποράδες είχαν ενωθεί με την Θεσσαλία. Ο Θερμαϊκός μόλις υπήρχε και η Θάσος ήταν ενωμένη με την στεριά. Το ίδιο και η Χίος. Δεν υπήρχε ακόμα Παγασητικός, ούτε Ευβοϊκός ή Αμβρακικός. Η Κέρκυρα ήταν ενωμένη με την Ήπειρο και η Εύβοια με την Αττική.

Καθώς κυλούν οι χιλιετίες, η μορφολογία της ξηράς ακολουθεί και αυτή την εξελικτική της πορεία. Η αποσάθρωση των ορεινών όγκων από τα νερά της βροχής και τον άνεμο, οι μεταβολές της θερμοκρασίας και της υγρασίας αλλάζουν το ανάγλυφο του τόπου. Χαμηλώνουν οι οροσειρές και τα υλικά των αποσαθρώσεων μεταφέρονται από τα ποτάμια και τους χειμάρρους στην θάλασσα ή σε κλειστές λεκάνες και πεδιάδες όπως της Θεσσαλίας και της Βοιωτίας.

Με την διαδικασία αυτή σχηματίζονται τα εύφορα εδάφη που θα αποτελέσουν τις εστίες για την συγκέντρωση των πρώτων ανθρωπίνων ομάδων στον Ελληνικό χώρο. Με τον τρόπο αυτό σχηματίστηκαν ο πηλός, η άργιλος, η άμμος, τα κροκαλοπαγή πετρώματα, ο ψαμμίτης, η γνώριμη ερυθρογή (κοκκινόχωμα) και πολλά ιζηματογενή πετρώματα.

Αλλά στην τελική διαμόρφωση του Ελληνικού χώρου θα συμβάλουν επίσης οι σεισμοί και η δράση των ηφαιστείων.

Η Ελλάς και η Ιταλία είναι οι μόνες Μεσογειακές χώρες που έχουν ηφαίστεια, κυρίως στις ακτές τους ή στα νησιά. Σ' αυτές τις περιοχές ο φλοιός της γης ήταν ευπαθής, εξ' αιτίας των ρηγμάτων που προκάλεσαν οι τεκτονικές αναστατώσεις, με αποτέλεσμα την ώθηση στην επιφάνια μάγματος από τα έγκατά της γης.

Τα σπουδαιότερα Ελληνικά ηφαίστεια Αιγίνης, Μεθάνων, Πόρου, Μήλου, Κιμώλου, Πολυαίγου, Φολεγάνδρου, Θήρας, Νισύρου και Κω, σχηματίζουν ένα ηφαιστειακό τόξο που εκτείνεται στα νότια κράσπεδα μιας καταποντισμένης ξηράς.

Τα βαθιά ρήγματα στο βόρειο Αιγαίο δημιούργησαν τα ηφαίστεια της Τρωάδος, της Μυτιλήνης, ίσως και της Χίου, που βρίσκονται στον ίδιο ηφαιστειακό άξονα.

Τέλος τα ηφαίστεια του Οξυλίθου (Κύμης), της Λήμνου, της Ίμβρου, της Σαμοθράκης και των Φερρών της Θράκης σχηματίζουν ένα άλλο τόξο, παράλληλο προς το ηφαιστειακό τόξο του νοτίου Αιγαίου. Όλα αυτά τα ηφαίστεια υπήρξαν εργαστήρια κατασκευής πολυτίμων ορυκτών πρώτων υλών, που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος από την Προϊστορία.

Το σπουδαιότερο από ιστορική άποψη ηφαίστειο της Ελλάδος και ίσως το πιο ενδιαφέρον ηφαιστειακό κέντρο του κόσμου είναι το ηφαίστειο της Θήρας (Σαντορίνης). Η σημερινή μορφή του νησιού είναι αποτέλεσμα γεωλογικών μεταβολών που άρχισαν πολύ πρώιμα. Ύστερα από τον κατακερματισμό της Αιγηίδος και τον καταποντισμό μεγάλων τμημάτων ξηράς, στην θέση της Θήρας απέμεινε μία βραχονησίδα που αντιστοιχούσε περίπου στην περιοχή του βουνού Προφήτης Ηλίας και του Πύργου. Η παλαιότερη ηφαιστειακή δράση σ” αυτή την νησίδα τοποθετείται στην περίοδο που αρχίζει πριν από 26 εκατομμύρια χρόνια περίπου και τελειώνει πριν από 13 εκατομμύρια χρόνια. Τα υλικά των εκρήξεων των ηφαιστειακών κέντρων της Θήρας, των Περιστεριών, του Σημαντηρίου, του Σκάρου και της Θηρασίας σχημάτισαν ένα νέο νησί, την Στρογγυλή. Μπορούμε να την φανταστούμε σαν ένα μεγαλόπρεπο ηφαιστειακό κώνο ύψους χιλίων μέτρων, με επιβλητικό κρατήρα στην κορυφή και μικρότερους στα πλευρά. Λάβα τιναζόταν κατά διαστήματα από τους κρατήρες και κυλούσε σαν πύρινο ποτάμι προς την θάλασσα.

Πριν από 25 χιλιάδες χρόνια περίπου, προς το τέλος δηλαδή του Πλειστόκαινου, σημειώνεται η πρώτη μεγάλη έκρηξη που μπορούμε να ανιχνεύσουμε επιστημονικά από τα ηφαιστειακά υλικά που έχουν κατασταλάξει στον βυθό της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Ακολούθησαν και άλλες καταστρεπτικές εκρήξεις, ώσπου το 1500 π.Χ. περίπου το νησί ανατινάχθηκε σχεδόν ολόκληρο και η ηφαιστειακή τέφρα έφτασε ως την Κρήτη και την Σικελία.

ΟΙ ΠΕΡΙ ΘΕΙΟΥ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΜΙΣΤΟΥ ΟΙ ΠΕΡΙ ΘΕΙΟΥ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΜΙΣΤΟΥ ΠΛΗΘΩΝΟΣ

Η καλύτερη κατανόηση των περί Θείου απόψεων του Γεμιστού προϋποθέτει και τη γνώση της ουσίας στη διαμάχη μεταξύ Νέοπλατωνικών και Χριστιανών, έτσι όπως αυτή είχε διαμορφωθεί από τα πρώτα χρόνια του Βυζαντίου. Ο διωγμός της Ακαδημίας των Αθηνών, δεν ήταν καθόλου άσχετος με τις απόψεις του Πρόκλου περί «αϊδιότητος του Κόσμου». Ο Ιωάννης Φιλόπονος από την Αλεξάνδρεια, είχε απαντήσει στα μέσα του έκτου αιώνα στον Έλληνα φιλόσοφο με τη γνωστή πραγματεία «Κατά των Πρόκλου περί αϊδιότητος του Κόσμου επιχειρημάτων», και σε πλήρη σύγχυση είχε προσπαθήσει να απαντήσει με επιχειρήματα μέσα από τον Πλάτωνα και από τον Αριστοτέλη, μολονότι ο πρώτος δεχόταν την ύπαρξη της ουσίας προ της Δημιουργίας και ο δεύτερος, με λίγες διαφορές, συμφωνούσε με τον Πρόκλο.

Άλλωστε, είναι γνωστό ότι ουδέποτε η Ελληνική Σκέψη δέχτηκε «έξωθεν και εκ του μηδενός» Δημιουργό του Κόσμου. Η δημιουργία του Κόσμου έτσι όπως δίνεται από τη Γένεση των Ιουδαίων, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή από τον Έλληνα Άνθρωπο. Τα ενδιάμεσα επίπεδα μεταξύ Υπέρτατου Θεού και ανθρώπων ικανοποιούν τη φύση του στο να μη βλέπει αποξενωμένο το Θείο από το ανθρώπινο. Αυτή η κλιμακούμενη διάταξη των Θεών, αυτή η διαβαθμισμένη ιεραρχία των Θείων, με μια πλήρωση από πάνω προς τα κάτω και όχι δια υποβολής, αποτέλεσε το πρότυπο του Πλήθωνος για το δικό του Πάνθεον.

Το βασικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Γεμιστός στην υπέρβαση του κοινωνικού κατεστημένου, ήταν πρώτα απ' όλα το ξεπέρασμα της βυζαντινής παράδοσης που ήθελε τον αυτοκράτορα ως τάχα δικαίως αυταρχικό όργανο μιας θείας πολιτικής. Όπως και αλλού ήδη περιγράψαμε, ο «ελέω Θεού» μονάρχης ήταν ο αντικατοπτρισμός στη γη ενός μονοθεϊστικού μοντέλου, στην προκειμένη περίπτωση του Χριστιανισμού, που κατά τον Γεμιστό πάση θυσία έπρεπε να αντικατασταθεί με κάποιο άλλο μοντέλο, το οποίο θα παρείχε μεγαλύτερο βαθμό συνάφειας με την Ιδανική Πολιτεία του. Έψαξε δηλαδή για μια θρησκεία που θα μπορούσε να στηρίξει την ανάλογη πολιτική του μεταρρύθμιση, τη «σπουδαία» Πολιτεία του όπως τόνιζε στο Θεόδωρο. Για τον σκοπό αυτό, κατέφυγε στον Πλάτωνα. Η σημασία λοιπόν της νεοπλατωνικής θεώρησής του ήταν ο ηθικός κώδικας που έβγαινε από αυτή. Η δε Κοσμολογία του, όπως θα δούμε, έδινε μεγαλύτερη αξία στον υλικό κόσμο. Στον Πλήθωνα, το χάσμα της αποξένωσης μίκραινε σε εκπληκτικό βαθμό. Ο άνθρωπος έστρεφε το βλέμμα του πιο πολύ προς το Φυσικό Κόσμο και το αχανές και ψυχρό διάστημα ξανακέρδιζε μέρος της χαμένης μοναξιάς του. Ο Massai γράφει χαρακτηριστικά: «Η ψυχή που δεν έχει ενσαρκωθεί, δεν ευρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από εκείνη που έχει ενσαρκωθεί. Η παρούσα ζωή είναι εξ ίσου ουσιώδης και διαρκής, εφόσον η ανθρώπινη ζωή θα πρέπει διαδοχικώς να λαμβάνει και να εγκαταλείπει το φθαρτό σώμα. Γι'αυτό ο Πλήθων προτιμά την προσφορά της παρούσης ζωής από κάθε μελλοντική υπόσχεση και ελπίδα.

Η βασική του Κοσμολογική Αρχή παραμένει πιστή στην Ελληνική Παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Κόσμος όλος είναι φτιαγμένος από άφθαρτες και αιώνιες ουσίες και δεν μπορεί ποτέ του να καταστραφεί. Άποψη που έντονα είχε καταδιώξει η χριστιανική σκέψη, υποστηρίζοντας αντίθετα τις βιβλικές αντιλήψεις. Το μη φθαρτό του Κόσμου εξουδετέρωνε την εσχατολογική φύση του Μονοθεϊσμού, όπως και την σχετικά δουλική αναγωγή του υπαρκτού σήμερα στο μακρινό και ασαφές προσδοκόμενο. Ακύρωνε την καθοσίωση μιας ζωής βασάνων και δυστυχίας, όπου το μέλλον έφτανε να προσδιορίζεται μόνο μέσα από την προσμονή, και ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη μέσα από την προσδοκία. Η γενικευμένη υποδούλωση του ανθρώπου ήταν γεγονός. Άνθρωπος-υπήκοος ενός δήμιου-δημιουργού, εξόριστος σκλάβος σε έναν κόσμο υποταγμένο μέχρι τα σπλάχνα του στην βία, κατακάθι ενός χαμένου ουρανού, ξένος πάνω στην ίδια του τη γη. Ο άνθρωπος βρισκόταν εξόριστος πάνω σε ένα πλανήτη πού δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπως και φυλακισμένος μέσα σ' ένα σώμα πού δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μία φυλακή για δυστυχισμένες ψυχές. (Αποτέλεσμα αυτής της βιοαντίληψης και οι γνωστές σε όλους μας «καλύτερες μέρες», το προσφιλές σύνθημα όλων των υποψήφιων εξουσιαστών της γής, «προοδευτικών» ή «συντηρητικών», που αν και λίαν συντόμως μεταλλάσσεται σε απογοήτευση, εντούτοις κάθε φορά το αόριστο μέλλον γίνεται επίσης αυτομάτως και μια νέα αρχή για μια νέα ακόμη προσδοκία. Στην «Άριστη» Πολιτεία, η πραγμάτωση του πολίτη έρχεται μέσα σε αυτή την ίδια τη ζώσα πραγματικότητα και όχι σε ένα ασαφές μέλλον, μιας και αυτό, ειδωμένο μόνο ως χυδαίο επενδυτικό έδρανο, είναι παντελώς άγνωστο στον Κόσμο των Ελλήνων).

Στον ίδιο τον Άνθρωπο, ο Πλήθων, σύμφωνα με την κλασσική πλατωνική αντίληψη, διακρίνει ψυχή αθάνατη και σώμα θνητό, που και τα δυο όμως έχουν την αιτία τους στο Θεό. Η αντίληψη αυτή επεκτείνεται και στα ζώα, τα φυτά, τους πλανήτες, που την ύπαρξή τους οφείλουν σε κάποιες διαφορετικές χρονικά αιτίες, οι οποίες εκφράζουν ξεχωριστές δυναμικότητες, και όλες μαζί έχουν την αιτία τους στον «Άκρως Ένα». Πρόκειται για έναν εσωκοσμικό Δημιουργό, αυτογένητο, αθάνατο, μέγιστο, εκ της ουσίας του αγαθό, πατέρα και αιτία όλων των πραγμάτων. Στην συνέχεια έχουν δημιουργηθεί οι υπόλοιπες θεότητες, που γεννήθηκαν από αυτόν και σε αυτόν έχουν την αιτία.. Αυτοί οι Θεοί, ανάλογα με τη δημιουργία τους και τις ιδιότητές τους, διακρίνονται σε διάφορες τάξεις. Οι πρώτοι, είναι τα παιδιά του Διός, είναι δηλαδή τα Έργα. Οι δεύτεροι, τα παιδιά των παιδιών του Διός, είναι τα Έργα των Έργων. Οι Θεοί που έχουν γεννηθεί απ' ευθείας από τον Δία λέγονται Υπερουράνιοι, και είναι απαλλαγμένοι από το σώμα και την ύλη. Μετά τους Υπερουράνιους Θεούς ακολουθούν οι Ουράνιοι Θεοί, με τελευταίο μεταξύ αισθητού Κόσμου και Θεών τον Άνθρωπο, ο οποίος αποτελείται από ύλη και ψυχή.

ΕΝ ΟΙΔΑ ΟΤΙ ΟΥΔΕΝ ΟΙΔΑ

Όταν ο Σωκράτης έλεγε, ένα μόνο πράγμα γνωρίζω ότι τίποτα δε γνωρίζω, ήταν ακριβολόγος. Όπως ακριβώς και όσο ακριβώς ακριβολόγος είσαι και συ, τίμιε αναγνώστη, όταν λες δυο και δύο ίσον τέσσερα. Ή όταν λες η θάλασσα είναι θάλασσα, και ο Όλυμπος δεν είναι όχι Όλυμπος.

Το εν οίδα ότι ουδέν οίδα του Σωκράτη δεν είναι κουβέντα της ταπεινοφροσύνης και της γλυκερής σιγουριάς. Να χτυπήσουμε τάχα την υπεροψία της γνώσης και τη μέθη. Την αυθεντία του σοφού και τον εγωισμό του πνεύματος. Η αθώα άμυνα να γίνει στα χέρια μας όπλο της πονηρής επίθεσης. Κι όπως θα 'λεγε ο Καβάφης, με τα κουρέλια του Λαγίδη βασιλιά Πτολεμαίου Φιλομήτορα να παρουσιαστούμε στη Σύγκλητο της Ρώμης, σαν κακομοίρηδες και πτωχάνθρωποι, για να ζητιανέψουμε με πιο αποτέλεσμα.

Η πρόταση του Σωκράτη είναι κουβέντα γεωμετρική.

Για να κατανοήσουμε το νόημα της, χρειάζεται να λογαριάσουμε τέσσερα δεδομένα.

Πρώτο, ότι ο Σωκράτης μαζί με τους συνομιλητές του σε κάθε διάλογο του Πλάτωνα προσπαθούσε να ορίσει μία μόνο έννοια. Ποτέ δύο ή περισσότερες. Στο Λυσι, λ.χ. τι είναι φιλία, στο Χαρμίδη τι είναισωφροσύνη, στον Ενθύφρονα τι είναι ευσέβεια, στην Πολιτεία τι είναι δικαιοσύνη, στον Τίμαιο τι είναιφύση, και πάει λέγοντας.

Δεύτερο, ότι ο ορισμός μιας έννοιας είναι το πιο δύσκολο έργο του ανθρώπινου μυαλού.
Αυτό αποδείχνεται από το γεγονός ότι με τον Σωκράτη, που δοκίμασε να ορίσει τις έννοιες, ουσιαστικά αρχίζει η επιστήμη στην ιστορία του ανθρώπινου γένους.

Τρίτο, ότι, επειδή είναι ατέρμονα δύσκολος ο ορισμός της κάθε έννοιας, οι συζητητές ήταν ανάγκη να 'χουν αγάπη περισσή μεταξύ τους, να 'χουν ειλικρίνεια, καλή πίστη ο ένας στον άλλο, και εντιμότητα. Διαφορετικά κινδύνευαν να σφαχτούνε επάνω στη συζήτηση. Αυτό είναι εκείνο, που γέννησε τον πλατωνικό έρωτα. Τον αναγκαίο όρο για κάθε διάλογο.

Και τέταρτο, ότι όλοι σχεδόν οι διάλογοι του Πλάτωνα τελειώνουν, χωρίς να κατορθώνουν οι συζητητές να ορίσουν την έννοια στην απόλυτη ακρίβεια της. Όπως, καλή μας ώρα κι εμείς, δεν ημπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι και απόλυτα στο τι είναι έρωτας, τι είναι αρετή, τι είναι δημοκρατία, και πάει λέγοντας.

Έλεγε λοιπόν ο Σωκράτης.
-Λύσι, ξέρεις τι είναι φιλία;
-Και βέβαια ξέρω. Εσύ δεν ξέρεις;
-Όχι.
-Με κοροϊδεύεις τώρα;
-Δε σε κοροϊδεύω, Λύσι. Και έλεγε πάλι.
-Ευθύφρονα, ξέρεις τι είναι ευσέβεια;
-Και βέβαια ξέρω. Εσύ δεν ξέρεις;
-Όχι.
-Με δουλεύεις τώρα;
-Δε σε δουλεύω Ευθύφρονα. Μάρτυς μου ο Δίας. Και έλεγε ακόμη
-Θρασύμαχε, ξέρεις τι είναι δικαιοσύνη;
-Και βέβαια ξέρω. Δικαιοσύνη είναι το συμφέρο του ισχυρότερου.
-Γιατί, εσύ δεν το 'ξερες Σωκράτη;
- Όχι.
- Μη με κογιονάρεις, κουζουλέ, γιατί θα θυμώσω. Και σα θυμώσω, θα σε βάλω να ξουρίσεις το λιοντάρι χωρίς σαπουνάδα.

Ο Σωκράτης όμως δεν έπαιζε με τους συνομιλητές του. Παραδέχεται από την αρχή και καθαρά ότι δε γνωρίζει την έννοια. Ενώ όλοι οι άλλοι ισχυρίζουνται ότι τη γνωρίζουν. Το αποτέλεσμα ήταν να πιστεύουν ότι τους ειρωνεύεται. Εκείνος όμως έλεγε την αλήθεια. Τη φτωχή και την αφτιασίδωτη. Τη μία αλήθεια. Ύστερα τους παρακαλούσε να τον μάθουν.

- Και σα με μάθετε, θα σας χρωστώ μεγάλη χάρη, τους έλεγε. Εικόνισμα θα σας κρεμάσω στη σάλα του σπιτιού μου. Τότε εκείνοι του εξηγούσαν, φιλία είναι αυτό, δικαιοσύνη είναι αυτό, έρωτας είναι αυτό. Και πάει λέγοντας. Στη συνέχεια, για να καταλάβει καλύτερα ο Σωκράτης, έμπαινε στις λεπτομέρειες.- Υπάρχει, λ.χ., φιλία, ρωτούσε, και σε δύο γαϊδάρους, που βόσκουν μαζί όλη μέρα στο λειβάδι; Υπάρχει φιλία στην πεταλούδα και στη φλόγα του λύχνου, που συνέχεια γυρίζει γύρω τριγύρω της, όπως ο Ρωτόκριτος στα παράθυρα της Αρετής;

Εσίμωσ' ο Ρωτόκριτος, στο παραθύρι, απλώνει, κι αγαλινά και σιγανά ποιος είναι φανερώνει. Μ ε ταπεινότη η Αρετή τρέμοντας 'πιλογάται, με μια φωνή έτσι δαμινή που δεν καλογροικάται. Μια ώρα στέκ' ακίνητοι και τα πολλά που χώνα, εχάσαν τα, σον φαίνεται, την ώρα που σιμώνα. Ήτρεμ' εκείνη εις μια μερά, κι εκείνος εις την άλλη.

Έχουν, ερωτούσε τον Ευθύφρονα, την ίδια ευσέβεια ένας μουσουλμάνος κι ένας χριστιανός; Και γιατί τότε σφάζουνται; Και ποιοι είναι πιο ευσεβείς από τα δύο κοπάδια τους πιστούς, που σκυλοτρώγουνται χρόνια τώρα στις στάνες της Λάρισας;

Οι θεολογιανοί κριοί, ή οι ιγνατιανοί τράγοι;

Εκεί ήταν που τους μπέρδευε. Έχαναν τη ροή των συλλογισμών τους. Έτσι τους υποχρέωνε σιγά σιγά, να ανακαλέσουν τον αρχικό ορισμό που είχαν δώσει στην έννοια. Και στο τέλος, «στενεμένοι από τες ερώτησες του ανδρός», και κάτω από την αμείλικτη δύναμη της επαγωγικής μεθόδου, καθαρά μαθηματικά δηλαδή, τους έφερνε στη δεινή θέση να παραδεχτούν ότι, ενώ νόμιζαν στην αρχή ότι ξέρουν, τώρα η συζήτηση έδειξε ότι δεν ξέρουν. Τότες ο Σωκράτης έλεγε:

- Εσείς πιστεύατε ότι γνωρίζετε την έννοια, και η συζήτηση έδειξε ότι δεν τη γνωρίζετε.
Ούτε τη γνωρίζετε δηλαδή, ούτε εγνωρίζατε ότι δεν τη γνωρίζετε.

Εγώ, απέναντι, επίστευα ότι δε γνωρίζω την έννοια, και η συζήτηση έδειξε ότι πράγματι δεν τη γνωρίζω. Ναι δε γνωρίζω, αλλά εγνώριζα ότι δε γνωρίζω. Εκεί που εσείς δεν εγνωρίζατε ότι δεν γνωρίζετε την έννοια, εγώ εγνώριζα ότι δεν τη γνωρίζω.

Μ' ένα λόγο, εσείς δεν γνωρίζετε τίποτα. Ενώ εγώ γνωρίζω ένα, ότι δε γνωρίζω τίποτα.
Έτσι. Με τρόπο γεωμετρικό, για όλους μας δηλαδή υποχρεωτικό σε παραδοχή, κερδήθηκε η πιο μεγάλη πρόταση, που ξεχώρισε τον άνθρωπο από το ζώο. «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα».

 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, ΓΚΕΜΜΑ

Αρισταίος: Ο μέγας ευεργέτης!

Ο Ησίοδος και ο Πίνδαρος αναφέρουν ότι ο Έλληνας ήρωας Αρισταίος ήταν γιος τού Θεού Απόλλωνα και της Νύμφης Κυρήνης, εγγονής της Ναϊάδας Κρέουσας, της όμορφης θυγατέρας του Υψέα, που ήταν γιος του Πηνειού.

Ο Πίνδαρος, αναφέρεται στον μύθο της Κυρήνης και του Αρισταίου στην Επινίκια Ωδή που έγγραψε για τον νικητή των Πύθιων, Τελεσικράτη. Εκεί μας αφηγείται πως με την γέννηση του Αρισταίου, ο Ερμής παρέλαβε το βρέφος και το παρέδωσε στις Ώρες και την Γαία, οι οποίες τον θαύμασαν και του έδωσαν νέκταρ και αμβροσία, κάνοντάς τον αθάνατο «έναν Ζεύς, έναν ιερό Απόλλων»...

Στη συνέχεια ανέλαβαν την εκπαίδευσή του οι Μούσες. Κοντά τους έμαθε την τέχνη της ιατρικής και της μαντικής.

Σύμφωνα με τα αρχαία κείμενα (Πίνδαρος, Διόδωρος ο Σικελός, Απολλώνιος ο Ρόδιος κ.α.), ο Αρισταίος ανατράφηκε και διδάχτηκε από τις νύμφες, τις μούσες και τον κένταυρο Χείρων.
 
Ήταν ο εισηγητής της καλλιέργειας των μελισσών, του σταφυλιού και της ελιάς, ο προστάτης των βοσκών και των κυνηγών, θεράποντα της ιατρικής και της μαντικής.

Λέγεται ότι ο Κένταυρος Χείρων προφήτεψε ότι ο Απόλλων θα έπαιρνε την Κυρήνη πέρα από τη θάλασσα, στον εκλεκτότερο κήπο του Δία, και θα την έκανε βασίλισσα μεγάλης πόλης, αφού πρώτα θα σύναζε νησιωτικό λαό γύρω σε λόφο πού ξεπροβάλλει από πεδιάδα.
 
Η Κυρήνη θα γινόταν δεκτή από τη Λιβύη σε χρυσό παλάτι και θα κέρδιζε βασίλειο εξίσου ευνοϊκό για κυνηγούς και αγρότες, και εκεί θα έκανε του Απόλλωνα γιο.
 
Σχετικά με την γέννησή του, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει:
 
«Ο Απόλλων ερωτεύτηκε μία παρθένο κόρη, η οποία ανατρεφόταν στο Πήλιο, ονομαζόταν Κυρήνη και ξεχώριζε στην ομορφιά, και την μετέφερε σ’ εκείνη την περιοχή τής Λιβύης, στην οποία αργότερα έχτισε πόλη, που εξαιτίας της ονομάστηκε Κυρήνη, ενώ σ’ εκείνο το μέρος ο Απόλλων απέκτησε από την Κυρήνη έναν γιο, τον Αρισταίο, τον οποίο, όταν ήταν νήπιο, παρέδωσε στις Νύμφες, για να τον αναθρέψουν, και αυτές έδωσαν στο παιδί τρία ονόματα, αποκαλώντας τον Νόμιο και Αρισταίο και Αγρέα».

Ο Απόλλων πήρε πράγματι την Κυρήνη με το χρυσό άρμα του και την πήγε στην τοποθεσία όπου βρίσκεται σήμερα η πόλη Κυρήνη, εκεί η Αφροδίτη περίμενε για να χαιρετήσει την άφιξη τους.

Τη νύχτα εκείνη ο Απόλλων υποσχέθηκε στην Κυρήνη ζωή μακροχρόνια, δοσμένη στο πάθος της για το κυνήγι, και να βασιλέψει σε εύφορη χώρα.
 
Εκεί η Κυρήνη γέννησε τον Αρισταίο ( Άριστος ) ο οποίος όταν θα μεγάλωνε και θα γινόταν άνδρας, θα αποκτούσε τους τίτλους «Αθάνατος Ζευς», «Αγνός Απόλλων» και «Φύ­λακας των Κοπαδιών». Τον Αρισταίο ανέθρεψαν οι Νύμφες.
 
Σαν μεγάλωσε και ανδρώθηκε ο γιος της Κυρήνης και του Απόλλωνα άφησε τις αγαπημένες του τροφούς κι άνοιξε τα φτερά του για ν’ ασχοληθεί με το μεγάλο πάθος του, τη γεωργία και την κτηνοτροφία.
 
Μετά από αρκετό καιρό μαθητείας δίπλα στον σοφό κένταυρο Χείρωνα, ο οποίος τον μύησε στα μυστήρια, ο νεαρός ποιμένας εγκαταστάθηκε στη μαγευτική κοιλάδα των Τεμπών, ευτυχισμένος με τις ελιές, τα κοπάδια του και τα μελίσσια του.

Από τις Νύμφες έμαθε την καλλιέργεια του αμπελιού και της ελιάς. την δημιουργία κυψελών για την εκτροφή μελισσών και την παραγωγή μελιού, διδάχθηκε την πήξη τού γάλακτος και την κατασκευή τού τυριού και πώς να μπολιάζει τις αγριελιές για να βγάζουν καρπό, ενός ιερού για τους Έλληνες δέντρου.
Σύμφωνα με τον Πλίνιο ο Αρισταίος ανακάλυψε το ελαιοπιεστήριο, ώστε να παίρνει λάδι από τον καρπό του ελαιόδεντρου. Επίσης του αποδίδονται και εφευρέσεις σχετικές με το κυνήγι, όπως οι λάκκοι και τα δίχτυα.

Τις χρήσιμες αυτές τέχνες ο Αρισταίος τις μεταβίβασε στους άλλους, και αυτοί, γεμάτοι ευγνωμοσύνη, τον τίμησαν με θεϊκές τιμές.
 
Ο Αρισταίος, με τη σειρά του, φρόντισε όσα γνώριζε να γίνουν κτήμα των ανθρώπων. Πρώτος αυτός, σύμφωνα με την μυθολογική παράδοση, δίδαξε στους ανθρώπους τις ανωτέρω γνώσεις, μαζί με πολλές άλλες, σχετικές με την καλλιέργεια τής γης, την κτηνοτροφία και την φροντίδα των καρποφόρων δένδρων.
 
Η προσφορά του στον ανθρώπινο πολιτισμό ήταν τόσο αξιόλογη, ώστε «εξαιτίας τής χρησιμότητας αυτών των ανακαλύψεων, οι ευεργετημένοι άνθρωποι τίμησαν τον Αρισταίο με ισόθεες τιμές, όπως είχε γίνει και με τον Διόνυσο» μας λέει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης.

Ο Αρισταίος σχετίζεται και με τον κύκλο του Ορφέα. Σύμφωνα με το Βιργίλιο, αγάπησε την ωραία Ευρυδίκη, την καρδιά της οποίας είχε σκλαβώσει ήδη ο Ορφέας. Ο έρωτας του Αρισταίου για την όμορφη νύμφη τον έκανε να χάσει τα λογικά του και άρχισε να την κυνηγά την ημέρα που επρόκειτο να τελεσθούν οι γάμοι της με τον γιο της Μούσας (η μητέρα του Ορφέα ήταν η μούσα Καλλιόπη).
 
Η Ευρυδίκη έτρεξε για να τον αποφύγει, αλλά δεν πρόσεξε και πανικοβλημένη πάτησε ένα φίδι που ήταν κρυμμένο ανάμεσα στα χόρτα κι έχασε τη ζωή της απ’ το δήγμα του.
 
Οι θεοί οργίστηκαν από την πράξη του. Ο Αρισταίος βέβαια δεν έμεινε ατιμώρητος. Έχασε όλες τις μέλισσές του. Εκείνος, για να μάθει την αιτία της συμφοράς του, ζήτησε τη βοήθεια της μητέρας του. Η Κυρήνη τον έστειλε στον Πρωτέα κι εκείνος του αποκάλυψε πώς οι θεοί τον τιμώρησαν για το θάνατο της Ευρυδίκης.

Κατ’ άλλους καταστράφηκαν από τους ίδιους τους θεούς ενώ άλλοι πιστεύουν πως τον χαμό τους τον προκάλεσαν οι συντρόφισσες της Ευρυδίκης. Ο θεός-ποιμένας θρήνησε για τον χαμό τους μπρος στη μητέρα του που έφτασε για να τον προστρέξει.
 
Ο Οβίδιος, στο Ημερολόγιο, περιγράφει τη σκηνή με εξαιρετικά ποιητικό τρόπο:
 
"Άρχισε να θρηνεί ο Αρισταίος, τις μέλισσές του, όλες, σαν είδε νεκρές να κείτονται
κι έρημες τις κερήθρες με το μέλι που, πάνω τους καλά-καλά, δεν πρόφτασαν ν’ αφήσουν Πασχίζει, η ουρανόχρωμη μητέρα του να τον παρηγορήσει/
και πριν μονάχο πάλι τον αφήσει, με τον πόνο του, γλυκές του δίνει συμβουλές:
«Τα δάκρυα στέγνωσε, παιδί μου, και τράβα τη βοήθεια να γυρέψεις του γέροντα Πρωτέα που θα σου πει το μυστικό και σμήνος νέο θ’ αποκτήσεις. Να ’σαι, όμως, έτοιμος, γιατί θα σου ξεφύγει, την όψη του, αλλάζοντας / γι’ αυτό, τα χέρια του, πισθάγκωνα να τα κρατήσεις».
Κι έτσι του γέροντα της θάλασσας, λυμένα από τον ύπνο, τα χέρια αρπάζει, ο νεαρός, σαν έφτασε, και τα αλυσοδένει.
Σαν ένιωσε τον κίνδυνο, ο Πρωτέας, άλλαξε όψη, καλά τη γνώριζε την τέχνη, μα τα δεσμά του τον ανάγκασαν, γρήγορα, τη θεϊκή να ξαναβρεί μορφή του. Το πρόσωπό το υγρό φανέρωσε και τα δασιά του γένια, λέγοντας:
«Ήρθες ίσαμε εδώ για να σου πω αν είναι μπορετό νέα μελίσσια ν’ αποκτήσεις; Θα πρέπει έναν ταύρο νιούτσικο να σφάξεις και το κουφάρι του με χώμα να σκεπάσεις και σαν τον αγκαλιάσει η γης αυτό που περιμένεις θα σ’ το δώσει».
Του γέροντα ακολούθησε τη συμβουλή ο βοσκός, και σμήνη από το σκοτωμένο ζώο ξεχύθηκαν οι μέλισσες: χίλιες ζωές χάρη σε μια θυσία."

Αργότερα ο Αρισταίος ταξίδεψε στην Βοιωτία, αγάπησε και νυμφεύθηκε την Αυτονόη, μία από τις περιζήτητες θυγατέρες τού Κάδμου, με την οποία απέκτησε έναν γιο, τον σπουδαίο κυνηγό Ακταίωνα, που είδε μια μέρα, άθελά του, την Άρτεμη να λούζεται γυμνή σε μια πηγή. Ο Ακταίων συνήθιζε να αφιερώνει τα καλύτερα θηράματά του στο ιερό της Αρτέμιδας, προς τιμήν της Θεάς, αποβλέποντας σε μελλοντικό γάμο του μαζί της, και παράλληλα ισχυριζόταν ότι στο κυνήγι ήταν καλύτερος από την ίδια την Αρχιθηρεύτρια Παρθένο Αρτέμιδα.
 
Η Θεά, λοιπόν, εξοργίστηκε από την υβριστική συμπεριφορά τού νεαρού και τον τιμώρησε αυστηρότατα.

Εξοργισμένη η θεά τον μεταμόρφωσε σε ελάφι και έτσι τον κατασπάραξαν τα ίδια του τα σκυλιά.
 
Ο Αρισταίος πλήρωσε, τελικά, πολύ ακριβά τον θάνατο της Ευρυδίκης και μάλιστα η ιστορία είναι ακόμη πιο τραγική αν σκεφτεί κανείς πως η θεά του κυνηγιού ήταν αδελφή του πατέρα του!


Μετά τον τραγικό θάνατο του Ακταίων, ο Αρισταίος επισκέφθηκε το Μαντείο των Δελφών, όπου ο Απόλλων, ο πατέρας του, του προείπε για την μετάβασή του στην νήσο Κέα και τις τιμές που θα δεχόταν από τους Κείους. Ο Αρισταίος για να τους βοηθήσει εγκαταστάθηκε στην Κέα, όπου έχτισε μεγάλο βωμό στο Δία και πρόσφερε καθημερινές θυσίες.
 
Ο Δίας εισάκουσε τις προσευχές του κι έστειλε τα μελτέμια (τους δροσερούς ανέμους), για να αλλάξουν το κλίμα στο νησί. Από τότε τα μελτέμια πνέουν όταν κάνει πολλή ζέστη και καθαρίζουν την ατμόσφαιρα των Κυκλάδων.
 
Η Μυθολογία μας αποκαλύπτει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για το ταξίδι στο νησί:
 
«Εκείνος, λοιπόν, έπλευσε σ’ αυτό το νησί και – επειδή είχε εξαπλωθεί λοιμός στην Ελλάδα – έκανε θυσία υπέρ όλων των Ελλήνων. Η θυσία έγινε κατά την ανατολή τού άστρου τού Σείριου, τότε που πνέουν οι ετήσιες, οπότε σταμάτησε η λοιμώδης νόσος. Μόνον αυτό αν συλλογιζόταν κάποιος, δικαιολογημένα θα θαύμαζε την ιδιαιτερότητα των περιστάσεων: εκείνος που είδε τον γιο του να πεθαίνει από τα σκυλιά, ο ίδιος έβαλε τέλος στην επίδραση τού ουράνιου αστέρα – που είχε το ίδιο όνομα, και για τον οποίον πίστευαν ότι εξοντώνει τους ανθρώπους – και έγινε αίτιος σωτηρίας των άλλων ανθρώπων».
 
Σημαντικότατη, εξάλλου, υπήρξε η συμβολή του Αρισταίου στον εκπολιτισμό και εξευγενισμό των πληθυσμών της Σαρδηνίας και της Σικελίας όπου δίδαξε τη μελισσοκομία, την καλλιέργεια της ελιάς και τη γαλακτοκομία στους κατοίκους των δύο μεγάλων αυτών νησιών της Μεσογείου.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει περιληπτικά ότι:

«ο Αρισταίος άφησε απογόνους στην Κέα και μετά επανήλθε στην Λιβύη, απ’ όπου κατέπλευσε στην νήσο Σαρδηνία, ωθούμενος σ’ αυτή την αναχώρηση από την Νύμφη μητέρα του. Εγκαταστάθηκε εκεί, αγάπησε το νησί λόγω τού κάλλους του, έκανε φυτείες και εξημέρωσε τον τόπο που πριν ήταν άγριος. Εκεί, επίσης, απέκτησε δύο παιδιά: τον Χάρμο και τον Καλλίκαρπο. Μετά επισκέφτηκε και άλλα νησιά, ενώ στην Σικελία παρέμεινε για αρκετό καιρό και, λόγω τής αφθονίας των καρπών τού νησιού, και τού πλήθους των ζώων που έβοσκαν εκεί, φιλοτιμήθηκε να επιδείξει στους εντόπιους τις δικές του ευεργεσίες. Γι’ αυτό – λένε – ο Αρισταίος τιμήθηκε ιδιαιτέρως, ως Θεός, από τους κατοίκους τής Σικελίας, και μάλιστα από εκείνους που μαζεύουν τον καρπό τής ελιάς».

Εκεί λατρεύτηκε ως γεωργική θεότητα, προστάτης των ελαιοκαλλιεργειών.

Ο ήρωας, ωστόσο, περιηγήθηκε και πολλές άλλες περιοχές τής Μεσογείου, ενώ το τέλος του – αποθέωση ή φυσικός θάνατος; – παρέμεινε από τότε ένα άλυτο μυστήριο.
 
Από την ίδια πάντοτε πηγή μαθαίνουμε ότι:

«Βρέθηκε στην Θράκη για να συμμετάσχει στις οργιαστικές τελετές τού Διονύσου, συναναστράφηκε τον Θεό και από αυτόν έμαθε πολλά χρήσιμα πράγματα. Αφού, λοιπόν, κατοίκησε γιο αρκετό χρόνο στο όρος που ονομάζεται Αίμος, έγινε άφαντος και τού έλαχαν αθάνατες τιμές, όχι μόνον από τους εκεί βαρβάρους, αλλά και από τους Έλληνες».

Ο Ηρόδοτος γράφει πως, μετά την ανάληψή του στο ουράνιο στερέωμα, εμφανίστηκε στη μικρασιατική πόλη Κύζικο και τριακόσια χρόνια αργότερα στο Μεταπόντιο, στη Μεγάλη Ελλάδα.
 
Κατά τον Πλούταρχο, ο Αρισταίος μπορούσε να «παίζει» όσο ήθελε με την ψυχή του, με τη ζωή δηλαδή και τον θάνατο, και κάθε φορά που εγκατέλειπε το ανθρώπινο σώμα του γινόταν ελάφι.
 
Ο Αρισταίος έμελλε να συλλέξει το φως του κόσμου, που είναι οι μέλισσες ψυχές, αυτές που τον έθρεψαν με "νέκτ-άριο μέλι" και τον κατέστησαν Μελισσοθεό!

Ίσως αυτό έχει να κάνει με την ιδέα της μέλισσας που όπως μας λέει και ο Β. Ουγκώ:
 
"Τίποτα πιότερο δεν μοιάζει στην ψυχή από τη μέλισσα. Απ’ το ένα στ’ άλλο πάει λουλούδι η μια κι απ’ άστρο σ’ άστρο φτερουγίζει η άλλη και φέρνει η ψυχή το φως κι η μέλισσα το μέλι".

ΣΚΑΚΙ ή ΖΑΤΡΙΚΙΟΝ

ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΡΩΤΙΕΣ


Το σκάκι που όλοι γνωρίζουμε σήμερα είναι το αρχαιοελληνικό ΖΑΤΡΙΚΙΟΝ. Σήμερα δεν υπάρχει άνθρωπος σε ολόκληρο τον πλανήτη που να μην γνωρίζει το ΣΚΑΚΙ που στην αρχαιότητα το ονόμαζαν ΖΑΤΡΙΚΙΟΝ και που ήταν επινόηση των αρχαίων ελλήνων από την αρχή της ιστορικής τους διαδρομής.

Στην αρχαία Ελλάδα οι Πεττείες ήταν τριών διαφορετικών ειδών. Οι πεττείες του πρώτου είδους είναι αυτές όπου ο παίκτης είχε τον μικρόκοσμο και που με την ρίψη κυβειών έκανε τις κινήσεις που τον υποχρέωναν οι αριθμοί που έφερνε. Η έννοια της κυβείας δεν περιείχε πάντα την έννοια της τύχης μια και είναι γνωστό «τα ζάρια του θεού».

Οι πεττείες του πρώτου είδους είναι αυτές όπου ο παίκτης είχε τον μικρόκοσμο και τα κομμάτια του είχαν συγκεκριμένη δραστηριότητα σε κινήσεις πάνω στον πίνακα.

Η πλέον εξελιγμένη μορφή ήταν οι πεττείες που συνδύαζαν τις κυβείες και τις προκαθορισμένες κινήσεις κομματιών. Το Ζατρίκιον ως άθυρμα πεττείας είχε και τις τρεις μορφές, δηλαδή Ζατρίκιον με κυβείες, ζατρικίων με προκαθορισμένες κινήσεις κομματιών και τέλος Ζατρίκιον με κυβείες και με προκαθορισμένες κινήσεις κομματιών.

Κατά την άποψη του συγγραφέα ο Παλαμήδης δεν είναι ο εφευρέτης των αρχαίων πεττών, πεσσών και κυβειών, αλλά αυτός ο οποίος μεθοδικά κατέγραψε και παρουσίασε τα αθύρματα τα οποία προϋπήρχαν χιλιάδες χρόνια πριν και τα παρουσίασε συνολικά ως ενιαία φιλοσοφική στρατηγική δομή σε πολεμικές εφαρμογές.

Το ότι προϋπήρχαν τα αρχαία ελληνικά αθύρματα είναι αυτονόητο γιατί γνωρίζουμε τις εκστρατείες του Διονύσου και του Ηρακλή που έγιναν χιλιάδες χρόνια πριν την γέννηση του Παλαμήδη και στα έργα, όπως π.χ. Διονυσιακά του Νόννου, υπάρχουν ξεκάθαρες αναφορές για τα στρατηγήματα του Διονύσου και τα στρατηγήματα του Πάν.

Την εκστρατεία του Διονύσου την αναφέρει αναλυτικά ο Νόννος και την εκστρατεία του Ηρακλή ο Αρριανός (βλέπε στα έργα μου Θαγετοί Οικονομολόγοι, Περί Τεχνικών Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ηγεσίες, Πελασγοί Οικονομολόγοι κ.λπ.).

Οι λέξεις άθυρμα, αθύρματα, αθύρω αναφέρονται πάρα πολλές φορές στα Διονυσιακά του Νόννου. Και η εκστρατεία του Διονύσου στην Ασία έγινε πριν χιλιάδες χιλιάδων χρόνια. Ενώ τα αθύρματα αναφέρονται στον Ησίοδο, την Σαπφώ, τον Αλκαίο, τον Όμηρο, τους Ομηρικούς ύμνους που γράφτηκαν αιώνες πριν τα περσικά ή ινδικά Ζατρίκια, τα οποία προφανώς είναι από εκείνες τις εκστρατείες. Δεν είναι τυχαίο όπου θεοί και προστάτες των πεττειών είναι η Αθηνά, ο Διόνυσος, ο Ερμής και ο Πάν.

Η λέξη Ζατρίκιον είναι ξεκάθαρα αρχαιοελληνική και ετυμολογικά προέρχεται από δύο λέξεις, το επιτακτικό μόριο «ζα-» και του ρήματος τριάζω ή τριάσσω.

Το επιτακτικό μόριο «ζα» είναι πολύ γνωστό και το χρησιμοποιούμε σε πολλές λέξεις και έχει ως στόχο να ενισχύει το δεύτερο συνθετικό της λέξης.

Για παράδειγμα ζά(μ)πλουτος ή ζάπλουτος σημαίνει ο πολύ πλούσιος, ο πάμπλουτος, ο βαθύπλουτος, ζαφελής ο πανύ αφελής, ο πανβλαξ (ο ζα- αφελής), ζατρεφής ο ευτραφής (ο ζα- τρεφής) και (Λεξικό Σούδα) τα εξής: Ζαχρειής ο άγαν χρειώδης, Ζατρεφής ο ευτραφής κ.λπ. Και πλήθος άλλων παραδειγμάτων, που αναφέρουν τα σύγχρονα λεξικά, όπως: Ζάης, -ής, ές (επιθ.) = ορμητικός, θυελλώδης από το <θ. επιτ. μόριο ζα + άημι = πνέω. Ζάθεος, -ος, -ον (επιθ.) = ο πολύ θείος, ο ιερός, ο καθηγιασμένος από το <επιτ. μόριο ζα + θεός. Ζαθερής, -ής, -ές (επιθ.) = ο πολύ θερμός από το <επιτ. μόριο ζα + θέρος. Ζαμενής, -ής, ές = ο πανίσχυρος, ο πολύ ισχυρός από το <επιτ. μόριο ζα + μένος. Ακόμη τονίζεται ότι με το ζα- έχουμε και σε αρχαία γραφή το JA το οποίο σημαίνει: ζάλ, Sas, ζάρ, ζάρ-ι, saihs, szeszi, δηλαδή ζάρι ή κύβος. Και ο αριθμός 6 JA+, δηλαδή zal, ζάλ.

Το ρήμα τριάζω ή τριάσσω ή τριάττω σημαίνει νικώ. Και τριαγμός σημαίνει νίκη. Ζατριάζω σημαίνει υπερνικώ ή κατανικώ. Ακόμη γνωρίζουμε την λέξη Τρισμέγιστος (τρεις φορές Μέγιστος) και η έκφραση «τρισί πάλαις» δηλώνει αυτόν που νίκησε τρεις φορές, ο Τρινικητής. Συνεπώς με την λέξη Ζατρίκιον δηλώνεται η πλήρης συντριβή του αντιπάλου.

Και ο παίζω το Ζατρίκιον είναι ο αήττητος νικητής. Το νικητήριο άθυρμα Ζατρίκιον ή Ζητρίκιον.

Το ρήμα το βρίσκουμε στο Μέγα Ετυμολογικόν ως εξής: Τριάσσειν = Το νικάν, από μεταφοράς των παλαισταιστών, εν ταις τρισί πάλαις την νίκην καρπούμενον, και ατρίακτος, ο αήττητος. Αυτό αναφέρεται και στο Λεξικό του ψευδο-Ζωναρά, γράμμα Τ, ως εξής:

Τριάσσω και τριάττω = το νικώ, εκ μεταφορά των παλαισταιστών, εν ταις τρισί πάλαις την νίκην καρπούμενον, και ατρίακτος, ο αήττητος. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι από το ζα- και ζη- βγαίνει και η λέξη ζάω (ζάω ή ζήω = ζω) = είμαι στην ζωή, ζω, είμαι ζωντανός ακμάζω, είμαι ακμαίος.

Με αυτήν την λογική Ζατρίκιον σημαίνει ακόμη και «ζω για να κινώ» ή διαβιώνω νικηφόρα». Θα μπορούσε δηλαδή να είναι Ζατρίκιον και Ζητρίκιον. Ακόμη έχουμε τριάσσω ή τριάττω και πεσσεία ή πεττεία.

ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟ ΖΑΤΡΙΚΙΟΝ

Η κοινή καταγωγή των επιτραπέζιων παιχνιδιών που στην αρχαία Ελλάδα ονομάζονταν «πεττείες» είναι το «Πολυπολιτισμικό Σχέδιο για τα 50 χρόνια από την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης» που έχει προταθεί στα 27 Κοινοβούλια και στην ΕΕ και έχει γίνει αποδεκτό, στο σύνολό του, με πλήθος εγγράφων, από την εποχή του Ντελόρ και του Σαντέρ, με γνωμοδοτήσεις:

1. «Σας συγχαρώ για το έργο σας, το οποίο παρέχει προστιθέμενη αξία στα κοινά Ευρωπαϊκά μας ιδεώδη» Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
2. «Σας συγχαίρω για το σημαντικό έργο σας και ειδικότερα σας συγχαίρω για το έργο του κ Ζώρζου το οποίο προάγει τον ελληνικό και Ευρωπαϊκό πολιτισμό» Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Ποιος δεν γνωρίζει το Ζατρίκιον (Σκάκι) το οποίο παίζουν και στις 27 χώρες της Ε.Ε. προσαρμόζοντας το με τον τοπικό εθνικό πολιτισμό της η κάθε χώρας; Το Ζατρίκιον ως άθυρμα πεττείας είχε και τις τρις μορφές, δηλαδή Ζατρίκιον με κυβείες, ζατρικίων με προκαθορισμένες κινήσεις κομματιών και τέλος Ζατρίκιον με κυβείες και με προκαθορισμένες κινήσεις κομματιών.

Το ότι προϋπήρχαν τα αρχαία ελληνικά αθύρματα είναι αυτονόητο γιατί γνωρίζουμε τις εκστρατείες του Διονύσου και του Ηρακλή που έγιναν χιλιάδες χρόνια πριν. Τα αθύρματα αναφέρονται στον Ησίοδο, την Σαπφώ, τον Αλκαίο, τον Όμηρο, τους Ομηρικούς ύμνους που γράφτηκαν αιώνες πριν τα περσικά ή ινδικά Ζατρίκια, τα οποία προφανώς είναι από εκείνες τις εκστρατείες. Δεν είναι τυχαίο όπου θεοί και προστάτες των πεττειών είναι η Αθηνά, ο Διόνυσος, ο Ερμής και ο Πάν.

Η θεά της σοφίας και των αθυρμάτων (παιχνιδιών) ήταν η Αθηνά η οποία ξεπήδησε από τον μυαλό του Διός ως σκέψη και την βλέπουμε σε πλήθος παραστάσεων σε αρχαία αγγεία με επιτραπέζια αθύρματα τύπου πεττείας ως επιβλέπον ή ως διαιτητής σε παρτίδες. Μεγάλοι αρχαίοι αντιπαίζοντες (πεττευτές και κυβευτές) είναι οι εξής: Παλαμήδης, Αχιλλέας, Αίας του Οιλέα, Εύβουλος, Άμφις, Αλέξιος, Θερσίτης, Αίαντας ο Σαλαμίνιος, Πρωτεσίλαος, Πλάτων, Αλκιβιάδης, Περικλής, Μεγαλέξανδρος και οι στρατιώτες του, Ξενοφών, Οδυσσέας και μνηστήρες Πηνελόπης και τόσοι άλλοι.

Η λέξη Ζατρίκιον είναι ξεκάθαρα αρχαιοελληνική και ετυμολογικά προέρχεται από δύο λέξεις, το επιτακτικό μόριο «ζα-» και του ρήματος τριάζω ή τριάσσω.

Στο Βυζάντιο ονομαζόταν εκτός από το αρχαιοελληνικό όνομα Ζατρίκιον χρησιμοποιούσαν και το όνομα σκάκους, το οποίο διασώθηκε για αιώνες. Αναφέρεται π.χ. και από τον συγγραφέα Γρηγόριο Ξενόπουλο, ο οποίος σε έργο του γράφει την έκφραση «παίξαμε τους σκάκους». Στο Βυζάντιο το Ζατρίκιον ονομαζόταν και Κιόσα και σε παράφραση Ζατριζάν, εξ ου πιθανόν και το Σαντράζ. Στα λατινικά scacco σημαίνει τετράγωνη εικόνα.

Αναφέρεται ότι το Ζατρίκιον διαχρονικά έχει υποστεί πλήθος από παραλλαγές και αλλαγές και άλλαξε πολλά ονόματα όπως Ζατρίκιον, Τσατουράνγκα, Τσατράνγκ, Σατράντζι και Σκάκι. Δεν διαφωνεί όμως κανείς ότι το Τσατουράνγκα μετονομάστηκε σε Τσατράνγκ και στην συνέχεια σε Σατράντζι. Στην Ασία έχουμε Ελέφαντες και βεζίρηδες και στην Ευρώπη ευγενείς αξιωματικοί και βασίλισσες.

Ενώ σε παραλλαγές υπάρχουν κανόνια, ελέπολις, πολυβόλα κ.λπ. Στην Ευρώπη το σκάκι έγινε το αγαπημένο παιχνίδι των βασιλιάδων, και υπήρξε και αιτία πολέμου ανάμεσα στην Αγγλία και τη Γαλλία, το έτος 1061 μ.Χ., όταν κατά την διάρκεια μιας σκακιστικής παρτίδας ο Γάλλος βασιλιάς χτύπησε στο κεφάλι με τη σκακιέρα τον Άγγλο βασιλιά. Το 1196 μ.Χ. η καθολική εκκλησία απαγορεύει το σκάκι με την απειλή ότι όποιος παίζει σκάκι δεν πάει στον παράδεισο με αιτιολογία ότι η συνεχή παρατήρησή των κομματιών του Ζατρικίου ήταν ένα είδος ειδωλολατρίας.

Μετά από 3 αιώνες το Ζατρίκιον έγινε άθυρμα για όλους και με την στήριξη των Εκκλησιών. Θα πρέπει να τονίζουμε ότι ισχυρός παίκτης Ζατρικίου ήταν και ο γνωστός μας Γκρέκο.

Σύμφωνα με τον Αιγύπτιο ιερέα του ναού της Σαίδος, ο οποίος μίλησε στο Σόλωνα, οι Έλληνες είναι αρχαιότεροι των Αιγυπτίων κατά χίλια έτη. Σημαντικά είναι επίσης όσα λέει ο Σωκράτης στον πλατωνικό διάλογο «Φαίδρος», όπου επιβεβαιώνεται ότι οι Αιγύπτιοι διδάχθηκαν το Ζατρίκιον από τους Μιλήσιους Έλληνες, οι οποίοι έχτισαν την πόλη Ναύκρατις.

Στο αρχαίο απόσπασμα υπάρχουν δύο σημεία που δηλώνουν την πανάρχαια ελληνική ύπαρξη του Ζατρικίου (Σκακιού) από την εποχή των εκστρατειών του Διονύσου, του Ηρακλή και του Μεγαλέξανδρου.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι στο έργο του Θεόκριτου αναφέρεται ότι «έπαιζαν το κοινολεκτικώς λεγόμενον ζατρίκιον. Εκείνοι γάρ όταν πολλά ποιήσαντες ου δύναται ο έτερος νικήσαι τον ομοπαίκτορα, κινεί και τον από γραμμής λίθον, ήγουν ούτο βασιλέα καλούμενον».

Το σημείο αυτό είναι πολύ σημαντικό διότι η έκφραση «κινεί και τον από γραμμής λίθον» (απονενοημένη κίνηση κατά τους αρχαίους) είναι ξεκάθαρο ότι την αρχαία Ελλάδα ήταν όρος των επιτραπέζιων αθυρμάτων τύπου πεττείας και σαφέστατα δηλωτικό ότι το Ζατρίκιον, σήμερα Σκάκι, ήταν συνέχεια των αθυρμάτων Μικροί και Μεγάλοι Πεσσοί (κατά τόπους πεσσοί), αρχαιοελληνική Πεττεία (με παραλλαγές), Δωδεκάγραμμο, Τάβλα, Τρίγραμμο, Πεντάγραμμο κ.λπ.

Ακόμη η αναφορά «ούτο βασιλέα καλούμενον» δηλώνει το αρχαίο ελληνικό άθυρμα της Πεττείας, τύπου Ludus Latrunculi, που είχαν πάρει οι ρωμαίοι από τους αρχαίους Έλληνες.

Ήδη το 1525 ο Ιταλός Μάρκο Τζιρόλαμο Βίντα δημοσιεύει ένα μεγάλο ποίημα στα λατινικά αφιερωμένο στο σκάκι, ακριβέστερα σε μια παρτίδα σκάκι του Απόλλωνα εναντίον του Ερμή, παρουσία των άλλων θεών του Ολύμπου.

Σε αυτό, προτείνει ονόματα κλασικής έμπνευσης για τα κομμάτια του σκακιού. Άλλωστε είναι γνωστό ότι το πρώτο στην ιστορία σκακιστικό περιοδικό, που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1836, είχε τον τίτλο Palamede.

Απλά μερικές αποδείξεις ότι εκείνες τις εποχές γνώριζαν περισσότερα για την αρχαιοελληνική προέλευση του σκακιού, από ότι γνωρίζουμε εμείς σήμερα. Συνεπώς το Ζατρίκιον έχει ιστορική διαδρομή χιλιάδων χιλιάδων χρόνων.