Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Πορνεία στην αρχαία Ελλάδα

Η πορνεία αποτελούσε στοιχείο του βίου των αρχαίων Ελλήνων ήδη από την αρχαϊκή εποχή. Στις σημαντικότερες ελληνικές πόλεις και κυρίως στα λιμάνια, αποτελούσε σημαντική οικονομική δραστηριότητα απασχολώντας σημαντικό μέρος του πληθυσμού. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρούταν παράνομη: οι πόλεις δεν την απαγορεύουν και η λειτουργία των οίκων ανοχής ήταν φανερή.

Στην Αθήνα, στο μεγάλο νομοθέτη Σόλωνα αποδίδεται η ίδρυση κρατικών πορνείων με προσιτές τιμές. Ωστόσο η δραστηριότητα αυτή δεν κατανεμόταν ίσα ανάμεσα στα δύο φύλα: γυναίκες όλων των ηλικιών καθώς και νεαρά αγόρια εκδίδονταν, για μια πελατεία που απαρτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά από άνδρες.

Γυναικεία πορνεία: Ο Ψευδοδημοσθένης, σε λόγο που απευθυνόταν σε ένα δικαστικό σώμα του 4ου αιώνα π.κ.ε. αναφέρει: «διαθέτουμε πόρνες για την απόλαυσή μας, παλλακίδες για να μας παρέχουν καθημερινή φροντίδα και συζύγους για να μας παρέχουν νόμιμα τέκνα και για να αποτελούν τους πιστούς φύλακες του οίκου μας». [1]

Παράλληλα, οι νόμοι απαγόρευαν αυστηρά τις σχέσεις εκτός γάμου με μία γυναίκα από την τάξη των ελεύθερων πολιτών. Ο απατημένος σύζυγος είχε το δικαίωμα να θανατώσει τον αντίζηλό του αν τον έπιανε επ’ αυτοφόρω,[2] ομοίως και κάποιον βιαστή. Καθώς η μέση ηλικία γάμου για τους άνδρες ήταν τα 30 έτη, ο νεαρός Αθηναίος που επιθυμούσε να έχει ετεροφυλοφιλικές σχέσεις δεν είχε άλλη επιλογή από το να στραφεί στις δούλες του ή στις πόρνες.

Η ύπαρξη εκδιδόμενων γυναικών με πελατεία άλλες γυναίκες δεν είναι επιβεβαιωμένη. Ο Αριστοφάνης, ως πρόσωπο που λαμβάνει μέρος στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, αναφέρει τις «εταιρίστριες» [3] στην ιστορία του για τον Έρωτα, όπου όλοι οι άνθρωποι προήλθαν από τη διαίρεση πλασμάτων με δύο κεφάλια και οχτώ μέλη.

Για εκείνον, οι γυναίκες που προέκυψαν από τα κομμάτια των πρωτόγονων γυναικών δεν έχουν μεγάλη επιθυμία για άνδρες: προτιμούν τις γυναίκες, και από εκεί προήλθαν οι «εταιρίστριες». Ορισμένοι φιλόλογοι υποθέτουν πως αναφέρεται σε εκδιδόμενες γυναίκες που προσανατολίζονταν στη γυναικεία πελατεία με λεσβιακές προτιμήσεις.[4] Ο Λουκιανός ο Σαμοσατεύς αναφέρεται στην πρακτική αυτή στο έργο «Διάλογος για τις πόρνες», ωστόσο είναι πιθανόν απλά να πρόκειται για αναφορά στο απόσπασμα αυτό του Πλάτωνα. [5]

Φωτογραφίες: 

1. Μία μουσικός δένει το υμάτιόν της, ενώ ο πελάτης της παρακολουθεί. Αττικό ερυθρόμορφο κύπελλο, περ. 490 π.κ.ε. Βρετανικό Μουσείο.

2. Ο φιλόσοφος Σωκράτης αναζητεί τον Αλκιβιάδη στο σπίτι της Ασπασίας. Έργο του Jean-Léon Gérôme (1861).

3. Μία πόρνη σε ερωτικές περιπτύξεις με πελάτη της. Το πουγγί με τα χρήματα υποδηλώνει τη φύση της συναλλαγής. Αττικός ερυθρόμορφο κύλικας, Μόναχο, Ιδιωτική Συλλογή.

4. Ώριμος άνδρας προσεγγίζει αγόρι για σεξουαλικές υπηρεσίες προσφέροντάς του χρήματα σε αντάλλαγμα. Αθηναϊκός ερυθρόμορφος κύλικας, 5ος αιώνας π.κ.ε Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης

5. Δύο εταίρες αρωματίζονται. Περίπου 500 π.κ.ε. Αρχαιολογικό Μουσείο Ταρκυνίας.

6. Δύο κωμαστές σε ερωτικό παιχνίδι με μια εταίρα. Ερυθόμορφος στάμνος.Περίπου 440 π.κ.ε Παρίσι-Λούβρο

7. Τρυφερή σκηνή ζευγαριού, πιθανότατα άνδρα και εταίρας. Αττική ερυθρόμορφη κύλικα υπογεγραμμένη από τον αγγειοπλάστη Ιέρονα και αποδιδόμενη στον αγγειογράφο Μάκρονα. 490-480 π.κ.ε. Παρίσι – Λούβρο.

8. Παιδεραστικό ζεύγος. Σκυφοειδές αγγείο 530-520 π.κ.ε. Βοστώνη.


Πόρνες: Οι εκδιδόμενες γυναίκες μπορούν να ταξινομηθούν σε διάφορες κατηγορίες. Τελευταίες στην κλίμακα κατατάσσονταν οι πόρνες, οι οποίες σύμφωνα και με την ετυμολογία της λέξης – προέρχεται από το ρήμα «πέρνημι» που σημαίνει «πουλώ» – ανήκαν στους «πορνοβοσκούς», δηλαδή σε προαγωγούς που κρατούσαν τμήμα των εσόδων τους.[6]

Οι τελευταίοι μπορούσαν να είναι πολίτες και τα έσοδα από την πορνεία αντιμετωπίζονταν όπως αυτά από άλλες δραστηριότητες. Ένας ρήτορας του 4ου αιώνα αναφέρει δύο πόρνες σαν τμήματα της περιουσίας του. Ο Θεόφραστος αναφέρει τον προαγωγό πλάι στον πανδοχέα και τον συλλέκτη φόρων σε έναν κατάλογο επαγγελμάτων που είχε συντάξει.[7] Ένας τέτοιος ιδιοκτήτης μπορούσε επίσης να ανήκει στην τάξη των μετοίκων.

Κατά την κλασική εποχή, οι πόρνες ήταν δούλες βαρβαρικής καταγωγής. Από την ελληνιστική εποχή και μετά εμφανίζονται και νεαρές πόρνες οι οποίες εκτέθηκαν από τον πολίτη πατέρα τους, και οι οποίες θεωρούνταν δούλες μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Η περίπτωση αυτή μοιάζει συνηθισμένη, σε σημείο που ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, τον 2ο αιώνα μ.κ.ε., προειδοποιεί εκείνους που συχνάζουν σε πορνεία για τον κίνδυνο της αιμομιξίας
«πόσοι πατεράδες, έχοντας ξεχάσει τα παιδιά που εγκατέλειψαν, έχουν, εν αγνοία τους, συνάψει ερωτικές σχέσεις με το γιο τους που εκδίδεται ή με την κόρη τους που έγινε πόρνη»[8]
Αυτές οι γυναίκες εργάζονταν τις περισσότερες φορές σε οίκους ανοχής, σε συνοικίες που ήταν διαβόητες για τη φιλοξενία τέτοιων δραστηριοτήτων, όπως ο Πειραιάς (το λιμάνι της Αθήνας) ή ο Κεραμεικός. Οι τελευταίες υποδέχονταν ναυτικούς και φτωχούς πολίτες.

Στην κατηγορία αυτή άνηκαν και οι πόρνες που εργάζονταν στους κρατικούς αθηναϊκούς οίκους ανοχής. Σύμφωνα με τον Αθήναιο,[9] που με τη σειρά του επικαλείται τον κωμικό ποιητή Φιλήμονα [10] και τον ιστορικό Νίκανδρο από την Κολοφώνα,[11] ήταν ο νομοθέτης Σόλων αυτός που «ανυπόμονος να καλμάρει τις ορμές των νεαρών ανδρών, (…) πήρε την πρωτοβουλία να ανοίξει οίκους ανοχής και να εγκαταστήσει εκεί νεαρές γυναίκες αγορασμένες». Έτσι, ένα από τα πρόσωπα στις «Αδελφές» του Φιλήμονα ξεσπά:
«Εσύ, Σόλων, έφτιαξες ένα νόμο κοινής ωφέλειας, καθώς είσαι εσύ εκείνος που πρώτος, θα έλεγε κανείς, κατάλαβε την ανάγκη ύπαρξης ενός τέτοιου δημοκρατικού και αγαθοεργούς ιδρύματος, ας είναι μάρτυράς μου ο Ζευς! Είναι σημαντικό να το πω αυτό. Η πόλη μας έβριθε νεαρών αγοριών τα οποία η φύση εξανάγκαζε με σκληρότητα να παρασύρονται σε λάθος δρόμους. Για εκείνα αγόρασες και κατόπιν εγκατέστησες κορίτσια σε διάφορες συνοικίες, εξοπλισμένες και έτοιμες για τη δουλειά.
Στέκονται γυμνές, από φόβο μήπως έσφαλλες, ρίξε μια ματιά στα πάντα. Ίσως δεν νιώθεις στην καλύτερή σου φόρμα, ίσως έχεις κάτι που σε στενοχωρεί. Αλλά η πόρτα τους παραμένει ανοιχτή. Τιμή, ένας οβολός, μπες μέσα! Δεν υπάρχει ίχνος σεμνοτυφίας ή ανοησίας, ούτε τραβιέται μακρυά σου. Αντίθετα θα πάρεις για τα χρήματά σου ό,τι θες και όπως το θες. Βγαίνεις. Πες της να πάει να πνιγεί, είναι ένα τίποτα για σένα».
Όπως υπογραμμίζει το πρόσωπο αυτό, οι οίκοι ανοχής του Σόλωνα παρείχαν σεξουαλική απόλαυση προσιτή σε όλους, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Μάλιστα ο Σόλων κατασκεύασε χάρις στους φόρους που επέβαλε στα σπίτια αυτά ένα ναό αφιερωμένο στην Αφροδίτη Πάνδημο, δηλαδή στην Αφροδίτη όλου του λαού. Ακόμη κι αν η αλήθεια της παραπάνω αφήγησης είναι υπό αμφισβήτηση[εκκρεμεί παραπομπή], γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι οι Αθηναίοι θεωρούσαν την πορνεία συστατικό της δημοκρατίας[εκκρεμεί παραπομπή].

Όσον αφορά τις τιμές υπάρχουν διάφορες αναφορές στην τιμή του ενός οβολού για τις πόρνες με τις χαμηλότερες αμοιβές και τις λιγότερες σεξουαλικές υπηρεσίες. Είναι άγνωστο αν πρόκειται για αληθινή τιμή ή στερεοτυπική φράση.

Ανεξάρτητες πόρνες: Μια βαθμίδα παραπάνω βρίσκονταν οι πόρνες που κάποτε ήταν δούλες και έχουν κερδίσει την ελευθερία τους. Η θέση τους ήταν κοντά σε εκείνη της εταίρας ή της παλλακίδας. Εκτός από την ευκαιρία να παρουσιάζονται ενώπιον των πιθανών πελατών τους, είχαν και πρόσβαση στο δημόσιο βίο. Έχουν βρεθεί σανδάλια των οποίων οι σόλες ήταν έτσι κατασκευασμένες ώστε να αφήνουν στο έδαφος το αποτύπωμα «ΑΚΟΛΟΥΘΙ»,[6] που σημαίνει «ακολούθησέ με». Χρησιμοποιούσαν επίσης έντονο μακιγιάζ. Ο Εύβουλος, ποιητής της Μέσης Κωμωδίας, τις περιγελά:

«σοβαντισμένες με στρώματα λευκού μολύβδου, μάγουλα βαμμένα με χυμό από μούρα. Κι αν βγείτε κάποια μέρα του καλοκαιριού, δύο αυλάκια από μελάνι τρέχουν από τα μάτια σας, και ο ιδρώτας που κυλά από τα μάγουλά σας πάνω στο λαιμό αφήνει χρωματιστό αυλάκι, ενώ οι τρίχες που πετούν γύρω από τα πρόσωπά σας μοιάζουν γκρίζες, τόσο γεμάτες από λευκό μόλυβδο». [12]

Η προέλευση αυτών των γυναικών ποικίλλει: Γυναίκες μέτοικοι που δεν έβρισκαν άλλο επάγγελμα στη νέα τους πατρίδα, φτωχές χήρες, παλαιές πόρνες που εξαγόρασαν την ελευθερία τους, συχνά με πίστωση. Στην Αθήνα ήταν υποχρεωμένες να καταγράφονται σε μητρώα και να καταβάλλουν φόρους. Ορισμένες μάλιστα κατάφεραν να φτιάξουν περιουσία από το επάγγελμά τους. Κατά τον 1ο αιώνα π.κ.ε. στην Κόπτο της ρωμαϊκής Αιγύπτου, τα διόδια για τις πόρνες ανέρχονταν στις 108 δραχμές, ενώ οι υπόλοιπες γυναίκες κατέβαλλαν μόλις 20.[13]

Το ποσό με το οποίο χρέωναν τις υπηρεσίες τους είναι δύσκολο να εκτιμηθεί: Τον 4ο αιώνα π.κ.ε. ο Θεόπομπος αναφέρει ότι οι πόρνες δεύτερης κατηγορίας ζητούσαν ένα στατήρα (τέσσερις δραχμές), ενώ τον 1ο αιώνα π.κ.ε. ο επικούρειος φιλόσοφος Φιλόδημος από τα Γάδαρα αναφέρει [14] ένα σύστημα συνδρομών σύμφωνα με το οποίο καταβάλλονταν πέντε δραχμές για δώδεκα επισκέψεις. Τον 2ο αιώνα π.κ.ε. στο έργο του «Διάλογος για τις πόρνες», ο Λουκιανός ο Σαμοσατεύς βάζει την πόρνη Αμπέλιδα να θεωρεί την τιμή των πέντε δραχμών ανά επίσκεψη μέτρια τιμή. [15]

Στο ίδιο κείμενο, μια νεαρή παρθένα μπορεί να ζητήσει μία μνα, δηλαδή εκατό δραχμές,[16] ακόμη και δύο μνες, αν ο πελάτης ήταν επιθυμούσε έντονα. Μια νέα και όμορφη κοπέλα μπορούσε να πετύχει καλύτερη τιμή από μία συνάδελφό της μεγαλύτερης ηλικίας, αν και η εικονογραφία από τα κεραμικά αγγεία καταδεικνύει την ύπαρξη ειδικής αγοράς για τις γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας. Επίσης ρόλο έπαιζε το αν ο πελάτης απαιτούσε αποκλειστικότητα. Υπήρχαν επίσης ομαδικές συμφωνίες: μια παρέα φίλων μπορούσε να αγοράσει την αποκλειστικότητα, με τον καθένα τους να δικαιούται προκαθορισμένο χρόνο.

Στην κατηγορία αυτή κατέτασσαν τις μουσικούς και τις χορεύτριες που προσέφεραν ψυχαγωγία στα συμπόσια των ανδρών. Ο Αριστοτέλης [17] αναφέρει ανάμεσα στις αρμοδιότητες δέκα αξιωματούχων, των αστυνόμων (πέντε εντός των τειχών και πέντε στον Πειραιά), την εποπτεία των γυναικών που έπαιζαν τον αυλό ή τη λύρα ή την κιθάρα ώστε να μην χρεώνουν ποσά άνω των δύο δραχμών τη βραδιά. Οι σεξουαλικές υπηρεσίες μπορούσαν να αποτελούν μέρος της συμφωνίας, παρά τον έλεγχο των αστυνόμων, με τις τιμές ολοένα και να ανεβαίνουν ανάλογα με την περίοδο.

Εταίρες: Οι εταίρες βρίσκονταν στην κορυφή των εκδιδόμενων γυναικών. Δεν περιορίζονται στο να προσφέρουν σεξουαλικές υπηρεσίες, με την ίδια τη λέξη «εταίρα» να σημαίνει «σύντροφος». Στις περισσότερες περιπτώσεις διέθεταν ευρεία μόρφωση και μπορούσαν να λάβουν μέρος σε συζητήσεις καλλιεργημένων ανθρώπων, για παράδειγμα στα συμπόσια.

Αποτελούν τις μοναδικές γυναίκες στην αρχαία Ελλάδα, με εξαίρεση τις Σπαρτιάτισσες, που απολάμβαναν την ανεξαρτησία τους και μπορούσαν να διαθέτουν προσωπική περιουσία. Ένα τέτοιο είδος παλλακίδας δεν πληρωνόταν για κάθε συνέρευση, αλλά έπαιρνε δώρα από τους «εταίρους» και τους «φίλους» της ώστε να ζει μια άνετη ζωή. Παρόμοια χαρακτηριστικά έχουν οι γκέισες στην ιαπωνική παράδοση.

Στην πλειοψηφία τους οι εταίρες άνηκαν στην τάξη των μετοίκων, με διάσημα παραδείγματα τη Νέαιρα, η οποία καταγόταν από την Κόρινθο και τη Φρύνη από τη Βοιωτία. Ωστόσο η επιφανέστερη γυναίκα του 5ου αιώνα π.κ.ε. ήταν η Ασπασία, η εταίρα που αποτέλεσε τη σύντροφο του Περικλή. Στον κύκλο της άνηκαν διάσημοι φιλόσοφοι και καλλιτέχνες της εποχής, όπως ο Σωκράτης και οι μαθητές του, αλλά και ο γλύπτης Φειδίας. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, «δέσποζε ανάμεσα στους επιφανέστερους των πολιτικών και ενέπνεε στους φιλοσόφους μια επιρροή που δεν ήταν ούτε ισχνή ούτε αμελητέα». [18]

Στην κλασική εποχή συναντούμε τη Θεοδότα, σύντροφο του Αλκιβιάδη, με την οποία ο Σωκράτης συζητά στα «Απομνημονεύματα».[19] Επίσης τη Νέαιρα, εταίρα που αποτελεί το κυρίως θέμα ενός ρητορικού λόγου του Ψευδο-Δημοσθένη. Η Φρύνη ήταν το μοντέλο για την Αφροδίτη της Κνίδου, έργο του Πραξιτέλη, του οποίου υπήρξε ερωμένη, καθώς επίσης και του Υπερείδη, ο οποίος την υπερασπίστηκε σε μια δίκη.

Η Λεόντιον ήταν σύντροφος του Επίκουρου και φιλόσοφος η ίδια. Κατά την ελληνιστική περίοδο μαθαίνουμε για την Πυθονίκη, σύντροφο του Άρπαλου, του θησαυροφύλακα του Αλεξάνδρου του Μέγα ή ακόμη για τη Θαΐδα, ερωμένη του ίδιου του Αλεξάνδρου και κατόπιν του Πτολεμαίου του Σωτήρος. Επίσης γνωστή εταίρα ήταν και η Λάμια, κόρη αθηναίου πολίτη και ερωμένη του Δημητρίου του Πολιορκητή.

Ορισμένες από τις εταίρες αυτές είχαν μεγάλη περιουσία. Ο Ξενοφών περιγράφει τη Θεοδότα περιτριγυρισμένη από δούλους, πλουσιοπάροχα ντυμένη και κάτοικο ενός πολυτελούς σπιτιού. Άλλες ξεχώριζαν εξαιτίας των χρηματικών ποσών που ξόδευαν: η Ροδόπις, Αιγυπτία που απελευθέρωσε ο αδερφός της ποιήτριας Σαπφούς, έμεινε στην ιστορία επειδή ζήτησε την ανέγερση μιας πυραμίδας. Ο Ηρόδοτος αμφιβάλλει για την αλήθεια αυτής της αφήγησης,[20] ωστόσο αναφέρεται σε μια πολυτελή επιγραφή που η ίδια αφιέρωσε στους Δελφούς.

Τα χρηματικά ποσά που πληρώνονταν οι εταίρες δεν ήταν σταθερά για όλες, ωστόσο ήταν υψηλότερα από εκείνα που εισέπρατταν οι συνηθισμένες πόρνες. Στη Νέα Κωμωδία, κυμαίνονται από τις 20 έως τις 60 μνες για έναν ακαθόριστο αριθμό ημερών. Ο Μένανδρος αναφέρει μια εταίρα που κέρδιζε τρεις μνες την ημέρα, όσο δηλαδή δέκα πόρνες μαζί. [21] Αν πιστέψει κανείς τον Αύλο Γέλλιο, οι παλλακίδες της κλασικής εποχής ζητούσαν μέχρι και 10.000 δραχμές τη βραδιά. [22]

Κάποιες φορές είναι δύσκολο να γίνει διάκριση ανάμεσα στις εταίρες και τις απλές πόρνες: και στις δύο περιπτώσεις η γυναίκα μπορούσε να είναι ελεύθερη ή δούλη, ανεξάρτητη ή εργαζόμενη για κάποιο προαγωγό.[23] Οι αρχαίοι συγγραφείς σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούν αδιακρίτως και τους δύο όρους. Κατ’ επέκταση ορισμένοι μελετητές αμφιβάλλουν αναφορικά με τη διάκριση ανάμεσά τους, ή ακόμη και για το αν η λέξη εταίρα δεν ήταν παρά ένας ευφημισμός.

Η ιερή πορνεία:  Στην Ελλάδα δεν άνθησε το φαινόμενο της ιερής πορνείας στο βαθμό που αυτό συνέβη στην Εγγύς Ανατολή. Οι μόνες γνωστές περιπτώσεις αφορούν περιοχές στα όρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, όπως στη Σικελία, την Κύπρο, τον Πόντο ή την Καππαδοκία. Διάσημη ωστόσο είναι η περίπτωση του ιερού ναού της Αφροδίτης στην Κόρινθο όπου υπηρετούσε μεγάλος αριθμός πορνών τουλάχιστον από την κλασική εποχή κι έπειτα.

Το 464 π.κ.ε. ένας άνδρας από την Κόρινθο, ο Ξενοφών, νικητής των αγώνων δρόμου και του πεντάθλου στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αφιέρωσε στην Αφροδίτη ως ένδειξη ευγνωμοσύνης εκατό νεαρές κοπέλες. Η ιστορία αυτή διασώθηκε μέσω ενός ύμνου του Πινδάρου για τις «φιλόξενες κοπέλες, υπηρέτριες της Πειθούς στην πολυτελή Κόρινθο».[24] Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, σύμφωνα με το Στράβωνα,[25] ο ναός απασχολούσε πάνω από χίλιες κοπέλες που εκδίδονταν στο όνομα της θεάς. Ο Οράτιος γράφει: «δεν έχει ο καθένας τη δυνατότητα να πάει στην Κόρινθο»,[26] κάτι που τονίζει αφενός το πόσο ευχάριστη ήταν η διαμονή εκεί, αφετέρου το πόσο κόστιζε.

Σπάρτη: Ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις, μόνο η Σπάρτη κατέχει τη φήμη πως δεν φιλοξένησε ποτέ οίκο ανοχής. Ο Πλούταρχος [27] αποδίδει το φαινόμενο στην απουσία πολύτιμων μετάλλων και πραγματικού χρήματος – η Σπάρτη χρησιμοποιούσε νόμισμα από σίδερο που δεν αναγνωριζόταν από κανέναν άλλο και το οποίο κανείς δεν ενδιαφερόταν να υιοθετήσει. Συνεπώς δεν υπάρχουν σήμερα ίχνη της δραστηριότητας αυτής στην Σπάρτη κατά την αρχαϊκή ή κλασική εποχή. Η μόνη μαρτυρία που διαθέτουμε ανήκει σε ένα βάζο του 6ου αιώνα π.κ.ε [28] το οποίο και παρουσιάζει μια ομάδα γυναικών που έπαιζαν τον αυλό σε ένα δείπνο ανδρών.

Ωστόσο μοιάζει να μην αφορά πραγματικά μια απεικόνιση της καθημερινότητας στην πόλη, αλλά ένα τυχαίο μοτίβο εικονογραφίας. Η παρουσία ενός φτερωτού δαίμονα, φρούτων, χλωρίδας κι ενός βωμού αφήνουν να εννοηθεί πως πρόκειται για κάποιο τελετουργικό δείπνο προς τιμήν κάποιας θεότητας της γονιμότητας, ίσως της Ορθίας Αρτέμιδος ή του Υακύνθιου Απόλλωνα.

Εντούτοις, κατά την κλασική περίοδο απαντώνται στη Σπάρτη εταίρες. Ο Αθήναιος κάνει αναφορά στις παλλακίδες με τις οποίες περνούσε τις νύχτες του ο Αλκιβιάδης κατά την εξορία του στη Σπάρτη. Ο Ξενοφών [29] από την πλευρά του, αφηγούμενος τη συνωμοσία του Κινάδωνα (αρχές 4ου αιώνα π.κ.ε.) αναφέρεται σε μία πανέμορφη γυναίκα, η οποία κατηγορήθηκε ότι διέφθειρε τους άνδρες, γέρους και νέους, που επισκέπτονταν τον Αυλώνα. Πιθανότατα πρόκειται για κάποια εταίρα.

Από τον 3ο αιώνα π.κ.ε. κι έπειτα, οπότε και μεγάλες ποσότητες ξένου χρήματος άρχισαν να κυκλοφορούν στη γη της Λακωνίας, η Σπάρτη αρχίζει να υιοθετεί συνήθειες των έτερων ελληνικών πόλεων. Κατά την ελληνιστική περίοδο, ο Πολέμων από το Ίλιον, περιγράφει στο έργο «Προσφορές στη Λακεδαίμονα» [30] ένα διάσημο πορτραίτο της εταίρας Κοττίνας, καθώς και μια αγελάδα από μπρούτζο που η ίδια αφιέρωσε. Προσθέτει δε πως κάποτε του έδειξαν σαν αξιοθέατο τον οίκο ανοχής που εκείνη διατηρούσε κοντά στο ναό του Διονύσου.

Συνθήκες διαβίωσης:  Οι σύγχρονοι μελετητές έχουν στην κατοχή τους ελάχιστα στοιχεία αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης των εκδιδόμενων γυναικών κατά την αρχαιότητα. Δεν επιβιώνει καμία μαρτυρία σχετικά με τον τρόπο ζωής τους ούτε περιγραφή των οίκων όπου εργάζονταν. Ωστόσο είναι πολύ πιθανόν οι ελληνικοί οίκοι ανοχής να παρουσίαζαν σημαντικές ομοιότητες με εκείνους που περιγράφουν οι ρωμαϊκές μαρτυρίες ή με εκείνους που βρέθηκαν στις στάχτες της Πομπήιας: ανήλιαγοι χώροι, στενοί, με δυσάρεστη μυρωδιά.

Ένας από τους πολλούς όρους της ελληνικής αργκώ για να περιγράψει κανείς μια πόρνη ήταν η λέξη «χαμαιτυπής», στην κυριολεξία «εκείνη που χτυπά τη γη», υπονοώντας ότι η πράξη λάμβανε χώρα απευθείας στο έδαφος.

Ορισμένοι συγγραφείς βάζουν στα έργα τους τις πόρνες να μιλούν σε πρώτο πρόσωπο: ο Λουκιανός ο Σαμοσατεύς στο «Διάλογος για τις πόρνες» και ο Αλκίφρων στη συλλογή του από επιστολές. Ωστόσο πρόκειται καθαρά για λογοτεχνικά έργα. Οι πόρνες που αναφέρονται άλλωστε είναι ανεξάρτητες ή εταίρες: καμία πηγή δεν παρέχει πληροφορίες για τις δούλες, εκτός κι αν μιλάει για τις οικονομικές προεκτάσεις του επαγγέλματος.

Γενικότερα καταδεικνύουν μια τάση αποδοκιμασίας από τους Έλληνες προς τις πόρνες καθώς η δραστηριότητά τους ήταν εμπορευματοποιημένη. Για έναν Έλληνα, το οποιοδήποτε πρόσωπο που εκδιδόταν, άνδρας ή γυναίκα, το έκανε από φτώχεια ή επιθυμία πλουτισμού: η σεξουαλική επιθυμία δεν φαινόταν να αποτελεί κίνητρο. Η απληστία των πορνών ήταν συχνό μοτίβο στην κωμωδία.

Στην Αθήνα οι πόρνες ήταν οι μοναδικές γυναίκες που διαχειρίζονταν χρήματα, κάτι που επίσης πιθανώς υποκινούσε την εχθρότητα των ανδρών. Μια άλλη εξήγηση θα μπορούσε να είναι το γεγονός ότι η καριέρα μιας πόρνης ήταν σύντομη και τα κέρδη της μειώνονταν με το πέρασμα των χρόνων. Κατ’ επέκταση για να εξασφαλίσουν τα γεράματά τους, οι πόρνες έπρεπε να συγκεντρώσουν όσα περισσότερα χρήματα μπορούσαν κατά τη νεανική τους ηλικία.

Οι ιατρικές πραγματείες μας αφήνουν να ρίξουμε μια ματιά στον κόσμο μιας πόρνης, ωστόσο οι αναφορές είναι τμηματικές και ατελείς. Οι δούλες – πόρνες, προκειμένου να συνεχίζουν να μαζεύουν χρήματα απερίσπαστα έπρεπε να αποφύγουν την εγκυμοσύνη με κάθε κόστος. Οι τεχνικές αντισύλληψης των αρχαίων Ελλήνων είναι λιγότερο γνωστές σε σχέση με εκείνες των Ρωμαίων. Σε μια πραγματεία που αποδίδεται στον Ιπποκράτη, [31] ο συγγραφέας περιγράφει με λεπτομέρεια την περίπτωση μιας χορεύτριας «που συνηθίζει να πηγαίνει με άνδρες»: τη συμβούλεψε να χοροπηδά πάνω κάτω αγγίζοντας με τις φτέρνες τα οπίσθιά της, έτσι ώστε το σπέρμα να αποβληθεί και να αποφευχθεί το ρίσκο.

Οι ιερόδουλες της Κορίνθου φαίνεται πως ακολουθούσαν απλούστερη μέθοδο: ζητούσαν από τους πελάτες τους να εφαρμόζουν το σοδομισμό προκειμένου να αποφύγουν την εγκυμοσύνη.[32] Είναι ακόμη πιθανό οι πόρνες να κατέφευγαν στην έκτρωση ή την θανάτωση των νεογέννητων με έκθεση. Για την περίπτωση των ανεξάρτητων γυναικών, οι πληροφορίες είναι ανεπαρκείς. Μια κόρη θα μπορούσε να εκπαιδευτεί στο επάγγελμα, να διαδεχτεί τη μητέρα της και να την υποστηρίξει οικονομικά στα γεράματά της.

Μια άλλη πηγή για τη ζωή των εκδιδόμενων γυναικών είναι τα κεραμικά αγγεία της εποχής. Η απεικόνισή τους, αρκετά συχνή, μπορεί να διαχωριστεί σε τέσσερις κατηγορίες: σκηνές δείπνων, σκηνές σεξουαλικού περιεχομένου, σκηνές στην τουαλέτα και σκηνές κακοποίησης. Στις σκηνές τουαλέτας ήταν σύνηθες η πόρνη να απεικονίζεται με σώμα κάθε άλλο παρά ιδανικό: στήθος γερασμένο, δίπλες στο δέρμα κτλ. Ένας κύλικας μάλιστα απεικονίζει μια πόρνη να ουρεί σε ένα δοχείο.

Στις απεικονίσεις σεξουαλικών περιπτύξεων η πόρνη διακρίνεται εύκολα από την παρουσία ενός πουγγιού με χρήματα, ώστε να είναι καταφανής η εμπορική σημασία της συνουσίας. Η στάση που απεικονίζεται συχνότερα είναι αυτή του σοδομισμού, με τη γυναίκα διπλωμένη στα δύο, τα χέρια να ακουμπούν στη γη. Αξίζει να σημειωθεί πως η στάση αυτή θεωρούταν εξευτελιστική για έναν ενήλικα και ελάχιστα κολακευτική για μία γυναίκα.[33] Τέλος, συγκεκριμένος αριθμός βάζων παρουσιάζουν σκηνές όπου η κοπέλα απειλείται από ένα ραβδί ή ένα σανδάλι, ενώ υποχρεώνεται να δεχτεί σεξουαλικές επαφές υποτιμητικές για τους αρχαίους

Έλληνες: πεολειχία, σοδομισμό ή με δύο συντρόφους ταυτόχρονα.

Αν και οι εταίρες ήταν οι πιο απελευθερωμένες γυναίκες στην αρχαία Ελλάδα, αρκετές αναζήτησαν το σεβασμό της κοινωνίας βρίσκοντας σύζυγο ή σταθερό σύντροφο: η Νέαιρα κατάφερε να μεγαλώσει τρία παιδιά προτού ξαναβγεί στην επιφάνεια το παρελθόν της ως εταίρα. Ομοίως, ο Περικλής επέλεξε την Ασπασία για παλλακίδα ίσως και σύζυγο, σύμφωνα με τις πηγές. Ο Αθήναιος τονίζει πως οι πόρνες που αποφάσισαν να ακολουθήσουν τον έγγαμο βίο ήταν σε πολλές περιπτώσεις καλύτερες από εκείνες που μεγαλοπιάνονταν με την αρετή τους.[34]

Κατόπιν παραθέτει μια λίστα μεγάλων ανδρών που γεννήθηκαν από την ένωση ενός πολίτη και μιας παλλακίδας, όπως για παράδειγμα ο Τιμόθεος, γιος του Κόνωνος. Από την άλλη, δεν γνωρίζουμε την περίπτωση καμίας γυναίκας από την τάξη των πολιτών που να επέλεξε να ζήσει ως εταίρα.

Οι πόρνες στην αρχαία γραμματεία:  Την εποχή που ανθούσε η Νέα Κωμωδία, κατά το μοτίβο των σκλάβων, οι πόρνες έγιναν οι πραγματικές πρωταγωνίστριες των κωμικών έργων. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό: αν και η Παλαιά Κωμωδία καταπιανόταν με πολιτικά θέματα, η Νέα Κωμωδία ενδιαφέρθηκε για την καθημερινότητα των πολιτών.

Επιπλέον, σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής για να απολαμβάνουν σεβασμό οι γυναίκες πρέπει να μην βγαίνουν από το σπίτι, ενώ η ιστορία της εκάστοτε κωμωδίας διαδραματιζόταν συνήθως σε εξωτερικούς χώρους. Οι μόνες γυναίκες που συναντούσε κανείς εκεί ήταν οι πόρνες.

Έτσι η πλοκή στα κωμικά έργα περιστρέφεται συχνά γύρω από τις εκδιδόμενες γυναίκες. Ο Οβίδιος στους «Έρωτές» [35] του αναφέρει: «Για όσο οι δούλοι παραμένουν πονηροί, οι πατεράδες σκληροί, οι μαστροποί χυδαίες και οι πόρνες θωπευτικές, ο Μένανδρος θα ζει». Η πόρνη μπορεί να είναι το αντικείμενο του έρωτα του πρωταγωνιστή: στην περίπτωση αυτή, ελεύθερη και ενάρετη, καταλήγει στο επάγγελμα αυτό επειδή κάποτε την εγκατέλειψαν ή επειδή τη μεγάλωσαν πειρατές.

Αφού την αναγνωρίσει η οικογένειά της χάρη σε κάποια στολίδια που άφησαν στα σπάργανά της, η νεαρή γυναίκα, απαλλαγμένη από τη δυστυχία της μπορεί να παντρευτεί. Επίσης είναι συχνά δευτεραγωνίστρια: η αγάπη της με το φίλο του πρωταγωνιστή αποτελεί τη δεύτερη ερωτική ιστορία του έργου. Ο Μένανδρος δημιούργησε στο πλευρό του χαρακτήρα της ακόρεστης πόρνης, εκείνη της γυναίκας με τη χρυσή καρδιά στο έργο του «Δύσκολος», η οποία επιφέρει το ευτυχισμένο τέλος στην αφήγηση.

Αντίστροφα, στους ουτοπικούς κόσμους των Ελλήνων οι πόρνες δεν έχουν θέση. Στις «Εκκλησιάζουσες» [36] η ηρωίδα, η Πραξαγόρα, τους απαγορεύει την είσοδο στην ιδανική πολιτεία:

«Τις ακόλαστες, όσες κι αν είναι, σκοπεύω να τις διώξω από την πόλη… για να διατηρήσω το αρρενωπό σφρίγος το νέων για αυτές τις γυναίκες. Δεν είναι σωστό εξαπατημένες δούλες να κλέβουν από τις γεννημένες ελεύθερες γυναίκες την απόλαυση. Ας αφήσουμε στις παλλακίδες να κοιμούνται με τους δούλους».

Οι πόρνες θεωρούνται δόλιες ανταγωνίστριες. Σε ένα έργο πολύ διαφορετικής φύσης, ο Πλάτων [37] ανακηρύσσει τις ιερόδουλες της Κορίνθου παράνομες, από κοινού με τα αττικά ζαχαροπλαστεία, κατηγορώντας αμφότερα για την εισαγωγή στην ιδανική κοινωνία της πολυτέλειας και της αταξίας. Ο κυνικός Κράτης,[38] κατά την ελληνιστική περίοδο, περιγράφει ακολουθώντας το παράδειγμα του Πλάτωνα μια ουτοπική πόλη όπου η πορνεία απαγορεύεται.

Ανδρική πορνεία:  Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν πολλοί άνδρες που εκδίδονταν, γνωστοί και ως «πόρνοι». Μέρος αυτών απευθυνόταν σε γυναίκες, όπως φαίνεται από δύο αποσπάσματα του Αριστοφάνη. Στον «Πλούτο» [39] ο συγγραφέας προσωποποιεί μια ηλικιωμένη γυναίκα να παρέχει στο νεαρό εραστή της χρήματα, τρόφιμα, ακόμη και ρούχα.[40] Νεαροί άνδρες που πωλούνταν, ευνούχοι που τιμολογούνταν υψηλά ως «προϊόντα» πολυτελείας, δείχνουν πως στην ελληνική κοινωνία είχε και θέση η απόλαυση χωρίς συναισθηματισμούς[εκκρεμεί παραπομπή]. Στη Σικυώνα της Πελοποννήσου, άνδρες εκδίδονταν με χαρά στο όνομα του θεού Διονύσου.

Πορνεία και παιδεραστία: Αντίθετα με τη γυναικεία πορνεία, η οποία και απασχολούσε γυναίκες όλων των ηλικιών, η ανδρική αφορούσε μοναχά εφήβους. Η σχέση ανάμεσα σε ενήλικα και παιδί, δεν ήταν εμπορική συναλλαγή, αλλά μορφή διαπαιδαγώγησης. Αρσενικά παιδιά γίνονταν ευνούχοι εξαιτίας μιας διαδεδομένης συνήθειας, χάνοντας τμήμα των γεννητικών τους οργάνων. Ο Σόλων απαγόρευσε την εκπόρνευση των νέων επικαλούμενος την ηθική, ωστόσο δεν απαγόρευσε την πώληση σκλάβων που προορίζονταν για το σκοπό αυτό. Ο Ψευδο-Λουκιανός, στους «Έρωτές» του,[41] αναφέρει:

«Η γυναίκα, από την εφηβική παρθενία μέχρι τη μέση ηλικία, και πριν οι τελευταίες ρυτίδες αυλακώσουν τα χαρακτηριστικά της, είναι ένα αντικείμενο άξιο να δεχτεί την αγκαλιά και την τρυφερότητα ενός άνδρα, και, όταν περάσει η εποχή της ακμής της, η πείρα της μπορεί να μιλήσει πολύ πιο εύγλωττα από εκείνη των νεαρών αγοριών. Ωστόσο αυτός που απευθύνεται σε έναν νέο άνδρα των είκοσι ετών μου φαίνεται αφύσικα λάγνος και πως αναζητά διφορούμενη αγάπη. Τα μέλη ενός τέτοιου νέου, έχοντας πάρει τη μορφή εκείνων ενός άνδρα, είναι σκληρά και νευρώδη. Το κάποτε απαλό του πρόσωπο πλέον είναι τραχύ από τα γένια που το ντύνουν και οι καλοσχηματισμένοι του μηροί είναι αγκαθωτοί από τρίχες».

Η περίοδος κατά την οποία οι έφηβοι θεωρούνταν επιθυμητοί εκτεινόταν από την εφηβεία μέχρι την έλευση γενειάδας, εφόσον η τριχοφυΐα θεωρούταν αηδιαστική για τους άνδρες. Στην πράξη υπήρχαν και σχέσεις που εκτείνονταν πέρα από την εφηβεία του νέου, ο οποίος ωστόσο κατέφευγε στην αποτρίχωση.

Όπως με την γυναικεία, η ανδρική πορνεία δεν αποτελούσε σκάνδαλο για τους αρχαίους Έλληνες. Οι οίκοι ανοχής όπου εργάζονταν νεαροί σκλάβοι λειτουργούσαν φανερά, κι όχι μόνο στις γειτονιές του Πειραιά, του Κεραμεικού και του Λυκαβηττού, αλλά παντού στην πόλη. Ένας από τους διασημότερους άνδρες που βρέθηκαν σε αυτή τη θέση ήταν ο Φαίδων από την Ηλεία. Μετά την κατάκτηση της πόλης του οδηγήθηκε στη σκλαβιά κι εξαναγκάστηκε να εκπορνευθεί.

Τον απελευθέρωσε ο Σωκράτης και ο Φαίδων έγινε μαθητής του. Ο ομώνυμος πλατωνικός διάλογος, όπου περιγράφεται ο θάνατος του Σωκράτη, έχει ονομαστεί από αυτόν. Οι πόλεις όριζαν φόρους και στους άνδρες που εκδίδονταν. [42] Σε έναν από τους λόγους του, εκείνον κατά του Τιμάρχου, ο ρήτορας Αισχίνης περιγράφει στο δικαστικό σώμα ένα ανδρικό πορνείο.[43] Ο πελάτης ενός τέτοιου σπιτιού δεν τιμωρείται ούτε από το νόμο, ούτε επικρίνεται από την κοινή γνώμη.

Πορνεία και πολιτικά δικαιώματα: Η ύπαρξη της αρσενικής πορνείας σε μεγάλη κλίμακα υποδηλώνει πως η παιδεραστία δεν απευθυνόταν μόνο στις υψηλότερες κοινωνικές τάξεις. Αν και οι φτωχότεροι πολίτες δεν διέθεταν ούτε τα μέσα ούτε το χρόνο να ακολουθήσουν τη μέθοδο των αριστοκρατών (επίσκεψη σε γυμναστήρια, ερωτική προσέγγιση, δώρα), μπορούσαν ωστόσο να καταφύγουν στους οίκους ανοχής.

Ο νόμος προστάτευε, όπως και τις γυναίκες, τους νεαρούς από το βιασμό, ενώ δεν είναι γνωστές περιπτώσεις σεξουαλικών σχέσεων ανάμεσα σε αφέντη και σκλάβο, προτού πραγματοποιήσει μια σχετική αναφορά ο Ξενοφών. Ένα ακόμη κίνητρο για την καταφυγή στην πορνεία ήταν το ότι η πεολειχία θεωρούταν από τους αρχαίους Έλληνες πράξη ιδιαίτερα υποτιμητική.[44] Κατ’ επέκταση, σε μια παιδεραστική σχέση, ο εραστής δεν μπορούσε να ζητήσει αυτή τη χάρη από τον ερωμένο του και μέλλοντα πολίτη και απευθυνόταν από έναν εκδιδόμενο νεαρό.

Η πορνεία αν και νόμιμη ήταν κοινωνικά κατακριτέα. Ασκούταν από δούλους ή από μη πολίτες. Στην Αθήνα είχε σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις και μπορούσε να επιφέρει μέχρι και την αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων («ατιμία»). Στο δικανικό λόγο «Κατά Τιμάρχου», ο ρήτορας Αισχίνης έχει δεχτεί επίθεση από τον Τίμαρχο. Για να υπερασπίσει τον εαυτό του ο πρώτος κατηγορεί τον Τίμαρχο ότι κατά τη νεανική του ηλικία ασκούσε πορνεία.

Σαν αποτέλεσμα ο Τίμαρχος έπρεπε να χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να καταθέσει μήνυση στα δικαστήρια εναντίον κάποιου πολίτη. Η εξώθηση ενός νεαρού στην πορνεία ή προσφορά χρημάτων ώστε να ικανοποιήσει κάποια σεξουαλική επιθυμία απαγορευόταν αυστηρά, γιατί με τον τρόπο αυτό μελλοντικά θα έχανετο δικαίωμα να λαμβάνει μέρος στην πολιτική ζωή.

Η λογική αυτή επεξηγείται από τον Αισχίνη, ο οποίος κάνει αναφορά στην έννοια της «δοκιμασίας»: ο πολίτης που είχε επιδοθεί στην πορνεία («πεπορνευμένος») ή συντηρείται με τον τρόπο αυτό («ἡταιρηκώς») χάνει το δικαίωμα να βγάζει δημόσιους λόγους επειδή «εκείνος που πουλά το σώμα του για την απόλαυση άλλων («ἐφ’ ὕβρει») δεν θα διστάσει να «πουλήσει» το συμφέρον της κοινωνίας σαν σύνολο».

Σύμφωνα με τον ιστορικό Πολύβιο, οι κατηγορίες του Τίμαιου του Ταυρομενίτη[45] ενάντια στον Αγαθοκλή των Συρακουσών στηρίζονται ακριβώς στα ίδια επιχειρήματα: «κοινός πόρνος διαθέσημος στους πιο ακόλαστους, μια καλιακούδα, ένα αρπακτικό πτηνό,[46] που παρουσιάζει τον πισινό του σε όποιον τον θέλει».

Ο Αισχίνης διαχωρίζει την περίπτωση του κατά συρροή εκπορνευόμενου άνδρα από εκείνου που παραμένει για καιρό εραστής ενός συγκεκριμένου προσώπου.[47] Θεωρεί πως αν ο Τίμαρχος είχε επιλέξει να παραμείνει με τον πρώτο του εραστή [48] τότε το κρίμα του δεν θα ήταν τόσο μεγάλο. Ωστόσο εκείνος επέλεξε να εγκαταλείψει τον άνδρα αυτό, που δεν είχε πια τα μέσα να τον συντηρεί, και άρχισε να συλλέγει προστάτες, αποδεικνύοντας, σύμφωνα πάντα με τον Αισχίνη, πως δεν ήταν απλός «εταιρικός», αλλά πρόστυχος εκπορνευόμενος.

Αντίτιμο: Όπως και στην περίπτωση των γυναικών, οι πελάτες κατέβαλαν ποικίλα ποσά. Ο Αθήναιος αναφέρει ένα νεαρό που πρόσφερε τον εαυτό του για έναν οβολό.[49] Ο Στράτων από τις Σάρδεις, ένας επιγραμματοποιός του 2ου αιώνα π.κ.ε. αναφέρει μια συναλλαγή για πέντε δραχμές.[50] Ένα γράμμα του Ψευδο-Αισχίνη υπολογίζει πως τα κέρδη κάποιου με το όνομα Μελανόπους ανέρχονταν στις 3.000 δραχμές, ίσως καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας του.
-----------------------
Παραπομπές
  1. Δημοσθένης, «Κατά Νέαιρας», 122
  2. Pomeroy (1995), σελ. 87
  3. Πλάτων, «Συμπόσιο», 191e 2-5
  4. Halperin (1990), σελ. 180, n2.
  5. Λουκιανός ο Σαμοσατεύς, «Διάλογος για τις πόρνες», V
  6. Halperin (1990), σελ. 109.
  7. Θεόφραστος, «Χαρακτήρες», VI, 5.
  8. Φώτιος, «Παιδαγωγός», ΙΙΙ, 3.
  9. Αθήναιος, «Δειπνοσοφιστές», XIII, 23.
  10. Φιλήμων, «Αδελφές», fgt. 4.
  11. Νίκανδρος, «Ιστορία της Κολοφώνος» = «Fragmente der griechischen Historiker» 271-272 fgt. 9.
  12. Αθήναιος, «Δειπνοσοφιστές», XIII, 6.
  13. W. Dittenberger, «Orientis Græci inscriptiones selectæ», Leipzig, 1903-1905, II, 674.
  14. Φιλόδημος, «Παλατινή Ανθολογία», V, 126.
  15. Λουκιανός ο Σαμοσατεύς, «Διάλογος για τις πόρνες», VIII, 3.
  16. Λουκιανός ο Σαμοσατεύς, «Διάλογος για τις πόρνες», VII, 3.
  17. Αριστοτέλης, «Αθηναίων Πολιτεία», L, 2.
  18. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι: Περικλής», XXIV, 2.
  19. Ξενοφών, «Απομνημονεύματα», III, 11, 4.
  20. Ηρόδοτος, «Ιστορία», II, 134-135.
  21. Μένανδρος, «Κόλαξ», 128-130.
  22. Αύλος Γέλλιος, «Αύλος Γέλλιος», I, 8.
  23. Kurke (1997), σελ. 108.
  24. Πίνδαρος, 122
  25. Στράβων, «Γεωγραφία», VIII, 6, 20.
  26. Οράτιος, «Επιστολές», I, 17, 36 : « Non cuivis homini contingit adire Corinthum », ή όπως επίσης απαντάται « Non licet omnibus adire Corinthum ».
  27. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι: Λυκούργος», IX, 6.
  28. Conrad M. Stibbe, «Lakonische Vasenmaler des sechtsen Jahrhunderts v. Chr.», νο 191 (1972), pl. 58. Cf. Maria Pipili, «Laconian Iconography of The Sixth Century BC», Oxford University Committee for Archaeology Monograph, νο 12, Oxford, 1987.
  29. Ξενοφών, «Ελληνικά», III, 8.
  30. Αθήναιος, «Δειπνοσοφιστές», XIII, 34a.
  31. Ιπποκράτης, «Περί σπέρματος», 13.
  32. Dover (1989), σελ. 101, βασιζόμενος στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη, 149-152.
  33. Keuls (1993), σελ. 174-179.
  34. Αθήναιος, «Δειπνοσοφιστές», XIII, 38.
  35. Οβίδιος, «Έρωτες», I, 15, 17-18.
  36. Αριστοφάνης, «Εκκλησιάζουσες», 716-719
  37. Πλάτων, «Πολιτεία», III, 404d
  38. Διόδορος Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», II, 55-60.
  39. Αριστοφάνης, «Πλούτος», 960-1095
  40. Αριστοφάνης, «Εκκλησιάζουσες», 877-1111
  41. Λουκιανός, «Έρωτες», 25-26.
  42. Αισχίνης, «Κατά Τιμάρχου», 119.
  43. Αισχίνης, «Κατά Τιμάρχου», 74.
  44. Halperin (1990), σελ. 96 και Dover (1989), σελ. 99.
  45. Πολύβιος, «Ιστορίες», XII, 15, 1.
  46. Στα αρχαία ελληνικά, ο όρος για το αρπακτικό πτηνό ήταν «τριόρχης», που κυριολεκτικά σημαίνει «αυτός που έχει τρεις όρχεις». Έτσι το ζώο αυτό είναι σύμβολο της ακολασίας. Dover (1989), σελ. 103.
  47. Αισχίνης, «Κατά Τιμάρχου», 29.
  48. Αισχίνης, «Κατά Τιμάρχου», 51-52.
  49. Αθήναιος, «Δειπνοσοφιστές», VI, 241.
  50. Στράτων, «Παλατινή Ανθολογία», XII, 239.

Πορνεία στο Βυζάντιο

 Οίκοι ανοχής, Λουτρά και Μωρά, Πορνεία στην Βυζαντινή Ιερή Γη

Η Ελληνορωμαϊκή οικιακή σεξουαλική δραστηριότητα στηριζόταν σε μία τριάδα: τη σύζυγο, την παλλακίδα και την εταίρα. Ο Αθηναίος ρήτορας του 4ου αι. ΠΚΕ Απολλόδωρος, στον λόγο του Κατά Νεαίρας, όπως μνημονεύεται από τον Δημοσθένη (59.122), αναφέρει ξεκάθαρα ότι «έχουμε τις εταίρες για την ηδονή και τις παλλακίδες για την καθημερινή περιποίηση του σώματος, αλλά τις συζύγους για να έχουμε νόμιμους απογόνους και μια πιστή φύλακα της οικιακής περιουσίας».

Όποια κι αν ήταν η αλήθεια για αυτό το οικιακό μοντέλο της καθημερινής ζωής στην αρχαία Ελλάδα,[2] αυτός ο ιδιόμορφος τύπος ‘τριγώνου’ συνέχισε απρόσκοπτα την πορεία του κατά τη ρωμαϊκή περίοδο: η νόμιμη μονογαμία φαίνεται να ήταν μόνο ένα πρόσχημα για την πραγματική πολυγαμία.[3]

Η έλευση της Χριστιανοσύνης ανέτρεψε αυτή την εύθραυστη ισορροπία. Απαγορεύοντας στους έγγαμους άνδρες να διατηρούν παλλακίδες επί ποινή σωματικής τιμωρίας, το εκκλησιαστικό δίκαιο, όπως εξελίχθηκε μέσω των εκκλησιαστικών συνεδρίων, αφαίρεσε απ’ αυτό το τριγωνικό σύστημα ένα από τα τρία συστατικά του.[4] Εφεξής, παρέμειναν μόνο η σύζυγος και η εταίρα.

Εάν πιστέψουμε τους Βίους των όσιων μοναχών της Βυζαντινής Παλαιστίνης, η Ιερή Γη (ιδιαίτερα η Ιερή Πόλη της Ιερουσαλήμ, ο στόχος των προσκυνητών στην καρδιά της χριστιανοσύνης) ήταν γεμάτη από ‘κατοικίες λαγνείας’ και οι πόρνες συναντούσαν τους μοναχούς στις ερημικές τους σπηλιές κοντά στον Ιορδάνη Ποταμό. Έτσι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα παράδοξο: την συνύπαρξη της ιερότητας και της ακολασίας, του Χριστιανικού ασκητισμού και της λαγνείας.

Από τον φόβο μήπως ξεχάσουμε ότι η αρετή καθίσταται άνευ σημασίας χωρίς την διαφθορά, ότι η ιερότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την χυδαιότητα, ένας Γνωστικός ύμνος του 5ου αι. από το Nag-Hammadi της Μέσης Αιγύπτου διακήρυττε:

«Είμαι Εκείνη που τιμάται και περιφρονείται.
Είμαι η Αγία και η πόρνη.
Είμαι η παρθένος και η σύζυγος.
Είμαι η γνώση και είμαι η άγνοια.
Είμαι η δύναμη και είμαι ο φόβος.
Είμαι άθεη και είμαι το Μεγαλείο του Θεού».

Στην Παλαιά Διαθήκη, η Ιερουσαλήμ εμφανιζόταν ως η Πόρνη σε έσχατη ανάγκη εξαγνισμού δια της θεϊκής τιμωρίας (Εζ. 16 και 23). Η κατάπτωσή της ερχόταν σε αντιπαράθεση με την αρχική της πίστη: «Πώς η πιστή πόλη έχει καταντήσει πόρνη, αυτή που ήταν η ίδια η δικαιοσύνη!» θρηνολογεί ο προφήτης Ησαΐας (1:21). Ο άγιος Ιωάννης χρησιμοποίησε το επίθετο Πόρνη «ντυμένη με ακριβό λινό και πορφυρό και κόκκινο, και επικαλυμμένη με χρυσάφι και πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια!» (Αποκ. 18.16-17) για την ειδωλολατρική Μεγάλη Πόλη, τη Βαβυλώνα, τη Ρώμη και τελικά για οποιαδήποτε μεγάλη πόλη.

Μια παρόμοια άποψη εκφράστηκε από τους ραββίνους του Βαβυλωνιακού Ταλμούδ τον 5ο αι. μ.Χ., οι οποίοι θεωρούσαν ότι ένας εργένης που κατάφερνε να παραμείνει αγνός σε μια μεγάλη πόλη ήταν χωρίς αμφιβολία ένας υπερβολικά ευσεβής άνθρωπος. Παρομοίως, οι μοναχοί της Νιτρίας (σημερινή Wadi Natrun), των Κελλιών και της Σκήτης στην Αίγυπτο και εκείνοι της Ερήμου της Ιουδαίας στην Παλαιστίνη, θεωρούσαν ότι η πόλη ήταν κατεξοχήν ένα άντρο ακολασίας, πειρασμού και αμαρτίας. Λιμάνια με διεθνείς θαλάσσιους εμπορικούς δεσμούς όπως η Αλεξάνδρεια και η Βηρυτός, και η οικουμενική Χριστιανική πρωτεύουσα Ιερουσαλήμ, παρείχαν στους πανδοχείς και στις πόρνες μια κοσμοπολίτικη πελατεία από κατοίκους, ταξιδιώτες και προσκυνητές.

Ελεύθερη πορνεία
Σε δρόμους: Τα βυζαντινά ερωτικά επιγράμματα, ιδιαίτερα εκείνα του Αγαθία Σχολαστικού του 6ου αιώνα, περιγράφουν γενικά συναντήσεις με πόρνες του δρόμου.[5] Τα ελικοειδή, σκοτεινά σοκάκια της Παλιάς Πόλης της Ιερουσαλήμ ήταν ιδιαζόντως κατάλληλα για αποπλάνηση από τις scortae erraticae ή τις ambulatrices. Παραμόνευαν κάτω από τις ψηλές αψίδες που γεφύρωναν τους δρόμους της Ιερής Πόλης και ανεβοκατέβαιναν την cardo maximus.

Στις μικρές πόλεις της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Παλαιστίνης, ωστόσο, φαίνεται ότι οι πλατείες (και όχι οι δρόμοι) αποτελούσαν τα αγαπημένα λημέρια των ιερόδουλων. Ο ραββί Judah σχολίασε: «Πόσο τέλεια είναι τα έργα αυτών των ανθρώπων [των Ρωμαίων] ! Έφτιαξαν δρόμους, έχτισαν γέφυρες, ίδρυσαν λουτρά!» Ο ραββί Yose παρέμεινε σιωπηλός. Ο ραββί Simeon ben Yohai απάντησε, «Ό,τι έφτιαξαν, το έφτιαξαν για τον εαυτό τους· οικοδόμησαν αγορές, για να εγκαταστήσουν πόρνες σε αυτές· λουτρά για να ξανανιώνουν· γέφυρες για να εισπράττουν διόδια» (Βαβυλωνιακό Ταλμούδ, Shabbat 33b).

Σε σπίτια: Κάποιες πόρνες εργάζονταν στο σπίτι, για λογαριασμό δικό τους, όπως η Μαρία η Αιγύπτια της οποίας τον Βίο κατέγραψε τον 6ο αιώνα ο Σωφρόνιος, ο τελευταίος Πατριάρχης της Ιερουσαλήμ πριν από την Αραβική Κατάκτηση, ή για κάποιον προαγωγό. Από τις μαρτυρίες της νομοθεσίας του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού στα μέσα του 6ου αιώνα, ιδιαίτερα στη Novella 14 εκ 535, καθίσταται φανερό ότι η παροχή στέγης ήταν μέρος της συμφωνίας που έκλειναν οι προαγωγοί της Κωνσταντινούπολης με τους πατεράδες των νεαρών κοριτσιών, στις αγορές της επαρχίας που τις αγόραζαν.

Στέγη δε σήμαινε απαραίτητα σπίτι, και συχνά δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια παράγκα, καλύβα ή δωμάτιο. Οι βυζαντινές ιερόδουλες περιορίζονταν στις ‘περιοχές με τα κόκκινα φανάρια’ με τον ίδιο τρόπο που οι πόρνες στην Ρώμη ζούσαν και εργάζονταν στην Subura και κοντά στο Circus Maximus, δηλαδή στα βόρεια και στα νότια της Αγοράς. Ο Λεόντιος επίσκοπος Νεαπόλεως περιγράφει, στο έργο Βίος Ιωάννου του Ελεήμονος, Πατριάρχου Αλεξανδρείας, στα τέλη του 6ου αιώνα, έναν μοναχό που έρχεται στην Τυρό για κάποια δουλειά.

Καθώς περνούσε από ‘το μέρος’, τον πλησίασε μια ιερόδουλη φωνάζοντας: «Σώσε με, Πατέρα, όπως ο Χριστός έσωσε την πόρνη», όπως αναφέρεται στο κατά Λουκά 7:37. Αυτές οι συνοικίες ήταν γενικά οι πιο φτωχικές περιοχές της πόλης. Το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (Pesahim 113b) αφηγείται πως ο ραββί Χανινά και ο ραββί Χοσάια, και οι δύο φτωχοί τσαγκάρηδες στη Γη του Ισραήλ, διέμεναν σε έναν δρόμο ιερόδουλων για τις οποίες έφτιαχναν παπούτσια. Οι ιερόδουλες είχαν τόσο εντυπωσιαστεί από την αγνότητα των ραββίνων (γιατί δε σήκωναν ούτε τα μάτια τους για να κοιτάξουν τα κορίτσια) που κατέληξαν να ορκίζονται ‘στη ζωή των αγίων ραββίνων του Ισραήλ’!

Σε ταβέρνες:  Στις ταβέρνες των πόλεων (tavernae) καθώς και στα σημεία που σταματούσαν για να αλλάξουν σέλες (mutationes) ή για να διανυκτερεύσουν (mansiones) κατά μήκος του επίσημου ρωμαϊκού οδικού δικτύου (cursus publicus), όλες οι ανάγκες των ταξιδιωτών καλύπτονταν από τις σερβιτόρες. Τους σέρβιραν κρασί, χόρευαν μαζί τους και συχνά τους οδηγούσαν στα δωμάτια του επάνω ορόφου. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Ιουστινιάνειο Κώδικα, μια σερβιτόρα δεν μπορούσε να διωχθεί για μοιχεία, εφόσον θεωρούνταν ούτως ή άλλως ότι ήταν ιερόδουλη (JC 9.9.28).

Για να εμποδίσουν τους χριστιανούς ταξιδιώτες να πέφτουν θύματα τέτοιου είδους σεξουαλικών κινδύνων, οι εκκλησιαστικοί κανόνες απαγόρευαν στους κληρικούς να εισέρχονται σε τέτοια ιδρύματα. Σύντομα, επομένως, εκκλησιαστικά ξενοδοχεία (xenodochia) και πανδοχεία ειδικά για προσκυνητές (pandocheia) που διευθύνονταν από μέλη του κλήρου άρχισαν να ξεπετάγονται κατά μήκος των διαδρομών των προσκυνητών.

Ιδρυματοποιημένη πορνεία
Οίκοι ανοχής: Η πορνεία ήταν, επίσης, ιδρυματοποιημένη με τη μορφή οίκων ανοχής, τους οποίους ο Γιουβενάλης ονόμαζε lupanaria (Σάτιρες 11.172-173) και ο Οράτιος fornices (Επιστολές 1.14.21). Τον έκτο αιώνα ο Ιωάννης Μόσχος περιέγραψε στο Λειμωνάριο ένα ‘σπίτι πορνείας’ στην Ιεριχώ ή ακόμα πιο ασαφώς μία ‘κατοικία λαγνείας’ στην Ιερουσαλήμ (Λειμών 17). Οι ιερόδουλες που εργάζονταν σε αυτά τα ιδρύματα ήταν σκλάβες και αποτελούσαν περιουσιακό στοιχείο του μαστροπού (leno) ή της ‘Μαντάμ’ (lena).

Το αποκαλύπτει το ίδιο το όνομα μιας πόρνης στην Τύρο που προσκάλεσε έναν μοναχό να τη σώσει – Κυρία Πορφυρία. Ήταν τόσο συνηθισμένη ως ‘Μαντάμ’ να διατάζει άλλες γυναίκες ώστε, αφού αναμορφώθηκε και έπεισε και άλλες πόρνες (προφανώς τα πρώην ‘κορίτσια’ της) να εγκαταλείψουν την πορνεία, τις οργάνωσε σε ένα γυναικείο κοινοβιακό μοναστήρι του οποίου έγινε η ηγουμένη – το κατοπτρικό είδωλο του οίκου ανοχής της.

Ένας Βυζαντινός οίκος ανοχής ήρθε πρόσφατα στο φως κατά τη διάρκεια ανασκαφών που διεξάγονταν στην Bet She ‘an, την αρχαία Σκυθόπολη, πρωτεύουσα της Πρώτης Παλαιστίνης.[6] Στην καρδιά αυτής της ακμάζουσας μητρόπολης, ένα Ρωμαϊκό Ωδείο που ιδρύθηκε το δεύτερο μισό του δεύτερου αιώνα καταστράφηκε μερικώς τον έκτο αιώνα. Τα Βυζαντινά Λουτρά εφάπτονταν με τη δυτική του πλευρά. Στα νοτιοδυτικά, η δεύτερη σειρά μαγαζιών του δυτικού προστεγάσματος της εντυπωσιακής Οδού της Παλλάδος είχε επίσης κατεδαφιστεί ώστε να δημιουργηθεί χώρος για μια ημικυκλική εξέδρα (13x15m).

Κάθε ήμισυ της εξέδρας περιελάμβανε έξι τραπεζοειδή δωμάτια με εξώπορτες. Κάποια από αυτά τα δωμάτια άνοιγαν επίσης προς έναν διάδρομο ή ένα χολ στο πίσω μέρος του κτιρίου. Σε ένα δωμάτιο μια σκάλα οδηγούσε σε έναν άνω όροφο. Μερικά δωμάτια είχαν εσοχές με αυλάκια στους τοίχους για ξύλινα ράφια. Οι αψίδες και στα δύο άκρα της εξέδρας και στο κέντρο του ημικυκλίου, καθώς και οι προσόψεις των δωματίων, έφεραν επικάλυψη μαρμάρινων πλακών, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν χαθεί, μένοντας μόνο οι τρύπες των καρφιών που στήριζαν αυτές τις πλάκες στη θέση τους. Οι εσωτερικές όψεις των τοίχων αυτών των δωματίων αναδεικνύουν δύο στρώσεις χοντροκομμένου λευκού ασβεστοκονιάματος.

Το πάτωμα αυτών των δωματίων ήταν επιστρωμένο με ψηφιδωτά τα οποία απεικόνιζαν γεωμετρικά μοτίβα που ενέκλειαν ελληνικά ποιήματα, ζώα και φυτά, και τελικά, σε ένα έμβλημα, μια μεγαλειώδη Τύχη στεφανωμένη με τα τείχη της Σκυθόπολης, που κρατούσε Κέρας της Αμαλθείας. Τα επιδαπέδια ψηφιδωτά κάποιων δωματίων αντικαταστάθηκαν αργότερα από τούβλα ή από ένα στρώμα συνθλιμμένου ασβέστη. Ίχνη επιδιορθώσεων με ασβεστοκονίαμα στα ψηφιδωτά και η εισαγωγή ταβλών σε άλλα δωμάτια υποδηλώνουν ότι το κτίριο είχε περάσει από πολλά στάδια κατασκευής.

Ένα ημικυκλικό προαύλιο (21x30m) εκτεινόταν μπροστά από τα δώδεκα δωμάτια. Από τη μεριά του δρόμου είχε αποκλειστεί από μια σειρά δωματίων, τα οποία συσσωμάτωναν τα καταστήματα που βρίσκονταν πριν στο βόρειο άκρο του προστεγάσματος της Οδού της Παλλάδος, ενώ είχαν τεθεί σε διαφορετική χρήση. Αυτή η σειρά δωματίων πιθανότατα διακοπτόταν από την κύρια είσοδο του συγκροτήματος, που άνοιγε πάνω σε ένα προστέγασμα με ένα opus sectile πάτωμα με μαύρο και άσπρο μάρμαρο. Το περίπου δύο μέτρων πλάτους προστέγασμα επέτρεπε την πρόσβαση από τον δρόμο. Το προστέγασμα και τα δωμάτια είχαν οροφή από κεραμίδια. Η εξέδρα κατεδαφίστηκε στα τέλη του έκτου αιώνα ή στις αρχές του έβδομου αιώνα.

Οι θάλαμοι της εξέδρας της Bet She an μιμούνταν τα κελιά του lupanarium της Πομπηίας, το οποίο αποτελούνταν από ισόγεια δωμάτια, το καθένα εξοπλισμένο με ένα πέτρινο κρεβάτι και μια μαξιλάρα. Μια εξωτερική σκάλα παρείχε πρόσβαση στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου στο οποίο άνοιγαν άλλα πέντε ευρύχωρα δωμάτια. Στην Bet She ‘an, οι πίσω πόρτες μερικών δωματίων στο ισόγειο επέτρεπαν στους πελάτες που ήθελαν να παραμείνουν ανώνυμοι να εισέλθουν σε μια κατοικία λαγνείας χωρίς να είναι ορατοί από την κύρια οδό και έτσι να ικανοποιήσουν λαθραία τις σεξουαλικές τους φαντασιώσεις.

Το προστέγασμα στο οποίο τα κορίτσια σεργιάνιζαν με την ελπίδα να προσελκύσουν περαστικούς από την oδό της Παλλάδος, καθώς επίσης και από τα γειτονικά Βυζαντινά Λουτρά, ήταν τμήμα ενός συναρπαστικού δικτύου: πλάνεμα στα Λουτρά, στο προστέγασμα και στην αυλή της εξέδρας, ακολουθούμενο από σεξ στους θαλάμους· στο πίσω μέρος του κτιρίου, ένα σύστημα εισόδου-εξόδου για υποτιθέμενους ‘αξιοσέβαστους πελάτες’.

Ιεραρχία και κανονισμοί στην πορνεία: Υπήρχαν δύο κατηγορίες βυζαντινών ιερόδουλων: από την μια μεριά, θεατρίνες και εταίρες (scenicae), από την άλλη, φτωχές ιερόδουλες (pornai) που δραπέτευαν από την αγροτική φτώχια και παγιδεύονταν στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Κωνσταντινούπολη και η Ιερουσαλήμ. Εκεί, ακόμα μεγαλύτερη ένδεια της έσπρωχνε κατευθείαν στα αρπακτικά νύχια απατεώνων και μαστροπών.

Θεατρίνες και εταίρες:  Οι scenicae συμμετείχαν σε μια συντεχνία που στόχευε κυρίως στους θεατρόφιλους. Έχει περιγραφεί ως μια ‘κλειστή συντεχνία’, εφόσον οι κόρες αναλάμβαναν τη δουλειά των μανάδων. Το κλασικό παράδειγμα είναι αυτό της μητέρας της μέλλουσας Αυτοκράτειρας Θεοδώρας, η οποία έβαλε τις τρεις νεαρές κόρες της να παίξουν στη σκηνή ασελγή έργα. Ο ποιητής Οράτιος περιέγραψε στις Σάτιρές του (1.2.1) κορίτσια από τη Συρία (των οποίων το όνομα ambubaiae πιθανώς κατάγεται από την συριακή λέξη για τον αυλό, abbut ή ambut) που ζωντάνευαν τα συμπόσια χορεύοντας λάγνα με καστανιέτες κάτω από τον ήχο αυλών.

Ο Σουητόνιος απλά τις εξομοίωνε με πόρνες (Νέρων 27). Για αυτό το λόγο ο Ιάκωβος, Επίσκοπος της Σαρούγ (451-521) στη Μεσοποταμία, προειδοποιούσε στο Τρίτο του Κήρυγμα για τα Θεάματα του Θεάτρου ότι ο χορός είναι «η μητέρα κάθε λαγνείας» που «υποκινεί με ασελγείς χειρονομίες την διάπραξη απεχθών πράξεων». Ένα ψηφιδωτό του έκτου αιώνα στην Madaba στην Ιορδανία απεικονίζει μια χορεύτρια που χτυπά καστανιέτες ντυμένη με διάφανη μουσελίνα δίπλα σε έναν σάτυρο που είναι φανερά ερεθισμένος σεξουαλικά.[7]

Σύμφωνα με τους Βίους των Ανατολικών Αγίων του Επισκόπου Ιωάννη της Εφέσου του πέμπτου αιώνα, η σύζυγος του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού ήταν γνωστή στους Σύριους μοναχούς ως ‘η Θεοδώρα που προέρχεται από οίκο ανοχής’. Η καριέρα της αποδεικνύει ότι οι Βυζαντινές εταίρες όπως οι Αρχαίες Ελληνίδες εταίραι μπορούσαν να αναρριχηθούν σε θέσεις με επιρροή στις υψηλές σφαίρες της πολιτικής. Πολύ πριν την εφηβεία της η Θεοδώρα εργαζόταν σε έναν οίκο ανοχής της Κωνσταντινούπολης όπου, σύμφωνα με την Απόκρυφη Ιστορία του αυλικού-ιστορικού Προκόπιου Καισαρείας, απασχολούνταν με φτηνό μισθό από σκλάβους, καθώς το μόνο που μπορούσε να κάνει τότε ήταν να παίξει το ρόλο μιας ‘αρσενικής πόρνης’.

Μόλις έγινε σεξουαλικά ώριμη βγήκε στην σκηνή, αλλά εφόσον δεν ήξερε να παίζει ούτε αυλό ούτε άρπα, ούτε να χορεύει, έγινε μια κοινή εταίρα. Μόλις προήχθη στον βαθμό της θεατρίνας γδύθηκε μπροστά στους θεατές και ξάπλωσε πάνω στη σκηνή. Οι σκλάβοι άδειασαν κουβάδες με δημητριακά στα γεννητικά της όργανα, τα οποία ράμφιζαν χήνες. Παρέθετε συχνά συμπόσια επιμελώς, προσφέροντας τον εαυτό της σε όλους αδιακρίτως, ακόμα και στους χαμάληδες.

Ακολούθησε στη Λιβύη έναν εραστή που είχε διοριστεί Κυβερνήτης της Πεντάπολης. Σύντομα, ωστόσο, αυτός την ξεφορτώθηκε και αυτή εφάρμοσε τα ταλέντα της στην Αλεξάνδρεια και μετέπειτα σε όλη την Ανατολή. Μετά την επιστροφή της στην Κωνσταντινούπολη μάγεψε τον Ιουστινιανό, που τότε ήταν μόνο ο διάδοχος του αυτοκρατορικού θρόνου. Αυτός εξύψωσε την ερωμένη του στον βαθμό της Πατρικίας. Μετά τον θάνατο της Αυτοκράτειρας, θείας του και συζύγου του Ιουστίνου Β΄ (που δε θα επέτρεπε μια εταίρα στην αυλή), ο Ιουστινιανός εξανάγκασε τον θείο του Ιουστίνο Β΄ να ακυρώσει το νόμο που απαγόρευε στους συγκλητικούς να παντρεύονται εταίρες. Σύντομα έγινε συν-αυτοκράτορας με τον θείο του και μετά τον θάνατο του τελευταίου, ως μόνος αυτοκράτωρ, τοποθέτησε αμέσως την σύζυγό του στον θρόνο (Ανέκδοτα 9.1-10).

Φτωχές ιερόδουλες:  Μόνο λίγες εταίρες μπορούσαν να ανέλθουν την κοινωνική σκάλα με αυτό το πρωτοφανή τρόπο. Οι περισσότερες ιερόδουλες, που εργάζονταν σε οίκους ανοχής και ταβέρνες και αναφέρονται ως πόρναι, ήταν σκλάβες ή αγράμματες χωριατοπούλες, όπως η Μαρία η Αιγύπτια που αργότερα έγινε η άγια ερημίτισσα της ερήμου της Ιουδαίας.

Επειδή ούτε οι εταίραι ούτε οι πόρναι είχαν καμία νομική ιδιότητα, και εφόσον οι εταίραι ήταν επίσης σκλάβες που ανήκαν σε έναν προαγωγό ή σε έναν μεσίτη, η διάκριση μεταξύ των εταίρων και των πορνών βασιζόταν αποκλειστικά στην διαφορετική οικονομική τους αξία. Αυτή η όψη του εμπορίου ενυπήρχε στο λατινικό όνομα meretrix για την πορνεία, που σημαίνει ‘αυτή που βγάζει χρήματα από το κορμί της’.

Τρία είδη τιμών θα πρέπει να λαμβάνονταν υπόψη: η τιμή αγοράς, η τιμή εξαγοράς και η τιμή μίσθωσης. Οι χωρικοί της επαρχίας της Κωνσταντινούπολης πουλούσαν τις κόρες τους σε μαστροπούς για μερικά χρυσά νομίσματα (σόλιδους). Ρούχα, παπούτσια και η καθημερινή διατροφή ήταν ο μόνος ‘μισθός’ αυτών των αξιοθρήνητων κοριτσιών. Η εξαγορά μιας νεαρής πόρνης στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού ήταν φθηνή (Novella 39.2).

Κόστιζε 5 σόλιδους, δηλαδή μόνο λίγο περισσότερο από το ποσό που χρειαζόταν για την αγορά μιας καμήλας (41/3 σόλιδους) και λίγο λιγότερο από ότι για μια γαϊδούρα (51/3 σόλιδους) ή ένα αγόρι-σκλάβο (6 σόλιδους) στη Νότια Παλαιστίνη στα τέλη του έκτου αιώνα ή στις αρχές του έβδομου αιώνα. Το ότι αυτές οι γυναίκες μπορούσαν να υποβιβαστούν τόσο ώστε να κατατάσσονται μαζί με τα υποζύγια μας λέει πολλά για την Βυζαντινή κοινωνία.

Στη Ρώμη και την Πομπηία οι υπηρεσίες μιας ‘πληβείας Αφροδίτης’ κόστιζαν γενικά δύο ασσάρια – όχι περισσότερο από ένα καρβέλι ψωμί ή δύο κούπες κρασί σε μια ταβέρνα. Αν και το πιο χυδαίο είδος πορνείας κόστιζε μόνο 1 ασσάριο (o Μαρτιάλης ισχυρίζεται στα Επιγράμματα 1.103.10: «Αγοράζεις βραστά ρεβίθια με 1 ασσάριο και επίσης κάνεις έρωτα με 1 ασσάριο»), ο R. Duncan-Jones σημειώνει ότι η χρέωση στην Πομπηία μπορούσε να φτάσει στα 16 ασσάρια ή 4 σηστέρσια[8].

Στην Αλεξάνδρεια των αρχών του έβδομου αιώνα το μέσο κόστος μίσθωσης μιας πόρνης δίνεται από τον Βίο του Ιωάννη του Ελεήμονος. Ως απλός εργάτης, ο μοναχός Βιτάλιος κέρδιζε καθημερινά 1 κεράτιον (το οποίο ισοδυναμούσε με 72 φόλλεις), των οποίων το μικρότερο μέρος (1 φόλλις) του επέτρεπε να φάει μια φασολάδα. Με τους υπόλοιπους 71 φόλλεις, πλήρωνε για τις υπηρεσίες μιας πόρνης, τις οποίες, όντας άγιος φυσικά, δε χρησιμοποιούσε, καθώς σκοπός του ήταν να τις προσηλυτίσει στη χριστιανική ζωή.

Η έλλειψη πελατών για πολλές μέρες σήμαινε φτώχεια και πείνα. Έτσι μια πόρνη στην Έμεσα, σημερινή Homs στην κεντρική Συρία, τρεφόταν μόνο με νερό για τρεις συνεχόμενες μέρες, έως ότου ο άγ. Συμεών Σαλός της έφερε μαγειρεμένο φαγητό, ψωμί και μια κανάτα κρασί. Τις μέρες που κέρδιζε πολλά η Μαρία η Αιγύπτια, πόρνη στην Αλεξάνδρεια, έτρωγε ψάρια, έπινε κρασί υπερβολικά και τραγουδούσε ακόλαστα τραγούδια πιθανώς σε συμπόσια.

Αποκηρύσσοντας τον αισχρό πόθο των Βυζαντινών εταίρων για χρυσάφι, ο ρήτορας του 6ου αιώνα Αγαθίας Σχολαστικός αντηχεί τους συγγραφείς της Αθηναϊκής Μέσης Κωμωδίας του 4ου αιώνα ΠΚΕ. Συγκεκριμένα, ο ποιητής Αλέξης ισχυρίζεται ότι «Πάνω από όλα, ενδιαφέρονται [οι ιερόδουλες] να κερδίζουν χρήματα».[9] Μερικές φορές τα κοσμήματα των ιερόδουλων αποτελούσαν τη μόνη τους περιουσία. Όταν το 539 οι κάτοικοι της Έδεσσας, σημερινή Urfa στη νοτιοανατολική Τουρκία, αποφάσισαν να εξαγοράσουν την ελευθερία των συμπολιτών τους, οι οποίοι κρατούνταν αιχμάλωτοι από τους Πέρσες, οι ιερόδουλες (οι οποίες δεν είχαν αρκετά χρήματα) πρόσφεραν τα κοσμήματά τους (Προκόπιος Υπέρ των Πολέμων 2.13.4).

Ο λόγος που το χριστιανικό Βυζαντινό Κράτος έκανε τα στραβά μάτια ήταν πιθανόν ότι η πορνεία μπορούσε να είναι πολύ προσοδοφόρα περιστασιακά και ως εκ τούτου ευεργετική μέσω της φορολογίας. Από την εποχή της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, σύμφωνα με τον Τάκιτο (Χρονικά II.85.1-2), οι άνδρες και οι γυναίκες πόρνες καταγράφονταν ονομαστικά σε καταλόγους οι οποίοι κρατούνταν υπό την εποπτεία του aediles. Από την εποχή του Καλιγούλα οι πόρνες φορολογούνταν (Σουητόνιος Καλιγούλας 40).

Η χριστιανική καταδίκη κάθε είδους μη-αναπαραγωγικής σεξουαλικής επαφής έθεσε εκτός νόμου την ομοφυλοφιλία στην Δυτική Αυτοκρατορία τον τρίτο αιώνα και κατά συνέπεια και την ανδρική πορνεία. Το 390 ένα διάταγμα του Αυτοκράτορα Θεοδόσιου Α΄ απειλούσε με θανατική ποινή τον πειθαναγκασμό ή το εμπόριο ανδρών για πορνεία. (C. Th. 9.7.6). Πίσω από αυτό το διάταγμα δεν κρυβόταν η βδελυγμία για την πορνεία, αλλά το γεγονός ότι το σώμα ενός άνδρα θα χρησιμοποιείτο στην ομοφυλοφιλική επαφή με τον ίδιο τρόπο με αυτό της γυναίκας. Και αυτό ήταν απαράδεκτο, αφού όπως είχε δηλώσει και ο αγ. Αυγουστίνος «το σώμα ενός άνδρα είναι τόσο ανώτερο από αυτό μιας γυναίκας, όσο η ψυχή είναι ανώτερη από το σώμα» (Περί Ψεύδους 7.10).

Κατά την εφαρμογή του διατάγματος του Θεοδοσίου στην Ρώμη, οι πόρνοι σέρνονταν έξω από τα ανδρικά μπορντέλα και καίγονταν ζωντανοί μπροστά στα μάτια του όχλου που χειροκροτούσε. Παρόλα αυτά, η ανδρική πορνεία παρέμεινε νόμιμη στις ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας. Από την εποχή του Κωνσταντίνου Α΄ ένας αυτοκρατορικός φόρος επιβλήθηκε στην ομοφυλόφιλη πορνεία, αποτελώντας την νόμιμη εξασφάλιση εκείνων που μπορούσαν έτσι να ασχοληθούν με αυτήν ‘ατιμώρητα’.

Ο Ευάγριος τονίζει στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (3.39-41) ότι κανένας αυτοκράτορας δεν παρέλειψε ποτέ να συλλέξει αυτόν το φόρο. Η καταστολή του στις αρχές του έκτου αιώνα αφαίρεσε την αυτοκρατορική προστασία από την ανδρική πορνεία. Το 533 ο Ιουστινιανός έθεσε όλες τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις κάτω από την ίδια κατηγορία με την μοιχεία και υπέβαλε και για τα δύο τη θανατική ποινή (Inst. 4.18.4).

Ήδη το 529 ο Ιουστινιανός είχε επιχειρήσει να χαλιναγωγήσει την γυναικεία παιδική πορνεία επιβάλλοντας τιμωρία σε όσους εμπλέκονταν σε αυτό το εμπόριο, ιδιαίτερα τους ιδιοκτήτες των οίκων ανοχής (JC 8.51.3). Το 535 ακύρωσε τα συμβόλαια με τα οποία οι προαγωγοί της Κωνσταντινούπολης έβαζαν στη δουλειά χωριατοπούλες που είχαν αγοράσει από τους γονείς τους (Novella 14). Η πορνεία ενήλικων γυναικών, ωστόσο, δεν φαίνεται να ανησυχούσε ιδιαίτερα τον αυτοκρατορικό νομοθέτη.

Η τιμωρία που επιβλήθηκε στους προαγωγούς που διηύθυναν το δίκτυο της παιδικής πορνείας ποίκιλλε ανάλογα με την περιουσία και το κύρος τους. Παραδόξως, η Βυζαντινή διοίκηση θεωρούσε την θέση του Αυτοκρατορικού Επιθεωρητή Οίκων Ανοχής ως εξαιρετικά τιμητική, τόσο που το 630 η θέση αυτή ανατέθηκε στον Επίσκοπο του Παλέρμο.

Η στρατολόγηση των ιερόδουλων:  Τα στοιχεία της Ιουστινιάνειας νομοθεσίας φέρνουν στο φως μια αλλαγή της παιδικής πορνείας από τους ρωμαϊκούς χρόνους, όταν η παιδοφιλία που στόχευε σε μικρά αγόρια εξυμνούνταν τόσο από τον Τίβουλλο (Ελεγείες 1.9.53), στην Βυζαντινή περίοδο, όταν τα μικρά κορίτσια βρίσκονταν στο κέντρο του δικτύου πορνείας. Κάποιες από τις χωριατοπούλες στρατολογούνταν από μαστροπούς στην ενδοχώρα της Κωνσταντινούπολης, ενώ δεν ήταν ακόμα ούτε 10 χρονών. Η Αγία Μαρία η Αιγύπτια παραδέχεται ότι άφησε τους γονείς της και το χωριό της στην ηλικία των δώδεκα ετών και πήγε στην Αλεξάνδρεια όπου έχασε την παρθενιά της και την τιμή της εκδίδοντας τον εαυτό της (και απολαμβάνοντάς το, κάτι που στα μάτια των σεμνότυφων Βυζαντινών αποτελούσε την ύψιστη αμαρτία).

Τα εγκαταλελειμμένα παιδιά προμήθευαν σε έναν μεγάλο βαθμό την αγορά της πορνείας. Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας παρατήρησε ότι σχεδόν όλα τα νεογέννητα μωρά που εκθέτονταν, «τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια, θα χρησιμοποιηθούν ως ιερόδουλες» (1 Απολογία 27). Αυτό συνεπαγόταν τον κίνδυνο της αιμομιξίας που κατάτρυχε τους χριστιανούς θεολόγους: «Πόσοι πατεράδες, ξεχνώντας τα παιδιά που εγκατέλειψαν, ασυνείδητα έχουν σεξουαλικές σχέσεις με έναν γιο που είναι πόρνος ή μια κόρη που έγινε ιερόδουλη;», ρωτά ο Κλήμης Αλεξανδρείας (Παιδαγωγός 3.3).

Η πατερική και ραββινική απαγόρευση για τον έλεγχο των γεννήσεων, εκτός της αποχής κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού, καθώς και η αποτυχία και των δύο να επιβάλλουν την τήρηση του εκκλησιαστικού ημερολογίου για τη συζυγική συνουσία ή της πλήρους αποχής όπως συνηγορούσε ο Λακτάντιος (Θείοι Θεσμοί 6.20.25), είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των ανεπιθύμητων βρεφών που κατέληγαν θύματα της ανέχειας στην Βυζαντινή αγορά πορνείας.

Το 329 ο Κωνσταντίνος Α΄ θέσπισε διάταγμα σύμφωνα με το οποίο ένα νεογέννητο μπορούσε να πουληθεί από τους γονείς του σε περίπτωση έσχατης ένδειας. Ένας νόμος του 428 μνημονεύει πάλι την πενία ως την κύρια αιτία της εκμετάλλευσης φτωχών κοριτσιών από προαγωγούς. Έναν αιώνα αργότερα, ο Βυζαντινός ιστορικός Μαλάλας τονίζει ότι μόνο οι φτωχοί πουλούσαν τις κόρες τους στους προαγωγούς (Χρονογραφία 18). Επίσης, εξαιτίας της ανάγκης και της πείνας μια απελπισμένη εκχριστιανισμένη αράβισα γυναίκα πρόσφερε το κορμί της στον Πατέρα Σισσίνιο, έναν ερημίτη που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στον Ιορδάνη Ποταμό στα τέλη του έκτου αιώνα.

Όταν ο Σισσίνιος την ρώτησε γιατί εξέδιδε τον εαυτό της, η απάντησή της περιορίστηκε σε ένα παθητικό: «Επειδή πεινάω» (Μόσχος Λειμών 136). Παρομοίως, κατά τη διάρκεια του πολέμου 1914-1918 στην Παλαιστίνη, η πείνα ανάγκασε κορίτσια στην εφηβεία να πουληθούν στα Γερμανικά και Τουρκικά στρατεύματα.

Πορνεία, Λουτρά και αρρώστια: Διάσημες εταίρες και κοινές πόρνες, όλες συναντούνταν στα δημόσια Λουτρά, στα οποία σύχναζαν πόρνες και των δύο φύλων ήδη από την ρωμαϊκή περίοδο. Κάποια από αυτά τα λουτρά ήταν αποκλειστικά για ιερόδουλες και οι αξιοσέβαστες κυρίες δεν έπρεπε να θεαθούν κοντά σε αυτά (Μαρτιάλης Επιγράμματα 3.93). Οι άνδρες πήγαιναν εκεί όχι για να πλυθούν αλλά για να ψυχαγωγήσουν τις ερωμένες τους, όπως στα Ιταλικά bagnios του δέκατου έκτου αιώνα.

Τα Λουτρά του τετάρτου ως έκτου αιώνα που ανακαλύφθηκαν στην Ασκαλόν το 1986 από την αποστολή του Harvard-Chicago φαίνεται να ήταν τέτοιου είδους. Η υπόθεση των ανασκαφέων υποστηρίζεται από μια ελληνική προτροπή ‘Εισέλθετε και διασκεδάστε…’, η οποία είναι πανομοιότυπη με μια επιγραφή που βρέθηκε σε ένα Βυζαντινό μπουρδέλο στην Έφεσο, και από μια μακάβρια ανακάλυψη.[10]

Τα οστά σχεδόν 100 νηπίων ήταν στοιβαγμένα σε έναν υπόνομο κάτω από τα λουτρά, με την υδρορροή να τρέχει κατά μήκος του καλά-ασβεστωμένου πυθμένα του. Ο υπόνομος είχε φραγεί από απορρίμματα κάποια στιγμή τον έκτο αιώνα. Αναμεμειγμένα με οικιακά απορρίμματα – πήλινα θραύσματα, ζωικά οστά, όστρακα και νομίσματα – τα οστά των νηπίων ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους ανέπαφα. Τα οστά των νηπίων είναι εύθραυστα και τείνουν να θρυμματίζονται όταν διαταράσσονται ή μετακινούνται για δεύτερη κηδεία.

Η καλή κατάσταση των οστών των νηπίων της Ασκαλόν υποδηλώνει ότι τα βρέφη είχαν πεταχτεί στην αποχέτευση αμέσως μετά τον θάνατό τους, με τους μαλακούς ιστούς τους ακόμα άθικτους. Η εξέταση αυτών των οστών από την οστεολόγο της αποστολής, Καθηγήτρια Patricia Smith στην Ιατρική Σχολή της Hadassah – Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, αποκάλυψε ότι όλα τα βρέφη είχαν περίπου το ίδιο μέγεθος και είχαν τον ίδιο βαθμό οδοντικής ανάπτυξης. Οι νεογνικές γραμμές στα δόντια των μωρών αποδεικνύουν την επιβίωσή τους για περισσότερο από τρεις μέρες μετά τη γέννα. Η απουσία νεογνικών γραμμών στα δόντια των μωρών της Ασκάλωνας ενισχύει την υπόθεση του θανάτου στη γέννα.

Παρά την άποψη ότι τα βρέφη που βρέθηκαν στον οχετό πέθαναν κατά τη γέννα, ο αριθμός τους, η ηλικία τους και η κατάστασή τους υποδηλώνουν ισχυρά ότι αυτά δολοφονήθηκαν και πετάχτηκαν στον υπόνομο αμέσως μετά τη γέννα.[11] Ως εκ τούτου, οι ιερόδουλες της Ασκαλόν δε χρησιμοποιούσαν τα λουτρά μόνο για να ψαρεύουν πελάτες, αλλά και για να ξεφορτώνονται κρυφά τις ανεπιθύμητες γέννες υπό τον σάλαγο των συνωστισμένων αιθουσών των λουτρών. Είναι εύλογο ότι οι μοναχοί και οι ραββίνοι ήταν ενήμεροι του γεγονότος και ότι αυτό (και όχι μόνο ο φόβος του πειρασμού) ήταν η κύρια αιτία που εξομοίωναν τα λουτρά με τη λαγνεία.

Στα μάτια των ευσεβών Ιουδαίων της Βυζαντινής Παλαιστίνης, οποιαδήποτε δημόσια λουτρά που δεν χρησιμοποιούνταν για τελετουργικό εξαγνισμό (mikveh) ήταν μολυσμένα από την ειδωλολατρία, όχι μόνο επειδή ανήκαν στους Εθνικούς, αλλά και επειδή ένα άγαλμα της Αφροδίτης στεκόταν στην είσοδο πολλών λουτρών. Το άγαλμα της Αφροδίτης που χαιρετούσε τους χρήστες των Λουτρών της Αφροδίτης στην Ptolemais-Akko, στα οποία σύχναζε ο Εβραίος Πατριάρχης Γαμαλιήλ Β΄, επικαλέστηκε ο Φιλόσοφος Πρόκλος για να κατηγορήσει τον Γαμαλιήλ ως ειδωλολάτρη. Ο Πατριάρχης κατάφερε να αθωωθεί για αυτή την κατηγορία, καταδεικνύοντας ότι το άγαλμα της Αφροδίτης απλά διακοσμούσε τα Λουτρά και δεν αποτελούσε υπό καμία έννοια είδωλο (Μισνά, Abodah Zarah 3.4).

Παρόλα αυτά, η Αφροδίτη, στην οποία ο Λουκρήτιος (4.1071) πρόσθεσε το επίθετο Volgivaga – ‘η διαβάτισσα’, ήταν η προστάτιδα των ιερόδουλων και εορταζόταν στις 23 Απριλίου κατά την ύστερη Βυζαντινή εποχή. Αυτό επίσης, μπορεί να εξηγήσει την σφοδρή έχθρα μερικών ραββίνων για τα δημόσια λουτρά των Εθνικών στα οποία η θεά δέσποζε τόσο in marmore όσο και in corpore.

Από τις Βιβλικές εποχές, η λαγνεία συνδεόταν πάντα στενά με την ειδωλολατρική λατρεία της ashera – μια άτεχνη αναπαράσταση της Βαβυλωνιακής θεάς της γονιμότητας Ιστάρ, η οποία είχε μετεξελιχθεί στην Αστάρτη της Καναάν, της Σιδώνας και της Φιλισταίας και στην Αταργάτις της Συρίας (1 Βασ. 14.15) – καθώς και με το πράσινο δέντρο κάτω από το οποίο τοποθετούνταν το είδωλο (1 Βασ. 14.23; Εζ. 6.13). Έτσι δεν είχε κατηγορήσει και ο προφήτης Ιερεμίας (2.20) την Ιερουσαλήμ ότι εξέδιδε τον εαυτό της: «Ναι, πάνω από κάθε λόφο / και κάτω από κάθε πράσινο δέντρο / σκύβεις σαν πόρνη»;

Πορνεία και αμαρτία: Η ικανοποίηση των σεξουαλικών πειρασμών και συνεπώς η παραβίαση μιας απαγόρευσης αναπόφευκτα επέφερε την θεϊκή τιμωρία της οποίας κατεξοχήν προσωποποίηση ήταν η λέπρα. Επίμονα ενοχλούμενος από το ‘μιαρό πνεύμα’, ένας μοναχός εγκατέλειψε το μοναστήρι της Πενθούκλα στη βόρεια Κοιλάδα της Ιορδανίας και περπάτησε ως την Ιεριχώ, ώστε ‘να ικανοποιήσει τον διαβολικό του πόθο’ γράφει ο Ιωάννης Μόσχος (Λειμών 14). «Όταν εισήλθε στον οίκο ανοχής, αμέσως καλύφθηκε από στίγματα της λέπρας· και αφού συνειδητοποίησε πόσο απαίσιος έδειχνε, επέστρεψε αμέσως στο μοναστήρι του, ευχαριστώντας τον Θεό και λέγοντας: ‘ο Θεός μου προκάλεσε την ασθένεια, ώστε να σωθεί η ψυχή μου’».

Σύφιλη: Στην πραγματικότητα, το πιο πιθανό είναι να μην είχε κολλήσει λέπρα (η οποία δε μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή) αλλά σύφιλη, όπως ο Χέρων, ένας νεαρός μοναχός της Σκήτης, ο οποίος -φλεγόμενος- άφησε το κελί του στην έρημο και πήγε στην Αλεξάνδρεια όπου επισκέφτηκε μια ιερόδουλη. Η αφήγηση του Παλλάδιου στην Λαυσαϊκή Iστορία 26 συνεχίζει έτσι: «Ένας από τους όρχεις του προσβλήθηκε από άνθρακα, και ήταν τόσο άρρωστος για έξι μήνες που τα γεννητικά του όργανα έπαθαν γάγγραινα και αποκολλήθηκαν». Σύμφωνα με το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (Shabbat 33a), ο ραββί Hoshaia της Καισαρείας επίσης απείλησε με σύφιλη ‘τους μοιχούς’. Θα βγάλουν ‘βλεννώδεις πληγές από σύφιλη’ και επιπλέον θα κολλήσουν hydrocon – ένα οξύ πρήξιμο του πέους. Αυτά είναι ακριβώς τα συμπτώματα της πρωταρχικής φάσης της αφροδίσιας σύφιλης.

Υπάρχουν, φυσικά, δύο αντικρουόμενες θεωρίες αναφορικά με τη σύφιλη. Σύμφωνα με την Κολομβιανή ή Αμερικανική θεωρία, η σύφιλη (Treponema pallidum) εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Βαρκελώνη το 1493, την έφεραν μαζί τους από τις Δυτικές Ινδίες οι ναυτικοί που συνόδευαν τον Χριστόφορο Κολόμβο. Από την άλλη μεριά, η μονιστική θεωρία ισχυρίζεται ότι η ωχρή treponema υπάρχει από τις προϊστορικές εποχές και έχει διαδοθεί με τέσσερα διαφορετικά σχήματα: την pinta στην Αμερικανική ήπειρο, την pian στην Αφρική, την bejel στην Sahel, και τέλος την αφροδίσια σύφιλη, η οποία είναι η τελική μορφή μιας σπειροχαίτης με το εντυπωσιακό χάρισμα της μετάλλαξης και της προσαρμογής.

Η τελευταία υπόθεση υποστηρίζεται από μια πρόσφατη ανακάλυψη υψίστης σημασίας από το Εργαστήριο ανθρωπολογίας και προϊστορίας των χωρών της δυτικής Μεσογείου του CNRS στην Aix-en-Provence. Χαρακτηριστικά αλλοίωσης από σύφιλη ανιχνεύτηκαν σε ένα έμβρυο κυοφορούμενο από έγκυο γυναίκα που είχε θαφτεί μεταξύ του τρίτου και του πέμπτου αιώνα στη νεκρόπολη της Costobelle στην περιοχή Var. Η bejel είναι ακόμη ενδημική σε κάποιους πληθυσμούς της Ανατολικής Μεσογείου.

Μερικές περιπτώσεις έχουν καταγραφεί από αρχαιολόγους σε σκελετούς Βεδουίνων εποίκων Αράβων της Οθωμανικής Παλαιστίνης. Περιοριζόμενη στην παιδική ηλικία, η bejel μεταδίδεται με φυσική αλλά όχι απαραίτητα με σεξουαλική επαφή, ενώ η σύφιλη είναι ασθένεια των ενηλίκων και μεταδίδεται μόνο σεξουαλικά. Και στις δύο περιπτώσεις, η φθορά των οστών καθώς και τα συμπτώματα και η πρόοδος της ασθένειας είναι πανομοιότυπα.

Εντούτοις, μόνο η αφροδίσια σύφιλη έχει την ικανότητα να διαπερνά τον πλακούντα και να προσβάλλει το έμβρυο. Η μητέρα του κυήματος της Costobelle θα πρέπει επομένως να υπέφερε από αφροδίσια σύφιλη. Αυτό θα επιβεβαίωνε την άποψη των σύγχρονων παθολόγων ότι η αφροδίσια σύφιλη υπήρχε ήδη στην Αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη.

Η αμαρτία της σεξουαλικής απόλαυσης: Εκτός από την αμαρτία της λαγνείας που τιμωρούνταν με την αρρώστια με την οποία οι ιερόδουλες προσέβαλαν όσους τις πλησίαζαν σαρκικά, οι πόρνες ενσάρκωναν επίσης και την αμαρτία της σεξουαλικής απόλαυσης αναμεμειγμένη με εκείνη του μη-αναπαραγωγικού έρωτα που καταδικάζονταν από τους Εκκλησιαστικούς Πατέρες. Οι Αποστολικές Εντολες (7.2) απαγόρευαν κάθε μη-αναπαραγωγική γενετήσια πράξη, συμπεριλαμβανομένου του πρωκτικού και του στοματικού έρωτα.

Η τέχνη που επιδείκνυαν οι ιερόδουλες αφορούσε ακριβώς την πλήρη χρήση των σεξουαλικών τεχνικών που αύξαναν την απόλαυση των πελατών τους. Δεν εκπλήσσει, επομένως, το γεγονός ότι ο Λακτάντιος καταδίκαζε μαζί τον σοδομισμό, τον στοματικό έρωτα και την πορνεία (Θείοι Θεσμοί 5.9.17).

Μια τεχνική που τελειοποιήθηκε από τις ιερόδουλες πετύχαινε διπλό στόχο: αύξανε την απόλαυση των παρτενέρ τους και ήταν αντισυλληπτική. Την περιγραφή του Λουκρήτιου για τις πόρνες που περιστρέφονταν κατά τη διάρκεια της συνουσίας (Περί φύσεως πραγμάτων 4.1269-1275) απηχεί το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (Ketuboth 37a): «ο ραββί Γιοσέ είναι της άποψης ότι μια γυναίκα που εκδίδει τον εαυτό της περιστρέφεται για να αποφύγει τη σύλληψη».

Αντισύλληψη: Στα κηρύγματα των Εκκλησιαστικών Πατέρων η αντισύλληψη και η πορνεία αποτελούσαν ένα δίδυμο που μπορούσε μόνο να φέρει θάνατο. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έκραζε στο Κήρυγμα 24 της Δ΄ Επιστολής προς Ρωμαίους: «Για σας, μια εταίρα δεν είναι μόνο μια εταίρα· την μετατρέπετε και σε δολοφόνο. Δεν μπορείτε να δείτε τη σύνδεση: μετά την κραιπάλη, συνουσία· μετά τη συνουσία, μοιχεία· μετά τη μοιχεία, φόνος;».

Σύμφωνα με τον Πλαύτο η άμβλωση ήταν μια πολύ πιθανή επιλογή για μια εγκυμονούσα πόρνη (Truc. 179), είτε -όπως υπονοεί ο Οβίδιος- πίνοντας δηλητήρια ή κάνοντας παρακέντηση με ένα αιχμηρό εργαλείο που ονομαζόταν εμβρυοκτόνο στον αμνιακό σάκο που περιβάλλει το έμβρυο (Amor. 2.14). Ο Προκόπιος Καισαρείας δηλώνει εμφατικά ότι όταν ήταν ιερόδουλη, η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα γνώριζε όλες τις μεθόδους που θα προκαλούσαν άμεσα άμβλωση (Ανέκδοτα 9.20).

Στο ίδιο πνεύμα η Αποστολική Διδασκαλία (2.2) καταδίκαζε τόσο την άμβλωση όσο και την βρεφοκτονία: «Δε θα σκοτώνετε το παιδί με άμβλωση και δε θα το δολοφονείτε αφού γεννηθεί». Το 374 ένα διάταγμα των Αυτοκρατόρων Βαλεντιανού Α΄ και Βαλέντιου απαγόρευσε τη βρεφοκτονία επί ποινή θανάτου (C. Th. 9.14.1). Παρόλα ταύτα, η συνήθης πρακτική κατά τη ρωμαϊκή περίοδο συνεχίστηκε. Για αυτό η Tosephta (Oholoth 18.8) επαναλαμβάνει τον τέταρτο αιώνα την προειδοποίηση του Μίσνα του δεύτερου αιώνα: «οι κατοικίες των Εθνικών είναι μιαρές…Τι εξετάζουν [οι ραββίνοι]; Τους βαθείς υπονόμους και το γεμάτο νερό». Αυτό υπαινίσσεται ότι οι Εθνικοί πέταγαν τα έμβρυα από τις αμβλώσεις στους υπονόμους των σπιτιών τους.

Τα νεογέννητα μωρά που δολοφονούνταν και ρίχνονταν στον υπόνομο των Λουτρών της Ασκάλωνας ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος αγόρια.[12] Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη δήλωση του W. Petersen ότι «η βρεφοκτονία … σχετίζεται με την μεγαλύτερη αποτίμηση των αρσενικών».[13] Σύμφωνα με αυτόν, όποτε εφαρμόζονται η βρεφοκτονία, τα κορίτσια είναι τα πρώτα που εξοντώνονται, ακολουθούμενα από τα δύσμορφα και φιλάσθενα παιδιά, τους απογόνους που είναι ανεπιθύμητοι για λόγους μαγείας (όπως οι πολλαπλές γέννες, δίδυμα ή τρίδυμα) ή κοινωνικού εξοβελισμού (όπως τα νόθα). Πέρα από το βιολογικό δεδομένο ότι γεννιούνται περισσότερα αγόρια παρά κορίτσια, η αρσενική κυριαρχία στο πρότυπο της βρεφοκτονίας της Ασκαλόν μπορεί να απορρέει στη συγκεκριμένη περίπτωση από το ίδιο το επάγγελμα των μανάδων αυτών των νεογέννητων παιδιών.

Σύμφωνα με το Κατά Νεαίρας του Απολλόδωρου, οι ελληνίδες εταίρες κατά κύριο λόγο ανέτρεφαν νεαρές σκλάβες ή υιοθετούσαν νεογέννητα κορίτσια που έβρισκαν εκτεθειμένα. Τις εκπαίδευαν στο επάγγελμα της πορνείας και τις περιόριζαν στους οίκους ανοχής, έως ότου αυτά τα κορίτσια έφταναν στην κατάλληλη ηλικία ώστε να εξασκήσουν το επάγγελμά τους μόνες τους και να θρέψουν τις μητριές τους στα γεράματά τους. Συνεπώς, σε μια κοινωνία ιερόδουλων, η ‘φυσική’ επιλογή του Petersen δε θα είχε αντιστραφεί;

Τα θηλυκά βρέφη θα έμεναν ζωντανά και θα ανατρέφονταν στους οίκους ανοχής, ώστε τελικά να συνεχίσουν το επάγγελμα των μανάδων τους όταν τα θέλγητρα των τελευταίων θα είχαν σβήσει. Δεν θα ήταν δυνατόν να αναθρέψουν αρσενικά βρέφη με τον ίδιο τρόπο [14].

Μιασμένες από την αμαρτία της λαγνείας, της σεξουαλικής απόλαυσης και της δολοφονίας, οι Βυζαντινές ιερόδουλες, εντούτοις, δε ‘στιγματίστηκαν’ ποτέ, αντίθετα με τις Ρωμαίες ιερόδουλες, που έπρεπε σύμφωνα με το νόμο να φαίνονται διαφορετικές από τις ευυπόληπτες κοπέλες και κυρίες και ως εκ τούτου υποχρεώνονταν να φορούν την τήβεννο (toga), την οποία φορούσαν μόνο άντρες (Οράτιος Σάτιρες 1.2.63)· αντίθετα, επίσης, με τις μεσαιωνικές πόρνες της Δυτικής Ευρώπης που απεικονίζονται πάντα να φορούν ριγέ φορέματα, καθώς οι ρίγες αποτελούσαν το εικονογραφικό γνώρισμα των ‘παράνομων’ όπως οι λεπροί και οι αιρετικοί [15].

Οι περιγραφές της φυσικής όψης των Βυζαντινών ιερόδουλων είναι στην καλύτερη περίπτωση αδρές, όπως ‘ντυμένη σαν εταίρα’ στο Midrash Genesis Rabbah (23.2). Μπορούμε μόνο να φανταστούμε την εμφάνισή τους από αποσπασματικές μαρτυρίες, όπως η μπλε φαγιάντσα διακοσμημένη με ιερόδουλες που φορούν διχτυωτά φορέματα στην Αρχαία Αίγυπτο, της οποίας πολλά κομμάτια βρίσκονται στο Μουσείο Weingreen Βιβλικής Αρχαιολογίας του Κολεγίου Τρίνιτι στο Δουβλίνο.

Πορνεία – μια κοινωνική νομοτέλεια: «Εξοστρακίστε τις πόρνες και θα καταντήσετε την κοινωνία σε χάος εξαιτίας του ανικανοποίητου πόθου», προειδοποιούσε ο άγ. Αυγουστίνος (Περί Θείας Πρόνοιας 2.12). Κήρυττε, εξάλλου, ότι «ο αφύσικος έρωτας είναι ειδεχθής εάν διαπράττεται με μια πόρνη, ακόμα πιο ειδεχθής δε εάν διαπράττεται με μια σύζυγο… Εάν ένας άντρας επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ένα μέρος του γυναικείου σώματος το οποίο απαγορεύεται να χρησιμοποιήσει για αυτό το λόγο, είναι περισσότερο επαίσχυντο για τη σύζυγο να επιτρέψει να διαπραχθεί ένα τέτοιο έγκλημα στο σώμα της παρά να επιτρέψει να γίνει σε μια άλλη γυναίκα» (Περί του αγαθού του γάμου 11.12).

Έτσι, στον καλά οργανωμένο κόσμο της Πολιτείας του Θεού δεν υπήρχε απολύτως καμία ανάγκη για ενδο-οικογενειακή αντισύλληψη. Εάν ένας άντρας καταλαμβανόταν από μια ακατανίκητη μη-αναπαραγωγική ανάγκη έπρεπε απλά να πάει σε μια πόρνη και να χύσει το σπέρμα του, αλλά στον κόλπο αφού η διακεκομμένη συνουσία απαγορευόταν αυστηρά. Η πόρνη επομένως έπαιζε το ρόλο μιας ‘φυσικής’ αντισύλληψης.

Ως αποτέλεσμα μιας αλυσίδας λανθασμένης λογικής, η σεξουαλική καταπίεση που υπαγορεύτηκε από τους Εκκλησιαστικούς Πατέρες οδήγησε τον ερωτισμό καθεαυτό στα χέρια των ιερόδουλων. Ενώ η ελεγχόμενη αναπαραγωγική σεξουαλικότητα παρέμενε χαλιναγωγημένη στο σπίτι, η απόλαυση ανθοφορούσε ανάμεσα στις πόρνες. Το Midrash Genesis Rabbah (23.2) εξηγούσε ότι κατά την εποχή της Μεγάλης Πλημμύρας συνηθίζονταν ο άνδρας να παντρεύεται δύο γυναίκες, μια για να του κάνει παιδιά και μια άλλη για σεξουαλική επαφή μόνο.

Η τελευταία έπαιρνε ένα ‘αφέψημα από ρίζες’ για να καταστήσει τον εαυτό της στείρα και συνήθιζε να του κρατάει συντροφιά ντυμένη σαν εταίρα. Δε θυμίζει αυτό την τριάδα του Απολλόδωρου με ακρωτηριασμένη την παλλακίδα; Δεν είχαν αλλάξει επομένως οι αξίες, παρά την έλευση του Ιουδαιοχριστιανικού πολιτισμού;

Στην πραγματικότητα, οι αξίες είχαν αλλάξει αλλά σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο προς το χειρότερο. Η ειλικρίνεια είχε παραχωρήσει τη θέση της στην σεμνότυφη ατιμία επιδεικνυόμενη τόσο από Ραββινικό Ιουδαϊσμό όσο και από τον Πατερικό Χριστιανισμό. Σε αυτόν τον πουριτανισμό οφείλεται ασφαλώς η εξάπλωση της βυζαντινής πορνείας και στα αχνάρια της η αύξηση του αριθμού των εγκαταλελειμμένων παιδιών. Η κακοπιστία που μοιράζονταν ο Αυγουστίνος και ο Ιερώνυμος στο θέμα της πορνείας ενθάρρυνε την πορνεία με τον ίδιο τρόπο που το Βικτοριανό μπορντέλο ήταν, σύμφωνα με τον Michel Foucault, το παραβλάστημα του πουριτανισμού.[16]
------------------
Σημειώσεις
[1] Αυτό το άρθρο βασίζεται σε μια εργασία που δόθηκε στο Σεμινάριο Κλασικών Σπουδών του Δουβλίνου, στο τμήμα Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημιακού Κολεγίου του Δουβλίνου στις 25 Απριλίου 1995, μετά από πρόσκληση του διοργανωτή του, Dr A. Erskine. Μετάφραση: Ανδρονίκη Μαστοράκη
[2] Συγκεκριμένα, βλ. τη συζήτηση στο M. Lloyd, Euripides Andromache (Warminster, 1995), σσ. 6 ff.
[3] P. Salmon, Population et dépopulation dans l’ empire romain Bruxelles, 1974, σ. 45. [4] Συγκεκριμένα ο Κανόνας 87 της εν Τρούλω Συνόδου το 692. Βλ. C.J. Héfélé και H. Leclercq, Histoire des Conciles, T. III.[1] (Paris, 1909), σ. 573.
[5] Παλατινή Ανθολογία (Π.Α.) 5.46; 5.101; 5.302 και 5.308. Βλ. επίσης, R.C. McCail, ‘The Erotic and Ascetic Poetry of Agathias Scholasticus’, Byzantion 41 (1971), σ. 215. Είμαστε ευγνώμονες στον Dr R.C. McCail του Τμήματος Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου που μας σύστησε την ερωτική ποίηση του Αγαθία που συνδέεται με την πορνεία.
[6] G. Mazor, ‘City Center of Ancient Bet Shean – South’, Excavations and Surveys in Israel 1987/88, Vol. 6 (1987), σσ. 18 ff.; R. Bar-Nathan and G. Mazor, ‘City Center (South) and Tel Iztabba Area. Excavations of the Antiquities Authority Expedition, The Bet She an Excavation Project (1989-1991)’, Excavations and Surveys in Israel , Vol. 11 (1993), σσ. 43 ff.
[7] M. Piccirillo, Madaba le chiese e is mosaici (Milano, 1989), σσ. 134 ff.
[8] R. Duncan-Jones, The Economy of the Roman Empire. Quantitative Studies (Cambridge, 1982, 2nd ed), σ. 246.
[9] Αγαθίας, Π.Α. 5.302; Alexis, fr. 103 (Athenaeus XIII 568a), Kassel-Austin ed.
[10] L.E. Stager, ‘Eroticism and Infanticide at Ashkelon’, Biblical Archaeology Review XVII, No. 4 (July-August 1991), σσ. 50 ff.
[11] P. Smith and G. Kahila, ‘Bones of a Hundred Infants Found in Ashkelon Sewer’, Biblical Archaeology Review XVII, No. 4 (July-August 1991), σ. 51.
[12] Ευχαριστίες οφείλονται στην καθ. P. Smith που μας ενημερώσε στις 11 Νοεμβρίου 1994 για τα τελευταία αποτελέσματα της παλαιοανθρωπολογικής της μελέτης.
[13] Population (New York-London, 3rd ed., 1975), σ. 205.
[14] Dr M. Lloyd του Τμήματος Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημιακού Κολεγίου του Δουβλίνου συζήτησε μαζί μας εκτενώς τις διάφορες όψεις αυτού του προβλήματος και που μας πρότεινε αυτή την υπόθεση.
[15] J.-Cl. Schmitt, ‘Prostituées, Lépreux, Hérétiques: les rayures de l ‘infamie’, L Histoire No. 148 (Octobre 1991), σ. 89.
[16] Histoire de la Sexualité. 1. La volonté de savoir (Paris, 1976) σ. 11.

Ιερή Πορνεία

Ως ιερή ή θρησκευτική πορνεία εννοείται η πρακτική της σεξουαλικής επικοινωνίας για θρησκευτικό σκοπό. Η γυναίκα που εμπλέκεται σε μια τέτοια πρακτική ονομάζεται ιερόδουλος, αν και η σύγχρονη απόδοση του όρου στα κοινωνικά της συμφραζόμενα είναι δυνατόν να προκαλεί σύγχυση ως προς την ακριβή έννοια του όρου.

Η ιερή πορνεία θεωρείται από αρκετούς ερευνητές ως ένας από τους κύριους παράγοντες που διαμόρφωσαν ή βοήθησαν στη διαμόρφωση της συνάθροισης μεγάλων κοινοτήτων και την μετουσίωσή τους σε πόλεις-κράτη. Τούτος ο κοινωνικός ρόλος της πορνείας απεικονίζεται πιθανώς καλύτερα στο έπος του Γκιλγκαμές, που γράφτηκε μεταξύ του 1800 και 1600 Π.Κ.Ε. Αναφέρεται επίσης στον «απωλεσθέντα παράδεισο», ως πρωταρχική κατάσταση του ανθρώπου που ήταν ικανός να επικοινωνεί με τα άγρια ζώα και να επικοινωνεί ειρηνικά με το ευρύτερο περιβάλλον του.

Ιερές Πόρνες:  Ένα «απίθανο ποσοστό του πληθυσμού από τη Μεσοποταμία και τη Συρία-Καναάν πρέπει να ήταν είτε κοσμικές είτε θρησκευτικές πόρνες κάποιου είδους», έγραψε η Beatrice Brooks το 1941. Συνήγαγε τα συμπεράσματα της από τα κείμενα των αρσενικών κυρίως μελετητών της εποχής, που δέχτηκαν ασυζητητί την έννοια «ιερές πόρνες ή πόρνες των ναών». Ιέρειες των ναών, συγκέντρωναν τα αναγκαία για τη συντήρηση του ναού, συμμετέχοντας τακτικά σε σεξουαλικές επαφές με αντάλλαγμα κάποιου είδους πληρωμή στους ναούς τους.

Οι γυναίκες ακόλουθοι της Ινάννα-Ιστάρ της μεσοποτάμιας θεάς της σεξουαλικότητας και της αγάπης, ήταν οι κυρίως ύποπτοι τέτοιας συμπεριφοράς. Μέχρι πρόσφατα οι περισσότεροι μελετητές θεωρούσαν –ορισμένοι τη θεωρούν ακόμα- δεδομένη.

Στο δέκατο ένατο αιώνα, οι λόγιοι μελετητές της Μεσοποταμίας θεωρούσαν ότι επρόκειτο περί πολιτισμού «αφέλειας και πρωτόγονης σεξουαλικής ελευθερίας». Αργότερα, ακαδημαϊκοί της νέας τότε σχολής της ανθρωπολογίας, όπως ο Τζέιμς Φρέιζερ (James Frazer), ο συγγραφέας του Χρυσού Κλώνου, παρουσίασαν τις «οργιαστικές ιεροτελεστίες των λατρειών γονιμότητας. Το αποτέλεσμα ήταν ο μύθος της λατρείας της γονιμότητα που έγινε αποδεκτός από τους μελετητές.

Βέβαια σε τούτη την άποψη της ιερής πορνείας βοήθησαν αρκετές από τις αρχαίες πηγές, όπως η εβραϊκή Βίβλος, έλληνες συγγραφείς όπως ο Ηρόδοτος, ο Στράβων, ο Λουκιανός και οι πρώιμοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, οι οποίοι επηρέασαν τα μέγιστα ύστερους συγγραφείς.

Είναι πολλοί οι μύθοι που αναφέρονται στην ιερή πορνεία κατά την αρχαιότητα και κάποιοι από αυτούς στηρίζουν την υπόθεση της κοινωνικοποίησης μέσω του μύθου της γονιμότητας.

Σύμφωνα με τον ασσυροβαβυλωνιακό μύθο, ο άγριος άνθρωπος Ενκίντου ζούσε στη στέππα, έξω από την πόλη Ουρούκ του Γκιλγκαμές. Εκεί ζούσε αρμονικά με τα ζώα και κατέστρεφε τις παγίδες των κυνηγών. Οι εξαγριωμένοι κυνηγοί συγκεντρώθηκαν ενώπιον του Γκιλγκαμές, για να σχεδιάσουν την αιχμαλωσία του Ενκίντου. Αντί άλλων ο Γκιλγκαμές τους υπέδειξε να στείλουν μια κασιντού ή χαριμτού, ιερή πόρνη δηλαδή, να τον σαγηνεύσει.

Μία ιερή πόρνη συμφωνεί να το πράξει και όταν εμφανίζεται ο Ενκίντου, εκείνη ξαπλώνει αποκαλύπτοντας το γυμνό κορμί της. Ο Ενκίντου κάνει έρωτα μαζί της για τις επόμενες έξι ημέρες και επτά νύκτες. Μετά από αυτή την εμπειρία ανακαλύπτει ότι δεν μπορεί να επικοινωνήσει πλέον με τα άγρια ζώα, που φεύγουν μακριά του, αλλά έχει κερδίσει σε σοφία και κατανόηση. Βρίσκει την χαριμτού και ζητά συμβουλή για τι πρέπει να κάνει.

Εκείνη τον συμβουλεύει να πάει στην πόλη, προκειμένου να τον συστήσει στον Γκιλγκαμές. Όμως, πρέπει πρώτα να μάθει να συμπεριφέρεται στην αυλή του βασιλιά κι εκείνη προσφέρεται να τον διδάξει τους τρόπους με τους οποίους είναι δυνατόν να ενταχθεί και να λειτουργήσει σε έναν διαφορετικό, αστικό τρόπο ζωής.

Με τη σειρά του ο Ηρόδοτος επιβεβαιώνοντας με τον δικό του αρνητικό τρόπο τούτη την πρακτική, αναφέρει : «[…]ήταν οι Αιγύπτιοι εκείνοι που θεώρησαν προσβολή ενάντια στην ευσέβεια τη σεξουαλική επαφή με τις γυναίκες στους ναούς, ή την είσοδο στον ναό μετά από σεξουαλική επαφή, χωρίς τον αναγκαίο καθαρμό. Δύσκολα σε οποιοδήποτε έθνος, εκτός από τους Αιγύπτιους και Έλληνες μπορεί να συναντήσει κανείς τέτοιον ενδοιασμό, καθώς όλοι σχεδόν θεωρούν από αυτή την άποψη ότι οι ανδρες και οι γυναίκες δεν είναι διαφορετικοί από τα ζώα, τα οποία είτε κτήνη είναι είτε πτηνά, διαρκώς ζευγαρώνουν στους ναούς και τους ιερούς τόπους[…]» .

Όσον αφορά στους Βαβυλώνιους, ο Ηρόδοτος αναφέρει ένα «εντελώς επαίσχυντο» έθιμο σύμφωνα με το οποίο κάθε γυναίκα «μιά φορά στη ζωή της» είχε επαφή κοντά στο ναό της Αφροδίτης (Ιστάρ) με τον πρώτο ξένο που έριχνε «ασημένιο νόμισμα» στο περίζωμά της . Ομοίως, ο Λουκιανός περιέγραψε την τιμωρία των γυναικών που αρνούνταν να ξυρίσουν τα κεφάλια τους εις ένδειξη πένθους για τον Άδωνι: «έστω και για μία ημέρα αυτές [έπρεπε] να πουλήσουν την ομορφιά τους … [σε μια] αγορά … ανοικτή για τους ξένους μόνο και η πληρωμή [ γινόταν ] προσφορά στην Αφροδίτη [ Αστάρτη ]». Οι χριστιανοί συγγραφείς επίσης κατηγορούσαν τους εθνικούς ότι επέτρεπαν τα όργια προν τιμήν της Αφροδίτης, τον τελετουργικό προγαμιαίο έρωτα, και την λατρευτική πορνεία.

Η ιερή πορνεία ασκείτο ευρέως στην αρχαία Ελλάδα, ιδιαίτερα στους ναούς της Αφροδίτης, στην Κύπρο, τον τόπο που γεννήθηκε και την Κόρινθο. Στην Κόρινθο μάλιστα ήταν γνωστή ως «Αφροδίτη η εταίρα». Ο Στράβων τον 1ο π.κ.ε. αιώνα αναφέρει ότι χίλιες ιερές πόρνες εργάζονταν στον ναό της εκεί, ενώ τον ίδιο αριθμό αναφέρει και για το όρος Έρυξ στη Σικελία. Αλλά στις ύστερες περιόδους του ελληνικού κόσμου οι υπερήφανες ιέρειες της αγάπης φαίνεται ότι αντικαθιστούνταν στις περισσότερες περιπτώσεις από σκλάβες.

Στην Κύπρο οι φιλολογικές μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι πριν από το γάμο όλες οι γυναίκες υποχρεώνονταν στο παρελθόν από το έθιμο να εκδίδονται σε ξένους στο άδυτο της θεάς. Παρόμοια έθιμα επικρατούσαν σε πολλά μέρη της δυτικής Ασίας. Όποιο και αν ήταν το κίνητρο, η πρακτική δεν θεωρείτο σαφώς οργιαστική εκδήλωση της σφοδρής επιθυμίας, αλλά σοβαρό θρησκευτικό καθήκον που εκτελείτο στην υπηρεσία εκείνης της μεγάλης θεάς της δυτικής Ασίας της οποίας όνομα το ποίκιλε, ενώ ο τύπος της παρέμεινε σταθερός, από τόπο σε τόπο.

Στην Πάφο σύμφωνα με τον μύθο η συνήθεια της θρησκευτικής πορνείας λέγεται πως καθιερώθηκε από το βασιλιά Κινύρα, και ότι την άσκησαν οι κόρες του, οι αδελφές του Άδωνι, οι οποίες, έχοντας υποστεί την οργή της Αφροδίτης, ζευγάρωσαν με ξένους στον ναό της και τελείωσαν τις μέρες τους στην Αίγυπτο.

Στη Ρώμη, μια ορισμένη κατηγορία γυναικών, οι lupae ή λύκαινες, προσήλκυαν τους πελάτες τους πελάτες με κραυγές λύκαινας, του κατ’ εξοχήν συμβόλου της Ρώμης. Υπογραμμίζοντας τη σύνδεση μεταξύ της σεξουαλικής έκστασης και του θανάτου, μια άλλη κατηγορία γυναικών, οι busturariae, λειτουργούσαν στα νεκροταφεία, παρέχοντας έρωτα στις ταφικές πλάκες ή θρήνο (μοιρολόι) στις νεκρώσιμες ακολουθίες.

Σε μια επιγραφή από την Ανατολία από το 200 μ.Χ. μια γυναίκα ονόματι Αυρηλία αναγγέλει υπερήφανα ότι είχε υπηρετήσει στο ναό συμμετέχοντας στο σεξουαλικό έθιμο, όπως και η μητέρα της και όλες οι θηλυκές της πρόγονοι. Είναι αλήθεια ότι ένα μεγάλο τμήμα της τελετουργικής δραστηριότητας στην αρχαία ανατολική Μεσόγειο εστιαζόταν στην προώθηση της γονιμότητας του εδάφους.

Στην πρώιμη Μεσοποταμία, παραδείγματος χάριν, ο «ιερός γάμος», με την εστίασή του στη γονιμότητα του, θα μπορούσε ενδεχομένως να περιελάμβανε την έννοια «ιερή πόρνη». Σύμφωνα με έναν μελετητή, «η λατρευτική πορνεία» είναι μια πρακτική που περιλαμβάνει θηλυκούς και κατά περιόδους αρσενικούς ακόλουθους των θεοτήτων γονιμότητας, οι οποίοι αφιέρωναν πιθανώς τις αποδοχές τους στη θεότητά τους». Η ιεροτελεστία του «ιερού γάμου» ήταν ένα από «τα κίνητρα της πρακτικής, ιδιαίτερα στη Μεσοποταμία», όπου ο βασιλιάς είχε σεξουαλική επαφή με «μια πόρνη του ναού» .

Η υπόθεση ότι η «ιερή πορνεία» όχι μόνο είχε εμφανιστεί, αλλά συνέβαινε στα πλαίσια των λατρειών γονιμότητας, προέκυψε από τη σκόπιμη διασύνδεση στην εβραϊκή βίβλο της κεντεσά (qedeshah), «ιερή ή καθαγιασμένη γυναίκα», με την ζονά (zonah), την «πόρνη». Προφανώς, οι περισσότεροι μελετητές δεν διέκριναν μεταξύ του τελετουργικού έρωτα και του επ’ αμοιβή έρωτα. Όμως, ο τελετουργικός έρωτας δεν θα καθιερωνόταν ως πορνεία, ακόμα κι αν η πράξη παρήγαγε προσφορές για έναν ναό, αλλά μάλλον θα θεωρείτο πράξη λατρείας.

Στην εβραϊκή Βίβλο, η λέξη που μεταφράζεται ως «ιερή ή λατρευτική πόρνη» είναι η qedeshah/qedeshot (θηλυκό ενικός / πληθυντικός) και qadesh/qedeshim (αρσενικό ενικός /πληθυντικός). Αυτοί οι τέσσερις τίτλοι δεν εμφανίζονται πολύ συχνά στην εβραϊκή Βίβλο, καθώς τα παραδείγματα είναι λιγοστά. Η ρίζα qdsh σημαίνει «διαχωρίζω», «καθαγιάζω» . Ως επί το πλείστον, οι όροι εμφανίζονται στο Δευτερονόμιο και στο Βασιλειών Β, βιβλίο ιδιαίτερα εθνικιστικό, πολεμικό και επικριτικό της Καναανιτικής θρησκείας.

Η υπόθεση ότι η «ιερή πορνεία» όχι μόνο είχε εμφανιστεί, αλλά είχε συμβεί στα πλαίσια των λατρειών γονιμότητας, προέκυψε από την εσκεμμένη διασύνδεση της έννοιας της «qedeshah», της «ιερής/καθαγιασμένης» γυναίκας με την zonah, την «πόρνη» .

Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι υπήρχε μια σημαντική κατηγορία θρησκευτικών λειτουργών που αποκαλείτο qedeshah στην Καναάν. Διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος να απαξιώνει η Βίβλος στα συγκεκριμένα βιβλία της τέτοιες γυναίκες. Η λειτουργία τους στη Καναανιτή θρησκεία δεν είναι γνωστή, αλλά ήταν «γυναίκες», πιθανώς ιέρειες. Όταν άρχισαν να ερμηνεύονται τα αρχεία της Ουγκαρίτ της Συρίας, γρήγορα έγινε εμφανές ότι η ουγκαριτική θρησκεία ήταν παρόμοια με την καναανιτική θρησκεία που δυσφημίστηκε στην εβραϊκή Βίβλο. Ανακαλύφθηκαν χιλιάδες πήλινες πινακίδες χρονολογημένες στην πρώιμη Εποχή του Χαλκού, (1300-1200 Π.Κ.Ε.), που περιείχαν, ανάμεσα σε άλλα, καταλόγους θεοτήτων, προσφορών και θρησκευτικών λειτουργών.

Για μια ορισμένη περίοδο, ο «ιερός γάμος» ήταν ένα σημαντικό τελετουργικό γονιμότητας στη Μεσοποταμία. Ως αποτέλεσμα της συμμετοχής του ο βασιλιάς γινόταν σύζυγος της Ινάννα, και μοιραζόταν τις «ανεκτίμητες δνάμεις της γονιμότητάς της» και της θεϊκότητας του Ντουμούζι. Δυστυχώς, κανένα κείμενο δεν μας λέει τι συνέβαινε στην τελετουργική κρεβατοκάμαρα του ναού, ούτε καν εάν οι συμμετέχοντες ήταν ανθρώπινα όντα ή αγάλματα.

Στο διαθέσιμο υλικό που αφορά στον «ιερό γάμο», η θηλυκή συμμετέχουσα απoκαλείται πάντα Ινάννα και η ανθρώπινη ταυτότητά της είναι συγκεχυμένη. Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ο βασιλιάς μάλλον ενσωμάτωνε τον θεό Ντουμούζι.

Κοινωνική προσαρμογή του μύθου: Από κοινωνιολογικής άποψης η ιερή πορνεία, εκτός από τον συγκεκριμένο ρόλο της στη διαδικασία του εξαστισμού φαίνεται πως υπήρξε και τεχνική ενθάρρυνσης της γονιμότητας, ως μέσο επιβίωσης της κοινότητας.

Το σεξ ήταν συνήθης ιεροπραξία στις πρωτόγονες κοινωνίες και έδενε τους ανθρώπους με τα ιερά δεσμά συνύπαρξης. Το γεγονός όχι μόνο διασφάλιζε τη συνέχεια της κοινότητας, αλλά εξασφάλιζε σε ένα βαθμό την τήρηση των εξωγαμικών εθιμικών κανόνων. Στις σύγχρονες κοινωνίες η ίδια πράξη εκλαμβάνεται ως ιερή κοινωνία και περιβάλλεται τον μανδύα της θρησκευτικότητας. Κοινότητες στην Γερμανία, το Θιβέτ, την Πολυνησία και τη Νότια Αμερική αλλάζουν τους κανόνες της πρόσβασης στον ερωτικό τομέα, έτσι ώστε να περιλαμβάνονται όλα τα ώριμα μέλη της κοινότητας σε μια ποικιλία ιεροπραξιών.

Στο Μάντρι Γκρας, ένας συνδυασμός ψυχογενών ουσιών χρησιμοποιείτο για τη δημιουργία της ιερής ατμόσφαιρας. Σεξουαλική ελευθερία, οινοπνευματώδη, χορός και μουσική συντίθονταν για να δημιουργήσουν μια αίσθηση συντροφικότητας σε μια ιεροπραξία.

Στην Νέα Γουϊνέα οι νέοι άνδρες μυούνταν στην ενηλικίωσή τους με ένα σύνθετο τελετουργικό που περιελάμβανε την πρώτη σεξουαλική εμπειρία και τον καννιβαλισμό. Προφανώς, η θέση ότι η πορνεία είναι το αρχαιότερο επάγγελμα και συνεπώς δεν μπορεί να καταπιεστεί στα συμφραζόμενα της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας και βασίζεται σε μια επιπόλαιη και επιφανειακή κατανόηση της διαχρονικής χρήσης του σεξ για την επίτευξη του ιερού.

Σαφώς η ιερογαμία συνιστά αρχετυπική έκφραση σε όλες σχεδόν τις θρησκείες του κόσμου και ως τέτοια δεν είναι δυνατόν να καταπιεστεί, όχι όμως ως επάγγελμα, γεγονός που συνιστά παρηκμασμένη έκφραση μιας θρησκευτικής πρακτικής.

Φαίνεται πως στις αρχαίες κοινωνίες που περιγράφουν διάφοροι συγγραφείς η γυναικαία σεξουαλικότητα χρησιμοποιείτο για θρησκευτικούς σκοπούς. Η γυναίκα στην προκειμένη περίπτωση μέσω της συγκεκριμένης λειτουργίας ήταν αντικείμενο σεβασμού, κομμάτι της ενοποίησης με την ιδέα του ιερού, έτσι όπως το ιερό γινόταν αντιληπτό στη συγκεκριμένη εποχή.

Η παθολογία του συγκεκριμένου φαινομένου στη σύγχρονη εποχή αντιλαμβάνεται τη γυναικεία σεξουαλικότητα στα συμφραζόμενα της σύγχρονης καπιταλιστικής αντίληψης ως εμπορεύσιμο προϊόν για την άντληση κέρδους. Οι παραδοσιακές αντιλήψεις του σεξ όμως στις πρωτόγονες κοινωνίες όλου του κόσμου ήταν απλά ένας δρόμος για την ένωση με τους θεούς.

Στον ταντρικό Ινδουϊσμό, για παράδειγμα ο ταντριστής οφείλει να λατρέψει τη θεά της ευδαιμονίας καθημερινά. Με αυτή την ενέργεια θεωρείται ότι το αρσενικό ενώνεται με το ιερό μέσω του θηλυκού στοιχείου. Το θηλυκό παίρνει τα δώρα, παρέχει τις σεξουαλικές υπηρεσίες και δεν είναι, δεν μπορεί να θεωρηθεί μέρος ενός κοινωνικού ζεύγους. Δεν δηλαδή μια πόρνη που πωλεί τις ανώνυμες σεξουαλικές υπηρεσίες της ως προϊόντα αγοράς.

Υπάρχει όμως και η σκιά της πολιτικής οικονομίας πίσω από τη θρησκευτική χρήση της γυναικείας σεξουαλικότητας. Στις αγροτικές κοινωνίες με πατρογραμμική κληρονομικότητα τα θήλεα που περίσσευαν, δίνονταν ή πωλούνταν στον ναό. Στις σύγχρονες υπερπληθυσμικές κοινωνίες νέες γυναίκες και νέοι άνδρες συχνά εκδίδονται ως προϊόν της αγοράς. Το νόημα μιας τέτοιας πορνείας είτε για τις αρχαίες είτε για της σύγχρονες κοινωνίες είναι εντελώς διαφορετικό σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό και απλά θεμελιώνει ό,τι σήμερα αποκαλείται πορνογραφία.

Σε ό,τι αφορά στην αρχαιότητα, σύμφωνα με τα λόγια ενός σύγχρονου ερευνητή: «Είναι τραγικό το γεγονός ότι η ακαδημαϊκή έρευνα έπασχε από μελετητές ανίκανους να φανταστούν οποιονδήποτε λατρευτικό ρόλο για τις γυναίκες στην αρχαιότητα που δεν περιελάμβανε τη σεξουαλική επαφή». Ωστόσο, οι σύγχρονοι ερευνητές φαίνεται σιγά-σιγά και με τη βοήθεια νέων στοιχείων να βάζουν τα πράγματα στη θέση τους. Ακόμα κι αν οι αρχαίες ιέρειες συμμετείχαν στον τελετουργικό έρωτα, ακόμα κι αν λάμβαναν προσφορές για τους ναούς τους, δεν ήταν πόρνες αλλά θρησκευτικοί λειτουργοί που λάτρευαν τη θεότητά τους.

Κολοσσός της Ρόδου - Η αναβίωση του αρχαίου θαύματος

Περίληψη του εγχειρήματος
Ο Κολοσσός είναι ο αιώνιος μύθος που φέρει η πόλη της Ρόδου στον οποίο επιχειρείται να επαναπροσδωθεί υπόσταση, χωρίς όμως να αλλοιωθεί με τη δημιουργία ενός στείρου και αναχρονιστικού αντιγράφου με αρχαιολογικές προεκτάσεις.

Ιδεολογικό περιεχόμενο
Φιλοσοφία και φιλοδοξία του πολλά υποσχόμενου αυτού εγχειρήματος το οποίο έχει υιοθετηθεί με ομόφωνες αποφάσεις δύο διαφορετικών δημαρχιακών αρχών από το 1999 μέχρι σήμερα, είναι να αποτελέσει εξελικτική ιδεολογική συνέχεια του αρχαίου, το οποίο ήταν αφιερωμένο στον θεό ήλιο την ειρήνη και την ελευθερία, να προσλάβει πανεθνικό χαρακτήρα και να υποβληθεί ως το ελληνικό επισφράγισμα των πανανθρώπινων και διαχρονικών ιδεών της οικουμενικής ειρήνης, της φιλίας και της συναδέλφωσης των λαών, με προοπτική να εξελιχθεί σε παγκόσμιο ορόσημο και σημείο αναφοράς.

Υλοποίηση
Η σύλληψη του εγχειρήματος ενδείκνυται να στηριχθεί στην κατασκευή ενός σύγχρονου δημιουργήματος με καλλιτεχνική έκφραση και διαστάσεις τεχνικού επιτεύγματος οπτικής και εκδοχής 21ου αιώνα.
Το έργο αυτό ενδείκνυται να προκύψει από το αποτέλεσμα ενός ανοιχτού παγκόσμιου διαγωνισμού, το οποίο θα προκριθεί από μία διεθνή επιτροπή επιλογής που θα συγκροτηθεί από εξέχουσες προσωπικότητες προερχόμενες από τους χώρους της πολιτικής, του πολιτισμού, των γραμμάτων, των τεχνών, των επιστημών και της τεχνολογίας και θα τεθεί υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας για την εξασφάλιση του διεθνούς κύρους και της απολύτου διαφάνειας των διαδικασιών.

Χρηματοδότηση
Προς την κατεύθυνση της συλλογής οικονομικών πόρων προτείνεται το έργο να αυτοχρηματοδοτηθεί μέσω της κινητοποιήσεως προσωπικοτήτων και της διενέργειας μιας Διεθνούς Εκστρατείας Εξεύρεσης Πόρων που θα συγκεντρώσει χρήματα από πηγές όπως χορηγίες από μείζονα Ιδρύματα της Ελλάδος και του εξωτερικού, επιδοτήσεις από επίσημους φορείς και Διεθνείς Οργανισμούς, την UNESCO, την Ευρωπαϊκή Ένωση, υποστηρίξεις Περιφερειακών και δημαρχιακών αρχών, ενώ προβλέπεται η αξιοποίηση δωρεών από εύπορους Έλληνες, ομογενείς της διασποράς, αλλά και φιλέλληνες πολίτες απανταχού της γης που θα επιθυμούσαν να συνδράμουν στην υλοποίηση της ιδέας.

Αποφυγή εμπορευματοποίησης
Κατά τα πρότυπα δε του συναφούς παραδείγματος της αναβίωσης της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας (www.bibalex.org) και προς αποφυγή πάσης φύσεως εμπορευματοποίησης προτείνεται επίσης , τα μελλοντικά έσοδα του έργου να επανεπενδύονται προς την κατεύθυνση της διάδοσης της ειρήνης και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς με τη δημιουργία ενός θεματικού μουσείου για τον αρχαίο Κολοσσό και την Ίδρυση ενός διεθνούς κέντρου συνάντησης παγκόσμιας ειρήνης που θα στεγάζει ένα πολιτιστικό πολυχώρο που θα περιέχει Συνεδριακό Κέντρο, Εκθεσιακούς χώρους, αμφιθέατρο, αίθουσα συναυλιών και θα φιλοξενεί σημαντικές διοργανώσεις, εκδηλώσεις και events.

Δημιουργία έδρας ειρήνης στη Μεσόγειο
Υπέρτατη πρόκληση όμως, αποτελεί η εδραίωση την πεποίθησης ότι μπορεί μακροπρόθεσμα η Ρόδος να διεκδικήσει διεθνώς την φήμη του «Ουδέτερου Νησιού της Ειρήνης» στη Μεσόγειο και μέσω της σημειολογικής δημιουργίας του εγχειρήματος της Αναβίωσης του Κολοσσού να μεγιστοποιήσει όλα τα παρεπόμενα αλλά εξόχως σημαντικά οφέλη.
Η Ρόδος με την πολυπολιτισμική της ταυτότητα και την εξέχουσα στρατηγική της θέση, ευρισκόμενη στη γεωγραφική καρδιά τριών ηπείρων, καθίσταται ιδανική έδρα γεφύρωσης ιδεών και πολιτισμών, εδραίωσης ελεύθερου διαλόγου καθώς και προώθησης του οικουμενικού και διαχρονικού ιδανικού της ειρήνης και της συναδέλφωσης των λαών.
Ένα τέτοιο εγχείρημα θα έχει την δυνατότητα να προσφέρει πολλαπλά ευεργετήματα στην Ελλάδα σε επίπεδο τουριστικό, πολιτιστικό οικονομικό, κοινωνικό και εθνικό , κρινόμενο αντάξιο του να αποστείλει προς την παγκόσμια κοινότητα ένα μήνυμα δυναμικής παρουσίας της χώρας στις διεθνείς εξελίξεις επιβεβαιώνοντας την σύγχρονη εξελικτική προοπτική του Ελληνικού πολιτισμού.

Ο Κολοσσός της Ρόδου δεν είναι μόνο ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, ούτε μόνο ένα άγαλμα που απεικόνιζε τον Ήλιο.

Ο Κολοσσός της Ρόδου δεν είναι μόνο το έργο του Χάρη του Λίνδιου, μαθητή του Λύσιππου, ούτε μόνο το σύμβολο του προστάτη της στην πολιορκία. Ο Κολοσσός της Ρόδου δεν αντανακλά μόνο το φως του ήλιου με την μπρούντζινη επιδερμίδα του, ούτε αντιπροσωπεύει μια απλή ανθρώπινη μορφή. Ο Κολοσσός της Ρόδου έχει όλες αυτές τις ιδιότητες, αλλά ταυτόχρονα είναι ένα αναγνωρισμένο σύμβολο, διαχρονικό, από όλη την Ανθρωπότητα.
Είναι ένα άγαλμα ελευθερίας πριν καν γεννηθεί αυτή η ιδέα στο μυαλό του Γάλλου γλύπτη Bartholdi. Είναι ένα σύμβολο που δείχνει ότι η ελευθερία προέρχεται από την αντίσταση και αυτή από τη γνώση, γιατί οι Ρόδιοι κράτησαν τη θέση τους δίχως να υποκύψουν στην πολιορκία μέσω των τειχών της πόλης.
Αυτό το σύμβολο δεν είναι μόνο σύμβολο ειρήνης αλλά και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Επισημαίνει την αξία της γνώσης, της αντίστασης, της ελευθερίας. Με άλλα λόγια αντιπροσωπεύει μια μορφή Homo Universalis που αποτελεί Humanitatis Opus, δηλαδή έργο της Ανθρωπότητας που με την καινοτομία και την αισθητική του κατάφερε να αποκαλεστεί θαύμα αφού κανείς άλλος δεν είχε καταφέρει αυτό το επίτευγμα που υλοποιεί αυτήν την υπέρβαση.

Αυτό είναι για μας, ο Κολοσσός της Ρόδου, ένα δώρο του Ελληνισμού στην Ανθρωπότητα.

H κλιματική αλλαγή εξαφάνισε τους Ασσύριους και όχι οι πόλεμοι

Άλλος ένας πολιτισμός, ο ασσυριακός, είναι πολύ πιθανό να καταστράφηκε εξαιτίας περιβαλλοντικών και πληθυσμιακών παραγόντων. Και αυτό είναι ένα μήνυμα που μπορεί να έχει αποδέκτη και τον δικό μας πολιτισμό, ο οποίος επίσης απειλείται από την κλιματική αλλαγή και τον υπερπληθυσμό.

Μία νέα αμερικανοτουρκική επιστημονική έρευνα κατέληξε για πρώτη φορά στο συμπέρασμα ότι η επί αιώνες ισχυρή ασσυριακή αυτοκρατορία υπέκυψε στις παρατεταμένες ξηρασίες που την έπληξαν, μειώνοντας δραματικά τις πηγές τροφίμων της, σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτησή τους λόγω του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού.
Η έως τώρα κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι το κράτος των Ασσυρίων αποδυναμώθηκε θανάσιμα εξαιτίας εμφυλίων πολέμων και πολιτικών αναταραχών, όπως αυτές που σήμερα συμβαίνουν στη Συρία και στο βόρειο Ιράκ, την ίδια ακριβώς περιοχή που ήταν το επίκεντρο της ασσυριακής επικράτειας.
Όμως ο ανθρωπολόγος Άνταμ Σνάιντερ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια - Σαν Ντιέγκο και ο Σελίμ Ανταλί του Κέντρου Πολιτισμών της Ανατολίας του Πανεπιστημίου Κοτς της Κωνσταντινούπολης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Climate Change» («Κλιματική Αλλαγή»), αφού μελέτησαν τα υπάρχοντα αρχαιολογικά, ιστορικά και παλαιοκλιματολογικά στοιχεία, πιστεύουν ότι οι περιβαλλοντικοί και δημογραφικοί - πληθυσμιακοί παράγοντες είναι αυτοί που έπαιξαν πιθανότατα τον καθοριστικό ρόλο.

Τον 9ο αιώνα π.Χ. η ασσυριακή αυτοκρατορία, ξεκινώντας από το σημερινό βόρειο Ιράκ, άρχισε να επεκτείνεται συνεχώς στο μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας Εγγύς Ανατολής, φθάνοντας στο απόγειό της στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ., οπότε είχε γίνει πλέον η κυρίαρχη στρατιωτική και πολιτική υπερδύναμη στην περιοχή. Όμως, έως το τέλος του ίδιου αιώνα οι Ασσύριοι γνώρισαν μια ραγδαία εξασθένηση, κάτι που μέχρι σήμερα αποτελεί ένα από τα μεγάλα μυστήρια της αρχαίας ιστορίας, το οποίο συνεχίζει να απασχολεί τους ερευνητές.
Το 612 π.Χ. η ασσυριακή πρωτεύουσα Νινευί -κοντά στη σημερινή Μοσούλη- καταστράφηκε από μια συμμαχία Βαβυλωνίων και Μήδων και έκτοτε οι Ασσύριοι εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο. Οι περισσότεροι επιστήμονες τείνουν να αποδίδουν τη γρήγορη ασσυριακή πτώση σε εσωτερικές πολιτικές και στρατιωτικές συγκρούσεις, όμως η νέα μελέτη δίνει εξίσου μεγάλη -αν όχι μεγαλύτερη- έμφαση στην απότομη αύξηση του πληθυσμού (λόγω της μετεγκατάστασης πληθυσμών από τις γειτονικές κατακτημένες περιοχές) και στις ξηρασίες, που από κοινού αποσταθεροποίησαν το ασσυριακό καθεστώς.
Τα πιο πρόσφατα κλιματικά δεδομένα για εκείνη την εποχή δείχνουν ότι επικράτησε ολοένα μεγαλύτερη ξηρασία στην Εγγύς Ανατολή κατά το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. Η κατάσταση έφθασε στο χειρότερο σημείο το 657 π.Χ., όταν μια τρομερή ξηρασία έπληξε την ασσυριακή αυτοκρατορία, υποσκάπτοντας την πολιτική και οικονομική σταθερότητά της μέσα σε μόλις μία πενταετία. Οι εμφύλιοι πόλεμοι που, αναπόφευκτα, ακολούθησαν έδωσαν τη χαριστική βολή.
Οι ερευνητές επισήμαναν ότι οι σύγχρονες κοινωνίες καλά θα κάνουν να λάβουν υπόψη τους τέτοια συμβάντα και να αλλάξουν «γραμμή πλεύσης», αν θέλουν να μη βρεθούν αντιμέτωπες με παρόμοιες καταστάσεις.

Θα ρυθμίζουμε τα γονίδια μας με… τηλεπάθεια!

Πρωτοποριακή μέθοδος κατευθύνει τα γονίδια μέσω εγκεφαλικών κυμάτων
Ακούγεται βγαλμένο από επιστημονική φαντασία, αλλά ερευνητές στην Ελβετία ανέπτυξαν μια πρωτοποριακή μέθοδο, η οποία τους επιτρέπει να κατευθύνουν τη ρύθμιση των γονιδίων μέσω των εγκεφαλικών κυμάτων. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή τεχνική ελέγχου των γονιδίων μέσω του νου, η οποία ακόμη βρίσκεται σε αρχικό στάδιο, αλλά θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο μέλλον.

Η μέθοδος
Ερευνητές με επικεφαλής τον Μάρτιν Φουσενέγκερ, καθηγητή βιοτεχνολογίας και εμβιομηχανικής του Τμήματος Βιοσυστημάτων του Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Τεχνολογίας (ΕΤΗ) της Ζυρίχης, ανέπτυξαν μια μέθοδο που χρησιμοποιεί τα εγκεφαλικά κύματα της σκέψης για να ελέγξει την μετατροπή των γονιδίων σε πρωτεΐνες, δηλαδή τη λεγόμενη «έκφραση» των γονιδίων.
«Για πρώτη φορά μπορέσαμε να απομονώσουμε τα εγκεφαλικά κύματα, να τα μεταφέρουμε ασύρματα σε ένα δίκτυο γονιδίων και, στη συνέχεια, να ρυθμίσουμε την έκφραση ενός γονιδίου ανάλογα με το είδος της σκέψης. Η ικανότητα να ελέγχουμε την έκφραση των γονιδίων μέσω της δύναμης της σκέψης, είναι ένα όνειρο που κυνηγούμε εδώ και πάνω από μια δεκαετία» δήλωσε ο Μάρτιν Φουσενέγκερ.

Η κάσκα
Η αξιοποίηση των εγκεφαλικών κυμάτων γίνεται με τη βοήθεια μιας ειδικής ηλεκτρονικής «κάσκας», που φοριέται στο κεφάλι και λειτουργεί ως συσκευή καταγραφής ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος. Τα εγκεφαλικά κύματα που «συλλαμβάνει» η συσκευή - κάσκα, αναλύονται και μετά μεταδίδονται με ασύρματο τρόπο μέσω Bluetooth σε μια ηλεκτρονική διάταξη, που γεννά ένα ηλεκτρομαγνητικό πεδίο και η οποία εμφυτεύεται στο εσωτερικό του οργανισμού. Το εμφύτευμα περιέχει επίσης έναν ενσωματωμένο μικροσκοπικό λαμπτήρα LED, που εκπέμπει φως στο εγγύς υπέρυθρο τμήμα του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος.
Ανάλογα με το τι σκέπτεται κανείς, τα εγκεφαλικά κύματά του καταλήγουν να ανάβουν ή να σβήνουν το φως του εμφυτεύματος, κάτι που, με τη σειρά του, ενεργοποιεί ή απενεργοποιεί τα γονίδια στα κύτταρα, με τελικό αποτέλεσμα αυτά να παράγουν περισσότερη ή λιγότερη από κάποια συγκεκριμένη πρωτεΐνη. Η πολύπλοκη αυτή οπτογενετική τεχνολογία δοκιμάστηκε με επιτυχία τόσο σε καλλιέργειες ανθρωπίνων κυττάρων στο εργαστήριο, όσο και σε πειραματόζωα (ποντίκια). Η πρωτεΐνη - στόχος που έπρεπε να ρυθμιστεί με τη σκέψη, ήταν η SEAP.

Τα ευρήματα
Τα πειράματα έδειξαν ότι όσο πιο συγκεντρωμένοι ήσαν οι εθελοντές (π.χ. αν έκαναν διαλογισμό), τόσο μεγαλύτερη ήταν η ποσότητα της εν λόγω πρωτεΐνης, που καταγραφόταν στο αίμα των πειραματόζωων. Η χρήση του εγγύς (σχεδόν) υπερύθρου φωτός προτιμήθηκε, επειδή θεωρείται γενικά ότι δεν είναι επιβλαβές για τα ανθρώπινα κύτταρα, ενώ παράλληλα μπορεί να διεισδύσει βαθιά στους ιστούς και επιτρέπει την οπτική παρακολούθηση της λειτουργίας του εμφυτεύματος.
Όπως είπε ο Μάρτιν Φουσενέγκερ, στο μέλλον ίσως ένα τέτοιο εμφύτευμα ελεγχόμενο από τη σκέψη να μπορεί να θεραπεύσει νευρολογικές παθήσεις, όπως χρόνιους πονοκεφάλους, πόνους στη μέση, επιληψίες κ.α.

Τα φωτοστέφανα του Κόσμου

Πριν από λίγες εβδομάδες μια νέα υπέρυθρη εικόνα του διαστημικού τηλεσκοπίου Spitzer αποκάλυψε τις ιδιαιτερότητες του NGC 1291, ενός γερασμένου γαλαξία ηλικίας 12 δισεκατομμυρίων ετών, ο οποίος περιέργως συνεχίζει να παράγει άστρα.

Στην εικόνα διακρίνεται ένας δακτύλιος να περιβάλλει τον γαλαξία - πρόκειται για μια ζώνη στην οποία «ανάβουν» νέα άστρα και αναγκάζουν τη σκόνη γύρω τους να λάμπει στο φάσμα του υπέρυθρου. Στο εσωτερικό του γαλαξία το διαθέσιμο υδρογόνο έχει πια εξαντληθεί και κάθε διαδικασία αστρογένεσης έχει σταματήσει. Η περιοχή αυτή εκπέμπει ακτινοβολία σε μικρότερα μήκη κύματος, τα οποία εμφανίζονται με γαλάζιο χρώμα.
Το κόκκινο χρώμα του εξωτερικού δακτυλίου είναι επίσης τεχνητό - επιλέχθηκε για να τονίζει τα μεγαλύτερα μήκη κύματος της υπέρυθρης ακτινοβολίας. Παρά την προχωρημένη ηλικία του, ο NGC 1291 απέχει μόλις 33 εκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη, στην κατεύθυνση του αστερισμού του Ηριδανού.

Το γαλάζιο «φωτοστέφανο» του Γαλαξία
Η NASA έδωσε στη δημοσιότητα μια εντυπωσιακή φωτογραφία στην οποία απεικονίζεται το γιγάντιο νέφος αερίου που περιβάλλει το γαλαξιακό σμήνος στο οποίο ανήκει και ο γαλαξίας μας. Οι επιστήμονες έχουν ονομάσει αυτό το νέφος «Γαλαξιακή Αλω».
Ομάδα αστρονόμων στις ΗΠΑ χρησιμοποίησε διαστημικά τηλεσκόπια και δορυφόρους (Chandra, XMM-Newton, Suzaku) για να χαρτογραφήσει το γαλαξιακό «φωτοστέφανο» και να αποκαλύψει διάφορα στοιχεία σχετικά με αυτό. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ακτίνα του έχει μήκος 300.000 έτη φωτός (πιθανώς και μεγαλύτερη), ενώ η θερμοκρασία του κυμαίνεται από 1 ως 2,5 εκατομμύρια βαθμούς Κελσίου. Οι ερευνητές δεν έχουν ακόμη καταφέρει να υπολογίσουν τη μάζα του νέφους που εκπέμπει ένα γαλαζωπό φως.
Τα νέα δεδομένα θα βοηθήσουν τους επιστήμονες να βρουν απαντήσεις σχετικά με ένα από τα μεγαλύτερα κοσμικά μυστήρια, το πού βρίσκονται τα «χαμένα βαρυόνια».
Η λεγόμενη «βαρυονική ύλη» περιλαμβάνει τα πρωτόνια, τα νετρόνια και τα ηλεκτρόνια, όλα δηλαδή τα συστατικά από τα οποία αποτελούνται τα άτομα της ύλης που είναι τα «δομικά στοιχεία» των κοσμικών σωμάτων (άστρων, πλανητών κ.τ.λ.). Η κρατούσα θεωρία αναφέρει ότι η βαρυονική ύλη αποτελεί ποσοστό 1%-10% της συνολικής ύλης του Σύμπαντος.
Οι επιστήμονες ωστόσο υπολογίζουν ότι στα άστρα, στα αέρια και στη σκόνη μέσα στους γαλαξίες του Σύμπαντος υπάρχει μόλις το 40% της εκτιμώμενης βαρυονικής ύλης. Ετσι εδώ και χρόνια οι ειδικοί ψάχνουν να βρουν πού βρίσκεται η υπόλοιπη, η «χαμένη βαρυονική ύλη», όπως έχει ονομαστεί.

Το λαμπερό στεφάνι του ηλιακού συστήματος
Πριν από τέσσερα χρόνια η αποστολή IBEX (Εξερευνητής Διαστρικού Συνόρου) της NASA εντόπισε στα σύνορα του ηλιακού μας συστήματος ένα λαμπερό «στεφάνι». Αυτό το κοσμικό φωτοστέφανο βρίσκεται στην περιοχή όπου τα σωματίδια του ηλιακού ανέμου αναχαιτίζονται από την εισερχόμενη κοσμική ακτινοβολία. Οι επιστήμονες μελετούν αυτόν τον φωτεινό δακτύλιο και έχουν τώρα κάποιες απαντήσεις για το πώς σχηματίστηκε.
Οι ηλιακοί άνεμοι αποτελούνται από φορτισμένα σωματίδια (ιόντα) που ταξιδεύουν σε κάθε κατεύθυνση με πολύ μεγάλες ταχύτητες. Κατά την κίνησή τους τα φορτισμένα σωματίδια κάποια στιγμή γίνονται ηλεκτρικά ουδέτερα. Η πλειονότητα των ουδέτερων ατόμων που βγαίνουν από τα όρια του ηλιακού μας συστήματος το εγκαταλείπουν οριστικά, δεν επιστρέφουν σε αυτό.
Ορισμένα ουδέτερα άτομα όμως κατά την έξοδο τους από το ηλιακό σύστημα συγκρούονται με άλλα ουδέτερα άτομα με αποτέλεσμα να... επαναφορτίζονται.  Αυτά τα εκ νέου φορτισμένα σωματίδια αρχίζουν να περιστρέφονται γύρω από το διαστρικό μαγνητικό πεδίο που υπάρχει εκεί που τελειώνει το ηλιακό μας σύστημα.
Στα σημεία όπου αυτό το μαγνητικό πεδίο είναι κάθετο προς την αρχική κίνηση των σωματιδίων αυτά σε πρώτη φάση διασκορπίζονται με ταχύτητα και στη συνέχεια «στοιβάζονται» σε ομάδες. Κάποια από αυτά τα σωματίδια ξεφεύγουν από το μαγνητικό πεδίο και επιστρέφουν πίσω στο ηλιακό μας σύστημα, όπου και γίνονται εκ νέου ουδέτερα.
Επιστρέφοντας τα σωματίδια λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, όπως και στο διαστρικό μαγνητικό πεδίο, στοιβάζονται σε ομάδες δημιουργώντας έτσι μια λαμπερή κοσμική κορδέλα στα σύνορα του ηλιακού μας συστήματος.

Με τη μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου έγινε η προσεδάφιση του Philae στον κομήτη

Ο κορυφαίος Έλληνας συνθέτης Βαγγέλης Παπαθανασίου έγραψε μουσική για την αποστολή Rosetta
Λίγη ώρα μετά την ανακοίνωση ότι η διαστημοσυσκευή Philae προσεδαφίστηκε ομαλά στον κομήτη 67P ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος (ESA έδωσε στη δημοσιότητα τρία βίντεο της αποστολής Rosetta με μουσική του κορυφαίου Έλληνα συνθέτη Βαγγέλη Παπαθανασίου.

Η ESA ζήτησε από τον Vangelis να γράψει τρία ξεχωριστά μουσικά θέματα για τρεις από τις φάσεις της αποστολής. Το αποτέλεσμα είναι όπως αναμενόταν ιδιαίτερα εντυπωσιακό.
Δείτε το εντυπωσιακό βίντεο με τη μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου για την προσεδάφιση του Philae στον κομήτη:

 
Το διαστημικό σκάφος Rosetta που βρίσκεται από τον Σεπτέμβριο σε τροχιά γύρω από τον κομήτη  67/Ρ Τσουριούμοφ-Γερασιμένκο απελευθέρωσε το πρωί της Τετάρτης τη διαστημοσυσκευή Philae η οποία κατάφερε το απόγευμα της Τετάρτης να προσεδαφιστεί ομαλά στην επιφάνεια του κομήτη.
Είναι η πρώτη φορά που επιτυγχάνεται μια προσεδάφιση πάνω σε ένα κομήτη και όπως είναι ευνόητο πρόκειται για ένα ιστορικό επίτευγμα που δείχνει την τεράστια επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο που έχει επιτευχθεί τις τελευταίες δεκαετίες στον τομέα της διαστημικής εξερεύνησης.

Αν μάλιστα τα όργανα του Philae λειτουργήσουν κανονικά και γίνουν οι προγραμματισμένες έρευνες στον κομήτη κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει το εύρος της επιτυχίας της αποστολής.
Το Philae παίρνει το όνομα του νησιού Φίλαι στο Νείλο. Εκεί βρέθηκε ένας οβελίσκος που, μαζί με τη διάσημη Στήλη της Ροζέτας, επέτρεψε την αποκρυπρογράφηση των αιγυπτιακών ιερογλυφικών. Η συσκευή που στην ουσία αποτελεί ένα μικρό εργαστήριο θα μπορούσε τώρα να βοηθήσει στην αποκρυπτογράφηση των κομητών.
Το Rosetta φωτογράφησε το Philae λίγο μετά την απελευθέρωση του. Credit: (ESA)
Tο Philae φέρει εννέα όργανα, καθώς και ένα τρυπάνι που μπορεί  να φτάσει σε βάθος 20 εκατοστών για τη συλλογή δειγμάτων.
Τα όργανα θα μετρήσουν την πυκνότητα και τις θερμικές ιδιότητες της επιφάνειας, θα αναζητήσουν περίπλοκα οργανικά μόρια, και θα εξετάσουν την αλληλεπίδραση του κομήτη με τον λεγόμενο ηλιακό άνεμο -ένα συνεχές ρεύμα σωματιδίων που πηγάζουν από τον Ήλιο.
 

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Διογένης ο Απολλωνιάτης

Από τις ενδείξεις, που διασώθηκαν, συνάγεται, ότι ο Διογένης ο Απολλωνιάτης ήταν σύγχρονος του Αναξαγόρα (γεννήθηκε περί το 500 π.χ.) και πρεσβύτερος του Σωκράτη και του Δημόκριτου. Ο Αριστοφάνης στις «Νεφέλες» αναφέρεται στην κοσμογονική αρχή του Διογένη περί αέρος, όπως και ο κωμικός Φιλήμων. Από τις πληροφορίες αυτές συνάγεται το συμπέρασμα, ότι ο Διογένης ο Απολλωνιάτης έζησε και έδρασε κυρίως στην Αθήνα. Εργάσθηκε όμως και στο περίφημο αστεροσκοπείο της Απολλωνίας στην Κρήτη, όπου προέβη στην χαρτογράφηση της ουράνιας σφαίρας και σε μετεωρολογικές παρατηρήσεις.
Σύμφωνα με τον Σιμπλίκιο, ο Διογένης είχε γράψει πραγματείες με τίτλους «Περί Φύσεως», «Μετεωρολογία» και περί «Ανθρώπου φύσεως». Από την πρώτη, καθώς κι από την πραγματεία του Θεόφραστου «Φυσικαί Αιτίαι» (απόσπασμα 2), συνάγεται η κοσμογονική θεωρία του Διογένη. Το παν είναι άπειρο, ο κόσμος όμως είναι πεπερασμένος («Διογένης δε και Μέλισσος το μεν παν άπειρον, τον δε κόσμον πεπεράνθαι», Dox. 331). Η Γη είναι στρογγυλή και μετέωρος. Αρχή και στοιχείο των όντων είναι ο αέρας. Η κοσμογονική θεωρία του Διογένη συμπίπτει με τη θεωρία του Αναξιμένη (6  αι. π.χ.) της Σχολής της Μιλήτου, την οποία φαίνεται πως ο Διογένης είχε αποδεχθεί.
Για να εξηγήσει ο Διογένης, πώς ο αέρας επιδρά δια του κυκλοφορικού συστήματος του οργανισμού στην εκδήλωση των ψυχικών και πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου, επιχείρησε έκθεση της ανατομικής των φλεβών του οργανισμού, την οποία περιέλαβε ο Αριστοτέλης στην πραγματεία «Περί τα ζώα ιστοριών» (Γ2. 511 β.30). Η καθαρή σκέψη (το καλώς φρονείν) προκαλείται, όταν ο εντός του εγκεφάλου αέρας είναι καθαρός και ξηρός• διότι η υγρασία (ο αχνός) εμποδίζει το νου (κωλύειν γαρ την ικμάδα του νου). Γι’ αυτό τον λόγο κατά τον ύπνο και όταν είναι κάποιος μεθυσμένος, δεν σκέπτεται καλά.
Κατά τον Αριστοτέλη ο Διογένης υποστήριζε, ότι τα ψάρια αναπνέουν με τα βράγχια τον αέρα, ο οποίος είναι διαλυμένος στο νερό (Αριστοτέλους, «Περί αναπνοής», 471 α 13).
Σπουδαιότατο επίτευγμα του Διογένη θεωρείται η διατύπωση του φυσικού νόμου της αφθαρσίας της ύλης και της ενέργειας, την οποία ο Διογένης Λαέρτιος (ΙΧ 57) διέσωσε ως εξής: «Ουδέν εκ του μη όντος γίγνεσθαι ουδέ εις το μη ον φθείρεσθαι» (τίποτε δεν γίνεται εκ του μη υπάρχοντος και τίποτε υπάρχον δεν καταστρέφεται). Ο Διογένης Λαέρτιος επίσης αποδίδει στο Δημόκριτο την διατύπωση του φυσικού νόμου της αφθαρσίας της ύλης και της ενέργειας λέγοντας, ότι ο Δημόκριτος πρέσβευε: «Μηδέν τε εκ του μη όντος γίγνεσθαι μηδέ εις το μη ον φθείρεσθαι» (ΙΧ 44). Κατά τον Αέτιο όμως και ο Αναξαγόρας διατύπωσε το νόμο αυτόν. «Εδόκει γαρ αυτώ απορώτατον είναι, πως εκ του μη όντος δύναταί τι γίγνεσθαι η φθείρεσθαι εις το μη ον» («Δοξογράφοι», Diels 279). [Διότι νόμιζε (ο Αναξαγόρας) ότι είναι απορώτατο, πως είναι δυνατόν κάτι να γίνει εκ του μη όντος η να καταστραφεί εις το μη ον.]
Δεν είναι δυνατόν να αποφανθεί κάποιος μετά βεβαιότητας, ποιος από τους τρεις (Διογένης Απολλωνιάτης, Αναξαγόρας η Δημόκριτος) διατύπωσε τον νόμο της αφθαρσίας της ύλης και της ενέργειας πρώτος. Τέτοιες υψηλές επιστημονικές κατακτήσεις πάντως είναι αποτέλεσμα μακραίωνης επιστημονικής παράδοσης.
 
Η πραγματεία του Διογένους με τίτλο ¨Μετεωρολογία¨ είναι το πρώτο εγχειρίδιο Μετεωρολογίας στον κόσμο, ενώ το δεύτερο ανήκει στον Αριστοτέλη με τίτλο ¨Μετεωρολογικά¨ έναν αιώνα αργότερα.
Οι μετεωρολογικές απόψεις του Διογένους είναι:
1. Τα διάφορα μετεωρολογικά φαινόμενα (σύννεφα, βροχή, χιόνι κτλ) προκύπτουν από τις μεταβολές του αέρα
2. Η ανάφλεξη του αέρα προκαλεί την αστραπή και μετά τον κεραυνό
3. Ο κεραυνός χωρίς αστραπή προκαλείται από την βίαιη αναταραχή του αέρα
4. Το νερό της θάλασσας είναι αλμυρό εφόσον το γλυκό νερό εξατμίζεται από τις ηλιακές ακτίνες
5. Το νερό μετασχηματίζεται από τις ηλιακές ακτίνες σε αέρα(υδρατμούς). Ο αέρας αυτός συμπυκνούμενος σχηματίζει σύννεφα
6. Η βροχή προκύπτει από τα σύννεφα όταν συμπιεστούν από τον αέρα
7. Το αίτιο της παραγωγής των μετεωρολογικών φαινομένων είναι η ηλιακή θερμότητα που σχηματίζει μάζες θερμού
αέρα
8. Ο αέρας που περιβάλλει την Γη, παρουσιάζει μια ημερήσια και μια ετήσια μεταβολή της θερμοκρασίας του.
9. Η θερμοκρασία του αέρα ελαττώνεται ανάλογα με το ύψος
10. Οι άνεμοι πνέουν από τις περιοχές όπου ο αέρας είναι πυκνός προς άλλες, όπου ο αέρας είναι αραιότερος
11. Οι υδάτινες επιφάνειες, όταν η θερμοκρασία του αέρα με τον οποίο έρχονται σε επαφή αυξηθεί, μετασχηματίζουν ένα μέρος τους σε αέρα (υδρατμό)
12. Η ομίχλη προέρχεται από την υγρασία και την συμπύκνωση του αέρα
13. ο ξηρός αέρας (ξηροί άνεμοι) επιταχύνουν την εξάτμιση των υγρών
14. Το χιόνι προκύπτει από τα νέφη με τον ψυχρό αέρα. Συγκεκριμένα όταν τα υγρά νέφη μεταβαίνουν στην στερεά κατάσταση, μετασχηματίζονται σε χιόνι
15. Το χαλάζι δημιουργείται όταν πήζει το νερό της βροχής που πέφτει
16. Τα σύννεφα αποτελούνται από συμπυκνωμένο αέρα
17. Η αστραπή σχηματίζεται όταν τα σύννεφα ¨σχίζονται¨ από την δύναμη των ανέμων
18. Η βροντή προκύπτει όταν σβήνει η φωτιά ενός υγρού νέφους που έχει πυρποληθεί
19. Το ουράνιο τόξο σχηματίζεται όταν οι ηλιακές ακτίνες πέφτουν πάνω στον συμπυκνωμένο αέρα
20. Η δρόσος, ο παγετός και η πάχνη δημιουργούνται στην επιφάνεια της Γης από συμπύκνωση λόγω ψύξεως του αέρα