Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Απαλλαγείτε από τη δανεική ταυτότητα

buddhaΣτο διήγημα, ο Βούδας επιστρέφει στο παλάτι του πατέρα του ύστερα από δώδεκα χρόνια περιπλάνησης στα δάση όπου έκανε διάφορες πνευματικές ασκήσεις, έτρωγε ό,τι έβρισκε, ζητιάνευε και διαλογιζόταν.

Ο Ταγκόρ αφηγείται ότι μια μέρα ο Βούδας άγγιζε την ύψιστη αγαλλίαση. Καθισμένος κάτω από ένα δέντρο, είχε μία φώτιση...
 
Και το πρώτο που θυμήθηκε όταν ανακάλυψε την αλήθεια, ήταν ότι έπρεπε να γυρίσει στο παλάτι για να ανακοινώσει τη χαρμόσυνη είδηση στη γυναίκα που τον αγάπησε, στο γιο που είχε αφήσει πίσω και στον γέρο πατέρα του, που κάθε μέρα περίμενε την επιστροφή του.
 
Ύστερα από δώδεκα χρόνια, ο Βούδας γύρισε και βρήκε τον πατέρα του τρομερά θυμωμένο.
«Είμαι γέρος, κι αυτά τα δώδεκα χρόνια ήταν σωστό βασανιστήριο για μένα. Είσαι ο μοναδικός μου γιος, κι εγώ προσπαθούσα να μείνω ζωντανός ώσπου να γυρίσεις. Αμάρτησες πάνω μου και παραλίγο να με δολοφονήσεις, όμως, εγώ σε συγχωρώ και σου ανοίγω τις πόρτες. Αλλά να ζέρεις ότι θα περάσει καιρός ώσπου να σε συγχωρήσω...»
 
Ο Βούδας γέλασε και του είπε:
«Πατέρα, πρέπει να καταλάβεις με ποιον μιλάς. Ο άνθρωπος που έφυγε τότε απ' το παλάτι, δεν είναι πια εδώ. Πέθανε πριν πολύ καιρό. Εγώ, είμαι άλλος. Κοίταξέ με!»
 
Κι ο πατέρας του θύμωσε ακόμα περισσότερο. Ο γέροντας δεν μπορούσε να δει ποιος ήταν ο Βούδας ούτε τι είχε γίνει ο γιος του, δεν μπορούσε να δει το πνεύμα του — τόσο ξεκάθαρο για τους άλλους.
 
Όλος ο κόσμος το καταλάβαινε, ο πατέρας του, όμως, δεν μπορούσε να το δει, και μάλλον το ίδιο θα συνέβαινε με κάθε πατέρα. Θυμόταν το γιο του με την προσωπικότητα του πρίγκιπα, παρόλο που αυτή η προσωπικότητα δεν υπήρχε πια εκεί. Ο Βούδας είχε παραιτηθεί απ’ αυτήν την ταυτότητα κι είχε αφήσει το παλάτι, ακριβώς για να γνωρίσει τον εαυτό του όπως στ’ αλήθεια ήταν. Δεν ήθελε ν’ αποσπαστεί η προσοχή του μ’όσα περίμεναν οι άλλοι απ’ αυτόν. Όμως ο πατέρας του τον κοιτούσε τώρα καταπρόσωπο, με τα μάτια που είχε πριν από δώδεκα χρόνια.
 
«Θέλεις να με κοροϊδέψεις;» είπε. «Νομίζεις ότι δεν σε γνωρίζω; Σε γνωρίζω καλύτερα από κάθε άλλον! Είμαι ο πατέρας σου' εγώ σ’ έφερα στον κόσμο. Στο αίμα σου κυλάει το αίμα μου. Είναι δυνατόν να μη σε γνωρίζω;... Είμαι πατέρας σου, και παρόλο το κακό που μου έκανες, παρόλο που με πλήγωσες βαθιά, εγώ σε αγαπώ.»
 
Ο Βούδας αποκρίθηκε:
«Ακόμα κι έτσι, πατέρα, σε παρακαλώ, πρέπει να καταλάβεις. Ήμουν μέσα στο σώμα σου, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι με γνωρίζεις. Πράγματι, πριν από δώδεκα χρόνια ούτε εγώ ο ίδιος ήξερα ποιος ήμουν. Τώρα, ξέρω! Κοίταξέ με στα μάτια. Σε παρακαλώ, ξέχνα το παρελθόν κι έλα στο εδώ και στο τώρα.»

Ο πατέρας, λίγο ήθελε να εκραγεί. «Τώρα; Τώρα είσαι εδώ. Εμπρός, λοιπόν, ανάλαβε το παλάτι, πάρε το θρόνο! Ακόμα κι αν δεν σ’ ενδιαφέρει, εσύ είσαι ο γιος μου. Ασε με να ξεκουραστώ. Ήρθε πια η ώρα μου για να ξεκουραστώ κι εγώ».
 
Ο Βούδας χαμήλωσε το κεφάλι και του είπε: «Όχι, πατέρα. Λυπάμαι...»
Ο πατέρας του έκανε μια παύση, κι ο θυμός έγινε πόνος. «Σε περίμενα όλα αυτά τα χρόνια, και σήμερα μου Λες ότι δεν είσαι πια ο ίδιος, ότι δεν είσαι ο γιος μου, ότι φωτίστηκες... φωτίστηκες...»
Σκούπισε τα μάτια του και είπε: «Απάντησέ μου τουλάχιστον, σ’ ένα τελευταίο πράγμα. Ό,τι κι αν είναι αυτό που έμαθες, δεν μπορούσες να το μάθεις εδώ, στο παλάτι, κοντά μου, ανάμεσα στους δικούς σου ανθρώπους; Η αλήθεια βρίσκεται μόνο στο δάσος, μακριά από εμάς;»
 
Ο Βούδας είπε: «Η αλήθεια βρίσκεται κι εδώ κι εκεί. Αλλά θα ήταν πολύ δύσκολο για μένα να τη γνωρίσω εδώ, γιατί ήμουν χαμένος μέσα στην προσωπικότητα του πρίγκιπα, του γιου, του πατέρα, του υποδείγματος. Δεν εγκατέλειψα το παλάτι, ούτε εσένα, ούτε τους άλλους, απλώς, απομακρύνθηκα από τη φυλακή που ήταν για μένα η ίδια μου η ταυτότητα.»
 
Μόνο αν απαλλαγεί από τη δανεική του ταυτότητα, που τον περιορίζει ανάμεσα στην εκπαίδευση που έλαβε και τις προσταγές όσων τον αγάπησαν, θα ανακαλύψει ο άνθρωπος —ή κι ο Βούδας ακόμα—, ότι είναι σε θέση να απολαύσει την ύπαρξή του. Τότε θα ελευθερωθεί μια για πάντα από κάθε εξάρτηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου