Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΕΑ – ΤΟ ΕΚΣΤΡΑΤΕΥΤΙΚΟ ΣΩΜΑ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΕΚ.Σ.Ε) ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ (ΜΕΡΟΣ Α’)

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΕΑ

Γενικά

Ο Πόλεμος της Κορέας αναφέρεται στην πολεμική σύρραξη που κράτησε μεταξύ της 25ης Ιουνίου 1950 και της 27ης Ιουλίου 1953 θεωρητικά μεταξύ των δύο κρατών της διηρημένης Κορέας σε Βόρεια και Νότια, όπου η πρώτη πρόσκειται στο Κομμουνιστικό Ανατολικό στρατόπεδο και η δεύτερη βρισκόταν υπό την κηδεμονία του Δυτικού. Η γραμμή διαίρεσης των δύο περιοχών ήταν ο 38ος παράλληλος της αντίστοιχης Κορεατικής Χερσονήσου. Η κατ' αρχήν εισβολή της Βόρειας Κορέας προκάλεσε μια ακατάσχετη υποχώρηση των Νοτιο-Κορεατικών και Αμερικανικών στρατευμάτων, για να αναστραφεί η κατάσταση εντελώς μετά από απόβαση των Αμερικανών στον λιμένα της Ιντσόν στα μετόπισθεν του 38ου παραλλήλου και προώθησή τους μέχρι τα Κινεζικά σύνορα...
 
Στη συνέχεια ακολούθησε ωστόσο μια Κινεζική εισβολή, η οποία απώθησε και πάλι τους Αμερικανούς και τα συμμαχικά τους στρατεύματα υπό την σημαία του ΟΗΕ ξανά στον 38ο παράλληλο.

Η σύρραξη εκείνη τερματίστηκε με συνθήκη, μετά από 3 χρόνια, στο ίδιο σημείο απ' το οποίο είχε αρχίσει, χωρίς νικητές, έχοντας καταστεί η θερμότερη στιγμή του Ψυχρού Πολέμου. Ο πόλεμος αυτός έχει μείνει γνωστός επίσης υπό τον τίτλο «Ο Ξεχασμένος Πόλεμος», καθώς ιστορικά συμπιέστηκε μεταξύ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και του Πολέμου του Βιετνάμ αλλά κι επειδή κατέληξε μια τραγωδία με πολλά θύματα χωρίς κανένα εμφανές όφελος και για τις δύο παρατάξεις. Αργότερα δημοσιογράφοι θα τον χαρακτηρίσουν σαν "...ένα πόλεμο στο πιο ακατάλληλο μέρος, την πιο ακατάλληλη στιγμή, με τον πιο ακατάλληλο αντίπαλο..."..

Η Κορέα πριν και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

Η Κορέα είχε καταληφθεί από την Ιαπωνία το 1895 μετά απ τον πρώτο της πόλεμο με την Κίνα, επειδή ήταν μια περιοχή με κοιτάσματα που ενδιέφεραν στρατηγικά την Ιαπωνία και τον Αύγουστο του 1910 εντάχθηκε πλήρως στην Ιαπωνική επικυριαρχία. Η Ιαπωνική κατοχή υπήρξε βάρβαρη και περιελάμβανε 2.600.000 εργάτες σε καταναγκαστική εργασία και υποχρεωτική πορνεία για ένα σοβαρό αριθμό Κορεατισσών χάριν των στρατευμάτων κατοχής, ηθική κατηγορία η οποία επικρέμαται μέχρι σήμερα, αλλά την οποία η Ιαπωνία δε θέλει να αναγνωρίσει παρά τις προφανείς αποδείξεις και μαρτυρίες που υπάρχουν, καθώς μερικά θύματα ζουν ακόμα.

Λίγο πριν την πτώση της Ιαπωνίας, Ρωσικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Κορέα μετά την κήρυξη πολέμου κατά της Ιαπωνίας από την Ρωσία στις 6 Αυγούστου 1945. Αντίστοιχα φυσικά και οι Αμερικάνοι είχαν επίσης εξουσία στα εδάφη της συνθηκολογημένης Ιαπωνίας. Αμερική και Ρωσία συμφώνησαν πρόχειρα ότι η επιρροή τους διαχωρίζεται απ' την γραμμή του 38ου γεωγραφικού παράλληλου. Παρά τη συμφωνία μεταξύ τους για αυτοδιάθεση των λαών στα δύο αυτά Κορεατικά διαμερίσματα, το Δεκέμβρη του 1945 και οι δύο χώρες προώθησαν με δικές τους επιλογές πολιτικά πρόσωπα που θα εξασκούσαν την διακυβέρνηση. 

Οι Αμερικανοί λόγω της καλής συνεργασίας τους μεταπολεμικά με τις Ιαπωνικές αρχές και λόγω της αποστράτευσης μεγάλου αριθμού ανδρών που ακολούθησε το τέλος του πολέμου, εμπιστεύθηκαν την αστυνόμευση περιοχών στις πρώην Ιαπωνικές αρχές σχεδόν παντού στην απελευθερωμένη Ασία. Στο Βόρειο τμήμα προωθήθηκαν φιλο-κομμουνιστικά στοιχεία, τα οποία ξεσήκωσαν τον λαό του Νότου, με αφορμή την παρουσία Ιαπώνων και πρώην συνεργατών τους στην αστυνομία. 

Ακολούθησαν αντιαμερικανικές διαδηλώσεις μεταξύ Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 1946 που προκάλεσαν θύματα και νεκρούς. Οι Αμερικανοί τότε ζήτησαν να γίνουν πολιτικές εκλογές και στα δύο Κορεατικά τμήματα για την επιλογή τοπικών αρχών, αλλά οι Σοβιετικοί αντέδρασαν. Στην συνέχεια στο Βόρειο τμήμα ο κομμουνιστής Κιμ Ιλ Σουνγκ ανακήρυξε το κράτος της Βόρειας Κορέας με αυτόν πρόεδρο και πρωτεύουσα την Πιονγιάνγκ, κράτος το οποίο παραμένει ως σήμερα, ενώ στο Νότο με πρωτεύουσα τη Σεούλ, ανέλαβε πρόεδρος ο αντικομμουνιστής και φιλοαμερικανός πολιτικός Σήνγκμαν-Ρή, ιδρύοντας τη Νότια Κορέα.


Ο Αποκλεισμός του Βερολίνου Σπίθα Ανάφλεξης για την Κορέα

Αν και γεωγραφικά ασύνδετο με την Κορέα γεγονός, ο αποκλεισμός του Βερολίνου που έγινε μεταξύ 24 Ιουνίου 1948 και 11 Μαΐου 1949 έδρασε σαν σπίθα ανάφλεξης για την σύρραξη στην Κορέα. Οι Σοβιετικοί, κατά πάσα πιθανότητα πιεζόμενοι και από τους Ευρωπαίους δορυφόρους τους, προσπάθησαν να αποκόψουν κάθε επικοινωνία των Δυτικών με το τμήμα του Βερολίνου μέσα στο Σοβιετοκρατούμενο έδαφος της Ανατολικής Γερμανίας σε μια επίδειξη ισχύος. Καμία συμφωνία ελεύθερης χερσαίας διάβασης δεν είχε υπογραφεί με τους Δυτικούς, αλλά κανείς αντίστοιχα περιορισμός δεν είχε προβλεφθεί από τον αέρα. 

Οι Ρώσοι θεώρησαν ότι τεχνικά ο ανεφοδιασμός του δυτικού Βερολίνου θα απαιτούσε 5000 τόνους υλικού ημερήσια, κάτι αδύνατο για οποιαδήποτε εναέρια δύναμη του κόσμου, όπως πίστευαν. Τελικά οι Αμερικανοί κυρίως, αλλά και οι Άγγλοι και Γάλλοι, διοργάνωσαν μια αερογέφυρα που κατόρθωσε το ακατόρθωτο, ανεφοδιάζοντας όλον τον πληθυσμό του Δυτικού Βερολίνου με όλα τα αναγκαία αγαθά, από τρόφιμα ως και καύσιμα, παρά τα πολλαπλά τεχνικά προβλήματα που αντιμετώπισαν. 

Οι Ρώσοι προσπάθησαν να προβάλουν εμπόδια, αλλά οι Δυτικοί Σύμμαχοι μετακίνησαν προς τη Γερμανία σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις δείχνοντας έτοιμες για εμπλοκή και απειλώντας τους Ευρωπαίους δορυφόρους του Σοβιετικού Μπλοκ με γεωγραφική παραβίαση των συνόρων τους, σύνορα που είχαν ορισθεί φυσικά με προηγούμενες συμφωνίες πριν και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και τα οποία κατηγόρησαν τους Σοβιετικούς ότι ήθελαν τώρα να μεταβάλουν. 

Αν και αυτό προκάλεσε ισχυρές διαμαρτυρίες για τις Αμερικανικές προθέσεις, εντούτοις, όπως αποδείχτηκε, φόβισε πάρα πολύ ειδικά τους Ευρωπαίους Σοβιετικούς δορυφόρους, οι οποίοι πρότειναν άμεση εγκατάλειψη του εγχειρήματος. Ο Στάλιν θεωρώντας ότι η περαιτέρω εμπλοκή θα του στοίχιζε προσωπικά σε αίγλη και μη θέλοντας να αλλάξει την γραμμή κυριαρχίας του Σοβιετικού Μπλοκ στην Ευρώπη από την οποία είχε προφανώς ωφεληθεί, εγκατέλειψε αυτήν την επιχείρηση κατηγορηματικά. 

Φοβούμενος όμως και τυχόν πλήγμα του γοήτρου του και λαμβάνοντας υπ' όψιν την εμμονή των συνεργατών του κατέληξε στο ότι μια άλλη δυναμική επίδειξη ήταν αναγκαία για γενικότερους εσωτερικούς διπλωματικούς και οικονομικούς λόγους. Το σύνθημα ότι η ΕΣΣΔ ήταν η μεγάλη χώρα που εγγυάται την τύχη των δορυφόρων της κάτω από την Αμερικανική απειλή, ήταν η βασική θεωρητική γραμμή του Σοβιετικού στρατοπέδου κι ήταν μια στάση που καλλιεργήθηκε ολοζώντανη μέχρι και την εποχή της κρίσης στην Κούβα.

Στρατηγικά λοιπόν το Σοβιετικό Μπλοκ έστρεψε την προσοχή του σε ένα χώρο μακριά απ την Ευρώπη αφενός και αφετέρου προτίμησε μια περιοχή εκεί που η κομμουνιστική παρουσία ήταν πολυπληθέστερη σε σχέση με την Αμερικανική. Σε συνδυασμό μάλιστα με την προθυμία του Κινέζου ηγέτη Μάο Τσετούνγκ, που θέλησε να κλονίσει την εμπιστοσύνη των Αμερικανών που υποστήριζαν αντ' αυτού την Εθνικιστική Κίνα, φαίνεται ότι στα τέλη του 1949 είχε ήδη επιλεγεί η Ασία σαν το "θερμό" μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου.

 
Στην Αμερική, οι ανώτατοι αξιωματικοί του επιτελείου και ειδικά ο περίφημος Πτέραρχος Λε Μαίη - που είχε κάψει την Ιαπωνία με αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς μεταξύ 1944-45 και που τώρα ήταν ηγέτης της Στρατηγικής Αεροπορίας - ήταν αποφασισμένοι να μην αφήσουν κανένα πλεονέκτημα σε παρόμοιες κινήσεις του Κομμουνιστικού Μπλοκ και είχαν μάλιστα επιλέξει ήδη στόχους ακόμα και για πυρηνικές επιθέσεις στα εδάφη Ρωσίας και Κίνας. Εντούτοις, η στρατιωτική κατάσταση στην Κορέα ήταν εκείνη την στιγμή απογοητευτική για τους Αμερικανούς. 

Το έμπειρο προσωπικό απ' τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είχε αποστρατευθεί πλέον, το παρόν ήταν ανεκπαίδευτοι άκαπνοι νεαροί, ενώ εφόδια έπαιρναν μόνο από τις βάσεις τους στην Ιαπωνία έχοντας μεγάλες ελλείψεις σε τοπική οργάνωση.

Ο 38ος Παράλληλος που Χωρίζει την Βόρεια από την Νότια Κορέα

Ο 38ος παράλληλος αποτελεί την γραμμή η οποία χωρίζει δύο κράτη τα οποία επί της ουσίας συμβολίζουν τον Ψυχρό Πόλεμο: Η «δυτική» Νότια Κορέα και η «κομμουνιστική» Βόρεια Κορέα, των οποίων ο διαχωρισμός κρύβει όλη την διαμάχη μεταξύ των ΗΠΑ και της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης. Το περιοδικό Economist, αναφέρεται σε άρθρο του στον 38ο παράλληλο που χωρίζει ένα έθνος σε δύο κομμάτια εξηγώντας από που πήρε την ονομασία του ως φυσικό σύνορο, αλλά και την αιματηρή ιστορία των συγκρούσεων που κρύβει:

«Ο 38ος παράλληλος, είναι ένας κύκλος γεωγραφικού πλάτους 38 μοιρών στο επίπεδο του Ισημερινού. Αυτή η γραμμή χωρίζει την χερσόνησο της Κορέας σχεδόν στα δύο αφήνοντας περίπου το 56% της περιοχής της Κορέας στη βόρεια μεριά. Το κανονικό σύνορο μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας, επεκτείνεται σε αυτόν τον κύκλο και τελειώνει βόρεια από αυτόν στην ανατολική ακτή. Ωστόσο οι περισσότεροι άνθρωποι, αναφέρονται συχνά στα σύνορα των κρατών της Κορέας με το όνομα ''38ος παράλληλος''. Γιατί έχει κολλήσει αυτό το όνομα;», γράφει ο Economist και κάνει την ιστορική αναδρομή:

«Καθώς η Ιαπωνία όδευε προς ήττα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Σύμμαχοι έπρεπε να αποφασίσουν τι να κάνουν με τις αποικίες της, συμπεριλαμβανομένης και της Κορέας. Είχαν συζητήσει το ενδεχόμενο να τις ''λειτουργήσουν'' από κοινού σαν ''πλοίο'' εμπιστοσύνης, χωρίς ωστόσο να καθορίσουν τις ζώνες κατοχής. Η συντριβή της Ιαπωνίας τον Αύγουστο του 1945, επεσήμανε την ανάγκη για μια λύση. 

Μια πιθανή διαχωριστική γραμμή προτάθηκε από τους συνταγματάρχες Τσαρλς Μπόουνστιλ και Ντιν Ρασκ κατά τη διάρκεια μιας ολονύχτιας συνδιάσκεψης στις 10 Αυγούστου. Ήθελαν οι Αμερικανικές ζώνες να επεκταθούν μέχρι τουλάχιστον την Σεούλ, ωστόσο η πρόταση έπρεπε να γίνει αποδεκτή από την ΕΣΣΔ η οποία είχε μεταφέρει στρατεύματα στην Κορέα πολύ πριν τους Αμερικανούς. Ο Μπόουνστιλ σκέφτηκε πρώτος την ιδέα να θεωρηθεί μια γραμμή ως το σύνορο μεταξύ των περιοχών και λόγω έλλειψης χάρτη πρότεινε τον 38ο παράλληλο. Για μεγάλη τους έκπληξη οι Σοβιετικοί δέχθηκαν».

 
Διεθνείς Ανταγωνισμοί σε Κορεατικό Έδαφος

Ο Πόλεμος της Κορέας άρχισε στις 25 Ιουνίου 1950 όταν η Βόρειος Κορέα εξαπέλυσε μια ολοκληρωτική συμβατική στρατιωτική επίθεση από τον 38ο παράλληλο, τη διαχωριστική γραμμή που χάραξαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση την παραμονή της παράδοσης της Ιαπωνίας τον Αύγουστο του 1945. Με τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης και του νεοσύστατου κομμουνιστικού καθεστώτος στην Κίνα, Βορειοκορεατικές μεραρχίες προήλασαν ταχέως εναντίον των κατά πολύ υπολειπόμενων σε άνδρες και δύναμη πυρός νοτιοκορεατικών δυνάμεων. Η Σεούλ, η πρωτεύουσα της Νοτίου Κορέας, έπεσε σε τρεις μέρες.

Η επίθεση έλαβε χώρα σε μια φάση έντονης ψυχροπολεμικής σύγκρουσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συγκάλεσαν το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, το οποίο η Σοβιετική Ένωση μποϋκοτάριζε, και έλαβαν έγκριση για ένα ψήφισμα που καλούσε τα μέλη να «παράσχουν την απαραίτητη βοήθεια... προκειμένου να απωθήσουν την ένοπλη επίθεση και να επαναφέρουν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια στην περιοχή». 

Στις 30 Ιουνίου οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες ήδη παρείχαν αεροπορική και ναυτική υποστήριξη, απέστειλαν χερσαία στρατεύματα για την άμυνα της Νοτίου Κορέας. Παρ' όλο που η Νότιος Κορέα και οι Ηνωμένες Πολιτείες τελικά προμήθευσαν πάνω από το 90% των στρατιωτών που πολέμησαν υπό τη σημαία των Ηνωμένων Εθνών, 15 ακόμη κυβερνήσεις απέστειλαν στρατιωτικές μονάδες για τη σωτηρία της Νοτίου Κορέας.

Όταν το φθινόπωρο του 1950 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, πάλι κατά προτροπή των ΗΠΑ και υπό δραστικά μεταβαλλόμενες στρατιωτικές συνθήκες, αναθεώρησε τον στόχο της, ώστε αυτός να περιλαμβάνει ενοποίηση της χερσονήσου υπό το αντικομμουνιστικό καθεστώς της Νοτίου Κορέας, η Κίνα απέστειλε εκατοντάδες χιλιάδες στρατεύματα προκειμένου να εμποδίσει τον αφανισμό της Βορείου Κορέας. Κυρίως επειδή ούτε οι κορυφαίοι ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών ούτε εκείνοι της Σοβιετικής Ένωσης επιθυμούσαν μία απευθείας στρατιωτική σύγκρουση, ο πόλεμος ποτέ δεν επεκτάθηκε πέραν της Κορέας. 

Ωστόσο, οι μάχες διήρκεσαν για πάνω από τρία χρόνια, προξένησαν περισσότερες από τρία εκατομμύρια απώλειες σε ανθρώπινες ζωές (ως επί το πλείστον Κορεατών αμάχων), και άφησαν τη χώρα διαιρεμένη περίπου εκεί όπου είχαν ξεκινήσει και με μια τεταμένη ανακωχή αντί με μία συνθήκη ειρήνης. Η διαίρεση και η ένταση συνεχίζονται μέχρι σήμερα, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να παραμένουν ο κύριος σύμμαχος της Νοτίου Κορέας και την Κίνα να εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του βασικού υπερασπιστή της Βορείου Κορέας.

Παρ' όλο που η Κορέα βρισκόταν χιλιάδες μίλια μακριά από την Ευρώπη, πολλοί στη Δύση θεωρούσαν τον πόλεμο εκεί θεμελιώδη για τον αγώνα των Ηνωμένων Πολιτειών να προστατέψουν το δυτικό τμήμα της Γηραιάς Ηπείρου από μία σοβιετική εισβολή. Στο μυαλό τους, τα αίτια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν να κάνουν με την αποτυχία των Δυτικών δημοκρατιών να αντισταθούν από νωρίς στην επιθετικότητα της Ιαπωνίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας.

 
Στο τέλος του πολέμου, με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία να έχουν αποδυναμωθεί σοβαρά και τη Σοβιετική Ένωση να έχει αναδυθεί ως η ισχυρότερη δύναμη στην Ευρασιατική χερσαία μάζα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν το μόνο έθνος ικανό να αναχαιτίσει τη σοβιετική επέκταση. Ο φόβος που δημιουργήθηκε ήταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επέστρεφαν στον απομονωτισμό του Μεσοπολέμου.

Μέχρι το 1950, μέσω του προγράμματος βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία, του Σχεδίου Μάρσαλ και του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν δώσει κάποια ένδειξη ότι ο φόβος δεν ήταν δικαιολογημένος. Ωστόσο, καμία από αυτές τις ενέργειες δεν συνεπαγόταν την ανάπτυξη σε μάχη ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ. Πράγματι, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν διαλύσει το μεγαλύτερο μέρος του στρατού τους και είχαν αποσύρει, πλην δύο αποδυναμωμένων μεραρχιών, όλες τις υπόλοιπες από την Ευρώπη. 

Η Σοβιετική Ένωση κατείχε ένα τεράστιο πλεονέκτημα σε μονάδες εδάφους στην Ευρώπη, πολλές εκ των οποίων είχαν αναπτυχθεί στην πρώτη γραμμή σε μια Γερμανία διαιρεμένη μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Επιπροσθέτως, κατά τη διάρκεια του 1949 οι Σοβιετικοί είχαν σπάσει το Αμερικανικό μονοπώλιο στα πυρηνικά όπλα. Οι αμφιβολίες για το αν γινόταν οι Σοβιετικοί να αποτραπούν από το να μπουν στη δυτική Ευρώπη ή για το αν μπορούσε κανείς να βασιστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες για την υπεράσπιση της περιοχής σε μια τέτοια περίπτωση, ενισχύθηκαν.

Υπό αυτές τις συνθήκες η Βορειοκορεατική επίθεση έγινε ένα τεστ της αξιοπιστίας των ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση είχαν μοιράσει την Κορέα σε ζώνες κατοχής το 1945. Όταν μετά την ιαπωνική αποχώρηση απέτυχαν να συμφωνήσουν στην εγκαθίδρυση μίας ενωμένης, ανεξάρτητης κυβέρνησης, οι Ηνωμένες Πολιτείες έπεισαν τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και μια επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών να βοηθήσουν στη δημιουργία ενός τέτοιου καθεστώτος κάτω από τον 38ο παράλληλο. 

Αυτό το καθεστώς εγκαινιάστηκε τον Αύγουστο του 1948 υπό την αντικομμουνιστική ηγεσία του Σίνγκμαν Ρι. Η Σοβιετική Ένωση ακολούθησε με τη σειρά της, δημιουργώντας μία κομμουνιστική κυβέρνηση στον Βορρά υπό τον Κιμ Ιλ Σουνγκ. Τώρα, τον Ιούνιο του 1950, που τανκς και αεροσκάφη σοβιετικής κατασκευής ηγούνταν του βορειοκορεατικού στρατού σε μια προσπάθεια να επανενώσουν τη χώρα διά της βίας, οι Αμερικανοί ηγέτες αντιμετώπιζαν μια δοκιμασία της δικής τους προθυμίας να χύσουν αίμα για τη Νότιο Κορέα και τα Ηνωμένα Έθνη.

Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου Χάρι Τρούμαν να αποστείλει στρατεύματα στην Κορέα ανακούφισε από μέρος της ανησυχίας στην Ευρώπη σχετικά με τη βούληση των Ηνωμένων Πολιτειών, ωστόσο φόβοι σχετικά με τις δυνατότητές τους παρέμειναν, ειδικά ενόψει των ομοιοτήτων της στρατιωτικής ισορροπίας στη διαιρεμένη Κορέα με αυτήν στη διαιρεμένη Γερμανία.

 
Οι σχεδιαστές στρατηγικής των ΗΠΑ μοιράζονταν τις ίδιες ανησυχίες και η βορειοκορεατική επίθεση παρείχε το απαραίτητο σοκ για να ενωθούν η γραφειοκρατία της εθνικής ασφάλειας με το Αμερικανικό κοινό πίσω από ένα μείζον πρόγραμμα επανεξοπλισμού. Στη διάρκεια των επόμενων τριών ετών, οι Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με τους εταίρους τους στο ΝΑΤΟ, το οποίο επεκτάθηκε το 1952 για να περιλάβει την Ελλάδα και την Τουρκία, δημιούργησαν ένα πολυμερές αμυντικό οικοδόμημα, αύξησαν κατά πολύ το μέγεθος και την ετοιμότητα των δυνάμεων που βρίσκονταν ανεπτυγμένες εναντίον των Σοβιετικών στην Ευρώπη, και επέτρεψαν την κρίσιμη Δυτικογερμανική συμβολή σε αυτές τις δυνάμεις.

Ευρωπαϊκοί Φόβοι για Επίθεση της ΕΣΣΔ

Δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις διαρκώς ανησυχούσαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επέκτειναν τον πόλεμο πέραν της Κορέας, δεσμεύοντας έτσι υπέρ το δέον τις δυνάμεις τους στη βορειοανατολική Ασία. Αυτό, πίστευαν στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, θα αποδυνάμωνε τη θέση των ΗΠΑ στην Ευρώπη και θα ενεθάρρυνε πιθανόν τη Σοβιετική Ένωση να εξαπολύσει μία προληπτική επίθεση στη Γηραιά Ήπειρο. 

Τέτοιου είδους ανησυχίες κορυφώθηκαν το διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου 1950 και Απριλίου 1951, όταν η Κίνα, μετά τη μαζική παρέμβασή της στην Κορέα, απειλούσε τις δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών με ολοκληρωτική ήττα. Ωστόσο, με τη στρατιωτική ισορροπία που επετεύχθη στην Κορέα κατά τα τέλη του χειμώνα και την άνοιξη του 1951 και την παύση, από τον Τρούμαν, του απείθαρχου στρατηγού Ντάγκλας Μακάρθουρ από όλα του τα καθήκοντα, οι πιθανότητες για εξάπλωση του πολέμου μειώθηκαν. 

Παρ' όλ' αυτά, από το 1951 έως το 1954 οι Ηνωμένες Πολιτείες διεύρυναν τις δεσμεύσεις τους στον δυτικό Ειρηνικό μέσω της υπογραφής στρατιωτικών συμφώνων με την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, τις Φιλιππίνες, την Ιαπωνία, τη Νότιο Κορέα και την Ταϊβάν. Σε αντίθεση, όμως, με τον Πόλεμο του Βιετνάμ την επόμενη δεκαετία, αυτές οι δεσμεύσεις έγιναν ενόσω οι δυνάμεις των ΗΠΑ επεκτείνονταν στην Ευρώπη.

Ο Πόλεμος της Κορέας ήταν μία άγρια σύγκρουση η οποία όξυνε σε μεγάλο βαθμό μία παγκόσμια κούρσα εξοπλισμών και απέτυχε να ικανοποιήσει τον πόθο των Κορεατών για εθνική ενότητα. Από την άλλη, κατέδειξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πρόθυμες να πολεμήσουν προκειμένου να προστατέψουν φιλικές κυβερνήσεις και παρείχε το πλαίσιο εντός του οποίου η Δύση επανεξοπλίστηκε για να δημιουργήσει μία σχετική στρατιωτική ισορροπία στην Ευρώπη, την πλέον κρίσιμη στρατηγικά και κατ' επέκτασιν πιο επικίνδυνη περιοχή στη σύγκρουση των μεγάλων δυνάμεων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Κατά μία σημαντική έννοια, λοιπόν, ο Πόλεμος της Κορέας κατέστησε μία απευθείας σύρραξη μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης πολύ λιγότερο πιθανή να συμβεί.


Η Εισβολή στη Νότια Κορέα

Στις 25 Ιουνίου 1950, ο στρατός της Βόρειας Κορέας πέρασε δυναμικά τον 38ο παράλληλο ανακοινώνοντας σαν στόχο την συνένωση των δυο τμημάτων της Κορέας σε ενιαίο κράτος και την εκτέλεση του Σήνγκμαν-Ρή και των οπαδών του. Η στρατιωτική δύναμη του Βορρά είναι πολύ σημαντική εκείνη την στιγμή και όλη φυσικά Ρωσικής προέλευσης, συνδυάζοντας και πρόσθετες ενισχύσεις "εθελοντών" που προστέθηκαν από την Κίνα. 

Τα ακριβή αριθμητικά δεδομένα δεν είναι εύκολο να εκτιμηθούν, αλλά επρόκειτο περίπου για πάνω από 230.000 στρατό, 300 αεροπλάνα, 200 τανκ και πάνω από 200 πυροβόλα. Σύμφωνα με Αμερικανικές πηγές οι αντίστοιχες δυνάμεις τους στην Νότια Κορέα ήταν μόνο 65.000 στρατιώτες και κάπου 20 μόνο βοηθητικά αεροπλάνα. Η γενικότερη επίσης υποδομή στη Νότια Κορέα ήταν κάτω του στοιχειώδους, οπότε την επίθεση εκείνη ακολούθησε μια χαώδης υποχώρηση στρατιωτών και πολιτών μέσα από δυσκολοδιάβατους δρόμους και κάτω από συνεχή εχθρικά πυρά.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος Χάρρυ Τρούμαν, παρόλο που είχε ενδεικτικές πληροφορίες για συγκεντρώσεις στρατευμάτων του Βορρά στον 38ο παράλληλο, δε θέλησε να εμπλακεί σε ένα ανοιχτό πόλεμο και προσπάθησε να υποβιβάσει το μέγεθος της εισβολής. Ο Τρούμαν ήταν σε αντίθεση με τους στρατιωτικούς του, λέγοντας ότι δεν επιθυμούσε να ξεκινήσει τον Γ' Παγκόσμιο Πόλεμο κι είναι επίσης αλήθεια ότι τον πίεζαν για το αντίθετο οικονομικοί βιομηχανικοί κύκλοι στην Αμερική, που ευνοούσαν νέες πολύ προσοδοφόρες πολεμικές παραγγελίες που είχαν συνηθίσει απ την εποχή του προηγούμενου Παγκόσμιου Πολέμου. 

Ο Τρούμαν, φανατικά αντικομμουνιστής ο ίδιος, αποφάσισε ωστόσο να ελιχθεί αρχικά διπλωματικά μέσω του ΟΗΕ, πετυχαίνοντας μια, αμφισβητούμενη νομικά πάντως, ομόφωνη καταδίκη της Βόρειας Κορέας εκμεταλλευόμενος την απουσία της Ρωσίας και της Κίνας, οι οποίες δεν έπαιρναν μέρος λόγω της αντίδρασής τους για την παρουσία της Εθνικιστικής Κίνας στον ΟΗΕ .

Σε λίγες μέρες, η ακατάσχετη εκείνη υποχώρηση αθροίζει πολλά θύματα στο Νότο και φτάνει στο σημείο να περιορίσει τους Αμερικανούς μόλις στο 10% της αρχικής περιοχής που κατείχαν. Ο Τρούμαν επέβαλε χάρις στην απόφαση του ΟΗΕ την εμπλοκή των ΗΠΑ και άλλων συμμάχων υπό την σημαία του ΟΗΕ (27 Ιουνίου 1950) σε μια εμπλοκή που προτιμούσε να αποκαλεί "αστυνομική επιχείρηση".

Ο Αμερικανικός Στόλος κινήθηκε αμέσως προς την Ιαπωνία και την Κορεατική θάλασσα για να υποστηρίξει με αεροπλανοφόρα τις δυνάμεις τους στην Κορέα, ενώ ετοιμάστηκαν ενισχύσεις από τις Αμερικανικές δυνάμεις που είχαν βάση στην Ιαπωνία. Η Κίνα δήλωσε ότι θεωρεί τις ΗΠΑ σαν δύναμη απειλής στην περιοχή της, αφήνοντας υποψίες ότι ήταν έτοιμη να εμπλακεί στην διαμάχη εκείνη. Τον Αύγουστο, ο Τρούμαν δίνει την αρχιστρατηγία στον Στρατηγό 5 αστέρων Ντάγκλας Μακάρθουρ για όλες τις δυνάμεις του ΟΗΕ.

 
Ο στρατηγός αυτός είναι επίσης υποστηρικτής της σκληρής γραμμής, αλλά ακόμα μισεί τον Τρούμαν επειδή τον θεωρεί μάλλον διστακτικό απέναντι των κομμουνιστών, επειδή δεν ευνοεί τον ολοκληρωτικό πόλεμο. Ο Τρούμαν φοβάται πάντα την εμπλοκή της Κίνας, γιατί αυτό θα σήμαινε την απαρχή ενός νέου μεγάλου πολέμου, τον οποίο θέλει όμως να αποφύγει για το μεγάλο του οικονομικό κόστος, το οποίο δεν του επιτρέπει να βάλει μπροστά την ειρηνική μεταπολεμική του πολιτική ανόρθωσης στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Ο Μακάρθουρ σχεδιάζει μια αντεπίθεση στα νώτα των Βορειο-Κορεατικών δυνάμεων στην ρίζα της Κορεατικής χερσονήσου και πετυχαίνει μια αιφνιδιαστική απόβαση στην Ιντσόν (Incheon) αποκόπτοντας όλη την υπόλοιπη εχθρική δύναμη στα νότια μεταξύ 15 και 28 Σεπτεμβρίου 1950. Αυτό του επιτρέπει στις 8 Οκτωβρίου 1950 να ξεπεράσει τον 38ο παράλληλο και, κατακτώντας πρακτικά όλη τη Βόρεια Κορέα, να φτάσει στα Κινεζικά σύνορα. 

Ο Τρούμαν αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι ο κατά τα άλλα αντιπαθής σε αυτόν στρατηγός του πέτυχε μια πολύ έξυπνη κίνηση κατά του εχθρού, αλλά ο Μακάρθουρ είναι υπέρ της περαιτέρω επίθεσης για την μόνιμη εξάλειψη της απειλής απ' τον Βορρά. Ο Τρούμαν δεν συμφωνεί επιδιώκοντας πάντα την μη επέμβαση της Κίνας. Ο Μακάρθουρ καταφεύγει σε προσωπικές δηλώσεις στον Τύπο, επικρίνοντας τον Τρούμαν για έλλειψη πολιτικής γραμμής στην Κορέα. Στις 15 Οκτωβρίου 1950 όμως, σε κοινή σύσκεψη με τον Τρούμαν, ο Μακάρθουρ αποκλείει την οποιαδήποτε πιθανότητα εμπλοκής της Κίνας που την θεωρεί ανίκανη να δράσει στρατιωτικά.

Το σκηνικό εκείνο ανατρέπεται άρδην την 1η Νοεμβρίου 1950, όταν η Κίνα επιτίθεται με δυνάμεις κάπου 500.000 ανδρών στα εδάφη της Βόρειας Κορέας, με σκοπό, όπως λέει, να προστατεύσει την δική της περιοχή, που τώρα βρίσκεται πολύ κοντά στα προωθημένα Αμερικανικά στρατεύματα. Πρόκειται ουσιαστικά για τον πρώτο στην ιστορία πόλεμο Κίνας–Αμερικής. Οι δυνάμεις της Κίνας είναι πολύ οργανωμένες και καλά εφοδιασμένες, πράγμα που αντιστρέφει ολοσχερώς την κατάσταση στο μέτωπο. 

Στις αεροπορικές μάλιστα αναμετρήσεις, τα αεριωθούμενα αεροπλάνα τίθενται για πρώτη φορά σε πλήρη δράση και οι Αμερικανοί έκπληκτοι αντιμετωπίζουν το Ρωσικό μαχητικό Μινγκ-15, που έχει επιδόσεις κατά κάτι καλύτερες του δικού τους F-86, παρόλο που οι Κινέζοι πιλότοι δεν είναι το ίδιο έμπειροι, αν και υποβοηθούνται από Ρώσους εκπαιδευτές και πιθανόν και από μερικούς Ρώσους πιλότους εθελοντές που ηγούνται κάποιων σμηνών.

Ο Πόλεμος της Κορέας και οι Αιματηρές Συγκρούσεις στον 38ο Παράλληλο

«Η διαχωριστική γραμμή καταπατήθηκε στις 25 Ιουνίου του 1950 όταν η Βόρεια Κορέα εισέβαλε στο Νότο. Η ανακωχή υπογράφηκε στις 27 Ιουλίου του 1953. Στον πρώτο χρόνο του πολέμου, η ορμή της μάχης αυξανόταν και μειωνόταν δραματικά. Ωστόσο, ο 38ος παράλληλος παρέμεινε ένα σημαντικό σημείο αναφοράς, ενώ αναφέρθηκε και από τα Ηνωμένα Έθνη ως σημείο υποχώρησης των Βορειοκορεατών. Ήταν επίσης σημαντικό για τον Μάο Τσε Τουνγκ ο οποίος συμμετείχε στον πόλεμο στο πλευρό της Βόρειας Κορέας με καταστροφικές συνέπειες, όταν τα Ηνωμένα Έθνη προχώρησαν βορειότερα από τον 38ο παράλληλο.

 
Τον Ιούνιο του 1953, η δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών είχαν πάρει το πάνω χέρι διώχνοντας του Κινέζους πέρα από τον 38ο παράλληλο. Ωστόσο, οι πολιτικοί ηγέτες των ΗΠΑ ήθελαν να τους διώξουν ακόμη πιο μακριά στην περίπτωση που έχαναν την υποστήριξη των συμμάχων τους, χωρίς να δίνουν σημασία στον πρόεδρος της Νότιας Κορέας Σινγκμαν Ρι ο οποίος από καιρό επέμενε στην επανένωση της χώρας του. Μάλιστα, ένας από τους συνταγματάρχες του, αποκάλεσε τον 38ο παράλληλο ως ''εκείνη την καταραμένη γραμμή''».

Ο 38ος Παράλληλος μετά τον Πόλεμο της Κορέας

Μετά από δύο χρόνια συγκρούσεων και διαπραγματεύσεων, οι δύο πλευρές αποφάσισαν να μετατρέψουν την πρώτη γραμμή του μετώπου (τον 38ο παράλληλο) σε μία στρατιωτική διαχωριστική γραμμή χωρίζοντας τα δύο κράτη της Κορέας με μια αποκαλούμενη ''αποστρατικοποιημένη ζώνη'' η οποία εκτείνεται σε δύο χιλιόμετρα για κάθε πλευρά. 

Από τότε παραμένει το de facto σύνορο. Αντικατοπτρίζει το μέρος όπου οι δύο πλευρές σταμάτησαν να πολεμούν και όχι έναν κύκλο γεωγραφικού πλάτους. Ωστόσο θα ήταν δύσκολο να διαφωνήσει κανείς πως η επιλογή του συνόρου ήταν μια σύμπτωση. Οι δύο πλευρές ήταν πρόθυμες να σταματήσουν όταν ένιωσαν ότι το καθεστώς είχε επανέλθει. Και αυτό το αίσθημα αντανακλάται από την εγγύτητα τους σε αυτή την ''Καταραμένη Γραμμή''».

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΚΟΡΕΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η Εισβολή των Βορειοκορεατών και η Αντεπίθεση των Δυνάμεων των Η.Ε.

Oι Βορειοκορεατικές δυνάμεις, διαβαίνοντας τον 38ο παράλληλο στις 25 Ιουνίου 1950 και εισβάλλοντας στη Δημοκρατία της Νότιας Κορέας, εφάρμοσαν ένα άρτια μελετημένο σχέδιο αστραπιαίου πολέμου με προφανή σκοπό την κατάληψη ολόκληρης της χερσονήσου. Οι επιτιθέμενοι διέθεταν 14 Μεραρχίες, 240 άρματα μάχης Τ-34 Ρωσικής κατασκευής, 1400 πυροβόλα και δύναμη αεροσκαφών κυρίως τύπου ΥΑΚ.

Οι αμυνόμενες Νοτιοκορεατικές μεραρχίες παρά τον αιφνιδιασμό που υπέστησαν προέβαλαν αντίσταση, η οποία όμως ταχέως κάμφθηκε λόγω της περιορισμένης σύνθεσης των Μεραρχιών αυτών και των ελλείψεων που είχαν. Οι εισβολείς συνέχισαν την προέλασή των παρά την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ όπως αποσυρθούν άμεσα βόρεια του 38ου παραλλήλου. Έτσι στις 29 Ιουνίου 1950 κατέλαβαν την πρωτεύουσα Σεούλ (Seoul) συνεχίζοντας την πορεία τους προς νότο.

Μετά την εξέλιξη αυτή, οι Αμερικανοί, σύμφωνα και με την απόφαση του ΟΗΕ, επενέβησαν με την Αεροπορία. Επεδίωξαν την ανακοπή της εν λόγω προέλασης, βομβαρδίζοντας αεροδρόμια και λοιπούς στρατιωτικούς στόχους. Παράλληλα ναυτικές δυνάμεις της Αμερικής και της Βρετανίας ενήργησαν ναυτικό αποκλεισμό και βομβαρδισμό των Βορειοκορεατών που προχωρούσαν στις ανατολικές ακτές της Νότιας Κορέας.


Για την ενίσχυση των δυνάμεων που κινδύνευαν, πραγματοποιήθηκε αερομεταφορά στοιχείων Αμερικανικής Μεραρχίας από την Ιαπωνία. Στη συνέχεια και άλλες δυνάμεις των ΗΠΑ, κατάλληλα εξοπλισμένες με άρματα, πυροβολικό και λοιπό οπλισμό, κατέφθασαν στην Κορέα εσπευσμένα. Οι προαναφερθείσες δυνάμεις ενισχύθηκαν με τις αντίστοιχες συμμαχικές που εστάλησαν μετά την έκκληση του ΟΗΕ. Έτσι αναπτύχθηκε η 8η Αμερικανική Στρατιά, στην οποία υπήχθησαν όλες οι συμμαχικές δυνάμεις.

Η Ανώτατη Διοίκηση, με έδρα το Τόκιο, ανατέθηκε με αξίωμα Αρχιστρατήγου στον θρύλο του Ειρηνικού Στρατηγό Douglas Mac Arthur, ηλικίας 70 ετών, και η Διοίκηση της 8ης Αμερικανικής Στρατιάς στον Στρατηγό Walker. Στο μεταξύ οι Βόρειοι συνεχίζοντας την προέλαση τους κατέλαβαν μεγάλο τμήμα του εδάφους της Νότιας Κορέας και στο τέλος Ιουλίου του 1950 σταθεροποιήθηκαν, λόγω της σθεναρής άμυνας των συμμαχικών δυνάμεων στην περίμετρο της πόλης Taegu και του λιμένα Pusan.

Στo πλαίσιο της ανατροπής της δυσάρεστης κατάστασης, στις 15 Σεπτεμβρίου 1950 πραγματοποιήθηκε από το 10ο Αμερικανικό Σώμα Στρατού ευρεία αποβατική ενέργεια στην ακτή της περιοχής Inchon. Με την επιχείρηση αυτή έγινε ανακατάληψη των εδαφών που είχαν απολεσθεί και συγχρόνως εγκλωβισμός των Βορειοκορεατικών δυνάμεων.

Ταυτόχρονα, οι συμμαχικές δυνάμεις εντός της περιμέτρου Taegu - Pusan, υπό τη διοίκηση της 8ης Αμερικανικής Στρατιάς, ανέλαβαν επιθετική ενέργεια, βάσει της οποίας πραγματοποιήθηκε ταχεία προέλαση προς βορρά, προκαλώντας βαριές απώλειες στον εχθρό, πέραν του μεγάλου αριθμού των αιχμαλώτων που συνελήφθησαν και του παντοειδούς πολεμικού υλικού που περιήλθε στα χέρια των συμμάχων.

Στις 28 Σεπτεμβρίου απελευθερώθηκε η Σεούλ από το 10ο Σώμα Στρατού. Ακολούθησαν ενέργειες εκκαθάρισης της περιοχής από εχθρικές αντιστάσεις, και στις 7 Οκτωβρίου οι δυνάμεις του Σώματος αυτού συνενώθηκαν με τα προελαύνοντα τμήματα της 8ης Στρατιάς, με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό έξι Βορειοκορεατικών Μεραρχιών.

Μετά την επιτυχία αυτή, οι συμμαχικές δυνάμεις με διαταγή του Στρατηγού Mac Arthur προέλασαν ραγδαία πέραν του 38ου παραλλήλου, καταλαμβάνοντας την πρωτεύουσα Pyongyang και σχεδόν ολόκληρο το έδαφος της Βόρειας Κορέας. Πρόσθετα συνελήφθησαν 135.000 αιχμάλωτοι και κυριεύθηκαν μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού. Είχε προηγηθεί μακρά συζήτηση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και με την απόφαση που λήφθηκε εξουσιοδοτήθηκε ο Mac Arthur όπως επιτρέψει στις δυνάμεις των ΗΕ να διαβούν τον 38ο παράλληλο, εφόσον έκρινε τούτο αναγκαίο.
 
 
Η απόφαση της καταδίωξης του εχθρού πέραν του 38ου παραλλήλου αποσκοπούσε στην καταστροφή των βορειοκορεατικών δυνάμεων και την παρεμπόδιση αυτών να αναδιοργανωθούν για μια νέα εισβολή στη Νότια Κορέα.

Η Επέμβαση της Κίνας

Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, η ηγεσία τής υπό κομμουνιστικό καθεστώς Κίνας εξέπεμπε έντονη προπαγανδιστική επίθεση κατά των ΗΕ, στην οποία τονιζόταν ότι οι Κινέζοι παραμένουν πάντοτε στο πλευρό του Βορειοκορεατικού Στρατού.

Συγχρόνως με διάφορους τρόπους έγινε γνωστό ότι ο Κινεζικός Στρατός στη Μαντζουρία αυξανόταν με σταθερό ρυθμό και είχε φθάσει τους 850.000 άνδρες. Επίσης υπήρχαν πληροφορίες για αύξηση της εχθρικής αεροπορικής δραστηριότητας, με την εμφάνιση για πρώτη φορά των ρωσικής κατασκευής αεριωθουμένων MiG - 15. ασφαλέστερο μέρος, και Ελληνικά αεροσκάφη C-47 Dakota του 13ου Σμήνους Μεταφορών, όπως θα αναπτυχθεί στη συνέχεια.

Στις 26 Δεκεμβρίου σκοτώθηκε ο Διοικητής της 8ης Αμερικανικής Στρατιάς Στρατηγός Walker, τον οποίο αντικατέστησε ο Στρατηγός Ridgway. Σημειώνεται ότι και το Ελληνικό Τάγμα έφθασε στην Κορέα στην κρίσιμη αυτή φάση του πολέμου. Αποβιβάστηκε στο λιμάνι του Pusan στις 9 Δεκεμβρίου και αμέσως ακολούθησε η προώθηση αυτού στη ζώνη επιχειρήσεων. Διακρίθηκε στις συγκρούσεις για τη μαχητικότητα που επέδειξε. 

Προεξέχουσα περίπτωση ήταν η αγωνιστικότητα του 3ου Λόχου στο ύψωμα 381. Οι Έλληνες κατόρθωσαν να απωθήσουν μεγάλη δύναμη του εχθρού, αποκαθιστώντας την ακεραιότητα του σπουδαίου από τακτικής άποψης υψώματος. Η ενέργεια αυτή στη διάρκεια της νύχτας της 29ης Ιανουαρίου επέφερε μεγάλες απώλειες στον εχθρό, με τίμημα από Ελληνικής πλευράς τον θάνατο δύο αξιωματικών και εννέα οπλιτών.

Η Επίθεση των Δυνάμεων των Η.Ε

Στα τέλη Ιανουαρίου του 1951 η Διοίκηση της 8ης. Στρατιάς διέταξε την ανάληψη επιθετικών επιχειρήσεων σε όλο το μήκος του μετώπου, προκειμένου ο εχθρός να υποστεί όσον το δυνατόν μεγαλύτερες απώλειες και να απωθηθεί και πάλι προς βορρά.


Παρά την πεισματώδη αντίσταση των κινεζικών δυνάμεων, τα φίλια τμήματα κινούμενα προς βορρά κατέλαβαν στις 7 Φεβρουαρίου την πόλη Inchon και το αεροδρόμιο Kimpo. Ακολούθησε, ύστερα από σκληρό αγώνα, η ανακατάληψη της Σεούλ και η εξουδετέρωση της αντίστασης του εχθρού, ο οποίος στα μέσα Μαρτίου υποχρεώθηκε σε γενική υποχώρηση.

Η 8η Στρατιά, συνεχίζοντας τη δράση της σε όλο το μήκος του μετώπου, επέφερε στον εχθρό σημαντικές απώλειες και συγχρόνως τον ανάγκασε να συμπτυχθεί βόρεια του 38ου παραλλήλου στα μέσα Απριλίου. Σε κλίμα προβληματισμού για την Ουάσιγκτον, σχετικά με την εξωτερική πολιτική και ιδιαίτερα με τον πόλεμο της Κορέας, ο Αρχιστράτηγος Mac Arthur ζήτησε εξουσιοδότηση, ώστε να επιτεθεί στην πλεονεκτική για τον εχθρό περιοχή της Μαντζουρίας.

Η επιμονή αυτή του Αρχιστράτηγου είχε ως αποτέλεσμα να αποφασιστεί από τον Πρόεδρο Τρούμαν η αντικατάστασή του. Έτσι στις 11 Απριλίου 1951 την Ανώτατη Διοίκηση, με έδρα το Τόκιο, ανέλαβε ο Στρατηγός Ridgway, παραδίδοντας τη διοίκηση της μαχόμενης στην Κορέα 8ης Αμερικανικής Στρατιάς στον Στρατηγό Van Ϝleet, γνωστό στους Έλληνες από την περίοδο του Εμφυλίου πολέμου, ως Αρχηγό της Αμερικανικής Αποστολής στην Ελλάδα.

Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν, οπότε στα τέλη Μαΐου, σε αντεπίθεση των συμμαχικών δυνάμεων, ο εχθρός υποχώρησε με συνολικές απώλειες 110.000 ανδρών, πέραν των μεγάλων ποσοτήτων υλικού και εφοδίων. Στα μέσα του Ιουνίου οι φίλιες δυνάμεις προωθήθηκαν 25 έως 50 χλμ βόρεια του 38ου παραλλήλου. Ο εχθρός, εξαντλημένος πλέον, όχι μόνο από τη φθορά που είχε από στις χερσαίες επιχειρήσεις αλλά και από τις μεγάλες καταστροφές που υπέστη από τους ανηλεείς βομβαρδισμούς στρατηγικών στόχων της Αμερικανικής Αεροπορίας, σταθεροποιήθηκε σε ασφαλή γραμμή άμυνας.

Η Τελική Φάση του Πολέμου και Εκεχειρία

Η Κινεζική διοίκηση είχε λάβει υπόψη της κάθε λεπτομέρεια που θα μπορούσε να ευνοήσει τις Αμερικανικές δυνάμεις. Τα στρατεύματα και το υλικό εκινούντο τη νύχτα για αποφυγή της αεροπορίας, ενώ το πεζικό ήταν σε θέση να κάνει με τα πόδια μεγάλες αποστάσεις σε μικρό χρονικό διάστημα εκτελώντας ένα τεράστιο κυκλωτικό σχέδιο που αποδιοργάνωσε τις επικοινωνίες της 8ης Αμερικανικής Στρατιάς. 

Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος και η καταστροφή των Αμερικανικών δυνάμεων αποφεύχθη με εκκένωση στρατευμάτων μέσω θαλάσσης. Μέσα σε 4 μέρες, οι δυνάμεις του Μακάρθουρ έχοντας χάσει 15.000 άνδρες έσπευσαν να ανασυνταχθούν και πάλι κατά μήκος του 38ού παράλληλου. Οι Κινέζοι υπολογίζεται ότι είχαν υποστεί περί τις 100.000 απώλειες, οι οποίες όμως εύκολα αντικαταστάθηκαν γρήγορα.


Τον Ιανουάριο του 1951, οι Κινέζοι επανέλαβαν την μεγάλη έκταση επίθεσή τους, με σκοπό να περάσουν τον 38ο παράλληλο προς τα νότια στηριζόμενοι στην μεγάλη αριθμητική τους υπεροχή. Την ίδια ώρα ο πόλεμος στην Κορέα γίνονταν ολοένα και πιο αντιπαθής στον μέσο πολίτη στη Δύση, γιατί προκαλούσε νέα θύματα αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και χωρίς να διαφαίνεται στον ορίζοντα μια καθαρή νίκη, ενώ όλα έδειχναν ότι ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος με πιθανή χρήση των πυρηνικών όπλων δεν ήταν μακριά. 

Την χρήση μάλιστα των πυρηνικών όπλων πρότεινε ο ίδιος ο Μακάρθουρ, ο οποίος έβλεπε για πρώτη φορά την προσωπική του φήμη να σκιάζεται επικίνδυνα. Οι Κινέζοι κατόρθωσαν τελικά να καταλάβουν ακόμα και την πρωτεύουσα της Νότιας Κορέας, Σεούλ, αλλά σταμάτησαν εκεί γιατί οι γραμμές εφοδιασμού τους είχαν επιμηκυνθεί δυσανάλογα με την δυναμικότητά τους, ενώ τα μεταφορικά τους μέσα εξακολουθούσαν να είναι άνθρωποι, ζώα και ποδήλατα που εκινούντο μόνο την νύχτα. 

Σε αυτό το διάστημα, οι Αμερικανοί πρόλαβαν να αναπτύξουν μια αντεπίθεση χρησιμοποιώντας ενισχύσεις, πράγμα που τους επέτρεψε τη 15η Μαρτίου 1951 να ανακαταλάβουν τη Σεούλ και να προωθηθούν μερικά χιλιόμετρα πάνω απ τον 38ο παράλληλο. Ο Μακάρθουρ συνέχισε τις προσωπικές του δηλώσεις στον Τύπο, απειλώντας την Κίνα και το Κομμουνιστικό στρατόπεδο με ολοκληρωτικό πόλεμο, κάτι που φυσικά υπερέβαινε τις εξουσίες του. Αυτό έκανε τον Τρούμαν να τον παραιτήσει και αποστρατεύσει, αλλά η απόφαση αυτή ήταν κι αποτέλεσμα της συνεχούς διαφωνίας μεταξύ των δύο ανδρών. 

Με την πίεση όμως των Ρεπουμπλικάνων, απέβη τελικά σε κατακραυγή εναντίον του Τρούμαν, ο οποίος κατηγορήθηκε ως ανεπαρκής να τερματίσει δυναμικά τον πόλεμο στην Κορέα και να αντισταθεί στον κομμουνιστικό κίνδυνο. Στο πεδίο της μάχης, η κατάσταση παρέμενε πάντα χωρίς σημαντική αλλαγή και για τα δύο μέρη, συνεχίζοντας μόνο με κάτι αμφίρροπες διεκδικήσεις μερικών υψωμάτων και λόφων που αύξαναν τα θύματα, αλλά όχι και το αποτέλεσμα της σύρραξης. 

Τον Οκτώβριο του 1951, Αμερικανικά βομβαρδιστικά Β-29 σαν αυτά που έριξαν τις ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία, έκαναν πτήσεις πάνω απ την Κορέα και Κίνα "εξομοιώνοντας" πυρηνικές επιθέσεις για εκφοβισμό, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Επί ένα ακόμα χρόνο η κατάσταση θα παραμένει τελματωμένη στο μέτωπο.

Στις 29 Νοεμβρίου 1952, ο νέος Αμερικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, παρόλο που είχε εκτοπίσει τον Τρούμαν με την υπόσχεση να φέρει την τελική νίκη στην Κορέα, αναζήτησε κατάπαυση του πολέμου μέσω ανακωχής, μην τολμώντας πολεμική κλιμάκωση στο μέτωπο. Τελικά, μια κατάπαυση πυρός συμφωνήθηκε στις 27 Ιουνίου 1953, την ώρα που η γραμμή του μετώπου είχε κατασταλάξει ουσιαστικά και πάλι γύρω απ τον 38ο παράλληλο. Ως τότε οι δυνάμεις του ΟΗΕ είχαν υποστεί συνολικά κάπου 400.000 απώλειες και οι Κινεζικές κάπου 660.000, χωρίς να υπολογίζονται οι τεράστιες απώλειες σε άμαχους και των δύο Κορεατικών κρατών.


Ο 38ος παράλληλος όχι μόνο παρέμεινε ως σήμερα η διαχωριστική γραμμή των δύο κρατών με συχνές κατά καιρούς αψιμαχίες, αλλά και οι διπλωματικές εμπλοκές με τις ΗΠΑ δεν φαίνεται να έχουν σημαντικά αλλάξει ως σήμερα. Παρόλο που η διπλωματική θέση της Κίνας προς στιγμή δεν είναι η ίδια με εκείνη της εποχής του 1945-1950, εντούτοις οι μελλοντικές οικονομικές και γεωπολιτικές συσχετίσεις με τις ΗΠΑ πιθανόν να φέρουν τον "Ξεχασμένο Πόλεμο" και πάλι στην επικαιρότητα.

Η Ανακωχή

Στις 23 Ιουνίου 1951 η Σοβιετική Ένωση πρότεινε στον ΟΗΕ την έναρξη σχετικών συνομιλιών μεταξύ των εμπλεκομένων για σύναψη ανακωχής. Έπειτα από πολυάριθμες (575) συνομιλίες, οι αντιμαχόμενοι υπέγραψαν συμφωνία ανακωχής στις 27 Ιουλίου 1953. Στην τελική αυτή λύση συνέβαλε η διαλλακτικότητα και η πίεση εκ μέρους του Ρώσου ηγέτη Χρουστσόφ και άλλων αξιωματούχων (ο Στάλιν είχε πεθάνει στις 5 Μαΐου 1953).

Η συμφωνία που υπογράφτηκε προέβλεπε κατάπαυση του πυρός και χάραξη νέας γραμμής ανακωχής. Οι όροι αυτοί τηρήθηκαν από τους αντιμαχόμενους. Εντούτοις, όταν συνήλθε η πολιτική διάσκεψη στη Γενεύη για τον καθορισμό των μέτρων αποκατάστασης της ειρήνης στην Κορέα, που θα έπρεπε να συγκληθεί εντός τριών μηνών, οι συνομιλίες ναυάγησαν εξαιτίας των αξιώσεων των κομμουνιστών.

Κατόπιν αυτού, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αποφάσισε όπως οι συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην Νότια Κορέα παρατείνουν την παραμονή τους υπό τη σημαία των ΗΕ. Το ΕΚΣΕ (Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδος) επέστρεψε στην Ελλάδα, όπως προαναφέρθηκε, το 1955.

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΚΣΤΡΑΤΕΥΤΙΚΟ ΣΩΜΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΕΑ

Η Πολιτική Κατάσταση στην Ελλάδα το 1950

Η απόφαση για τη συμμετοχή Ελληνικών δυνάμεων ήταν απόρροια διάφορων παραγόντων για την Ελλάδα την εποχή εκείνη. Η Ελληνική κυβέρνηση επιθυμούσε να εκδηλώσει την υποστήριξή της σε μια στρατιωτική επιχείρηση του Ο.Η.Ε. που αποσκοπούσε στην κατοχύρωση της συλλογικής ασφάλειας και της ακεραιότητας ενός κράτους-μέλους (της Νότιας Κορέας). Ιδιαίτερα, στο πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου η Ελλάδα αισθανόταν ότι αντιμετώπιζε μεγάλα προβλήματα ασφάλειας, θεώρησε ότι ήταν προς το συμφέρον της να ενισχύσει τη διαδικασία της αντίδρασης, μέσω του Ο.Η.Ε., σε μια απρόκλητη επίθεση.

 
Επίσης, η Ελληνική κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα και Σοφοκλή Βενιζέλου είχε ήδη ζητήσει την ένταξη στο Ν.Α.Τ.Ο., αλλά το αίτημα είχε αρχικά απορριφθεί από τους Αμερικανούς, με την αιτιολογία ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο για την άμυνα του Δυτικού κόσμου. Άρα, η συμμετοχή Ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων θα αποτελούσε απόδειξη της αναγκαιότητας να ενταχθεί η Ελλάδα στον πυρήνα των χωρών της Δύσης, τις οποίες αντιπροσώπευε εκείνη την εποχή το Ν.Α.Τ.Ο. Η αποστολή ελληνικού τμήματος στην Κορέα προκάλεσε και διάφορες αντιδράσεις, κυρίως από τον αριστερό ιδεολογικό χώρο.

Όταν η Ελλάδα Προσπαθούσε να Κερδίσει μια Θέση στη Δύση

Έχει χαρακτηριστεί από τους δημοσιογράφους ως «ο πιο ακατάλληλος πόλεμος, στο πιο ακατάλληλο μέρος, την πιο ακατάλληλη στιγμή». Ο Πόλεμος της Κορέας, έγινε από το 1950 έως το 1953, με αφορμή τη γενικευμένη κρίση μεταξύ του «Κομμουνιστικού» μπλοκ και του «Δυτικού» μπλοκ. Σήμερα, οι ενέργειες ενός αυταρχικού ηγέτη του Κιμ Γιονγκ Ουν, πυροδοτούν τα σενάρια για μια νέα εμπλοκή, μια επανάληψη ενός πολέμου στον οποίο είχε συμμετοχή και η Ελλάδα, με τιμητικές μάλιστα διακρίσεις.

Λίγα Λόγια για τον Πόλεμο της Κορέας

Η πολεμική σύρραξη που φαινομενικά έγινε μεταξύ του Κομμουνιστικού Βορρά και του Δυτικού Νότου, επί της ουσίας ήταν μια από τις «θερμότερες» κλιμακώσεις του Ψυχρού Πολέμου και έμεινε στην ιστορία ως ο «Ξεχασμένος Πόλεμος», καθώς επί της ουσίας δεν είχε κανένα εμφανές αποτέλεσμα και για τις δύο πλευρές, ενώ κατάφερε να χωρίσει οριστικά έναν λαό σε δύο κράτη.

Η αφορμή για τον πόλεμο της Κορέας, άρχισε από το μακρινό Βερολίνο, το οποίο μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο είχε χωριστεί σε Ανατολικό και Δυτικό. Η Σοβιετική Ένωση, σε μια προσπάθεια επίδειξης δύναμης, προσπάθησε να αποκλείσει το σοβιετοκρατούμενο τμήμα από το Δυτικό Βερολίνο καθώς και τον ανεφοδιασμό του. Η απάντηση από την πλευρά του Δυτικού μπλοκ, ήταν άμεση καθώς η Γαλλία, η ΗΠΑ και η Αγγλία ανέλαβαν τον ανεφοδιασμό των κατοίκων. 

Η Σοβιετική Ένωση έχοντας ήδη χάσει τις εντυπώσεις στο επικοινωνιακό πεδίο και με την απειλή γενικευμένης σύρραξης, αποφάσισε να στραφεί προς την Ασία και συγκεκριμένα την Κορέα, η οποία ήδη από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε χωριστεί σε Βόρεια και Νότια, με την ΕΣΣΔ να ελέγχει τον Κομμουνιστικό Βορρά και τις ΗΠΑ να ελέγχουν τον Νότο με σύνορο τον 38ο παράλληλο.

Στις 25 Ιουνίου 1950, ο στρατός της Βόρειας Κορέας υπό την ηγεσία του εκλεκτού του Κρεμλίνου Κιμ Ιλ Σουγνκ, πέρασε δυναμικά τον 38ο παράλληλο ανακοινώνοντας σαν στόχο τη συνένωση των δυο τμημάτων της Κορέας σε ενιαίο κράτος και την εκτέλεση του αντικομμουνιστή προέδρου του Νότου Σήνγκμαν-Ρή και των οπαδών του. Η στρατιωτική δύναμη του Βορρά ήταν πολύ ισχυρή εκείνη την περίοδο, με τον οπλισμό των στρατιωτών να είναι σοβιετικής προέλευσης, ενώ και η Κομμουνιστική Κίνα έστειλε αρκετούς «εθελοντές».


Η Καταδίκη από τον ΟΗΕ και το Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα Κορέας

Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρρυ Τρούμαν μην επιθυμώντας νέα πολεμική σύρραξη, καθώς όπως δήλωνε φοβόταν έναν Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποφάσισε να κάνει διπλωματικούς ελιγμούς και να φέρει το θέμα στον ΟΗΕ, πετυχαίνοντας μια αμφισβητούμενη νομική καταδίκη της Βόρειας Κορέας, με αποτέλεσμα ο Τρούμαν να επιβάλλει μέσω ΟΗΕ τη συμμετοχή των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ και άλλων συμμαχικών χωρών κάτω από τη σημαία του ΟΗΕ σε μια «Αστυνομική Επιχείρηση» όπως την αποκαλούσε.

Η Ελληνική Συμμετοχή

Η Βορειοκορεατική εισβολή στη Νότια Κορέα ξεκίνησε στις 25 Ιουνίου 1950. Ακολούθησαν σχεδόν αμέσως αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών που συνιστούσαν στα μέλη τους να παράσχουν βοήθεια στη Νότια Κορέα για την απόκρουση της εισβολής. Η Ελλάδα ήταν ένα από τα 53 κράτη-μέλη που υποστήριξαν την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1950 του Συμβουλίου Ασφαλείας και ένα από τα 21 κράτη-μέλη που συνεισέφεραν δυνάμεις. 

Στη μεγάλη σύγκρουση στην Κορεατική Χερσόνησο που ακολούθησε, στις «δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών» όπως αποκλήθηκαν, συμμετείχαν κυρίως Αμερικανοί και Νοτιοκορεάτες. Λιγότερο από 10% του συνόλου αποτελούνταν από δυνάμεις δυτικών χωρών (Βρετανία, Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Βέλγιο, Γαλλία, Ελλάδα, Τουρκία κ. λπ.) αλλά και χωρών όπως η Αιθιοπία, η Κολομβία, η Ταϊλάνδη, οι Φιλιππίνες κ. ά. Ακόμη και το Λουξεμβούργο συμμετείχε στην εκστρατεία με 44 άνδρες.

Η Ελλάδα συμμετέσχε στον Πόλεμο της Κορέας κυρίως για να υποστηρίξει τις προσπάθειές της για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Στο ΝΑΤΟ επιθυμούσε να ενταχθεί και η Τουρκία - χώρα που επίσης είχε προσφέρει στρατεύματα για την Κορέα. Στις 30 Ιουνίου του 1950, απαντώντας στη σύσταση παροχής βοήθειας του Συμβουλίου Ασφαλείας προς τα μέλη του ΟΗΕ, η κυβέρνηση Πλαστήρα δήλωσε την υποστήριξή της προς τη Νότια Κορέα. Η προσφορά στρατιωτικών δυνάμεων έγινε λίγο αργότερα, από την κυβέρνηση του Σοφοκλή Βενιζέλου.

Η Ελληνική συμμετοχή αποτελούνταν από ενισχυμένο τάγμα και από σμήνος της Πολεμικής Αεροπορίας. Η αρχική αποστολή του «Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδος εις Κορέαν» (ΕΚΣΕ) αναχώρησε από τον Πειραιά στις 15 Νοεμβρίου 1950, με 54 αξιωματικούς και περίπου 800 υπαξιωματικούς και άνδρες. Το Ελληνικό τάγμα έφθασε με Αμερικανικό οπλιταγωγό στην Κορέα στις 9 Δεκεμβρίου 1950. Αρχικά το ΕΚΣΕ αποτέλεσε το τέταρτο τάγμα του 7ου Αμερικανικού Συντάγματος Ιππικού, της 1ης Αμερικανικής Μεραρχίας Ιππικού. Από τις 28 Νοεμβρίου 1951 υπήχθη στην 3η Αμερικανική Μεραρχία Πεζικού, αποτελώντας αρχικά μέρος του 65ου Αμερικανικού Συντάγματος Πεζικού και αργότερα μονάδα του 15ου Αμερικανικού Συντάγματος Πεζικού.

Η θητεία των ανδρών του ΕΚΣΕ στην Κορέα ήταν εξάμηνη, με ανταμοιβή την τρίμηνη μείωση του χρόνου θητείας τους. Κάποιοι από τους στρατιώτες ήταν εθελοντές, ενώ άλλοι επιλέχθηκαν. Για τους αξιωματικούς ο χρόνος παραμονής στην Κορέα υπολογιζόταν στο διπλάσιο, για την εξέλιξη και τη συνταξιοδότησή τους. Η δύναμη του ΕΚΣΕ σύντομα αυξήθηκε στους χίλιους περίπου αξιωματικούς και άνδρες και διατηρήθηκε σταθερή στα επίπεδα αυτά για το διάστημα του πολέμου.

 
Τα κενά που δημιουργούνταν από απώλειες ή επαναπατρισμό αναπληρώνονταν με Αποστολές Αντικαταστάσεων που στέλνονταν από την Ελλάδα, σε διαστήματα που ποίκιλαν από έναν έως τρεις περίπου μήνες. Συνολικά στο διάστημα των επιχειρήσεων σχηματίστηκαν δέκα τμήματα επαναπατριζομένων. Το ενδέκατο αναχώρησε από την Κορέα μετά την υπογραφή της ανακωχής, τον Νοέμβριο του 1953. Μετά την υπογραφή της ανακωχής στάλθηκαν στην Κορέα άλλες επτά αποστολές.

Η απόφαση για τη συμμετοχή Ελληνικών δυνάμεων ήταν επί της ουσίας μια προσπάθεια να δώσει η Ελλάδα τα διαπιστευτήριά της στο «Δυτικό Μπλοκ» κατά την προσπάθεια της χώρας να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Η κυβέρνηση Πλαστήρα είχε ήδη ζητήσει την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και είχε εισπράξει το «όχι» των Αμερικάνων, με την αιτιολογία ότι «δεν ήταν απαραίτητη για την Άμυνα του Δυτικού Κόσμου», επομένως η ελληνική συμμετοχή θα αποδείκνυε την αναγκαιότητα της ένταξής της. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα είχε βγει «ματωμένη» λίγο καιρό πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο και έτσι άδραξε την ευκαιρία να επιβεβαιώσει εκ νέου τη στήριξη προς τους Δυτικούς Συμμάχους της. Η στρατιωτική δύναμη που έστειλε η Ελλάδα στην Κορέα, ήταν ένα τάγμα συνολικής δύναμης 1.000 ατόμων και ένα σμήνος της Βασιλικής Αεροπορίας αποτελούμενο από 67 άτομα με 7 αεροσκάφη C-47 Ντακότα.

Το Ελληνικό σώμα κέρδισε την παγκόσμια διάκριση σε δύο κυρίως μάχες: Την μάχη στο ύψωμα 381 τον Ιανουάριο του 1951 και στο ύψωμα Χάρυ τον Ιούνιο του 1953, απωθώντας και τις δύο φορές τους πολλαπλάσιους (Κινέζους κυρίως) αντιπάλους. Οι απώλειες των Ελλήνων ανήλθαν σε 186 νεκρούς και 566 τραυματίες. Επίσης απωλέσθηκαν και 4 αεροσκάφη C-47 Ντακότα. Η Νότια Κορέα προς τιμή της Ελληνικής συμμετοχής ανήγειρε στην κοιλάδα των ηρώων, κοντά στην Σεούλ, μνημείο για τους Έλληνες πεσόντες μαχητές.

Το ΕΚ.Σ.Ε. τιμήθηκε για την ηρωική του δράση στον Πόλεμο της Κορέας με εύφημο μνεία τόσο από τον πρόεδρο της Κορέας όσο και από των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Οι κυβερνήσεις Κορέας και ΗΠΑ απένειμαν πλήθος παρασήμων και μεταλλίων. Εν τέλει, μετά από διαπραγματεύσεις ο πόλεμος τερματίστηκε και η Κορέα επέστρεψε στη διαίρεσή της σε Νότο και Βορρά. Πλέον η νέα και κατά πολλούς μεγαλύτερη απειλή δεν έρχεται από την κόντρα Σοβιετικής Ένωσης και ΗΠΑ, εξαιτίας της οποίας χωρίστηκε ένας λαός σε δύο κράτη, αλλά από τις αλαζονικές πρακτικές ενός «κακομαθημένου» ηγέτη...

Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδας στην Κορέα (ΕΚ.Σ.Ε.)

Το Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδας στην Κορέα (αναφέρεται και με τα αρχικά ΕΚ.Σ.Ε.) (1950-1955), αποτελούσε την πρώτη Ελληνική συμμαχική αποστολή στα πλαίσια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Τα Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδας περιελάμβανε δυνάμεις του στρατού ξηράς και της αεροπορίας. Συγκεκριμένα, αποτελούνταν από τάγμα συνολικής δύναμης 1.000 ατόμων και σμήνος της Βασιλικής αεροπορίας από 67 άτομα, με 7 αεροσκάφη C-47 Ντακότα.


Το Ελληνικό τμήμα αποσύρθηκε από την Κορέα το φθινόπωρο του 1955, με απόφαση της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, ως αντίδραση για το ανθελληνικό πογκρόμ που είχε οργανωθεί στην Τουρκία (η οποία συμμετείχε και αυτή στην Κορέα) εναντίον του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η πρώτη ουσιαστικά συμμετοχή της Ελλάδας σε ειρηνευτική αποστολή του ΟΗΕ πραγματοποιήθηκε το 1950, με την αποστολή του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Κορέα (ΕΚΣΕ). Η Κορέα είναι χώρα της Ανατολικής Ασίας και βρίσκεται στην ομώνυμη χερσόνησο, η οποία έχει μήκος 1000 περίπου χιλιομέτρων και έκταση 220.848 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Συνορεύει βόρεια με τη Μαντζουρία και Ρωσία, ενώ βρέχεται νότια από τον Πορθμό της Κορέας, δυτικά από την Κίτρινη θάλασσα και ανατολικά από την Ιαπωνική θάλασσα.

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η χώρα βρέθηκε χωρισμένη κατά μήκος του 38ου παραλλήλου στη Βόρεια με ανατολικό προσανατολισμό και στη Νότια με δυτικό. Προσπάθειες του ΟΗΕ για ενοποίηση με εκλογές απέτυχαν, παράλληλα από το 1945 η Ρωσία και η σύμμαχός της Κίνα έθεσαν τη Β. Κορέα υπό την άμεση επιρροή τους. Έτσι, δημιουργήθηκε μια περίοδος ψυχρού πολέμου μέχρι το 1950. Ταυτόχρονα όμως, έγιναν ενέργειες από τη Β. Κορέα για να επιβληθεί καθεστώς σοβιετικού τύπου και στη Ν. Κορέα.

Στις 25 Ιουνίου 1950, η Ν. Κορέα δέχτηκε αιφνιδιαστική εισβολή από τις δυνάμεις της Β. Κορέας, με αποτέλεσμα την κατάληψη της Σεούλ μέσα σε τέσσερις μέρες. Η αρχική δύναμη των Βορειοκορεατών ήταν δέκα (10) Μεραρχίες, με περίπου 240 άρματα Τ-34 και 1.400 πυροβόλα. Η επίθεση προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που αποφάσισε στις 29 Ιουνίου 1950, την ένοπλη επέμβαση της Διεθνούς Δυνάμεως ώστε να αποκατασταθεί η ειρήνη και η ασφάλεια στην περιοχή. 

Όλα τα κράτη – μέλη του ΟΗΕ, πλην της Ρωσίας και των χωρών μελών του πρώην Σοβιετικού Μπλόκ δέχθηκαν τη παραπάνω πρόσκληση του Συμβουλίου και συμμορφώθηκαν με τις αποφάσεις του. Η Ελλάδα ως μέλος του ΟΗΕ, ανταποκρινόμενη στην απόφασή του, προχώρησε στη συγκρότηση Ειδικού Εκστρατευτικού Σώματος με την ονομασία «Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδος (ΕΚΣΕ)» το οποίο περιελάμβανε δυνάμεις του Στρατού Ξηράς και της Αεροπορίας.

Η Συμμετοχή του ΕΚ.Σ.Ε.

Στις 3 Δεκεμβρίου 1950 Ελληνικό σμήνος μετέβη στο θέατρο των επιχειρήσεων, ενώ στις 9 Δεκεμβρίου 1950 Ελληνικό τάγμα αποβιβάστηκε στο λιμάνι του Πουσάν στην Νότια Κορέα και εντάχθηκε στο 7ο σύνταγμα Ιππικού της Αμερικανικής Μεραρχίας.


Στρατός Ξηράς

Από τις 18 Δεκεμβρίου 1950 και μέχρι τις 19 Δεκεμβρίου 1953 το Ελληνικό τάγμα διεξήγαγε σημαντικές αμυντικές και επιθετικές επιχειρήσεις, εντεταγμένες στα γενικότερα συμμαχικά σχέδια. Πολλές συγκρούσεις, στις οποίες συμμετείχε, υπήρξαν ιδιαίτερα σκληρές και αιματηρές, διεξήχθησαν σε απομακρυσμένες από την Ελλάδα περιοχές, κάτω από ιδιόμορφες κλιματολογικές συνθήκες και απέναντι σε πολυπληθέστερο εχθρό.

Οι κυριότερες μάχες του ΕΚ.Σ.Ε. ήταν:

· Στο ύψωμα 381 τον Ιανουάριο του 1951
· Στο ύψωμα 326 τον Μάρτιο του 1951
· Στο ύψωμα Σκοτς τον Οκτώβριο του 1951
· Στο ύψωμα Νόρι τον Σεπτέμβριο του 1952
· Στο ύψωμα Χάρι τον Ιούνιο του 1953.

Σε όλες τις μάχες οι Ελληνικές δυνάμεις επέδειξαν εξαιρετική επιχειρησιακή ετοιμότητα και οι συνεχείς πολεμικές επιτυχίες που σημείωσε το εκστρατευτικό σώμα προκάλεσαν τον θαυμασμό των λοιπών συμμάχων.

Από το φθινόπωρο του 1953 το ΕΚ.Σ.Ε. αποτελούσε Σύνταγμα, το οποίο εντάχθηκε στην 3η αμερικανική Μεραρχία και εγκαταστάθηκε στην αμυντική τοποθεσία Τσορβόν. Στις 10 Μαρτίου 1955 περιορίστηκε και πάλι σε τάγμα, ενώ σταδιακά ξεκίνησε ο επαναπατρισμός του στρατεύματος που ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1955.

Βασιλική Αεροπορία

Το 13ο Ελληνικό Σμήνος εκτέλεσε κυρίως αποστολές μεταφοράς προσωπικού και υλικού. Επίσης πραγματοποίησε με ιδιαίτερο κίνδυνο ρίψεις εφοδίων και πυρομαχικών σε προκεχωρημένα ή αποκομμένα φίλια τμήματα, καθώς και νυχτερινές πτήσεις σε βάθος εντός του εχθρικού εδάφους για συλλογή πληροφοριών. Από τις πιο γνωστές αποστολές υπήρξε η εκκένωση του αεροδρομίου του Χανγκάρι, προς το τέλος του 1950, με την οποία διέσωσε χιλιάδες τραυματίες των συμμάχων. Το ελληνικό Σμήνος παρέμεινε στην Κορέα μέχρι τον Μάιο του 1955 εκτελώντας συνολικά 2.916 αποστολές.

Οργάνωση του ΕΚΣΕ

Αρχικά καθορίσθηκε ο Στρατός Ξηράς να αποστείλει στη Κορέα Εκστρατευτικό Σώμα επιπέδου συνθέσεως Ταξιαρχίας και δυνάμεως 3.500 ανδρών περίπου. Τη βάση του Εκστρατευτικού Σώματος αποτέλεσε τμήμα της 42ης Ταξιαρχίας της ΙΧ ΜΠ, που εκπαιδευόταν τότε στη Κοζάνη. Διοικητής του ορίστηκε ο Ταξίαρχος Γκίκας Σόλων.

 
Μετά όμως από επανεκτίμηση της στρατιωτικής καταστάσεως από το Αρχηγείο των Ενωμένων Εθνών στην Άπω Ανατολή, αποφασίστηκε ο περιορισμός της δυνάμεως του ΕΚΣΕ σε 1.000 άνδρες. Έτσι, συγκροτήθηκαν η Διοίκηση με το Επιτελείο του Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδας με επικεφαλή τον Σχη (ΠΖ) Δασκαλόπουλο Ιωάννη, ενώ Διοικητής του Τάγματος ορίσθηκε ο Ανχης (ΠΖ) Αρμπουζής Διονύσιος.

Το Τάγμα περιελάμβανε:

• Ομάδα Δκσεως
• Ένα (1) Λόχο Δκσεως
• Τρεις (3) Λόχους τυφεκιοφόρων
• Μια (1) Διμοιρία όλμων 81 χιλ.
• Μια (1) Διμοιρία πολυβόλων 0,30 χιλ.
• Μια (1) Διμοιρία Διαβιβάσεων
• Μια (1) Διμοιρία Σκαπανέων
• Μια (1) Διμοιρία Τραυματιοφορέων
• Μια (1) Διμοιρία Διαχειρίσεως
• Συνεργείο Επισκευών
• Τμήμα Ενισχύσεων

Συγκρότηση του Τάγματος ΕΚΣΕ

Μετά την οργάνωση του ΕΚΣΕ, άρχισε η εκπαίδευσή του στη περιοχή της Λαμίας με πρόβλεψη για τη μεταφορά του στη Κορέα το πρώτο 15θήμερο του Νοεμβρίου 1950. Στις 15 Νοεμβρίου 1950, επιβιβάστηκαν στο Αμερικανικό οπλιταγωγό «Τζένεραλ Χαν» και μετά από 24 ημέρες κατέφθασαν στο λιμάνι του Πουσάν στις 9 Δεκεμβρίου, όπου τους υποδέχθηκαν οι Κορεατικές αρχές και ο Δκτής της 8ης Αμερικανικής Στρατιάς. Το Τάγμα διατέθηκε στο 7ο Σύνταγμα Ιππικού της 1ης Αμερικανικής Μεραρχίας από τις 18 Δεκεμβρίου.

Το 13ο Σμήνος ήταν συνολικής δύναμης 67 ανδρών εκ των οποίων οι 25 ήταν ιπτάμενοι και περιελάμβανε 7 μεταφορικά αεροσκάφη C–47 Dakota. Διοικητής ορίσθηκε ο Επισμηναγός Α. Γκορέγκο. Τα αεροσκάφη απογειώθηκαν από το αεροδρόμιο της Ελευσίνας με προορισμό την Ιαπωνία. Στις 3 Δεκεμβρίου, το Σμήνος εντάχθηκε στην 21η Μοίρα Μεταφορών της 374ης Πτέρυγας Μάχης της Αμερικανικής Αεροπορίας.

Μετά την ενημέρωση και τον εφοδιασμό του Τάγματος σε οπλισμό, πυρομαχικά, οχήματα και ιματισμό, ακολούθησε η μεταφορά του στη Σουβόν, είκοσι (20) μίλια Νότια της Σεούλ. Για την περιοδική ανανέωση του προσωπικού του Τάγματος σε Αξιωματικούς και Οπλίτες αποφασίστηκε ότι η παραμονή του προσωπικού θα ήταν εξαμήνου διάρκειας.


Κατά τη διάρκεια του εξαμήνου θα συγκροτούνταν στην Ελλάδα Τμήμα Αντικαταστάσεως αναλόγου αριθμού, το οποίο θα μετέβαινε στη Κορέα με μεταγωγικά πλοία των Ηνωμένων Εθνών. Όσοι κληρωτοί συμμετείχαν στον αγώνα θα απολύονταν τρεις (3) μήνες νωρίτερα των υπολοίπων, ενώ για τους μόνιμους ο χρόνος παραμονής τους στη Κορέα θα υπολογίζονταν ως συντάξιμος και ο χρόνος διοικήσεως στο διπλάσιο.

Επιχειρήσεις του ΕΚΣΕ

Το πολεμικό έργο του ΕΚΣΕ ήταν αξιόλογο και συνέβαλε αποφασιστικά στη σωτηρία της Κορέας και στην προάσπιση των ανθρώπινων υψηλών ιδανικών της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της διεθνούς ηθικής, της αγάπης και της συνεργασίας των λαών της γης. Οι επιχειρήσεις άρχισαν στις 18 Δεκεμβρίου 1950 και μέχρι στις 19 Δεκεμβρίου 1953 διεξήχθησαν σοβαρές αμυντικές, αλλά και επιθετικές επιχειρήσεις.

• Από τις 18 Δεκεμβρίου 1950 μέχρι 23 Ιανουαρίου 1951 στην περιοχή Κούμκιο Ρι και βόρεια του ποταμού Χαν.
• Από τις 24 Ιανουαρίου μέχρι 1 Μαρτίου 1951 πραγματοποιήθηκαν επιθετικές ενέργειες στον άξονα Τσουντζιού– Ικτσόν – Κουάν – Νι, όπου έγιναν οι μάχες των υψωμάτων 381 και 402. Η άμυνα στο
ύψωμα 381 ήταν η πρώτη μεγάλη πολεμική επιχείρηση του Ελληνικού Τάγματος.
• Από 2 Μαρτίου μέχρι 21 Απριλίου 1951 με τις μάχες των υψωμάτων 325 και 326.
• Από 23 Απριλίου μέχρι 3 Αυγούστου 1951 ενέργειες στον άξονα Σεούλ – Ουιζομπού– Ιμτζίν ποταμός – Γιοκτζόν.
• Από 4 Αυγούστου μέχρι 27 Δεκεμβρίου 1951 με αμυντικές και επιθετικές επιχειρήσεις στις περιοχές Γιοκτσόν– Τοκμούν Νι – Ύψωμα 313– Καλγκόκ.
• Από 28 Δεκεμβρίου 1951 έως 25 Απριλίου 1952 αμυντική εγκατάσταση Τάγματος ανατολικά του
ποταμού Ιμτζίν.
•Από 26 Απριλίου μέχρι 25 Ιουλίου 1952, εφεδρεία της Στρατιάς και του Σώματος Στρατού στην περιοχή βόρεια Σεούλ – Σουνγκιάν – Νι.
• Από 26 Ιουλίου έως 28 Οκτωβρίου 1952 αμυντική εγκατάσταση ανατολικά του Ιμτζίν ποταμού.
• Από 29 Οκτωβρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1952 αμυντικές επιχειρήσεις στην περιοχή Τσιρβόν.
• Από 1 Ιανουαρίου μέχρι 18 Ιουνίου 1953 αμυντικές επιχειρήσεις στην περιοχή βόρεια Βανκζέμαλ στη γραμμή Μιζούρι, όπου έγινε η μάχη του υψώματος Χάρρυ.
• Από 19 Ιουνίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1953 αμυντικές επιχειρήσεις στις περιοχές Γιομίνγκ – Πικεϊόμγ Νιόγκ.

Το φθινόπωρο του 1953 δημιουργήθηκε το Σύνταγμα (ΕΚΣΕ), το οποίο τέθηκε υπό τις διαταγές της 3ης Αμερικανικής Μεραρχίας Πεζικού, με Δκτη τον Σχη (ΠΖ) Γεννηματά Ιωάννη. Οι αποστολές του Συντάγματος ΕΚΣΕ ήταν οι ακόλουθες:

• Από 1η Μαΐου έως 27 Ιουλίου 1954. Εγκατάσταση του Συντάγματος αμυντικά επί της τοποθεσίας Τσορβόν.
• Από 28 Ιουλίου έως 7 Σεπτεμβρίου 1954. Το Σύνταγμα ως εφεδρεία επί της τοποθεσίας Τσορβόν.
• Από 8 Σεπτεμβρίου 1954 έως Μάρτιο 1955. Το Σύνταγμα ως γενική εφεδρεία.


Στις 10 Μαρτίου του 1955, το Σύνταγμα ΕΚΣΕ περιορίστηκε πάλι σε Τάγμα και σταδιακά άρχισε ο επαναπατρισμός των Δυνάμεων, ο οποίος ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του 1955. Από τον Ιούλιο του 1955 έως το Δεκέμβριο μειώθηκε σε Λόχο. Αντιπροσωπευτικό τμήμα δυνάμεως ομάδος παρέμεινε στην περιοχή από τον Ιανουάριο του 1956 έως τον Μάιο του 1958.

Το 13ο Σμήνος επίσης, επέδειξε γενναιοψυχία, ευτολμία και μαχητικότητα και εκτέλεσε 2.916 πολεμικές αποστολές σε 13.777 ώρες πτήσης. Μετέφερε συνολικά 70.568 επιβάτες, 9.243 τραυματίες, 11.104.550 λίβρες υλικού και έκανε ρίψεις πυρομαχικών και εφοδίων βάρους 17.000 λιβρών.

Παρέμεινε στην Κορέα μέχρι τον Μάιο του 1955. Οι αποστολές διεκόπησαν στις 26 Μαΐου και άρχισε η προετοιμασία μεταφοράς υλικών και αεροσκαφών για την αεροπορική βάση Ashiya, όπου θα γίνονταν οι απαραίτητες εργασίες και επιθεωρήσεις για την επιστροφή στην πατρίδα.

Η Ελληνική Κοινή Γνώμη για την Αποστολή του ΕΚΣΕ στην Κορέα

Η Ελληνική κοινή γνώμη παρακολουθούσε με ζωηρή συγκίνηση την πορεία του ΕΚΣΕ καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην Κορέα. Αυτό μαρτυρούν τα δημοσιεύματα του Ημερήσιου Τύπου της εποχής, στα οποία ο Ελληνικός λαός εμφανίζεται ως σύμμαχος των Ελλήνων μαχητών που, για άλλη μια φορά, ήταν έτοιμοι να υπερασπιστούν τα δίκαια των ελεύθερων λαών. Ο Ελληνικός λαός αποχαιρέτισε το Τάγμα του ΕΚΣΕ, με τη βεβαιότητα ότι οι στρατιώτες του θα έπρατταν το καθήκον τους με τόλμη και ευψυχία, και θα εκτελούσαν την αποστολή τους με ευθύνη και πίστη.

Οι ευχές και η αγάπη του κόσμου περιέβαλε τους Έλληνες μαχητές, οι οποίοι για πρώτη φορά έδιναν έναν ηρωικό αγώνα τόσο μακριά από την πατρίδα τους. Ο Ελληνικός τύπος εξήρε τη γενναιοψυχία του Ελληνικού στρατεύματος, καθώς αυτό αποδεικνυόταν αντάξιο της πολεμικής του ιστορίας.

Η περιγραφή των κατορθωμάτων των Ελλήνων στρατιωτών προκαλούσε τεράστιο ενθουσιασμό στις ψυχές των πατριωτών, και οι νίκες εναντίον του εχθρού έκαναν υπερήφανους τους Έλληνες πολίτες, αφού η Ελλάδα βρισκόταν και πάλι στην πρωτοπορία της ελευθερίας. Τα δημοσιεύματα των εφημερίδων παραλλήλιζαν την ανδρεία των μαχητών του ΕΚΣΕ μ’ εκείνη που επέδειξαν οι Έλληνες στρατιώτες στον πόλεμο εναντίον των Ιταλών και Γερμανών κατακτητών.


Το γεγονός αυτό επιβεβαίωνε περίτρανα ότι οι Έλληνες μάχονταν με το ίδιο σθένος για τα υψηλά ιδεώδη της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας ακόμη και όταν δεν είχαν ίδιον όφελος. Μεγάλη συγκίνηση και αβάσταχτο πόνο επέφεραν στους Έλληνες πολίτες οι δυσάρεστες ειδήσεις για τις απώλειες στο πεδίο της μάχης.

Φιλανθρωπικό και Πολιτιστικό Έργο του Προσωπικού του ΕΚΣΕ

Το ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα είχε επιδείξει και φιλανθρωπικό έργο στην Κορέα. Με έρανο μεταξύ του προσωπικού του ΕΚ.Σ.Ε. πραγματοποιήθηκε η ανέγερση του ναού του Αγίου Νικολάου στο κέντρο της Σεούλ. Οι γιατροί και οι νοσοκόμοι του τάγματος παρείχαν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε Κορεάτες, ενήλικες και παιδιά, θύματα του πολεμικών συγκρούσεων.

Οι λοιποί Αξιωματικοί Όπλων και Σωμάτων που συμμετείχαν στο Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδος στην Κορέα, πέρα από την πολύτιμη υποστήριξη που παρείχαν στους Έλληνες μαχητές καθ’ όλη τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, επέδειξαν αξιόλογο φιλανθρωπικό έργο προς όφελος των Νοτιοκορεατών, καθώς και σημαντική πολιτιστική δραστηριότητα.

Τα μέγιστα προς την κατεύθυνση αυτή και ειδικότερα στη διάδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής πίστης στην περιοχή, συνέβαλαν οι Στρατιωτικοί Ιερείς του ΕΚΣΕ. Ο εκάστοτε Στρατιωτικός ιερέας, εκτός των παγίων καθηκόντων του -ιερουργούσε ανελλιπώς, σύμφωνα με τα κελεύσματα της Εκκλησίας και κοντά στη γραμμή του μετώπου, ενώ παράλληλα μεριμνούσε, με συχνές επισκέψεις των τμημάτων, για την παροχή πνευματικής βοήθειας στο προσωπικό του ΕΚΣΕ- αναζήτησε και βρήκε τους λίγους, αρχικά, Κορεάτες Ορθόδοξους Χριστιανούς στη Σεούλ, και τη μοναδική ερειπωμένη εκκλησία τους. 

Αμέσως το Τάγμα, δια του στρατιωτικού ιερέα, ανέλαβε την αναδημιουργία της Ορθόδοξης Κοινότητας της Σεούλ. Μάλιστα, με έρανο που έγινε μεταξύ του προσωπικού του ΕΚΣΕ, πραγματοποιήθηκε αργότερα η ανέγερση της Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο κέντρο της Σεούλ.

Με τη χειροτόνηση Κορεάτη ιερέα από τον Ορθόδοξο Επίσκοπο στο Τόκιο, συγκεντρώθηκε ο πυρήνας των Ορθοδόξων της Σεούλ, ενώ με τη βοήθεια του ΕΚΣΕ σημαντικός αριθμός Κορεατών προσελκύστηκε στην Ορθοδοξία. Το Σύνταγμα ΕΚΣΕ συνέχισε δραστήρια το έργο του Τάγματος, συστηματοποίησε και επαύξησε την τέλεση βαπτίσεων Κορεατοπαίδων από Αξιωματικούς και οπλίτες στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου της Σεούλ, συλλειτουργούντος του ιερέα του ΕΚΣΕ και του Κορεάτη ιερέα.


Όμως, σημαντική ήταν και η προσφορά των μελών του Υγειονομικού Σώματος του ΕΚΣΕ στους ντόπιους κατοίκους. Συγκεκριμένα, ιατροί του ΕΚΣΕ παρείχαν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε τραυματίες Κορεάτες, ενήλικες και παιδιά, που πολλές φορές βάλλονταν από αντίπαλα πυρά. Επιπλέον, υπάρχουν πλείστες αναφορές για αξιωματικούς και οπλίτες Διοικητικής Μέριμνας, οι οποίοι διένειμαν τρόφιμα του ΕΚΣΕ σε Νοτιοκορεάτες της περιοχής επιχειρήσεων (συνήθως ορφανά παιδιά 14–18 ετών που ακολουθούσαν το ΕΚΣΕ και είχαν τεθεί υπό την προστασία του).

Κυριότερες Μάχες του (ΕΚ.Σ.Ε)

Μάχη του Υψώματος 381

Τη νύχτα της 29ης προς την 30η Ιανουαρίου 1951, το Τάγμα ΕΚΣΕ απέκρουσε στο ύψωμα 381, ισχυρή επίθεση Κινεζικού συντάγματος... Ήταν μια εποποιία, που άφησε τους συμμαχικούς στρατούς με ανοικτό το στόμα. Τήν νύκτα λοιπόν τής 29/30 Ιανουαρίου 1951 τό Ελληνικόν Τάγμα κατείχε τοποθεσίαν, καλύπτουσαν ένα τών κυρίων αξόνων ανεφοδιασμού τού Κεντρικο-δυτικού μετώπου. Τήν τοποθεσίαν ταύτην έπέλεξεν ο εχθρός διά νά απειλήση καί πάλιν τά νώτα μεγάλου μέρους τών Συμμαχικών δυνάμεων...

Η υπό τού Ελληνικού Τάγματος κατεχόμενη αμυντική τοποθεσία, έκτεινομένη Δυτικώς καί Βορείως τού συγκοινωνιακού κόμβου Ίκτσόν επέτρεπεν, άφ' ενός τήν άνετον χρησιμοποίησιν τής οδού Τσουντζιού—Ίκτσόν, άφ' έτερου τής οδού Ίκτσόν—Σουβόν, άξονος παραλλήλου προς τήν έπιθετικήν διάταξιν τών υπολοίπων Μονάδων τής 1ης Άμ. Μεραρχίας Ιππικού, αί όποΐαι είχον ήδη προωθηθή βορείως τού άξονος τούτου... Οι Έλληνες στρατιώται, με τήν πείραν εκ τού κατά τών κομμουνιστοσυμμοριτών έν Ελλάδι αγώνος, είς πάσαν περίπτωσιν οργάνωναν τάς θέσεις των.

Εις τήν προκειμένην περίπτωσιν τούτο καθίστατο αδύνατον με τά ατομικά πτυοσκάπανα, διότι τό έδαφος ήτο τελείως παγωμένον. Τά πτυοσκάπανα μέ τά πρώτα κτυπήματα έλύγιζον...

Τήν 00:20 τής 30ης Ιανουαρίου η εγκατασταθείσα μεταξύ τών ύψ. 307 και 381 Διμοιρία τού 3ου Λόχου δέχεται εχθρικήν έπίθεσιν. Μέ τά πρώτα πυρά τών επιτιθεμένων φονεύεται 1 οπλίτης καΐ τραυματίζονται 6. Ό εχθρός βάλλει τάς θέσεις τής Διμοιρίας μέ καταιγιστικά πυρά όλμων, ενώ πλησιάζει τάς θέσεις τών ανδρών μέ πολεμικούς άλλαλαγμούς. Οί ανδρες τής Διμοιρίας, παρ' ό,τι είχον προχείρως εγκατασταθή, αμύνονται σθεναρώς, ένω εκτελούνται πυρά τού Τάγματος πρό τού μετώπου τής Διμοιρίας. Μετ' ολίγον ό επί κεφαλής τής Διμοιρίας τραυματίζεται βαρέως, συγχρόνως δέ διακόπτεται πάσα επαφή μετά τής Διμοιρίας.

Μετά παρέλευσιν 10 λεπτών καταιγισμός βλημάτων όλμων παντός διαμετρήματος καλύπτει τόσον τάς θέσεις τής Διμοιρίας, όσον καί όλόκληρον τήν τοποθεσίαν τού 3ου Λόχου, έπϊ τού συγκροτήματος τών υψωμάτων 381, στίφη δέ Κινέζων, άλλαλάζοντα καί καθοδηγούμενα υπό τών ηγητόρων των διά μικρών σαλπίγγων, επιτίθενται είς άλεπάλληλα κύματα δεχόμενα τά πρό τής τοποθεσίας τού Λόχου πυρά φραγμού. Ό 1ος Λόχος αναφέρει ότι ούδεμίαν επίθεσιν δέχεται.


Κατόπιν τούτου διατάσσεται νά συνεχίση τήν υποστήριξιν διά πυρών τού 3ου Λόχου και νά επιδίωξη τήν κάλυψιν τής Διμοιρίας τού αυχένος, ή οποία τελικώς συνεπτυχθη μετά τού νεκρού όπλίτου καί τών τραυματιών της προς τήν τοποθεσίαν τού Λόχου. Ή επιτιθεμένη κατά τών ύψ. 381 εχθρική δυναμις έκ 1000 περίπου ανδρών άνήκεν είς τό 334ον Σύνταγμα τής 112ης Μεραρχίας, τελούσης υπό τήν 38ην Κομμουνιστικήν Κινεζικήν Στρατιάν. 

Ό 3ος Λόχος αντεμετώπισε τήν αρχικήν έπίθεσιν ψυχραίμως. Μικρά δυναμις τού εχθρού έπέτυχε νά ανέλθη επί τού υψώματος, άλλα διά ταχείας καί θαρραλέος άντεπιθέσεως τών Ελλήνων μαχητών ό εχθρός ανετράπη καί έξεδιώχθη έκ τών καταληφθεισών θέσεων. Αι ανασχέσεις πυροβολικού καί όλμων τού Τάγματος καί των λοιπών πυρών ανακόπτουν, επ' ολίγον, τήν ορμήν τών Κινέζων. 

Παραλλήλως τό Τάγμα σπεύδει νά ενίσχυση τήν, είς τό άριστερόν τού 2ου Λόχου, ένέδραν δυνάμεως Ομάδος, δι' ετέρας Ομάδος καί ατοιχείου Πυροβόλων 0,30 χιλιοστών έκ τού 2ου Λόχου. Ή αρχικώς έγκατασταθεΐσα ένέδρσ έχει ήδη εμπλακεί είς αγώνα μετά εχθρικής δυνάμεως, επιχειρούσης παράκαμψιν τού ύψ. 381. Παραλλήλως προς τήν κατά τού υψώματος 381 έπίθεσιν ο εχθρός συνεχίζει καί κατά τού ύψ. 307, επί τού όποίου ήμύνετο ό 1ος Λόχος τού Τάγματος, πλην όμως μετά τόν αιφνιδιασμού τόν όποιον υπέστη ή επιθετική του διάταξις ύπό της Διμοιρίας τού αύχένος, δει; σημειώνει πρόοδοι;.

Έξ άλλου ή εχθρική αυτή επίθεσις, ώς καί ετέρα ενέργεια έκδηλωθεΐσα βραδύτερον κατά τής τοποθεσίας τού Ιου Τάγματος τοΰ 7ου Άμ. Συντάγματος Ιππικού, είχε προφανώς παραπλανητικόν χαρακτήρα προς έξαπάτησιν τών Ελλήνων ώς προς τήν κυρίαν προσπάθειαν τού εχθρού ή οποία άπέβλεπεν είς τήν κατάληψιν τού υψώματος 381, οπότε ό 1ος Λόχος έκυκλούτο πλήρως. Ή κατά τού 3ου Λόχου επίθεσις τών Κινέζων επαναλαμβάνεται πλέον Ισχυρά και ορμητική τής αρχικής. Ο Λόχος αναφέρει, ότι οί άνδρες ήλθον ήδη είς χείρας μέ τους Κινέζους.

Ο έφεδρος Ανθυπολοχαγός Σταθιάς Απόστολος, Διμοιρίτης τού 3ου Λόχου, φονεύεται μαχόμενος ηρωϊκώς ένφ έτερος Διμοιρίτης τού Ιδίου Λόχου, ο έφεδρος Ανθυπολοχαγός Χαροκόπος Γεώργιος τραυματίζεται σοβαρώς. Ο Διοικητής τού Λόχου Υπολοχαγός Μίσιας Παν. δέχεται πολλαπλά τραύματα από βλήμα όλμου, ενώ πίπτει βαρέως τραυματισθείς ο Προκεχωρημένος Αξιωματικός Παρατηρητής (ΠΑΠ) τού Λόχου, Αμερικανός Υπολοχαγός Μακκιού. Πάσα επαφή μεταξύ Λόχου καί Τάγματος έχει πλέον διακοπή. 

Έκ τού κυρίως υψώματος 381 καί έκ τών θέσεων βολής τών κατεχομένων πρότερον ύπό τών πολυβόλων τού 3ου Λόχου, πυρά κατευθύνονται προς τό κέντρον της διατάξεως τού Τάγματος. Διαμορφούται ήδη ή έντύπωσις ότι ό εχθρός κατέλαβε πλήρως τάς άμυντικάς θέσεις τού 3ου Λόχου.


Ή Διοίκησις τού Τάγματος τίθεται πρό διλήμματος. Οπωσδήποτε πρέπει νά άνακαταλάβη εντός τής νυκτός τό ύψωμα 381. Ο 2ος Λόχος είναι έτοιμος ήδη νά άντεπιτεθή καί πρέπει νά ύποστηριχθή δι' όλου τού διαθεσίμου πυροβολικού. Ουδείς ήτο δυνατόν νά γνωρίζη έάν ύπήρχον Ελληνες επιζώντες έπί τού υψώματος. Τήν ώραν αυτήν ηκούσθη είς τόν Σταθμόν Διοικήσεως. (ΣΔ) τού Τάγματος 1ν τηλέφωνον. 

Επρόκειτο διά τήν άπ' ευθείας σύνδεσιν τού Παρατηρητηρίου τού Τάγματος τού έντός τής διατάξεως τού 3ου Λόχου. Ο Στρατιώτης Παρατηρητής, τραυματισμένος καί αυτός, παρέσχε μίαν εικόνα της επικρατούσης είς τον 3ον Λόχον καταστάσεως. Έλληνες και Κινέζοι εμάχοντο σώμα πρός σώμα είς τό σκότος. Αποφασίζεται, αντί άντεπιθέσεως, ή αποστολή ενισχύσεως έκ τού 2ου Λόχου. Μία ομάς προπομπός επιτυγχάνει νά φθάση είς τό ύψωμα 381.Ανοίγει δρόμον μόνον διά τού υποκόπανου.

Η αφιξις της ενισχύσεως διαδίδεται αστραπιαίως είς τους μαχητάς τοΰ 3ου Λόχου. Τραυματίαι και μη με την ιαχήν «ΑΕΡΑ» ύπό τήν ηγεσίαν τού τραυματίου Διοικητού τού Λόχου, επιπίπτουν κατά τού εχθρού με τάς λόγχας, τάς μαχαίρας, τους υποκόπανους και τους γρόνθους και αποκαθιστούν τήν ακεραιότητα της τοποθεσίας. Ταυτοχρόνως φωτιστικά βλήματα ριπτόμενα από τά αεροσκάφη, καταυγάζουν τό πεδίον της μάχης, ενώ έτερα συμμαχικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν και πολυβολούν τους πιθανούς χώρους συγκεντρώσεως τών Κινέζων και τάς πιθανάς κατευθύνσεις διαφυγής των.

Ή μάχη έσυνεχίσθη μέχρι της 04:30 ότε τά πυρά εσίγησαν. Ο εχθρός απεσύρθη ύποστάς όλοκληρωτικήν αποτυχίαν είς τά σχέδια του, τά δέ τμήματα έπεδόθησαν πυρετωδώς είς άνασυγκρότησιν, διακομιδάς και άναχορηγίας πυρομαχικών. Τήν διοίκησιν τού 3ου Λόχου αναλαμβάνει ό Υπασπιστής τού Τάγματος.

Ο απολογισμός της μάχης διά τους Ελληνας ήτο:

Νεκροί: 1 Αξιωματικός καί 9 οπλίται. 
Τραυματίαι: 3 Αξιωματικοί καί 10 οπλίται 1 Αμερικανός ΠΑΠ, ό υπολοχαγός Μακκιού
Έξαφανισθέντες: 1 οπλίτης.
Επίσης 5 οπλίται ελαφρώς τραυματίαι δέν έδέχθησαν νά διακομισθούν είς Νοσοκομείον.

Έπι τού πεδίου της μάχης ό εχθρός εγκατέλειψε πολλούς νεκρούς. Μόνον επί τού υψώματος 381 και πρό αυτού κατεμετρήθησαν 28 νεκροί. Ο αριθμός τών διακομισθέντων ύπό τού εχθρού τραυματιών παρέμεινεν άγνωστος... Έξ επισήμου δελτίου της 1ης Άμ. Μεραρχίας Ιππικού προκύπτει ότι αί συνολικοί άπώλειαι τού εχθρού κατά τήν μάχην υπολογίζονται είς 650 νεκρούς καί τραυματίας.


Ο εχθρός με τά άφθονα σκαπανικά όρχου τά όποια έφερε μεθ' εαυτού κατά τήν έπίθεσιν, προφανώς άπέβλεπεν είς τήν κατάληψιν καί διατήρηστν τού ύψ. 381, τό όποιον άπετέλει ζωτικόν σημείον της αμυντικής τοποθεσίας τού 7ου Αμ. Συντάγματος Ιππικού. Τούτο άλλωστε προκύπτει καί εκ τών αλλεπαλλήλων όσον καί λυσσαλέων επιθέσεων του προς κατάληψιν τού υψώματος.

Η άμυνα επί τού υψώματος 381 ήτο η πρώτη μεγάλη πολεμική επιχείρησις η οποία διεξήχθη υπό τού Ελληνικού Τάγματος, κατ' αυτήν δέ διεπιστώθη, πλην των άλλων, καί η Ικανότης τών Ελλήνων μαχητών είς τόν όρεινόν αγώνα. Ή νίκη αυτή τού Ελληνικού Τάγματος διεσαλπίσθη εις όλόκληρον τόν κόσμον. Ο παγκόσμιος τύπος έδωσε λεπτομέρειας καί πλήρεις περιγραφάς της μάχης, ένω πρός τό ΕΚΣΕ απεστάλησαν συγχαρητήριοι διαταγαί.

- Ο Στρατηγός Μ. Β. Ρίτζγουαίη (Μ. Β. RIDGWAY) είπε διά τήν μάχην αυτήν: «Τά Ηνωμένα Εθνη οφείλουν πολλά είς τόν Έλληνικόν Λόχον 6 όποιος ημύνθη υποδειγματικώς επί τον υψώματος 381 καϊ δεν έδωσε τήν ευκαιρίαν είς τόν Κινέζον Στρατάρχην να ανατρέψη τό γενικώτερον σχέδιον της 8ης Άμ. Στρατιάς».
- Ο Διοικητής τού 7ου Άμ. Συντάγματος Ιππικού Συνταγματάρχης Ουίλιαμ Χάρρις (W. HARRIS) εϊπεν: «Αξίζει γιά κάθε άνθρωπο να γνωρίζη πώς πολεμούν οi Έλληνες».
- Εις τάς σελίδας της Ιστορίας της 1ης Άμ. Μεραρχίας Ιππικού αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι τήν 29ην Ιανουαρίου 1951, ενας Έλληνικός Λόχος αντιμετώπισεν επί τού ύψώματος 381 δύναμιν 3.000 Κινέζων. Οί Έλληνες διετήρησαν είς τήν κατοχήν των τό ύψωμα καθ' όλην τήν διάρκειαν τού ακληρού αγώνος καί εφόνευσαν υπέρ τους 800 ερυθρούς.

Η Μάχη του Υψώματος Χάρρυ

Η μάχη του υψώματος Χάρρυ πραγματοποιήθηκε από τις 10 έως τις 18 Ιουνίου του 1953 σε ένα μικρό ύψωμα της Κορεατικής χερσονήσου βόρεια της Σεούλ κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κορέας. Η Ελλάδα σύρθηκε στον πόλεμο της Κορέας συμμετέχοντας με ένα τάγμα πεζικού και ένα σμήνος της Πολεμικής Αεροπορίας με σύνολο 1.263 άντρες και 7 αεροσκάφη.

Λίγες μόνο εβδομάδες πριν την υπογραφή ανακωχής και τον τερματισμό του πολέμου στην κορεατική χερσόνησο, μία από τις σκληρότερες μάχες πραγματοποιήθηκε στο θρυλικό ύψωμα Χάρρυ. Αποτελούσε στρατηγικό στόχο των κινεζικών κομμουνιστικών δυνάμεων καθώς άνοιγε τον δρόμο προς της Σεούλ πρωτεύουσα της Νότιας Κορέας. Πέντε λόχοι στάλθηκαν να αμυνθούν στο ύψωμα, τέσσερις από τις Η.Π.Α και ένας λόχος 110 αντρών από την Ελληνική Εκστρατευτική Δύναμη. Η συνολική δύναμη των αμυνόμενων ήταν 500-700 στρατιώτες. Απέναντι τους μία κινέζικη μεραρχία με συνολική δύναμη 13.000-15.000 στρατιώτες.


Από τις 10 μέχρι τις 16 Ιουνίου οι λόχοι από τις Η.Π.Α, με καθημερινές αλλαγές μεταξύ τους, ανέλαβαν την άμυνα του υψώματος με επιτυχία έχοντας προκαλέσει και έχοντας υποστεί τρομακτικές απώλειες. Οι Αμερικάνοι προκειμένου να ανασυνταχθούν ζήτησαν από τον ελληνικό λόχο να ανέβει και να υπερασπιστεί το ύψωμα Χάρρυ ή αλλιώς ύψωμα Χάρος όπως το ονόμασαν οι Έλληνες στρατιώτες. Οι Έλληνες ανέβηκαν στις 16 Ιουνίου και ξεκίνησαν να οργανώνουν τις θέσεις μάχης σκάβοντας πάνω σε πτώματα και πάνω σε ένα σχεδόν ισοπεδωμένο ύψωμα που είχε ήδη δεχτεί δεκάδες χιλιάδες βλήματα πυροβολικού. 

Η μη επίθεση των Κινέζων βοήθησε σημαντικά στην οργάνωση της άμυνας. Την επόμενη ημέρα στις 17 οι Κινέζοι θέλοντας να τελειώσουν και να καταλάβουν το ύψωμα Χάρρυ εξαπολύουν μαζική επίθεση 3.000 στρατιωτών με κάλυψη πυροβολικού και όλμων που αδιάκοπα σφυροκοπούσαν ήδη μέρα και νύχτα τις άμυνες των Ελλήνων. Η επίθεση αποκρούεται από τους Έλληνες μαχητές με τρομακτικές απώλειες για τους Κινέζους που υποχωρούν ατάκτως. Έπειτα από μιάμιση ώρα οι Κινέζοι επέστρεψαν με μεγαλύτερη δύναμη αλλά απέτυχαν ξανά και υποχώρησαν. 

Την τρίτη και τελευταία ημέρα στις 18 Ιουνίου οι Κινέζοι επιτέθηκαν ξανά στο ύψωμα υποχωρώντας για άλλη μία φορά και αυτή τη φορά οριστικά γεμίζοντας με πτώματα την πεδιάδα μπροστά από το ύψωμα. Οι Έλληνες μαχητές αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά την γενναιότητα και την ανδρεία που είναι συνώνυμα του Έλληνα μαχητή διαχρονικά, κατάφεραν να αποκρούσουν τρείς διαδοχικές μαζικές επιθέσεις πολλαπλάσιων εχθρών χωρίς να δειλιάσουν. 

Συνολικά 88.000 βλήματα πυροβολικού έπεσαν στο ύψωμα Χάρρυ στο διάστημα 10-18 Ιουνίου. Οι απώλειες του Ελληνικού λόχου ήταν 15 νεκροί, 36 τραυματίες και 1 αγνοούμενος. Οι συνολικές απώλειες των Κινέζων από όλες τις ημέρες ανήλθαν σε 4.500 νεκρούς. Και οι πέντε λόχοι που αμύνθηκαν πάνω στο ύψωμα Χάρρυ παρασημοφορήθηκαν από τον Αμερικανικό Στρατό.

Οι "μάχες των φυλακίων", αναφέρονται στα τελευταία 2 χρόνια του πολέμου της Κορέας, (1950-1953). Τον πρώτο χρόνο, ο πόλεμος είχε τον χαρακτήρα της ..σκούπας, με κινήσεις των αντιπάλων εμπρός και πίσω. Τον Ιανουάριο του 1951, μετά την επιθετική επιστροφή των στρατευμάτων του ΟΗΕ το μέτωπο σταθεροποιήθηκε σε μια γραμμή επί του εδάφους και ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για ειρήνευση της περιοχής.

Η χρονική περίοδος που ακολούθησε, περιλάμβανε ένοπλες συγκρούσεις και μάχες σε τακτικό επίπεδο, περιπολιακές δραστηριότητες και εμπλοκές μονάδων κυρίως επιπέδου συντάγματος και κάτω. Οι αντίπαλοι προσπαθούσαν εκατέρωθεν να βελτιώσουν τις θέσεις τους και να διατηρήσουν ή να καταλάβουν υψώματα που έδιναν το πλεονέκτημα της καλής παρατήρησης και του ελέγχου, σε βάρος του αντιπάλου.


Το οξύμωρο αυτής της περιόδου των διαπραγματεύσεων ήταν η "συμφωνία" που είχε προηγηθεί, ότι ο πόλεμος θα συνεχιζόταν και ότι το έδαφος που θα διατηρούσαν οι αντίπαλοι, θα ήταν αυτό που θα είχαν καταλάβει μέχρι την στιγμή της υπογραφής της παύσης των εχθρικών ενεργειών ή της ανακωχής. Γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι κανείς δεν το έβαζε κάτω, και αμφότεροι προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν όσο μπορούσαν πιο καλά την κατάσταση.

Δεδομένου ότι με την ανακωχή, οι αντίπαλοι θα υποχωρούσαν ο καθένας 2 χιλιόμετρα από την γραμμή επαφής, για να δημιουργηθεί η αποστρατικοποιημένη ζώνη, πάσχιζαν να διατηρούν ισχυρά φυλάκια σε υψώματα τακτικής σημασίας που δέσποζαν κατά μήκος του μετώπου και παρείχαν το πλεονέκτημα της παρατήρησης σε βάθος εντός της αντίπαλης τοποθεσίας.

Αυτό σήμαινε, ότι ο αντίπαλος που μειονεκτούσε σε έδαφος, έπρεπε να υποχωρήσει ακόμη περισσότερο για να καλύψει τις δυνάμεις του από παρατηρούμενα πυρά πυροβολικού και να οργανώσει την άμυνά του στα πρώτα κατάλληλα υψώματα. Οι Κινέζοι λοιπόν, που είχαν "κενά" στη διάταξή τους, προσπαθούσαν να καταλάβουν ή να ανακαταλάβουν τέτοια υψώματα που διατηρούσαν οι συμμαχικές δυνάμεις όσο μπορούσαν πιο γρήγορα με επανειλημμένες επιθετικές ενέργειες, πριν κλείσει η υπογραφή της ανακωχής.

Οι μάχες των φυλακίων που ακολούθησαν, έμειναν στην στρατιωτική ιστορία σαν οι πιο άγριες και αιματοβαμμένες μάχες του πολέμου της Κορέας. Ο αγώνας μικρών κλιμακίων συνοδεύτηκε από ισχυρά φράγματα πυρός και βολές πυροβολικού, που θύμισαν τον αγώνα χαρακωμάτων του 1ου παγκόσμιου πολέμου. Μόνο οι Αμερικανοί, είχαν γύρω στους 70.000 άνδρες απώλειες κάθε κατηγορίας.

Ένα τέτοιο ύψωμα μεταξύ των άλλων ήταν το ύψωμα "Harry" όπως του είχε αποδοθεί η κωδική ονομασία. Οι στρατιώτες του "Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδος, ΕΚ.Σ.Ε" λόγω της σφοδρότητας των πολύνεκρων μαχών που έλαβαν χώρα σ' αυτό, το ονόμασαν δικαιολογημένα "Χάρος". Στις 17 και 18 Ιουνίου του 1953 κλήθηκε το ελληνικό τάγμα να το διασφαλίσει και εδώ θα μιλήσουμε για τη μάχη που ακολούθησε. Ας πούμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους.

Ο λόγος που οι Κινέζοι αποφάσισαν με όποιο κόστος να καταλάβουν το "Χάρρυ" ήταν ότι το θεώρησαν σαν σημαντικό έδαφος τακτικής σημασίας (ΕΤΣ). Αν το έπαιρναν, θα ανάγκαζαν τα στρατεύματα του ΟΗΕ να οπισθοχωρήσουν τουλάχιστον 10 χιλιόμετρα πίσω, όσο ήταν το μήκος της κοιλάδας Κουμ-Χουά που ακολουθούσε, για να αποφεύγουν τις παρατηρούμενες βολές πυροβολικού όπως είπαμε προηγουμένως. Επιπλέον δεν θα μπορούσαν οι σύμμαχοι να παρακολουθούν τις κινήσεις των Κινεζικών και Βορειοκορεατικών στρατευμάτων, μη έχοντας στην κατοχή τους το συγκεκριμένο ύψωμα.


Το ύψωμα "Χάρρυ" με υψόμετρο γύρω στα 350 μέτρα, βρισκόταν περίπου 400 μέτρα μπροστά από το τότε Πρόσθιο Όριο Τοποθεσίας (ΠΟΤ) των συμμαχικών στρατευμάτων και ήταν το ψηλότερο ύψωμα που κατείχαν οι σύμμαχοι, σε ακτίνα 2 χιλιομέτρων. Από αυτό μπορούσαν να ελέγχουν όλες τις προσβάσεις προς την αμυντική τους γραμμή. Αποτελεί τη νότια απόληξη ενός μεγαλύτερου ορεινού όγκου με ψηλότερο σημείο το ύψωμα "Σταρ" (Star) που το είχαν εκείνη την περίοδο οι Κινέζοι. Η απόσταση μεταξύ των δύο υψωμάτων δεν ξεπερνούσε σε ευθεία γραμμή τα 300 μέτρα, όπως βλέπετε στο χάρτη παραπάνω.

Το δρομολόγιο από το ΠΟΤ προς το Χάρρυ, προσέγγιζε το ύψωμα από τα νότια, κατά μήκος ενός ρέματος. Μέχρι εκεί έφτανε αυτοκίνητο. Από εκεί, ξεκινούσε όρυγμα συγκοινωνίας που έφτανε μέχρι την κορυφή και ακόμη πιο πέρα στην πλέον προωθημένη θέση παρατηρητηρίου στη βόρεια πλαγιά, διατρέχοντας μήκος 300 περίπου μέτρων.

Περιμετρικά είχε κατασκευαστεί άλλο όρυγμα συγκοινωνίας, που συνέδεε όλες τις θέσεις μάχης και τάξης ομαδικών όπλων, καθώς και ένα σταθμό διοικήσεως λόχου. Όλες οι θέσεις μάχης είχαν οργανωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτουν ολόπλευρα το ύψωμα και να ελέγχουν με πυρά οποιαδήποτε εχθρική ενέργεια. Το αριστερό πλευρό του υψώματος είναι αρκετά απόκρημνο και δεν επιτρέπει την ευχερή κίνηση πεζών. Αποτελούσε φυσικό κώλυμα για τους αμυνόμενους. Στις υπόλοιπες προσβάσεις είχαν απλωθεί συρματοπλέγματα για να εμποδίζεται η κίνηση προς το ύψωμα.

Το ύψωμα ανήκε στον τομέα ευθύνης του 15ου Αμερικανικού συντάγματος πεζικού, στο οποίο είχε διατεθεί και το Ελληνικό τάγμα. Καθημερινά ένας λόχος του συντάγματος ανελάμβανε την 24ωρη επάνδρωση και διατήρηση του υψώματος.

Από την 1η Ιουνίου, εναέριες αναγνωρίσεις είχαν εντοπίσει ισχυρές συγκεντρώσεις Κινεζικού πεζικού και πυροβολικού. Επιπλέον γινόταν εντατική οργάνωση εδάφους και βελτιώσεις δρομολογίων που οδηγούσαν προς το ύψωμα Σταρ. Ήταν φανερό ότι οι Κινέζοι προετοιμάζονταν για επιθετική ενέργεια προς το Χάρρυ. Η εκτίμηση ήταν, ότι οι εμπεπλεγμένες δυνάμεις το εχθρού ήταν 2 τάγματα πεζικού. Από πίσω βρίσκονταν 3 συντάγματα πεζικού εντεταγμένα στην 74η Κινεζική μεραρχία.

Οι Κινέζοι άρχισαν να εκτελούν εντατικά πυρά πυροβολικού σε όλες τις συμμαχικές θέσεις κατά μήκος του μετώπου, ακόμη και εναντίον εντοπισμένων από αυτούς θέσεων τάξεως συμμαχικού πυροβολικού. Από νωρίς έγινε αντιληπτό, ότι η κυρία τους προσπάθεια ήταν η κατάληψη του υψώματος Χάρρυ.


Από τις 10 Ιουνίου, νύκτα, ξεκίνησε η μαζική επίθεση των Κινέζων για κατάληψη του υψώματος και συνεχίστηκε κάθε βράδυ μέχρι και τις 18 Ιουνίου του 1953. Προηγείτο έντονος βομβαρδισμός πυροβολικού όλων των διαμετρημάτων που διέθεταν και στη συνέχεια επίθεση πεζικού σε πυκνούς σχηματισμούς, που συνεχιζόταν ακατάπαυστα όλη τη νύκτα.

Οι Κινέζοι παρά τα πυρά των αμυνομένων, κατόρθωναν κάθε φορά να φτάνουν και να καταλαμβάνουν τα βόρεια ορύγματα του υψώματος. Συνέχιζαν προς την κορυφή, με μάχη σώμα με σώμα, αναχαιτίζονταν είτε από αντεπιθέσεις είτε από πυρά και πριν ξημερώσει, υποχωρούσαν πίσω στις γραμμές τους για να μην γίνονται στόχος των συμμαχικών αεροπλάνων. Υπήρξαν και περιπτώσεις νυκτερινής προσβολής και των νότιων ορυγμάτων που και αυτές αντιμετωπίζονταν επιτυχώς από πλευράς αμυνομένων. 

Οι Κινέζοι, άφηναν πίσω τους σωρό πτωμάτων δικού τους προσωπικού, αλλά και μεγάλες απώλειες των συμμάχων. Οι Αμερικανικές απώλειες εκείνων των ημερών ανήλθαν πάνω από 500 νεκρούς και τραυματίες τους οποίους καθημερινά προσπαθούσαν να μεταφέρουν πίσω, ενώ οι Κινέζοι εξακολουθούσαν να βομβαρδίζουν το ύψωμα με ό,τι διέθεταν.

Στις 15 Ιουνίου ο Έλληνας διοικητής, έλαβε προειδοποιητική διαταγή, για την επάνδρωση του Χάρρυ, στις 17 Ιουνίου. Ήδη με το χαμό που γινόταν όλες αυτές τις ημέρες, οι Έλληνες μιλούσαν για "Χάρο"και όχι για Χάρρυ. Έδωσαν στο ύψωμα το κατάλληλο όνομα.

Η κατάσταση στο ύψωμα από πλευράς οχύρωσης ήταν απελπιστική. Ειδικά τα βόρεια ορύγματα συγκοινωνίας και μάχης είχαν υποστεί μεγάλες φθορές από το σφυροκόπημα του κινεζικού πυροβολικού. Τα ξημερώματα της 16 Ιουνίου, οι Έλληνες άρχισαν να ανεβαίνουν το ύψωμα για ν' αντικαταστήσουν τον αμερικανικό λόχο, που είχε σχεδόν αποδεκατιστεί από την ολονύκτια σκληρή μάχη που είχε δώσει. Μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας μπορούσαν οι σύμμαχοι να εκτελούν εργασίες οχύρωσης επάνω στο Χάρρυ και περισσότερο στο νότιο αντιπρανές, αφού στα βόρεια, οι Κινέζικοι όλμοι έστελναν τα "δώρα" τους με μεγάλη προθυμία!

Οι εργασίες εκβάθυνσης και επισκευής των ορυγμάτων έμοιαζαν σαν το σκάψιμο λάκκων σε νεκροταφείο! Ο σωρός των διαμελισμένων και μη αναγνωρίσιμων πτωμάτων Κινέζων και Αμερικανών ήταν τόσο μεγάλος, που οι αμυνόμενοι Έλληνες πατούσαν κυριολεκτικά επάνω σε σάρκες και αίματα που είχαν δημιουργήσει στρώμα λάσπης μέσα και γύρω από τα ορύγματα.


Ο Ελληνικός λόχος με την υποστήριξη Νοτιοκορεατών ανδρών του Μηχανικού, προσπαθεί, συναγωνιζόμενος με το χρόνο να κάνει ό,τι μπορεί για να επαναφέρει την αμυντική κατάσταση σε αποδεκτό επίπεδο. Οι πρώτες απώλειες μάχης για τους Έλληνες, ξεκινούν κατά τη διάρκεια των επισκευών στα βόρεια ορύγματα από εχθρικά πυρά όλμων. Ο διοικητής του Ελληνικού τάγματος, βλέποντας την κατάσταση, τους αποσύρει και δίνει εντολή για την επανέναρξη εργασιών με το τελευταίο φως! Η απόφαση αυτή θεωρήθηκε πολύ ριψοκίνδυνη, δεδομένου ότι οι Κινέζοι ξεκινούσαν επιθέσεις το βράδυ.

Παρ' όλα αυτά, η όλη διαδικασία ήταν επιτυχής, γιατί βοήθησε η τύχη! Εκείνο το βράδυ οι Κινέζοι δεν επιτέθηκαν, προφανώς θέλοντας να αναδιοργανωθούν μετά από τις μεγάλες απώλειες των προηγούμενων ημερών. Ο Ελληνικός λόχος δούλεψε μέσα στο σκοτάδι, υπό την κάλυψη των πολυβόλων του και προσπάθησε να επαναφέρει τα ορύγματα του βόρειου τομέα στην καλύτερη δυνατή κατάσταση. Οι εργασίες συνεχίστηκαν και με το φως της ημέρας στις 17 Ιουνίου 1953, παρά τα πυρά όλμων των Κινέζων.

Ο διοικητής του λόχου κάνοντας συνεχείς αναγνωρίσεις του χώρου και επίβλεψη των οχυρωματικών εργασιών, έκανε μια σημαντική διαπίστωση! Κοιτάζοντας τα άψυχα σώματα των Αμερικανών, τις πρώτες ώρες της αντικατάστασης, παρατήρησε ότι σχεδόν στο σύνολό τους είχαν κτυπηθεί από θραύσματα χειροβομβίδων και όχι από πυρά τυφεκίων ή άλλων όπλων ευθυτενούς τροχιάς!

Το βράδυ, γύρω στις 11, η νυκτερινή επίθεση άρχισε! Οι Κινέζοι όπως και τις προηγούμενες νύκτες, μετά από ισχυρή προπαρασκευή πυροβολικού εκτελούν έφοδο κατά μάζες, πιστεύοντας ότι ο μεγάλος αριθμός των πεζών τους θα καταφέρει καίριο αποτέλεσμα. Τα πυρά των αμυνομένων είναι καταιγιστικά, οι φραγμοί πυροβολικού και όλμων ενεργοποιούνται αλλά δεν σταματούν την επιθετική ορμή.

Τα πτώματα συσσωρεύονται, αλλά από πίσω άλλοι προχωρούν αλαλάζοντας! Οι αμυνόμενοι εκτελούν πυρά κατά βούληση, στον προκαθορισμένο τομέα τους ενώ τα ομαδικά όπλα βάλουν σύμφωνα με το σχέδιο πυρός! Οι τελικές προστατευτικές γραμμές γαζώνονται από χιλιάδες σφαίρες! Οι χειροβομβίδες απασφαλίζονται και αφήνονται να κυλούν προς την κατηφόρα διαδοχικά, πετσοκόβοντας όσους συναντούν κατά την έκρηξή τους. Οι Κινέζοι έχουν πλησιάσει τα βόρεια ορύγματα και ετοιμάζονται για το τελευταίο άλμα, αρχίζοντας την εκσφενδόνιση χειροβομβίδων. Τότε οι Έλληνες εφορμούν με "εφ' όπλου λόγχη"...

Παρά την αριθμητική υπεροχή τους, οι Κινέζοι αιφνιδιάζονται από αυτή την ξαφνική αντέφοδο των Ελλήνων, που κατεβαίνουν την πλαγιά με φόρα, καρφώνοντας με τις ξιφολόγχες τους κεφάλια, χέρια πόδια και κοιλιές μέσα στο σκοτάδι και υποχωρούν, ανοίγοντας την απόσταση από την αμυντική τοποθεσία, και δίνοντας έτσι την ευκαιρία στο πυροβολικό να τους κτυπά πάλι ανελέητα, στις προκαθορισμένες συγκεντρώσεις! Οι Κινέζοι διαλύονται λίγο μετά τα μεσάνυχτα, αλλά δεν το βάζουν κάτω!


Μετά από λίγη ώρα επαναλαμβάνουν μια πιο μαζική επίθεση στα βόρεια ορύγματα. Μπαίνουν μέσα στις πρώτες θέσεις και με το πυροβολικό τους προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα δακτύλιο ασφαλείας για να σταθεροποιηθούν!

Τότε ο Έλληνας διοικητής αποφασίζει να εμπλέξει την εφεδρεία του, ένα Ελληνικό λόχο και ένα Αμερικανικό ουλαμό αρμάτων, που πλευροκοπούν τα Κινεζικά τμήματα και τα αναγκάζουν να εγκαταλείψουν τις θέσεις που είχαν καταλάβει. Ξημερώματα στις 18 Ιουνίου, οι Κινέζοι ηττημένοι οριστικά, και έχοντας τεράστιες απώλειες, υποχωρούν και εγκαταλείπουν κάθε άλλη προσπάθεια για κατάληψη του Χάρρυ!

Οι Έλληνες κράτησαν και άρχισαν να μετράνε τις πληγές τους! Όλοι περίμεναν μεγάλες απώλειες και ειδικά οι Αμερικανοί που είχαν δει τους λόχους τους να αποδεκατίζονται! Τα πράγματα όμως ήταν διαφορετικά προς μεγάλη έκπληξή τους! Οι Ελληνικές απώλειες ήταν 6 νεκροί και 21 τραυματίες.

Γράφει ο Έλληνας Μαχητής:

"Πολλές εικόνες από τον πόλεμο εκείνο, έμειναν χαραγμένες για πάρα πολύ καιρό. Μερικές όμως έχουν τόσο βαθιά αποτυπωθεί που δεν μπορεί να τις ξεχάσει κανείς γι όλη του ζωή...

Μια τέτοια εικόνα ήταν αυτή που είδαμε στο ύψωμα "Χάρρυ" της Κορέας, το απόγευμα της 18ης Ιουνίου 1953, κατά την αναφορά που έδωσε ο Λοχαγός στον Διοικητή του Τάγματος μας. Οι στρατιώτες του Λόχου στα χαρακώματα, με πλήρη πολεμική εξάρτυση, στέκονται όρθιοι με μέτωπο προς τον Λοχαγό, που σα να βρίσκεται σε στρατώνα, στέκεται ευθυτενής μπροστά στο Διοικητή και με άψογο χαιρετισμό αναφέρει: "Λαμβάνω την τιμή να αναφέρω κύριε Διοικητά, ότι ο Λόχος εξεπλήρωσε την αποστολή του. Οι θέσεις μας διατηρούνται σταθερά. Ο εχθρός απεκρούσθη. Απώλειαι: , νεκροί..., τραυματίαι...,"

Κανείς δεν αναπνέει, όταν ο Διοικητής προχωρεί προς τους στρατιώτες, που κάθονται σε στάση προσοχής μέσα στο χαράκωμα, λες και περιμένουν επιθεώρηση. Τα βλήματα των ελεύθερων σκοπευτών περνούν ξυστά πάνω από τα κεφάλια τους και ακούγεται το μανιασμένο παλατάγισμά τους.." Το Ελληνικό τάγμα κράτησε το ύψωμα μέχρι τις 21 Ιουνίου, με εναλλαγή των λόχων του, οπότε και το παράδωσε σε Αμερικανικό τάγμα.

Τις 8 ημέρες μάχης στο "Χάρο", οι σύμμαχοι είχαν γύρω στους 419 τραυματίες και 94 νεκρούς. Συνολικά οι Έλληνες που έχασαν τη ζωή τους, υποκύπτοντας στα τραύματά τους ήταν 15 άνδρες. Οι εκτιμήσεις για τα Κινεζικά στρατεύματα που χρησιμοποιήθηκαν, είναι ότι συμμετείχαν συνολικά 13.000 στρατιώτες από τους οποίους 4.500 άφησαν την τελευταία τους πνοή στο ύψωμα και ένας ανεξακρίβωτος αριθμός τραυματίστηκε. Η μεραρχία τους κρίθηκε ανενεργή.


Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι μετά την υπογραφή της συμφωνίας ανακωχής στις 27 Ιουλίου 1953, το ύψωμα, χαρακτηρίστηκε "ουδέτερο" και εξαιρέθηκε της κατοχής! Και οι δύο πλευρές αποχώρησαν από εκεί. Τόσα κορμιά έπεσαν, για το τίποτα! Απλά, ο "Χάρος" βγήκε παγανιά!

Παρόλα αυτά, η θυσία δεν ήταν τελείως άσκοπη και είχε έμμεσα αποτελέσματα όπως φάνηκε αργότερα. Εξ αιτίας αυτής της αντίστασης, η εύφορη κοιλάδα Κουμ-Χουά, παρέμεινε στα χέρια των Νοτιοκορεατών και οι κάτοικοι που μένουν εκεί, δεν θα πρέπει να το ξεχνούν! Παλικάρια από πολύ μακριά, έδωσαν τη ζωή τους για να μένουν αυτοί ελεύθεροι μέχρι σήμερα!

Όλοι οι λόχοι που αμύνθηκαν στο ύψωμα Χάρρυ, διαμνημονεύθηκαν από τον πρόεδρο των ΗΠΑ και οι σημαίες των μονάδων τους παρασημοφορήθηκαν. Αξιωματικοί και στρατιώτες παρασημοφορήθηκαν εν ζωή αλλά και μετά θάνατο για την ανδρεία που επέδειξαν. Ο λόχος του "Σπαρτιατικού Τάγματος" (Sparta Battalion) όπως αποκαλέστηκε το ελληνικό τάγμα, έλαβε τη δική του ξεχωριστή ηθική αμοιβή.

Πλήθος Διακρίσεων στο Ελληνικό Τάγμα

Το ΕΚΣΕ έφθασε στην Κορέα σε κρίσιμες στιγμές. Μετά μερικές μέρες παραμονής σε στρατόπεδο υποδοχής, με εξαιρετικά κακές καιρικές συνθήκες (ο κορεατικός χειμώνας είναι δριμύτατος, με συνήθεις θερμοκρασίες -10 βαθμών Κελσίου), μετακινήθηκε σε περιοχή νότια της Σεούλ και πήρε μέρος στην τελευταία μεγάλη υποχώρηση των δυνάμεων των Ηνωμένων Εθνών, στο διάστημα Δεκεμβρίου 1950 - Ιανουαρίου 1951. 

Στη συνέχεια συμμετείχε στις μάχες του υψώματος 381 (29-30/1/1951), του υψώματος Scotch (ύψωμα 313, 3-5/10/1951) και στις επιχειρήσεις στην περιοχή των υψωμάτων Kelly, Big Nory και Little Nory (Σεπτέμβριος 1952). Το 1953, το ΕΚΣΕ πήρε μέρος στις τελευταίες μεγάλες μάχες, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1953, μάχες έντασης τέτοιας που δεν είχε παρουσιασθεί από τον Απρίλιο του 1951. Ανάμεσά τους, οι μάχες του Υψώματος Χάρυ (οι Ελληνες στρατιώτες το μετονόμασαν σε «Χάρο») μεταξύ 10-18/7/1953 και στη μάχη της εξέχουσας του Κουμσόνγκ, 13-20/7/1953.

Δύο μόλις μέρες πριν από την υπογραφή της ανακωχής, το ΕΚΣΕ στις 25/7/1953 αντιμετώπισε και αναχαίτισε σφοδρή εχθρική επίθεση στα υψώματα 532 και 491, στην περιοχή Πικεϊόμγ-Νιογκ - Chihyon-Ni. Οι συγκρούσεις κράτησαν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης Ιουλίου, ημέρα υπογραφής της ανακωχής. Και εδώ, όπως και σε άλλες περιπτώσεις το Ελληνικό Τάγμα κράτησε τις θέσεις του, με σημαντικές απώλειες (επτά νεκρούς και 24 τραυματίες). Η ανακωχή, που υπογράφηκε στις 27 Ιουλίου 1953, βρήκε το ΕΚΣΕ στην πρώτη γραμμή.


Αυτό που φαίνεται να διαφοροποιούσε το ΕΚΣΕ από πολλές άλλες μονάδες (ακόμα και αμερικανικές), ήταν η ένταση της άμυνας που αντέτασσε και η αντοχή των Ελλήνων στρατιωτών σε αμυντικές, κυρίως, επιχειρήσεις. Ποιοτικά το ΕΚΣΕ φαίνεται πως ήταν μια αξιόπιστη και αξιόμαχη μονάδα, όπως επιβεβαιώνουν και τα συγχαρητήρια, οι εύφημες μνείες και οι διακρίσεις που κέρδισε στην Κορέα. 

Το ΕΚΣΕ τιμήθηκε με προεδρικές διακρίσεις από τις ΗΠΑ και την Κορέα (Distinguished Unit Citation και Republic of Korea, Presidential Unit Citation αντίστοιχα), η σημαία του ή άνδρες του παρασημοφορήθηκαν με έξι πολεμικούς σταυρούς (Distinguished Service Cross), 32 Αργυρά Άστρα (Silver Stars), και 110 Χάλκινα Άστρα (Bronze Stars). Στις αρχές του 1954, απονεμήθηκε στη σημαία του Ελληνικού Τάγματος και ο Ταξιάρχης του Αριστείου Ανδρείας της Ελλάδος.

Στο διάστημα των πολεμικών επιχειρήσεων, στην Κορέα υπηρέτησαν περίπου 4.700 Έλληνες αξιωματικοί και οπλίτες. Περίπου 5.600 ακόμη στάλθηκαν μετά την ανακωχή, όταν η Ελληνική δύναμη αναβαθμίσθηκε, ξεπερνώντας τους 2.000 αξιωματικούς και άνδρες. Το ΕΚΣΕ επαναπατρίσθηκε τον Δεκέμβριο του 1955, αφήνοντας τελικά ένα ενδεκαμελές άγημα που παρέμεινε συμβολικά στην Κορέα ώς τον Μάιο του 1958. 

Στους 32 μήνες και 15 μέρες πολεμικής περιόδου που το ΕΚΣΕ βρισκόταν στην Κορέα (από 37 περίπου μήνες συγκρούσεων), οι συνολικές απώλειες μάχης ήταν 636 νεκροί και τραυματίες. Οι Ελληνικές απώλειες αποτελούν περίπου το 4,5% των νεκρών των μη-Αμερικανικών και μη-Νοτιοκορεατικών δυνάμεων και περίπου το 4% των τραυματιών.

Απολογισμός
 
Τιμητικές Διακρίσεις

Το ΕΚ.Σ.Ε. τιμήθηκε για την ηρωική του δράση στον Πόλεμο της Κορέας με εύφημο μνεία τόσο από τον πρόεδρο της Κορέας όσο και από των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Οι κυβερνήσεις Κορέας και Η.Π.Α. απένειμαν πλήθος παρασήμων και μεταλλίων.

Ηθικές Αμοιβές

Το ΕΚΣΕ για την ηρωική του δράση στον Κορεατικό πόλεμο τιμήθηκε με Εύφημο μνεία και Ευαρέσκεια του Προέδρου των Η.Π.Α. και του Προέδρου της Δημοκρατίας της Κορέας. Ενδεικτικά σημειώνετε ότι η κυβέρνηση των Η.Π.Α. απένειμε στη σημαία και τους μαχητές του ΕΚΣΕ 6 πολεμικούς σταυρούς (Distinguished Service), 32 Silver Stars, 110 Bronze Stars, Επίσης 19 Air Medals σε άνδρες του 13ου Σμήνους. Ανάλογα Πολεμικά Μετάλλια απονεμήθηκαν στο ΕΚΣΕ και από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κορέας.


Η Ν. Κορέα, ευγνωμονούσα το ΕΚΣΕ, ανήγειρε στην τοποθεσία Γιουτζού Κιουν Τζι Ντο, κοντά στη Σεούλ (την περίφημη Κοιλάδα των Ηρώων), μεγαλοπρεπέστατο μνημείο για τους πεσόντες Έλληνες μαχητές, όπου σε πλάκα αναγράφεται: «Οι γενναίοι αυτοί στρατιώτες της Ελλάδας ενσάρκωσαν το εύδαιμον το ελεύθερον, το δε ελεύθερον το έμψυχον. Τιμή και δόξα τοις πεσούσι πολεμισταίς.» Σ’ άλλη πλάκα έχει χαραχθεί σύντομη εξιστόρηση της συμμετοχής του ΕΚΣΕ στον πόλεμο της Κορέας.

Οι Ελληνικές μονάδες έχοντας ενταχθεί σε Αμερικανικούς Σχηματισμούς ανταποκρίθηκαν πλήρως στις προσδοκίες και τις παραδόσεις του Έθνους μας καθ’ όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων στη Κορέα. Οι μάχες ήταν κατά κανόνα σκληρές και αιματηρές, διεξήχθησαν σε πολύ απομακρυσμένες από την Ελλάδα περιοχές και υπό ιδιαίτερα δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες. 

Παρά τις δυσκολίες, το ηθικό του ΕΚΣΕ ήταν πάντοτε ακμαίο, η μαχητικότητα σε υψηλό επίπεδο και η θέληση για τη νίκη ακλόνητη. Εκτός από τις ιδιότυπες συνθήκες του περιβάλλοντος και του καιρού, το ΕΚΣΕ και οι υπόλοιπες δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών αντιμετώπισαν κατά τις επιχειρήσεις πολυαριθμότερες δυνάμεις του εχθρού, που δεν υπολόγιζε τις απώλειες του και πολέμησε με τυφλό φανατισμό.

Στις 25 Μαρτίου 1954, στο στρατόπεδο του Συντάγματος έγινε λαμπρή τελετή με πλήρη επισημότητα. Παρευρέθησαν μέλη της κυβερνήσεως της Ν. Κορέας, ο Πρόεδρος της Κορεατικής Βουλής, οι Διοικητές της 8ης Αμερικανικής Στρατιάς, του ΙΧ Αμερικανικού Σώματος Στρατού και της 3ης Αμερικανικής Μεραρχίας, ο Διοικητής της Κορεατικής Στρατιάς, ο Έλληνας Σύνδεσμος του Στρατηγείου Ενωμένων Εθνών Άπω Ανατολής και αντιπρόσωποι των Συμμαχικών Μονάδων. Μετά την παράταξη και τη δοξολογία, επακολούθησε η απονομή της Προεδρικής Ευαρεσκείας στην Πολεμική Σημαία του Συντάγματος.

Ελήφθησαν συγχαρητήριες επιστολές του Προέδρου Σύγκμαν Ρη, του Αρχιστρατήγου Άπω Ανατολής, των Διοικητών της 8ης Αμερικανικής Στρατιάς, της 3ης Αμερικανικής Μεραρχίας, της 1ης Αμερικανικής Μεραρχίας Πεζοναυτών και άλλων.

Θα πρέπει ιδιαίτερα να τονιστούν τα θετικά σχόλια που απέσπασε το ΕΚΣΕ, απόρροια της γενναιότητας των μαχητών του. Μετά τη νίκη του Ελληνικού Τάγματος στο ύψωμα 381 (29- 30 Ιαν 1951), ο Στρατηγός Ρίτζγουαιη είπε για τη μάχη «Τα Ενωμένα Έθνη οφείλουν πολλά στον Ελληνικό Λόχο που αμύνθηκε υποδειγματικά επί του υψώματος 381 και δεν έδωσε την ευκαιρία στον Κινέζο Στρατηγό να ανατρέψει το γενικότερο σχέδιο της 8ης Αμερικανικής Στρατιάς».

 
Ο ίδιος Αμερικανός Στρατηγός κατά τη διάρκεια άλλης τελετής (25 Μαρ 1951) χαρακτήρισε τους Έλληνες μαχητές του εκστρατευτικού σώματος της Κορέας, άξιους κληρονόμους των παραδόσεων του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών, ενώ παρασημοφόρησε το Δκτή του Ελληνικού Τάγματος και τους Αξκούς-Οπλίτες που διακρίθηκαν στο πεδίο της μάχης. Επίσης η δήλωση του Αμερικανού Δκτού του 7ου Συντάγματος Ιππικού : «Αξίζει για κάθε άνθρωπο να γνωρίζει πώς πολεμούν οι Έλληνες».

Θα πρέπει να τονισθεί και η λαμπρή συμμετοχή του 13ου Ελληνικού Σμήνους. Κατά την διάρκεια του κορεατικού πολέμου, το σμήνος ανέλαβε μεταφορές τραυματιών, προσωπικού, αιχμαλώτων και πάσης φύσεως υλικού προς και από τα προκεχωρημένα σημεία του μετώπου, καθώς και ρίψεις εφοδίων και πυρομαχικών σε προκεχωρημένα ή αποκομμένα φίλια τμήματα.

Επίσης, εκτέλεσε νυκτερινές πτήσεις σε βάθος μέσα στο εχθρικό έδαφος για την συλλογή επιχειρησιακών πληροφοριών, την άσκηση ψυχολογικού πολέμου στον εχθρό και τέλος τον ανεφοδιασμό των συμμαχικών βάσεων που βρίσκονταν μέσα στις κατεχόμενες από τον εχθρό περιοχές. Χαρακτηριστικά επισημαίνεται η συμβολή της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας κατά την επιχείρηση στη περιοχή Χουνγκάμ, όπου παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες κατάφερε να διασωθούν όλοι οι τραυματίες και να αποσυρθούν τα συμμαχικά στρατεύματα χωρίς σημαντικές απώλειες 

Η εκτίμηση των Προϊσταμένων Υπηρεσιών προς το μικρό αλλά αεικίνητο Ελληνικό Σμήνος εκδηλώθηκε με κάθε τρόπο. Πέρα από τις ηθικές διακρίσεις απενεμήθησαν :

• Εύφημος Μνεία του Προέδρου των Η.Π.Α. για τη δράση του κατά τις επιχειρήσεως εκκενώσεως του αεροδρομίου Χανγκάρυ στο τέλος του 1950, κατά την οποία συνέβαλε στη διάσωση χιλιάδων τραυματιών των Συμμάχων.
• Εύφημος Μνεία του Προέδρου της Νοτίου Κορέας.
• Εύφημος Μνεία του Προέδρου της Νοτίου Κορέας που απονεμήθηκε στη 315 Αεροπορική Αμερικανική Μεραρχία και στις υπ’ αυτήν Μονάδες μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Σμήνος.

Απώλειες

Συνολικά στην επιχείρηση της Κορέας έλαβαν μέρος 10.255 άνδρες (669 αξιωματικοί και 9.586 οπλίτες). Οι απώλειες για τους Έλληνες ανήλθαν στους 186 νεκρούς, από τους οποίους 12 ήταν της Πολεμικής Αεροπορίας και 577 τραυματίες (αξ/κούς και οπλίτες). Επίσης, απωλέσθησαν τέσσερα αεροσκάφη τύπου C- 47 Dakota. Η Νότια Κορέα προς τιμή της ελληνικής συμμετοχής ανήγειρε στην κοιλάδα των ηρώων, κοντά στην Σεούλ, μνημείο για τους Έλληνες πεσόντες μαχητές.


'΄ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ''

Επίλογος

Όλοι οι υπηρετήσαντες Έλληνες αξιωματικοί και οπλίτες στο ΕΚΣΕ διακατέχονταν από τις παραδοσιακές στρατιωτικές αρετές, το πνεύμα του καθήκοντος και της υπερηφάνειας του Στρατού μας. Ιδιαίτερα πρέπει να σημειωθεί η γενναία δραστηριότητα των Διοικητών – Υποδιοικητών και Διμοιριτών όλων των Λόχων, που αψηφώντας κινδύνους, κόπους και κακουχίες, επέτυχαν να οδηγήσουν τους Έλληνες στρατιώτες στο δρόμο του καθήκοντος με αποτέλεσμα την επίτευξη των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων.

Η εξαιρετική επιχειρησιακή ετοιμότητα και οι συνεχείς πολεμικές επιτυχίες του ΕΚΣΕ (Μονάδας Πεζικού και Σμήνους Αεροσκαφών) στην Κορέα οφείλονταν στην υψηλή εκπαίδευση, στην πολεμική πείρα των στελεχών, στην εξαίρετη πειθαρχία και στο υπέροχο ηθικό τους.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

 
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Β'