Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Η Ψυχική Ανθεκτικότητα των Εφήβων

Η εφηβεία είναι η μεταβατική περίοδος της δεύτερης δεκαετίας της ζωής του ανθρώπου κατά την οποία λαμβάνουν χώρα σημαντικές σωματικές, γνωσιακές, ψυχολογικές και συμπεριφορικές αλλαγές. Πριν από έναν αιώνα η εφηβεία εθεωρείτο απλώς μια διαδικασία σωματικής ωρίμανσης, που οδηγούσε το άτομο σε διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια που επηρέαζαν την υγεία του.

Σύμφωνα, όμως, με τη σύγχρονη αντίληψη, η εφηβεία είναι μια έντονα προγραμματισμένη, βιολογική διαδικασία, που επηρεάζει τη συμπεριφορά, τη συναισθηματική ευεξία και τη γενικότερη υγεία με πολλούς τρόπους.

Η εφηβεία στο χθές και το σήμερα

Αντίθετα, με την κοινή πεποίθηση πως η ανάπτυξη του εγκεφάλου ολοκληρώνεται στην παιδική ηλικία, έχει διαπιστωθεί πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος υφίσταται παρατεταμένη ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της εφηβείας και η πλήρης εγκεφαλική ωρίμανση καθυστερεί έως τα 25 έτη. Μέχρι την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης περί το 1800, η επίτευξη της σωματικής ωρίμανσης γενικά συμβάδιζε με την ωρίμανση των κοινωνικών ρόλων του ατόμου, ενώ, ακόμα και στις αρχές του 20ου αιώνα, η καθυστέρηση μεταξύ σωματικής και κοινωνικής ωρίμανσης ήταν πολύ μικρή.

Η πολυπλοκότητα της σύγχρονης κοινωνίας, η οικογενειακή κρίση, η πίεση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η πολυπολιτισμική κοινωνία, η ανεργία, η φτώχια, η προσδοκία παρατεταμένης μόρφωσης και καθυστερημένης αναπαραγωγικής διαδικασίας οδηγούν σε καθυστέρηση της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης των νέων ατόμων. Αυτή η αναντιστοιχία (mismatch) στην ηλικία βιολογικής και ψυχοκοινωνικής ωρίμανσης ασκεί ουσιαστική πίεση στους σύγχρονους έφηβους που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για ψυχοκοινωνικές διαταραχές, κατάθλιψη, ψυχοσωματικές διαταραχές και κατάχρηση ουσιών.

Οι παράγοντες  που επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά την εφηβεία

Η σύγχρονη προσέγγιση στα προβλήματα ψυχικής υγείας και συμπεριφοράς των εφήβων έχει μετακινηθεί πέρα από την παραδοσιακή μείωση των παραγόντων κινδύνου και επικεντρώνεται στο ίδιο το άτομο, τονίζοντας τη σημασία της ενίσχυσης προστατευτικών παραγόντων στις ζωές των νέων ανθρώπων. Οι παράγοντες κινδύνου και οι προστατευτικοί μπορεί να προέρχονται από τα τρία επίπεδα επιρροής -του ατόμου, της οικογένειας και της κοινότητας- που όλα μαζί σε μια περίπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ τους επηρεάζουν την υγεία και πορεία των εφήβων.

Η ψυχική ανθεκτικότητα ως "ασπίδα" του εφήβου

Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι μια πολυδιάστατη έννοια που εμπεριέχει την έκθεση στην αντιξοότητα και την εκδήλωση θετικής προσαρμοστικής έκβασης, την ικανότητα του ατόμου να επανακάμπτει από τις αντιξοότητες και να εκδηλώνει συμπεριφορές που προάγουν την υγεία του. Είναι απαραίτητη για την προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της καθημερινής ζωής, η ποιότητα που ενεργοποιεί ορισμένους νέους να βρουν νόημα στη ζωή τους παρά το μειονεκτικό περιβάλλον τους, τα προβλήματα και τις πιέσεις που βιώνουν.

Οι έφηβοι με ψυχική ανθεκτικότητα είναι προετοιμασμένοι να ξεπεράσουν οποιαδήποτε κρίση και είναι λιγότερο πιθανό να εκδηλώσουν ριψοκίνδυνες συμπεριφορές.

Η ψυχική ανθεκτικότητα αποτελεί μέρος της ψυχοσύνθεσης των παιδιών και των εφήβων. Τα παιδιά στην εφηβεία είναι γεννημένοι με δυνάμεις και ικανότητες να αντεπεξέρχονται στις αντιξοότητες, να μαθαίνουν από τα λάθη τους και να ωριμάζουν σε υπεύθυνους, ικανούς ενήλικες. Όμως, δεν μπορούν να αναπτύξουν και να ενεργοποιήσουν τις εσωτερικές τους δυνάμεις, εκτός αν τους δοθούν ευκαιρίες να το κάνουν.

Η προσέγγιση με βάση την ψυχική ανθεκτικότητα εστιάζεται στους γονείς και την οικογένεια ως τις σημαντικότερες δυνάμεις στη ζωή των εφήβων που μπορούν να τους προστατεύσουν από επιβλαβείς καταστάσεις και συμπεριφορές. Οι έφηβοι δρουν σύμφωνα με τις προσδοκίες των γονιών τους γι’ αυτούς. Οι γονείς αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες της υγείας σε όλη τη διάρκεια της ζωής των εφήβων και οφείλουν να τους βοηθούν να αναγνωρίσουν ότι κατέχουν διάφορες ικανότητες και εσωτερικές δυνάμεις και να τους ενισχύουν να αναπτύξουν τομείς της ψυχικής τους ανθεκτικότητας, θέτοντας ανάλογα ερωτήματα σχετικά με το γονεϊκό τους ρόλο:

Συλλογισθείτε τα παρακάτω ερωτήματα:

  • Βοηθώ τον έφηβο να εστιάσει στις δυνάμεις του και να χτίσει πάνω σε αυτές;
  • Παρατηρώ τι κάνει σωστά ή εστιάζω μόνο στα λάθη του;
  • Όταν επισημαίνω ένα λάθος του, είμαι σαφής και συγκεκριμένος ή δείχνω πως κάνει τα πάντα λάθος;
  • Τον βοηθάω να αναγνωρίσει τι κάνει για τον εαυτό του;
  • Τον βοηθάω να χτίσει τις απαραίτητες εκπαιδευτικές, κοινωνικές και κατευναστικές του στρες δεξιότητες που είναι απαραίτητες για να γίνει επαρκής;
  • Τον ενισχύω να παίρνει τις δικές του αποφάσεις ή υποτιμώ την επάρκειά του κάνοντας κηρύγματα;
  • Τον αφήνω να κάνει ασφαλή λάθη ώστε να μπορεί να διορθώνει τον εαυτό του ή προσπαθώ να τον προστατεύσω από κάθε παγίδα;
  • Καθώς προσπαθώ να τον προστατεύσω, μήπως του στέλνω το μήνυμα ότι δεν πιστεύω πως μπορεί να τα βγάλει πέρα;
  • Αναγνωρίζω τις επάρκειες του κάθε παιδιού μου χωρίς να το συγκρίνω με τα αδέρφια του;