Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Ρητορεία και ρητορική: Ο κανόνας των δέκα αττικών ρητόρων

Ο συγκεκριμένος κανόνας ακολουθεί το πνεύμα και των άλλων κανόνων που συνέταξαν οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι. Ταυτόχρονα όμως φαίνεται ότι εξυπηρετεί την ανάγκη να οριστούν συγκεκριμένα πρότυπα ύφους, που έχουν όλα τους το κοινό χαρακτηριστικό ότι εκπροσωπούν υποδειγματικά, κατά την άποψη του συντάκτη αυτού του καταλόγου, την αττική ρητορεία.

Η επιλογή αυτή ανταποκρίνεται λοιπόν στις αξιώσεις της κίνησης του αττικισμού - στο πλαίσιό της διακρίνονται έξοχοι εκπρόσωποι της αττικής πεζογραφίας με έργα που προβάλλονται ως υψηλά πρότυπα ύφους, άξια μίμησης. Ενδέχεται μάλιστα η εισήγηση αυτών των δέκα ονομάτων ως των κορυφαίων αττικών ρητόρων να οφείλεται στη Ῥητορικὴ τέχνη του Απολλόδωρου από την Πέργαμο (1ος αι. π.Χ.), έργο που δεν έχει διασωθεί. Κατά μια άλλη άποψη ήταν ο Καικίλιος από την Καλή Ακτή, ένας από τους κύριους εκπροσώπους της δεύτερης φάσης του αττικισμού κατά τον 1ο αι. π.Χ, ο συντάκτης και εισηγητής του κανόνα - πιθανότατα με το έργο του Περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν δέκα ῥητόρων. Πιθανόν σε αυτό το έργο να είχε ενσωματώσει τις έρευνές του γύρω από τον βίο των συγκεκριμένων ρητόρων, τη γνησιότητα και την αισθητική αξία των λόγων τους. Ίσως μάλιστα το έργο αυτό να αποτέλεσε την πηγή του Διονύσιου του Αλικαρνασσέα και του συντάκτη των ψευδοπλουτάρχειων Βίων τῶν δέκα ῥητόρων.

Αντιφών

Ο Ερμογένης στο έργο του Περὶ ἰδεῶν Β, 385, 18 - 387, 21, pp. 399-400 (Rabe) κάνει λόγο -επικαλούμενος μια παλαιότερη παράδοση, αν και με κάποιες επιφυλάξεις- για δύο «σοφιστεύσαντας» Αντιφώντες. Ο ένας, λέει, είναι ο «ρήτορας», γνωστός και ως «Αντιφών ο Ραμνούσιος» (περ. 480-411 π.Χ.), στον οποίο αποδίδονται οι «φονικοί λόγοι», οι «δημηγορικοί» και άλλοι παρόμοιοι. Στον άλλον, που ο Ερμογένης τον αναφέρει ως «τερατοσκόπον» (μάντη) και «ονειροκρίτην» (εξηγητή ονείρων), αποδίδονται οι λόγοι Περὶ ἀληθείας, Περὶ ὁμονοίας και ο Πολιτικός. O δεύτερος αυτός Αντιφών είναι γνωστός ως «ο Σοφιστής». Δικός του είναι μάλιστα ο λόγος για την ισότητα όλων των ανθρώπων: «από τη φύση είμαστε όμοιοι σε όλα, και οι Έλληνες και οι βάρβαροι […] όλοι από το στόμα και από τη μύτη αναπνέουμε …» (απόσπ. 44 Β DK). Ο Ερμογένης διαπιστώνει διαφορές κυρίως ως προς το ύφος μεταξύ των λόγων που αποδίδονται στον πρώτο και εκείνων που συνδέονται με το όνομα του δεύτερου Αντιφώντα. Ωστόσο, έχει επικρατήσει πια η άποψη ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.
 
Ο Αντιφών ο Ραμνούσιος είναι σύγχρονος του Γοργία. Συνέθεσε κυρίως δικανικούς λόγους (από τους οποίους διασώθηκαν κάποιοι), ήταν λοιπόν λογογράφος, αλλά για κακή του τύχη ασχολήθηκε στο τέλος με την πολιτική: επειδή συμμετείχε στο ολιγαρχικό πραξικόπημα του 411 π.Χ., μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας καταδικάστηκε για εσχάτη προδοσία και εκτελέστηκε. Αναφέρεται ως ρητοροδιδάσκαλος (Πλάτων, Μενέξενος 236a 4-5) και, μάλιστα, ως δάσκαλος του Θουκυδίδη (Ερμογένης, Περὶ ἰδεῶν Β, 386, 11-16, p. 400 Rabe). Συνέθεσε για το μάθημα υποδειγματικούς λόγους, που επίσης έχουν διασωθεί. Πρόκειται για τρεις τετραλογίες: η καθεμία αποτελείται από δύο λόγους καταγγελτικούς και δύο λόγους υπεράσπισης (κάθε φορά μια πρωτολογίαν και μια δευτερολογίαν). Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι η επιδέξια επιχειρηματολογία που συχνά βασίζεται στις πιθανότητες (στο εἰκός).
 
Οι λόγοι του Αντιφώντα παρουσιάζουν διαφορές από εκείνους του Γοργία: δεν έχουν μυθικά θέματα και αντανακλούν τη δικανική πρακτική της εποχής τους. Αναφέρονται σε υποθέσεις πλαστές, αλλά απολύτως αληθοφανείς, που ο συγγραφέας τους θα μπορούσε να τις έχει εμπνευστεί από πραγματικά περιστατικά.
 
Και οι τρεις τετραλογίες αφορούν φόνους. Στην πρώτη πρόκειται για ένα φόνο εκ προμελέτης. Το ερώτημα είναι ποιός είναι ο δολοφόνος. Η απάντηση θα πρέπει να στηριχτεί σε ενδείξεις. Υπό αυτή την έννοια η πρώτη τετραλογία ακολουθεί την προβληματική περί του πιθανού (του εἰκότος), που αναπτύχθηκε από την αρχαία σικελική ρητορική.
 
Η δεύτερη τετραλογία σηματοδοτεί το πέρασμα στην Αθήνα από το ποινικό δίκαιο που προβλέπει ενοχή αποκλειστικά και μόνο με βάση το αποτέλεσμα της πράξης, στο ποινικό δίκαιο που λαμβάνει υπόψη την ποιότητα της πράξης, το μέγεθος της ευθύνης του δράστη. Η υπόθεση έχει ως εξής: σε μια άσκηση ρίψης ακοντίου ο έφηβος που έχει αναλάβει να συλλέγει τα ακόντια σκοτώνεται από το ακόντιο ενός ασκούμενου νεαρού. Ο κατήγορος επικαλείται το ισχύον (κατά την εποχή του) δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο η πράξη αυτή καθεαυτήν (ο φόνος εν προκειμένω) είναι το αποφασιστικό κριτήριο της ενοχής ενός προσώπου. Ο κατηγορούμενος προσπαθεί να αποδυναμώσει αυτή την επιχειρηματολογία με την ακόλουθη συλλογιστική: κριτήριο για την ποινική ευθύνη πρέπει να είναι αποκλειστικά η συνειδητή συμμετοχή του δράστη στην πράξη. Ο κατηγορούμενος ήθελε βεβαίως να ρίξει το ακόντιο, όχι όμως για να βρει τον έφηβο αλλά το στόχο. Έτσι διακρίνεται η πράξη που προκύπτει από βούληση από το αποτέλεσμα που δεν επήλθε σκόπιμα. Από την άλλη, αυτό το αθέλητο αποτέλεσμα δεν προκλήθηκε από απροσεξία. Ο κατηγορούμενος απορρίπτει λοιπόν την κατηγορία της αμέλειας και αποδίδει τον θάνατο του εφήβου σε σύμπτωση.
 
Η υπόθεση της τρίτης τετραλογίας έχει ως εξής: ένας καβγάς ανάμεσα σε έναν νεαρό και σε έναν γηραιότερο άνδρα οδήγησε σε βιαιοπραγία. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία τραυματίστηκε, ο γιατρός τον περιέθαλψε πλημμελώς και ο τραυματίας πέθανε. Το πρώτο ζήτημα που τίθεται είναι να αποδειχθεί αν ο νεαρός βρισκόταν σε άμυνα. Το δεύτερο, αν εξαιτίας της επέμβασης ενός κακού γιατρού υπήρξε αιτιώδης σχέση μεταξύ του τραυματισμού και του θανάτου του τραυματία.
 
Η μετακίνηση από την κατηγορία στην υπεράσπιση, η σταθερή εναλλαγή οπτικής οφείλει πολλά στο πνεύμα της εποχής: η σοφιστική ανακάλυψε την πραγμάτευση ενός θέματος από αντίθετες οπτικές γωνίες (την επιχειρηματολογία υπέρ και κατά μια θέσης) και αξιοποιούσε πρόθυμα την εντυπωσιακή επιρροή που μπορούν να ασκήσουν στο ακροατήριο οι διαξιφισμοί γύρω από ένα θέμα.
 
Ανδοκίδης
 
Το όνομα του Ανδοκίδη (περ. 440->390 π.Χ.) έχει συνδεθεί κυρίως με την πολιτική ρητορεία. Οι λόγοι που έχουν διασωθεί διακρίνονται από απλή γλώσσα και αφηγηματική ζωντάνια και δεν φανερώνουν προσήλωση στις αρχές της τέχνης, τις οποίες μάλλον δεν είχε διδαχθεί συστηματικά. Ο λόγος του Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου -τον συνέταξε, για να πείσει τους συμπολίτες του να του επιτρέψουν να επιστρέψει στην Αθήνα από την εξορία, όπου είχε βρεθεί τιμωρημένος για συμμετοχή σε έναν πολιτικό σύλλογο ολιγαρχικών (ἑταιρεία), που κρίθηκε υπεύθυνος για προσβολή των Ελευσίνιων Μυστηρίων- δεν στέφθηκε με επιτυχία. Λίγα χρόνια όμως μετά τον επαναπατρισμό του, το 403 π.Χ., όταν κατηγορήθηκε εκ νέου για ασέβεια, εκφώνησε το λόγο Περὶ τῶν μυστηρίων, με τον οποίο πέτυχε την αθώωσή του. Και οι δύο λόγοι έχουν διασωθεί. Το 392 π.Χ. υπέβαλε ως μέλος της αθηναϊκής πρεσβείας στη Σπάρτη απολογισμό των ενεργειών του και προτάσεις στην Εκκλησία του Δήμου, οι οποίες δημοσιεύτηκαν με τον τίτλο Περὶ τῆς πρὸς Λακεδαιμονίους εἰρήνης - επίσης λόγος που έχει παραδοθεί. Ωστόσο, οι προτάσεις αυτές όχι μόνο δεν έγιναν δεκτές από τους Αθηναίους, αλλά επιπλέον προκάλεσαν και την οργή τους. Μάλιστα τα μέλη της αθηναϊκής διπλωματικής αποστολής καταδικάστηκαν σε θάνατο. Κατάφεραν όμως να δραπετεύσουν, μεταξύ αυτών και ο Ανδοκίδης, που έζησε εξόριστος μέχρι το θάνατό του, άγνωστο πότε.
 
Λυσίας
 
Ο Λυσίας (περ. 445-380 (;) π.Χ.), γιος του Συρακόσιου Κέφαλου, πλούσιου μέτοικου των Αθηνών, οφείλει την παρουσία του στον κανόνα των αττικών ρητόρων κυρίως στους δικανικούς λόγους που συνέταξε ως λογογράφος και που χάρη στο κομψό, αλλά απλό και λιτό τους ύφος αναδείχθηκαν σε υπέρτατο πρότυπο των αττικιστών. Με τη ρητορική όμως τον συνδέει επιπλέον η πιθανή μαθητεία του δίπλα στον Τ(ε)ισία, ενόσω βρισκόταν στους Θουρίους, όπου μετοίκησε για κάποιο διάστημα μετά τον θάνατο του πατέρα του, αλλά και η δράση του ως ρητοροδιδάσκαλου στην Αθήνα μετά την επιστροφή του από τη Σικελία.
 
Από το σύνολο των λόγων που συνέταξε -ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς γνώριζε πάνω από διακόσιους τριάντα, του αποδίδονταν όμως περί τους τετρακόσιους είκοσι πέντε- έχουν παραδοθεί συνολικά τριάντα πέντε· ωστόσο, η γνησιότητα κάποιων από αυτούς αμφισβητείται. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον (και λόγω του θέματός τους) παρουσιάζουν ο Κατὰ Ἐρατοσθένους (τον εκφώνησε ο ίδιος ο Λυσίας το 403 κατά του τυράννου Ερατοσθένη, που θανάτωσε τον αδελφό τού ρήτορα Πολέμαρχο, η γνησιότητα όμως του λόγου έχει αμφισβητηθεί), ο λόγος Πρὸς Σίμωνα, ένας ζωηρός λόγος με θέμα την παράνομη διεκδίκηση του ερωτικού συντρόφου του Αθήναιου από το βίαιο Σίμωνα, ο Κατὰ τῶν σιτοπωλῶν, όπου έμποροι σιτηρών κατηγορούνται ότι αγοράζουν μεγάλες ποσότητες σταριού, για να ανεβάσουν στη συνέχεια την τιμή του, ο λόγος Ὑπὲρ τοῦ ἀδυνάτου, όπου ένας ανάπηρος ζητά να του δοθεί κοινωνικό επίδομα, η Ὑπὲρ τοῦ Ἐρατοσθένους φόνου ἀπολογία - για πολλούς το αριστούργημα του Λυσία, ένας λόγος υπεράσπισης για τον αγρότη Ευφίλητο, που κατηγορείται ότι έστησε παγίδα στον Ερατοσθένη, τον εραστή της γυναίκας του, για να τον πιάσει επ' αυτοφώρω και να τον σκοτώσει.
 
Στον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα οφείλουμε ένα σύνολο εύστοχων, όπως αποδεικνύεται από τα ίδια τα σωζόμενα κείμενα, κρίσεων για το ύφος και τα χαρακτηριστικά της τεχνικής του Λυσία: οι λόγοι του διακρίνονται για το λιτό και φυσικό τους λεξιλόγιο, τη δύναμη πειθούς και τη χάρη, τη ζωντάνια και την παραστατικότητα στη διαγραφή των χαρακτήρων (την ἠθοποιία).
 
Ο Λυσίας υπήρξε θερμός υποστηρικτής του δημοκρατικού πολιτεύματος. Κατά τη διάρκεια της τυραννίας των Τριάκοντα, που δήμευσαν την περιουσία της οικογένειας και θανάτωσαν τον αδελφό του Πολέμαρχο, ο ίδιος κατέφυγε στα Μέγαρα απ' όπου υποστήριζε τις κινήσεις των δημοκρατικών. Η προσπάθεια να του απονεμηθούν γι' αυτή του την προσφορά πλήρη δικαιώματα αθηναίου πολίτη προσέκρουσε σε απλά τυπικά κωλύματα κι έτσι ο Λυσίας έμεινε εφόρου ζωής ισοτελής μέτοικος. Το 403 στράφηκε εναντίον του τυράννου Ερατοσθένη, υπεύθυνου για τη δολοφονία του αδελφού του. Με τον Ὀλυμπικόν του, έναν πανηγυρικό, όπως παραδίδεται, λόγο, που όμως φαίνεται πως είχε και συμβουλευτικό χαρακτήρα (έχει διασωθεί μόνο η αρχή του), πρόβαλε την ανάγκη ανατροπής του τυράννου Διονυσίου και εκδίωξής του από τη Σικελία. Επιπλέον καλούσε τους Έλληνες σε αντίσταση κατά των τυράννων που είχαν επικρατήσει σε διάφορες ελληνικές πόλεις, αλλά και του Πέρση βασιλιά. Στο επιδεικτικό είδος ανήκει (και) ο Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς, στον οποίο ο ρήτορας εγκωμιάζει τους νεκρούς Αθηναίους του Κορινθιακού πολέμου (394-386 π.Χ.) και εξυμνεί την Αθήνα και το ένδοξο παρελθόν της. Ωστόσο, και αυτού του λόγου η γνησιότητα έχει αμφισβητηθεί.
 
Ισοκράτης
 
Το γεγονός ότι ο Ισοκράτης (436-338 π.Χ.) είναι ένας από τους επιφανέστερους αττικούς ρήτορες το αποδεικνύουν η ποιότητα των λόγων που μας έχουν παραδοθεί με το όνομά του και η επίδραση που άσκησε στους μεταγενέστερους με τη ρητορεία και τις ιδέες του. Ο Κικέρωνας (106-43 π.Χ.) αναφέρεται στο πρόσωπό του με ενθουσιασμό (Brutus 8.32): «Το σπίτι του ήταν ένα είδος σχολής όλης της Ελλάδας και ένα εργαστήριο λόγου. Ήταν μεγάλος ρήτορας και ανυπέρβλητος δάσκαλος. Μπορεί να μη γνώρισε τη δόξα στις αίθουσες των δικαστηρίων, γνώρισε όμως δόξα απαράμιλλη στο περιβάλλον της σχολής του. Έγραψε πολλά με τρόπο λαμπρό και δίδαξε πολλούς». O Κοϊντιλιανός του αποδίδει τον ορισμό της ρητορικής ως πειθοῦς δημιουργοῦ (Institutio oratoria 2.15.4). Οι καθοριστικής σημασίας παιδαγωγικές του πεποιθήσεις, η οργανωτική του δεξιότητα, οι ηθικο-πολιτικές του αρχές, που ανταποκρίνονταν στην κοινή αντίληψη της δικής του αλλά και μεταγενέστερων εποχών, είναι οι κύριοι παράγοντες που του εξασφάλισαν τη μεγάλη και διαρκή επιρροή.
 
Μαθήτευσε δίπλα στον Πρόδικο και τον Γοργία -στο πρόσωπό του ολοκληρώνεται η «σοφιστική κίνηση»-, ενώ στους μαθητές του συγκαταλέγονται ο Νικοκλής, γιος του βασιλιά της Κύπρου Ευαγόρα, ο Σπεύσιππος, ο διάδοχος του Πλάτωνα στην κεφαλή της Ακαδημίας, οι ιστορικοί Θεόπομπος και Έφορος και οι νεότεροι ρήτορες Ισαίος, Λυκούργος, Υπερείδης.
 
Αιχμή του δόρατος της ισοκρατικής διδασκαλίας είναι ο συνδυασμός της ρητορικής τεχνικής με τη φιλοσοφία. Έγραφε λόγους, για να τους μιμούνται οι μαθητές του, ισχυριζόταν όμως παράλληλα ότι δίδασκε λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τη ρητορική σύνθεση, ενώ ονόμαζε τη δική του ρητορική διδασκαλία «φιλοσοφία» (Κατὰ τῶν Σοφιστῶν 16-18).
 
Το ισοκρατικό corpus περιλαμβάνει συνολικά εξήντα έργα. Κιόλας όμως στην αρχαιότητα γνήσια θεωρούνταν περίπου είκοσι λόγοι και εννέα επιστολές - σήμερα δεν θεωρούνται όλες δικές του.
 
Πρόκειται για κείμενα με υψηλή κατά κανόνα λογοτεχνική αξία. Μία ομάδα αποτελούν τα προγραμματικά συγγράμματα, όπου ο Ισοκράτης συζητά τις προσωπικές του και τις σύγχρονες απόψεις για θέματα παιδείας. Έξι από τους λόγους του είναι δικανικοί: Πρὸς Εὐθύνουν ἀμάρτυρος, Πρὸς Καλλίμαχον παραγραφή, Κατὰ Λοχίτου, Περὶ τοῦ ζεύγους, Τραπεζιτικός, Αἰγινητικός. Άλλα έργα του αναφέρονται σε πολιτικά θέματα. Σε κάποια από αυτά ο συγγραφέας ανακοινώνει την (προφητική) διδασκαλία του, την ιδέα της πανελλήνιας σύμπραξης κατά του κοινού εχθρού (όπως στον λόγο του Φίλιππος, 346 π.Χ.) - οι καταβολές της εντοπίζονται κιόλας στον δάσκαλό του, τον Γοργία.
 
Στο έργο του κυριαρχούν οι επιδεικτικοί λόγοι - ορισμένοι έχουν πολιτικό περιεχόμενο: Πανηγυρικός, Ἀρεοπαγιτικός, Περὶ εἰρήνης, Φίλιππος, Παναθηναϊκός, Πλαταϊκός κ.ά. Επιδεικτικοί είναι και οι λόγοι Ἑλένη και Βούσιρις, όπου ο Ισοκράτης παραθέτει δικά του υποδείγματα ρητορικών ασκήσεων. Δύο ακόμη επιδεικτικοί λόγοι ο Κατὰ τῶν σοφιστῶν (χρονολογείται κατά κανόνα γύρω στα 390 π.Χ.) και ο Περὶ ἀντιδόσεως, ο δεύτερος με στοιχεία αυτοβιογραφίας, περιέχουν τις απόψεις του για τη σωστή αγωγή των νέων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει σε κάθε περίπτωση η πληροφορία ότι ο Ισοκράτης δεν διέκρινε ως ιδιαίτερο είδος τους ψόγους ή τα εγκώμια, παρά το γεγονός ότι o βασικός του νεοτερισμός ήταν οι εγκωμιαστικοί λόγοι. Έχουμε εξάλλου μαρτυρίες για ένα δικό του διδακτικό τεχνικό εγχειρίδιο ρητορικής, μια Ρητορικήν Τέχνην.
 
Μπορεί ο Ισοκράτης να ανήκει στον κανόνα των «εγκεκριμένων» (από τους αττικιστές) εκπροσώπων της αττικής ρητορείας, ωστόσο το ύφος του διαφέρει σημαντικά από το φυσικό και λιτό ύφος του απόλυτου προτύπου της κίνησης, του ρήτορα Λυσία - ο Κικέρωνας μιλά χαριτωμένα για ισοκρατικό «μυροθήκιον» (Epistulae ad Atticum 2.1.1). Ο λόγος του διακρίνεται κατά κανόνα από «μακρόσυρτες περιόδους», πλούσιες σε δευτερεύουσες προτάσεις - ό,τι ονομάζει ο Αριστοτέλης λέξιν κατεστραμμένην. «Είναι αρχιτεκτονημένες με προσοχή, οργανωμένες με αντιστοιχίες και αντιθέσεις, ἰσόκωλα, ὁμοιόαρκτα και ὁμοιοτέλευτα - γοργίεια σχήματα στην υπηρεσία της συνθετικής σκέψης». Τις ρητορικές του συνθέσεις διακρίνουν η καθαρότητα και η εύλογη δομή. Η μαρτυρία του Διονύσιου του Αλικαρνασσέα για τον Λυσία επιτρέπει μάλιστα να υποθέσουμε ότι ο Ισοκράτης γνώριζε και ακολουθούσε (αν δεν είχε εισηγηθεί ο ίδιος) τη διαίρεση του λόγου σε μέρη: προοίμιον, πρόθεσις/εὐμάθεια, πίστεις (εἰς τὸ πρᾶγμα, τὸ ἦθος, τὸ πάθος), ἐπίλογος (σε δύο μέρη: ἀνακεφαλαιωτικόν και παθητικόν).
 
Στόχευε εξάλλου να γεννήσει με τον λόγο του την αίσθηση ρυθμού, αφού είναι η αρμονία που εντοπίζεται στον λόγο και στα σχήματα, και όχι απλά η επιλογή των ονομάτων αυτό που γεννά, κατά τον συγγραφέα, την αίσθηση του κάλλους και της μεγαλοπρέπειας, της σεμνότητας. Ωστόσο, επέμενε στη διάκριση μεταξύ ποίησης και πεζογραφίας, του ρυθμού στον πεζό λόγο και του μέτρου στην ποίηση. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για ζητήματα ύφους παραμένει ζωντανό από την αρχή ως το τέλος της καριέρας του -αποδεικνύεται άλλωστε και μέσα από τη χρήση τεχνικών όρων, (κῶλον, κόμμα, περίοδος)- στον Παναθηναϊκόν 1-4 του όμως (είναι πια γέροντας ενενήντα τεσσάρων ετών) αποστασιοποιείται από τις νεανικές του προτιμήσεις, την ενθουσιώδη λεκτική ποικιλίαν εκείνων των χρόνων, και δηλώνει ότι θα ακολουθήσει τρόπους εκφραστικούς που ταιριάζουν στην ωριμότητά του, συνθέτοντας λόγον μαλακώτερον.
 
Ισαίος
 
Ο Ισαίος (περ. 415-340 π.Χ.) έζησε στην Αθήνα ως μέτοικος ρητοροδιδάσκαλος και λογογράφος σε περίοδο, τα όρια της οποίας δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια. Καταγόταν από τη Χαλκίδα. Μαθήτευσε πιθανόν δίπλα στον Ισοκράτη και ήταν δάσκαλος του Δημοσθένη, ο οποίος μάλιστα αξιοποίησε ακόμη και τμήματα λόγων του (Θέων, Προγυμνάσματα 155, Spengel II, σελ. 63). Οι λόγοι που έχουν διασωθεί -συνολικά μόλις έντεκα από τους εξήντα τέσσερις που περιλάμβανε το corpus του ρήτορα- είναι αποκλειστικά δικανικοί και αφορούν κληρονομικά θέματα. «Το ύφος του είναι σχετικά απλό και η σύνθεση φροντισμένη. Μαχητικότερος από τους προηγούμενους λογογράφους, ο Ισαίος είναι ο πρώτος που βλέπουμε να επιτίθεται με σφοδρότητα, καμιά φορά και με ανοίκειες ύβρεις και υπαινιγμούς, στους αντιδίκους».
 
Αισχίνης
 
Μπορεί οι αττικιστές να συμπεριέλαβαν τον Αισχίνη (περ. 390-322 π.Χ.), αυτόν τον μεγάλο πολιτικό αντίπαλο του Δημοσθένη, στον κανόνα των αττικών ρητόρων, ωστόσο η εντύπωση που γεννιέται στον αναγνώστη των τριών λόγων που γνωρίζουμε με το όνομά του (Κατὰ Τιμάρχου, Περὶ παραπρεσβείας, Κατὰ Κτησιφῶντος), είναι πως ο συντάκτης τους είναι άτομο από τη φύση του εύγλωττο χωρίς όμως να διακρίνεται με τρόπο εντυπωσιακό από σπάνια ρητορικά χαρίσματα. Άλλωστε δεν ήταν ούτε σπουδασμένος ρήτορας ούτε λογογράφος. Ωστόσο, διακριτές είναι στους λόγους κάποιες αρετές, όπως η σαφήνεια, η ζωντάνια, η μεγαλοπρέπεια, το χιούμορ. Εξάλλου ο αριθμός των παπυρικών αποσπασμάτων, τα σχόλια και τα παραθέματα σε έργα άλλων συγγραφέων, επιβεβαιώνουν πως στην αρχαιότητα το κύρος του Αισχίνη ήταν συγκρίσιμο με αυτό του Δημοσθένη. Οι Επιστολές που παραδίδονται με το όνομά του είναι ψευδεπίγραφο έργο.
 
Ανήκε σε πλούσια οικογένεια, που όμως έχασε την περιουσία της μέσα στις αναταραχές που έζησε η πόλη κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Ο ίδιος προσπάθησε να ασχοληθεί με το θέατρο (ως υποκριτής), αλλά η προσπάθεια αυτή δεν απέδωσε. Εργάστηκε ως γραμματέας και έλαβε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις, όπου και διακρίθηκε. Στην πολιτική εισήλθε ως υποστηρικτής του Εύβουλου, κατά τον οποίο η Αθήνα δεν έπρεπε να εναντιωθεί στους Μακεδόνες.
 
Για τη στάση του στην πρεσβεία της πόλης του που θα διαπραγματευόταν την ειρήνη με τον Φίλιππο το 336 π.Χ., κατηγορήθηκε από τον Δημοσθένη πως υπηρετώντας τον Φίλιππο έβλαψε σκόπιμα τα συμφέροντα της πόλης (Περὶ παραπρεσβείας). Αθωώθηκε όμως και προσπάθησε να πάρει εκδίκηση, όταν ο Κτησιφώντας πρότεινε να στεφανωθεί ο Δημοσθένης για την προσφορά του στην πατρίδα (340 π.Χ.). Η αντιπαράθεση οδήγησε αυτή τη φορά σε παταγώδη αποτυχία τον Αισχίνη - η υπόθεση εκδικάστηκε δέκα χρόνια μετά την πρόταση του Κτησιφώντα (δηλαδή το 330 π.Χ.). Μάλιστα ο Αισχίνης αναζήτησε, ως αυτοεξόριστος, καταφύγιο στη Ρόδο, όπου και πέθανε.
 
Λυκούργος
 
Ο Λυκούργος (περ. 390-325 π.Χ.), γόνος οικογένειας ιερέων των Αθηνών, των Ετεοβουτάδων, πολιτικός και ρήτορας, μαθητής του Πλάτωνα και του Ισοκράτη, συγκαταλέγεται στον κανόνα των αττικών ρητόρων, αν και ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς χαρακτηρίζει το ύφος του «διογκωμένο, μεγαλόστομο και επίσημο· όχι όμως κομψό, ούτε ευχάριστο, αλλά δυναμικό» (Περὶ μιμήσεως 6.433.3). Ωστόσο, δεν λείπουν και άλλες, ιδιαίτερα κολακευτικές εκτιμήσεις για τη ρητορική του δύναμη (Δίων Χρυσόστομος 18.11).
 
Στα μεταγενέστερα χρόνια του βίου του ασχολήθηκε με τα κοινά. Ήταν οπαδός της αντιμακεδονικής παράταξης. Μετά την αποφασιστική μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) ανέλαβε τη διαχείριση των οικονομικών της πόλης του και έκανε μια σειρά αποφασιστικών κινήσεων για την οχύρωση και την άμυνά της.
 
Ξέρουμε πως είχε γράψει δεκατέσσερις λόγους (κυρίως δικανικούς που υποστήριζαν την επιβολή τιμωρίας για παραβίαση θρησκευτικών και διοικητικών διατάξεων), αλλά έχει σωθεί μόνο ένας (η εισαγγελία Κατά Λεωκράτους). Εδώ κατηγορεί ως προδότη κάποιον Λεωκράτη, που, ενώ μετά την ήττα στη Χαιρώνεια είχε εγκαταλείψει την Αθήνα και είχε μεταφέρει την περιουσία του στη Ρόδο και τα Μέγαρα -από φόβο ότι θα καταλάμβαναν την πόλη οι Μακεδόνες, αποδεικνύοντας έτσι, κατά τον κατήγορο, ότι προέκρινε το ατομικό συμφέρον από το συλλογικό- επιστρέφει στην Αθήνα περί το 331 π.Χ., οπότε και αντιμετωπίζει το κατηγορητήριο του Λυκούργου. Ο λόγος διακρίνεται από ανηλεή αντίληψη του δικαίου και αυστηρό αίσθημα ευθύνης. Σε αυτόν προβάλλεται με έμφαση το ήθος των προγόνων, που αντιπαραβάλλεται με την αναξιοπρεπή συμπεριφορά του Λεωκράτη, ο οποίος όμως τελικά απαλλάσσεται.
 
Μετά τον θάνατο του Λυκούργου (περίπου το 325/324) η Αθήνα τού απένειμε διάφορες τιμές αναγνωρίζοντας την προσφορά του προς την πόλη.
 
Δημοσθένης
 
O Δημοσθένης (384-322 π.Χ.) έμεινε στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής ρητορείας ως ο σημαντικότερος εκπρόσωπός της. Ήταν μαθητής του Ισαίου και μελέτησε το έργο του Θουκυδίδη, του Πλάτωνα αλλά και των παλαιότερών του ρητόρων. Άρχισε την καριέρα του ως λογογράφος, πρώτα για να υπηρετήσει τα προσωπικά του συμφέροντα: στα είκοσί του ξεκίνησε μια σειρά από δίκες, για να ανακτήσει την περιουσία του πρόωρα χαμένου πατέρα του, που την είχαν διασπαθίσει οι διαχειριστές της. Δίδαξε εξάλλου για ένα διάστημα ρητορική. Αργότερα υπηρέτησε και την πολιτική ρητορεία.
 
Οι Αθηναίοι τού ανέθεσαν διάφορα τιμητικά αξιώματα και διπλωματικές αποστολές. Στα εξήντα του κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε δωροδοκία, δικάστηκε, καταδικάστηκε και αυτοεξορίστηκε. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) επέστρεψε στην Αθήνα, έφυγε όμως και πάλι, όταν το όνειρο της ανασύστασης του παλαιού μεγαλείου της πόλης έσβησε οριστικά μετά την ήττα του στόλου της στην Αμοργό και του στρατού της στην Κραννώνα (322 π.Χ.). Τελικά προτίμησε να αυτοκτονήσει μέσα στον ναό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία (στον Πόρο) παρά να πέσει αιχμάλωτος στα χέρια των στρατιωτών του Αντίπατρου που είχαν περικυκλώσει το καταφύγιό του.
 
Η παράδοση για τον βίο του ρήτορα διασώζει την πληροφορία ότι ο Δημοσθένης κατέβαλε ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια υποβάλλοντας τον εαυτό του σε μεθοδικές ασκήσεις, προκειμένου να ενδυναμώσει τη φωνή του και να βελτιώσει την προφορά του. Αναφέρεται εξάλλου ότι όφειλε στον ηθοποιό Ανδρόνικο τη μύησή του στα μυστικά της ορθής απαγγελίας.
 
Οι λόγοι του -ύστερα από την αποτυχία των άκρως συντηρητικών αττικιστών να επιβάλουν το ύφος του Λυσία ως κανόνα- όρισαν το ύψιστο πρότυπο της αττικής πεζογραφίας (1ος αι. μ.Χ.). Σε αυτούς η δύναμη της πειθούς γεννιέται συχνά από το ισχυρό πάθος, δεν λείπουν όμως και απολύτως νηφάλια τμήματα. Γενικά το ύφος του ρήτορα παρουσιάζει θαυμαστή ποικιλία ακόμη και μέσα στον ίδιο λόγο: «απλές καθημερινές εκφράσεις εναλλάσσονται με τολμηρές μεταφορές, μακρές περίτεχνες περίοδοι με ελλειπτικές κοφτές προτάσεις, ρητορικές ερωτήσεις με συλλογισμούς, άγριες προσωπικές επιθέσεις, κοροϊδίες και εκρήξεις αγανάκτησης με στρωτές αφηγήσεις και εξάρσεις πατριωτικές· τεχνική και πάθος συνεργάζονται, με αποτέλεσμα οι λόγοι του Δημοσθένη να κυλούν πότε σαν ήρεμο ποτάμι πότε σαν ορμητικός χείμαρρος».
 
Σε κάθε περίπτωση μορφή και περιεχόμενο βρίσκονται σε απόλυτη συστοιχία. Ο επιμελημένος ρυθμός αποτελεί ζητούμενο - αποφεύγεται για παράδειγμα η διαδοχή περισσότερων από δύο βραχέων. Είναι μάλιστα τόσο μεγάλη η επιμέλεια που διακρίνει το ύφος των λόγων, ώστε δικαιολογημένα να γεννιέται η απορία αν πρόκειται ακριβώς για τα κείμενα που ο ρήτορας εκφώνησε στο πλαίσιο των ταραχωδών πολιτικών συνελεύσεων. Το πιθανότερο είναι πως ο Δημοσθένης αναθεωρούσε τους λόγους του πριν από τη δημοσίευσή τους. Είναι άλλωστε προφανές ότι οι λόγοι είχαν τη δύναμη να λειτουργήσουν ως μέσο «πολιτικοϊδεολογικής προπαγάνδας», καθώς τα θέματα που κυριαρχούν σε αυτούς είναι η εξύμνηση της δημοκρατικής Αθήνας και η προβολή της ανάγκης προάσπισής της από τα επεκτατικά σχέδια της ανερχόμενης στρατιωτικά Μακεδονίας.
 
Η πρώτη φιλολογική επεξεργασία του έργου του Δημοσθένη (με την καταλογογράφηση των λόγων του) γίνεται στην Αλεξάνδρεια από τον Καλλίμαχο. Ωστόσο πολλά κείμενα που εντάσσονται στο corpus του ρήτορα, το οποίο περιλαμβάνει εξήντα έναν λόγους, θεωρούνται ψευδεπίγραφα.
 
Παραδίδονται εξάλλου έξι Επιστολές με πολιτικό περιεχόμενο (η γνησιότητα κάποιων από αυτές έχει αμφισβητηθεί) και μια συλλογή πενήντα έξι Προοιμίων - πρόκειται για εισαγωγές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διάφορους πολιτικούς λόγους (πιθανότατα έργο με εκπαιδευτική λειτουργία).
 
Από τους λόγους που έχουν παραδοθεί έντεκα είναι συμβουλευτικοί· σε αυτούς συγκαταλέγονται τέσσερις Κατὰ Φιλίππου (γνωστοί ως Φιλιππικοί), τρεις Ὀλυνθιακοί, ο Ὑπὲρ Μεγαλοπολιτῶν, ο Περὶ τῆς Ῥοδίων ἐλευθερίας, ο Περὶ εἰρήνης - ο πρώτος του πολιτικός λόγος είναι ο Περὶ τῶν συμμοριῶν (354 π.Χ.). Οι δικανικοί ανέρχονται σε είκοσι επτά· σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για πολιτικές δίκες. Στους πολιτικούς δικανικούς λόγους ανήκουν ο Πρὸς Λεπτίνην, ο Κατ' Ἀριστοκράτους, ο Περὶ τῆς παραπρεσβείας και ο Περὶ τοῦ στεφάνου (Ὑπὲρ Κτησιφῶντος περὶ τοῦ στεφάνου). Στους δύο τελευταίους καταγράφεται η προσωπική σύγκρουση του ρήτορα με τον βασικό αντίπαλό του, οπαδό της φιλομακεδονικής παράταξης, τον Αισχίνη. Ο Δημοσθένης κατηγόρησε αρχικά τον Αισχίνη ότι το 346 π.Χ. στις συνομιλίες με τον Φίλιππο είχε δωροδοκηθεί, ώστε να μην υποστηρίξει τα αθηναϊκά συμφέροντα. Ο Αισχίνης αθωώθηκε με μικρή πλειοψηφία. Δέκα χρόνια αργότερα ο Αισχίνης κατηγόρησε τον Κτησιφώντα, που είχε προτείνει να στεφανώσει η πόλη τον Δημοσθένη για τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα. Η πρόταση του Κτησιφώντα ήταν πράγματι νομικά ασταθής. Η δίκη τελικά κρίθηκε πολύ αργότερα, το 330 π.Χ. Ο Δημοσθένης ανέλαβε να υποστηρίξει τον Κτησιφώντα ενάντια στον Αισχίνη και με το λόγο του (Περὶ τοῦ στεφάνου), όπου δικαιολόγησε τις προσωπικές του πολιτικές επιλογές μέχρι τότε και έδωσε μια εικόνα της προσωπικής του προσφοράς στην πόλη, πέτυχε την ήττα του αντιπάλου του, που απογοητευμένος εγκατέλειψε την Αθήνα. Στο σώμα των λόγων ανήκει και ο επιδεικτικός Ἐπιτάφιος για τους νεκρούς της μάχης της Χαιρώνειας (η γνησιότητα όμως του λόγου έχει αμφισβητηθεί).
 
Στους νεότερους χρόνους καταγράφονται σημαντικές προσπάθειες να αξιοποιηθεί ο φλογερός λόγος του Δημοσθένη, για να υποστηριχθούν επίκαιροι πολιτικοί στόχοι. Έτσι ο καρδινάλιος Βησσαρίων της Τραπεζούντας μετέφρασε στα 1470 τον πρώτο Ολυνθιακό λόγο, για να εμπνεύσει τους Δυτικούς να πολεμήσουν εναντίον των Τούρκων, ενώ ο Β. G. Niebuhr, στις αρχές του 19ου αι., μετέφρασε στα γερμανικά τον 1ο Φιλιππικό, για να ξεσηκώσει σε αγώνα αντίστασης κατά του Ναπολέοντα.
 
Υπερείδης
 
O Υπερείδης (390/389-330/329 π.Χ.), μαθητής του Ισοκράτη -σύμφωνα με άλλες πληροφορίες του Πλάτωνα (Διογένης Λαέρτιος 3.46)-, ήταν λαμπρός και περιζήτητος λογογράφος και ένας από τους πιο ασυμβίβαστους πολιτικούς ρήτορες της Αθήνας. Στο ενεργητικό του συγκαταλέγονται και έξι λόγοι για εταίρες, ανάμεσά τους και ένας για τη Φρύνη - ο ρήτορας δεν δίστασε, κατά τις αρχαίες μαρτυρίες, να παρουσιάσει την καλλονή ημίγυμνη ενώπιον των δικαστών.
 
Χάρη στο ρητορικό του ταλέντο αλλά και τον θερμό πατριωτισμό του ανέλαβε διάφορες σημαντικές διπλωματικές αποστολές.
 
Το 338, μετά την ήττα στη Χαιρώνεια, υπέβαλε το αίτημα να επεκταθούν τα δικαιώματα του Αθηναίου πολίτη στους μετοίκους και να απελευθερωθούν οι δούλοι. Αργότερα έπρεπε να λογοδοτήσει γι' αυτή την πρόταση (Πρὸς Αριστογείτονα, απ. 7.27.28 Jensen). Ο ίδιος απάντησε στην απολογία του με ιδιαίτερη εκφραστική δύναμη (Ψευδο-Λογγίνος, Περὶ ὕψους 15): «Δεν ήταν ο πολιτικός που συνέταξε αυτό το ψήφισμα. Συντάκτης ήταν η μάχη στη Χαιρώνεια».
 
Στο πλαίσιο της αντιμακεδονικής παράταξης συνεργάστηκε στενά με τον Δημοσθένη. Ωστόσο η καλή τους συνεργασία διαταράχθηκε, όταν ο μεγάλος αθηναίος ρήτορας κατηγορήθηκε για οικονομικό σκάνδαλο - ο Υπερείδης παραπονιέται στον λόγο Κατά Δημοσθένους με πόνο και αγανάκτηση για την ηθική κατάπτωση των Αθηνών. Αργότερα οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν, προκειμένου να υποστηριχθεί ο Λεωσθένης στον πόλεμο κατά του Αντίπατρου.
 
Ο Ψευδο-Πλούταρχος γνωρίζει εβδομήντα επτά λόγους, από τους οποίους θεωρεί γνήσιους τους πενήντα δύο. Για έξι από αυτούς έχουμε παράδοση σε παπύρους. Οι πέντε είναι λόγοι δικανικοί (Ὑπὲρ Λυκόφρονος, Κατὰ Φιλιππίδου, Κατὰ Δημοσθένους, Ὑπὲρ Εὐξενίππου, Κατὰ Ἀθηνογένους). Οι έξοχες περιγραφές δείχνουν υιοθέτηση της τέχνης του Λυσία. Σε άλλους πάλι λόγους εντυπωσιάζουν οι σοβαρές σκέψεις και ιδέες (Ὑπὲρ Λυκόφρονος, Ὑπὲρ Εὐξενίππου).
 
Την άνοιξη του 322 εκφώνησε τον Ἐπιτάφιον λόγο του για τους νεκρούς του Λαμιακού πολέμου. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς έπεσε αιχμάλωτος στα χέρια του Αντίπατρου που διέταξε την εκτέλεσή του, αφού πρώτα τον υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια.
 
Δείναρχος
 
Τις γνώσεις μας για τον Δείναρχο και το έργο του τις οφείλουμε στον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα και στους τρεις λόγους που έχουν διασωθεί ως δικοί του.
 
Γεννήθηκε στην Κόρινθο γύρω στα 360 π.Χ., ήρθε όμως νωρίς στην Αθήνα όπου έζησε ως μέτοικος. Στην Αθήνα ήρθε σε επαφή με τους εκπροσώπους του Περιπάτου (τον Θεόφραστο και τον Δημήτριο τον Φαληρέα). Εργάστηκε από τα νεανικά του χρόνια ως λογογράφος. Ανήκε στη φιλομακεδονική παράταξη.
 
Το 307 έφυγε εξόριστος για τη Χαλκίδα, όπου και έμεινε για δεκαπέντε χρόνια. Λίγο μετά την επιστροφή του στην Αθήνα εκφώνησε το λόγο του εναντίον του πάλαι ποτέ φίλου του Πρόξενου (Κατὰ Προξένου), που κατά το κατηγορητήριο τον είχε εξαπατήσει σε μια οικονομική συναλλαγή.
 
Στην αρχαιότητα του αποδίδονταν αναρίθμητοι λόγοι. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς διέκρινε εξήντα ως γνήσιους, ο Καικίλιος από την Καλή Ακτή εξήντα τέσσερις. Οι τρεις λόγοι που διασώθηκαν (δύο από αυτούς όχι ολόκληροι) σχετίζονται με τη δίκη για το σκάνδαλο του Άρπαλου, του θησαυροφύλακα του Μ. Αλεξάνδρου, στο οποίο ενεπλάκη ο Δημοσθένης που κατηγορήθηκε (από τον Υπερείδη και τον Δείναρχο) για δωροδοκία (Κατὰ Δημοσθένους, Κατ' Ἀριστογείτονος, Κατὰ Φιλοκλέους).
 
Ως ρήτορας ο Δείναρχος προσπάθησε να μιμηθεί σπουδαία πρότυπα, όπως τον Λυσία, τον Αισχίνη και κυρίως τον Δημοσθένη. Η απόστασή του όμως από τα ινδάλματά του είναι εμφανής. Η σύνταξη είναι φορτικά περίπλοκη, ενώ η δομή των λόγων που έχουν διασωθεί εντυπωσιακά άτακτη: πρόκειται για μια αλυσίδα επεισοδίων ασύνδετων μεταξύ τους.