Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Η παγκόσμια χρήση του Γρηγοριανού ημερολογίου είναι προϊόν εξουσίας, όχι αλήθειας.

Συχνά ακούμε χριστιανούς να μας μέμφονται, ισχυριζόμενοι ότι όσοι αρνούμαστε τον δήθεν Μεσσία, στην πραγματικότητα τον «αποδεχόμαστε», επειδή χρησιμοποιούμε ένα χρονολογικό σύστημα που υποτίθεται ότι βασίζεται στη γέννησή του. Το επιχείρημα αυτό προβάλλεται με τόνο θριαμβευτικό, ενώ στην ουσία του αποτελεί ένα ακόμη δείγμα χριστιανοκεντρικού παραλογισμού: ένα οιονεί επιχείρημα, κατ’ επίφαση λογικό, που συγχέει σκόπιμα τη συμβατική χρήση ενός θεσμικού εργαλείου με την αποδοχή της ιδεολογίας που το γέννησε. Πρόκειται για ρητορικό τέχνασμα και όχι για συλλογισμό· για ιδεολογική αυθαιρεσία που μεταμφιέζεται σε λογική αναγκαιότητα.

Το επιχείρημα ότι ο Γέσουα («Ιησούς») υπήρξε ιστορικό πρόσωπο επειδή η σύγχρονη χρονολόγηση βασίζεται σε αυτόν δεν είναι απλώς αδύναμο· είναι λογικά ανυπόστατο και ιστορικά ανενημέρωτο. Η χρήση ενός ημερολογιακού συστήματος δεν συνιστά απόδειξη ιστορικότητας του προσώπου στο οποίο αυτό αναφέρεται, αλλά σύμβαση που προκύπτει από πολιτική, ιδεολογική και θρησκευτική επικράτηση. Η σύγχυση μεταξύ σύμβασης και απόδειξης αποτελεί στοιχειώδες λογικό σφάλμα.

Το δυτικό σύστημα χρονολόγησης «προ Χριστού / μετά Χριστόν» (Anno Domini) δεν προέρχεται από την εποχή στην οποία υποτίθεται ότι έζησε ο Ιησούς, ούτε από σύγχρονους του μάρτυρες. Η επινόησή του ήταν έργο ενός χριστιανού μοναχού από την Σκυθία (σημερινή Ρουμανία), του λεγόμενου Διονυσίου του Μικρού (Dionysius Exiguus), το έτος 525, δηλαδή περίπου πέντε αιώνες μετά τα υποτιθέμενα γεγονότα (Blackburn & Holford-Strevens, The Oxford Companion to the Year, 1999).
 
Ο Διονύσιος δεν διέθετε ιστορικά τεκμήρια· βασίστηκε αποκλειστικά σε θεολογικούς υπολογισμούς και ευαγγελικές αφηγήσεις, ενώ μάλιστα η χρονολόγησή του θεωρείται λανθασμένη ακόμη και από τη σύγχρονη χριστιανική ιστοριογραφία, η οποία τοποθετεί τη γέννηση του Ιησού αρκετά χρόνια νωρίτερα (Finegan, Handbook of Biblical Chronology, 1998).

Η ίδια η ιστορική εξέλιξη του χριστιανικού ημερολογίου αποκαλύπτει τον συμβατικό και κατασκευασμένο χαρακτήρα του. Η εισαγωγή της χρονολόγησης Anno Domini από τον Διονύσιο τον Μικρό το 525 δεν αποτέλεσε το τελικό στάδιο, αλλά μόνο την αφετηρία μιας μακράς σειράς διορθώσεων και αναθεωρήσεων από μεταγενέστερους χριστιανούς λογίους. Η χρονολόγηση του Διονυσίου διαδόθηκε και καθιερώθηκε ουσιαστικά τον 8ο αιώνα μέσω του Βέδα του Σεβάσμιου (Beda Venerabilis), ο οποίος την ενσωμάτωσε σε ιστορικά και εκκλησιαστικά χρονικά, καθιστώντας την λειτουργικό εργαλείο της δυτικής χριστιανοσύνης.
 
Ωστόσο, το ημερολόγιο στο οποίο εφαρμόστηκε αυτή η χρονολόγηση ήταν το Ιουλιανό, ρωμαϊκής προέλευσης, το οποίο παρουσίαζε σταδιακή απόκλιση από το πραγματικό ηλιακό έτος. Η συσσώρευση αυτής της απόκλισης δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στον υπολογισμό της εαρινής ισημερίας και, κατ’ επέκταση, του Πάσχα, γεγονός που οδήγησε στη μεγάλη ημερολογιακή μεταρρύθμιση του 1582 υπό τον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄. Με τη βούλα Inter gravissimas, και κατόπιν εισηγήσεων χριστιανών αστρονόμων όπως ο Aloysius Lilius και ο Christopher Clavius, αφαιρέθηκαν δέκα ημέρες από το ημερολόγιο και τροποποιήθηκαν οι κανόνες των δίσεκτων ετών, δημιουργώντας το λεγόμενο Γρηγοριανό ή «Νέο» ημερολόγιο.
 
Η υιοθέτησή του υπήρξε σταδιακή και άνιση, ενώ μεγάλα τμήματα του χριστιανικού κόσμου, ιδίως της «Ορθοδοξίας», συνέχισαν να χρησιμοποιούν το Ιουλιανό ή παραλλαγές του («Παλαιό Ημερολόγιο») για εκκλησιαστικούς σκοπούς, διατηρώντας έως σήμερα απόκλιση δεκατριών ημερών. Η ιστορία αυτή καταδεικνύει ότι το χριστιανικό ημερολόγιο δεν αποτελεί αμετάβλητο ή αυθεντικό αποτύπωμα ενός ιστορικού γεγονότος, αλλά προϊόν διαδοχικών θεολογικών, διοικητικών και αστρονομικών παρεμβάσεων, γεγονός που καθιστά λογικά αβάσιμη κάθε προσπάθεια χρήσης του ως «απόδειξης» της ιστορικής ύπαρξης του Ιησού.

Επομένως, το ίδιο το ημερολόγιο που επικαλούνται κάποιοι ως «απόδειξη» της ύπαρξης του Ιησού είναι μεταγενέστερη θεολογική κατασκευή και όχι ιστορικό τεκμήριο. Η χρονολόγηση δεν προηγήθηκε της πίστης, αλλά γεννήθηκε από αυτήν. Δεν αποδεικνύει το δόγμα· το υπηρετεί.

Η καθιέρωση του χριστιανικού χρόνου δεν υπήρξε ουδέτερη εξέλιξη, αλλά πολιτική πράξη. Μετά τον εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Εκκλησία επιδίωξε να αναδιοργανώσει όχι μόνο τη λατρεία, αλλά και την ίδια την αντίληψη του χρόνου, τοποθετώντας στο κέντρο της ιστορίας τον «Χριστό» ως κοσμικό άξονα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το λεγόμενο «Έτος Κόσμου» της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, το οποίο καθιερώθηκε επίσημα το έτος 691 και τοποθετούσε τη δημιουργία του κόσμου στο 5509 προ Χριστού, σύμφωνα με τη βιβλική Γένεση (Ostrogorsky, History of the Byzantine State, 1956). Πρόκειται για καθαρά θεολογική και μυθολογική σύλληψη, που επιβλήθηκε διοικητικά ως κρατική αλήθεια.

Αν η χρήση ενός ημερολογίου αποτελούσε απόδειξη ιστορικής ή θεολογικής αλήθειας, τότε θα έπρεπε να δεχτούμε ως εξίσου αληθείς όλες τις θρησκείες που διαθέτουν δικό τους σύστημα χρονολόγησης. Το ισλαμικό ημερολόγιο ξεκινά από την Εγίρα του Μωάμεθ (το χριστιανικό έτος 622) και χρησιμοποιείται επίσημα σε μουσουλμανικά κράτη. Το εβραϊκό ημερολόγιο τοποθετεί τη δημιουργία του κόσμου στο 3761 προ Χριστού.
 
Το κινεζικό παραδοσιακό ημερολόγιο βασίζεται σε αυτοκρατορικές δυναστείες και κοσμικούς κύκλους. Τα ινδουιστικά ημερολόγια διαθέτουν πολλαπλές κοσμολογικές αφετηρίες. Το ιαπωνικό σύστημα εξακολουθεί να μετρά εποχές βάσει της βασιλείας του εκάστοτε αυτοκράτορα. Αν η χρονολόγηση αποδείκνυε την αλήθεια, τότε όλες αυτές οι ασύμβατες κοσμοαντιλήψεις θα έπρεπε να είναι ταυτόχρονα ορθές, κάτι προφανώς παράλογο.

Η ελληνική αρχαιότητα, αντίθετα, δεν είχε ανάγκη από μεσσίες για να μετρήσει τον χρόνο. Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τις Ολυμπιάδες, τα τοπικά ημερολόγια των πόλεων-κρατών και μια φιλοσοφική αντίληψη του χρόνου ως κυκλικού και κοσμικού, όχι γραμμικού και σωτηριολογικού. Ο χρόνος δεν ξεκινούσε από κάποια υπερφυσική «λύτρωση» ούτε κατευθυνόταν προς μια «Αποκάλυψη». Ήταν μέρος της φύσης και της κοσμικής τάξης, όχι θεολογικό εργαλείο ελέγχου (Burkert, Greek Religion, 1985). Με σύγχρονες εκτιμήσεις, κατά το αττικό ημερολόγιο, διανύουμε το πρώτο έτος 701ης Ολυμπιάδας.

Η επικράτηση του χριστιανικού ημερολογίου στην Ευρώπη, στην Δύση, και διεθνώς, δεν οφείλεται στην ιστορική του ακρίβεια, αλλά στην πολιτική και στρατιωτική ισχύ των χριστιανικών κρατών, στην αποικιοκρατία και στην παγκοσμιοποίηση των ευρωπαϊκών θεσμών. Η παγκόσμια χρήση του Γρηγοριανού ημερολογίου είναι προϊόν εξουσίας, όχι αλήθειας.

Συνεπώς, το γεγονός ότι σήμερα χρησιμοποιούμε ένα χριστιανικής προέλευσης ημερολόγιο δεν αποδεικνύει ούτε την ιστορική ύπαρξη του Ιησού ούτε, πολύ περισσότερο, τη θεϊκή του φύση. Αποδεικνύει μόνο ότι ο χριστιανισμός επικράτησε πολιτικά και επέβαλε τις δικές του συμβάσεις στον χρόνο. Η σύμβαση δεν είναι τεκμήριο, η επικράτηση δεν είναι απόδειξη και το ημερολόγιο δεν είναι ιστορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου