Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2022

Έρωτας, αγάπη, πόθος: Πότε; Πώς; Με ποιον;

Σε κοιτάζω επίμονα, με προσοχή, εμφατικά, επιστρατεύω εκείνο το ειδικό βλέμμα μου με τις χίλιες σημασίες, και σου λέω πολύ σοβαρά:

«Σ’ αγαπώ», υπονοώντας εν δυνάμει τα πάντα: σε ποθώ, σε έχω ερωτευτεί, σ’ αγαπώ, θέλω να σε παντρευτώ, έλα να διαλύσουμε μαζί το κρεβάτι, έλα να κατασπαραχτούμε αλλά μετά μη μ’ ενοχλείς και πολύ – εννοώντας κι οτιδήποτε άλλο μπορεί να χωρά μέσα στο κουτάκι του «σ’ αγαπώ».

Ή, λέμε μεταξύ μας κι άλλα πολλά, πάρα πολλά: «σε θέλω», «μου αρέσεις», «σ’ έχω ερωτευτεί πάρα πολύ», «τρελαίνομαι για σένα, λιώνω», «μόνο εσένα σκέφτομαι», «είσαι ό,τι πιο πολύτιμο έχω στη ζωή μου», «δεν ξέρω τι έχω πάθει μαζί σου».

Στην καθημερινότητα, μαζί με το βασιλικής ισχύος «σ’ αγαπώ» (που κατάντησε να χωρά πλέον τα πάντα και παντού), κυκλοφορούν αμέτρητες ανάλογες εκφράσεις που παλεύουν κάπως να περικλείσουν ό,τι συμβαίνει στις σχέσεις και τις συναντήσεις μας.

Η ανακολουθία λέξεων, νοημάτων και αισθημάτων

Προσπαθούμε λοιπόν ποικιλοτρόπως να εκφράσουμε στον άλλον όσα νιώθουμε και χρειαζόμαστε αλλά, εδώ ακριβώς, είναι που ανακύπτει ένα σοβαρό ζήτημα, διότι θεωρούμε δεδομένο:

(α) ότι αντιλαμβανόμαστε πλήρως και εκφράζουμε με ακρίβεια όσα νιώθουμε,
(β) ότι ο άλλος καταλαβαίνει ακριβώς ό,τι εννοούμε.

Στην πραγματικότητα, όχι μόνο το σχεσιακό μας λεξιλόγιο είναι πάμφτωχο, αλλά και η δική μας επίγνωση του τι βιώνουμε και του τι σημαίνουν αυτά που λέμε για να εκφράσουμε όσα βιώνουμε, είναι ακόμα πιο φτωχή.

Επίσης, η σχεσιακή μας παιδεία και οι έτοιμες αξίες με τις οποίες κινείται, παραβλέπουν τις λεπτές αποχρώσεις των πολύμορφων αναγκών μας για τον άλλον και παρεμποδίζουν την επίγνωση της αδιανόητα λεπτόπλοκης ροής των αισθημάτων μας.

Έτσι, μέχρι σήμερα που ο πλανήτης μας μάλλον εξακολουθεί να γυρίζει κι εμείς εξακολουθούμε να συναντιόμαστε με άπειρους τρόπους, οι ανάγκες μας για έρωτα, αγάπη και σεξ γίνονται καθημερινά κουβάρι.

Τρεις αυτόνομοι αστερισμοί αναγκών

Η δική μου πρόταση, είναι να δούμε αυτές τις ανάγκες μας να συνιστούν τρεις μεγάλους, αυτόνομους και μόνο εν μέρει σχετιζόμενους αστερισμούς μερικότερων αναγκών.

Σ’ αυτήν την πρόταση στηρίζεται και ολόκληρη η προσέγγιση μου για τον έρωτα, στο βιβλίο μου «Στις Σκιές του έρωτα - τα μάτια που με κοίταξαν» - με ειδική αφιέρωση: «για τους αιρετικούς της αγάπης»...

Καθένας από αυτούς τους αστερισμούς διαθέτει το χαρακτηριστικό χρώμα της δικής του ξεχωριστής ταυτότητας. Το δε χρώμα αυτό καθορίζεται από μία ή περισσότερες έντονα κυρίαρχες επί μέρους ανάγκες, οι οποίες επιδρούν καθοριστικά στις υπόλοιπες που συνθέτουν τον συγκεκριμένο αστερισμό.

Μιλώντας δηλαδή για την ευρύτερη ανάγκη αγάπης, έρωτα και σεξουαλικού πόθου, εννοούμε τρεις μεγάλες ομάδες επί μέρους αναγκών, οι οποίες αποκτούν την ταυτότητά τους ως εξής:

* Στην «αγάπη» μεταξύ συντρόφων, το χρώμα δίνουν οι ανάγκες για ψυχική εγγύτητα, συμπόρευση, επίγνωση αλλά και αποδοχή της αναπόφευκτης διαφορετικότητάς μας.

* Στον «έρωτα», αντιθέτως, κυρίαρχη είναι η ανάγκη μας να ξεχάσουμε τη διαφορετικότητά μας, να υπερβούμε τα όρια του προσωπικού μας σύμπαντος, να χάσουμε την ατομικότητά μας βουτώντας στο ομοιογενές σύνολο που συνεπάγεται η απόλυτη, ιδανική ένωση με τον Άλλον.

* Στη «σεξουαλικότητά» μας, κυρίαρχη είναι η ανάγκη μας να κατέβουμε στις χθόνιες ρίζες μας, να χαρούμε το άρωμα, τον ιδρώτα, το σμήγμα, τις εκκρίσεις των ζωντανών, παλλόμενων σωμάτων.

Έτσι, αυτές οι τρεις μεγάλες ομάδες αναγκών, αν και σαφώς συναντιούνται και τέμνονται μερικώς, αντιπροσωπεύουν εν πολλοίς αυτόνομες στον πυρήνα τους εκδηλώσεις της ύπαρξής μας.
Με κανέναν όμως τρόπο δεν είναι τρεις παραλλαγμένες εκφράσεις ενός μόνο φαινομένου της ψυχικής μας ζωής. Παραμένουν σε όλη μας τη ζωή ανεξάρτητοι (και συχνότατα συγκρουόμενοι) κόσμοι προσωπικών σημασιών, με τον καθένα τους να διαθέτει τη δική του ζωική ενέργεια.

Γνωρίσματα, μύθοι και σχέσεις των αναγκών αγάπης, έρωτα, σεξουαλικότητας

(1) Αυτές οι ανάγκες είναι σχετικά ασύμβατες μεταξύ τους – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν συναντιούνται σε πολλά σημεία. Εννοώ ότι, για παράδειγμα, ο έρωτας προϋποθέτει την ομοιότητα, ενώ η αγάπη τη διαφορά (κάτι σαν το νερό με το λάδι).

Επιπλέον, η σεξουαλικότητα μπορεί να συνοδεύει τόσο την αγάπη όσο και τον έρωτα, αλλά όχι απαραίτητα και όχι κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο. Είναι μύθος ότι το σεξ πρέπει απαραιτήτως να «κολλάει» πάντα με την αγάπη ή τον έρωτα.

(2) Η αγάπη, ο έρωτας και η σεξουαλικότητα δεν υποκαθίστανται μεταξύ τους ή δεν είναι, ούτε μπορούν να γίνουν ποτέ, συγκοινωνούντα δοχεία.

Αν και οι ανάγκες αυτές συνδέονται σαφώς στο πλαίσιο ολόκληρης της ύπαρξής μας, δεν μπορεί να υπερτονιστεί η μία ανάγκη, ώστε να ικανοποιηθούν από το περίσσευμα και οι άλλες (όσο και να φάμε, δεν ξεδιψούμε).

Η ιδέα ότι ικανοποιώντας μία από τις τρεις ανάγκες ησυχάζουν και οι άλλες δύο, είναι ένας ακόμη κλασικός μύθος περί σχέσεων.

(3) Καμία από τις τρεις αυτές ανάγκες μας δεν είναι «ομπρέλα» για τις άλλες.

Δηλαδή, δεν τίθεται κανένα απολύτως ζήτημα κάθετης ιεραρχικής αξιολόγησης των τριών αυτών αναγκών, από τη σπουδαιότερη προς τη λιγότερο σπουδαία.

Ακριβώς επειδή διαφέρουν, δεν συγκρίνονται μεταξύ τους. Είναι μύθος ότι υπάρχει μια κάθετη γραμμή που τις συνδέει ιεραρχικά, με την αγάπη στην κορυφή, όπως συνήθως λέγεται ότι συμβαίνει.

(4) Οι τρεις αυτές ανάγκες αλλάζουν με τον χρόνο. Σε ένα σύμπαν αέναων μεταμορφώσεων, δεν παραμένουμε ίδιοι ούτε εμείς ούτε οι ανάγκες ούτε οι σχέσεις μας.

Είναι μύθος ότι, όταν μια σχέση αλλάζει, είναι προβληματική και ότι κριτήριο μιας καλής σχέσης είναι το να μη μεταβάλλεται και να μην περιλαμβάνει κραδασμούς.

Επίσης, σχετικός μύθος είναι ότι μια σχέση που διακόπτεται είναι «κρίμα» ή ότι «απέτυχε».

(5) Όποια από τις τρεις αυτές ανάγκες και αν κυριαρχεί στον τρόπο που σχετιζόμαστε κάθε φορά, ποτέ δεν μπορούμε να δούμε αντικειμενικά τι συμβαίνει στη σχέση μας, ούτε να γνωρίσουμε πλήρως τον άλλον.

Είναι μύθος ότι γνωρίζουμε απολύτως και αντικειμενικά αυτά που συμβαίνουν μεταξύ μας ή ότι ξέρουμε απ’ έξω κι ανακατωτά τον άλλον στην όποια σχέση μας.

(6) Οι τρόποι με τους οποίους ερωτευόμαστε, αγαπούμε, ποθούμε, αντικατοπτρίζουν το πώς διαχειριζόμαστε κάποια πάρα πολύ βαθιά και κοινά γνωρίσματα που έχουμε όλοι μας: τα λεγόμενα και κοινά μας «υπαρξιακά δεδομένα».

Εννοώ τη μοναξιά λόγω της μοναδικότητάς μας, την κάθε λογής απώλεια και θάνατο, τη ματαιότητα, την ευθύνη των επιλογών μας σε έναν κόσμο στον οποίο δεν ελέγχουμε το παραμικρό από τα φυσικά γεγονότα του και ο οποίος μοιάζει να αδιαφορεί παντελώς για εμάς.

Οπότε, αναγκαστικά, στο σκηνικό των διαδρομών μας με τον άλλον, συμμετέχουν πάντοτε και καθοριστικά αυτά τα κοινά μας τρομαχτικά υπαρξιακά γνωρίσματα, ανεξάρτητα από το αν καλύπτονται από τα φώτα και τις μουσικές της καταναλωτικής, τάχα χαρούμενης ζωής μας.

Θεωρώ ότι θα έπρεπε να είναι μύθος η ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι σχετιζόμαστε για να ξεχνούμε όλα τα παραπάνω.

(7) Δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε ταυτοχρόνως και τις τρεις αυτές ανάγκες στον ίδιο βαθμό.
Δεν υπάρχει μαγικό κουμπάκι για κάτι τέτοιο, και το ραβδάκι του Χάρι Πότερ είναι πολύ μικρό.

Δεν υπάρχει ιδανικός Άλλος που θα καλύπτει πάντα και απολύτως τις τρεις αυτές ανάγκες μας, ακριβώς γιατί διαφέρουν και είναι συχνότατα συγκρουόμενες, παρότι συνδυάζονται με πολλούς τρόπους.

Από τους μεγαλύτερους σημερινούς μύθους είναι η τέλεια, ιδανική σχέση, με τον ιδανικό σύντροφο, εραστή, φίλο και συνεταίρο στη ζωή, ο οποίος μας παρέχει αδιαλείπτως συντροφικότητα, στήριξη, έρωτα και συγκλονιστικό σεξ.

(8) Τέλος, οποιαδήποτε από αυτές τις ανάγκες κι αν επιλέξουμε ως κυρίαρχη σε μια φάση της ζωής μας, πάντα, κυριολεκτικά πάντα, κάτι χάνουμε από τις άλλες δύο.

Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν να ζητούμε από τον εραστή που μας ξετρελαίνει ή από αυτόν που έχουμε παθιασμένα ερωτευτεί, να μας αγαπά όπως ένας σύντροφος-συνοδοιπόρος σε μια σχέση που χαρακτηρίζεται από εγγύτητα, διάρκεια και δέσμευση του ενός συντρόφου απέναντι στον άλλο – και το αντίστροφο.

Το δια ταύτα αυτής της πρότασης για τον έρωτα, την αγάπη, τον σεξουαλικό πόθο

Εμείς οι άνθρωποι επιζητούμε αδιαλείπτως, εκ κατασκευής (και όχι μεταφυσικά), να συναντιόμαστε ποικιλοτρόπως, να σμίγουμε, να αγκαλιαζόμαστε ή να αποχαιρετιόμαστε, χωρίς σταματημό.

Και η αέναη κίνησή μας προς και από τον άλλον δεν μπορεί παρά να εκδηλώνεται, καλώς ή κακώς, με αμέτρητους τρόπους: απαιτητικά, ικετευτικά, με απαστράπτουσα λαχτάρα, μέσω του σώματος ή και του πνεύματος, τρυφερά ή κυνικά, με ευθύτητα ή με υπεκφυγές, αξιοπρεπώς ή αναξιοπρεπώς.

Ας φροντίζουμε τουλάχιστον να έχουμε επίγνωση των εκάστοτε αναγκών που ορίζουν αυτήν την κίνηση.

Ώστε να μη βασανιζόμαστε πάρα πολύ εμείς οι ίδιοι, εγκλωβιζόμενοι στα επαναλαμβανόμενα αδιεξοδικά μας σενάρια, όπου ο έρωτας, η αγάπη και ο σεξουαλικός πόθος ρίχνονται απερίσκεπτα στο μίξερ.

Ώστε να βασανίζουμε κάπως λιγότερο τους άλλους που συναντούμε, και να αυξάνουμε τις πιθανότητες να κάνουμε κάτι όμορφο μαζί τους - όσο και αν διαρκέσει, όποιο και να είναι αυτό.
--------------------------
* Όμως, όσο κι αν ζυμώνουμε την αυταπάτη, δεν υπάρχει σωτηρία μέσω κάποιου Άλλου, υπαρκτού/απτού ή φανταστικού/άυλου. Υπάρχει μόνο η προσπάθεια να βάζουμε πλάι-πλάι τις διαδρομές μας - κι αυτό είναι ήδη σπουδαίο και πανέμορφο. Σε τελευταία ανάλυση, υπάρχει μόνο η “διαδρομή”, παρέα με κάποιον συνοδοιπόρο, υπαρκτό ή φανταστικό. Αν είναι απτός, τόσο το καλύτερο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου