Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (22.178-22.240)

Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα τοῦ μάλα μὲν κλύον ἠδ᾽ ἐπίθοντο,
βὰν δ᾽ ἴμεν ἐς θάλαμον, λαθέτην δέ μιν ἔνδον ἐόντα.
180 ἦ τοι ὁ μὲν θαλάμοιο μυχὸν κάτα τεύχε᾽ ἐρεύνα,
τὼ δ᾽ ἔσταν ἑκάτερθε παρὰ σταθμοῖσι μένοντε,
εὖθ᾽ ὑπὲρ οὐδὸν ἔβαινε Μελάνθιος, αἰπόλος αἰγῶν,
τῇ ἑτέρῃ μὲν χειρὶ φέρων καλὴν τρυφάλειαν,
τῇ δ᾽ ἑτέρῃ σάκος εὐρὺ γέρον, πεπαλαγμένον ἄζῃ,
185 Λαέρτεω ἥρωος, ὃ κουρίζων φορέεσκε·
δὴ τότε γ᾽ ἤδη κεῖτο, ῥαφαὶ δ᾽ ἐλέλυντο ἱμάντων·
τὼ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπαΐξανθ᾽ ἑλέτην ἔρυσάν τέ μιν εἴσω
κουρίξ, ἐν δαπέδῳ δὲ χαμαὶ βάλον ἀχνύμενον κῆρ,
σὺν δὲ πόδας χεῖράς τε δέον θυμαλγέϊ δεσμῷ
190 εὖ μάλ᾽ ἀποστρέψαντε διαμπερές, ὡς ἐκέλευσεν
υἱὸς Λαέρταο, πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς·
σειρὴν δὲ πλεκτὴν ἐξ αὐτοῦ πειρήναντε
κίον᾽ ἀν᾽ ὑψηλὴν ἔρυσαν πέλασάν τε δοκοῖσι.
τὸν δ᾽ ἐπικερτομέων προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα·
195 «νῦν μὲν δὴ μάλα πάγχυ, Μελάνθιε, νύκτα φυλάξεις,
εὐνῇ ἔνι μαλακῇ καταλέγμενος, ὥς σε ἔοικεν·
οὐδὲ σέ γ᾽ ἠριγένεια παρ᾽ Ὠκεανοῖο ῥοάων
λήσει ἀνερχομένη χρυσόθρονος, ἡνίκ᾽ ἀγινεῖς
αἶγας μνηστήρεσσι δόμον κάτα δαῖτα πένεσθαι.»
200 Ὣς ὁ μὲν αὖθι λέλειπτο, ταθεὶς ὀλοῷ ἐνὶ δεσμῷ·
τὼ δ᾽ ἐς τεύχεα δύντε, θύρην ἐπιθέντε φαεινήν,
βήτην εἰς Ὀδυσῆα δαΐφρονα ποικιλομήτην.
ἔνθα μένος πνείοντες ἐφέστασαν, οἱ μὲν ἐπ᾽ οὐδοῦ
τέσσαρες, οἱ δ᾽ ἔντοσθε δόμων πολέες τε καὶ ἐσθλοί.
205 τοῖσι δ᾽ ἐπ᾽ ἀγχίμολον θυγάτηρ Διὸς ἦλθεν Ἀθήνη,
Μέντορι εἰδομένη ἠμὲν δέμας ἠδὲ καὶ αὐδήν.
τὴν δ᾽ Ὀδυσεὺς γήθησεν ἰδὼν καὶ μῦθον ἔειπε·
«Μέντορ, ἄμυνον ἀρήν, μνῆσαι δ᾽ ἐτάροιο φίλοιο,
ὅς σ᾽ ἀγαθὰ ῥέζεσκον· ὁμηλικίη δέ μοί ἐσσι.»
210 Ὣς φάτ᾽, ὀϊόμενος λαοσσόον ἔμμεν᾽ Ἀθήνην.
μνηστῆρες δ᾽ ἑτέρωθεν ὁμόκλεον ἐν μεγάροισι.
πρῶτος τήν γ᾽ ἐνένιπε Δαμαστορίδης Ἀγέλαος·
«Μέντορ, μή σ᾽ ἔπεσσι παραιπεπίθῃσιν Ὀδυσσεὺς
μνηστήρεσσι μάχεσθαι, ἀμυνέμεναι δέ οἱ αὐτῷ.
215 ὧδε γὰρ ἡμέτερόν γε νόον τελέεσθαι ὀΐω·
ὁππότε κεν τούτους κτέωμεν, πατέρ᾽ ἠδὲ καὶ υἱόν,
ἐν δὲ σὺ τοῖσιν ἔπειτα πεφήσεαι, οἷα μενοινᾷς
ἔρδειν ἐν μεγάροις· σῷ δ᾽ αὐτοῦ κράατι τίσεις.
αὐτὰρ ἐπὴν ὑμέων γε βίας ἀφελώμεθα χαλκῷ,
220 κτήμαθ᾽ ὁπόσσα τοί ἐστι, τά τ᾽ ἔνδοθι καὶ τὰ θύρηφι,
τοῖσιν Ὀδυσσῆος μεταμίξομεν· οὐδέ τοι υἷας
ζώειν ἐν μεγάροισιν ἐάσομεν, οὐδὲ θύγατρας
οὐδ᾽ ἄλοχον κεδνὴν Ἰθάκης κατὰ ἄστυ πολεύειν.»
Ὣς φάτ᾽, Ἀθηναίη δὲ χολώσατο κηρόθι μᾶλλον,
225 νείκεσσεν δ᾽ Ὀδυσῆα χολωτοῖσιν ἐπέεσσιν·
«οὐκέτι σοί γ᾽, Ὀδυσεῦ, μένος ἔμπεδον οὐδέ τις ἀλκή,
οἵη ὅτ᾽ ἀμφ᾽ Ἑλένῃ λευκωλένῳ εὐπατερείῃ
εἰνάετες Τρώεσσιν ἐμάρναο νωλεμὲς αἰεί,
πολλοὺς δ᾽ ἄνδρας ἔπεφνες ἐν αἰνῇ δηϊοτῆτι,
230 σῇ δ᾽ ἥλω βουλῇ Πριάμου πόλις εὐρυάγυια.
πῶς δὴ νῦν, ὅτε σόν γε δόμον καὶ κτήμαθ᾽ ἱκάνεις,
ἄντα μνηστήρων ὀλοφύρεαι ἄλκιμος εἶναι;
ἀλλ᾽ ἄγε δεῦρο, πέπον, παρ᾽ ἔμ᾽ ἵσταο καὶ ἴδε ἔργον,
ὄφρα ἰδῇς οἷός τοι ἐν ἀνδράσι δυσμενέεσσι
235 Μέντωρ Ἀλκιμίδης εὐεργεσίας ἀποτίνειν.»
Ἦ ῥα, καὶ οὔ πω πάγχυ δίδου ἑτεραλκέα νίκην,
ἀλλ᾽ ἔτ᾽ ἄρα σθένεός τε καὶ ἀλκῆς πειρήτιζεν
ἠμὲν Ὀδυσσῆος ἠδ᾽ υἱοῦ κυδαλίμοιο.
αὐτὴ δ᾽ αἰθαλόεντος ἀνὰ μεγάροιο μέλαθρον
240 ἕζετ᾽ ἀναΐξασα, χελιδόνι εἰκέλη ἄντην.

***
Αυτά τους είπε, τον άκουσαν αυτοί κι υπάκουσαν.
Όρμησαν προς την κάμαρη, μέσα τον πετυχαίνουν, δίχως ο ίδιος να το πάρει
180 είδηση. Έψαχνε ακόμη εκεί στο βάθος κι άλλες αρματωσιές,
οπότε εκείνοι τον περίμεναν, στημένοι κι από τις δυο μεριές του παραστάτη.
Και μόλις ο Μελάνθιος, ο γιδολάτης, πάτησε το κατώφλι,
κρατώντας στο ένα χέρι του φανταχτερή κι ωραία περικεφαλαία,
και στο άλλο ένα σκουτάρι, γέρικο και φαρδύ, στη σκόνη μπουκωμένο —
κάποτε το φορούσε νιος ο αντρείος Λαέρτης, μα τώρα
είχαν ξηλώσει στα λουριά οι ραφές.
Οπότε ορμούν οι δυο τους και τον πιάνουν, απ᾽ τα μαλλιά τον τράβηξαν,
κατάχαμα τον έριξαν, κι αυτός να βράζει απ᾽ το κακό του.
Μετά σφιχτά του δένουν, δέσιμο που πονούσε, χέρια και πόδια,
190 και του τα στρίβουν πίσω για καλά, καθώς το πρόσταξε
βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος, γιος του Λαέρτη.
Τέλος, με μια πλεχτή τριχιά τον περιζώνουν και,
την άλλην άκρη του σχοινιού τραβώντας, τον ανεβάζουν στην ψηλή κολόνα,
να φτάσει ως τα δοκάρια.
Και πάνω εκεί, καλέ μου Εύμαιε χοιροβοσκέ, χλευάζοντας του φώναξες:
«Τώρα, Μελάνθιε, περίφημα θα την περάσεις όλη σου τη νύχτα,
σε στρώμα πλαγιασμένος μαλακό και καταπώς σου πρέπει·
κι όταν με το ξημέρωμα απ᾽ τις ροές του Ωκεανού φτάσει χρυσόθρονη η Αυγή,
δεν πρόκειται να σε ξεχάσει, την ώρα που πηγαίνεις κάθε μέρα
τις γίδες στους μνηστήρες, να τρων και να χορταίνουν στο παλάτι.»
200 Έμεινε αυτός εκεί, φριχτά δεμένος, κρεμασμένος,
ενώ οι δυο τους οπλισμένοι έκλεισαν τα γυαλιστερά θυρόφυλλα
και προχωρούν στον Οδυσσέα, δολοπλόκο αγωνιστή.
Στημένοι αντίκρυ απάνω στο κατώφλι οι τέσσερις,
από το μένος του πολέμου φλογισμένοι, κι απέναντί τους οι πολλοί μνηστήρες,
μέσα στην αίθουσα αυτοί κι αντρειωμένοι.
Τότε φτάνει κοντά τους η θεά Αθηνά, του Δία η θυγατέρα,
με τη μορφή και τη φωνή του Μέντορα.
Την είδε κι ένιωσε χαρά ο Οδυσσέας μέσα του, μετά της μίλησε:
«Μέντωρ, σ᾽ αυτόν τον κίνδυνο πάρε το μέρος μου, τον ακριβό θυμήσου φίλο σου,
που τόσα έκαμα καλά για σένα — είμαστε εξάλλου συνομήλικοι.»
210 Μιλώντας τό φαντάστηκε πως ήταν μπρος του η Αθηνά, της μάχης σύμμαχος.
Αλλά απ᾽ αντίκρυ φώναζαν μέσα στην αίθουσα όλοι οι μνηστήρες·
πρώτος ο Αγέλαος, του Δαμαστόρου ο γιος, τον αποπήρε φοβερίζοντας:
«Μέντωρ, τον νου σου μη σε παρασύρει ο Οδυσσέας με τα λόγια του
να συνταχθείς μαζί του, τους μνηστήρες πολεμώντας.
Γιατί να ξέρεις την απόφασή μας, που δεν θα μείνει ατέλεστη:
μόλις τους δυο, γιο και πατέρα, τους σκοτώσουμε, θα ᾽ρθει η σειρά σου
να πεθάνεις, κι αυτά που σκέφτεσαι να κάνεις μέσα εδώ
με το κεφάλι σου θα τα πληρώσεις.
Κι όταν χαλάσουμε με τον χαλκό τη δύναμή σας,
220 όλο το βιός σου, ό,τι μέσα στο σπίτι σου κατέχεις κι απέξω στους αγρούς,
με του Οδυσσέα τα αγαθά θα παν μαζί· και βέβαια δεν πρόκειται ν᾽ αφήσουμε
τους γιους σου ζωντανούς στο σπιτικό σου, μήτε τις κόρες
και την τιμημένη σου γυναίκα να σεργιανούν στους δρόμους της Ιθάκης.»
Έτσι της μίλησε, κι η Αθηνά χολώθηκε μέσα της κι άλλο·
στον Οδυσσέα όμως τον θυμό της γύρισε και τον τσινούσε:
«Στάλα, Οδυσσέα, πια δεν σου ᾽μεινε απ᾽ την παλιά σου ορμή και την αλκή σου;
Σαν τότε που για χάρη της λευκώλενης Ελένης, φύτρας ευγενικής,
χρόνους εννιά, δίχως αναπαμό, τους Τρώες πολεμώντας σ᾽ άγρια μάχη
σκότωνες πολλούς πολεμιστές, ώσπου με τη δική σου έξυπνη βουλή
230 αλώθηκε το κάστρο του Πριάμου, έπεσε η πόλη τους με τους μεγάλους δρόμους.
Τώρα λοιπόν γιατί και πώς, φτασμένος πια στο σπίτι και στα πλούτη σου,
μπρος στους μνηστήρες κλαψουρίζεις, σάμπως να σου έλειψε η αλκή;
Έλα, καλέ μου, πλάι μου στάσου, κατόρθωμα να δεις,
να μάθεις πως ο Μέντορας, του Αλκίμου ο γιος, ξέρει
να ξεπληρώνει το καλό που του έκαναν, και στους εχθρούς μπροστά.»
Έτσι μιλώντας, δεν του χάριζε ολότελα τη νίκη ακόμη·
μόνο δοκίμαζε πάλι και πάλι το σθένος τους και την αλκή,
του Οδυσσέα και του φημισμένου γιου του.
Στο μεταξύ πετά ψηλά, στο μαυρισμένο απ᾽ τον καπνό δοκάρι
της στέγης του μεγάρου κάθησε, κι έμεινε εκεί,
240 με χελιδόνι μοιάζοντας, να βλέπει.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου