Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

Η αληθινή αγάπη για γνώση προϋποθέτει συναίσθηση της άγνοιας

Κάποιος με χαμηλό βαθμό επιστημολογικής υπεροψίας δεν είναι ιδιαίτερα ορατός, ακριβώς όπως ένας συνεσταλμένος άνθρωπος σ’ ένα κοκτέηλ. Γενικώς δεν έχουμε την τάση να σεβόμαστε τους ταπεινόφρονες, εκείνους που προτιμούν να αποφεύγουν την κριτική. Σκεφθείτε τώρα την επιστημολογική ταπεινοφροσύνη. Δηλαδή φαντασθείτε κάποιον που έχει ιδιαίτερη ροπή προς την εσωστρέφεια, που βασανίζεται επειδή συνειδητοποιεί την ίδια του την άγνοια. Δεν έχει το θάρρος του ανόητου, έχει όμως το -σπάνιο- κουράγιο να πει “δεν ξέρω”. Δεν τον πειράζει να φανεί χαζός, ή, ακόμη χειρότερα, να παραδεχθεί την άγνοιά του. Διστάζει, δεν δεσμεύεται και βασανίζεται για τις συνέπειες που επέρχονται αν κάνει λάθος. Κινείται με εσωστρέφεια, εσωστρέφεια και πάλιν εσωστρέφεια, μέχρι σημείου σωματικής και νευρικής εξάντλησης.

Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι δεν έχει αυτοπεποίθηση. Σημαίνει, όμως, ότι θεωρεί την ίδια του τη γνώση ύποπτη. Αυτόν τον άνθρωπο, τον αποκαλώ επιστημοκράτη: τον τόπο όπου οι νόμοι έχουν διαμορφωθεί με αυτού του είδους το δυνητικό λάθος των ανθρώπων κατά νου, τον αποκαλώ επιστημοκρατία.

 Ο μέγιστος των συγχρόνων επιστημοκρατών είναι ο Montaigne.

 Ο Monsieur de Montaigne, επιστημοκράτης

Σε ηλικία 38 ετών, ο Michel Eyquen de Montaigne αποσύρθηκε στα κτήματά του, στην ύπαιθρο της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Η περιοχή Montaigne, που σημαίνει βουνό στα παλιά γαλλικά, ήταν ακριβώς το όνομα του κτήματός του. Είναι σήμερα γνωστή για τα κρασιά του Μπορντώ, τον καιρό του Montaigne όμως δεν ήταν και λίγοι εκείνοι που επένδυσαν την πνευματική τους ενέργεια και την εκλέπτυνση της προσέγγισής τους στο κρασί. Ο Montaigne είχε τάση στωϊκού, οπότε ούτως ή άλλως δεν θα του ασκούσαν έλξη παρόμοιες ενασχολήσεις. Η ιδέα του ήταν να γράψει μια μετριοπαθή σειρά από “δοκιμές”, δηλαδή δοκίμια. Η ίδια η λέξη- δοκίμιο- παραπέμπει στο δοκιμαστικό, στην αναζήτηση, στο μη-οριστικό. Ο Montaigne είχε στέρεες βάσεις στους κλασικούς και επεδίωκε να στοχασθεί με θέμα τη ζωή, τον θάνατο, την παιδεία, τη γνώση- και ορισμένες αρκετά ενδιαφέρουσες βιολογικές πλευρές της ανθρώπινης φύσης.

Ο πύργος όπου ήταν το σπουδαστήριο του, είχε παντού επιγραφές με ελληνικά και λατινικά γνωμικά- που όλα τους αναφέρονταν στο πόσο ευάλωτη είναι η ανθρώπινη γνώση. Τα παράθυρα του πύργου πρόσφεραν μια ευρύτατη θέα των γειτονικών λόφων.

Το θέμα που επισήμως απασχολούσε τον Montaigne ήταν ο εαυτός του, κυρίως όμως ως μέσο για να διευκολυνθεί η συζήτηση: δεν ήταν σαν εκείνα τα ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων που γράφουν βιογραφίες, προκειμένου να καυχηθούν δημόσια για τις τιμές που δέχονται και τα κατορθώματά τους. Τον ενδιέφερε κυρίως να ανακαλύπτει πράγματα για τον εαυτό του και να παρουσιάζει θέματα που επιδέχονταν γενίκευση- γενίκευση σ’ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Ανάμεσα στις επιγραφές του γραφείου του, εύρισκε κανείς μια παρατήρηση του λατίνου ποιητή Τερέντιου: Homo sum, humani a me nil alienum puto – άνθρωπος είμαι, και τίποτε το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο.

Ο Montaigne είναι πολύ φρέσκος, ως ανάγνωσμα, μετά την πίεση της σύγχρονης εκπαίδευσης: αποδέχεται απόλυτα τις ανθρώπινες αδυναμίες και αντιλαμβάνεται ότι καμία φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική αν δεν λαμβάνει υπόψη τις βαθύτερα ριζωμένες ατέλειές μας, τους περιορισμούς στους οποίους υπόκειται ο ορθολογισμός μας, τα ψεγάδια που μας κάνουν να είμαστε ανθρώπινοι. Δεν ήταν ο Montaigne μπροστά από τον καιρό του: σωστότερο θα ήταν να λέγαμε ότι οι μεταγενέστεροι επιστήμονες (όταν υποστήριζαν τον ορθολογισμό) ήταν καθυστερημένοι.

Επρόκειτο για άνθρωπο σκεπτόμενο, στοχαστικό, οι δε ιδέες του δεν αναπηδούσαν από το κεφάλι του στην ησυχία του σπουδαστηρίου του, αλλά την ώρα που έκανε ιππασία. Έκανε μεγάλους περιπάτους με το άλογο και επέστρεφε με συγκομιδή ιδεών. Ο Montaigne δεν ήταν ούτε ακαδημαϊκός του περιβάλλοντος της Σορβόννης ούτε επαγγελματίας των γραμμάτων- και δεν ήταν τίποτε απ’αυτά τα δύο, με δύο έννοιες. Πρώτον, ήταν άνθρωπος της πράξης: είχε υπάρξει δικαστής, επιχειρηματίας και δήμαρχος του Μπορντώ, προτού αποσυρθεί για να στοχασθεί τις εμπειρίες της ζωής του και – κυρίως- τη γνώση του. Δεύτερον, ήταν αντιδογματικός: επρόκειτο για σκεπτικιστή με χάρη, για συγγραφέα επιφυλακτικό, αποδεχόμενο το σφάλμα, ιδιωτικό , ενδοσκοπικό- πριν απ’ όλα, όμως, ήταν κάποιος που (ακολουθώντας τη μεγάλη παράδοση των κλασικών) ήθελε να είναι άνθρωπος. Αν είχε ζήσει σε άλλη χρονική περίοδο, θα ήταν εμπειρικός σκεπτικιστής- είχε τάσεις σκεπτικισμού της Πυρρώνειας παράδοσης, είχε τη μορφή αντιδογματικότητας του Σέξτου Εμπειρικού, ιδίως όσον αφορά στη συνειδητοποίηση της ανάγκης να αποφεύγεται η οριστική κρίση.

Η επιστημοκρατία

Όλοι οι άνθρωποι έχουν μια άποψη για την ουτοπία. Για πολλούς, ουτοπία είναι η ισότητα, η παγκόσμια δικαιοσύνη, η απουσία καταπίεσης, η ελευθερία από τη δουλεία (για μερικούς μπορεί να είναι η σεμνή- όχι όμως και πιο εύκολα κατορθωτή- επιδίωξη μιας κοινωνίας με τρένα που θα φθάνουν στην ώρα τους, χωρίς να ταξιδεύουν μ’αυτά δικηγόροι που μιλούν συνεχώς στα κινητά τους). Για μένα, ουτοπία είναι η επιστημοκρατία, δηλαδή μια κοινωνία όπου κάθε σημαντικός άνθρωπος είναι επιστημοκράτης και όπου οι επιστημοκράτες κατορθώνουν να εκλέγονται. Θα ήταν η κοινωνία αυτή, μια κοινωνία κυβερνώμενη με βάση τη συναίσθηση της άγνοιας και όχι της γνώσης.

Δυστυχώς, δεν μπορεί κανείς να επιβληθεί επειδή αποδέχεται πως μπορεί να σφάλλει. Είναι απλό: οι άνθρωποι χρειάζονται να τυφλώνονται από τη γνώση- υποχρεωνόμαστε να ακολουθούμε ηγέτες που μπορούν να συγκεντρώσουν τα πλήθη, γιατί τα πλεονεκτήματα της ένταξης σε ομάδες υπερνικούν τα μειονεκτήματα της ατομικότητας. Έχει υπάρξει πιο ωφέλιμο για τους ανθρώπους να κινούνται όλοι μαζί προς λάθος κατεύθυνση παρά να βρίσκονται στη σωστή. Εκείνοι που ακολούθησαν τον ανόητο που ξέρει να επιβάλλεται και όχι τον εσωστρεφή σοφό, μας κληροδότησαν κάποια από τα γονίδιά τους. Αυτό άλλωστε φαίνεται κι από μια κοινωνική παθολογία: οι ψυχοπαθείς συγκεντρώνουν γύρω τους οπαδούς.

Μερικές φορές μπορεί να συναντήσετε μέλη του ανθρώπινου γένους που έχουν τέτοια διανοητική υπεροχή, ώστε να μπορούν να αλλάζουν άποψη χωρίς την παραμικρή προσπάθεια.

Σημειώστε εδώ την ακόλουθη ασυμμετρία του Μαύρου Κύκνου. Πιστεύω ότι μπορεί να είστε απόλυτα βέβαιοι για κάποια πράγματα, και θα έπρεπε να είστε. Μπορεί να είστε πιο σίγουρος για το αντίστροφο της επιβεβαίωσης παρά για την επιβεβαίωση. Ο Karl Popper είχε κατηγορηθεί ότι προωθούσε την αμφιβολία, ενώ έγραφε με τόνο επιθετικό και κατηγορηματικό (την ίδια μομφή έχω δεχθεί κι εγώ από ανθρώπους που δεν υιοθετούν τη λογική του σκεπτικιστικού εμπειρισμού μου). Ευτυχώς, έχουμε μάθει αρκετά από την εποχή του Montaigne μέχρι σήμερα για τη συνέχιση της εμπειρικής-σκεπτικιστικής προσέγγισης. Η ασυμμετρία του Μαύρου Κύκνου μάς επιτρέπει να είμαστε σίγουροι για το τι είναι λάθος, όχι για αυτό που θεωρούμε σωστό. Κάποτε ρωτήθηκε ο Karl Popper, “αν κανείς θα μπορούσε να διαψεύσει τη διαψευσιμότητα” (με άλλα λόγια, αν θα μπορούσε να είναι σκεπτικιστής για τον σκεπτικισμό). Η απάντησή του ήταν ότι είχε πετάξει φοιτητές έξω από τις παραδόσεις του επειδή είχαν κάνει πολύ πιο έξυπνες ερωτήσεις απ’α υτήν. Σκληρό καρύδι, ο Sir Karl.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου