Κυριακή, 26 Μαΐου 2019

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΟΜΗΡΟΣ – Ὀδύσσεια ε 55-84

Η παράξενη ομορφιά της Ωγυγίας

Σε μια δεύτερη συγκέντρωση των θεών (θεῶν ἀγορή) με την οποία, όπως συμβαίνει με ανάλογες σκηνές, εισάγεται μια σημαντική αφηγηματική ενότητα, η Αθηνά εκφράζει το παράπονο ότι ο Οδυσσέας εξακολουθεί να παραμένει καθηλωμένος στην Ωγυγία, το νησί της Καλυψώς. Όπως η πρώτη παρέμβαση της θεάς στην αρχή του έπους έδωσε το έναυσμα για αλληλουχία εξελίξεων με αφετηρία την Ιθάκη και πρωταγωνιστή τον Τηλέμαχο, έτσι και η δεύτερη παρέμβασή της γίνεται η αφορμή για εξελίξεις που έχουν ως αφετηρία τον έτερο πόλο, την Ωγυγία, και πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Οδυσσέα - από τον συντονισμό και τη σύγκλιση των δύο αυτών δράσεων θα προέλθει εν τέλει ο νόστος και ο αναγνωρισμός του Οδυσσέα. Ο Ζευς αποστέλλει τον Ερμή στην Καλυψώ, προκείμενου να της μεταφέρει την εντολή των θεών να αφεθεί ο Οδυσσέας να γυρίσει στην πατρίδα του μόνος, πάνω σε μια σχεδία, χωρίς να τον συνοδέψει θεός ή άνθρωπος.

Στους επόμενους στίχους περιγράφεται η στιγμή κατά την οποία ο Ερμής, που ταξιδεύει πάνω από στεριές και θάλασσες, φθάνει στο νησί της Καλυψώς και βρίσκεται μπροστά σ᾽ έναν τόπο ειδυλλιακό. Αυτή η παράξενη ομορφιά του τοπίου, που μας μαγεύει καθώς ξετυλίγεται μπροστά μας, στο βάθος έχει κάτι το ανησυχητικό που υποβάλλεται από το γεγονός ότι απουσιάζουν οι άνθρωποι.

 Ὀδύσσεια ε 55-84

55 ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τὴν νῆσον ἀφίκετο τηλόθ᾽ ἐοῦσαν,
ἔνθ᾽ ἐκ πόντου βὰς ἰοειδέος ἤπειρόνδε
ἤϊεν, ὄφρα μέγα σπέος ἵκετο, τῷ ἔνι νύμφη
ναῖεν ἐϋπλόκαμος· τὴν δ᾽ ἔνδοθι τέτμεν ἐοῦσαν.
πῦρ μὲν ἐπ᾽ ἐσχαρόφιν μέγα καίετο, τηλόθι δ᾽ ὀδμὴ
60 κέδρου τ᾽ εὐκεάτοιο θύου τ᾽ ἀνὰ νῆσον ὀδώδει
δαιομένων· ἡ δ᾽ ἔνδον ἀοιδιάουσ᾽ ὀπὶ καλῇ
ἱστὸν ἐποιχομένη χρυσείῃ κερκίδ᾽ ὕφαινεν.
ὕλη δὲ σπέος ἀμφὶ πεφύκει τηλεθόωσα,
κλήθρη τ᾽ αἴγειρός τε καὶ εὐώδης κυπάρισσος.
65 ἔνθα δέ τ᾽ ὄρνιθες τανυσίπτεροι εὐνάζοντο,
σκῶπές τ᾽ ἴρηκές τε τανύγλωσσοί τε κορῶναι
εἰνάλιαι, τῇσίν τε θαλάσσια ἔργα μέμηλεν.
ἡ δ᾽ αὐτοῦ τετάνυστο περὶ σπείους γλαφυροῖο
ἡμερὶς ἡβώωσα, τεθήλει δὲ σταφυλῇσι·
70 κρῆναι δ᾽ ἑξείης πίσυρες ῥέον ὕδατι λευκῷ,
πλησίαι ἀλλήλων τετραμμέναι ἄλλυδις ἄλλη.
ἀμφὶ δὲ λειμῶνες μαλακοὶ ἴου ἠδὲ σελίνου
θήλεον. ἔνθα κ᾽ ἔπειτα καὶ ἀθάνατός περ ἐπελθὼν
θηήσαιτο ἰδὼν καὶ τερφθείη φρεσὶν ᾗσιν.
75 ἔνθα στὰς θηεῖτο διάκτορος ἀργειφόντης.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα ἑῷ θηήσατο θυμῷ,
αὐτίκ᾽ ἄρ᾽ εἰς εὐρὺ σπέος ἤλυθεν· οὐδέ μιν ἄντην
ἠγνοίησεν ἰδοῦσα Καλυψώ, δῖα θεάων,
οὐ γάρ τ᾽ ἀγνῶτες θεοὶ ἀλλήλοισι πέλονται
80 ἀθάνατοι, οὐδ᾽ εἴ τις ἀπόπροθι δώματα ναίει.
οὐδ᾽ ἄρ᾽ Ὀδυσσῆα μεγαλήτορα ἔνδον ἔτετμεν,
ἀλλ᾽ ὅ γ᾽ ἐπ᾽ ἀκτῆς κλαῖε καθήμενος, ἔνθα πάρος περ,
δάκρυσι καὶ στοναχῇσι καὶ ἄλγεσι θυμὸν ἐρέχθων
πόντον ἐπ᾽ ἀτρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων.

***
Κι όταν πετώντας έφτασε το απόμακρο νησί,1 τότε από τον πόντο βγήκε 55
τον μενεξελή, και πάτησε τη γη.
Πλησίασε προς την ευρύχωρη σπηλιά όπου η καλλίκομη νεράιδα
κατοικούσε. Την βρήκε μέσα. Κόρωνε στη σχάρα μια φωτιά μεγάλη,
και μοσκοβόλαγε ένα γύρο το νησί,
που καίγονταν ο κέδρος ο καλόσχιστος κι η θούγια.60
Εκείνη εκεί: να τραγουδά με την ωραία φωνή της,
υφαίνοντας στον αργαλειό με τη χρυσή σαΐτα.
Γύρω από τη σπηλιά θρασομανούσε δάσος με λεύκες, σκλήθρες,
κυπαρίσσια μυριστά. Πουλιά με τα φτερά τους τεντωμένα,65
τώρα πάνω στους κλώνους κούρνιαζαν: γεράκια,
κουκουβάγιες και μακρύγλωσσες θαλασσινές κουρούνες,
που ξόδεψαν τη μέρα τους στη θάλασσα.
Κι εκεί μπροστά να περιβάλλει τη βαθιά σπηλιά
μια νιούτσικη και καρπερή κληματαριά, σταφύλια φορτωμένη.
Τέσσερεις κρήνες στη σειρά να τρέχουν, στο πλάι η μια της αλληνής,70
κι όμως η καθεμιά αλλού το γάργαρο νερό της να ξεδίνει.
Στις δυό μεριές λιβάδια μαλακά μ᾽ άγριες βιολέτες
κι άγρια σέλινα. Κι ένας θεός αν έρχονταν εδώ,
κοιτάζοντας αυτό της ομορφιάς το θαύμα, θα γέμιζε
αγαλλίαση η ψυχή του.
Έμεινε εκεί ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς,2 το θαύμα να κοιτάζει.75
Κι όταν ο νους του χόρτασε θαυμάζοντας,
το βλέμμα του γυρίζοντας παντού, μπήκε κατόπι
στη φαρδιά σπηλιά.
Μόλις τον είδε η Καλυψώ, αρχοντική θεά, ευθύς
τον αναγνώρισε - γιατί οι θεοί δεν μένουν μεταξύ τους άγνωστοι,
ακόμη κι όταν κατοικούν μακριά ο ένας απ᾽ τον άλλο.80
Μόνο τον μεγαλόψυχο Οδυσσέα δεν βρήκε στη σπηλιά.
Όπως και πριν, έτσι και τώρα, στην ακτή καθόταν κι έκλαιγε,
τα σωθικά του τρώγοντας με δάκρυα, στεναγμούς και λύπες,
κοιτάζοντας με μάτια βουρκωμένα απέραντο το πέλαγος.
--------------------------
1 Την Ωγυγία.
2 Αυτός που σκότωσε τον Άργο με τα εκατό μάτια, στον οποίο η Ήρα είχε αναθέσει να φυλάει την Ιώ, για να μην μπορεί να τη συναντήσει ο Δίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου