
Τα φύλλα των δέντρων, για παράδειγμα, κινούνται, αλλά κινούνται αναπόφευκτα, καθώς τα σπρώχνει ο άνεμος, ο σεισμός ή ό,τι άλλο. Με τέτοιον τρόπο γίνονται άπειρες κινήσεις στον κόσμο μας. Μια χορογραφία όμως; Πρέπει να εφευρεθεί! Κι αν δεν εφευρεθεί, δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει.
Ίσως όμως χωράει και μια άλλη σκέψη όσον αφορά την ως άνω ρήση: Όταν ο αφρικανός μιλά για χορό, εξυπακούεται ότι μιλά για κάτι συντροφικό˙ για έκφανση και λειτούργημα της κοινότητάς του. Οπότε, ευσταθεί, άραγε, να πούμε ότι κακά δεν χορεύει απλώς ο μονοπόδαρος, αλλά ο μονόχνωτος; Και ότι αρτιμελής είναι εκείνος που αναγνωρίζει σημαντικό σαν ποδάρι του τον δίπλα;
Υπάρχουν στιγμές που το ερώτημα αυτό απαντιέται τραγικά. «Τι ειν’ αυτό», ρωτούσε η Σφίγγα έξω από την Θήβα, «που έχει φωνή και το πρωί είναι τετράποδο, το μεσημέρι δίποδο και το βράδυ τρίποδο;» Ο Οιδίποδας έλυσε τον γρίφο όταν ο ίδιος ήταν δίποδος˙ ήταν αυτάρκης και βγήκε νικητής. Η ζωή, ωστόσο, του έβγαλε την απάντηση και σωστή και λάθος. Στην οιδιπόδεια ανθρωπολογία το ακούμπισμα στο μπαστούνι είναι το τρίτο πόδι των γηρατιών, των απολύτως αναπόφευκτων.
Όμως η τραγικότητα γεννοβόλησε άλλο ένα υπαρξιακό στάδιο: του τετράποδου, όχι όμως ως παλινδρόμησης στην αρχή. Είναι το στάδιο όπου ο άλλος ανακαλύπτεται ως βακτηρία, ανακαλύπτεται όμως χάρη στην συμφορά. «Ποιος τα τυφλά μου πόδια θα οδηγήσει;» θρηνεί ο Οιδίποδας, όταν, τυφλός πλέον, αναζητεί οδηγό.
Τέτοιες ακραίες ανθρώπινες στιγμές – το τάνυσμα από τη μια και το σκουντούφλημα από την άλλη – ορίζουν κάπως τις δυσκολίες ενός πελώριου πεδίου: Της ερώτησης αν χρειάζεται να συναντιώνται οι άνθρωποι, κι αν ναι, πως να συναντιώνται οι ίδιοι και πώς να ανταμώνουν τα πολύτιμά τους, τα οποία μπορεί να διαφέρουν πολύ μεταξύ τους: ο προσδιορισμός του αληθινού ή ο καυγάς για το ψεύτικο, η έξαψη της δύναμης ή η προτίμηση της αγάπης, η ερμηνεία της ζωής ή η παραίτηση από τον στοχασμό.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου