Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ

Ο όρος μεταφυσική οφείλει την γένεσή του σ’ ένα όλως τυχαίο γεγονός, δηλαδή στην κατάταξη των πραγματειών του Αριστοτέλη περί πρώτης φιλοσοφίας, από τον Ανδρόνικο τον Ρόδιο, μετά τα περί φυσικής συγγράμματά του, στον κατάλογο των έργων του φιλοσόφου. Κοντολογίς το μετά τα φυσικά, έγινε μεταφυσικά και τέλος μεταφυσική.
Μ’ άλλα λόγια ο Αριστοτέλης ουδέποτε ανάφερε την λέξη και την έννοια μεταφυσική, όπως και κανείς άλλος Έλληνας φιλόσοφος ή επιστήμονας. Ούτε καν εκείνος ο ιδεόπληκτος Πλάτων.
Η χρονική κατάταξη των έργων του Αριστοτέλη, από τον Ανδρόνικο μεταβλήθηκε σε πραγματική και βραδύτερα κατάντησε ο όρος μεταφυσική να σημαίνει την επιστήμη η οποία προχωρεί πέρα από τα όρια της εμπειρίας. Με τη σημασία αυτή συναντάμε την λέξη αυτή από τον 13ο αιώνα.
Η αλήθεια αυτή θεωρούμε ότι είναι πολύ χρήσιμη και διαφωτιστική, για την κατανόηση της ποιότητας της ελληνικής φιλοσοφίας. Αποδεικνύει λοιπόν ότι η φιλοσοφία αυτή – παρ’ όλο που αναφέρθηκε σε θέματα τα οποία σ’ εμάς σήμερα φαντάζουν σαν μεταφυσικά – δεν θεώρησε τίποτα που να μην είναι απόρροια φυσικών πραγμάτων και αιτιών. Ακόμα κι ο φαντασμένος Πλάτων κράτησε δεμένο – μ’ έναν κρίκο φυσικής ουσίας – τον περίφημο κόσμο των ιδεών του με την πραγματικότητα. Διότι μας είπε ότι αυτός εδώ ο κόσμος που αισθανόμαστε είναι οι σκιές των ιδεών του. Η σκιά όμως είναι ένα εντελώς φυσικό φαινόμενο.
Επομένως ο αρχαίος κόσμος ουδέποτε θεώρησε κάτι να είναι εκτός φύσεως. Οι θεοί των Ελλήνων δεν υπήρχαν εκτός φύσεως. Ενδιαιτούσαν στην φύση. Ήταν η ίδια η φύση. Ήταν συμπαίκτες των ανθρώπων. Ο Ζεύς γονιμοποιούσε τους ανθρώπους. Η χώρα ήταν γεμάτοι με ημίθεους.

Ο «θεός του άλλου κόσμου», ο Γιαχβέ της Βίβλου, αυτό το πνεύμα («πνεύμα ο θεός» κατά τις Γραφές), άπαξ δια παντός γονιμοποίησε μια θνητή κι εκείνη δια φυτικού σπέρματος (με τον κρίνο). Πράγματι υπάρχει η ατράνταχτη απόδειξη περί αυτού του γεγονότος. Το τέκνο απεδείχθη ότι ανήκε στο φυτικό βασίλειο. Ένας σωστός κοτσάνας, διότι αυτά που δίδασκε ήταν σκέτες κοτσάνες. Από τις ατέλειωτες τέτοιες που ξεστόμισε μία και μόνο είναι ικανή για ν’ αποδείξει του λόγου το αληθές: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι»! Αυτό το είπε κάποιος που θεωρήθηκε θεός! Κι αν δεν σας αρκεί αυτό τότε προσέξτε τι είδους ανθρώπους διάλεξε και κάλεσε να τον ακολουθήσουν:
«Παρατηρήσατε αδελφοί, ποιοι είσθε σεις που ο θεός κάλεσε. Δεν υπάρχουν μεταξύ σας πολλοί σοφοί κατ’ άνθρωπο, ούτε πολλοί δυνατοί, ούτε πολλοί ευγενείς την καταγωγήν (κανένας άνθρωπος ποτέ στην οικουμένη των ανθρώπων δεν αποπειράθηκε να διαβάλλει την ευγένεια, του οποιουδήποτε είδους, με θρησκευτικό τρόπο, πλην του ανάγωγου αυτού Παύλου), αλλά εκείνους που ο κόσμος θεωρεί μωρούς εδιάλεξε ο θεός δια να καταισχύνη τους σοφούς, και τους αδύνατους κατά κόσμον εδιάλεξε ο θεός, δια να καταισχύνη του δυνατούς, και ανθρώπους που έχουν ταπεινή καταγωγή κατά κόσμον και τους περιφρονημένους εδιάλεξε ο θεός, ακόμη και πράγματα που δεν υπάρχουν δια να καταργήσει εκείνα που υπάρχουν».
Εδώ υπάρχει όλη η μεταφυσική του κόσμου χωμένη μέσα σε μια πρόταση: «εδιάλεξε ο θεός, ακόμη και πράγματα που δεν υπάρχουν δια να καταργήσει εκείνα που υπάρχουν». Αυτή η πρόταση έχει τόσο μεγάλο ειδικό βάρος που δεν υπάρχει καμιά ζυγαριά που να μπορεί να τη σηκώσει. Περικλείει όλο τον χριστιανικό ιδεώδες. Την κατάργηση όλων των πραγμάτων που υπάρχουν χάριν του καταστροφικού μένους του μεταφυσικού θεού του! Η μεταφυσική ροπή ωχριά μπροστά σ’ αυτόν τον αναίσχυντο κανιβαλισμό.
Ο θεός αυτός όμως δεν ενδιαφέρεται να καταργήσει βουνά και λίμνες. Αυτό που στοχεύει να εξαφανίσει είναι οι άνθρωποι. Θέλει να τους κάνει ζώα-πρόβατα. Τα πρόβατα θα τον υπακούν. Οι ελεύθεροι άνθρωποι όμως όχι. Ιδού πώς θέλει ο μεταφυσικός θεός τους ανθρώπους:
Προς Ρωμαίους, 13. 1 «Ας υποτάσσεται ο καθένας στις ανώτερες εξουσίες, διότι δεν υπάρχει εξουσία παρά από τον θεόν… Ώστε εκείνος που αντιτάσσεται εις την εξουσίαν, αντιτάσσεται εις την διαταγήν του θεού και εκείνοι που αντιστάθηκαν θα κατακριθούν… Αυτός είναι ο λόγος που πληρώνεται τους φόρους, διότι οι αρχές είναι υπηρέται του θεού».
Εφεσίους 6. 5 «Οι δούλοι να υπακούετε εις τους κυρίους σας του κόσμου αυτού με φόβον και τρόμον».
Τιμόθεον 6. 1 «Όσοι είναι υπό τον ζυγόν της δουλείας, ας θεωρούν τους κυρίους των αξίους κάθε τιμής, δια να μη δυσφημείται το όνομα του θεού και η διδασκαλία».
Τίτον 2. 9 «Οι δούλοι να υποτάσσονται εις τους κυρίους τους, να είναι εις όλα ευάρεστοι».
Πέτρου 2. 13 «Υποταχθείτε λοιπόν, σε κάθε ανθρώπινη εξουσία χάριν του Κυρίου, διότι αυτό είναι το θέλημα του θεού».
Πέτρου 2. 13 «Οι υπηρέται, να υποτάσσεσθε εις τους κυρίους σας, με τον οφειλόμενο σεβασμό, κι όχι μόνον εις τους καλούς και επιεικείς αλλά και εις τους διεστραμμένους».
Ο δούλος δεν έχει ελπίδα στον κόσμο αυτόν. Αλλά στον μεταφυσικό κόσμο θα είναι πρώτος: «και οι έσχατοι έσονται πρώτοι». Η μεταφυσική γεννήθηκε μέσα στον χριστιανικό λαχανόκηπο. Το ιερατείο, μαζί με την κάθε λογής εξουσία, στέλνει το πλήθος στον κόσμο των πνευμάτων (μεταφυσικό για τους φιλοσόφους), για να περνά αυτό βασιλικά, στον εδώ πραγματικό κόσμο.
Οι φιλόσοφοι των τελευταίων οκτώ αιώνων, αυτοί που έστρεψαν το βλέμμα τους προς τον μεταφυσικό κόσμο, ποτέ δεν απέβαλαν από μέσα τους το χριστιανικό τους έρμα. Οι φιλόσοφοι αυτοί υπήρξαν ως κατ’ εξοχήν πνευματικοί δούλοι της χριστιανικής κυριαρχίας. Δούλοι της χριστιανικής ανώμαλης ιδεοληψίας. Δούλοι του «μεγάλου» βασιλέως του Ισραήλ. Κοντολογίς δούλοι πολυτελείας, ντυμένοι με καθαρές και πολυτελής στολές. Ορντινάντσες των αξιωματούχων του ιουδαιοχριστιανισμού.
Όσο κι αν επιχείρησε η μεταφυσική να μασκαρευτεί, φορώντας την εσθήτα της επιστήμης ,ποτέ της δεν μπόρεσε ν’ αποκολληθεί από τον ομοφυλοφιλικό της εναγκαλισμό με την θεολογία, την δεισιδαιμονία και τις φοβίες για τις μεταθανάτιες περιπέτειες της ψυχής. Τα φαντάσματα των πνευμάτων και της αθανασίας της ψυχής πάντοτε την κατεδίωκαν έμμονα και απειλητικά.
Η τάση των ανθρώπων για γνώση, αλλά και η ταυτόχρονη επίγνωση του ελλιπούς των γνώσεών τους, τους ωθούν στην επιθυμία της συμπλήρωσης, των μη κεκτημένων ακόμη γνώσεων ,δια της ερμηνείας της πραγματικότητας στο σύνολό της ,από μια ενιαία πρωταρχική αιτία, θέτοντας προς τον σκοπό αυτόν αρχές που οδηγούν πέραν του εμπειρικού κόσμου.
Στον δίαυλο όμως, από τον οποίο πρέπει να περάσει κανείς για να φτάσει στο πεδίο το ‘πέραν του εμπειρικού κόσμου’, καραδοκούν η Σκύλλα και η Χάρυβδη. Είναι η βούληση και το συναίσθημα. Τα δυο αυτά θηρία γεννήθηκαν από την ίδια μάνα: την ανελέητη πραγματικότητα των αισθήσεων. Πώς να μεταβεί κανείς στον μεταφυσικό κόσμο κλεισμένος μέσα στο φυσικότατο τομάρι του; Αυτό είναι πραγματικός βιασμός. Ο ύψιστος βαθμός της βίας. Η βία είναι το θηλυκό του βίου. Η μεταφυσική είναι βιασμός. Ο βιασμός του παράλυτου που δεν είναι σε θέση να χώσει στο στόμα του το δηλητήριο, το οποίο θα απαλλάξει την ψυχή και το πνεύμα του από το «σιχαμερό» αυτό σώμα του.
Ο μεταφυσικός κόσμος απαιτεί μεταφυσικές αισθήσεις. Μεταφυσικά μάτια. Τα μάτια του σώματος είναι τυφλά για τον κόσμο του υπερπέραντος. Ο μεταφυσικός φιλόσοφος νιώθει αόμματος απέναντι στον κόσμο του ενδιαφέροντός του. Η αίσθηση που τον διακατέχει, για το αδύναμο της μεταφυσικής οράσεώς του, τον καθιστά ανήμπορο υποκείμενο, απέναντι στα, αμφισβητούμενα απ’ αυτόν, υγιή φυσικά του μάτια. Ο μεταφυσικός νομίζει ότι υπάρχει κάποια θολούρα μπροστά από τα μάτια του. Αυτός είναι κι ο λόγος που τελικά δεν αντιλαμβάνεται τον κόσμο έτσι όπως είναι στην πραγματικότητα. Το να νομίζει κανείς πως είναι ανήμπορος είναι το ίδιο με το να είναι ανήμπορος.
Οι τρικυμίες του ψυχικού βίου, το φαινόμενο της ζωής και του θανάτου, της γέννησης και του αφανισμού, του καλού και του κακού, της αναγκαιότητας και της ελευθερίας, ασκούν ισχυρή πίεση στον ανθρώπινο βίο και απαιτούν απαντήσεις που να ικανοποιούν όχι μόνο τον νου αλλά και το συναίσθημα και την επιθυμία. Κι εδώ γίνεται το ολίσθημα πάνω στην τσουλήθρα που οδηγεί στην μεταφυσική ανυπαρξία. Η τσουλήθρα αυτή λέγεται συναίσθημα. Το λίπος με το οποίο είναι αλειμμένη λέγεται επιθυμία. Λέγεται ανεκπλήρωτος πόθος. Το συναίσθημα υποκινεί την βεβαιότητα και την αξίωση για υψηλότερη γνώση, την οποία μπορούμε ν’ αποκτήσουμε με την βοήθεια κάποιου οργάνου που εισδύει βαθύτερα στη φύση των όντων σε σύγκριση με τον «αφαιρούντα και διακρίνοντα» νου.
Έτσι «ανακαλύφθηκαν δυο τέτοια όργανα: η θεωρία (Πλάτων, Έγελος, Σέλλινγκ κ.ά.) ή η ενόραση (Νικόλαος Κουζανός). Και στις δυο περιπτώσεις ο χαρακτήρας είναι απελπιστικά υποκειμενικός.
Κατ΄ αρχάς η μεταφυσική έφερε χαρακτήρα θρησκευτικό ή θεολογικό. Οι αρχές από τις οποίες ξεκινούσε είχαν να κάνουν με το θείο ή κάτι το θεοειδές. Στην παρά πέρα εξέλιξή της στη Δύση αρχίζει να ξεχωρίζει σιγά-σιγά το μονοπάτι της απ’ αυτό της θεολογίας, προσπαθώντας να ενδυθεί την εσθήτα της επιστήμης, σε αντίθεση προς την εξ αποκαλύψεως γνώση, με την οποία ασχολείται η θεολογία.
Η προσπάθειά της πλέον έγκειται στο ν’ απαντήσει στο πρόβλημα περί της φύσης των όντων μόνο δια του λόγου και με μόνη πηγή την προσιτή στον άνθρωπο γνώση. Επειδή δε αξιώνει να παράσχει καθολική γνώση και περιεκτική των όλων, είναι φανερό ότι η κατάσταση και οι απαντήσεις της εξαρτώνται εντελώς από τις γνώσεις που υπάρχουν σε κάθε εποχή.
Συμπέρασμα: όσο λιγότερες είναι οι γνώσεις αυτές τόσο ισχυρότερη είναι και η δύναμη της μεταφυσικής.
Τον 17ο αιώνα ο Comte, διακήρυξε τον θάνατο της μεταφυσικής, ως εκπροσωπούσας στάδιο της πνευματικής εξέλιξης της ανθρωπότητας το οποίο είχε υπερνικηθεί. Αποδείχτηκαν όμως προφητικοί οι λόγοι του Κάντ ο οποίος προέβλεψε ότι, όπως είναι αδύνατο να πάψει κανείς να αναπνέει, επειδή φοβάται ότι θα εισπνεύσει μολυσμένο αέρα, έτσι είναι αδύνατο να παραιτηθεί το ανθρώπινο πνεύμα από τα μεταφυσικά προβλήματα.
Πράγματι το μεταφυσικό ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε τον 18ο αιώνα στρεφόμενο προς ένα σταθερό σχήμα που περιλαμβάνει τέσσερα μέρη: την οντολογία, την κοσμολογία, την ψυχολογία και την θεολογία. Εξ αυτών η μεν ψυχολογία περιλήφθηκε αργότερα στην οντολογία, η δε θεολογία – δηλαδή τα περί της φύσης του θεού και οι αποδείξεις περί της ύπαρξή του – αποτελεί σήμερα μέρος της φιλοσοφίας της θρησκείας.
Έτσι η νεώτερη μεταφυσική ασχολείται με δυο αντικείμενα, την οντολογία και την κοσμολογία, ορμώμενη από τη μια από τις αρχές της γνώσης (γνωσιολογία) κι από την άλλη από τις αρχές της πραγματικότητας.
Η οντολογία ασχολείται με το πρόβλημα της φύσης των φαινομένων, περί το όντος ον, το πράγμα καθ’ αυτό, το οποίο λ.χ. ο μεν Σοπεγχάουερ ορίζει ως βούληση, ο δε Χάρτμανν ως το ασυνείδητο. Επειδή δε τα φαινόμενα εμφανίζονται τα μεν ως σωματικά, τα δε ως ψυχικά, αποπειράται να ερμηνεύσει το καθένα και να ερμηνεύσει την σχέση που έχουν μεταξύ τους.
Κατά την έρευνα της φύσης των σωματικών φαινομένων καταντά συν τω χρόνω η οντολογία στην σύλληψη της ιδέας της ουσίας, την οποία όμως ο καθένας την ορίζει διαφορετικά. Ταυτοχρόνως η βαθμιαία διάγνωση της μεταξύ σωματικών και ψυχικών φαινομένων διαφοράς ,οδηγεί από τη μια στην ιδέα του άϋλου και άφθαρτου της ψυχής και από την άλλη στον καθορισμό των μεταξύ αυτής και του σώματος σχέσεων. Στα ζητήματα αυτά προβάλλονται ποικίλες θεωρίες, κατά τους τελευταίους αιώνες, εκ των οποίων κυριότερες είναι η περί αλληλεπιδράσεως του Καρτέσιου, η περί προδιατεταγμένης αρμονίας του Λάϊμπνιτς και η περί ψυχοφυσικού παραλληλισμού του Φέχνερ.
Επειδή δε η μεταφυσική ρέπει εκ φύσεως προς ενότητα, αποπειράται να άρει την μεταξύ σωματικών και ψυχικών φαινομένων αντίθεση, καταλήγοντας από τη μια στον υλισμό, κατά τον οποίον το ψυχικό είναι επιφαινόμενο απλώς του σωματικού, και από την άλλη στην πνευματοκρατία, όταν ορμάται από την πεποίθηση περί της ανώτερης αξίας του ψυχικού.
Με διαφορά προς την οντολογία πορεύεται η κοσμολογία ξεκινώντας από το ομοειδές των φαινομένων της πραγματικότητας, ως βασικό της δεδομένο, και αποπειράται να εξηγήσει την μορφή, την υφή και την συνάφεια του κόσμου. Οι εξηγήσεις της είναι γνωστές με τα ονόματα τελολογία και μηχανοκρατία. Το ασυμβίβαστό τους υποκινεί τον Καντ στην διάκριση δύο κόσμων, του κόσμου της φύσης και της αναγκαιότητας και του κόσμου των αξιών και της ελευθερίας.
Τέλος, ως προς τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται η σύνθεση του κόσμου, οι μεν παραδέχονται ότι αυτά είναι πολλά, οι δε ρέπουν προς την ενότητα. Έτσι έχουμε κι εδώ νέα αντίθεση, διότι κατά μεν την περί πολλαπλότητας θεωρία ο κόσμος αποτελείται από πλήθος ποιοτικώς διάφορων στοιχείων, τα οποία όταν περιοριστούν σε δύο οδηγούν στην διαρχία, κατά δε την περί ενότητας θεωρία, τα διάφορα στοιχεία είναι μέρη μιας και της αυτής ουσίας, κι έτσι μπορεί να ερμηνευτεί ο κόσμος ως προερχόμενος από μια πρωταρχική αρχή.
Παράλληλα με τις υλιστικές και μεταφυσικές τοποθετήσεις και προτιμήσεις βαδίζει και μια τρίτη. Αυτή θα την ονομάσουμε τώρα, αυτή τη στιγμή, ναιμεναλλαστική, από το «ναι μεν αλλά». Πατριάρχης της τυγχάνει ο Καντ.
Από τη μια, ο ναιμεναλλαστής αυτός, υπέβαλε την μέχρι αυτού μεταφυσική σε δριμύ έλεγχο, καταλογίζοντας στην ψυχολογία παραλογισμούς, στην κοσμολογία ένα σωρό αντιφάσεις και στην θεολογία στέρηση αποδεικτικής δύναμης. Κατά την γνώμη του η μεταφυσική είναι αδύνατη ως επιστήμη διότι στερείται περιεχομένου, εξαιτίας της αδυναμίας του ανθρώπινου νου να υπερπηδήσει τα όρια της εμπειρίας.
Από την άλλη όμως, και παρ’ όλ’ αυτά, αναγνώρισε την ανάγκη της μεταφυσικής, την οποία επαναφέρει δια της κριτικής του πρακτικού λόγου.
Με άλλα λόγια η πολεμική του δεν στρέφεται κατά της μεταφυσικής, καθ’ αυτής, αλλά κατά της μεθόδου, με την οποία την προσεγγίζει κανείς.
Εδώ πρέπει να σταθεί κανείς για να ξεκαθαρίσει το θολωμένο βλέμμα του από την μεταφυσική αιθάλη. Οι αναθυμιάσεις του μεταφυσικού βούρκου περιέχουν υψηλή περιεκτικότητα σε αναισθητικό αιθέρα, ο οποίος παραλύει καταλυτικά τα αισθητήρια όργανα της εμπειρίας. Πώς το είπε ακριβώς: «εξαιτίας της αδυναμίας του ανθρώπινου νου να υπερπηδήσει τα όρια της εμπειρίας».
Προσέξτε παρακαλώ: εδώ δεν τίθεται υπό κατηγορία τόσο η «αδυναμία του ανθρώπινου νου να υπερπηδήσει τα όρια της εμπειρίας». Το δηλητήριο της μεταφυσικής αυτής οχιάς δεν ρίχνεται στην αδυναμία του νου, που αδυνατεί να … Το φαρμακερό αυτό δηλητήριο στοχεύει ουσιαστικά σ’ αυτήν καθ’ αυτήν την εμπειρία. Κοντολογίς ο Καντ ήθελε να πει ότι η εμπειρία είναι αυταπάτη και μας οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα. Ότι για να εισέλθει κανείς στον κόσμο της μεταφυσικής αλήθειας πρέπει πριν να προετοιμαστεί κατάλληλα. Πώς δηλαδή; Να πώς: ν’ απαλλαγεί από την εμπειρία. Γιατί ν’ απαλλαγεί απ’ αυτή; Διότι «είναι αδύνατο ο νους του να υπερπηδήσει τα όριά της». Εάν όμως απαλλαγεί απ’ αυτήν τότε δεν χρειάζεται να ξεπεράσει το εμπόδιο αυτό.
Η διαδικασία της προσέγγισης του αληθινού κόσμου του θεού (του μεταφυσικού για τον Καντ) – η δια της αποποίησης της εμπειρίας– στην χριστιανική διδασκαλία λέγεται: «με τα μάτια της ψυχής». Ο Κάντ την διατύπωσε με την φράση: «η μέθοδος με την οποία πρέπει να προσεγγίσει κανείς την μεταφυσική». Φαίνεται όμως ότι δεν την περιέγραψε αρκούντως, διότι οι μαθητές του (Φίχτε, Σέλλινγκ, Έγελος, Σοπεγχάουερ), πρότειναν ο καθένας την δικιά του «μέθοδο προσέγγισης του μεταφυσικού κόσμου».
Πάντως, όπως και να το κάνουμε, λέχτηκε και λέγεται κατά κόρον ότι «η θρησκεία είναι ζήτημα μεταφυσικό». Πρόκειται για μια χειροπέδη, της οποίας ο ένας κρόκος λέγεται θρησκεία και ο άλλος μεταφυσική. Μια χειροπέδη μ’ έναν και μόνο κρίκο είναι εντελώς άχρηστη. Η χριστιανική χειροπέδη προβάλλεται και με τους δυο της κρίκους κρεμασμένους στο υπέρθυρο της πνιγηρής φυλακής της. Η μεταφυσική χειροπέδη φροντίζει ν’ αποκρύπτει τον θρησκευτικό της κρίκο με την απατηλή εσθήτα της ψευδοεπιστημοσύνης της. Μόλις όμως εισέλθει κανείς μέσα στα ενδότερα δώματα της μεταφυσικής μάντρας, αμέσως διαπιστώνει ότι η κάθε γωνιά της αποτελεί ενδιαίτημα ενοχλητικών θρησκευτικών φαντασμάτων. Φαίνεται ότι η αδυναμία απαλλαγής του Σοπεγχάουερ από τα θρησκευτικά αυτά φαντάσματα τον οδήγησαν στον παροιμιώδη πεσσιμισμό του.
Λέχτηκε λοιπόν ότι «είναι αδύνατο ο ανθρώπινος νους να υπερπηδήσει τα όρια της εμπειρίας». Ρωτάμε λοιπόν κι εμείς: γιατί, σώνει και καλά, θα πρέπει ο ανθρώπινος νους να υπερπηδήσει τα όρια της εμπειρίας; Δηλαδή εάν ο άνθρωπος ωθήσει τα όρια της εμπειρίας του πιο πέρα, αυτό θα του αποβεί εις βάρος; Ή μήπως η οποιαδήποτε εμπειρία έβλαψε ποτέ τον άνθρωπο;
Ας θέσουμε το ερώτημα από την ανάποδη: κύριοι μεταφυσικόπληκτοι και θρησκόπληκτοι μήπως θυμάστε ποτέ κάτι που να προσέφερε η μεταφυσική σας ή η θρησκεία σας στην καλυτέρευση της διαβίωσης και της πνευματικής καλλιέργειας των ανθρώπων; Κάτι στην πρόοδο της ιατρικής επιστήμης; Της τεχνολογίας; Των ανθρωπιστικών επιστημών; Της βιολογίας; Της κοσμολογίας; Της ναυσιπλοΐας; Της γεωργίας; Της κτηνοτροφίας; Της κοινωνιολογίας; Της θεραπείας των ψυχικών νόσων;
Όλα αυτά τα επιτεύγματα δεν είναι κατορθώματα των επιστημόνων, οι οποίοι βασίστηκαν στην εμπειρία και στην κατανόηση αυτού του υπαρκτού κόσμου; Αυτών που έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια την μεταφυσική σας ανοησία; Εσένα, μωρέ μεταφυσικέ, όταν έπαθες το έμφραγμα ποιοι σ’ έσωσαν με τα μπαλονάκια, που έβαλαν στις αρτηρίες της καρδιάς σου; Οι μεταφυσικοί γιατροί; Ή μήπως εσένα άγιε δέσποτα, όταν έπαθες το ίδιο, δεν σ’ έσωσαν οι γιατροί αλλά σ’ έσωσε ο θεός σου που είναι πνεύμα; Όταν λοιπόν όλοι εσείς αρρωσταίνετε του θανατά, γιατί δεν προτείνετε τους γιατρούς «να υπερπηδήσουν τα όρια της εμπειρίας τους» αλλά αντιθέτως εναποθέτετε όλες τις ελπίδες σας στην μεγάλη εμπειρία τους; Μετρήσατε ποτέ το ποσόν και το ποιόν της ψευτιά και της υποκρισίας σας;
Πού κατάντησε η μεταφυσική ροπή και η καλλιέργειά της; Κατάντησε στην ενασχόληση εκατομμυρίων ανθρώπων με τον κόσμο των πνευμάτων. Στις Πνευματιστικές εταιρείες και στα Ιδρύματα ψυχικών ερευνών. Σε ζαλισμένες μύγες που περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους. Στην αυταπασχόληση αρρωστημένων υπάρξεων. Στην ακράτητη μπουρδολογία. Στην περιφρόνηση αυτού του κόσμου υπέρ κάποιων άλλων ανύπαρκτων. Στην καλλιέργεια της ανοησίας και της δεισιδαιμονίας.
Η μεταφυσική είναι η άλλη όψη του νομίσματος που λέγεται θρησκεία. Είναι οι δυο δέσμες της χειροπέδης που αιχμαλωτίζουν την σκέψη και την ευδαιμονία του ανθρώπου. Οι κρίκοι της αλυσίδας που συνδέουν τις δυο δέσμες λέγονται πνεύμα, ψυχή, αθανασία της ψυχής, άϋλον, θεός, άλλος κόσμος, κόλαση-παράδεισος και υπερπέραν. Κι όπως ισχύει για κάθε αλυσίδα, έτσι και για την αλυσίδα της θρησκευτικο-μεταφυσικής χειροπέδης, έστω κι ένας κρίκος να σπάσει τότε απελευθερώνεται εντελώς ο άνθρωπος από την καταπίεση των φαντασμάτων των ανθρώπινων ιδεοληψιών.
Βιβλιογραφία, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια».

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου