«Η συνείδηση πρέπει να κατέχει μια θεμελιακή σχέση σε οποιαδήποτε αξιόπιστη κοσμοθεώρηση, ακριβώς όπως η ύλη, η ενέργεια, ο χώρος και οι αριθμοί» -Thomas Nagel
«Εάν οι απόψεις μου είναι αποτέλεσμα χημικών διεργασιών που πραγματοποιούνται στον εγκέφαλό μου, τότε καθορίζονται από τους νόμους της χημείας και όχι της λογικής» -J. B. Haldane
«Η νόηση είναι μία πραγματικότητα του εγκεφάλου αλλά μόνο εφόσον ο εγκέφαλος νοείται ως η κβαντική πραγματικότητα που βρίσκεται πίσω από τα πνευματικά γεγονότα της συνείδησης» -Michael Lockwood
«Όλα όσα έχεις δει, το κάθε λουλούδι, το κάθε πουλί, ο κάθε βράχος, θα χαθούν και θα γίνουν σκόνη, όμως το ότι τα είδες δεν θα χαθεί» -Παλιό καμπαλιστικό απόφθεγμα.
Η Κβαντική Συνείδηση, ως απάντηση στην κρίση του πολιτισμού
Τα τελευταία χρόνια κερδίζουν έδαφος οι θεωρήσεις που θέλουν τον ανθρώπινο εγκέφαλο να λειτουργεί με έναν πιο ολοκληρωμένο και αποκεντρωμένο τρόπο χειρισμού δεδομένων και ανάκτησης πληροφοριών, όπως θα έκανε ένας κβαντικός υπολογιστής. Έχουμε άραγε έναν «κβαντικό υπολογιστή» για εγκέφαλο και τι θα σήμαινε αυτό; Μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο στάδιο εξέλιξης της ανθρώπινης συνείδησης; Κάποιοι υποστηρίζουν ότι μία νέα συνείδηση αγωνίζεται τώρα για να γεννηθεί.
Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε κυρίως με τις ιδέες του δρ. Erwin Laszlo, ενός από τους κορυφαίους επιστήμονες και στοχαστές του καιρού μας, σύμφωνα με τον οποίο ο εγκέφαλός μας δεν είναι ένα κλασσικό βιοχημικό σύστημα, αλλά ένα μακροσκοπικό κβαντικό σύστημα, και άρα μπορεί να συλλάβει και να επεξεργαστεί πληροφορίες πέρα από τις αισθητηριακές προσλαμβάνουσες και την απτή, αιτιοκρατική λογική. Ο δρ. Laszlo υποστηρίζει ότι ο κβαντικός μας εγκέφαλος συνδέεται άμεσα, μη τοπικά, με ένα ευρύτερο φυσικό πεδίο πληροφοριών και ότι η συνειδητοποίηση και η αξιοποίηση της κβαντικής μας συνείδησης μπορεί να είναι ένα επόμενο στάδιο στην εξέλιξή μας, μία εξέλιξη που θα είναι η σωτηρία μας ως είδος και που θα μας βγάλει από την σημερινή επώδυνη κρίση.
Κβαντική νευρολογία
Καθώς η κλασική νευρολογία έχει έρθει σε ένα αδιέξοδο αντιμέτωπη με την πολυπλοκότητα του εγκεφάλου, νέες θεωρίες προτείνουν ότι είναι απαραίτητο να αλλάξει η εστίαση της μελέτη μας από το επίπεδο των νευρώνων και των συνάψεών τους στο πιο θεμελιώδες επίπεδο της μοριακής τους λειτουργίας, εκεί όπου εφαρμόζονται οι νόμοι της κβαντικής μηχανικής.
Η υπόθεση της κβαντικής συνείδησης, που έχει προταθεί από επιστήμονες όπως ο Roger Penrose και ερευνάται σήμερα από την ομάδα του Δημήτρη Νανόπουλου, υποστηρίζει ότι τα κβαντικά φαινόμενα έχουν ορισμένες αξιοπρόσεκτες λειτουργικές ιδιότητες, όπως η απροσδιοριστία, η μη-τοπικότητα, ο κβαντικός συσχετισμός και η υπέρθεση καταστάσεων, οι οποίες μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο στην εξήγηση της δημιουργίας της ανθρώπινης συνείδησης.
Η αρχή της απροσδιοριστίας και το στοιχείο της τυχαιότητας της κβαντικής θεωρίας έχουν εισαχθεί στην συζήτηση για την συνείδηση ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα για την εξήγηση της ελεύθερης βούλησης, που είναι προβληματική σε έναν καθαρά αιτιοκρατικό κόσμο. Ανάλογο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η υπέρθεση καταστάσεων όπου ένα άτομο μπορεί να βρίσκεται σε μία συνδυασμένη κατάσταση, δηλαδή να μην είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο αλλά κάτι ενδιάμεσο, μέχρι την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησής του.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, μία τέτοια υπέρθεση μπορεί να εμφανίζεται και να διατηρείται για σύντομο χρονικό διάστημα, επιτρέποντας να εμφανιστούν προσυνειδητές διαδικασίες στον εγκέφαλο. Ενώ η στιγμιαία ενεργοποίηση διαφορετικών μερών του εγκεφάλου για να δώσουν την συνολική εικόνα ενός ερεθίσματος μπορεί να εξηγηθεί μέσω του κβαντικού συσχετισμού όπου δύο άτομα μπορεί να είναι συσχετισμένα, έτσι ώστε μια αλλαγή στην κατάσταση του ενός να προκαλεί μία αντίστοιχη μεταβολή στην κατάσταση του άλλου.
Οι εργασίες των Penrose και Hameroff είναι αρκετά πιο συγκεκριμένες, εντοπίζοντας στους μικροσωληνίσκους, που βρίσκονται μέσα στους νευρώνες, την δυνατότητα δημιουργίας κβαντικών κυμάτων, τα οποία και μεταφέρουν τις πληροφορίες. Υποστηρίζουν λοιπόν ότι η συνείδηση είναι αποτέλεσμα κβαντικών γεγονότων στους μικροσωληνίσκους πρωτοπλάσματος μέσα στους εγκεφαλικούς νευρώνες. Και ο καθηγητής Νανόπουλος, στην ίδια γραμμή, σημειώνει χαρακτηριστικά «οι μικροσωληνίσκοι είναι ιδανικά κβαντικά συστήματα και κανείς δεν θα πίστευε ότι πέρασαν δισεκατομμύρια χρόνια εξέλιξης για να δημιουργηθούν στους νευρώνες χωρίς να χρειάζεται η κβαντική τους λειτουργία».
Σύνδεση με τον Κόσμο
Βασισμένος και σε αυτές τις πρόσφατες επιστημονικές έρευνες, ο Erwin Laszlo διερωτάται περαιτέρω για τις νέες δυνατότητες και τις τεράστιες πρακτικές συνέπειες που προκύπτουν από μία ενδεχόμενη κβαντική λειτουργία της ανθρώπινης νόησης. Τί θα σήμαινε πραγματικά το να έχουμε έναν «κβαντικό υπολογιστή» για εγκέφαλο; Θα περιοριζόμασταν ακόμη μόνο στις πληροφορίες που μεταβιβάζονται από τις σωματικές μας αισθήσεις ή θα ήμασταν πλέον σε θέση να δεχθούμε μία βαθύτερη, μη-τοπική σύνδεση ανάμεσα σε εμάς και τον κόσμο;
Σύμφωνα με τον δρ. Laszlo: «Μερικά από τα πράγματα που εμφανίζονται στην συνείδησή μας μεταφέρουν πληροφορίες για τον κόσμο παρόλο που αυτές δεν βασίζονται σε αισθητηριακά δεδομένα. Ευτυχώς, αυτό μπορεί να μην αποτελεί πλέον έναν γρίφο. Με τις κβαντικές λειτουργίες του, ο εγκέφαλός μας μπορεί να λάβει πληροφορίες όχι μόνο από τις αισθήσεις μας αλλά άμεσα από τον ευρύτερο κόσμο με τον οποίο είμαστε μη τοπικά συνδεδεμένοι. Οι οξυδερκείς άνθρωποι καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας, είτε σαμάνοι, είτε πνευματικοί άνθρωποι, είτε επιστήμονες και ποιητές, έχουν χρησιμοποιήσει εκτενώς αυτή την ικανότητα που είναι έμφυτη σε όλους μας».
Με αυτό το σκεπτικό, δεν έχουμε διαθέσιμο μόνο έναν τρόπο αντίληψης του κόσμου αλλά δύο. Έχουμε αυτό που αποκαλείται κλασσικός «αντιληπτικό-γνωστικό-συμβολικός» τρόπος, που βασίζεται στις πληροφορίες που μεταβιβάζονται από τις σωματικές μας αισθήσεις, και επίσης διαθέτουμε τον “άμεσο-διαισθητικό-μη τοπικό” τρόπο, από την κβαντική δεκτικότητα των μικροδομών του εγκεφάλου μας. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, δηλαδή, εκμεταλλευόμενος τις κβαντικές του ιδιότητες, μπορεί να θεωρηθεί σαν ένας ευρυζωνικός δέκτης που λαμβάνει πληροφορίες εξίσου από τις αισθήσεις μας και από τον ευρύτερο κόσμο, με τις τελευταίες να είναι εξ’ ορισμού υπεραισθησιακές.
Έτσι, ο χώρος αποθήκευσης όλων των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες στον άνθρωπο δεν είναι απαραίτητα μέσα στον εγκέφαλό μας. Οι νευρώνες του εγκεφάλου μας δεν είναι μόνο συνδεδεμένοι μεταξύ τους, αλλά είναι επίσης συνδεδεμένοι και με τον κόσμο πέρα από τον εγκέφαλό μας, αντλώντας κι από εκεί πληροφορίες.
Άλλωστε η ιδέα αυτή δεν είναι κάτι καινούριο αλλά γνωστή από την αρχαιότητα και επανέρχεται πάντα κατά περιόδους, είτε ονομάζεται πλατωνικός χώρος των Ιδεών, είτε συλλογικό ασυνείδητο και πεδίο των αρχετύπων. Ο Ervin Laszlo μιλάει για ένα απέραντο πεδίο πληροφοριών, ένα κοσμικό, εκτεταμένο, «φυσικό διαδίκτυο» και το αποκαλεί «Ακασικό πεδίο» σε αναγνώριση της επιτυχούς διορατικότητας των ινδικών πηγών που αναφέρουν τον όρο Akasha, ως το θεμελιώδες στοιχείο που συνέχει όλο τον κόσμο.
Το επόμενο εξελικτικό βήμα
Όμως, αν διαθέτουμε όντως μια κβαντική συνείδηση, γιατί δεν έχουμε όλοι πρόσβαση στις δυνατότητες που αυτή μας προσφέρει; Στον σημερινό κόσμο, κατά γενική ομολογία, οι άνθρωποι αποτυγχάνουν να χρησιμοποιήσουν μία διευρυμένη σύνδεση με έναν κόσμο βαθύτερο, πιο διαισθητικό και πιο πλούσιο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Και υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε;
Σύμφωνα με τον δρ. Laszlo η απάντηση είναι απλή: επειδή στην ζωή μας μαθαίνουμε να καταστέλλουμε τα συναισθήματα, τις ιδέες και τις διαισθήσεις που έρχονται αυθόρμητα σε εμάς. Δεν τους επιτρέπουμε να φτάσουν στην συνείδησή μας. Μαθαίνουμε να είμαστε επικεντρωμένοι σε άλλα πράγματα. Αντίθετα, τα παιδιά δεν τις καταστέλλουν προτού τους διδαχθεί ότι είναι απλώς φαντασίες, και γι’ αυτό συχνά πέφτουν πάνω σε ιστορίες και ιδέες που είναι αληθινά σημαντικές.
Καλλιτέχνες, πνευματικοί δάσκαλοι και καινοτόμοι άνθρωποι παραμένουν ανοιχτοί σε αυτές τις «αυθόρμητες ανησυχίες» σ’ όλη τους την ζωή, γι’ αυτό και διαθέτουν μια βαθιά πηγή ιδεών και δημιουργικότητας, γι’ αυτό και πετυχαίνουν να εμπλουτίζουν την πολιτισμική μας ζωή με καινούρια ομορφιά και νοήματα.
Αυτό που πετυχαίνουμε ενεργοποιώντας τις κβαντικές λειτουργίες της συνείδησής μας μπορεί να γίνει πιο κατανοητό σε σχέση με τις λειτουργίες των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου μας. Είναι σαν να έχουμε δύο εγκεφάλους. Έχουμε έναν αυθόρμητο, ερυζωνικό δέκτη, που παίρνει μια ποικιλία σημάτων αλλά δεν μπορεί να τα ταξινομήσει και να τα εκφράσει σε συνηθισμένη, ορθολογική γλώσσα, αυτό είναι το πιο καλλιτεχνικό, δεξιό μας ημισφαίριο. Και έχουμε έναν πολύ εστιασμένο, γραμμικά λογικό, βασισμένο στην γλώσσα και στην λογική, δέκτη περιορισμένης ζώνης, το αριστερό μας ημισφαίριο.
Αν είχαμε μόνο το δεξιό ή αν το αφήναμε να εξουσιάσει πλήρως την συνείδησή μας, θα ζούσαμε σε ένα μαγικό-θρησκευτικό κόσμο, έναν κόσμο ζωντανό και πλήρη νοήματος, αλλά θα χάναμε το λογικό μας κομμάτι. Με τον εγκέφαλό μας εξουσιασμένο από το αριστερό ημισφαίριο ζούμε στον καθημερινό κόσμο των υλικών πραγμάτων και δυνάμεων, επικοινωνούμε με ακρίβεια, αλλά χάνουμε την βαθύτερη σύνδεσή μας με το νόημα του κόσμου, και οι συμπεριφορές και τα μονόπλευρα ενδιαφέροντά μας διαμορφώνουν την στρέβλωση και τον περιορισμό της ύπαρξής μας.
Από την σκοπιά την κβαντικής συνείδησης, μπορούμε να βρεθούμε σε μία καλύτερη κατάσταση από αυτές τις δύο ακραίες περιπτώσεις. Μπορούμε να είμαστε ενεργοί στην καθημερινή ζωή και ταυτόχρονα συνδεδεμένοι με τον πιο διαισθητικό και εμπνευσμένο κόσμο. Καταρχήν, ο τρόπος για να ενισχυθεί «η σύνδεσή μας με τον κόσμο» είναι να καλλιεργηθούν οι διαφορετικές καταστάσεις συνείδησης, ο διαλογισμός, η προσευχή, ή απλά η χαλάρωση, που επιτρέπουν στο μυαλό μας να ‘‘αδειάσει’’ από τα άχρηστα και τις αυθόρμητες σκέψεις και ιδέες μας να ρεύσουν ελεύθερα μέσα μας.
Αυτό θα επιτρέψει στο δεξιό μας ημισφαίριο να γίνει πιο δυνατό, και σύντομα θα αντιληφθούμε ότι ο χρόνος που επενδύουμε σε αυτή την κατάσταση αλλάζει τον τρόπο που αισθανόμαστε και ενεργούμε, το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο.
Στην πραγματικότητα, λέει ο δρ. Laszlo, η υπόθεση της κβαντικής συνείδησης μπορεί να μας παρέχει μία εξήγηση και μία νέα, μεγαλύτερη κατοχύρωση στην ζωή μας των πνευματικών και θρησκευτικών εμπειριών. Η πνευματική/θρησκευτική εμπειρία είναι βασικά ίδια σε όλες τις εποχές, μια εμπειρία ενότητας και αισθήματος του ανήκειν, μια αίσθηση ενότητας με κάτι βαθύτερο και μεγαλύτερο από τον εαυτό μας, την οποία μετέφεραν όλοι οι πνευματικοί δάσκαλοι, και η οποία με την νέα ορολογία δεν είναι παρά ένα «κβαντικό άλμα» της συνείδησής μας προς το «Ακασικό πεδίο».
Ταυτόχρονα, όλοι οι ιθαγενείς πολιτισμοί γνωρίζουν και εξασκούν εδώ και χιλιετίες αυτή την εμπειρία μέσω χορού, τυμπανοκρουσίας, ρυθμικής αναπνοής ή προσευχής σε επιβλητικούς τόπους.
Η σημερινή επιστήμη έχει δείξει ότι όσοι προσεύχονται και διαλογίζονται ενεργοποιούν το δεξιό τους ημισφαίριο και, οι πιο επιτυχημένοι από αυτούς, τείνουν να συγχρονίσουν τα δύο ημισφαίριά τους. Όμως, από την άλλη, οι καταστάσεις της βαθιάς προσευχής και του διαλογισμού δεν είναι λειτουργικές στο καθημερινό πλαίσιο, καθώς απαιτούν πολύ αυτοσυγκέντρωση και απομόνωση από τον κόσμο γύρω μας.
Επομένως, το ζητούμενο είναι ο εγκέφαλός μας να μπορέσει να λειτουργήσει με έναν πιο ισορροπημένο τρόπο: οι εγκεφαλικές λειτουργίες που κρύβονται κάτω από την συνειδητή μας εγρήγορση να μπορέσουν να συμπεριληφθούν σε εκείνες του κλασικού αντιληπτικού τρόπου. Όπως δείχνουν οι εργασίες του δρ. Laszlo και άλλων, το να λειτουργήσουμε κατ’ αυτό τον τρόπο είναι κάτι δυνατό και ήδη έχει επιτευχθεί από μερικούς.
Έτσι, μία αληθινά εξελιγμένη συνείδηση θα διέθετε την αντίληψη της βαθιάς προσευχής και του διαλογισμού, αλλά θα λειτουργούσε επίσης στο καθημερινό πλαίσιο. Θα έδειχνε ότι τα δύο ημισφαίρια είναι ισχυρά συντονισμένα μεταξύ τους, ώστε οι πληροφορίες που υποβάλλονται σε επεξεργασία από τον κβαντικό τρόπο πρόσληψης του πιο πνευματικού δεξιού ημισφαιρίου να επικοινωνούν εύκολα με την αισθητήρια πρόσληψη πληροφοριών του αριστερού ημισφαιρίου.
Μια τέτοια εξελιγμένη συνείδηση θα ήταν ευρύτερη και βαθύτερη από την καθημερινή συνείδηση των ανθρώπων και λειτουργικότερη από την συνείδηση όσων προσεύχονται βαθιά και διαλογίζονται. Στο παρελθόν, αυτό το είδος συνείδησης περιοριζόταν στους εξαιρετικά ευαίσθητους και δημιουργικούς. Στο μέλλον θα μπορούσε να διαδοθεί σε ένα ευρύτερο τμήμα του πληθυσμού και η ανθρωπότητα θα μπορούσε πραγματικά να αναπτύξει την συνείδησή της.
Μια επαναστατικά σωτήρια λύση
Αληθεύουν οι υποθέσεις και τα συμπεράσματα του Ervin Laszlo; Αναπτύσσεται άραγε η συνείδησή μας μέσω μίας στιγμιαίας, μη τοπικής ανταλλαγής πληροφοριών με έναν αόρατο ιστό όπου όλα είναι συζευγμένα σε κβαντικό επίπεδο; Και μπορεί αυτό να μας παράσχει μια καινούρια εξήγηση και ορολογία για εκείνο που οι σαμάνοι ονομάζουν θεϊκή μέθη, οι μύστες μυστικιστική εμπειρία, οι θρησκευτικοί ηγέτες Φώτιση;
Είναι άραγε η βαθύτερη κατανόηση που προσφέρουν οι εναλλακτικές καταστάσεις συνείδησης μια λύση και μπορούμε να μάθουμε να τις συνδυάζουμε με την καθημερινή μας συμπεριφορά; Αναμφίβολα, πάντως, πρόκειται για μια θεώρηση που συμβαδίζει με αρκετές επιστημονικές γνώσεις και προωθημένους τομείς έρευνας και που υπόσχεται μια μεγάλη επανάσταση ως προς τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο και σχετιζόμαστε μαζί του.
Οι συνέπειες της θεωρίας της κβαντικής συνείδησης επηρεάζουν όχι μόνο με την θέαση και την εμπειρία που μπορεί να έχει ο καθένας μας για τον κόσμο αλλά επίσης και με την συμπεριφορά και την ευημερία μας μέσα σε αυτόν. Η κβαντική συνείδηση είναι μια συνείδηση άμεση, που αισθάνεται συνδεδεμένη με τον κόσμο, μέρος της ολότητας και όχι αποχωρισμένη από αυτήν. Είναι μια συνείδηση που εμπνέει την συμπάθεια των ανθρώπων και της φύσης και που μας οδηγεί στο ν’ αντιληφθούμε ότι, όντας ένα με τους άλλους και με την φύση, ό,τι κάνουμε σε αυτά το κάνουμε και σε εμάς τους ίδιους.
Μπορεί να μας ενθαρρύνει να ενωθούμε μεταξύ μας και να αντιμετωπίσουμε τα κοινά μας προβλήματα, να μας καταστήσει άτομα με μεγαλύτερη κατανόηση και πιο συνεργάσιμους ως πολίτες. Και έτσι, τελικά, η κβαντική συνείδηση μπορεί να είναι όχι μόνο το επόμενο βήμα στην εξέλιξή μας αλλά και η συλλογική μας σωτηρία.
Κυριακή 17 Απριλίου 2022
Ο φόβος της γνώσης
Από τη δική μας οπτική γωνία, η μεγαλύτερη ανακάλυψη του Freud είναι ότι η μεγάλη αιτία πολλών ψυχολογικών ασθενειών είναι ο φόβος να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, τα συναισθήματα, τις παρορμήσεις, τις αναμνήσεις, τις ικανότητες, τις δυνατότητες, το πεπρωμένο του....
Γενικά, αυτού του είδους ο φόβος είναι αμυντικός, με την έννοια ότι είναι μια προστασία της αυτοεκτίμησης μας, της αγάπης και του σεβασμού που τρέφουμε για τον εαυτό μας.
Τείνουμε να φοβόμαστε οποιαδήποτε γνώση θα μπορούσε να μας κάνει να απεχθανόμαστε τον εαυτό μας ή να μας κάνει να νιώθουμε κατώτεροι, αδύναμοι, ανάξιοι, κακοί, επονείδιστοι.
Προστατεύουμε τον εαυτό μας και την ιδανική εικόνα του εαυτού μας με την απώθηση και παρόμοιους αμυντικούς μηχανισμούς, οι οποίοι είναι κυρίως τεχνικές μέσω των οποίων αποφεύγουμε να συνειδητοποιήσουμε δυσάρεστες ή επικίνδυνες αλήθειες.
Και στην ψυχοθεραπεία, τις μανούβρες με τις οποίες εξακολουθούμε να αποφεύγουμε αυτή τη συνειδητοποίηση της οδυνηρής αλήθειας, τους τρόπους με τους οποίους πολεμάμε τις προσπάθειες του θεραπευτή να μας βοηθήσει να δούμε την αλήθεια, τους ονομάζουμε «αντίσταση».
Όλες οι τεχνικές του θεραπευτή αποκαλύπτουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την αλήθεια, ή είναι τρόποι για να δυναμώσει ο ασθενής έτσι ώστε να μπορεί να αντέξει την αλήθεια. («Το να είναι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό του, είναι η σπουδαιότερη προσπάθεια που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος» S. Freud).
Αλλά υπάρχει ένα άλλο είδος αλήθειας το οποίο τείνουμε να αποφεύγουμε. Όχι μόνο μένουμε προσκολλημένοι στην ψυχοπαθολογία μας, αλλά επίσης τείνουμε να αποφεύγουμε την προσωπική ανάπτυξη γιατί και αυτή, επίσης, μπορεί να επιφέρει ένα άλλο είδος φόβου, δέους, αισθημάτων αδυναμίας και ανεπάρκειας. Κι έτσι, χρησιμοποιούμε ένα άλλο είδος αντίστασης, μια άρνηση της καλύτερης πλευράς μας, των ταλέντων μας, των καλύτερων ενορμήσεών μας, των ανώτερων δυνατοτήτων μας, της δημιουργικότητας μας. Με δυο λόγια, αυτή είναι η μάχη με το δικό μας μεγαλείο, ο φόβος της ύβρεως.
Αυτό μας θυμίζει ότι ο μύθος μας του Αδάμ και της Εύας, με το επικίνδυνο δέντρο της Γνώσης που πρέπει κανείς να αγγίξει, έχει το αντίστοιχό του σε πολλές άλλες κουλτούρες, οι οποίες πιστεύουν επίσης ότι η ύψιστη γνώση είναι προνόμιο των θεών.
Οι περισσότερες θρησκείες έχουν μια τάση αντί-νοησιαρχίας (μαζί με διάφορες άλλες τάσεις, φυσικά), κάποιο ίχνος προτίμησης για την πίστη και όχι τη γνώση, ή το αίσθημα ότι ορισμένες μορφές γνώσης είναι υπερβολικά επικίνδυνες για να ανακατεύονται οι άνθρωποι με αυτές και καλό είναι να απαγορευτούν ή να διαφυλαχτούν με τους λίγους εκλεκτούς.
Στις περισσότερες κουλτούρες, οι επαναστάτες εκείνοι που αψήφησαν τους θεούς αναζητώντας τα μυστικά τους, τιμωρούνταν αυστηρά, όπως ο Αδάμ και η Εύα, ο Προμηθέας και ο Οιδίποδας και έμειναν στην μνήμη των ανθρώπων σαν προειδοποιήσεις ότι δεν πρέπει να προσπαθούν να μοιάσουν στον Θεό.
Και, αν μου επιτρέπετε να το θέσω πολύ συνοπτικά, είναι ακριβώς αυτό το κομμάτι μας, που έχει κάτι το θεϊκό, για το οποίο έχουμε αντιφατικά συναισθήματα, το οποίο μας γοητεύει αλλά και μας φοβίζει, μας προσελκύει αλλά και μας κάνει να παίρνουμε αμυντική στάση. Αυτή είναι μια όψη του ανθρώπινου πεπρωμένου, ότι είμαστε ταυτόχρονα σκουλήκια και θεοί.
Όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί μας, οι άνθρωποι που πλησιάζουν περισσότερο στο Θείο, πιστοποιούν ότι χρειάζεται τρομερό κουράγιο στη μοναχική στιγμή της δημιουργίας, της επιβεβαίωσης ενός καινούριου πράγματος (που είναι αντιφατικό με το παλιό).
Αυτό είναι ένα είδος τόλμης, να βγαίνεις μπροστά, να ξεχωρίζεις από τους άλλους, να στέκεσαι ολομόναχος, μια πράξη περιφρόνησης, μια πρόκληση.
Η στιγμή του φόβου είναι αρκετά κατανοητή αλλά πρέπει παρόλα αυτά να ξεπεραστεί αν πρόκειται να υπάρξει δημιουργία.
Έτσι, το να ανακαλύψει κανείς στον εαυτό του ένα μεγάλο ταλέντο μπορεί αναμφίβολα να φέρει ευφορία αλλά φέρνει επίσης και ένα φόβο των κινδύνων, των ευθυνών και των καθηκόντων του να είσαι ηγέτης και του να είσαι μόνος σου.
Η υπευθυνότητα φαίνεται κάποτε βαρύ φορτίο και τότε προσπαθεί το άτομο να την αποφύγει όσο περισσότερο είναι δυνατό.
Σκεφτείτε το μίγμα των συναισθημάτων δέους, ταπεινοφροσύνης, ακόμα και φόβου που μας έχουν αναφέρει άνθρωποι οι οποίοι έχουν εκλεγεί Πρόεδροι του κράτους.
Γενικά, αυτού του είδους ο φόβος είναι αμυντικός, με την έννοια ότι είναι μια προστασία της αυτοεκτίμησης μας, της αγάπης και του σεβασμού που τρέφουμε για τον εαυτό μας.
Τείνουμε να φοβόμαστε οποιαδήποτε γνώση θα μπορούσε να μας κάνει να απεχθανόμαστε τον εαυτό μας ή να μας κάνει να νιώθουμε κατώτεροι, αδύναμοι, ανάξιοι, κακοί, επονείδιστοι.
Προστατεύουμε τον εαυτό μας και την ιδανική εικόνα του εαυτού μας με την απώθηση και παρόμοιους αμυντικούς μηχανισμούς, οι οποίοι είναι κυρίως τεχνικές μέσω των οποίων αποφεύγουμε να συνειδητοποιήσουμε δυσάρεστες ή επικίνδυνες αλήθειες.
Και στην ψυχοθεραπεία, τις μανούβρες με τις οποίες εξακολουθούμε να αποφεύγουμε αυτή τη συνειδητοποίηση της οδυνηρής αλήθειας, τους τρόπους με τους οποίους πολεμάμε τις προσπάθειες του θεραπευτή να μας βοηθήσει να δούμε την αλήθεια, τους ονομάζουμε «αντίσταση».
Όλες οι τεχνικές του θεραπευτή αποκαλύπτουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την αλήθεια, ή είναι τρόποι για να δυναμώσει ο ασθενής έτσι ώστε να μπορεί να αντέξει την αλήθεια. («Το να είναι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό του, είναι η σπουδαιότερη προσπάθεια που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος» S. Freud).
Αλλά υπάρχει ένα άλλο είδος αλήθειας το οποίο τείνουμε να αποφεύγουμε. Όχι μόνο μένουμε προσκολλημένοι στην ψυχοπαθολογία μας, αλλά επίσης τείνουμε να αποφεύγουμε την προσωπική ανάπτυξη γιατί και αυτή, επίσης, μπορεί να επιφέρει ένα άλλο είδος φόβου, δέους, αισθημάτων αδυναμίας και ανεπάρκειας. Κι έτσι, χρησιμοποιούμε ένα άλλο είδος αντίστασης, μια άρνηση της καλύτερης πλευράς μας, των ταλέντων μας, των καλύτερων ενορμήσεών μας, των ανώτερων δυνατοτήτων μας, της δημιουργικότητας μας. Με δυο λόγια, αυτή είναι η μάχη με το δικό μας μεγαλείο, ο φόβος της ύβρεως.
Αυτό μας θυμίζει ότι ο μύθος μας του Αδάμ και της Εύας, με το επικίνδυνο δέντρο της Γνώσης που πρέπει κανείς να αγγίξει, έχει το αντίστοιχό του σε πολλές άλλες κουλτούρες, οι οποίες πιστεύουν επίσης ότι η ύψιστη γνώση είναι προνόμιο των θεών.
Οι περισσότερες θρησκείες έχουν μια τάση αντί-νοησιαρχίας (μαζί με διάφορες άλλες τάσεις, φυσικά), κάποιο ίχνος προτίμησης για την πίστη και όχι τη γνώση, ή το αίσθημα ότι ορισμένες μορφές γνώσης είναι υπερβολικά επικίνδυνες για να ανακατεύονται οι άνθρωποι με αυτές και καλό είναι να απαγορευτούν ή να διαφυλαχτούν με τους λίγους εκλεκτούς.
Στις περισσότερες κουλτούρες, οι επαναστάτες εκείνοι που αψήφησαν τους θεούς αναζητώντας τα μυστικά τους, τιμωρούνταν αυστηρά, όπως ο Αδάμ και η Εύα, ο Προμηθέας και ο Οιδίποδας και έμειναν στην μνήμη των ανθρώπων σαν προειδοποιήσεις ότι δεν πρέπει να προσπαθούν να μοιάσουν στον Θεό.
Και, αν μου επιτρέπετε να το θέσω πολύ συνοπτικά, είναι ακριβώς αυτό το κομμάτι μας, που έχει κάτι το θεϊκό, για το οποίο έχουμε αντιφατικά συναισθήματα, το οποίο μας γοητεύει αλλά και μας φοβίζει, μας προσελκύει αλλά και μας κάνει να παίρνουμε αμυντική στάση. Αυτή είναι μια όψη του ανθρώπινου πεπρωμένου, ότι είμαστε ταυτόχρονα σκουλήκια και θεοί.
Όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί μας, οι άνθρωποι που πλησιάζουν περισσότερο στο Θείο, πιστοποιούν ότι χρειάζεται τρομερό κουράγιο στη μοναχική στιγμή της δημιουργίας, της επιβεβαίωσης ενός καινούριου πράγματος (που είναι αντιφατικό με το παλιό).
Αυτό είναι ένα είδος τόλμης, να βγαίνεις μπροστά, να ξεχωρίζεις από τους άλλους, να στέκεσαι ολομόναχος, μια πράξη περιφρόνησης, μια πρόκληση.
Η στιγμή του φόβου είναι αρκετά κατανοητή αλλά πρέπει παρόλα αυτά να ξεπεραστεί αν πρόκειται να υπάρξει δημιουργία.
Έτσι, το να ανακαλύψει κανείς στον εαυτό του ένα μεγάλο ταλέντο μπορεί αναμφίβολα να φέρει ευφορία αλλά φέρνει επίσης και ένα φόβο των κινδύνων, των ευθυνών και των καθηκόντων του να είσαι ηγέτης και του να είσαι μόνος σου.
Η υπευθυνότητα φαίνεται κάποτε βαρύ φορτίο και τότε προσπαθεί το άτομο να την αποφύγει όσο περισσότερο είναι δυνατό.
Σκεφτείτε το μίγμα των συναισθημάτων δέους, ταπεινοφροσύνης, ακόμα και φόβου που μας έχουν αναφέρει άνθρωποι οι οποίοι έχουν εκλεγεί Πρόεδροι του κράτους.
Πλάτων-Αριστοτέλης: τι είναι το Είδος/η Ιδέα/η Μορφή;
Πλάτων ‒ Αριστοτέλης
Τι είναι το Eἶδος: Η ουσία, η Ιδέα, η μορφή, το γένος και το είδος
1. Η λέξη εἶδος έχει πολλές σημασίες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση περιέχουν την έννοια της γενικότητας, είτε στο πεδίο των όντων είτε σε εκείνο της νόησης. Ανάγει την προέλευσή της στο αρχαϊκό και ποιητικό ρήμα εἴδομαι: φαίνομαι, είμαι ορατός. Εξ ου και η πρωταρχική σημασία του εἴδους: όψη, εμφάνιση. Ο παρακείμενος: οἶδα του μη εν χρήσει ρήματος εἴδω, με την αρχική σημασία: βλέπω, διακρίνω, παρατηρώ και δευτερογενώς με τη σημασία: γνωρίζω, επίσταμαι, γιγνώσκω, αποκτά σημασία ενεστώτα: γνωρίζω. Μόνο αργότερα και εντελώς οριακά το εἶδος απέκτησε τη φιλοσοφική σημασία του. Η λατινική λέξη species, που σημαίνει όψη και είδος, που μεταφράζει καλύτερα τη διπλή σημασία. Η ίδια η φιλοσοφική έννοια μπορεί να αποκτήσει διαφορετικές σημασίες: μεταφυσική, φυσική, ψυχολογική, λογική. Στον Πλάτωνα ειδικά τη βρίσκουμε με τη λογική και τη μεταφυσική της σημασία, αλλά εν μέρει και με ψυχολογική σημασία. Με τη φυσική σημασία απαντά κατ’ εξοχήν στον Αριστοτέλη.
2. Ως προς τη μεταφυσική σημασία πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για την Ουσία, την Ιδέα των όντων. Τούτη η Ουσία/Ιδέα/Είδος μπορεί να έχει μια διττή λειτουργία: η πρώτη, να είναι υπερβατική στα πράγματα. Για μια τέτοια υπερβατικότητα μιλάει ο Πλάτων. Κατά το πλατωνικό νόημα, οι Ουσίες/Είδη αποτελούν τον Νοητό Κόσμο: είναι οι αληθινές Πραγματικότητες (Φαίδρος 247c), υπάρχουν καθαυτές (Φαίδων, 75d2) και για τον εαυτό τους (Φαίδων 65c7, 78d, Παρμενίδης 133a). Το Είδος είναι Ουσία/Είναι (Θεαίτητος 186d3)· επίσης είναι αγέννητον και ανώλεθρον, δηλαδή αιώνιο, χωρίς αρχή και τέλος· είναι τέλειο, απολύτως καθαρό, ήτοι δεν δέχεται κανένα στοιχείο ξένο στον εαυτό του, μη ορατό και μη αισθητό, και μπορεί να το παρατηρήσει μόνο η νόηση ((Τίμαιος, 52a1-4).
3. Μέσα από το φαινόμενο της μέθεξης, η ύπαρξη του αισθητού κόσμου ανάγεται στις Ουσίες/Ιδέες, καθώς τα πράγματα συγκροτούνται με βάση το αρχέτυπο των Ουσιών. Σε ένα από τα πιο σπουδαία έργα του, τον Σοφιστή, ο Πλάτων κινείται στα όρια της λογικής σημασίας των γενών και τοποθετεί στην κορυφή των Ουσιών πέντε γένη. Αυτά τα Ανώτατα Γένη είναι τα εξής: 1. το ον, 2. η κίνηση, 3. η «στάσις», τουτέστι η ακινησία, η σταθερότητα, 4. το ταυτόν, ήτοι το ίδιο, και 5. το έτερον, δηλαδή το άλλο (Σοφιστής 247d-256d). Αυτός ο χωρισμός των γενών και η γενικότερη δομή του κόσμο των Ιδεών είναι έργο της αληθινής φιλοσοφίας, που δεν είναι άλλη από τη διαλεκτική (ό.π., 253d-3). Εκείνος που είναι εξοικειωμένος με τη διαλεκτική είναι ικανός
«να διακρίνει πολύ καθαρά μια Ιδέα να απλώνεται πέρα για πέρα, διαπερνώντας πολλές άλλες που καθεμιά τους μένει χωριστή, και πολλές άλλες διαφορετικές μεταξύ τους να περικλείονται απέξω από μια άλλη· και μια Ιδέα πάλι να συνάπτεται σε ενότητα μέσα από πολλά σύνολα και πολλές Ιδέες να μένουν ολωσδιόλου χωριστές» (Σοφιστής 253d5-9).
4. Η ιεραρχική κατηγοριοποίηση των ειδών και γενών, κατά το ως άνω κείμενο, δεν είναι άλλη από την ιεραρχική δομή ύπαρξης των Ιδεών και υποδηλώνει, από την πλευρά της μεθόδου, τη μέθοδο της συναγωγής και της διαίρεσης. Πρόκειται για μια διαλεκτική μεθοδολογία, για την οποία ο Πλάτων συζητεί, κατά έναν παρόμοιο τρόπο, και στον Φαίδρο (265d). Η δεύτερη λειτουργία του Είδους/της Ιδέας έγκειται στο να είναι ενύπαρκτη μέσα στα ίδια τα πράγματα. Ο Πλάτων ήταν πεπεισμένος ότι χωρίς τα Είδη, τις Ουσίες ή τις Ιδέες δεν μπορούμε ούτε να μιλάμε για τον εμπειρικό κόσμο ούτε να τον γνωρίσουμε. Στον Παρμενίδη (132d2-5) ο Σωκράτης λέει πως τα Είδη/οι Ιδέες αποτελούν τα υποδείγματα, ενώ όλα τα άλλα πράγματα είναι ομοιώματά τους. Έτσι, τα πράγματα μετέχουν στα Είδη ως απεικάσματα τούτων των Ειδών. Επίσης, στον ίδιο διάλογο (134e-135c) ο κύριος συνομιλητής, ο πρεσβύτης Παρμενίδης, λέει στον νεαρό Σωκράτη πως με κανένα τρόπο και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να αρνηθούμε την ύπαρξη των Ειδών/Ιδεών, διότι χωρίς αυτά/αυτές δεν μπορεί να έχει νόημα η συζήτησή μας για αυτά/αυτές
5. Σύμφωνα λοιπόν με τη λογική της σημασία, η Ιδέα ή το Είδος συνιστούν την καθολική ουσία των πραγμάτων στη σκέψη. Όταν η νοητική Ιδέα αποκτά ένα νόημα που μπορεί να ορίσει μια ολόκληρη κατηγορία Ιδεών, γίνεται λογική Ουσία. Για παράδειγμα, στον Φαίδρο (249b-c), ο Σωκράτης δηλώνει ρητά πως ο άνθρωπος είναι σε θέση να κατανοήσει την Ιδέα, το Είδος των όντων, μέσω μιας ορθολογικής, ήτοι έλ-λογης άσκησης, που πηγαίνει από την πολλαπλότητα των αισθήσεων στη μια καθολική ενότητα. Ο άνθρωπος αντλεί αυτή την ικανότητα της άσκησης και της θέασης του Είδους από την ανάμνηση όλων εκείνων που είδε ‒ετυμολογική συγγένεια με το Είδος‒ κάποτε η ψυχή του και ανυψώθηκε στο όντως ον. Στον Παρμενίδη (129d-e), απαριθμούνται τρία ζεύγη Ειδών καθαυτά αντίθετων: ομοιότητα και ανομοιότητα, πολλαπλότητα και ενότητα, ακινησία και κίνηση. Στον Θεαίτητο (182c-183b) ο Σωκράτης τονίζει πως αυτές καθαυτές οι ποιότητες των πραγμάτων, αν ήταν μεταβλητές, όπως λέει η θεωρία της κίνησης του Ηράκλειτου, τότε οι σημασίες των Ειδών δεν θα ήταν σταθερές.
6. Για τον Αριστοτέλη, ο ορισμός ενός όντος είναι λόγος, που αποτελείται από μέρη. Το κάθε μέρος του λόγου σχετίζεται με το μέρος του πράγματος κατ’ αναλογία της σχέσης του λόγου ως όλου με το πράγμα. Από ποια μέρη, συνακόλουθα, αποτελείται η ουσία; Αν το ένα είναι ύλη και το άλλο είδος (μορφή), το τρίτο είναι η σύνθεσή τους. Επειδή όμως η ύλη καλείται μέρος κάποιου πράγματος ή όντος, ο ορισμός δεν γίνεται βασικά σύμφωνα με την ύλη, αλλά σύμφωνα με το είδος (τη μορφή) (Μετά τα φυσικά., 1035a κ.εξ.). Σε άλλο κείμενό του βλέπει το Είδος ως το είδος μέσα στο γένος (Φυσικά Δ.3 210a18). Με αυτή την έννοια του είδους χρησιμοποιεί ουκ ολίγες φορές τον εν λόγω όρο: υπάρχουν τέσσερα είδη πολιτευμάτων (Πολιτικά 1288b24-25). τρία είδη ρητορικής (Ρητορική Α.3). τρία είδη οργής (ό.π., Β.1, 1377b), τρία είδη που κάνουν τους ρήτορες πειστικούς (ό.π., 1378a) κ.λπ. Η ειδολογική μορφή, το είδος, η ουσία, ταυτίζονται με «τό τί ἦν είναι [=το τι ήταν να είναι]», δηλαδή με αυτό με το οποίο ορίζονται· είναι έτσι έμφυτο, εμμενές, στις πραγματικότητες (Μετά τα φυσικά, 1029b13 κ.ε.). Στο Περί ψυχής (ΙΙ. 2), η ψυχή, ως μορφή του σώματος, ονομάζεται και είδος και μορφή. Έτσι, η ανθρώπινη ουσία μπορεί να οριστεί είτε από την ύλη είτε από τη μορφή (είδος), είτε από τη σύνθεση των δύο. Με τη φυσική του σημασία, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, το Είδος είναι η μεταφυσική έννοια που εφαρμόζεται στα όντα της φύσης και συχνά είναι συνώνυμη με τη μορφή. Οι αισθητές πραγματικότητες αποτελούνται από δύο αρχές: την ύλη και τη μορφή, η οποία είναι έτσι μια αιτία.
Τι είναι το Eἶδος: Η ουσία, η Ιδέα, η μορφή, το γένος και το είδος
1. Η λέξη εἶδος έχει πολλές σημασίες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση περιέχουν την έννοια της γενικότητας, είτε στο πεδίο των όντων είτε σε εκείνο της νόησης. Ανάγει την προέλευσή της στο αρχαϊκό και ποιητικό ρήμα εἴδομαι: φαίνομαι, είμαι ορατός. Εξ ου και η πρωταρχική σημασία του εἴδους: όψη, εμφάνιση. Ο παρακείμενος: οἶδα του μη εν χρήσει ρήματος εἴδω, με την αρχική σημασία: βλέπω, διακρίνω, παρατηρώ και δευτερογενώς με τη σημασία: γνωρίζω, επίσταμαι, γιγνώσκω, αποκτά σημασία ενεστώτα: γνωρίζω. Μόνο αργότερα και εντελώς οριακά το εἶδος απέκτησε τη φιλοσοφική σημασία του. Η λατινική λέξη species, που σημαίνει όψη και είδος, που μεταφράζει καλύτερα τη διπλή σημασία. Η ίδια η φιλοσοφική έννοια μπορεί να αποκτήσει διαφορετικές σημασίες: μεταφυσική, φυσική, ψυχολογική, λογική. Στον Πλάτωνα ειδικά τη βρίσκουμε με τη λογική και τη μεταφυσική της σημασία, αλλά εν μέρει και με ψυχολογική σημασία. Με τη φυσική σημασία απαντά κατ’ εξοχήν στον Αριστοτέλη.
2. Ως προς τη μεταφυσική σημασία πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για την Ουσία, την Ιδέα των όντων. Τούτη η Ουσία/Ιδέα/Είδος μπορεί να έχει μια διττή λειτουργία: η πρώτη, να είναι υπερβατική στα πράγματα. Για μια τέτοια υπερβατικότητα μιλάει ο Πλάτων. Κατά το πλατωνικό νόημα, οι Ουσίες/Είδη αποτελούν τον Νοητό Κόσμο: είναι οι αληθινές Πραγματικότητες (Φαίδρος 247c), υπάρχουν καθαυτές (Φαίδων, 75d2) και για τον εαυτό τους (Φαίδων 65c7, 78d, Παρμενίδης 133a). Το Είδος είναι Ουσία/Είναι (Θεαίτητος 186d3)· επίσης είναι αγέννητον και ανώλεθρον, δηλαδή αιώνιο, χωρίς αρχή και τέλος· είναι τέλειο, απολύτως καθαρό, ήτοι δεν δέχεται κανένα στοιχείο ξένο στον εαυτό του, μη ορατό και μη αισθητό, και μπορεί να το παρατηρήσει μόνο η νόηση ((Τίμαιος, 52a1-4).
3. Μέσα από το φαινόμενο της μέθεξης, η ύπαρξη του αισθητού κόσμου ανάγεται στις Ουσίες/Ιδέες, καθώς τα πράγματα συγκροτούνται με βάση το αρχέτυπο των Ουσιών. Σε ένα από τα πιο σπουδαία έργα του, τον Σοφιστή, ο Πλάτων κινείται στα όρια της λογικής σημασίας των γενών και τοποθετεί στην κορυφή των Ουσιών πέντε γένη. Αυτά τα Ανώτατα Γένη είναι τα εξής: 1. το ον, 2. η κίνηση, 3. η «στάσις», τουτέστι η ακινησία, η σταθερότητα, 4. το ταυτόν, ήτοι το ίδιο, και 5. το έτερον, δηλαδή το άλλο (Σοφιστής 247d-256d). Αυτός ο χωρισμός των γενών και η γενικότερη δομή του κόσμο των Ιδεών είναι έργο της αληθινής φιλοσοφίας, που δεν είναι άλλη από τη διαλεκτική (ό.π., 253d-3). Εκείνος που είναι εξοικειωμένος με τη διαλεκτική είναι ικανός
«να διακρίνει πολύ καθαρά μια Ιδέα να απλώνεται πέρα για πέρα, διαπερνώντας πολλές άλλες που καθεμιά τους μένει χωριστή, και πολλές άλλες διαφορετικές μεταξύ τους να περικλείονται απέξω από μια άλλη· και μια Ιδέα πάλι να συνάπτεται σε ενότητα μέσα από πολλά σύνολα και πολλές Ιδέες να μένουν ολωσδιόλου χωριστές» (Σοφιστής 253d5-9).
4. Η ιεραρχική κατηγοριοποίηση των ειδών και γενών, κατά το ως άνω κείμενο, δεν είναι άλλη από την ιεραρχική δομή ύπαρξης των Ιδεών και υποδηλώνει, από την πλευρά της μεθόδου, τη μέθοδο της συναγωγής και της διαίρεσης. Πρόκειται για μια διαλεκτική μεθοδολογία, για την οποία ο Πλάτων συζητεί, κατά έναν παρόμοιο τρόπο, και στον Φαίδρο (265d). Η δεύτερη λειτουργία του Είδους/της Ιδέας έγκειται στο να είναι ενύπαρκτη μέσα στα ίδια τα πράγματα. Ο Πλάτων ήταν πεπεισμένος ότι χωρίς τα Είδη, τις Ουσίες ή τις Ιδέες δεν μπορούμε ούτε να μιλάμε για τον εμπειρικό κόσμο ούτε να τον γνωρίσουμε. Στον Παρμενίδη (132d2-5) ο Σωκράτης λέει πως τα Είδη/οι Ιδέες αποτελούν τα υποδείγματα, ενώ όλα τα άλλα πράγματα είναι ομοιώματά τους. Έτσι, τα πράγματα μετέχουν στα Είδη ως απεικάσματα τούτων των Ειδών. Επίσης, στον ίδιο διάλογο (134e-135c) ο κύριος συνομιλητής, ο πρεσβύτης Παρμενίδης, λέει στον νεαρό Σωκράτη πως με κανένα τρόπο και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να αρνηθούμε την ύπαρξη των Ειδών/Ιδεών, διότι χωρίς αυτά/αυτές δεν μπορεί να έχει νόημα η συζήτησή μας για αυτά/αυτές
5. Σύμφωνα λοιπόν με τη λογική της σημασία, η Ιδέα ή το Είδος συνιστούν την καθολική ουσία των πραγμάτων στη σκέψη. Όταν η νοητική Ιδέα αποκτά ένα νόημα που μπορεί να ορίσει μια ολόκληρη κατηγορία Ιδεών, γίνεται λογική Ουσία. Για παράδειγμα, στον Φαίδρο (249b-c), ο Σωκράτης δηλώνει ρητά πως ο άνθρωπος είναι σε θέση να κατανοήσει την Ιδέα, το Είδος των όντων, μέσω μιας ορθολογικής, ήτοι έλ-λογης άσκησης, που πηγαίνει από την πολλαπλότητα των αισθήσεων στη μια καθολική ενότητα. Ο άνθρωπος αντλεί αυτή την ικανότητα της άσκησης και της θέασης του Είδους από την ανάμνηση όλων εκείνων που είδε ‒ετυμολογική συγγένεια με το Είδος‒ κάποτε η ψυχή του και ανυψώθηκε στο όντως ον. Στον Παρμενίδη (129d-e), απαριθμούνται τρία ζεύγη Ειδών καθαυτά αντίθετων: ομοιότητα και ανομοιότητα, πολλαπλότητα και ενότητα, ακινησία και κίνηση. Στον Θεαίτητο (182c-183b) ο Σωκράτης τονίζει πως αυτές καθαυτές οι ποιότητες των πραγμάτων, αν ήταν μεταβλητές, όπως λέει η θεωρία της κίνησης του Ηράκλειτου, τότε οι σημασίες των Ειδών δεν θα ήταν σταθερές.
6. Για τον Αριστοτέλη, ο ορισμός ενός όντος είναι λόγος, που αποτελείται από μέρη. Το κάθε μέρος του λόγου σχετίζεται με το μέρος του πράγματος κατ’ αναλογία της σχέσης του λόγου ως όλου με το πράγμα. Από ποια μέρη, συνακόλουθα, αποτελείται η ουσία; Αν το ένα είναι ύλη και το άλλο είδος (μορφή), το τρίτο είναι η σύνθεσή τους. Επειδή όμως η ύλη καλείται μέρος κάποιου πράγματος ή όντος, ο ορισμός δεν γίνεται βασικά σύμφωνα με την ύλη, αλλά σύμφωνα με το είδος (τη μορφή) (Μετά τα φυσικά., 1035a κ.εξ.). Σε άλλο κείμενό του βλέπει το Είδος ως το είδος μέσα στο γένος (Φυσικά Δ.3 210a18). Με αυτή την έννοια του είδους χρησιμοποιεί ουκ ολίγες φορές τον εν λόγω όρο: υπάρχουν τέσσερα είδη πολιτευμάτων (Πολιτικά 1288b24-25). τρία είδη ρητορικής (Ρητορική Α.3). τρία είδη οργής (ό.π., Β.1, 1377b), τρία είδη που κάνουν τους ρήτορες πειστικούς (ό.π., 1378a) κ.λπ. Η ειδολογική μορφή, το είδος, η ουσία, ταυτίζονται με «τό τί ἦν είναι [=το τι ήταν να είναι]», δηλαδή με αυτό με το οποίο ορίζονται· είναι έτσι έμφυτο, εμμενές, στις πραγματικότητες (Μετά τα φυσικά, 1029b13 κ.ε.). Στο Περί ψυχής (ΙΙ. 2), η ψυχή, ως μορφή του σώματος, ονομάζεται και είδος και μορφή. Έτσι, η ανθρώπινη ουσία μπορεί να οριστεί είτε από την ύλη είτε από τη μορφή (είδος), είτε από τη σύνθεση των δύο. Με τη φυσική του σημασία, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, το Είδος είναι η μεταφυσική έννοια που εφαρμόζεται στα όντα της φύσης και συχνά είναι συνώνυμη με τη μορφή. Οι αισθητές πραγματικότητες αποτελούνται από δύο αρχές: την ύλη και τη μορφή, η οποία είναι έτσι μια αιτία.
Richard Dawkins: Γιατί Είμαστε Καλοί;
Οι Ρίζες της Ηθικότητας: Γιατί Είμαστε Καλοί;
Έχει δαρβινική προέλευση το ηθικό μας αίσθημα;
Εκ πρώτης όψεως, η δαρβινική ιδέα ότι κινητήρια δύναμη της εξέλιξης είναι η φυσική επιλογή φαίνεται ακατάλληλη να εξηγήσει όση καλοσύνη διαθέτουμε, ή τα συναισθήματα ηθικότητας, ευπρέπειας, ενσυναίσθησης και ελέους. Η φυσική επιλογή μπορεί εύκολα να εξηγήσει την πείνα, το φόβο και τον σεξουαλικό πόθο, αφού όλα συμβάλλουν ευθέως στην επιβίωσή μας ή τη διατήρηση των γονιδίων μας. Αλλά τι γίνεται με τον βασανιστικό οίκτο που αισθανόμαστε όταν βλέπουμε ένα ορφανό παιδί να κλαίει, μια ηλικιωμένη χήρα απελπισμένη στη μοναξιά της ή ένα ζώο να βογκά από πόνο; Τι μας κάνει να νιώθουμε την έντονη παρόρμηση να στείλουμε ανώνυμα μια χρηματική συνεισφορά ή ρουχισμό στα θύματα ενός τσουνάμι στην άλλη άκρη του κόσμου, τα οποία δεν θα συναντήσουμε ποτέ και πιθανότατα δεν θα μας ανταποδώσουν τη χάρη; Από πού προέρχεται ο καλός Σαμαρείτης μέσα μας; Μήπως η καλοσύνη δεν είναι ασύμβατη με τη θεωρία του «εγωιστικού γονιδίου»; Όχι. Πρόκειται για συνηθισμένη παρεξήγηση της θεωρίας —μια λυπηρή (και, εκ των υστέρων, προβλέψιμη) παρεξήγηση. Χρειάζεται οπωσδήποτε να τονίσουμε τη σωστή λέξη. Η έμφαση πρέπει να δοθεί στο εγωιστικό γονίδιο, διότι έρχεται σε αντίθεση με τον εγωιστικό οργανισμό, φέρ’ ειπείν, ή με το εγωιστικό είδος. Ας το εξηγήσω.
Σύμφωνα με τη λογική του δαρβινισμού, η μονάδα στην ιεραρχία της ζωής η οποία επιβιώνει και περνά από το φίλτρο της φυσικής επιλογής θα τείνει να είναι εγωιστική. Στον κόσμο επιβιώνουν όσες μονάδες επιτυγχάνουν να επιβιώσουν εις βάρος των ανταγωνιστών τους στο ίδιο με αυτές επίπεδο ιεραρχίας. Τούτο ακριβώς σημαίνει ο όρος «εγωιστικό» εν προκειμένω. Αναδύεται τώρα το ερώτημα: Ποιο είναι το επίπεδο της δράσης; Όλη η ιδέα του εγωιστικού γονιδίου, με τη σωστή έμφαση στη δεύτερη λέξη, έγκειται στο ότι η μονάδα της φυσικής επιλογής (δηλαδή η μονάδα του ίδιου συμφέροντος) δεν συνίσταται στον εγωιστικό οργανισμό ούτε στην εγωιστική ομάδα ή το εγωιστικό είδος ή το εγωιστικό οικοσύστημα, αλλά στο εγωιστικό γονίδιο. Το γονίδιο είναι εκείνο το οποίο, με τη μορφή της πληροφορίας, είτε επιβιώνει επί πολλές γενεές είτε όχι. Αντίθετα με το γονίδιο (και το μιμίδιο, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε), ο οργανισμός, η ομάδα και το είδος δεν αποτελούν τον σωστό τύπο οντότητας που να μπορεί να παίξει το ρόλο μονάδας υπό αυτή την έννοια, διότι δεν παράγουν ακριβή αντίγραφα του εαυτού τους και δεν ανταγωνίζονται σε μια δεξαμενή τέτοιων αυτοαναπαραγόμενων οντοτήτων. Τούτο ακριβώς είναι που κάνουν τα γονίδια, και αυτό αποτελεί την —ουσιαστικά λογική— δικαιολογία για να ξεχωρίσουμε το γονίδιο ως μονάδα «εγωισμού», με την ειδική δαρβινική έννοια του όρου.
Ο πλέον προφανής τρόπος με τον οποίο τα γονίδια εξασφαλίζουν τη δική τους «εγωιστική» επιβίωση σε σχέση με άλλα γονίδια είναι μέσω του προγραμματισμού μεμονωμένων οργανισμών ώστε να είναι εγωιστικοί. Υπάρχουν πράγματι πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες η επιβίωση του μεμονωμένου οργανισμού θα ευνοήσει την επιβίωση των γονιδίων που μεταφέρει μέσα του. Αλλά διαφορετικές περιπτώσεις ευνοούν διαφορετικές τακτικές: κάποιες φορές —όχι ιδιαίτερα σπάνιες— τα γονίδια εξασφαλίζουν τη δική τους εγωιστική επιβίωση επηρεάζοντας τους οργανισμούς ώστε να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά. Τέτοιες περιπτώσεις έχουν πλέον κατανοηθεί αρκετά ικανοποιητικά και εμπίπτουν σε δύο βασικές κατηγορίες. Ένα γονίδιο το οποίο προγραμματίζει μεμονωμένους οργανισμούς ώστε να ευνοούν τα γενετικά συγγενή του είναι στατιστικώς πιθανό να ωφελεί αντίγραφά του. Η συχνότητα ενός τέτοιου γονιδίου στη γονιδιακή δεξαμενή μπορεί να αυξηθεί μέχρις ότου ο αλτρουισμός μεταξύ συγγενών καταστεί ο κανόνας. Η καλοσύνη κάποιου απέναντι στα παιδιά του αποτελεί το πιο προφανές παράδειγμα, αλλά δεν είναι το μόνο. Οι μέλισσες, οι σφήκες, τα μυρμήγκια, οι τερμίτες και, σε μικρότερο βαθμό, ορισμένα σπονδυλωτά όπως οι ποντικοί ασπάλακες, οι σουρικάτες και οι τσικλιτάρες έχουν σχηματίσει μέσω της εξέλιξης κοινωνίες στις οποίες τα μεγαλύτερα νεογνά φροντίζουν τα νεότερα (με τα οποία πιθανώς μοιράζονται τα ίδια υπεύθυνα για τη φροντίδα γονίδια). Γενικά, όπως έδειξε ο αείμνηστος συνάδελφός μου W.D. Hamilton, τα ζώα συνήθως φροντίζουν, υπερασπίζονται, μοιράζονται τους πόρους, προειδοποιούν για τον κίνδυνο ή συμπεριφέρονται με διάφορους τρόπους αλτρουιστικά απέναντι στους στενούς συγγενείς, Λόγω της στατιστικής πιθανότητας οι συγγενείς να φέρουν αντίγραφα των ίδιων γονιδίων.
Ο άλλος κύριος τύπος αλτρουισμού για τον οποίο έχουμε μια καλώς επεξεργασμένη δαρβινική λογική εξήγηση είναι ο αμοιβαίος αλτρουισμός («βάστα με να σε βαστώ»), Η εν λόγω θεωρία, την οποία εισήγαγε αρχικά στην εξελικτική βιολογία ο Robert Trivers και η οποία εκφράζεται συχνά με τη μαθηματική γλώσσα της θεωρίας παιγνίων, δεν εξαρτάται από την κοινότητα γονιδίων. Πράγματι, λειτουργεί εξίσου καλά, ίσως καλύτερα, μεταξύ μελών πολύ διαφορετικών ειδών, οπότε συχνά ονομάζεται συμβίωση. Η ίδια αρχή αποτελεί επίσης τη βάση κάθε εμπορίου και συναλλαγής μεταξύ ανθρώπων. Ο κυνηγός χρειάζεται ένα δόρυ και ο σιδηρουργός θέλει κρέας. Η ασυμμετρία μεσολαβεί για ένα διακανονισμό. Η μέλισσα χρειάζεται νέκταρ και το άνθος χρειάζεται επικονίαση. Τα άνθη δεν μπορούν να πετά-ξουν, έτσι «πληρώνουν» τις μέλισσες με νόμισμα το νέκταρ, για να δανειστούν τα φτερά τους. Τα πουλιά μελισσοδείκτες μπορούν να ανακαλύψουν τις φωλιές των μελισσών, αλλά δεν μπορούν να εισβάλουν σε αυτές. Οι μελλιβόρες (συγγενείς του ασβού) μπορούν να εισβάλουν στις φωλιές των μελισσών, αλλά δεν έχουν φτερά ώστε να τις εντοπίσουν. Έτσι, οι μελισσο-δείκτες οδηγούν τις μελλιβόρες (και μερικές φορές τους ανθρώπους) στο μέλι με ένα ειδικό προκλητικό πέταγμα, το οποίο δεν χρησιμοποιούν για κανέναν άλλο σκοπό. Και οι δύο πλευρές ωφελούνται από τη συναλλαγή. Ένα κομμάτι χρυσού ίσως βρίσκεται κάτω από μια μεγάλη πέτρα, πολύ βαριά για να τη μετακινήσει εκείνος που το ανακαλύπτει. Καταφεύγει λοιπόν στη βοήθεια άλλων, έστω κι αν χρειαστεί να μοιραστεί το χρυσό, διότι χωρίς τη βοήθειά τους δεν θα αποκτούσε τίποτε. Τα ζωικά βασίλεια βρίθουν τέτοιων αμοιβαίων σχέσεων: βούβαλοι και βουφάγοι, σωληνοειδή άνθη και κολιμπρί, επινέφελοι και λαμπρίδες-καθαριστές, αγελάδες και μικροοργανισμοί στο πεπτικό τους σύστημα. Ο αμοιβαίος αλτρουισμός λειτουργεί εξαιτίας ασυμμετριών μεταξύ αναγκών και ικανότητας για την ικανοποίησή τους. Νά γιατί λειτουργεί ιδιαίτερα καλά μεταξύ διαφορετικών ειδών: οι ασυμμετρίες εκεί είναι μεγαλύτερες.
Μεταξύ των ανθρώπων, οι συναλλαγματικές και το χρήμα συνιστούν τρόπους οι οποίοι επιτρέπουν καθυστερήσεις στις συναλλαγές. Τα συναλλασσόμενα μέρη δεν παραδίδουν τα αγαθά ταυτοχρόνως, αλλά μπορούν να χρεώνονται για το μέλλον, ακόμη και να εμπορεύονται το χρέος με άλλους. Εκτός από τους ανθρώπους, κανένα ζώο σε άγρια κατάσταση, απ’ όσο γνωρίζω, δεν διαθέτει το αντίστοιχο του χρήματος. Αλλά η ανάμνηση της ταυτότητας ατόμων παίζει τον ίδιο περίπου ρόλο, αλλά πιο «ανεπίσημα». Οι νυχτερίδες βαμπίρ μαθαίνουν ποια άτομα της κοινωνικής ομάδας τους είναι αξιόπιστα ως προς την πληρωμή των χρεών τους (σε αναμασημένο αίμα) και ποια άτομα εξαπατούν. Η φυσική επιλογή ευνοεί γονίδια τα οποία προδιαθέτουν τα άτομα, σε σχέσεις ασύμμετρων αναγκών και ευκαιριών, να δίνουν όταν μπορούν και να ζητούν ανταπόδοση όταν δεν μπορούν. Ευνοεί επίσης τις τάσεις προς απομνημόνευση των υποχρεώσεων, διατήρηση παραπόνων, αστυνόμευση των σχέσεων ανταλλαγής και τιμωρία όσων εξαπατούν παίρνοντας αλλά όχι δίνοντας όταν έρθει η σειρά τους.
Και τούτο διότι πάντα θα υπάρχουν απατεώνες, και οι ευσταθείς λύσεις των παιγνιοθεωρητικών γρίφων του αμοιβαίου αλτρουισμού πάντοτε περιέχουν ένα στοιχείο τιμωρίας της εξαπάτησης. Η μαθηματική θεωρία επιτρέπει δύο ευρείες κλάσεις ευσταθών λύσεων σε «παίγνια» αυτού του είδους. Η λύση «να είσαι πάντα κακός» είναι ευσταθής κατά το ότι, εάν όλοι οι άλλοι κάνουν το ίδιο, ένα μοναδικό καλό άτομο δεν μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα. Αλλά υπάρχει άλλη μία στρατηγική η οποία φαίνεται επίσης ευσταθής («ευσταθής» σημαίνει ότι, αφότου υπερβεί μια κρίσιμη συχνότητα εντός του πληθυσμού, καμία εναλλακτική λύση δεν είναι καλύτερη). Πρόκειται για τη στρατηγική «να είσαι καλός αρχικά και όχι καχύποπτος απέναντι στους άλλους. Στη συνέχεια, να ανταποδίδεις τις καλές πράξεις με καλές, αλλά να εκδικείσαι τις κακές πράξεις». Στη γλώσσα της θεωρίας παιγνίων, αυτή η στρατηγική (ή η οικογένεια σχετικών στρατηγικών) έχει διάφορα ονόματα, όπως «μία σου και μία μου» ή «αμοιβαιότητας και ανταπόδοσης» ή «ίσου πλήγματος». Είναι ευσταθής από εξελικτική άποψη υπό ορισμένες συνθήκες, με την έννοια ότι, δεδομένου ενός πληθυσμού ο οποίος κυριαρχείται από ανταποδότες, κανένα κακό άτομο και κανένα ανεπιφύλακτα καλό άτομο δεν θα έχει καλύτερη τύχη. Υπάρχουν άλλες, συνθετότερες παραλλαγές τού «μία σου και μία μου», οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν καλύτερα αποτελέσματα.
Έχω αναφέρει τη συγγένεια και την ανταπόδοση ως δίδυμους πυλώνες του αλτρουισμού σε έναν δαρβινικό κόσμο, αλλά υπάρχουν δευτερεύουσες δομές οι οποίες στηρίζονται στους βασικούς αυτούς πυλώνες. Ιδιαίτερα στην ανθρώπινη κοινωνία, με τη γλώσσα και το κουτσομπολιό, η φήμη είναι σημαντική. Ένα άτομο ίσως φημίζεται για την ευγένεια και τη γενναιοδωρία του. Ένα άλλο άτομο ίσως έχει τη φήμη ότι είναι αναξιόπιστο, ότι εξαπατά και παραβιάζει τις συμφωνίες. Κάποιο άλλο ίσως έχει τη φήμη ότι φέρεται γενναιόδωρα απέναντι σε όσους έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη του, αλλά ότι τιμωρεί ανελέητα όσους το εξαπατούν. Η απλή θεωρία του αμοιβαίου αλτρουισμού αναμένει από τα ζώα κάθε είδους να βασίζουν τη συμπεριφορά τους στην ασυνείδητη ανταπόκριση σε τέτοια χαρακτηριστικά των ομοίων τους. Στις ανθρώπινες κοινωνίες εκμεταλλευόμαστε τη δύναμη της γλώσσας για τη διάδοση της φήμης, συνήθως με τη μορφή κουτσομπολιού. Δεν χρειάζεται να έχει υποστεί κάποιος προσωπικά την άρνηση του X να κεράσει όταν έρθει η σειρά του.
Έχει δαρβινική προέλευση το ηθικό μας αίσθημα;
Εκ πρώτης όψεως, η δαρβινική ιδέα ότι κινητήρια δύναμη της εξέλιξης είναι η φυσική επιλογή φαίνεται ακατάλληλη να εξηγήσει όση καλοσύνη διαθέτουμε, ή τα συναισθήματα ηθικότητας, ευπρέπειας, ενσυναίσθησης και ελέους. Η φυσική επιλογή μπορεί εύκολα να εξηγήσει την πείνα, το φόβο και τον σεξουαλικό πόθο, αφού όλα συμβάλλουν ευθέως στην επιβίωσή μας ή τη διατήρηση των γονιδίων μας. Αλλά τι γίνεται με τον βασανιστικό οίκτο που αισθανόμαστε όταν βλέπουμε ένα ορφανό παιδί να κλαίει, μια ηλικιωμένη χήρα απελπισμένη στη μοναξιά της ή ένα ζώο να βογκά από πόνο; Τι μας κάνει να νιώθουμε την έντονη παρόρμηση να στείλουμε ανώνυμα μια χρηματική συνεισφορά ή ρουχισμό στα θύματα ενός τσουνάμι στην άλλη άκρη του κόσμου, τα οποία δεν θα συναντήσουμε ποτέ και πιθανότατα δεν θα μας ανταποδώσουν τη χάρη; Από πού προέρχεται ο καλός Σαμαρείτης μέσα μας; Μήπως η καλοσύνη δεν είναι ασύμβατη με τη θεωρία του «εγωιστικού γονιδίου»; Όχι. Πρόκειται για συνηθισμένη παρεξήγηση της θεωρίας —μια λυπηρή (και, εκ των υστέρων, προβλέψιμη) παρεξήγηση. Χρειάζεται οπωσδήποτε να τονίσουμε τη σωστή λέξη. Η έμφαση πρέπει να δοθεί στο εγωιστικό γονίδιο, διότι έρχεται σε αντίθεση με τον εγωιστικό οργανισμό, φέρ’ ειπείν, ή με το εγωιστικό είδος. Ας το εξηγήσω.
Σύμφωνα με τη λογική του δαρβινισμού, η μονάδα στην ιεραρχία της ζωής η οποία επιβιώνει και περνά από το φίλτρο της φυσικής επιλογής θα τείνει να είναι εγωιστική. Στον κόσμο επιβιώνουν όσες μονάδες επιτυγχάνουν να επιβιώσουν εις βάρος των ανταγωνιστών τους στο ίδιο με αυτές επίπεδο ιεραρχίας. Τούτο ακριβώς σημαίνει ο όρος «εγωιστικό» εν προκειμένω. Αναδύεται τώρα το ερώτημα: Ποιο είναι το επίπεδο της δράσης; Όλη η ιδέα του εγωιστικού γονιδίου, με τη σωστή έμφαση στη δεύτερη λέξη, έγκειται στο ότι η μονάδα της φυσικής επιλογής (δηλαδή η μονάδα του ίδιου συμφέροντος) δεν συνίσταται στον εγωιστικό οργανισμό ούτε στην εγωιστική ομάδα ή το εγωιστικό είδος ή το εγωιστικό οικοσύστημα, αλλά στο εγωιστικό γονίδιο. Το γονίδιο είναι εκείνο το οποίο, με τη μορφή της πληροφορίας, είτε επιβιώνει επί πολλές γενεές είτε όχι. Αντίθετα με το γονίδιο (και το μιμίδιο, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε), ο οργανισμός, η ομάδα και το είδος δεν αποτελούν τον σωστό τύπο οντότητας που να μπορεί να παίξει το ρόλο μονάδας υπό αυτή την έννοια, διότι δεν παράγουν ακριβή αντίγραφα του εαυτού τους και δεν ανταγωνίζονται σε μια δεξαμενή τέτοιων αυτοαναπαραγόμενων οντοτήτων. Τούτο ακριβώς είναι που κάνουν τα γονίδια, και αυτό αποτελεί την —ουσιαστικά λογική— δικαιολογία για να ξεχωρίσουμε το γονίδιο ως μονάδα «εγωισμού», με την ειδική δαρβινική έννοια του όρου.
Ο πλέον προφανής τρόπος με τον οποίο τα γονίδια εξασφαλίζουν τη δική τους «εγωιστική» επιβίωση σε σχέση με άλλα γονίδια είναι μέσω του προγραμματισμού μεμονωμένων οργανισμών ώστε να είναι εγωιστικοί. Υπάρχουν πράγματι πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες η επιβίωση του μεμονωμένου οργανισμού θα ευνοήσει την επιβίωση των γονιδίων που μεταφέρει μέσα του. Αλλά διαφορετικές περιπτώσεις ευνοούν διαφορετικές τακτικές: κάποιες φορές —όχι ιδιαίτερα σπάνιες— τα γονίδια εξασφαλίζουν τη δική τους εγωιστική επιβίωση επηρεάζοντας τους οργανισμούς ώστε να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά. Τέτοιες περιπτώσεις έχουν πλέον κατανοηθεί αρκετά ικανοποιητικά και εμπίπτουν σε δύο βασικές κατηγορίες. Ένα γονίδιο το οποίο προγραμματίζει μεμονωμένους οργανισμούς ώστε να ευνοούν τα γενετικά συγγενή του είναι στατιστικώς πιθανό να ωφελεί αντίγραφά του. Η συχνότητα ενός τέτοιου γονιδίου στη γονιδιακή δεξαμενή μπορεί να αυξηθεί μέχρις ότου ο αλτρουισμός μεταξύ συγγενών καταστεί ο κανόνας. Η καλοσύνη κάποιου απέναντι στα παιδιά του αποτελεί το πιο προφανές παράδειγμα, αλλά δεν είναι το μόνο. Οι μέλισσες, οι σφήκες, τα μυρμήγκια, οι τερμίτες και, σε μικρότερο βαθμό, ορισμένα σπονδυλωτά όπως οι ποντικοί ασπάλακες, οι σουρικάτες και οι τσικλιτάρες έχουν σχηματίσει μέσω της εξέλιξης κοινωνίες στις οποίες τα μεγαλύτερα νεογνά φροντίζουν τα νεότερα (με τα οποία πιθανώς μοιράζονται τα ίδια υπεύθυνα για τη φροντίδα γονίδια). Γενικά, όπως έδειξε ο αείμνηστος συνάδελφός μου W.D. Hamilton, τα ζώα συνήθως φροντίζουν, υπερασπίζονται, μοιράζονται τους πόρους, προειδοποιούν για τον κίνδυνο ή συμπεριφέρονται με διάφορους τρόπους αλτρουιστικά απέναντι στους στενούς συγγενείς, Λόγω της στατιστικής πιθανότητας οι συγγενείς να φέρουν αντίγραφα των ίδιων γονιδίων.
Ο άλλος κύριος τύπος αλτρουισμού για τον οποίο έχουμε μια καλώς επεξεργασμένη δαρβινική λογική εξήγηση είναι ο αμοιβαίος αλτρουισμός («βάστα με να σε βαστώ»), Η εν λόγω θεωρία, την οποία εισήγαγε αρχικά στην εξελικτική βιολογία ο Robert Trivers και η οποία εκφράζεται συχνά με τη μαθηματική γλώσσα της θεωρίας παιγνίων, δεν εξαρτάται από την κοινότητα γονιδίων. Πράγματι, λειτουργεί εξίσου καλά, ίσως καλύτερα, μεταξύ μελών πολύ διαφορετικών ειδών, οπότε συχνά ονομάζεται συμβίωση. Η ίδια αρχή αποτελεί επίσης τη βάση κάθε εμπορίου και συναλλαγής μεταξύ ανθρώπων. Ο κυνηγός χρειάζεται ένα δόρυ και ο σιδηρουργός θέλει κρέας. Η ασυμμετρία μεσολαβεί για ένα διακανονισμό. Η μέλισσα χρειάζεται νέκταρ και το άνθος χρειάζεται επικονίαση. Τα άνθη δεν μπορούν να πετά-ξουν, έτσι «πληρώνουν» τις μέλισσες με νόμισμα το νέκταρ, για να δανειστούν τα φτερά τους. Τα πουλιά μελισσοδείκτες μπορούν να ανακαλύψουν τις φωλιές των μελισσών, αλλά δεν μπορούν να εισβάλουν σε αυτές. Οι μελλιβόρες (συγγενείς του ασβού) μπορούν να εισβάλουν στις φωλιές των μελισσών, αλλά δεν έχουν φτερά ώστε να τις εντοπίσουν. Έτσι, οι μελισσο-δείκτες οδηγούν τις μελλιβόρες (και μερικές φορές τους ανθρώπους) στο μέλι με ένα ειδικό προκλητικό πέταγμα, το οποίο δεν χρησιμοποιούν για κανέναν άλλο σκοπό. Και οι δύο πλευρές ωφελούνται από τη συναλλαγή. Ένα κομμάτι χρυσού ίσως βρίσκεται κάτω από μια μεγάλη πέτρα, πολύ βαριά για να τη μετακινήσει εκείνος που το ανακαλύπτει. Καταφεύγει λοιπόν στη βοήθεια άλλων, έστω κι αν χρειαστεί να μοιραστεί το χρυσό, διότι χωρίς τη βοήθειά τους δεν θα αποκτούσε τίποτε. Τα ζωικά βασίλεια βρίθουν τέτοιων αμοιβαίων σχέσεων: βούβαλοι και βουφάγοι, σωληνοειδή άνθη και κολιμπρί, επινέφελοι και λαμπρίδες-καθαριστές, αγελάδες και μικροοργανισμοί στο πεπτικό τους σύστημα. Ο αμοιβαίος αλτρουισμός λειτουργεί εξαιτίας ασυμμετριών μεταξύ αναγκών και ικανότητας για την ικανοποίησή τους. Νά γιατί λειτουργεί ιδιαίτερα καλά μεταξύ διαφορετικών ειδών: οι ασυμμετρίες εκεί είναι μεγαλύτερες.
Μεταξύ των ανθρώπων, οι συναλλαγματικές και το χρήμα συνιστούν τρόπους οι οποίοι επιτρέπουν καθυστερήσεις στις συναλλαγές. Τα συναλλασσόμενα μέρη δεν παραδίδουν τα αγαθά ταυτοχρόνως, αλλά μπορούν να χρεώνονται για το μέλλον, ακόμη και να εμπορεύονται το χρέος με άλλους. Εκτός από τους ανθρώπους, κανένα ζώο σε άγρια κατάσταση, απ’ όσο γνωρίζω, δεν διαθέτει το αντίστοιχο του χρήματος. Αλλά η ανάμνηση της ταυτότητας ατόμων παίζει τον ίδιο περίπου ρόλο, αλλά πιο «ανεπίσημα». Οι νυχτερίδες βαμπίρ μαθαίνουν ποια άτομα της κοινωνικής ομάδας τους είναι αξιόπιστα ως προς την πληρωμή των χρεών τους (σε αναμασημένο αίμα) και ποια άτομα εξαπατούν. Η φυσική επιλογή ευνοεί γονίδια τα οποία προδιαθέτουν τα άτομα, σε σχέσεις ασύμμετρων αναγκών και ευκαιριών, να δίνουν όταν μπορούν και να ζητούν ανταπόδοση όταν δεν μπορούν. Ευνοεί επίσης τις τάσεις προς απομνημόνευση των υποχρεώσεων, διατήρηση παραπόνων, αστυνόμευση των σχέσεων ανταλλαγής και τιμωρία όσων εξαπατούν παίρνοντας αλλά όχι δίνοντας όταν έρθει η σειρά τους.
Και τούτο διότι πάντα θα υπάρχουν απατεώνες, και οι ευσταθείς λύσεις των παιγνιοθεωρητικών γρίφων του αμοιβαίου αλτρουισμού πάντοτε περιέχουν ένα στοιχείο τιμωρίας της εξαπάτησης. Η μαθηματική θεωρία επιτρέπει δύο ευρείες κλάσεις ευσταθών λύσεων σε «παίγνια» αυτού του είδους. Η λύση «να είσαι πάντα κακός» είναι ευσταθής κατά το ότι, εάν όλοι οι άλλοι κάνουν το ίδιο, ένα μοναδικό καλό άτομο δεν μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα. Αλλά υπάρχει άλλη μία στρατηγική η οποία φαίνεται επίσης ευσταθής («ευσταθής» σημαίνει ότι, αφότου υπερβεί μια κρίσιμη συχνότητα εντός του πληθυσμού, καμία εναλλακτική λύση δεν είναι καλύτερη). Πρόκειται για τη στρατηγική «να είσαι καλός αρχικά και όχι καχύποπτος απέναντι στους άλλους. Στη συνέχεια, να ανταποδίδεις τις καλές πράξεις με καλές, αλλά να εκδικείσαι τις κακές πράξεις». Στη γλώσσα της θεωρίας παιγνίων, αυτή η στρατηγική (ή η οικογένεια σχετικών στρατηγικών) έχει διάφορα ονόματα, όπως «μία σου και μία μου» ή «αμοιβαιότητας και ανταπόδοσης» ή «ίσου πλήγματος». Είναι ευσταθής από εξελικτική άποψη υπό ορισμένες συνθήκες, με την έννοια ότι, δεδομένου ενός πληθυσμού ο οποίος κυριαρχείται από ανταποδότες, κανένα κακό άτομο και κανένα ανεπιφύλακτα καλό άτομο δεν θα έχει καλύτερη τύχη. Υπάρχουν άλλες, συνθετότερες παραλλαγές τού «μία σου και μία μου», οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν καλύτερα αποτελέσματα.
Έχω αναφέρει τη συγγένεια και την ανταπόδοση ως δίδυμους πυλώνες του αλτρουισμού σε έναν δαρβινικό κόσμο, αλλά υπάρχουν δευτερεύουσες δομές οι οποίες στηρίζονται στους βασικούς αυτούς πυλώνες. Ιδιαίτερα στην ανθρώπινη κοινωνία, με τη γλώσσα και το κουτσομπολιό, η φήμη είναι σημαντική. Ένα άτομο ίσως φημίζεται για την ευγένεια και τη γενναιοδωρία του. Ένα άλλο άτομο ίσως έχει τη φήμη ότι είναι αναξιόπιστο, ότι εξαπατά και παραβιάζει τις συμφωνίες. Κάποιο άλλο ίσως έχει τη φήμη ότι φέρεται γενναιόδωρα απέναντι σε όσους έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη του, αλλά ότι τιμωρεί ανελέητα όσους το εξαπατούν. Η απλή θεωρία του αμοιβαίου αλτρουισμού αναμένει από τα ζώα κάθε είδους να βασίζουν τη συμπεριφορά τους στην ασυνείδητη ανταπόκριση σε τέτοια χαρακτηριστικά των ομοίων τους. Στις ανθρώπινες κοινωνίες εκμεταλλευόμαστε τη δύναμη της γλώσσας για τη διάδοση της φήμης, συνήθως με τη μορφή κουτσομπολιού. Δεν χρειάζεται να έχει υποστεί κάποιος προσωπικά την άρνηση του X να κεράσει όταν έρθει η σειρά του.
Μαθαίνει από τις διαδόσεις ότι ο X είναι «σπαγκοραμμένος», ή —προσθέτοντας μια ειρωνική νότα στο παράδειγμα— ότι ο Ψ είναι τρομερός σπερμολόγος. Η φήμη έχει σημασία, και οι βιολόγοι μπορούν να αναγνωρίσουν μια δαρβινική επιβιωτική αξία όχι απλώς όταν είναι κανείς καλός ανταποδότης, αλλά και όταν καλλιεργεί τη φήμη ότι είναι καλός ανταποδότης. Το βιβλίο The Origins of Virtue (Η καταγωγή της αρετής) του Matt Ridley, εκτός του ότι αποτελεί μια γλαφυρή περιγραφή όλου του τομέα της δαρβινικής ηθικότητας, κρίνεται ιδιαίτερα καλό και όσον αφορά τη φήμη.
Ο νορβηγοαμερικανός οικονομολόγος Thorstein Veblen και, κατά διαφορετικό μάλλον τρόπο, ο ισραηλινός ζωολόγος Amotz Zahavi έχουν προσθέσει μια επιπλέον συναρπαστική ιδέα. Η αλτρουιστική προσφορά ίσως αποτελεί διαφήμιση κυριαρχίας ή ανωτερότητας. Οι ανθρωπολόγοι τη γνωρίζουν ως «φαινόμενο πότλατς», ονομασία προερχόμενη από το έθιμο κάποιων φυλών του βορειοδυτικού Ειρηνικού να ανταγωνίζονται μεταξύ τους επιδιδόμενες σε καταστροφικά υπερπολυτελείς εορτές. Σε ακραίες περιπτώσεις, τέτοιοι ανταποδοτικοί «αγώνες διασκέδασης» συνεχίζονται μέχρις ότου η μία πλευρά να περιπέσει σε πλήρη ένδεια, χωρίς ο νικητής να βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Η έννοια της «επιδεικτικής κατανάλωσης» του Veblen κάτι σημαίνει για πολλούς παρατηρητές της σύγχρονης σκηνής. Η συνεισφορά τού Zahavi, παραγνωρισμένη από τους βιολόγους επί πολλά χρόνια μέχρις ότου επιβεβαιώθηκε με τη βοήθεια λαμπρών μαθηματικών μοντέλων από τον θεωρητικό Alan Grafen, συνίσταται στην εισαγωγή μιας εξελικτικής εκδοχής της ιδέας τού πότλατς. Ο Zahavi μελετά αραβικές τσίχλες, μικρά φαιόχρωμα πτηνά τα οποία ζουν σε κοινωνικές ομάδες και φροντίζουν τα νεογνά τους συνεργατικά. Όπως πολλά μικρά πτηνά, οι τσίχλες κρώζουν προειδοποιητικά και επίσης προσφέρουν τροφή η μία στην άλλη. Μια συνήθης δαρβινική μελέτη τέτοιων αλτρουιστικών ενεργειών θα αναζητούσε, καταρχάς, σχέσεις ανταπόδοσης και συγγένειας μεταξύ των πτηνών. Όταν μια τσίχλα τρέφει σύντροφό της, το κάνει επειδή αναμένει να τραφεί η ίδια αργότερα; Ή μήπως ο αποδέκτης της εύνοιάς της είναι στενός γενετικός συγγενής; Η ερμηνεία τού Zahavi ξαφνιάζει: Οι κυρίαρχες τσίχλες επιβεβαιώνουν την κυριαρχία τους τρέφοντας τις κυριαρχούμενες. Για να χρησιμοποιήσουμε τη μεταφορική γλώσσα στην οποία αρέσκεται ο Zahavi, το κυρίαρχο πτηνό μοιάζει να λέει: «Κοίτα πόσο ανώτερος σου είμαι· έχω τη δυνατότητα να σε τρέφω». Ή «Κοίτα πόσο ανώτερος είμαι· τολμώ να εκθέσω τον εαυτό μου στα γεράκια, καθισμένος σε ένα ψηλό κλαδί, στο ρόλο του φρουρού που θα προειδοποιήσει το υπόλοιπο σμήνος το οποίο τρέφεται στο έδαφος». Οι παρατηρήσεις τού Zahavi και των συνεργατών του στηρίζουν μάλιστα την άποψη ότι οι τσίχλες ανταγωνίζονται έντονα για τον επικίνδυνο ρόλο του φρουρού. Και όταν μια υποδεέστερη τσίχλα επιχειρήσει να προσφέρει τροφή σε κάποια κυρίαρχη, η φαινομενική γενναιοδωρία αποκρούεται βίαια. Η ουσία της ιδέας τού Zahavi είναι ότι η διαφήμιση ανωτερότητας επικυρώνεται από το κόστος της. Μόνο ένα γνησίως ανώτερο άτομο έχει τη δυνατότητα να διαφημίζει το γεγονός με ένα δαπανηρό δώρο. Τα άτομα αγοράζουν την επιτυχία, ως προς την προσέλκυση ερωτικών συντρόφων για παράδειγμα, μέσω δαπανηρών επιδείξεων ανωτερότητας, συμπεριλαμβανομένης της επιδεικτικής γενναιοδωρίας και της ανιδιοτελούς ανάληψης κινδύνων.
Διαθέτουμε τώρα τέσσερις καλούς δαρβινικούς λόγους για να είναι τα άτομα αλτρουιστικά, γενναιόδωρα ή «ηθικά» μεταξύ τους. Πρώτον, υπάρχει η ειδική περίπτωση της γενετικής συγγένειας. Δεύτερον, υπάρχει η ανταπόδοση: το αντίτιμο για μια εκδούλευση, και η εκδούλευση με την «προσδοκία» ανταμοιβής. Ως συνέπεια αυτών υπάρχει, τρίτον, το δαρβινικό όφελος της απόκτησης φήμης για γενναιοδωρία και ευγένεια. Και τέταρτον, εάν ο Zahavi έχει πράγματι δίκιο, υπάρχει το πρόσθετο ιδιαίτερο όφελος της επιδεικτικής γενναιοδωρίας ως τρόπου αγοράς ανόθευτης, αυθεντικής διαφήμισης.
Ρίτσαρντ Ντόκινς, Η περί Θεού αυταπάτη
Ο νορβηγοαμερικανός οικονομολόγος Thorstein Veblen και, κατά διαφορετικό μάλλον τρόπο, ο ισραηλινός ζωολόγος Amotz Zahavi έχουν προσθέσει μια επιπλέον συναρπαστική ιδέα. Η αλτρουιστική προσφορά ίσως αποτελεί διαφήμιση κυριαρχίας ή ανωτερότητας. Οι ανθρωπολόγοι τη γνωρίζουν ως «φαινόμενο πότλατς», ονομασία προερχόμενη από το έθιμο κάποιων φυλών του βορειοδυτικού Ειρηνικού να ανταγωνίζονται μεταξύ τους επιδιδόμενες σε καταστροφικά υπερπολυτελείς εορτές. Σε ακραίες περιπτώσεις, τέτοιοι ανταποδοτικοί «αγώνες διασκέδασης» συνεχίζονται μέχρις ότου η μία πλευρά να περιπέσει σε πλήρη ένδεια, χωρίς ο νικητής να βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Η έννοια της «επιδεικτικής κατανάλωσης» του Veblen κάτι σημαίνει για πολλούς παρατηρητές της σύγχρονης σκηνής. Η συνεισφορά τού Zahavi, παραγνωρισμένη από τους βιολόγους επί πολλά χρόνια μέχρις ότου επιβεβαιώθηκε με τη βοήθεια λαμπρών μαθηματικών μοντέλων από τον θεωρητικό Alan Grafen, συνίσταται στην εισαγωγή μιας εξελικτικής εκδοχής της ιδέας τού πότλατς. Ο Zahavi μελετά αραβικές τσίχλες, μικρά φαιόχρωμα πτηνά τα οποία ζουν σε κοινωνικές ομάδες και φροντίζουν τα νεογνά τους συνεργατικά. Όπως πολλά μικρά πτηνά, οι τσίχλες κρώζουν προειδοποιητικά και επίσης προσφέρουν τροφή η μία στην άλλη. Μια συνήθης δαρβινική μελέτη τέτοιων αλτρουιστικών ενεργειών θα αναζητούσε, καταρχάς, σχέσεις ανταπόδοσης και συγγένειας μεταξύ των πτηνών. Όταν μια τσίχλα τρέφει σύντροφό της, το κάνει επειδή αναμένει να τραφεί η ίδια αργότερα; Ή μήπως ο αποδέκτης της εύνοιάς της είναι στενός γενετικός συγγενής; Η ερμηνεία τού Zahavi ξαφνιάζει: Οι κυρίαρχες τσίχλες επιβεβαιώνουν την κυριαρχία τους τρέφοντας τις κυριαρχούμενες. Για να χρησιμοποιήσουμε τη μεταφορική γλώσσα στην οποία αρέσκεται ο Zahavi, το κυρίαρχο πτηνό μοιάζει να λέει: «Κοίτα πόσο ανώτερος σου είμαι· έχω τη δυνατότητα να σε τρέφω». Ή «Κοίτα πόσο ανώτερος είμαι· τολμώ να εκθέσω τον εαυτό μου στα γεράκια, καθισμένος σε ένα ψηλό κλαδί, στο ρόλο του φρουρού που θα προειδοποιήσει το υπόλοιπο σμήνος το οποίο τρέφεται στο έδαφος». Οι παρατηρήσεις τού Zahavi και των συνεργατών του στηρίζουν μάλιστα την άποψη ότι οι τσίχλες ανταγωνίζονται έντονα για τον επικίνδυνο ρόλο του φρουρού. Και όταν μια υποδεέστερη τσίχλα επιχειρήσει να προσφέρει τροφή σε κάποια κυρίαρχη, η φαινομενική γενναιοδωρία αποκρούεται βίαια. Η ουσία της ιδέας τού Zahavi είναι ότι η διαφήμιση ανωτερότητας επικυρώνεται από το κόστος της. Μόνο ένα γνησίως ανώτερο άτομο έχει τη δυνατότητα να διαφημίζει το γεγονός με ένα δαπανηρό δώρο. Τα άτομα αγοράζουν την επιτυχία, ως προς την προσέλκυση ερωτικών συντρόφων για παράδειγμα, μέσω δαπανηρών επιδείξεων ανωτερότητας, συμπεριλαμβανομένης της επιδεικτικής γενναιοδωρίας και της ανιδιοτελούς ανάληψης κινδύνων.
Διαθέτουμε τώρα τέσσερις καλούς δαρβινικούς λόγους για να είναι τα άτομα αλτρουιστικά, γενναιόδωρα ή «ηθικά» μεταξύ τους. Πρώτον, υπάρχει η ειδική περίπτωση της γενετικής συγγένειας. Δεύτερον, υπάρχει η ανταπόδοση: το αντίτιμο για μια εκδούλευση, και η εκδούλευση με την «προσδοκία» ανταμοιβής. Ως συνέπεια αυτών υπάρχει, τρίτον, το δαρβινικό όφελος της απόκτησης φήμης για γενναιοδωρία και ευγένεια. Και τέταρτον, εάν ο Zahavi έχει πράγματι δίκιο, υπάρχει το πρόσθετο ιδιαίτερο όφελος της επιδεικτικής γενναιοδωρίας ως τρόπου αγοράς ανόθευτης, αυθεντικής διαφήμισης.
Ρίτσαρντ Ντόκινς, Η περί Θεού αυταπάτη
Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της
9. Αναγέννηση και αρχαία Ελληνική τέχνη
Το τέλος της Αρχαιότητας δεν σήμαινε και την εξαφάνισή της. Ο αρχαίος πολιτισμός, τόσο ως γραπτή παράδοση όσο και ως καλλιτεχνική δημιουργία, επρόκειτο να διανύσει μια νέα διαδρομή με πολλές κλασικές αναβιώσεις, που θα επηρέαζαν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, από την Αναγέννηση κυρίως ως τις μέρες μας, με διάφορους τρόπους και με διαφορετική ένταση κατά εποχές.
Η πιο σημαντική αναβίωση της κλασικής Αρχαιότητας γίνεται στην Αναγέννηση (Rinascimento, Renaissance). Τον όρο Rinascita χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο ιστορικός βιογράφος καλλιτεχνών Τζόρτζιο Βαζάρι στα μέσα του 16ου αιώνα, για να περιγράψει την καθολική ανανέωση της ζωής, των γραμμάτων και των τεχνών μετά τον Μεσαίωνα, μετά το διάστημα δηλαδή που μεσολάβησε ανάμεσα στην Αρχαιότητα και τον 15ο αιώνα. Η Αναγέννηση ξεκινά τον 15ο αιώνα (το λεγόμενο Quattrocento) από την Ιταλία, εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη (Γαλλία, Γερμανία, Κάτω Χώρες, Ισπανία) και διαρκεί ως τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα (του Cinquecento). Εμφανίζεται καταρχήν στη Φλωρεντία, στην αυλή των Μεδίκων, όπου τον 15ο αιώνα εργάζεται μεγάλος αριθμός σπουδαίων καλλιτεχνών. Τον 16ο αιώνα το κέντρο μεταφέρεται στη Ρώμη, που σαν μια άλλη κλασική Αθήνα συγκεντρώνει όλους τους μεγάλους δημιουργούς της εποχής: Λεονάρντο, Μπραμάντε, Μιχαήλ Άγγελο, Ραφαήλ κ.ά., καθώς προσφέρει μεγάλες ευκαιρίες για καλλιτεχνική ανάπτυξη και κοινωνική άνοδο. Κάθε πνευματική δημιουργία, αλλά κυρίως η τέχνη γνωρίζει τέτοια άνθηση που δεν την είχε ξαναζήσει ως τότε ο κόσμος. Η παπική εξουσία με αυξημένο γόητρο θα χρησιμοποιήσει την τέχνη για τους σκοπούς της. Στη Ρώμη κυρίως οι καλλιτέχνες έρχονται σε άμεση επαφή με τα ίδια τα έργα τέχνης στο πρωτότυπο. Οι ανασκαφές φέρνουν στο φως σπουδαία αγάλματα, που θα επηρεάσουν καθοριστικά την πλαστική αντίληψη της Αναγέννησης και δημιουργούνται οι πρώτες αρχαιολογικές συλλογές από πάπες, ηγεμόνες, πατρικίους και καλλιτέχνες.
Αν πρέπει να χαρακτηρίσουμε με μια λέξη την εποχή της Αναγέννησης, θα τη λέγαμε αισιόδοξη, για την πίστη των ανθρώπων στην αξία και τις δυνατότητες του ανθρώπινου νου, για την αυτοπεποίθηση που δίνει ο πλούτος και η οικονομική ευμάρεια, ιδιαίτερα αισθητή κατά τον 15ο αιώνα. Στην Αναγέννηση το κέντρο βάρους είναι ο άνθρωπος. Ήταν, επομένως, φυσικό οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης να στραφούν στην αρχαία τέχνη, τέχνη κατεξοχήν ανθρωποκεντρική. Το κλασικό ιδεώδες του καλοῦ κἀγαθοῦ, οι κλασικοί κανόνες αναλογιών, οι ζυγισμένες συνθέσεις που σχετίζονται με τη μελέτη και την επίδραση των αρχαίων προτύπων, μεταφράζονται στην Αναγέννηση ως bellezza (ορισμός του κάλλους, της εξιδανίκευσης) και θα αποτελέσουν θεμελιακή αρχή της δυτικοευρωπαϊκής τέχνης.
Η ανανέωση της τέχνης στην Αναγέννηση ερμηνεύθηκε στον 19ο αιώνα ως αναγέννηση της τέχνης της ελληνικής Αρχαιότητας. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια νέα αρχή, με πολύ έντονη την επίδραση της αρχαίας τέχνης. Η τέχνη της Αναγέννησης αισθανόταν ελεύθερη απέναντι στο παρελθόν και στην Αρχαιότητα, και η σχέση των δύο δεν ήταν ποτέ απλή.
Η σχέση μιας νεότερης δημιουργίας με αναφορά στην Αρχαιότητα μπορεί να έχει διάφορες μορφές: μπορεί να αφορά την επιλογή του θέματος (π.χ. μυθολογικό, ιστορικό), το οποίο ο καλλιτέχνης γνωρίζει είτε απευθείας από αρχαία κείμενα (π.χ. τον Όμηρο), είτε από μεταγενέστερες πηγές (π.χ. τον Πλίνιο, τον Βιργίλιο, τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου), ή ακόμη αργότερα από κείμενα όπως η Εικονολογία του Τσέζαρε Ρίπα (1560-1625), μια συλλογή αλληγοριών με μεγάλη επίδραση στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική του μανιερισμού. Στην περίπτωση αυτή μύθοι ή και μορφές της Αρχαιότητας αποδίδονται και προσαρμόζονται τις περισσότερες φορές στο στιλ της νεότερης εποχής, αποκτούν ηθικοπλαστική σημασία, συμβολισμούς και γίνονται φορείς μηνυμάτων, ακόμη και προπαγάνδας.
Η νεότερη δημιουργία, μια ολόκληρη σκηνή ενός πίνακα, ένα γλυπτό, μια μορφή ή ένα μοτίβο, μπορεί, εκτός από το θέμα, να σχετίζεται με κάποιο συγκεκριμένο αρχαίο πρότυπο. Ο καλλιτέχνης μπορεί να επιζητεί μια πιστή αντιγραφή ενός αρχαίου έργου, συνήθως όμως αντιμετωπίζει την αρχαία τέχνη σαν μια δεξαμενή τύπων, μορφών και λύσεων, από όπου μπορεί να αντλήσει υλικό για τη δική του δημιουργία. Πολλοί καλλιτέχνες, π.χ., όταν θέλουν να παρουσιάσουν σύγχρονα θέματα ή πορτρέτα ηγεμόνων, δανείζονται τύπους, στάσεις, συνθέσεις από αρχαία έργα, παραλλαγμένα σε διάφορους βαθμούς. Άλλοι καλλιτέχνες δεν εμπνέονται από ένα συγκεκριμένο αρχαίο έργο, αλλά υιοθετούν ένα κλασικιστικό ύφος που δίνει στο έργο τους την εμφάνιση κλασικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις τούς ενδιαφέρει να μεταδώσουν μιαν αρχαιοπρεπή αίσθηση, να αναπλάσουν την εντύπωση του κλασικού.
Παρόμοιες τάσεις συναντούμε και στις διακοσμητικές τέχνες, όπου καθοριστική υπήρξε στο τέλος του 15ου αιώνα η ανακάλυψη των διακοσμήσεων της οροφής της Domus Aurea, του Χρυσού Οίκου στον λόφο Oppius της Ρώμης· πρόκειται για το ανάκτορο που έκτισε ο Νέρων το 64-68 μ.Χ. Στις τοιχογραφίες αυτές επικρατούν πλούσια φυτικά θέματα, έλικες, σπείρες, άκανθοι, αλλά και φτερωτές μορφές, Σειρήνες, Κένταυροι κ.ά., καθώς και λίγες μυθολογικές σκηνές που αποδίδονται συνοπτικά σαν σκιαγραφίες. Οι τοιχογραφίες αυτές δημιούργησαν μια τεχνοτροπία που έγινε γνωστή ως γκροτέσκο (από τη λέξη grotta "σπηλιά", διακόσμηση σπηλαίων) και που διαδόθηκε ευρύτατα σε όλη την Ευρώπη.
Το τέλος της Αρχαιότητας δεν σήμαινε και την εξαφάνισή της. Ο αρχαίος πολιτισμός, τόσο ως γραπτή παράδοση όσο και ως καλλιτεχνική δημιουργία, επρόκειτο να διανύσει μια νέα διαδρομή με πολλές κλασικές αναβιώσεις, που θα επηρέαζαν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, από την Αναγέννηση κυρίως ως τις μέρες μας, με διάφορους τρόπους και με διαφορετική ένταση κατά εποχές.
Η πιο σημαντική αναβίωση της κλασικής Αρχαιότητας γίνεται στην Αναγέννηση (Rinascimento, Renaissance). Τον όρο Rinascita χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο ιστορικός βιογράφος καλλιτεχνών Τζόρτζιο Βαζάρι στα μέσα του 16ου αιώνα, για να περιγράψει την καθολική ανανέωση της ζωής, των γραμμάτων και των τεχνών μετά τον Μεσαίωνα, μετά το διάστημα δηλαδή που μεσολάβησε ανάμεσα στην Αρχαιότητα και τον 15ο αιώνα. Η Αναγέννηση ξεκινά τον 15ο αιώνα (το λεγόμενο Quattrocento) από την Ιταλία, εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη (Γαλλία, Γερμανία, Κάτω Χώρες, Ισπανία) και διαρκεί ως τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα (του Cinquecento). Εμφανίζεται καταρχήν στη Φλωρεντία, στην αυλή των Μεδίκων, όπου τον 15ο αιώνα εργάζεται μεγάλος αριθμός σπουδαίων καλλιτεχνών. Τον 16ο αιώνα το κέντρο μεταφέρεται στη Ρώμη, που σαν μια άλλη κλασική Αθήνα συγκεντρώνει όλους τους μεγάλους δημιουργούς της εποχής: Λεονάρντο, Μπραμάντε, Μιχαήλ Άγγελο, Ραφαήλ κ.ά., καθώς προσφέρει μεγάλες ευκαιρίες για καλλιτεχνική ανάπτυξη και κοινωνική άνοδο. Κάθε πνευματική δημιουργία, αλλά κυρίως η τέχνη γνωρίζει τέτοια άνθηση που δεν την είχε ξαναζήσει ως τότε ο κόσμος. Η παπική εξουσία με αυξημένο γόητρο θα χρησιμοποιήσει την τέχνη για τους σκοπούς της. Στη Ρώμη κυρίως οι καλλιτέχνες έρχονται σε άμεση επαφή με τα ίδια τα έργα τέχνης στο πρωτότυπο. Οι ανασκαφές φέρνουν στο φως σπουδαία αγάλματα, που θα επηρεάσουν καθοριστικά την πλαστική αντίληψη της Αναγέννησης και δημιουργούνται οι πρώτες αρχαιολογικές συλλογές από πάπες, ηγεμόνες, πατρικίους και καλλιτέχνες.
Αν πρέπει να χαρακτηρίσουμε με μια λέξη την εποχή της Αναγέννησης, θα τη λέγαμε αισιόδοξη, για την πίστη των ανθρώπων στην αξία και τις δυνατότητες του ανθρώπινου νου, για την αυτοπεποίθηση που δίνει ο πλούτος και η οικονομική ευμάρεια, ιδιαίτερα αισθητή κατά τον 15ο αιώνα. Στην Αναγέννηση το κέντρο βάρους είναι ο άνθρωπος. Ήταν, επομένως, φυσικό οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης να στραφούν στην αρχαία τέχνη, τέχνη κατεξοχήν ανθρωποκεντρική. Το κλασικό ιδεώδες του καλοῦ κἀγαθοῦ, οι κλασικοί κανόνες αναλογιών, οι ζυγισμένες συνθέσεις που σχετίζονται με τη μελέτη και την επίδραση των αρχαίων προτύπων, μεταφράζονται στην Αναγέννηση ως bellezza (ορισμός του κάλλους, της εξιδανίκευσης) και θα αποτελέσουν θεμελιακή αρχή της δυτικοευρωπαϊκής τέχνης.
Η ανανέωση της τέχνης στην Αναγέννηση ερμηνεύθηκε στον 19ο αιώνα ως αναγέννηση της τέχνης της ελληνικής Αρχαιότητας. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια νέα αρχή, με πολύ έντονη την επίδραση της αρχαίας τέχνης. Η τέχνη της Αναγέννησης αισθανόταν ελεύθερη απέναντι στο παρελθόν και στην Αρχαιότητα, και η σχέση των δύο δεν ήταν ποτέ απλή.
Η σχέση μιας νεότερης δημιουργίας με αναφορά στην Αρχαιότητα μπορεί να έχει διάφορες μορφές: μπορεί να αφορά την επιλογή του θέματος (π.χ. μυθολογικό, ιστορικό), το οποίο ο καλλιτέχνης γνωρίζει είτε απευθείας από αρχαία κείμενα (π.χ. τον Όμηρο), είτε από μεταγενέστερες πηγές (π.χ. τον Πλίνιο, τον Βιργίλιο, τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου), ή ακόμη αργότερα από κείμενα όπως η Εικονολογία του Τσέζαρε Ρίπα (1560-1625), μια συλλογή αλληγοριών με μεγάλη επίδραση στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική του μανιερισμού. Στην περίπτωση αυτή μύθοι ή και μορφές της Αρχαιότητας αποδίδονται και προσαρμόζονται τις περισσότερες φορές στο στιλ της νεότερης εποχής, αποκτούν ηθικοπλαστική σημασία, συμβολισμούς και γίνονται φορείς μηνυμάτων, ακόμη και προπαγάνδας.
Η νεότερη δημιουργία, μια ολόκληρη σκηνή ενός πίνακα, ένα γλυπτό, μια μορφή ή ένα μοτίβο, μπορεί, εκτός από το θέμα, να σχετίζεται με κάποιο συγκεκριμένο αρχαίο πρότυπο. Ο καλλιτέχνης μπορεί να επιζητεί μια πιστή αντιγραφή ενός αρχαίου έργου, συνήθως όμως αντιμετωπίζει την αρχαία τέχνη σαν μια δεξαμενή τύπων, μορφών και λύσεων, από όπου μπορεί να αντλήσει υλικό για τη δική του δημιουργία. Πολλοί καλλιτέχνες, π.χ., όταν θέλουν να παρουσιάσουν σύγχρονα θέματα ή πορτρέτα ηγεμόνων, δανείζονται τύπους, στάσεις, συνθέσεις από αρχαία έργα, παραλλαγμένα σε διάφορους βαθμούς. Άλλοι καλλιτέχνες δεν εμπνέονται από ένα συγκεκριμένο αρχαίο έργο, αλλά υιοθετούν ένα κλασικιστικό ύφος που δίνει στο έργο τους την εμφάνιση κλασικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις τούς ενδιαφέρει να μεταδώσουν μιαν αρχαιοπρεπή αίσθηση, να αναπλάσουν την εντύπωση του κλασικού.
Παρόμοιες τάσεις συναντούμε και στις διακοσμητικές τέχνες, όπου καθοριστική υπήρξε στο τέλος του 15ου αιώνα η ανακάλυψη των διακοσμήσεων της οροφής της Domus Aurea, του Χρυσού Οίκου στον λόφο Oppius της Ρώμης· πρόκειται για το ανάκτορο που έκτισε ο Νέρων το 64-68 μ.Χ. Στις τοιχογραφίες αυτές επικρατούν πλούσια φυτικά θέματα, έλικες, σπείρες, άκανθοι, αλλά και φτερωτές μορφές, Σειρήνες, Κένταυροι κ.ά., καθώς και λίγες μυθολογικές σκηνές που αποδίδονται συνοπτικά σαν σκιαγραφίες. Οι τοιχογραφίες αυτές δημιούργησαν μια τεχνοτροπία που έγινε γνωστή ως γκροτέσκο (από τη λέξη grotta "σπηλιά", διακόσμηση σπηλαίων) και που διαδόθηκε ευρύτατα σε όλη την Ευρώπη.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ
ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1104b3–1105a16
ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1104b3–1105a16
(ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1103a14–1107a26: Η ἠθική αρετή) Πώς διαπιστώνεται η απόκτηση κάποιας αρετής; – Η αρετή βρίσκεται σε άμεση σχέση με την ευχαρίστηση ή τη δυσαρέσκεια που προκαλεί μια πράξη
Σημεῖον
δὲ δεῖ ποιεῖσθαι τῶν ἕξεων τὴν ἐπιγινομένην ἡδονὴν ἢ λύ-
(5) πην τοῖς ἔργοις· ὁ μὲν γὰρ ἀπεχόμενος τῶν σωματικῶν
ἡδονῶν καὶ αὐτῷ τούτῳ χαίρων σώφρων, ὁ δ’ ἀχθόμενος
ἀκόλαστος, καὶ ὁ μὲν ὑπομένων τὰ δεινὰ καὶ χαίρων ἢ
μὴ λυπούμενός γε ἀνδρεῖος, ὁ δὲ λυπούμενος δειλός. περὶ
ἡδονὰς γὰρ καὶ λύπας ἐστὶν ἡ ἠθικὴ ἀρετή· διὰ μὲν γὰρ
(10) τὴν ἡδονὴν τὰ φαῦλα πράττομεν, διὰ δὲ τὴν λύπην τῶν
καλῶν ἀπεχόμεθα. διὸ δεῖ ἦχθαί πως εὐθὺς ἐκ νέων, ὡς
ὁ Πλάτων φησίν, ὥστε χαίρειν τε καὶ λυπεῖσθαι οἷς δεῖ·
ἡ γὰρ ὀρθὴ παιδεία αὕτη ἐστίν. ἔτι δ’ εἰ αἱ ἀρεταί εἰσι περὶ
πράξεις καὶ πάθη, παντὶ δὲ πάθει καὶ πάσῃ πράξει ἕπε-
(15) ται ἡδονὴ καὶ λύπη, καὶ διὰ τοῦτ’ ἂν εἴη ἡ ἀρετὴ περὶ
ἡδονὰς καὶ λύπας. μηνύουσι δὲ καὶ αἱ κολάσεις γινόμε-
ναι διὰ τούτων· ἰατρεῖαι γάρ τινές εἰσιν, αἱ δὲ ἰατρεῖαι
διὰ τῶν ἐναντίων πεφύκασι γίνεσθαι. ἔτι, ὡς καὶ πρώην
εἴπομεν, πᾶσα ψυχῆς ἕξις, ὑφ’ οἵων πέφυκε γίνεσθαι
(20) χείρων καὶ βελτίων, πρὸς ταῦτα καὶ περὶ ταῦτα τὴν φύ-
σιν ἔχει· δι’ ἡδονὰς δὲ καὶ λύπας φαῦλοι γίνονται, τῷ
διώκειν ταύτας καὶ φεύγειν, ἢ ἃς μὴ δεῖ ἢ ὅτε οὐ δεῖ ἢ
ὡς οὐ δεῖ ἢ ὁσαχῶς ἄλλως ὑπὸ τοῦ λόγου διορίζεται τὰ
τοιαῦτα. διὸ καὶ ὁρίζονται τὰς ἀρετὰς ἀπαθείας τινὰς
(25) καὶ ἠρεμίας· οὐκ εὖ δέ, ὅτι ἁπλῶς λέγουσιν, ἀλλ’ οὐχ
ὡς δεῖ καὶ ὡς οὐ δεῖ καὶ ὅτε, καὶ ὅσα ἄλλα προστίθεται.
ὑπόκειται ἄρα ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ τοιαύτη περὶ ἡδονὰς καὶ
λύπας τῶν βελτίστων πρακτική, ἡ δὲ κακία τοὐναντίον.
γένοιτο δ’ ἂν ἡμῖν καὶ ἐκ τούτων φανερὸν ὅτι περὶ τῶν
(30) αὐτῶν. τριῶν γὰρ ὄντων τῶν εἰς τὰς αἱρέσεις καὶ τριῶν
τῶν εἰς τὰς φυγάς, καλοῦ συμφέροντος ἡδέος, καὶ [τριῶν]
τῶν ἐναντίων, αἰσχροῦ βλαβεροῦ λυπηροῦ, περὶ ταῦτα
μὲν πάντα ὁ ἀγαθὸς κατορθωτικός ἐστιν ὁ δὲ κακὸς ἁμαρ-
τητικός, μάλιστα δὲ περὶ τὴν ἡδονήν· κοινή τε γὰρ αὕτη
(35) τοῖς ζῴοις, καὶ πᾶσι τοῖς ὑπὸ τὴν αἵρεσιν παρακολουθεῖ·
[1105a] καὶ γὰρ τὸ καλὸν καὶ τὸ συμφέρον ἡδὺ φαίνεται. ἔτι
δ’ ἐκ νηπίου πᾶσιν ἡμῖν συντέθραπται· διὸ χαλεπὸν ἀπο-
τρίψασθαι τοῦτο τὸ πάθος ἐγκεχρωσμένον τῷ βίῳ. κα-
νονίζομεν δὲ καὶ τὰς πράξεις, οἳ μὲν μᾶλλον οἳ δ’ ἧττον,
(5) ἡδονῇ καὶ λύπῃ. διὰ τοῦτ’ οὖν ἀναγκαῖον εἶναι περὶ ταῦτα
τὴν πᾶσαν πραγματείαν· οὐ γὰρ μικρὸν εἰς τὰς πράξεις
εὖ ἢ κακῶς χαίρειν καὶ λυπεῖσθαι. ἔτι δὲ χαλεπώτερον
ἡδονῇ μάχεσθαι ἢ θυμῷ, καθάπερ φησὶν Ἡράκλειτος, περὶ
δὲ τὸ χαλεπώτερον ἀεὶ καὶ τέχνη γίνεται καὶ ἀρετή·
(10) καὶ γὰρ τὸ εὖ βέλτιον ἐν τούτῳ. ὥστε καὶ διὰ τοῦτο περὶ
ἡδονὰς καὶ λύπας πᾶσα ἡ πραγματεία καὶ τῇ ἀρετῇ καὶ
τῇ πολιτικῇ· ὁ μὲν γὰρ εὖ τούτοις χρώμενος ἀγαθὸς ἔσται,
ὁ δὲ κακῶς κακός. ὅτι μὲν οὖν ἐστὶν ἡ ἀρετὴ περὶ ἡδονὰς
καὶ λύπας, καὶ ὅτι ἐξ ὧν γίνεται, ὑπὸ τούτων καὶ αὔξε-
(15) ται καὶ φθείρεται μὴ ὡσαύτως γινομένων, καὶ ὅτι ἐξ ὧν
ἐγένετο, περὶ ταῦτα καὶ ἐνεργεῖ, εἰρήσθω.
Σημεῖον
δὲ δεῖ ποιεῖσθαι τῶν ἕξεων τὴν ἐπιγινομένην ἡδονὴν ἢ λύ-
(5) πην τοῖς ἔργοις· ὁ μὲν γὰρ ἀπεχόμενος τῶν σωματικῶν
ἡδονῶν καὶ αὐτῷ τούτῳ χαίρων σώφρων, ὁ δ’ ἀχθόμενος
ἀκόλαστος, καὶ ὁ μὲν ὑπομένων τὰ δεινὰ καὶ χαίρων ἢ
μὴ λυπούμενός γε ἀνδρεῖος, ὁ δὲ λυπούμενος δειλός. περὶ
ἡδονὰς γὰρ καὶ λύπας ἐστὶν ἡ ἠθικὴ ἀρετή· διὰ μὲν γὰρ
(10) τὴν ἡδονὴν τὰ φαῦλα πράττομεν, διὰ δὲ τὴν λύπην τῶν
καλῶν ἀπεχόμεθα. διὸ δεῖ ἦχθαί πως εὐθὺς ἐκ νέων, ὡς
ὁ Πλάτων φησίν, ὥστε χαίρειν τε καὶ λυπεῖσθαι οἷς δεῖ·
ἡ γὰρ ὀρθὴ παιδεία αὕτη ἐστίν. ἔτι δ’ εἰ αἱ ἀρεταί εἰσι περὶ
πράξεις καὶ πάθη, παντὶ δὲ πάθει καὶ πάσῃ πράξει ἕπε-
(15) ται ἡδονὴ καὶ λύπη, καὶ διὰ τοῦτ’ ἂν εἴη ἡ ἀρετὴ περὶ
ἡδονὰς καὶ λύπας. μηνύουσι δὲ καὶ αἱ κολάσεις γινόμε-
ναι διὰ τούτων· ἰατρεῖαι γάρ τινές εἰσιν, αἱ δὲ ἰατρεῖαι
διὰ τῶν ἐναντίων πεφύκασι γίνεσθαι. ἔτι, ὡς καὶ πρώην
εἴπομεν, πᾶσα ψυχῆς ἕξις, ὑφ’ οἵων πέφυκε γίνεσθαι
(20) χείρων καὶ βελτίων, πρὸς ταῦτα καὶ περὶ ταῦτα τὴν φύ-
σιν ἔχει· δι’ ἡδονὰς δὲ καὶ λύπας φαῦλοι γίνονται, τῷ
διώκειν ταύτας καὶ φεύγειν, ἢ ἃς μὴ δεῖ ἢ ὅτε οὐ δεῖ ἢ
ὡς οὐ δεῖ ἢ ὁσαχῶς ἄλλως ὑπὸ τοῦ λόγου διορίζεται τὰ
τοιαῦτα. διὸ καὶ ὁρίζονται τὰς ἀρετὰς ἀπαθείας τινὰς
(25) καὶ ἠρεμίας· οὐκ εὖ δέ, ὅτι ἁπλῶς λέγουσιν, ἀλλ’ οὐχ
ὡς δεῖ καὶ ὡς οὐ δεῖ καὶ ὅτε, καὶ ὅσα ἄλλα προστίθεται.
ὑπόκειται ἄρα ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ τοιαύτη περὶ ἡδονὰς καὶ
λύπας τῶν βελτίστων πρακτική, ἡ δὲ κακία τοὐναντίον.
γένοιτο δ’ ἂν ἡμῖν καὶ ἐκ τούτων φανερὸν ὅτι περὶ τῶν
(30) αὐτῶν. τριῶν γὰρ ὄντων τῶν εἰς τὰς αἱρέσεις καὶ τριῶν
τῶν εἰς τὰς φυγάς, καλοῦ συμφέροντος ἡδέος, καὶ [τριῶν]
τῶν ἐναντίων, αἰσχροῦ βλαβεροῦ λυπηροῦ, περὶ ταῦτα
μὲν πάντα ὁ ἀγαθὸς κατορθωτικός ἐστιν ὁ δὲ κακὸς ἁμαρ-
τητικός, μάλιστα δὲ περὶ τὴν ἡδονήν· κοινή τε γὰρ αὕτη
(35) τοῖς ζῴοις, καὶ πᾶσι τοῖς ὑπὸ τὴν αἵρεσιν παρακολουθεῖ·
[1105a] καὶ γὰρ τὸ καλὸν καὶ τὸ συμφέρον ἡδὺ φαίνεται. ἔτι
δ’ ἐκ νηπίου πᾶσιν ἡμῖν συντέθραπται· διὸ χαλεπὸν ἀπο-
τρίψασθαι τοῦτο τὸ πάθος ἐγκεχρωσμένον τῷ βίῳ. κα-
νονίζομεν δὲ καὶ τὰς πράξεις, οἳ μὲν μᾶλλον οἳ δ’ ἧττον,
(5) ἡδονῇ καὶ λύπῃ. διὰ τοῦτ’ οὖν ἀναγκαῖον εἶναι περὶ ταῦτα
τὴν πᾶσαν πραγματείαν· οὐ γὰρ μικρὸν εἰς τὰς πράξεις
εὖ ἢ κακῶς χαίρειν καὶ λυπεῖσθαι. ἔτι δὲ χαλεπώτερον
ἡδονῇ μάχεσθαι ἢ θυμῷ, καθάπερ φησὶν Ἡράκλειτος, περὶ
δὲ τὸ χαλεπώτερον ἀεὶ καὶ τέχνη γίνεται καὶ ἀρετή·
(10) καὶ γὰρ τὸ εὖ βέλτιον ἐν τούτῳ. ὥστε καὶ διὰ τοῦτο περὶ
ἡδονὰς καὶ λύπας πᾶσα ἡ πραγματεία καὶ τῇ ἀρετῇ καὶ
τῇ πολιτικῇ· ὁ μὲν γὰρ εὖ τούτοις χρώμενος ἀγαθὸς ἔσται,
ὁ δὲ κακῶς κακός. ὅτι μὲν οὖν ἐστὶν ἡ ἀρετὴ περὶ ἡδονὰς
καὶ λύπας, καὶ ὅτι ἐξ ὧν γίνεται, ὑπὸ τούτων καὶ αὔξε-
(15) ται καὶ φθείρεται μὴ ὡσαύτως γινομένων, καὶ ὅτι ἐξ ὧν
ἐγένετο, περὶ ταῦτα καὶ ἐνεργεῖ, εἰρήσθω.
***
Η ηδονή και η λύπη, αι παρομαρτούσαι εις τας πράξεις μας, είναι τεκμήριον των ψυχικών καταστάσεών μας, (5) διότι, όστις απέχει από τας σωματικάς ηδονάς και χαίρει διά τούτο, είναι σώφρων, όστις όμως λυπείται, είναι ακόλαστος. Ομοίως, όστις υπομένει τους κινδύνους και ευχαριστείται δι' αυτό, είναι ανδρείος, όστις δε λυπείται είναι δειλός. Διότι η ηθική αρετή περιστρέφεται περί τας ηδονάς και τας λύπας. (10) Διότι χάριν της ηδονής εκτελούμεν τας ποταπάς πράξεις, ένεκα δε της λύπης απέχομεν από τας καλάς. Διά τούτο, καθώς λέγει ο Πλάτων, πρέπει να λαμβάνη κανείς από την νεαράν ηλικίαν του τοιαύτην αγωγήν, ώστε να χαίρη και να λυπήται δι' όσα πρέπει, διότι αυτή είναι ορθή εκπαίδευσις.
Πλην τούτου, δεδομένου ότι αι αρεταί περιστρέφονται περί τας πράξεις και τα παθήματα και ότι εις κάθε πάθημα και κάθε πράξιν παρομαρτεί (15) ηδονή ή λύπη, και δι' αυτόν ακόμη τον λόγον ίσως η αρετή να περιστρέφεται περί τας ηδονάς και τας λύπας. Τούτο διαπιστώνουν και αι τιμωρίαι, αι οποίαι γίνονται δι' αυτών, διότι είναι και αυταί είδος θεραπευτικών μέσων, η δε θεραπεία ενός κακού προέρχεται συνήθως εξ εκείνου, το οποίον του είναι αντίθετον. Ομοίως πάσα ψυχική κατάστασις κινείται εκ φύσεως, ως είπαμεν και ανωτέρω, (20) εκτός εκείνου ή πέριξ εκείνου, το οποίον δύναται να την βελτιώση ή να την χειροτερεύση. Δηλαδή μερικοί άνθρωποι γίνονται ποταποί λόγω των ηδονών και των οδυνών, εφ' όσον τας επιδιώκουν ή τας αποφεύγουν ή, εφ' όσον επιδιώκουν ό,τι οφείλουν ν' αποφύγουν, ή πράττουν τούτο, όταν δεν πρέπη ή ουχί καθώς πρέπει και όσα προστίθενται εις τανωτέρω. Διά τούτο ορίζουν τινές τας αρετάς ως καταστάσεις απαθείας (25) ή ηρεμίας (αταραξίας). Αλλά τούτο δεν είναι ορθόν, διότι ομιλούν απολύτως, εφ' όσον παραλείπουν να είπουν πώς και υπό ποίας συνθήκας πρέπει κανείς να ενεργή ή όχι, και αφίνουν κατά μέρος όλους τους άλλους σχετικούς προσδιορισμούς. Όθεν παραδεχόμεθα ως αρχήν το ότι, όσον αφορά τας ηδονάς και τας λύπας, αρετή είναι η ικανότης τού να εκτελούμεν πράξεις αγαθάς, κακία δε το αντίθετον.
Τούτο διακριβούται περισσότερον εκ των επομένων. (30) Δοθέντος ότι τρία είναι ταντικείμενα των επιδιώξεών μας και τρία των αποδοκιμασιών μας, το ηθικόν αγαθόν, το ωφέλιμον και το ευχάριστον ή το προκαλούν ηδονήν, και αντιθέτως το κακόν, το βλαβερόν και το δυσάρεστον ήτοι το προκαλούν λύπην, ο αγαθός είναι βέβαιος περί του αποτελέσματος, ενώ ο κακός αστοχεί του σκοπού του, ιδίως καθόσον αφορά την ηδονήν. Διότι η ηδονή είναι κοινή (35) εις όλα τα ζώα και συνοδεύει απάσας τας εκτελουμένας κατ' ελευθέραν εκλογήν ενεργείας μας, [1105a] διότι και το καλόν και το ωφέλιμον φαίνονται συνδεόμενα μεθ' ηδονής. Έπειτα, το ηδονικόν συναίσθημα συναυξάνεται εις όλους μας ήδη από της νηπιακής ηλικίας μας, διό και είναι δύσκολον να το αποσβέσωμεν, διότι η σφραγίς αυτού εναποτίθεται εις την ψυχήν μας βαθύτατα καθ' όλον μας τον βίον. Επομένως, κατά την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεώς μας μεταχειριζόμεθα ως κανόνα την ηδονήν ή την λύπην, (5) άλλοι μεν περισσότερον, άλλοι δε ολιγώτερον. Είναι λοιπόν απαραίτητον, όπως ολόκληρος η μελέτη μας εκταθή εις το σημείον τούτο, διότι δεν έχει μικράν σημασίαν το να γνωρίζωμεν, εάν αι ηδοναί και λύπαι μας δικαιολογούνται ή όχι εξ εκείνου, το οποίον δοκιμάζομεν έναντι του αγαθού και του κακού. Τέλος, καθώς λέγει ο Ηράκλειτος, είναι δυσκολώτερον να κατανικά κανείς την ηδονήν παρά την οργήν. (10) Όσον δυσκολώτερον είναι έν πράγμα, τόσον περισσότερον απαιτεί τέχνην και αρετήν, διότι εν τη περιπτώσει ταύτη το καλόν γίνεται καλύτερον. Ώστε η μελέτη, η αφορώσα τόσον εις τας ηδονάς όσον και εις τας λύπας, περιστρέφεται περί την αρετήν και την πολιτικήν. Διότι όστις μεταχειρίζεται αυτάς ορθώς είναι αγαθός, όστις δε τας μεταχειρίζεται εσφαλμένως, κακός.
Ας θεωρήσωμεν λοιπόν, όσα είπαμεν, αρκετά, δηλαδή ότι η αρετή σχετίζεται με τας ηδονάς και τας οδύνας, ότι αι αυταί αιτίαι, αίτινες την δημιουργούν, είναι επίσης εκείναι, αι οποίαι την αναπτύσσουν (15) και την καταστρέφουν, εν περιπτώσει αντιθέτων επιδράσεων, και τέλος ότι τα ευνοούντα την αρετήν αίτια είναι επίσης και αντικείμενον της δράσεώς της.
Η ηδονή και η λύπη, αι παρομαρτούσαι εις τας πράξεις μας, είναι τεκμήριον των ψυχικών καταστάσεών μας, (5) διότι, όστις απέχει από τας σωματικάς ηδονάς και χαίρει διά τούτο, είναι σώφρων, όστις όμως λυπείται, είναι ακόλαστος. Ομοίως, όστις υπομένει τους κινδύνους και ευχαριστείται δι' αυτό, είναι ανδρείος, όστις δε λυπείται είναι δειλός. Διότι η ηθική αρετή περιστρέφεται περί τας ηδονάς και τας λύπας. (10) Διότι χάριν της ηδονής εκτελούμεν τας ποταπάς πράξεις, ένεκα δε της λύπης απέχομεν από τας καλάς. Διά τούτο, καθώς λέγει ο Πλάτων, πρέπει να λαμβάνη κανείς από την νεαράν ηλικίαν του τοιαύτην αγωγήν, ώστε να χαίρη και να λυπήται δι' όσα πρέπει, διότι αυτή είναι ορθή εκπαίδευσις.
Πλην τούτου, δεδομένου ότι αι αρεταί περιστρέφονται περί τας πράξεις και τα παθήματα και ότι εις κάθε πάθημα και κάθε πράξιν παρομαρτεί (15) ηδονή ή λύπη, και δι' αυτόν ακόμη τον λόγον ίσως η αρετή να περιστρέφεται περί τας ηδονάς και τας λύπας. Τούτο διαπιστώνουν και αι τιμωρίαι, αι οποίαι γίνονται δι' αυτών, διότι είναι και αυταί είδος θεραπευτικών μέσων, η δε θεραπεία ενός κακού προέρχεται συνήθως εξ εκείνου, το οποίον του είναι αντίθετον. Ομοίως πάσα ψυχική κατάστασις κινείται εκ φύσεως, ως είπαμεν και ανωτέρω, (20) εκτός εκείνου ή πέριξ εκείνου, το οποίον δύναται να την βελτιώση ή να την χειροτερεύση. Δηλαδή μερικοί άνθρωποι γίνονται ποταποί λόγω των ηδονών και των οδυνών, εφ' όσον τας επιδιώκουν ή τας αποφεύγουν ή, εφ' όσον επιδιώκουν ό,τι οφείλουν ν' αποφύγουν, ή πράττουν τούτο, όταν δεν πρέπη ή ουχί καθώς πρέπει και όσα προστίθενται εις τανωτέρω. Διά τούτο ορίζουν τινές τας αρετάς ως καταστάσεις απαθείας (25) ή ηρεμίας (αταραξίας). Αλλά τούτο δεν είναι ορθόν, διότι ομιλούν απολύτως, εφ' όσον παραλείπουν να είπουν πώς και υπό ποίας συνθήκας πρέπει κανείς να ενεργή ή όχι, και αφίνουν κατά μέρος όλους τους άλλους σχετικούς προσδιορισμούς. Όθεν παραδεχόμεθα ως αρχήν το ότι, όσον αφορά τας ηδονάς και τας λύπας, αρετή είναι η ικανότης τού να εκτελούμεν πράξεις αγαθάς, κακία δε το αντίθετον.
Τούτο διακριβούται περισσότερον εκ των επομένων. (30) Δοθέντος ότι τρία είναι ταντικείμενα των επιδιώξεών μας και τρία των αποδοκιμασιών μας, το ηθικόν αγαθόν, το ωφέλιμον και το ευχάριστον ή το προκαλούν ηδονήν, και αντιθέτως το κακόν, το βλαβερόν και το δυσάρεστον ήτοι το προκαλούν λύπην, ο αγαθός είναι βέβαιος περί του αποτελέσματος, ενώ ο κακός αστοχεί του σκοπού του, ιδίως καθόσον αφορά την ηδονήν. Διότι η ηδονή είναι κοινή (35) εις όλα τα ζώα και συνοδεύει απάσας τας εκτελουμένας κατ' ελευθέραν εκλογήν ενεργείας μας, [1105a] διότι και το καλόν και το ωφέλιμον φαίνονται συνδεόμενα μεθ' ηδονής. Έπειτα, το ηδονικόν συναίσθημα συναυξάνεται εις όλους μας ήδη από της νηπιακής ηλικίας μας, διό και είναι δύσκολον να το αποσβέσωμεν, διότι η σφραγίς αυτού εναποτίθεται εις την ψυχήν μας βαθύτατα καθ' όλον μας τον βίον. Επομένως, κατά την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεώς μας μεταχειριζόμεθα ως κανόνα την ηδονήν ή την λύπην, (5) άλλοι μεν περισσότερον, άλλοι δε ολιγώτερον. Είναι λοιπόν απαραίτητον, όπως ολόκληρος η μελέτη μας εκταθή εις το σημείον τούτο, διότι δεν έχει μικράν σημασίαν το να γνωρίζωμεν, εάν αι ηδοναί και λύπαι μας δικαιολογούνται ή όχι εξ εκείνου, το οποίον δοκιμάζομεν έναντι του αγαθού και του κακού. Τέλος, καθώς λέγει ο Ηράκλειτος, είναι δυσκολώτερον να κατανικά κανείς την ηδονήν παρά την οργήν. (10) Όσον δυσκολώτερον είναι έν πράγμα, τόσον περισσότερον απαιτεί τέχνην και αρετήν, διότι εν τη περιπτώσει ταύτη το καλόν γίνεται καλύτερον. Ώστε η μελέτη, η αφορώσα τόσον εις τας ηδονάς όσον και εις τας λύπας, περιστρέφεται περί την αρετήν και την πολιτικήν. Διότι όστις μεταχειρίζεται αυτάς ορθώς είναι αγαθός, όστις δε τας μεταχειρίζεται εσφαλμένως, κακός.
Ας θεωρήσωμεν λοιπόν, όσα είπαμεν, αρκετά, δηλαδή ότι η αρετή σχετίζεται με τας ηδονάς και τας οδύνας, ότι αι αυταί αιτίαι, αίτινες την δημιουργούν, είναι επίσης εκείναι, αι οποίαι την αναπτύσσουν (15) και την καταστρέφουν, εν περιπτώσει αντιθέτων επιδράσεων, και τέλος ότι τα ευνοούντα την αρετήν αίτια είναι επίσης και αντικείμενον της δράσεώς της.
Σάββατο 16 Απριλίου 2022
ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (21.200-21.283)
200 Ἦ ῥα, καὶ ἐκ κρημνοῖο ἐρύσσατο χάλκεον ἔγχος,
τὸν δὲ κατ᾽ αὐτόθι λεῖπεν, ἐπεὶ φίλον ἦτορ ἀπηύρα,
κείμενον ἐν ψαμάθοισι, δίαινε δέ μιν μέλαν ὕδωρ.
τὸν μὲν ἄρ᾽ ἐγχέλυές τε καὶ ἰχθύες ἀμφεπένοντο,
δημὸν ἐρεπτόμενοι ἐπινεφρίδιον κείροντες·
205 αὐτὰρ ὁ βῆ ῥ᾽ ἰέναι μετὰ Παίονας ἱπποκορυστάς,
οἵ ῥ᾽ ἔτι πὰρ ποταμὸν πεφοβήατο δινήεντα,
ὡς εἶδον τὸν ἄριστον ἐνὶ κρατερῇ ὑσμίνῃ
χέρσ᾽ ὕπο Πηλεΐδαο καὶ ἄορι ἶφι δαμέντα.
ἔνθ᾽ ἕλε Θερσίλοχόν τε Μύδωνά τε Ἀστύπυλόν τε
210 Μνῆσόν τε Θρασίον τε καὶ Αἴνιον ἠδ᾽ Ὀφελέστην·
καί νύ κ᾽ ἔτι πλέονας κτάνε Παίονας ὠκὺς Ἀχιλλεύς,
εἰ μὴ χωσάμενος προσέφη ποταμὸς βαθυδίνης,
ἀνέρι εἰσάμενος, βαθέης δ᾽ ἐκ φθέγξατο δίνης·
«ὦ Ἀχιλεῦ, περὶ μὲν κρατέεις, περὶ δ᾽ αἴσυλα ῥέζεις
215 ἀνδρῶν· αἰεὶ γάρ τοι ἀμύνουσιν θεοὶ αὐτοί.
εἴ τοι Τρῶας ἔδωκε Κρόνου παῖς πάντας ὀλέσσαι,
ἐξ ἐμέθεν γ᾽ ἐλάσας πεδίον κάτα μέρμερα ῥέζε·
πλήθει γὰρ δή μοι νεκύων ἐρατεινὰ ῥέεθρα,
οὐδέ τί πῃ δύναμαι προχέειν ῥόον εἰς ἅλα δῖαν
220 στεινόμενος νεκύεσσι, σὺ δὲ κτείνεις ἀϊδήλως.
ἀλλ᾽ ἄγε δὴ καὶ ἔασον· ἄγη μ᾽ ἔχει, ὄρχαμε λαῶν.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·
«ἔσται ταῦτα, Σκάμανδρε διοτρεφές, ὡς σὺ κελεύεις.
Τρῶας δ᾽ οὐ πρὶν λήξω ὑπερφιάλους ἐναρίζων,
225 πρὶν ἔλσαι κατὰ ἄστυ καὶ Ἕκτορι πειρηθῆναι
ἀντιβίην, ἤ κέν με δαμάσσεται, ἦ κεν ἐγὼ τόν.»
Ὣς εἰπὼν Τρώεσσιν ἐπέσσυτο δαίμονι ἶσος·
καὶ τότ᾽ Ἀπόλλωνα προσέφη ποταμὸς βαθυδίνης·
«ὢ πόποι, ἀργυρότοξε, Διὸς τέκος, οὐ σύ γε βουλὰς
230 εἰρύσαο Κρονίωνος, ὅ τοι μάλα πόλλ᾽ ἐπέτελλε
Τρωσὶ παρεστάμεναι καὶ ἀμύνειν, εἰς ὅ κεν ἔλθῃ
δείελος ὀψὲ δύων, σκιάσῃ δ᾽ ἐρίβωλον ἄρουραν.»
Ἦ, καὶ Ἀχιλλεὺς μὲν δουρικλυτὸς ἔνθορε μέσσῳ
κρημνοῦ ἀπαΐξας· ὁ δ᾽ ἐπέσσυτο οἴδματι θύων,
235 πάντα δ᾽ ὄρινε ῥέεθρα κυκώμενος, ὦσε δὲ νεκροὺς
πολλούς, οἵ ῥα κατ᾽ αὐτὸν ἅλις ἔσαν, οὓς κτάν᾽ Ἀχιλλεύς·
τοὺς ἔκβαλλε θύραζε, μεμυκὼς ἠΰτε ταῦρος,
χέρσονδε· ζωοὺς δὲ σάω κατὰ καλὰ ῥέεθρα,
κρύπτων ἐν δίνῃσι βαθείῃσιν μεγάλῃσι.
240 δεινὸν δ᾽ ἀμφ᾽ Ἀχιλῆα κυκώμενον ἵστατο κῦμα,
ὤθει δ᾽ ἐν σάκεϊ πίπτων ῥόος· οὐδὲ πόδεσσιν
εἶχε στηρίξασθαι· ὁ δὲ πτελέην ἕλε χερσὶν
εὐφυέα μεγάλην· ἡ δ᾽ ἐκ ῥιζέων ἐριποῦσα
κρημνὸν ἅπαντα διῶσεν, ἐπέσχε δὲ καλὰ ῥέεθρα
245 ὄζοισιν πυκινοῖσι, γεφύρωσεν δέ μιν αὐτὸν
εἴσω πᾶσ᾽ ἐριποῦσ᾽· ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἐκ δίνης ἀνορούσας
ἤϊξεν πεδίοιο ποσὶ κραιπνοῖσι πέτεσθαι,
δείσας· οὐδέ τ᾽ ἔληγε θεὸς μέγας, ὦρτο δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ
ἀκροκελαινιόων, ἵνα μιν παύσειε πόνοιο
250 δῖον Ἀχιλλῆα, Τρώεσσι δὲ λοιγὸν ἀλάλκοι.
Πηλεΐδης δ᾽ ἀπόρουσεν ὅσον τ᾽ ἐπὶ δουρὸς ἐρωή,
αἰετοῦ οἴματ᾽ ἔχων μέλανος, τοῦ θηρητῆρος,
ὅς θ᾽ ἅμα κάρτιστός τε καὶ ὤκιστος πετεηνῶν·
τῷ ἐϊκὼς ἤϊξεν, ἐπὶ στήθεσσι δὲ χαλκὸς
255 σμερδαλέον κονάβιζεν· ὕπαιθα δὲ τοῖο λιασθεὶς
φεῦγ᾽, ὁ δ᾽ ὄπισθε ῥέων ἕπετο μεγάλῳ ὀρυμαγδῷ.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ ὀχετηγὸς ἀπὸ κρήνης μελανύδρου
ἂμ φυτὰ καὶ κήπους ὕδατι ῥόον ἡγεμονεύῃ
χερσὶ μάκελλαν ἔχων, ἀμάρης ἐξ ἔχματα βάλλων·
260 τοῦ μέν τε προρέοντος ὑπὸ ψηφῖδες ἅπασαι
ὀχλεῦνται· τὸ δέ τ᾽ ὦκα κατειβόμενον κελαρύζει
χώρῳ ἔνι προαλεῖ, φθάνει δέ τε καὶ τὸν ἄγοντα·
ὣς αἰεὶ Ἀχιλῆα κιχήσατο κῦμα ῥόοιο
καὶ λαιψηρὸν ἐόντα· θεοὶ δέ τε φέρτεροι ἀνδρῶν.
265 ὁσσάκι δ᾽ ὁρμήσειε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς
στῆναι ἐναντίβιον καὶ γνώμεναι εἴ μιν ἅπαντες
ἀθάνατοι φοβέουσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι,
τοσσάκι μιν μέγα κῦμα διιπετέος ποταμοῖο
πλάζ᾽ ὤμους καθύπερθεν· ὁ δ᾽ ὑψόσε ποσσὶν ἐπήδα
270 θυμῷ ἀνιάζων· ποταμὸς δ᾽ ὑπὸ γούνατ᾽ ἐδάμνα
λάβρος ὕπαιθα ῥέων, κονίην δ᾽ ὑπέρεπτε ποδοῖιν.
Πηλεΐδης δ᾽ ᾤμωξεν ἰδὼν εἰς οὐρανὸν εὐρύν·
«Ζεῦ πάτερ, ὡς οὔ τίς με θεῶν ἐλεεινὸν ὑπέστη
ἐκ ποταμοῖο σαῶσαι· ἔπειτα δὲ καί τι πάθοιμι.
275 ἄλλος δ᾽ οὔ τίς μοι τόσον αἴτιος Οὐρανιώνων,
ἀλλὰ φίλη μήτηρ, ἥ με ψεύδεσσιν ἔθελγεν·
ἥ μ᾽ ἔφατο Τρώων ὑπὸ τείχεϊ θωρηκτάων
λαιψηροῖς ὀλέεσθαι Ἀπόλλωνος βελέεσσιν.
ὥς μ᾽ ὄφελ᾽ Ἕκτωρ κτεῖναι, ὃς ἐνθάδε γ᾽ ἔτραφ᾽ ἄριστος·
280 τῶ κ᾽ ἀγαθὸς μὲν ἔπεφν᾽, ἀγαθὸν δέ κεν ἐξενάριξε·
νῦν δέ με λευγαλέῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι
ἐρχθέντ᾽ ἐν μεγάλῳ ποταμῷ, ὡς παῖδα συφορβόν,
ὅν ῥά τ᾽ ἔναυλος ἀποέρσῃ χειμῶνι περῶντα.»
τὸν δὲ κατ᾽ αὐτόθι λεῖπεν, ἐπεὶ φίλον ἦτορ ἀπηύρα,
κείμενον ἐν ψαμάθοισι, δίαινε δέ μιν μέλαν ὕδωρ.
τὸν μὲν ἄρ᾽ ἐγχέλυές τε καὶ ἰχθύες ἀμφεπένοντο,
δημὸν ἐρεπτόμενοι ἐπινεφρίδιον κείροντες·
205 αὐτὰρ ὁ βῆ ῥ᾽ ἰέναι μετὰ Παίονας ἱπποκορυστάς,
οἵ ῥ᾽ ἔτι πὰρ ποταμὸν πεφοβήατο δινήεντα,
ὡς εἶδον τὸν ἄριστον ἐνὶ κρατερῇ ὑσμίνῃ
χέρσ᾽ ὕπο Πηλεΐδαο καὶ ἄορι ἶφι δαμέντα.
ἔνθ᾽ ἕλε Θερσίλοχόν τε Μύδωνά τε Ἀστύπυλόν τε
210 Μνῆσόν τε Θρασίον τε καὶ Αἴνιον ἠδ᾽ Ὀφελέστην·
καί νύ κ᾽ ἔτι πλέονας κτάνε Παίονας ὠκὺς Ἀχιλλεύς,
εἰ μὴ χωσάμενος προσέφη ποταμὸς βαθυδίνης,
ἀνέρι εἰσάμενος, βαθέης δ᾽ ἐκ φθέγξατο δίνης·
«ὦ Ἀχιλεῦ, περὶ μὲν κρατέεις, περὶ δ᾽ αἴσυλα ῥέζεις
215 ἀνδρῶν· αἰεὶ γάρ τοι ἀμύνουσιν θεοὶ αὐτοί.
εἴ τοι Τρῶας ἔδωκε Κρόνου παῖς πάντας ὀλέσσαι,
ἐξ ἐμέθεν γ᾽ ἐλάσας πεδίον κάτα μέρμερα ῥέζε·
πλήθει γὰρ δή μοι νεκύων ἐρατεινὰ ῥέεθρα,
οὐδέ τί πῃ δύναμαι προχέειν ῥόον εἰς ἅλα δῖαν
220 στεινόμενος νεκύεσσι, σὺ δὲ κτείνεις ἀϊδήλως.
ἀλλ᾽ ἄγε δὴ καὶ ἔασον· ἄγη μ᾽ ἔχει, ὄρχαμε λαῶν.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·
«ἔσται ταῦτα, Σκάμανδρε διοτρεφές, ὡς σὺ κελεύεις.
Τρῶας δ᾽ οὐ πρὶν λήξω ὑπερφιάλους ἐναρίζων,
225 πρὶν ἔλσαι κατὰ ἄστυ καὶ Ἕκτορι πειρηθῆναι
ἀντιβίην, ἤ κέν με δαμάσσεται, ἦ κεν ἐγὼ τόν.»
Ὣς εἰπὼν Τρώεσσιν ἐπέσσυτο δαίμονι ἶσος·
καὶ τότ᾽ Ἀπόλλωνα προσέφη ποταμὸς βαθυδίνης·
«ὢ πόποι, ἀργυρότοξε, Διὸς τέκος, οὐ σύ γε βουλὰς
230 εἰρύσαο Κρονίωνος, ὅ τοι μάλα πόλλ᾽ ἐπέτελλε
Τρωσὶ παρεστάμεναι καὶ ἀμύνειν, εἰς ὅ κεν ἔλθῃ
δείελος ὀψὲ δύων, σκιάσῃ δ᾽ ἐρίβωλον ἄρουραν.»
Ἦ, καὶ Ἀχιλλεὺς μὲν δουρικλυτὸς ἔνθορε μέσσῳ
κρημνοῦ ἀπαΐξας· ὁ δ᾽ ἐπέσσυτο οἴδματι θύων,
235 πάντα δ᾽ ὄρινε ῥέεθρα κυκώμενος, ὦσε δὲ νεκροὺς
πολλούς, οἵ ῥα κατ᾽ αὐτὸν ἅλις ἔσαν, οὓς κτάν᾽ Ἀχιλλεύς·
τοὺς ἔκβαλλε θύραζε, μεμυκὼς ἠΰτε ταῦρος,
χέρσονδε· ζωοὺς δὲ σάω κατὰ καλὰ ῥέεθρα,
κρύπτων ἐν δίνῃσι βαθείῃσιν μεγάλῃσι.
240 δεινὸν δ᾽ ἀμφ᾽ Ἀχιλῆα κυκώμενον ἵστατο κῦμα,
ὤθει δ᾽ ἐν σάκεϊ πίπτων ῥόος· οὐδὲ πόδεσσιν
εἶχε στηρίξασθαι· ὁ δὲ πτελέην ἕλε χερσὶν
εὐφυέα μεγάλην· ἡ δ᾽ ἐκ ῥιζέων ἐριποῦσα
κρημνὸν ἅπαντα διῶσεν, ἐπέσχε δὲ καλὰ ῥέεθρα
245 ὄζοισιν πυκινοῖσι, γεφύρωσεν δέ μιν αὐτὸν
εἴσω πᾶσ᾽ ἐριποῦσ᾽· ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἐκ δίνης ἀνορούσας
ἤϊξεν πεδίοιο ποσὶ κραιπνοῖσι πέτεσθαι,
δείσας· οὐδέ τ᾽ ἔληγε θεὸς μέγας, ὦρτο δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ
ἀκροκελαινιόων, ἵνα μιν παύσειε πόνοιο
250 δῖον Ἀχιλλῆα, Τρώεσσι δὲ λοιγὸν ἀλάλκοι.
Πηλεΐδης δ᾽ ἀπόρουσεν ὅσον τ᾽ ἐπὶ δουρὸς ἐρωή,
αἰετοῦ οἴματ᾽ ἔχων μέλανος, τοῦ θηρητῆρος,
ὅς θ᾽ ἅμα κάρτιστός τε καὶ ὤκιστος πετεηνῶν·
τῷ ἐϊκὼς ἤϊξεν, ἐπὶ στήθεσσι δὲ χαλκὸς
255 σμερδαλέον κονάβιζεν· ὕπαιθα δὲ τοῖο λιασθεὶς
φεῦγ᾽, ὁ δ᾽ ὄπισθε ῥέων ἕπετο μεγάλῳ ὀρυμαγδῷ.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ ὀχετηγὸς ἀπὸ κρήνης μελανύδρου
ἂμ φυτὰ καὶ κήπους ὕδατι ῥόον ἡγεμονεύῃ
χερσὶ μάκελλαν ἔχων, ἀμάρης ἐξ ἔχματα βάλλων·
260 τοῦ μέν τε προρέοντος ὑπὸ ψηφῖδες ἅπασαι
ὀχλεῦνται· τὸ δέ τ᾽ ὦκα κατειβόμενον κελαρύζει
χώρῳ ἔνι προαλεῖ, φθάνει δέ τε καὶ τὸν ἄγοντα·
ὣς αἰεὶ Ἀχιλῆα κιχήσατο κῦμα ῥόοιο
καὶ λαιψηρὸν ἐόντα· θεοὶ δέ τε φέρτεροι ἀνδρῶν.
265 ὁσσάκι δ᾽ ὁρμήσειε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς
στῆναι ἐναντίβιον καὶ γνώμεναι εἴ μιν ἅπαντες
ἀθάνατοι φοβέουσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι,
τοσσάκι μιν μέγα κῦμα διιπετέος ποταμοῖο
πλάζ᾽ ὤμους καθύπερθεν· ὁ δ᾽ ὑψόσε ποσσὶν ἐπήδα
270 θυμῷ ἀνιάζων· ποταμὸς δ᾽ ὑπὸ γούνατ᾽ ἐδάμνα
λάβρος ὕπαιθα ῥέων, κονίην δ᾽ ὑπέρεπτε ποδοῖιν.
Πηλεΐδης δ᾽ ᾤμωξεν ἰδὼν εἰς οὐρανὸν εὐρύν·
«Ζεῦ πάτερ, ὡς οὔ τίς με θεῶν ἐλεεινὸν ὑπέστη
ἐκ ποταμοῖο σαῶσαι· ἔπειτα δὲ καί τι πάθοιμι.
275 ἄλλος δ᾽ οὔ τίς μοι τόσον αἴτιος Οὐρανιώνων,
ἀλλὰ φίλη μήτηρ, ἥ με ψεύδεσσιν ἔθελγεν·
ἥ μ᾽ ἔφατο Τρώων ὑπὸ τείχεϊ θωρηκτάων
λαιψηροῖς ὀλέεσθαι Ἀπόλλωνος βελέεσσιν.
ὥς μ᾽ ὄφελ᾽ Ἕκτωρ κτεῖναι, ὃς ἐνθάδε γ᾽ ἔτραφ᾽ ἄριστος·
280 τῶ κ᾽ ἀγαθὸς μὲν ἔπεφν᾽, ἀγαθὸν δέ κεν ἐξενάριξε·
νῦν δέ με λευγαλέῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι
ἐρχθέντ᾽ ἐν μεγάλῳ ποταμῷ, ὡς παῖδα συφορβόν,
ὅν ῥά τ᾽ ἔναυλος ἀποέρσῃ χειμῶνι περῶντα.»
***
200 Είπε και το κοντάρι του ανάσπασε απ᾽ την όχθην
και αυτόν, οπού εθανάτωσε, αφήκε αυτού στον άμμον
κειτάμενον να βρέχεται από το μαύρο κύμα
και χέλια τον τριγύρισαν και ψάρια στριμωμένα
κι εκόφταν και άρπαζαν γοργά της νεφραμιάς το πάχος.
205 Και αυτός στο πλήθος όρμησε των ιππικών Παιόνων,
που άμ᾽ είδαν απ᾽ το κτύπημα του ξίφους του Αχιλλέως
να πέσει ο πρώτος άνδρας τους εφεύγαν τρομασμένοι
στον ποταμόν ολόγυρα· κι εκείνος τους ανδρείους
έστρωσ᾽ εκεί, Θερσίλοχον, Μύδωνα και Θρασίο
210 και Αστύπυλον και Αίνιον και Μνήσον και Οφελέστην.
Και πλήθος άλλους Παίονας θα εφόνευε ο Πηλείδης
αλλ᾽ εχολώθη ο ποταμός και από τα βάθη εφάνη
ωσάν θνητός κι εφώναξε: «Καθώς είσαι, ω Πηλείδη,
στην ρώμην πρώτος των θνητών και στ᾽ άδικα είσαι πρώτος,
215 ότι θεοί σε βοηθούν· και αν ν᾽ αφανίσεις όλους
τους Τρώας σου ᾽δωκεν ο Ζευς, μέσ᾽ από τα νερά μου
διώξε τους και την λύσσαν σου ξεθύμα στην πεδιάδα·
ότι νεκρούς εγέμισαν τα πρόσχαρά μου ρείθρα,
και δεν μ᾽ αφήνουν οι νεκροί το ρεύμα να προχύνω
220 στην θείαν θάλασσαν και συ τρομακτικά φονεύεις.
Έλ᾽ άφησέ με, και απορώ, μεγάλε πολεμάρχε».
Κι ο γοργοπόδης Αχιλλεύς απάντησέ του κι είπε:
«Ω Σκάμανδρε διόθρεφτε, θα γίνει αυτό πού θέλεις·
να σφάζω δεν θα παύσω εγώ τους επιόρκους Τρώας
225 ως να κλεισθούν και αντίστηθα να δοκιμάσω μόνον
τον Έκτορα να ιδούμε ποιος από τους δυο θα πέσει».
Είπε κι εχύθη ωσάν θεός των Τρώων μες στα πλήθη·
και ο ποταμός τότε ο βαθύς εφώναξε του Φοίβου:
«Διογέννητε, αργυρότοξε, την θέλησιν του Δία
230 δεν εσεβάσθης που θερμά σού είχε παραγγείλει
των Τρώων να ᾽σαι υπέρμαχος, ώσπου να ᾽λθει το δείλι
και να σκιάσει τους αγρούς στην γην την σιτοφόραν».
Και ο Αχιλλεύς στον ποταμόν επήδησε απ᾽ την όχθην,
και ο ποταμός ενάντια του σηκώθη φουσκωμένος·
235 βάζει άνω κάτω τα νερά και τους νεκρούς αμπώθει
πολλούς οπού του εσώρευσαν οι φόνοι του Αχιλλέως·
τους έβγαλ᾽ έξω στην στεριάν κι εμούγκριζε ωσάν ταύρος
κι εφύλαγε τους ζωντανούς στα όμορφα νερά του,
που τους εκρύβαν θολωτά στα βάθη των ρευμάτων.
240 Φρικτό σηκώθη φουσκωτό το κύμα ολόγυρά του
κι εκτύπα την ασπίδα του· πού να σταθούν δεν είχαν
τα πόδια του· κι επιάσθηκεν από φτελιά μεγάλην·
τ᾽ ωραίο δένδρο σύρριζα κάτω βροντά και σέρνει
την όχθην όλην κι έπιασε με τα πυκνά κλαδιά του
245 τ᾽ ωραίο ρεύμα κι έγινε γεφύρι στο ποτάμι·
και από τον φόβον ο Αχιλλεύς πετάχθη από το κύμα
κι εχύθηκεν ακράτητος να φύγει στην πεδιάδα.
Αλλ᾽ ο θεός, ο φοβερός, μαυροκορυφωμένος
ακράτητος επάνω του ροβόλαε να κόψει
250 την φονικήν εκείνου ορμήν και να σωθούν οι Τρώες.
Εκείθ᾽ εσκίρτησ᾽ ο Αχιλλεύς όσο τ᾽ ακόντι φθάνει,
καθώς ο μαύρος αετός ο αρπακτικός, που στ᾽ άλλα
πετούμενα για δύναμιν και για φτερά πρωτεύει.
Όμοια πετούσε και ο χαλκός στα στήθη του βροντούσε
255 τρομακτικά, και ως ξέφευγεν ανάμεσ᾽ απ᾽ το κύμα
κατάποδά του ο ποταμός με κρότον ροβολούσε.
Και ως από κεφαλόβρυσο κόβει νερό και παίρνει
ο ποτιστής και τ᾽ οδηγεί μες στα φυτά του κήπου
και με την δίκοπη αφαιρεί τα μπόδι᾽ από τ᾽ αυλάκι
260 και ροβολά με το νερό κάθε μικρό χαλίκι
κι εκείνο με κελάδισμα το πλάγι κατεβαίνει
τόσο γοργό που τ᾽ οδηγού το χέρι δεν το φθάνει,
ομοίως τον πτερόποδον επρόφθανε Αχιλλέα
το κύμα, ότι των θνητών ανώτερ᾽ οι θεοί ᾽ναι.
265 Και όσες φορές ο Αχιλλεύς εστρέφονταν να μείνει
ν᾽ αντισταθεί, να μάθει αν τον κατατρέχουν όλοι
οι επουράνιοι θεοί, τόσες το μέγα κύμα
του διογεννήτου ποταμού στους ώμους τον κτυπούσε.
Επήδ᾽ αυτός ανάερα με την καρδιά κομμένην
270 και φουσκωτός ο ποταμός τα γόνατ᾽ από κάτω
του ᾽κοφτε και απ᾽ τα πόδια του το χώμα τού ρουφούσε.
Κι εκοίταξε τον ουρανό κι εκλαίετ᾽ ο Πηλείδης:
«Πατέρα Δία των θεών, κανείς δεν μ᾽ ελυπήθη
να μη με πάρει ο ποταμός και ας πάθαινα κατόπι.
275 Και άλλος ουρανοκάτοικος θεός σ᾽ εμέ δεν πταίει
όσο η μητέρα μου που αυτή με πλάνεσε όταν είπε
που εμπρός στην πόλιν πυργωτήν των χαλκοφόρων Τρώων
θα πέσω από του Απόλλωνος τα πτεροφόρα βέλη.
Ο Έκτωρ θα με φόνευεν, πολεμιστής των πρώτος
280 ανδρείος καν θα εφόνευε, θα εγύμνωνεν ανδρείον
αλλά το θέλ᾽ η μοίρα μου να κακοθανατίσω
από μεγάλον ποταμόν, καθώς στο πέρασμά του
πνίγεται από νεροσυρμή χοιροβοσκού κοπέλι».
200 Είπε και το κοντάρι του ανάσπασε απ᾽ την όχθην
και αυτόν, οπού εθανάτωσε, αφήκε αυτού στον άμμον
κειτάμενον να βρέχεται από το μαύρο κύμα
και χέλια τον τριγύρισαν και ψάρια στριμωμένα
κι εκόφταν και άρπαζαν γοργά της νεφραμιάς το πάχος.
205 Και αυτός στο πλήθος όρμησε των ιππικών Παιόνων,
που άμ᾽ είδαν απ᾽ το κτύπημα του ξίφους του Αχιλλέως
να πέσει ο πρώτος άνδρας τους εφεύγαν τρομασμένοι
στον ποταμόν ολόγυρα· κι εκείνος τους ανδρείους
έστρωσ᾽ εκεί, Θερσίλοχον, Μύδωνα και Θρασίο
210 και Αστύπυλον και Αίνιον και Μνήσον και Οφελέστην.
Και πλήθος άλλους Παίονας θα εφόνευε ο Πηλείδης
αλλ᾽ εχολώθη ο ποταμός και από τα βάθη εφάνη
ωσάν θνητός κι εφώναξε: «Καθώς είσαι, ω Πηλείδη,
στην ρώμην πρώτος των θνητών και στ᾽ άδικα είσαι πρώτος,
215 ότι θεοί σε βοηθούν· και αν ν᾽ αφανίσεις όλους
τους Τρώας σου ᾽δωκεν ο Ζευς, μέσ᾽ από τα νερά μου
διώξε τους και την λύσσαν σου ξεθύμα στην πεδιάδα·
ότι νεκρούς εγέμισαν τα πρόσχαρά μου ρείθρα,
και δεν μ᾽ αφήνουν οι νεκροί το ρεύμα να προχύνω
220 στην θείαν θάλασσαν και συ τρομακτικά φονεύεις.
Έλ᾽ άφησέ με, και απορώ, μεγάλε πολεμάρχε».
Κι ο γοργοπόδης Αχιλλεύς απάντησέ του κι είπε:
«Ω Σκάμανδρε διόθρεφτε, θα γίνει αυτό πού θέλεις·
να σφάζω δεν θα παύσω εγώ τους επιόρκους Τρώας
225 ως να κλεισθούν και αντίστηθα να δοκιμάσω μόνον
τον Έκτορα να ιδούμε ποιος από τους δυο θα πέσει».
Είπε κι εχύθη ωσάν θεός των Τρώων μες στα πλήθη·
και ο ποταμός τότε ο βαθύς εφώναξε του Φοίβου:
«Διογέννητε, αργυρότοξε, την θέλησιν του Δία
230 δεν εσεβάσθης που θερμά σού είχε παραγγείλει
των Τρώων να ᾽σαι υπέρμαχος, ώσπου να ᾽λθει το δείλι
και να σκιάσει τους αγρούς στην γην την σιτοφόραν».
Και ο Αχιλλεύς στον ποταμόν επήδησε απ᾽ την όχθην,
και ο ποταμός ενάντια του σηκώθη φουσκωμένος·
235 βάζει άνω κάτω τα νερά και τους νεκρούς αμπώθει
πολλούς οπού του εσώρευσαν οι φόνοι του Αχιλλέως·
τους έβγαλ᾽ έξω στην στεριάν κι εμούγκριζε ωσάν ταύρος
κι εφύλαγε τους ζωντανούς στα όμορφα νερά του,
που τους εκρύβαν θολωτά στα βάθη των ρευμάτων.
240 Φρικτό σηκώθη φουσκωτό το κύμα ολόγυρά του
κι εκτύπα την ασπίδα του· πού να σταθούν δεν είχαν
τα πόδια του· κι επιάσθηκεν από φτελιά μεγάλην·
τ᾽ ωραίο δένδρο σύρριζα κάτω βροντά και σέρνει
την όχθην όλην κι έπιασε με τα πυκνά κλαδιά του
245 τ᾽ ωραίο ρεύμα κι έγινε γεφύρι στο ποτάμι·
και από τον φόβον ο Αχιλλεύς πετάχθη από το κύμα
κι εχύθηκεν ακράτητος να φύγει στην πεδιάδα.
Αλλ᾽ ο θεός, ο φοβερός, μαυροκορυφωμένος
ακράτητος επάνω του ροβόλαε να κόψει
250 την φονικήν εκείνου ορμήν και να σωθούν οι Τρώες.
Εκείθ᾽ εσκίρτησ᾽ ο Αχιλλεύς όσο τ᾽ ακόντι φθάνει,
καθώς ο μαύρος αετός ο αρπακτικός, που στ᾽ άλλα
πετούμενα για δύναμιν και για φτερά πρωτεύει.
Όμοια πετούσε και ο χαλκός στα στήθη του βροντούσε
255 τρομακτικά, και ως ξέφευγεν ανάμεσ᾽ απ᾽ το κύμα
κατάποδά του ο ποταμός με κρότον ροβολούσε.
Και ως από κεφαλόβρυσο κόβει νερό και παίρνει
ο ποτιστής και τ᾽ οδηγεί μες στα φυτά του κήπου
και με την δίκοπη αφαιρεί τα μπόδι᾽ από τ᾽ αυλάκι
260 και ροβολά με το νερό κάθε μικρό χαλίκι
κι εκείνο με κελάδισμα το πλάγι κατεβαίνει
τόσο γοργό που τ᾽ οδηγού το χέρι δεν το φθάνει,
ομοίως τον πτερόποδον επρόφθανε Αχιλλέα
το κύμα, ότι των θνητών ανώτερ᾽ οι θεοί ᾽ναι.
265 Και όσες φορές ο Αχιλλεύς εστρέφονταν να μείνει
ν᾽ αντισταθεί, να μάθει αν τον κατατρέχουν όλοι
οι επουράνιοι θεοί, τόσες το μέγα κύμα
του διογεννήτου ποταμού στους ώμους τον κτυπούσε.
Επήδ᾽ αυτός ανάερα με την καρδιά κομμένην
270 και φουσκωτός ο ποταμός τα γόνατ᾽ από κάτω
του ᾽κοφτε και απ᾽ τα πόδια του το χώμα τού ρουφούσε.
Κι εκοίταξε τον ουρανό κι εκλαίετ᾽ ο Πηλείδης:
«Πατέρα Δία των θεών, κανείς δεν μ᾽ ελυπήθη
να μη με πάρει ο ποταμός και ας πάθαινα κατόπι.
275 Και άλλος ουρανοκάτοικος θεός σ᾽ εμέ δεν πταίει
όσο η μητέρα μου που αυτή με πλάνεσε όταν είπε
που εμπρός στην πόλιν πυργωτήν των χαλκοφόρων Τρώων
θα πέσω από του Απόλλωνος τα πτεροφόρα βέλη.
Ο Έκτωρ θα με φόνευεν, πολεμιστής των πρώτος
280 ανδρείος καν θα εφόνευε, θα εγύμνωνεν ανδρείον
αλλά το θέλ᾽ η μοίρα μου να κακοθανατίσω
από μεγάλον ποταμόν, καθώς στο πέρασμά του
πνίγεται από νεροσυρμή χοιροβοσκού κοπέλι».
ARTHUR SCHOPENHAUER: Η αδιαφορία για το κίνητρο συνιστά τη μεγαλοφυϊα
Η νόηση, σύμφωνα με τον προορισμό της, είναι απλώς το μέσο των κινήτρων: επομένως, από τα πράγματα δεν συλλαμβάνει κατ’ αρχήν τίποτα περισσότερο από τις σχέσεις τους προς τη βούληση, τις άμεσες, τις έμμεσες και τις δυνατές. Στα ζώα, όπου γίνονται αντιληπτές σχεδόν μόνο οι άμεσες σχέσεις, η υπόθεση είναι πιο οφθαλμοφανής: ό,τι δεν έχει κάποια σχέση με τη βούλησή τους, δεν υπάρχει για αυτά. Γι’ αυτό βλέπουμε κάποτε με έκπληξη πως ακόμα και έξυπνα ζώα, απέναντι σε κάτι χτυπητό, π.χ. απέναντι σε μια ολοφάνερη αλλαγή σε εμάς ή στο περιβάλλον, δεν δείχνουν καμία έκπληξη. Στον συνηθισμένο άνθρωπο προστίθενται μεν και οι έμμεσες , ακόμα και οι δυνατές σχέσεις προς τη βούληση, οι οποίες συνολικά αποτελούν την ολότητα των χρήσιμων γνώσεων, αλλά η αντίληψη σταματάει και εδώ στις σχέσεις.
Γι’ αυτό λοιπόν το κανονικό μυαλό δεν προχωράει σε μια εντελώς καθαρή αντικειμενική εικόνα των πραγμάτων, γιατί η παρατηρητική του ικανότητα, μόλις πάψει να ωθείται και να τίθεται σε κίνηση από τη βούληση, αμέσως πέφτει και γίνεται αδρανής, γιατί δεν έχει αρκετή ενέργεια, ώστε, από δική της κινητικότητα και άσκοπα, να αντιληφθεί τον κόσμο καθαρά αντικειμενικά.
Εκεί όπου αντίθετα αυτό συμβαίνει, όπου η παραστατική δύναμη του εγκεφάλου έχει ένα τέτοιο πλεόνασμα, ώστε να δημιουργηθεί η δίχως σκοπό παρά στάση μιας καθαρής, σαφούς, αντικειμενικής εικόνας του εξωτερικού κόσμου, άχρηστης για τις προθέσεις της βούλησης, στους υψηλότερους βαθμούς της μάλιστα και ενοχλητική, που μπορεί να γίνει ακόμα και επιζήμια για αυτές – εκεί υπάρχει ήδη τουλάχιστον η προδιάθεση για εκείνη την εκτροπή από το κανονικό την οποία χαρακτηρίζει το όνομα της μεγαλοφυΐας, το οποίο υποδηλώνει ότι εδώ φαίνεται να ενεργεί έ να ύψιστα δημιουργικό πνεύμα, κάτι ξένο προς τη βούληση, δηλαδή προς το κυρίως εγώ, ένα κατά κάποιο τρόπο από έξω ερχόμενο δημιουργικό πνεύμα.
Όλοι οι ατάλαντοι είναι σε τελευταία ανάλυση τέτοιοι, γιατί η νόησή τους, ακόμα σταθερά συνδεδεμένη με τη βούληση, μόνο μέσα από την παρώθηση της βούλησης τίθεται σε ενέργεια, και έτσι επομένως παραμένει εντελώς στην υπηρεσία της. Αυτοί κατά συνέπεια δεν είναι ικανοί για κάποιον άλλο σκοπό έξω από τους προσωπικούς. Σύμφωνα με αυτούς δημιουργούν κακότεχνες ζωγραφικές, χαζά ποιήματα, ρηχά, παράλογα, πολύ συχνά επίσης ανέντιμα φιλοσοφήματα, όταν δηλαδή θέλουν, μέσα από ευσεβή ανεντιμότητα, να φανούν αρεστοί σε υψηλούς προϊσταμένους. Όλες οι πράξεις και οι σκέψεις τους είναι λοιπόν προσωπικές. Γι’ αυτό, το πολύ-πολύ καταφέρνουν να ιδιοποιηθούν σαν απομίμηση το εξωτερικό, συμπτωματικό και τυχαίο ξένων γνήσιων έργων, όπου αντί για τον πυρήνα παίρνουν τη φλούδα, και όμως θεωρούν ότι τα πέτυχαν όλα, και μάλιστα ότι ξεπέρασαν και τα πρωτότυπα.
Όταν όμως η αποτυχία είναι ολοφάνερη, τότε κάποιοι ελπίζουν να φτάσουν τελικά στην επιτυχία μέσα από την καλή βούληση. Αλλά ακριβώς αυτή η καλή βούληση το καθιστά αδύνατο, γιατί οι σκοποί της είναι μόνο προσωπικοί όμως τέτοιοι δεν μπορεί να έχουν σοβαρή σχέση ούτε με τέχνη, ούτε με ποίηση, ούτε με φιλοσοφία. Σε αυτούς επομένως ταιριάζει η αποστροφή: βάζουν στο φως τον ίδιο τον εαυτό τους. Δεν διαισθάνονται ότι μόνο η αποκομμένη από τη βούληση και όλα της τα σχέδια, και έτσι ελεύθερα ενεργητική νόηση, γιατί μόνο αυτή προσφέρει την πραγματική σοβαρότητα, κάνει κάποιον ικανό για γνήσιες δημιουργίες και το ότι τους λείπει αυτή η διαίσθηση είναι καλό γι’ αυτούς, γιατί αλλιώς θα πηδούσαν μέσα στο νερό να πνιγούν.
Η καλή βούληση είναι όλα στην ηθική, αλλά στην τέχνη είναι τίποτα: εδώ ισχύει μόνο η ικανότητα. Όλα τελικά εξαρτώνται από το πού βρίσκεται η βασική σοβαρότητα του ανθρώπου. Σχεδόν σε όλους βρίσκεται αποκλειστικά στο δικό τους καλό και στο καλό των δικών τους, γι’ αυτό και δεν είναι ικανοί να προωθήσουν τίποτα άλλο έξω από αυτό. Γιατί καμία πρόθεση, καμιά θεληματική και εσκεμμένη προσπάθεια δεν αποφέρει την αληθινή, βαθιά σοβαρότητα, ή την αντικαθιστά, ή πιο σωστά την εκτοπίζει. Γιατί αυτή μένει πάντα εκεί που την έχει τοποθετήσει η φύση. Γι’ αυτό, μεγαλοφυή άτομα φροντίζουν συχνά ανεπαρκώς για το δικό τους καλό. Όπως ένα μολυβένιο κομμάτι σε μια αλυσίδα που αιωρείται, την επαναφέρει πάλι πίσω στο σημείο που είναι προσδιορισμένο από τη βαρύτητα, έτσι και η αληθινή σοβαρότητα του ανθρώπου τραβάει τη δύναμη και την προσοχή της νόησής του πάντα πίσω προς τα εκεί που είναι προορισμένη να βρίσκεται: όλα τα άλλα τα κάνει ο άνθρωπος χωρίς αληθινή σοβαρότητα. Γι’ αυτό μόνο οι εξαιρετικά σπάνιοι, μη κανονικοί άνθρωποι, η αληθινή σοβαρότητα των οποίων δεν βρίσκεται στο προσωπικό και πρακτικό, παρά στο αντικειμενικό και θεωρητικό, είναι σε θέση να αντιληφθούν το ουσιαστικό των πραγμάτων και του κόσμου, που σημαίνει τις ύψιστες αλήθειες, και με κάποιο τρόπο να τις προβάλουν. Γιατί μια τέτοια σοβαρότητα, που βρίσκεται έξω από το υποκείμενο, στο αντικειμενικό, είναι κάτι ξένο από την ανθρώπινη φύση, κάτι αφύσικό, στην ουσία υπερφυσικό όμως μόνο μέσα από αυτήν είναι ένας άνθρωπος μεγάλος, και οι δημιουργίες του είναι σαν να προ έρχονται από ένα, διαφορετικό από αυτόν, δημιουργικό πνεύμα, το οποίο τον κατέλαβε.
Γι’ αυτό λοιπόν το κανονικό μυαλό δεν προχωράει σε μια εντελώς καθαρή αντικειμενική εικόνα των πραγμάτων, γιατί η παρατηρητική του ικανότητα, μόλις πάψει να ωθείται και να τίθεται σε κίνηση από τη βούληση, αμέσως πέφτει και γίνεται αδρανής, γιατί δεν έχει αρκετή ενέργεια, ώστε, από δική της κινητικότητα και άσκοπα, να αντιληφθεί τον κόσμο καθαρά αντικειμενικά.
Εκεί όπου αντίθετα αυτό συμβαίνει, όπου η παραστατική δύναμη του εγκεφάλου έχει ένα τέτοιο πλεόνασμα, ώστε να δημιουργηθεί η δίχως σκοπό παρά στάση μιας καθαρής, σαφούς, αντικειμενικής εικόνας του εξωτερικού κόσμου, άχρηστης για τις προθέσεις της βούλησης, στους υψηλότερους βαθμούς της μάλιστα και ενοχλητική, που μπορεί να γίνει ακόμα και επιζήμια για αυτές – εκεί υπάρχει ήδη τουλάχιστον η προδιάθεση για εκείνη την εκτροπή από το κανονικό την οποία χαρακτηρίζει το όνομα της μεγαλοφυΐας, το οποίο υποδηλώνει ότι εδώ φαίνεται να ενεργεί έ να ύψιστα δημιουργικό πνεύμα, κάτι ξένο προς τη βούληση, δηλαδή προς το κυρίως εγώ, ένα κατά κάποιο τρόπο από έξω ερχόμενο δημιουργικό πνεύμα.
Όλοι οι ατάλαντοι είναι σε τελευταία ανάλυση τέτοιοι, γιατί η νόησή τους, ακόμα σταθερά συνδεδεμένη με τη βούληση, μόνο μέσα από την παρώθηση της βούλησης τίθεται σε ενέργεια, και έτσι επομένως παραμένει εντελώς στην υπηρεσία της. Αυτοί κατά συνέπεια δεν είναι ικανοί για κάποιον άλλο σκοπό έξω από τους προσωπικούς. Σύμφωνα με αυτούς δημιουργούν κακότεχνες ζωγραφικές, χαζά ποιήματα, ρηχά, παράλογα, πολύ συχνά επίσης ανέντιμα φιλοσοφήματα, όταν δηλαδή θέλουν, μέσα από ευσεβή ανεντιμότητα, να φανούν αρεστοί σε υψηλούς προϊσταμένους. Όλες οι πράξεις και οι σκέψεις τους είναι λοιπόν προσωπικές. Γι’ αυτό, το πολύ-πολύ καταφέρνουν να ιδιοποιηθούν σαν απομίμηση το εξωτερικό, συμπτωματικό και τυχαίο ξένων γνήσιων έργων, όπου αντί για τον πυρήνα παίρνουν τη φλούδα, και όμως θεωρούν ότι τα πέτυχαν όλα, και μάλιστα ότι ξεπέρασαν και τα πρωτότυπα.
Όταν όμως η αποτυχία είναι ολοφάνερη, τότε κάποιοι ελπίζουν να φτάσουν τελικά στην επιτυχία μέσα από την καλή βούληση. Αλλά ακριβώς αυτή η καλή βούληση το καθιστά αδύνατο, γιατί οι σκοποί της είναι μόνο προσωπικοί όμως τέτοιοι δεν μπορεί να έχουν σοβαρή σχέση ούτε με τέχνη, ούτε με ποίηση, ούτε με φιλοσοφία. Σε αυτούς επομένως ταιριάζει η αποστροφή: βάζουν στο φως τον ίδιο τον εαυτό τους. Δεν διαισθάνονται ότι μόνο η αποκομμένη από τη βούληση και όλα της τα σχέδια, και έτσι ελεύθερα ενεργητική νόηση, γιατί μόνο αυτή προσφέρει την πραγματική σοβαρότητα, κάνει κάποιον ικανό για γνήσιες δημιουργίες και το ότι τους λείπει αυτή η διαίσθηση είναι καλό γι’ αυτούς, γιατί αλλιώς θα πηδούσαν μέσα στο νερό να πνιγούν.
Η καλή βούληση είναι όλα στην ηθική, αλλά στην τέχνη είναι τίποτα: εδώ ισχύει μόνο η ικανότητα. Όλα τελικά εξαρτώνται από το πού βρίσκεται η βασική σοβαρότητα του ανθρώπου. Σχεδόν σε όλους βρίσκεται αποκλειστικά στο δικό τους καλό και στο καλό των δικών τους, γι’ αυτό και δεν είναι ικανοί να προωθήσουν τίποτα άλλο έξω από αυτό. Γιατί καμία πρόθεση, καμιά θεληματική και εσκεμμένη προσπάθεια δεν αποφέρει την αληθινή, βαθιά σοβαρότητα, ή την αντικαθιστά, ή πιο σωστά την εκτοπίζει. Γιατί αυτή μένει πάντα εκεί που την έχει τοποθετήσει η φύση. Γι’ αυτό, μεγαλοφυή άτομα φροντίζουν συχνά ανεπαρκώς για το δικό τους καλό. Όπως ένα μολυβένιο κομμάτι σε μια αλυσίδα που αιωρείται, την επαναφέρει πάλι πίσω στο σημείο που είναι προσδιορισμένο από τη βαρύτητα, έτσι και η αληθινή σοβαρότητα του ανθρώπου τραβάει τη δύναμη και την προσοχή της νόησής του πάντα πίσω προς τα εκεί που είναι προορισμένη να βρίσκεται: όλα τα άλλα τα κάνει ο άνθρωπος χωρίς αληθινή σοβαρότητα. Γι’ αυτό μόνο οι εξαιρετικά σπάνιοι, μη κανονικοί άνθρωποι, η αληθινή σοβαρότητα των οποίων δεν βρίσκεται στο προσωπικό και πρακτικό, παρά στο αντικειμενικό και θεωρητικό, είναι σε θέση να αντιληφθούν το ουσιαστικό των πραγμάτων και του κόσμου, που σημαίνει τις ύψιστες αλήθειες, και με κάποιο τρόπο να τις προβάλουν. Γιατί μια τέτοια σοβαρότητα, που βρίσκεται έξω από το υποκείμενο, στο αντικειμενικό, είναι κάτι ξένο από την ανθρώπινη φύση, κάτι αφύσικό, στην ουσία υπερφυσικό όμως μόνο μέσα από αυτήν είναι ένας άνθρωπος μεγάλος, και οι δημιουργίες του είναι σαν να προ έρχονται από ένα, διαφορετικό από αυτόν, δημιουργικό πνεύμα, το οποίο τον κατέλαβε.
Σε ένα τέτοιον άνθρωπο, η ζωγραφική, η ποίηση ή η σκέψη είναι σκοπός, στους άλλους είναι μέσο. Αυτοί επιδιώκουν τα συμφέροντά τους και γνωρίζουν κατά κανόνα να τα προωθούν προσαρμοζόμενοι στους συγχρόνους τους, έτοιμοι να υπηρετήσουν τις ανάγκες τους και τα κέφια τους γι’ αυτό κατά το πλείστον ζουν σε ευτυχείς συνθήκες, εκείνος όμως συχνά σε πολύ πενιχρές: γιατί το προσωπικό του καλό το θυσιάζει στον αντικειμενικό σκοπό: δεν μπορεί δηλαδή να κάνει αλλιώς, γιατί εκεί βρίσκεται η σοβαρότητά του. Οι άλλοι κάνουν το αντίστροφο: γι’ αυτό αυτοί είναι μικροί, εκείνος όμως μεγάλος. Σύμφωνα με αυτά, το έργο του είναι για όλους τους καιρούς, αλλά η αναγνώριση του αρχίζει συνήθως στους μεταγενέστερους. Οι άλλοι ζουν και πεθαίνουν με την εποχή τους. Μεγάλος γενικά είναι εκείνος που με τη δράση του (είτε αυτή είναι πρακτική είτε θεωρητή) δεν επιδιώκει τα συμφέροντά του, παρά ακολουθεί μόνο έναν αντικειμενικό σκοπό αλλά είναι μεγάλος ακόμα κι αν στην πρακτική ζωή αυτός ο σκοπός έχει παρεξηγηθεί και για τον λόγο αυτό έχει θεωρηθεί έγκλημα. Το ότι αυτός δεν επιδιώκει το καλό του και τα συμφέροντά του, αυτό τον κάνει κάτω από όλες τις συνθήκες μεγάλο. Μικρή αντίθετα είναι κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί σε προσωπικούς σκοπούς, γιατί αυτός που ενεργεί έτσι, αναγνωρίζει και βρίσκει τον εαυτό του μόνο στο άπειρο ελάχιστα μικρό άτομό του. Αντίθετα, όποιος είναι μεγάλος αναγνωρίζει τον εαυτό του σε όλα, δηλαδή στην ολότητα: δεν ζει, όπως εκείνος, μόνο στον μικρόκοσμο, παρά ακόμα πιο πολύ στον μακρόκοσμο. Γι’ αυτό και η υπόθεσή του είναι η ολότητα, και επιδιώκει να την αντιληφθεί, για να την παρουσιάσει, ή για να την εξηγήσει, ή για να επενεργήσει σε αυτήν πρακτικά. Γιατί αυτή δεν του είναι ξένη, νιώθει ότι τον αφορά. Εξαιτίας αυτής της διεύρυνσης της σφαίρας του, τον ονομάζει κανείς μεγάλο. Επομένως, μόνο στον πραγματικό ήρωα, με οποιαδήποτε έννοια, και στη μεγαλοφυΐα ταιριάζει εκείνος ο υψηλός χαρακτηρισμός, ο οποίος σημαίνει ότι αυτοί, ενάντια στην ανθρώπινη φύση, δεν επιδίωξαν το προσωπικό τους συμφέρον, δεν έζησαν για αυτούς τους ίδιους, παρά για όλους.
ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, ΟΙ ΑΤΕΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΝΟΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΟΦΥΪΑ
ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, ΟΙ ΑΤΕΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΝΟΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΟΦΥΪΑ
ΒΟΚΑΚΙΟΣ: Μια πολύ αστεία ιστορία απιστίας
Ξέρετε, ασφαλώς, πως ένας φλωρεντινός ευπατρίδης, που κατοικούσε στο Παρίσι, αναγκάστηκε απ’ τη φτώχεια να γίνει έμπορος, και οι δουλειές του πήγαν τόσο καλά, που έκανε μεγάλη περιουσία. Από τη γυναίκα του απόκτησε μονάχα ένα γιο, τον Λοντοβίκο, που πήρε απ’ τον πατέρα του μονάχα τις αριστοκρατικές ροπές και καμιά κλίση για το εμπόριο. Για τούτο ο πατέρας του δεν του εμπιστεύτηκε τη δουλειά του, αλλά τον έβαλε μαζί με άλλους νεαρούς ευγενείς στην υπηρεσία του βασιλιά της Γαλλίας, όπου έμαθε καλούς τρόπους και συμπεριφορά.
Στο διάστημα που έμενε στην Αυλή, πολλοί ιππότες, που γύριζαν απ’ τους Αγίους Τόπους, τύχαινε να κουβεντιάζουν μπροστά του, όπως συνηθίζουν οι νέοι, για τις ωραίες γυναίκες της Γαλλίας, της Αγγλίας κι άλλων χωρών του κόσμου. Ένας από τους ιππότες άρχισε να λέει πως στις διάφορες περιπλανήσεις του δεν είχε δει ομορφιά που να μπορεί να συγκριθεί με την ομορφιά της ντόνας Βεατρίκης, της γυναίκας του Εγκάνο Γκαλούτσι, στην Μπολόνια. Και όλοι οι σύντροφοί του, που την είχαν δει στην Μπολόνια, συμφώνησαν μαζί του.
Σαν το άκουσε ο Λοντοβίκο, που ήταν ακόμη αρχάριος στον έρωτα, ένιωσε τόσο μεγάλη επιθυμία να τη δει, που δεν είχε άλλη σκέψη στο νου του. Μ’ αυτό το σκοπό, αποφάσισε να πάει οπωσδήποτε στην Μπολόνια, και μάλιστα να μείνει εκεί, αν του άρεσε η κυρά. Είπε λοιπόν στον πατέρα του πως ήθελε δήθεν να πάει στον Πανάγιο Τάφο για προσκύνημα, και με τα πολλά κατάφερε να πάρει την άδειά του. Έφτασε στην Μπολόνια με το όνομα Ανιτσίνο, και τα ’φερε η τύχη να δει την άλλη μέρα κιόλας την κυρά σε μια γιορτή. Τη βρήκε ακόμα πιο ωραία απ’ ό,τι είχε φανταστεί, την ερωτεύτηκε φλογερά κι αποφάσισε να μη φύγει απ’ την Μπολόνια δίχως να χαρεί τον έρωτά της.
Κάθισε να σκεφτεί πώς θα το πετύχαινε, και βρήκε πως ο μόνος τρόπος που παρουσίαζε κάποιες πιθανότητες ήταν να μπει στην υπηρεσία του άντρα της, που είχε πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό. Πούλησε τα άλογά του, βόλεψε τους υπηρέτες του και τους έδωσε οδηγίες να κάνουν πως δεν τον γνωρίζουν αν τύχαινε να τον ανταμώσουν. Ύστερα, πήρε παράμερα τον ξενοδόχο και του ανακοίνωσε την επιθυμία του να μπει, αν ήταν δυνατόν, στην υπηρεσία κάποιου μεγάλου αφέντη.
«Μου φαίνεται» του αποκρίθηκε ο ξενοδόχος, «πως είσαι ό,τι χρειάζεται για ν’ αρέσεις σ’ έναν μεγάλο άρχοντα αυτού του τόπου, τον Εγκάνο με τ’ όνομα. Έχει πολλούς υπηρέτες και τους θέλει με καλό παρουσιαστικό, σαν εσένα. Άσε — θα του μιλήσω».
Έκανε όπως είπε, κι ο Εγκάνο δέχτηκε να προσλάβει τον Ανιτσίνο, που η χαρά του δεν περιγράφεται.
Ο Ανιτσίνο, στην υπηρεσία τώρα του Εγκάνο, είχε συχνά την ευκαιρία να βλέπει την κυρά. Και υπηρετούσε τον αφέντη του τόσο καλά και με τόση αφοσίωση, που ο Εγκάνο τον συμπάθησε σε σημείο που να μην μπορεί τίποτα να κάνει δίχως αυτόν. Και εκτός που τον είχε στην προσωπική του υπηρεσία, του ανέθεσε και τη διαχείριση όλης της περιουσίας του.
Μια μέρα, ο Εγκάνο βγήκε να κυνηγήσει πουλιά, δίχως να πάρει μαζί του τον Ανιτσίνο.
Η Βεατρίκη δεν είχε καταλάβει ακόμα πως ο Ανιτσίνο ήταν ερωτευμένος μαζί της, αλλά οι τρόποι του και το παρουσιαστικό του την έκαναν πολλές φορές να σκεφτεί πως ήταν χαριτωμένος και πως της άρεσε. Κάθισαν λοιπόν σ’ ένα τραπέζι και βάλθηκαν να παίζουν σκάκι, κι ο Ανιτσίνο, θέλοντας να την ευχαριστήσει, άφησε μ’ επιτηδειότητα να νικηθεί, προς μεγάλη χαρά της Βεατρίκης. Οι κοπέλες της συνοδείας της παράτησαν τότε να παρακολουθούν το παιχνίδι, και τους άφησαν μόνους. Ο Ανιτσίνο αναστέναξε βαθιά, και τότε εκείνη τον κοίταξε και τον ρώτησε:
«Τι έχεις, Ανιτσινο: Σου κακοφάνηκε που σε κέρδισα! «Ντόνα» της αποκρίθηκε, «μια πολύ πιο σοβαρή αιτία με κάνει κι αναστενάζω».
«Για το καλό που μου θέλεις» του λέει, «πες μου την».
Ο Ανιτσίνο, ακούγοντας τη γυναίκα που αγαπούσε περισσότερο από καθετί στον κόσμο να τον εξορκίζει «για το καλό που της θέλει», αναστέναξε ακόμα πιο βαθιά. Η Βεατρίκη τον παρακάλεσε και πάλι να της πει ποια αιτία τον έκανε να αναστενάζει.
«Ντόνα» της αποκρίθηκε ο Ανιτσίνο, «φοβάμαι πως θα σας ενοχλήσω αν σας το πω. Φοβάμαι μην το πείτε και σε άλλους».
«Σου υπόσχομαι» του λέει, «να μη στενοχωρηθώ. Πες μου ό,τι έχεις να μου πεις, και να ’σαι βέβαιος πως δε θα το πω σε κανέναν δίχως τη συγκατάθεσή σου».
«Αφού μου το υπόσχεστε» είπε ο Ανιτσίνο, «θα σας το πω».
Λες και τρεμόπαιζαν δάκρυα στα βλέφαρά του, όσο της διηγόταν ποιος ήταν, τι είχε μάθει γι’ αυτήν, πού και πώς την είχε ερωτευτεί, και για ποιο λόγο είχε μπει στην υπηρεσία του άντρα της. Ύστερα, όσο γίνεται πιο ταπεινά, την παρακάλεσε να τον λυπηθεί και να στέρξει στον τόσο μυστικό και φλογερό πόθο του. Αν όχι, δίχως τίποτα ν’ αλλάξει στις σχέσεις τους, να ανεχτεί τη λατρεία του.
Ω, αίμα μπολονέζικο, μοναδικό για τη γλύκα σου! Πόσες φορές δε σ’ έχουν υμνήσει σε τέτοιες περιστάσεις! Μακριά τα δάκρυα κι οι αναστεναγμοί, και πάντα υποκύπτεις στις ικεσίες και στον ερωτικό πόθο· κι αν ήμουν κατάλληλη να εγκωμιάσω τις αρετές σου, ποτέ δε θα ’σβηνε η φωνή μου.
Όσο μιλούσε ο Ανιτσίνο, η όμορφη κυρά τον κοίταζε κατάματα και πίστευε απόλυτα όσα της έλεγε. Οι ικεσίες κι ο έρωτας του νεαρού τρύπησαν τόσο βαθιά την καρδιά της, που άρχισε κι αυτή να αναστενάζει. Κι αφού αναστέναξε μερικές φορές, του αποκρίθηκε:
«Γλυκέ μου Ανιτσίνο, μην απελπίζεσαι. Έχω τραβήξει -και τραβάω ακόμα— ένα πλήθος θαυμαστές. Μα ούτε τα δώρα, ούτε οι υποσχέσεις, ούτε το φλογερό πάθος, απ’ όποιον κι αν προέρχονταν, είτε από ιππότη, είτε από μεγάλο άρχοντα, είτε απ’ όποιον άλλο, δεν μπόρεσαν ποτέ να συγκινήσουν την καρδιά μου. Κι έφτασε τόσο λίγη ώρα. όσο κράτησαν τα λόγια σου, για να γίνει η καρδιά μου περισσότερο δική σου παρά δική μου. Μπόρεσες να κερδίσεις απόλυτα τον έρωτά μου. Σου τον χαρίζω και σου υπόσχομαι να τον χαρείς πριν να περάσει η νύχτα που έρχεται. Και για να κρατήσω την υπόσχεσή μου, έλα στην κάμαρά μου τα μεσάνυχτα — θ’ αφήσω την πόρτα ανοιχτή, ξέρεις σε ποια μεριά του κρεβατιού κοιμάμαι, έλα εκεί, κι αν τύχει και κοιμάμαι, σκούντησε με ανάλαφρα για να ξυπνήσω, και θα σε αποζημιώσω για τον μακροχρόνιο πόθο σου. Και για να με πιστέψεις, πάρε για αρραβώνα ένα φιλί».
Τον αγκάλιασε απ’ το λαιμό, κι έδωσαν ένα μακρόσυρτο ερωτικό φιλί.
Ύστερα, ο Ανιτσίνο την άφησε για ν’ ασχοληθεί με διάφορες υποθέσεις, περιμένοντας με χαρούμενο καρδιοχτύπι να νυχτώσει.
Ο Εγκάνο γύρισε απ’ το κυνήγι, κάθισε να φάει, κι όπως ήταν κουρασμένος, πήγε να πλαγιάσει. Δεν άργησε ν’ ανέβει κι η γυναίκα του, και σύμφωνα με την υπόσχεσή της, άφησε την πόρτα ανοιχτή. Την ορισμένη ώρα πήγε κι ο Ανιτσίνο, μπήκε στην κάμαρα πατώντας στ’ ακροδάχτυλα κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τράβηξε προς το μέρος όπου πλάγιαζε η ντόνα Βεατρίκη, της άγγιξε το στήθος και είδε πως ήταν ξύπνια. Όταν κατάλαβε η Βεατρίκη πως ήταν ο Ανιτσίνο, του έπιασε το χέρι και το έσφιξε δυνατά. Ύστερα, γύρισε απ’ την άλλη, ξύπνησε τον άντρα της που κοιμόταν, κι άρχισε να του λέει: «Δε θέλησα να σου πω τίποτα σαν ήρθες, γιατί μου φάνηκες κουρασμένος. Μα πες μου, ο Θεός μαζί σου, Εγκάνο, απ’ όλους τους υπηρέτες σου, ποιος είναι ο καλύτερος, ο πιο πιστός, αυτός που προτιμάς;»
«Ωραία ερώτηση!» της αποκρίθηκε. «Δεν τον ξέρεις; Ούτε είχα ποτέ, ούτε έχω σε κανέναν τόση εμπιστοσύνη, όση στον αγαπητό μου και πιστό Ανιτσίνο. Αλλά γιατί με ρωτάς;»
Ο Ανιτσίνο, βλέποντας πως ο Εγκάνο είχε ξυπνήσει, κι ακούγοντας να μιλούν γι’ αυτόν, φοβήθηκε πως η κυρά τού είχε στήσει παγίδα, και δοκίμασε πολλές φορές να τραβήξει το χέρι του και να το βάλει στα πόδια, μα η Βεατρίκη το κρατούσε τόσο σφιχτά, που δεν μπόρεσε. Στο μεταξύ, αποκρινόταν εκείνη στον Εγκάνο:
«Θα σου πω. Τον νόμιζα κι εγώ, όπως εσύ, πιο αφοσιωμένο απ’ όλους. Και με έβγαλε ο ίδιος απ’ την πλάνη μου. Σαν έφυγες για το κυνήγι, εκείνος έμεινε, διάλεξε τη στιγμή και δεν ντράπηκε να μου κάνει ανήθικες προτάσεις. Και τότε εγώ, για να μη χρειαστεί να σου δώσω πολλές αποδείξεις και για να πειστείς με τα μάτια σου, του αποκρίθηκα πως είμαι σύμφωνη και πως απόψε κιόλας, μετά τα μεσάνυχτα, θα πάω να τον περιμένω στον κήπο, κάτω από το πεύκο. Φυσικά, δεν το ’χω σκοπό να πάω. Μα αν θες να διαπιστώσεις πόσο λίγο σου είναι πιστός, είναι πολύ εύκολο: φόρεσε μια ρόμπα μου, τύλιξε το κεφάλι σου με μια σάρπα και πήγαινε να τον περιμένεις. Είμαι βέβαιη πως θα ’ρθει».
«Σίγουρα θα πάω να δω» αποκρίθηκε ο Εγκάνο στα λόγια της γυναίκας του.
Σηκώθηκε όπως όπως στα σκοτεινά, φόρεσε μια ρόμπα της κυράς, τύλιξε μια σάρπα στο κεφάλι του, ύστερα πήγε στον κήπο κι άρχισε να παραμονεύει κοντά σ’ ένα πεύκο.
Σαν τον είδε όρθιο η Βεατρίκη και τον άκουσε να βγαίνει, σηκώθηκε κι αυτή και σύρτωσε την πόρτα από μέσα. Ο Ανιτσίνο, που είχε δοκιμάσει τον μεγαλύτερο φόβο της ζωής του, είχε προσπαθήσει να ξεφύγει από τα χέρια της κυράς και καταριόταν εκατό χιλιάδες φορές τη Βεατρίκη, τον έρωτά του και την απλοϊκότητα που είχε δείξει, μα σαν είδε πού κατέληγαν όλα αυτά, ένιωσε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Η κυρά ξαναγύρισε στο κρεβάτι, κι όταν τον κάλεσε, πλάγιασε κι αυτός, γδυτός όπως εκείνη, και για πολλή ώρα χάρηκαν τον αμοιβαίο έρωτά τους.
Σαν έκρινε η κυρά πως ο Ανιτσίνο δεν έπρεπε να μείνει περισσότερο, τον έβαλε να σηκωθεί και να ντυθεί και του είπε:
«Γλυκό μου στοματάκι, πάρε ένα χοντρό ραβδί, πήγαινε στον κήπο και προσποιήσου πως είχες θελήσει να με δοκιμάσεις. Βρίσε τον Εγκάνο σαν να ’μουν εγώ, και δώσ’ του κάμποσες με το ραβδί. Θα δεις το αποτέλεσμα και τι ωραία που θα περάσουμε οι δυο μας».
Ο Ανιτσίνο σηκώθηκε, κατέβηκε μ’ ένα ραβδί από ξύλο ιτιάς στο χέρι και σίμωσε στο πεύκο. Ο Εγκάνο, που τον είδε να ‘ρχεται, σηκώθηκε και προχώρησε με προσποιητή χαρά να τον υποδεχτεί, μα ο Ανιτσίνο έβαλε τις φωνές:
«Α, παλιογυναίκα! Ήρθες, λοιπόν! Πίστεψες πως θα πρόδινα τον αφέντη μου, ε; Χίλιες φορές καταραμένη η ώρα που ήρθες!»
Ο Εγκάνο, ακούγοντας αυτά τα λόγια και βλέποντας το ραβδί, το ‘βαλε στα πόδια, κι ο Ανιτσίνο, ξοπίσω του, δε σταματούσε να φωνάζει:
«Ε, που να το βρεις απ’ το Θεό, παλιοβρόμα! Έννοια σου, όμως, αύριο θα τα πω όλα στον Εγκάνο».
Ο Εγκάνο, που είχε φάει κάμποσες ξυλιές, γύρισε σε κακά χάλια στην κάμαρά του. Η γυναίκα του τον ρώτησε αμέσως αν είχε πάει ο Ανιτσίνο στον κήπο.
«Να ’δινε ο Θεός να μην είχε έρθει!» της αποκρίθηκε. «Με πήρε για σένα, με μαύρισε στο ξύλο και με έβρισε με τα χειρότερα λόγια, σαν να ’μουν καμιά πόρνη. Για να ’μαι ειλικρινής, μου φάνηκε πολύ παράξενο να σου είχε κάνει τέτοιες προτάσεις με την υστεροβουλία να με ατιμάσει. Θέλησε να σε δοκιμάσει, καθώς σ’ έβλεπε πάντα γελαστή και πεταχτή».
«Δόξα να ’χει ο Θεός, που εμένα με δοκίμασε με τα λόγια κι εσένα με τα έργα. Και σίγουρα μπορεί να λέει πως υπομένω τα λόγια καλύτερα απ’ ό,τι εσύ τα έργα. Ωστόσο, μια και σου είναι τόσο πιστός, πρέπει να του δείξεις φιλία και να τον τιμάς».
«Ναι, έχεις δίκιο» αποκρίθηκε ο Εγκάνο.
Κι από κείνη την περιπέτεια, έβγαλε το συμπέρασμα πως είχε, απ’ όλους τους αριστοκράτες του τόπου, την τιμιότερη γυναίκα και τον πιστότερο υπηρέτη. Και πολλές φορές οι τρεις τους ξεκαρδίζονταν στα γέλια όταν θυμόνταν το επεισόδιο – που, δίχως αυτό, ίσως να μην έβρισκαν, ο Ανιτσίνο και η κυρά, την ίδια ευκολία στις σχέσεις τους, που τις συνέχισαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Κι ο Ανιτσίνο έμεινε όσον καιρό θέλησε στο σπίτι του Εγκάνο, στην Μπολόνια.
ΒΟΚΑΚΙΟΣ, Το δεκαήμερο
Στο διάστημα που έμενε στην Αυλή, πολλοί ιππότες, που γύριζαν απ’ τους Αγίους Τόπους, τύχαινε να κουβεντιάζουν μπροστά του, όπως συνηθίζουν οι νέοι, για τις ωραίες γυναίκες της Γαλλίας, της Αγγλίας κι άλλων χωρών του κόσμου. Ένας από τους ιππότες άρχισε να λέει πως στις διάφορες περιπλανήσεις του δεν είχε δει ομορφιά που να μπορεί να συγκριθεί με την ομορφιά της ντόνας Βεατρίκης, της γυναίκας του Εγκάνο Γκαλούτσι, στην Μπολόνια. Και όλοι οι σύντροφοί του, που την είχαν δει στην Μπολόνια, συμφώνησαν μαζί του.
Σαν το άκουσε ο Λοντοβίκο, που ήταν ακόμη αρχάριος στον έρωτα, ένιωσε τόσο μεγάλη επιθυμία να τη δει, που δεν είχε άλλη σκέψη στο νου του. Μ’ αυτό το σκοπό, αποφάσισε να πάει οπωσδήποτε στην Μπολόνια, και μάλιστα να μείνει εκεί, αν του άρεσε η κυρά. Είπε λοιπόν στον πατέρα του πως ήθελε δήθεν να πάει στον Πανάγιο Τάφο για προσκύνημα, και με τα πολλά κατάφερε να πάρει την άδειά του. Έφτασε στην Μπολόνια με το όνομα Ανιτσίνο, και τα ’φερε η τύχη να δει την άλλη μέρα κιόλας την κυρά σε μια γιορτή. Τη βρήκε ακόμα πιο ωραία απ’ ό,τι είχε φανταστεί, την ερωτεύτηκε φλογερά κι αποφάσισε να μη φύγει απ’ την Μπολόνια δίχως να χαρεί τον έρωτά της.
Κάθισε να σκεφτεί πώς θα το πετύχαινε, και βρήκε πως ο μόνος τρόπος που παρουσίαζε κάποιες πιθανότητες ήταν να μπει στην υπηρεσία του άντρα της, που είχε πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό. Πούλησε τα άλογά του, βόλεψε τους υπηρέτες του και τους έδωσε οδηγίες να κάνουν πως δεν τον γνωρίζουν αν τύχαινε να τον ανταμώσουν. Ύστερα, πήρε παράμερα τον ξενοδόχο και του ανακοίνωσε την επιθυμία του να μπει, αν ήταν δυνατόν, στην υπηρεσία κάποιου μεγάλου αφέντη.
«Μου φαίνεται» του αποκρίθηκε ο ξενοδόχος, «πως είσαι ό,τι χρειάζεται για ν’ αρέσεις σ’ έναν μεγάλο άρχοντα αυτού του τόπου, τον Εγκάνο με τ’ όνομα. Έχει πολλούς υπηρέτες και τους θέλει με καλό παρουσιαστικό, σαν εσένα. Άσε — θα του μιλήσω».
Έκανε όπως είπε, κι ο Εγκάνο δέχτηκε να προσλάβει τον Ανιτσίνο, που η χαρά του δεν περιγράφεται.
Ο Ανιτσίνο, στην υπηρεσία τώρα του Εγκάνο, είχε συχνά την ευκαιρία να βλέπει την κυρά. Και υπηρετούσε τον αφέντη του τόσο καλά και με τόση αφοσίωση, που ο Εγκάνο τον συμπάθησε σε σημείο που να μην μπορεί τίποτα να κάνει δίχως αυτόν. Και εκτός που τον είχε στην προσωπική του υπηρεσία, του ανέθεσε και τη διαχείριση όλης της περιουσίας του.
Μια μέρα, ο Εγκάνο βγήκε να κυνηγήσει πουλιά, δίχως να πάρει μαζί του τον Ανιτσίνο.
Η Βεατρίκη δεν είχε καταλάβει ακόμα πως ο Ανιτσίνο ήταν ερωτευμένος μαζί της, αλλά οι τρόποι του και το παρουσιαστικό του την έκαναν πολλές φορές να σκεφτεί πως ήταν χαριτωμένος και πως της άρεσε. Κάθισαν λοιπόν σ’ ένα τραπέζι και βάλθηκαν να παίζουν σκάκι, κι ο Ανιτσίνο, θέλοντας να την ευχαριστήσει, άφησε μ’ επιτηδειότητα να νικηθεί, προς μεγάλη χαρά της Βεατρίκης. Οι κοπέλες της συνοδείας της παράτησαν τότε να παρακολουθούν το παιχνίδι, και τους άφησαν μόνους. Ο Ανιτσίνο αναστέναξε βαθιά, και τότε εκείνη τον κοίταξε και τον ρώτησε:
«Τι έχεις, Ανιτσινο: Σου κακοφάνηκε που σε κέρδισα! «Ντόνα» της αποκρίθηκε, «μια πολύ πιο σοβαρή αιτία με κάνει κι αναστενάζω».
«Για το καλό που μου θέλεις» του λέει, «πες μου την».
Ο Ανιτσίνο, ακούγοντας τη γυναίκα που αγαπούσε περισσότερο από καθετί στον κόσμο να τον εξορκίζει «για το καλό που της θέλει», αναστέναξε ακόμα πιο βαθιά. Η Βεατρίκη τον παρακάλεσε και πάλι να της πει ποια αιτία τον έκανε να αναστενάζει.
«Ντόνα» της αποκρίθηκε ο Ανιτσίνο, «φοβάμαι πως θα σας ενοχλήσω αν σας το πω. Φοβάμαι μην το πείτε και σε άλλους».
«Σου υπόσχομαι» του λέει, «να μη στενοχωρηθώ. Πες μου ό,τι έχεις να μου πεις, και να ’σαι βέβαιος πως δε θα το πω σε κανέναν δίχως τη συγκατάθεσή σου».
«Αφού μου το υπόσχεστε» είπε ο Ανιτσίνο, «θα σας το πω».
Λες και τρεμόπαιζαν δάκρυα στα βλέφαρά του, όσο της διηγόταν ποιος ήταν, τι είχε μάθει γι’ αυτήν, πού και πώς την είχε ερωτευτεί, και για ποιο λόγο είχε μπει στην υπηρεσία του άντρα της. Ύστερα, όσο γίνεται πιο ταπεινά, την παρακάλεσε να τον λυπηθεί και να στέρξει στον τόσο μυστικό και φλογερό πόθο του. Αν όχι, δίχως τίποτα ν’ αλλάξει στις σχέσεις τους, να ανεχτεί τη λατρεία του.
Ω, αίμα μπολονέζικο, μοναδικό για τη γλύκα σου! Πόσες φορές δε σ’ έχουν υμνήσει σε τέτοιες περιστάσεις! Μακριά τα δάκρυα κι οι αναστεναγμοί, και πάντα υποκύπτεις στις ικεσίες και στον ερωτικό πόθο· κι αν ήμουν κατάλληλη να εγκωμιάσω τις αρετές σου, ποτέ δε θα ’σβηνε η φωνή μου.
Όσο μιλούσε ο Ανιτσίνο, η όμορφη κυρά τον κοίταζε κατάματα και πίστευε απόλυτα όσα της έλεγε. Οι ικεσίες κι ο έρωτας του νεαρού τρύπησαν τόσο βαθιά την καρδιά της, που άρχισε κι αυτή να αναστενάζει. Κι αφού αναστέναξε μερικές φορές, του αποκρίθηκε:
«Γλυκέ μου Ανιτσίνο, μην απελπίζεσαι. Έχω τραβήξει -και τραβάω ακόμα— ένα πλήθος θαυμαστές. Μα ούτε τα δώρα, ούτε οι υποσχέσεις, ούτε το φλογερό πάθος, απ’ όποιον κι αν προέρχονταν, είτε από ιππότη, είτε από μεγάλο άρχοντα, είτε απ’ όποιον άλλο, δεν μπόρεσαν ποτέ να συγκινήσουν την καρδιά μου. Κι έφτασε τόσο λίγη ώρα. όσο κράτησαν τα λόγια σου, για να γίνει η καρδιά μου περισσότερο δική σου παρά δική μου. Μπόρεσες να κερδίσεις απόλυτα τον έρωτά μου. Σου τον χαρίζω και σου υπόσχομαι να τον χαρείς πριν να περάσει η νύχτα που έρχεται. Και για να κρατήσω την υπόσχεσή μου, έλα στην κάμαρά μου τα μεσάνυχτα — θ’ αφήσω την πόρτα ανοιχτή, ξέρεις σε ποια μεριά του κρεβατιού κοιμάμαι, έλα εκεί, κι αν τύχει και κοιμάμαι, σκούντησε με ανάλαφρα για να ξυπνήσω, και θα σε αποζημιώσω για τον μακροχρόνιο πόθο σου. Και για να με πιστέψεις, πάρε για αρραβώνα ένα φιλί».
Τον αγκάλιασε απ’ το λαιμό, κι έδωσαν ένα μακρόσυρτο ερωτικό φιλί.
Ύστερα, ο Ανιτσίνο την άφησε για ν’ ασχοληθεί με διάφορες υποθέσεις, περιμένοντας με χαρούμενο καρδιοχτύπι να νυχτώσει.
Ο Εγκάνο γύρισε απ’ το κυνήγι, κάθισε να φάει, κι όπως ήταν κουρασμένος, πήγε να πλαγιάσει. Δεν άργησε ν’ ανέβει κι η γυναίκα του, και σύμφωνα με την υπόσχεσή της, άφησε την πόρτα ανοιχτή. Την ορισμένη ώρα πήγε κι ο Ανιτσίνο, μπήκε στην κάμαρα πατώντας στ’ ακροδάχτυλα κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τράβηξε προς το μέρος όπου πλάγιαζε η ντόνα Βεατρίκη, της άγγιξε το στήθος και είδε πως ήταν ξύπνια. Όταν κατάλαβε η Βεατρίκη πως ήταν ο Ανιτσίνο, του έπιασε το χέρι και το έσφιξε δυνατά. Ύστερα, γύρισε απ’ την άλλη, ξύπνησε τον άντρα της που κοιμόταν, κι άρχισε να του λέει: «Δε θέλησα να σου πω τίποτα σαν ήρθες, γιατί μου φάνηκες κουρασμένος. Μα πες μου, ο Θεός μαζί σου, Εγκάνο, απ’ όλους τους υπηρέτες σου, ποιος είναι ο καλύτερος, ο πιο πιστός, αυτός που προτιμάς;»
«Ωραία ερώτηση!» της αποκρίθηκε. «Δεν τον ξέρεις; Ούτε είχα ποτέ, ούτε έχω σε κανέναν τόση εμπιστοσύνη, όση στον αγαπητό μου και πιστό Ανιτσίνο. Αλλά γιατί με ρωτάς;»
Ο Ανιτσίνο, βλέποντας πως ο Εγκάνο είχε ξυπνήσει, κι ακούγοντας να μιλούν γι’ αυτόν, φοβήθηκε πως η κυρά τού είχε στήσει παγίδα, και δοκίμασε πολλές φορές να τραβήξει το χέρι του και να το βάλει στα πόδια, μα η Βεατρίκη το κρατούσε τόσο σφιχτά, που δεν μπόρεσε. Στο μεταξύ, αποκρινόταν εκείνη στον Εγκάνο:
«Θα σου πω. Τον νόμιζα κι εγώ, όπως εσύ, πιο αφοσιωμένο απ’ όλους. Και με έβγαλε ο ίδιος απ’ την πλάνη μου. Σαν έφυγες για το κυνήγι, εκείνος έμεινε, διάλεξε τη στιγμή και δεν ντράπηκε να μου κάνει ανήθικες προτάσεις. Και τότε εγώ, για να μη χρειαστεί να σου δώσω πολλές αποδείξεις και για να πειστείς με τα μάτια σου, του αποκρίθηκα πως είμαι σύμφωνη και πως απόψε κιόλας, μετά τα μεσάνυχτα, θα πάω να τον περιμένω στον κήπο, κάτω από το πεύκο. Φυσικά, δεν το ’χω σκοπό να πάω. Μα αν θες να διαπιστώσεις πόσο λίγο σου είναι πιστός, είναι πολύ εύκολο: φόρεσε μια ρόμπα μου, τύλιξε το κεφάλι σου με μια σάρπα και πήγαινε να τον περιμένεις. Είμαι βέβαιη πως θα ’ρθει».
«Σίγουρα θα πάω να δω» αποκρίθηκε ο Εγκάνο στα λόγια της γυναίκας του.
Σηκώθηκε όπως όπως στα σκοτεινά, φόρεσε μια ρόμπα της κυράς, τύλιξε μια σάρπα στο κεφάλι του, ύστερα πήγε στον κήπο κι άρχισε να παραμονεύει κοντά σ’ ένα πεύκο.
Σαν τον είδε όρθιο η Βεατρίκη και τον άκουσε να βγαίνει, σηκώθηκε κι αυτή και σύρτωσε την πόρτα από μέσα. Ο Ανιτσίνο, που είχε δοκιμάσει τον μεγαλύτερο φόβο της ζωής του, είχε προσπαθήσει να ξεφύγει από τα χέρια της κυράς και καταριόταν εκατό χιλιάδες φορές τη Βεατρίκη, τον έρωτά του και την απλοϊκότητα που είχε δείξει, μα σαν είδε πού κατέληγαν όλα αυτά, ένιωσε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Η κυρά ξαναγύρισε στο κρεβάτι, κι όταν τον κάλεσε, πλάγιασε κι αυτός, γδυτός όπως εκείνη, και για πολλή ώρα χάρηκαν τον αμοιβαίο έρωτά τους.
Σαν έκρινε η κυρά πως ο Ανιτσίνο δεν έπρεπε να μείνει περισσότερο, τον έβαλε να σηκωθεί και να ντυθεί και του είπε:
«Γλυκό μου στοματάκι, πάρε ένα χοντρό ραβδί, πήγαινε στον κήπο και προσποιήσου πως είχες θελήσει να με δοκιμάσεις. Βρίσε τον Εγκάνο σαν να ’μουν εγώ, και δώσ’ του κάμποσες με το ραβδί. Θα δεις το αποτέλεσμα και τι ωραία που θα περάσουμε οι δυο μας».
Ο Ανιτσίνο σηκώθηκε, κατέβηκε μ’ ένα ραβδί από ξύλο ιτιάς στο χέρι και σίμωσε στο πεύκο. Ο Εγκάνο, που τον είδε να ‘ρχεται, σηκώθηκε και προχώρησε με προσποιητή χαρά να τον υποδεχτεί, μα ο Ανιτσίνο έβαλε τις φωνές:
«Α, παλιογυναίκα! Ήρθες, λοιπόν! Πίστεψες πως θα πρόδινα τον αφέντη μου, ε; Χίλιες φορές καταραμένη η ώρα που ήρθες!»
Ο Εγκάνο, ακούγοντας αυτά τα λόγια και βλέποντας το ραβδί, το ‘βαλε στα πόδια, κι ο Ανιτσίνο, ξοπίσω του, δε σταματούσε να φωνάζει:
«Ε, που να το βρεις απ’ το Θεό, παλιοβρόμα! Έννοια σου, όμως, αύριο θα τα πω όλα στον Εγκάνο».
Ο Εγκάνο, που είχε φάει κάμποσες ξυλιές, γύρισε σε κακά χάλια στην κάμαρά του. Η γυναίκα του τον ρώτησε αμέσως αν είχε πάει ο Ανιτσίνο στον κήπο.
«Να ’δινε ο Θεός να μην είχε έρθει!» της αποκρίθηκε. «Με πήρε για σένα, με μαύρισε στο ξύλο και με έβρισε με τα χειρότερα λόγια, σαν να ’μουν καμιά πόρνη. Για να ’μαι ειλικρινής, μου φάνηκε πολύ παράξενο να σου είχε κάνει τέτοιες προτάσεις με την υστεροβουλία να με ατιμάσει. Θέλησε να σε δοκιμάσει, καθώς σ’ έβλεπε πάντα γελαστή και πεταχτή».
«Δόξα να ’χει ο Θεός, που εμένα με δοκίμασε με τα λόγια κι εσένα με τα έργα. Και σίγουρα μπορεί να λέει πως υπομένω τα λόγια καλύτερα απ’ ό,τι εσύ τα έργα. Ωστόσο, μια και σου είναι τόσο πιστός, πρέπει να του δείξεις φιλία και να τον τιμάς».
«Ναι, έχεις δίκιο» αποκρίθηκε ο Εγκάνο.
Κι από κείνη την περιπέτεια, έβγαλε το συμπέρασμα πως είχε, απ’ όλους τους αριστοκράτες του τόπου, την τιμιότερη γυναίκα και τον πιστότερο υπηρέτη. Και πολλές φορές οι τρεις τους ξεκαρδίζονταν στα γέλια όταν θυμόνταν το επεισόδιο – που, δίχως αυτό, ίσως να μην έβρισκαν, ο Ανιτσίνο και η κυρά, την ίδια ευκολία στις σχέσεις τους, που τις συνέχισαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Κι ο Ανιτσίνο έμεινε όσον καιρό θέλησε στο σπίτι του Εγκάνο, στην Μπολόνια.
ΒΟΚΑΚΙΟΣ, Το δεκαήμερο
Παρελθόν και μέλλον επιδρούν ταυτόχρονα αυτή τη στιγμή στη ζωή κάθε ανθρώπου
«Για να κατακτήσει κανείς εκείνη την ιδιαίτερη κατάσταση της ύπαρξης που είναι φτιαγμένη από ελευθερία, γνώση, δύναμη… χρειάζεται να Εργαστεί πολλά χρόνια πάνω στον εαυτό του… χρειάζεται να ‘συγχωρεθεί εσωτερικά.’- είπε, τονίζοντας αυτή την έκφραση δίνοντας ένα ιδιαίτερο κυμάτισμα στη φωνή που μου φάνηκε ξένη στον πολεμικό χαρακτήρα και την αμείλικτη γλώσσα. Με μια ματιά σιγουρεύτηκε ότι σημείωνα πιστά τις λέξεις Του. Περίμενε να τελειώσω και έπειτα συνέχισε: «εσωτερική συγχώρεση’ δεν είναι η εξέταση της συνείδησης ενός αγίου, αλλά το πραγματικό ‘ποιώ’ ενός ανθρώπου σε δράση, το αποτέλεσμα μιας μεγάλης διαδικασίας προσήλωσης… αυτοπαρατήρησης. Σημαίνει να διεισδύσεις στις πτυχές της προσωπικής σου ύπαρξης εκεί που είναι ακόμα κουρελιασμένη… Σημαίνει να πλύνεις και να θεραπεύσεις τις ανοιχτές πληγές… να εξοφλήσεις όλους τους εκκρεμείς λογαριασμούς…». Έπειτα, παίρνοντας ένα ύφος θεατρικά επιφυλακτικό και χαμηλώνοντας τη φωνή, σαν να ήθελε να διαφυλάξει κάποιο μυστικό, μου εκμυστηρεύτηκε: «Η εσωτερική συγχώρεση έχει τη δύναμη να μετατρέψει το παρελθόν μαζί με όλη του τη σαβούρα».
Ανασύνταξα μέσα μου αυτές τις ακατανόητες λέξεις χιλιάδες φορές.
«Τα πάντα είναι εδώ, τώρα!» Παρελθόν και μέλλον επιδρούν ταυτόχρονα αυτή τη στιγμή στη ζωή κάθε ανθρώπου».
Αυτές οι λέξεις με γέμισαν με μια ανεξήγητη, παράλογη ευτυχία. Βρισκόμουν ενώπιον μιας οπτικής χωρίς όρια. Παρελθόν και μέλλον δεν ήταν δυο διαιρεμένοι κόσμοι αλλά συνδεδεμένοι και αχώριστοι. Μια ενιαία πραγματικότητα. Η ‘Εσωτερική Συγχώρεση’ ήταν μια μηχανή του χρόνου… για να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει κάποιο σημείο του παρελθόντος, που στην κοινή οπτική δεν υπήρχε πλέον, και κάποιο σημείο του μέλλοντος που ακόμα δεν έχει έρθει…
«Καταλαβαίνω ότι το παρελθόν θα μπορούσε να επιδράσει στη ζωή μας,
αλλά το μέλλον…;». Ρώτησα.
«Το μέλλov, όπως και το παρελθόν, είναι μπροστά στα μάτια σου, αλλά εσύ ακόμα δεν μπορείς να το δεις».
Μου μίλησε για έναν ‘κατακόρυφο χρόνο’, ένα ‘σώμα-χρόνο’ που συμπίεζε παρελθόν και μέλλον σε μια μόνη στιγμή. Ένας χρόνος χωρίς χρόνο, η είσοδος του οποίου είναι αυτή η στιγμή. Το μυστικό είναι να μην αφαιρεθείς, να μην απομακρυνθείς ποτέ. .
Αν προσεγγίσεις αυτό το ‘σώμα-χρόνο’ σημαίνει ότι μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν και να σχεδιάσεις ένα νέο πεπρωμένο.
Ο ενθουσιασμός μου ήταν ασυγκράτητος. Θα ήθελα να άρχιζε αμέσως εκείνη η περιπέτεια… Το ήθελα με όλες μου τις δυνάμεις… Αλλά προτού ακόμα εκδηλωθεί η ορμή μου, την ένιωθα ήδη να σβήνει στο αυστηρό άκουσμα των λέξεων. «Άνθρωποι σαν εσένα είναι αδύνατο να συγχωρεθούν εσωτερικά!».
Ο τόνος της φωνής ήταν σαν ετυμηγορία χωρίς δυνατότητα έφεσης. «Για να εισδύσεις στο παρελθόν σου και να το θεραπεύσεις, χρειάζεται μεγάλη προετοιμασία.
Μόνο η παρακολούθηση μιας Σχολής μπορεί να το καταστήσει δυνατό.
Η ‘εσωτερική συγχώρεση’ είναι μια επιστροφή στον εαυτό μας, είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο γεννηθήκαμε – βεβαίωσε συμπερασματικά – Οι άνθρωποι δεν θα έπρεπε να διακόψουν ποτέ αυτή τη θεραπευτική διαδικασία».
Με προειδοποίησε ότι αυτό θα απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια και, πριν από οτιδήποτε, αυτοπαρατήρηση για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.
«Self-observation is self-correction»… Ένας άνθρωπος μπορεί να θεραπεύσει οτιδήποτε από το παρελθόν του εάν έχει την ικανότητα να ‘παρατηρήσει τον εαυτό του’» βεβαίωσε και συνέχισε επισημαίνοντας ότι η κατάντια του ανθρώπου δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της ανικανότητάς του να γνωρίσει τον εαυτό του, αφού πρώτα τον παρατηρήσει.
«Αυτοπαρατήρηση είναι μια ματιά της ζωής μας από ψηλά! προσδιόρισε και εξήγησε: «Είναι σαν να βλέπεις γεγονότα, περιστάσεις, σχέσεις του παρελθόντος, κάτω από μια ηλιαχτίδα».
Από όσα μπόρεσα να κατανοήσω, conditio sine qua non της αυτοπαρατήρησης είναι η ικανότητα να την κατευθύνεις αμερόληπτα και χωρίς ηθικολογίες. Αυτοπαρατήρηση δεν σήμαινε να περάσεις τη ζωή σου από ένα δικαστήριο για να κριθεί, αλλά από τις ακτίνες X κάποιας ξεχωριστής νοημοσύνης, κάποιου ουδέτερου μάρτυρα που θα πρέπει να περιοριστεί μόνο στην παρατήρηση, χωρίς να διατυπώσει καμία απολύτως ετυμηγορία ή κριτική. Αυτό μου έφερε αμυδρά στο μυαλό κάποιους πειραματισμούς στην ψυχολογία οργανισμών που είχα συναντήσει. Μερικές μεγάλες επιχειρήσεις είχαν πετύχει εξαιρετικές βελτιώσεις στην παραγωγή με τη βοήθεια του wondering management (όπως το είχαν βαπτίσει οι ερευνητές). Βασιζόταν στην προσήλωση και υπεραμυνόταν τη θέσπιση ενός περιπλανώμενου μάνατζμεντ. Η αποστολή ενός wondering manager ήταν ακριβώς η ‘περιπλάνηση’, να κάνει αισθητή την παρουσία του σε όλα τα σημεία της επιχείρησης, ακόμα και τα πιο απομακρυσμένα.
Η φωνή Του απέσπασε απότομα την προσοχή μου από εκείνες τις αναμνήσεις και τους διαλογισμούς, τραβώντας με βίαια από τις λονδρέζικες αίθουσες του LBS.
«Self-observation is self-correction – επανέλαβε η αυτοπαρατήρηση είναι θεραπεία… μια φυσική έκβαση της αποκόλλησης που δημιουργείται μεταξύ παρατηρητή και παρατηρούμενου.
Η αυτοπαρατήρηση επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να δει όλα αυτό, που τον κρατούν κολλημένο στο tapis roulant του κόσμου: ξεπερασμένες σκέψεις, αισθήματα ενοχής, προκαταλήψεις, αρνητικά συναισθήματα, καταστροφικές προφητείες… Είναι μια πράξη αποκόλλησης, αντι-υπνωτισμού, αφύπνισης…
H παραμικρή διακοπή της υπνωτικής δράσης του κόσμου, θα κομμάτιαζε όλα εκείνα στα οποία πίστεψε, θα χάνονταν οι φαινομενικές ισορροπίες και οι απατηλές βεβαιότητες που συσσωρεύονται στη διάρκεια μιας ζωής.
Για το λόγο αυτό, το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων δεν θα μπορέσει ποτέ να προσεγγίσει την αυτοπαρατήρηση – αποφάνθηκε – Η αποκόλληση από την περιγραφή του κόσμου, έστω και για μια στιγμή… είναι ένα κατόρθωμα πέρα από τα όρια της καθημερινότητας».
Με κοίταξε επίμονα, για αρκετή ώρα. Μετακινούσε το αντικείμενο της ζήτησης σε μένα προσωπικά. Ένας κόμπος στο στομάχι με προειδοποίησε για τον επερχόμενο πόνο.
«Κοίτα… έχουμε πανσέληνο» είπε, δείχνοντας στ’ αστέρια μ’ ένα του νεύμα. «Ένας άνθρωπος σε όλη του τη ζωή θα μπορέσει να δει το πολύ χίλιες, αλλά πιθανότατα στο τέλος της ζωής του δεν θα έχει βρει τον χρόνο να παρακολουθήσει ούτε μια…
Κι όμως βρίσκεται εκεί, έξω. Σκέψου πόσο πιο δύσκολο είναι για έναν άνθρωπο να παρατηρήσει τον εαυτό του, να αναστρέψει την κατεύθυνση της προσοχής του. Η αυτοπαρατήρηση είναι μόνο η αρχή της τέχνης της ονειρικής».
Παραμείναμε σιωπηλοί για πολλή ώρα. Η βεράντα του Cafe, βυθισμένη στο σκοτάδι, έμοιαζε με την πλώρη ενός διαστημόπλοιου έτοιμου να διασχίσει τον έναστρο ουρανό. Μοναδικοί του επιβάτες, εμείς… μοναχικοί αργοναύτες τού Είναι.
«Ετοιμάσου – μου μήνυσε με σθεναρή φωνή, σε εγρήγορση- δεν θα είναι ένας περίπατος».
Ανασύνταξα μέσα μου αυτές τις ακατανόητες λέξεις χιλιάδες φορές.
«Τα πάντα είναι εδώ, τώρα!» Παρελθόν και μέλλον επιδρούν ταυτόχρονα αυτή τη στιγμή στη ζωή κάθε ανθρώπου».
Αυτές οι λέξεις με γέμισαν με μια ανεξήγητη, παράλογη ευτυχία. Βρισκόμουν ενώπιον μιας οπτικής χωρίς όρια. Παρελθόν και μέλλον δεν ήταν δυο διαιρεμένοι κόσμοι αλλά συνδεδεμένοι και αχώριστοι. Μια ενιαία πραγματικότητα. Η ‘Εσωτερική Συγχώρεση’ ήταν μια μηχανή του χρόνου… για να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει κάποιο σημείο του παρελθόντος, που στην κοινή οπτική δεν υπήρχε πλέον, και κάποιο σημείο του μέλλοντος που ακόμα δεν έχει έρθει…
«Καταλαβαίνω ότι το παρελθόν θα μπορούσε να επιδράσει στη ζωή μας,
αλλά το μέλλον…;». Ρώτησα.
«Το μέλλov, όπως και το παρελθόν, είναι μπροστά στα μάτια σου, αλλά εσύ ακόμα δεν μπορείς να το δεις».
Μου μίλησε για έναν ‘κατακόρυφο χρόνο’, ένα ‘σώμα-χρόνο’ που συμπίεζε παρελθόν και μέλλον σε μια μόνη στιγμή. Ένας χρόνος χωρίς χρόνο, η είσοδος του οποίου είναι αυτή η στιγμή. Το μυστικό είναι να μην αφαιρεθείς, να μην απομακρυνθείς ποτέ. .
Αν προσεγγίσεις αυτό το ‘σώμα-χρόνο’ σημαίνει ότι μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν και να σχεδιάσεις ένα νέο πεπρωμένο.
Ο ενθουσιασμός μου ήταν ασυγκράτητος. Θα ήθελα να άρχιζε αμέσως εκείνη η περιπέτεια… Το ήθελα με όλες μου τις δυνάμεις… Αλλά προτού ακόμα εκδηλωθεί η ορμή μου, την ένιωθα ήδη να σβήνει στο αυστηρό άκουσμα των λέξεων. «Άνθρωποι σαν εσένα είναι αδύνατο να συγχωρεθούν εσωτερικά!».
Ο τόνος της φωνής ήταν σαν ετυμηγορία χωρίς δυνατότητα έφεσης. «Για να εισδύσεις στο παρελθόν σου και να το θεραπεύσεις, χρειάζεται μεγάλη προετοιμασία.
Μόνο η παρακολούθηση μιας Σχολής μπορεί να το καταστήσει δυνατό.
Η ‘εσωτερική συγχώρεση’ είναι μια επιστροφή στον εαυτό μας, είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο γεννηθήκαμε – βεβαίωσε συμπερασματικά – Οι άνθρωποι δεν θα έπρεπε να διακόψουν ποτέ αυτή τη θεραπευτική διαδικασία».
Με προειδοποίησε ότι αυτό θα απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια και, πριν από οτιδήποτε, αυτοπαρατήρηση για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.
«Self-observation is self-correction»… Ένας άνθρωπος μπορεί να θεραπεύσει οτιδήποτε από το παρελθόν του εάν έχει την ικανότητα να ‘παρατηρήσει τον εαυτό του’» βεβαίωσε και συνέχισε επισημαίνοντας ότι η κατάντια του ανθρώπου δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της ανικανότητάς του να γνωρίσει τον εαυτό του, αφού πρώτα τον παρατηρήσει.
«Αυτοπαρατήρηση είναι μια ματιά της ζωής μας από ψηλά! προσδιόρισε και εξήγησε: «Είναι σαν να βλέπεις γεγονότα, περιστάσεις, σχέσεις του παρελθόντος, κάτω από μια ηλιαχτίδα».
Από όσα μπόρεσα να κατανοήσω, conditio sine qua non της αυτοπαρατήρησης είναι η ικανότητα να την κατευθύνεις αμερόληπτα και χωρίς ηθικολογίες. Αυτοπαρατήρηση δεν σήμαινε να περάσεις τη ζωή σου από ένα δικαστήριο για να κριθεί, αλλά από τις ακτίνες X κάποιας ξεχωριστής νοημοσύνης, κάποιου ουδέτερου μάρτυρα που θα πρέπει να περιοριστεί μόνο στην παρατήρηση, χωρίς να διατυπώσει καμία απολύτως ετυμηγορία ή κριτική. Αυτό μου έφερε αμυδρά στο μυαλό κάποιους πειραματισμούς στην ψυχολογία οργανισμών που είχα συναντήσει. Μερικές μεγάλες επιχειρήσεις είχαν πετύχει εξαιρετικές βελτιώσεις στην παραγωγή με τη βοήθεια του wondering management (όπως το είχαν βαπτίσει οι ερευνητές). Βασιζόταν στην προσήλωση και υπεραμυνόταν τη θέσπιση ενός περιπλανώμενου μάνατζμεντ. Η αποστολή ενός wondering manager ήταν ακριβώς η ‘περιπλάνηση’, να κάνει αισθητή την παρουσία του σε όλα τα σημεία της επιχείρησης, ακόμα και τα πιο απομακρυσμένα.
Η φωνή Του απέσπασε απότομα την προσοχή μου από εκείνες τις αναμνήσεις και τους διαλογισμούς, τραβώντας με βίαια από τις λονδρέζικες αίθουσες του LBS.
«Self-observation is self-correction – επανέλαβε η αυτοπαρατήρηση είναι θεραπεία… μια φυσική έκβαση της αποκόλλησης που δημιουργείται μεταξύ παρατηρητή και παρατηρούμενου.
Η αυτοπαρατήρηση επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να δει όλα αυτό, που τον κρατούν κολλημένο στο tapis roulant του κόσμου: ξεπερασμένες σκέψεις, αισθήματα ενοχής, προκαταλήψεις, αρνητικά συναισθήματα, καταστροφικές προφητείες… Είναι μια πράξη αποκόλλησης, αντι-υπνωτισμού, αφύπνισης…
H παραμικρή διακοπή της υπνωτικής δράσης του κόσμου, θα κομμάτιαζε όλα εκείνα στα οποία πίστεψε, θα χάνονταν οι φαινομενικές ισορροπίες και οι απατηλές βεβαιότητες που συσσωρεύονται στη διάρκεια μιας ζωής.
Για το λόγο αυτό, το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων δεν θα μπορέσει ποτέ να προσεγγίσει την αυτοπαρατήρηση – αποφάνθηκε – Η αποκόλληση από την περιγραφή του κόσμου, έστω και για μια στιγμή… είναι ένα κατόρθωμα πέρα από τα όρια της καθημερινότητας».
Με κοίταξε επίμονα, για αρκετή ώρα. Μετακινούσε το αντικείμενο της ζήτησης σε μένα προσωπικά. Ένας κόμπος στο στομάχι με προειδοποίησε για τον επερχόμενο πόνο.
«Ενεργοποίησε τον παρατηρητή που βρίσκεται μέσα σου! Η αυτοπαρατήρηση είναι ο θάνατος της πληθώρας των αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων που ανέκαθεν κυριαρχούν τη ζωή σου.
Εάν παρατηρήσεις τον εαυτό σου, το σωστό θα αρχίσει να πραγματοποιείται ενώ ό,τι δεν είναι σωστό θα αρχίσει να διαλύεται.
Με το βλέμμα του συνέλαβε την τρομαγμένη μου έκφραση και πρόσθεσε· «Κανείς δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει μόνος του. Χωρίς μια άψογη προετοιμασία, η συνάντηση με τον εαυτό σου, με το ψέμα σου, η περιπλάνηση στους λαβύρινθους του Είναι, θα σε σκότωνε ακαριαία».
Εκείνες οι λέξεις Του ακούστηκαν σαν μια καταδίκη. Φοβήθηκα πως με εγκατέλειπε, πως θεωρούσε απελπιστική την περίπτωσή μου και άχρηστη κάθε επιπλέον προσπάθεια να με βοηθήσει. Ξέσπασε μέσα μου μια θέληση απελπισίας, ηρωική. Η ετοιμότητά μου τον έκανε να στοχαστεί. Αβίαστα, έλαβε μια από τις πρωτότυπες στάσεις Του. Έφερε το δείκτη με το μεσαίο δάκτυλο του δεξιού του χεριού στο μάγουλο. Έπειτα, στήριξε το σαγόνι του στην κοιλότητα του αντίχειρα, και έγειρε ελαφρώς το κεφάλι. Παρέμεινε έτσι, απορροφημένος, για ένα ατελείωτο χρονικό διάστημα. Δεν φαινόταν να με κοιτάει, αλλά ήμουν σίγουρος ότι δεν Του ξέφευγε ούτε μια σκέψη μου. Έπαιζα τα τελευταία λεπτά ενός αποφασιστικού αγώνα, ίσως του τελικού. Όλα εξαρτιόνταν από μένα. Ανέμενα.
Επιτέλους βγήκε από την ακινησία Του.
Εάν παρατηρήσεις τον εαυτό σου, το σωστό θα αρχίσει να πραγματοποιείται ενώ ό,τι δεν είναι σωστό θα αρχίσει να διαλύεται.
Με το βλέμμα του συνέλαβε την τρομαγμένη μου έκφραση και πρόσθεσε· «Κανείς δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει μόνος του. Χωρίς μια άψογη προετοιμασία, η συνάντηση με τον εαυτό σου, με το ψέμα σου, η περιπλάνηση στους λαβύρινθους του Είναι, θα σε σκότωνε ακαριαία».
Εκείνες οι λέξεις Του ακούστηκαν σαν μια καταδίκη. Φοβήθηκα πως με εγκατέλειπε, πως θεωρούσε απελπιστική την περίπτωσή μου και άχρηστη κάθε επιπλέον προσπάθεια να με βοηθήσει. Ξέσπασε μέσα μου μια θέληση απελπισίας, ηρωική. Η ετοιμότητά μου τον έκανε να στοχαστεί. Αβίαστα, έλαβε μια από τις πρωτότυπες στάσεις Του. Έφερε το δείκτη με το μεσαίο δάκτυλο του δεξιού του χεριού στο μάγουλο. Έπειτα, στήριξε το σαγόνι του στην κοιλότητα του αντίχειρα, και έγειρε ελαφρώς το κεφάλι. Παρέμεινε έτσι, απορροφημένος, για ένα ατελείωτο χρονικό διάστημα. Δεν φαινόταν να με κοιτάει, αλλά ήμουν σίγουρος ότι δεν Του ξέφευγε ούτε μια σκέψη μου. Έπαιζα τα τελευταία λεπτά ενός αποφασιστικού αγώνα, ίσως του τελικού. Όλα εξαρτιόνταν από μένα. Ανέμενα.
Επιτέλους βγήκε από την ακινησία Του.
«Κοίτα… έχουμε πανσέληνο» είπε, δείχνοντας στ’ αστέρια μ’ ένα του νεύμα. «Ένας άνθρωπος σε όλη του τη ζωή θα μπορέσει να δει το πολύ χίλιες, αλλά πιθανότατα στο τέλος της ζωής του δεν θα έχει βρει τον χρόνο να παρακολουθήσει ούτε μια…
Κι όμως βρίσκεται εκεί, έξω. Σκέψου πόσο πιο δύσκολο είναι για έναν άνθρωπο να παρατηρήσει τον εαυτό του, να αναστρέψει την κατεύθυνση της προσοχής του. Η αυτοπαρατήρηση είναι μόνο η αρχή της τέχνης της ονειρικής».
Παραμείναμε σιωπηλοί για πολλή ώρα. Η βεράντα του Cafe, βυθισμένη στο σκοτάδι, έμοιαζε με την πλώρη ενός διαστημόπλοιου έτοιμου να διασχίσει τον έναστρο ουρανό. Μοναδικοί του επιβάτες, εμείς… μοναχικοί αργοναύτες τού Είναι.
«Ετοιμάσου – μου μήνυσε με σθεναρή φωνή, σε εγρήγορση- δεν θα είναι ένας περίπατος».
ARTHUR SCHOPENHAUER: Η μεγαλύτερη ευτυχία είναι η προσωπικότητα
Η βασική αλήθεια της Ευδαιμονολογίας παραμένει ακλόνητη: έχει πολύ μικρότερη σημασία το τι έχει ο άνθρωπος ή το ποια εικόνα παρουσιάζει προς τα έξω από το τι είναι. «Η μεγαλύτερη ευτυχία είναι η προσωπικότητα» (Γκαίτε από το Ανατολικό-δυτικό Νηβάν, Ζουλέικα, 7ο ποίημα).
Σε όλα τα πράγματα και σε όλες τις περιπτώσεις ο άνθρωπος απολαμβάνει στην πραγματικότητα μόνο τον εαυτό του: κι αν ο εαυτός μας δεν κάνει για πολλά, τότε όλες οι απολαύσεις μοιάζουν με ακριβά κρασιά σ’ έναν κόσμο πλημμυρισμένο από χολή. – Κι αφού οι μεγάλοι εχθροί της ανθρώπινης ευτυχίας είναι δύο, ο πόνος και η πλήξη, η φύση της προσωπικότητας έχει προβλέψει εναντίον τους κάποιες άμυνες: κατά του πόνου (ο οποίος πολύ συχνότερα είναι πνευματικός παρά σωματικός) έχει προβλέψει την ευθυμία, και κατά της πλήξης το πνεύμα. – Τα δύο αυτά δεν συγγενεύουν μεταξύ τους, σε ακραίες περιπτώσεις μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ασύμβατα.
Η διανόηση είναι συγγενής με τη μελαγχολία [κατά τον Αριστοτέλη] οι ευφυείς άνθρωποι είναι μελαγχολικοί και οι πιο εύθυμες διαθέσεις χαρακτηρίζουν επιφανειακές πνευματικές δυνάμεις. Όσο καλύτερα είναι μια φύση εξοπλισμένη απέναντι σε ένα απ’ αυτά τα κακά, τόσο χειρότερα είναι εξοπλισμένη κατά κανόνα απέναντι στο άλλο. – Καμιά ανθρώπινη ζωή δεν είναι απαλλαγμένη από τον πόνο και την πλήξη: και είναι μια ιδιαίτερη εύνοια της μοίρας, όταν εκθέτει τον άνθρωπο κυρίως στο ένα απ’ τα δύο αυτά κακά, για το οποίο είναι ιδιαίτερα καλά εξοπλισμένος, στέλνει δηλαδή πολύ πόνο σ’ αυτόν που είναι ιδιαίτερα εύθυμος και πολύ μεγάλη πλήξη σ’ αυτόν που έχει πολύ πνεύμα- δε συμβαίνει όμως το αντίθετο. Γιατί το πνεύμα πολλαπλασιάζει τον πόνο δυο και τρεις φορές· και για έναν ψυχισμό χωρίς πνεύμα η μοναξιά και ο απόλυτα κενός χρόνος είναι ανυπόφορα πράγματα.
ARTHUR SCHOPENHAUER, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ
ARTHUR SCHOPENHAUER, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ
Richard Dawkins: Υφαίνοντας το ουράνιο τόξο – Το αναισθητικό της οικειότητας
Μέχρι και το να ζει κανείς είναι μεγάλο θαύμα – Mερβιν Πίκ, The Glassblower (1950)
Όλοι μας θα πεθάνουμε. κι αυτό μας κάνει πολύ τυχερούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα πεθάνουν ποτέ, διότι δεν πρόκειται ποτέ να γεννηθούν.
Ο αριθμός των ανθρώπων που θα μπορούσαν δυνητικά να βρίσκονται στη θέση μου. αλλά που στην πραγματικότητα δεν θα δουν ποτέ το φως της μέρας, είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των κόκκων της άμμου της Αραβίας. Προφανώς σ’ αυτές τις αγέννητες ψυχές συγκαταλέγονται ποιητές μεγαλύτεροι από τον Κιτς και επιστήμονες σημαντικότεροι από τον Νεύτωνα. Λυτό το γνωρίζουμε διότι ο συνδυασμός πιθανών ανθρώπων, των οποίων την ύπαρξη επιτρέπει το DNA μας, υπερβαίνει μαζικά τον αριθμό των πραγματικών ανθρώπων. Εσείς κι εγώ βρισκόμαστε εδώ ωw κοινοί θνητοί στα δόντια τέτοιων’ εκπληκτικών αριθμών.
Οι ηθικολόγοι και οι θεολόγοι θεωρούν ότι η στιγμή της σύλληψης είναι πολύ σημαντική, επειδή την βλέπουν σαν τη στιγμή που η ψυχή αρχίζει να υπάρχει. Εάν εσείς, όπως κι εγώ. δεν συγκινείστε από τέτοια λόγια, πάλι χρειάζεται να θεωρείτε μια δεδομένη στιγμή, εννέα μήνες πριν από τη γέννησή σας, ως το πιο κρίσιμο γεγονός της προσωπικής σας τύχης. Ήταν η στιγμή κατά την οποία η συνείδησή σας ξαφνικά έγινε τρισεκατομμύρια φορές πιο πιθανή απ’ ό,τι ήταν ένα κλάσμα του δευτερολέπτου νωρίτερα Βεβαίως, ο εμβρυϊκός εαυτός σας που άρχισε να υπάρχει είχε ακόμη πολλά εμπόδια να ξεπεράσει. Τα περισσότερα κυήματα καταλήγουν σε πρόωρη αποβολή, πριν καν η μάνα τους συνειδητοποιήσει την ύπαρξή τους, και είμαστε όλοι τυχεροί που κάτι τέτοιο δεν συνέβη και σε εμάς. Επίσης, όπως φαίνεται από τους όμοιους διδύμους (που αποχωρίζονται μετά τη γονιμοποίηση), η προσωπική ταυτότητα είναι κάτι περισσότερο από τα γονίδιά μας. Ωστόσο, η στιγμή κατά την οποία ένα συγκεκριμένο σπερματοζωάριο διείσδυσε σε ένα συγκεκριμένο ωάριο υπήρξε, από τη δική σας ιδιωτική σκοπιά, μια στιγμή μεθυστικά μοναδική για τον εαυτό σας. Ήταν η στιγμή που η πιθανότητα να μην γίνετε άνθρωπος μειώθηκε από αστρονομικά μεγέθη σε μονοψήφιο αριθμό.
Η κλήρωση αρχίζει πριν από τη σύλληψή μας. Οι γονείς σας έπρεπε να συνευρεθούν’, ενώ η σύλληψη του καθενός απ’ αυτούς ήταν το ίδιο απίθανη όσο και η δική σας. Και πάει λέγοντας για τους τέσσερις παππούδες και γιαγιάδες και τους οκτώ προπάππους και προγιαγιάδες σας, μέχρι εκεί που δεν’ αντέχει κανείς να σκεφθεί. Ο Ντέσμοντ Μόρις (Desmond Morris) ανοίγει την’ αυτοβιογραφία. του Animal Days (1979) με χαρακτηριστικά ζωηρό πνεύμα:
Ο Ναπολέων τα ξεκίνησε όλα. Αν δεν ήταν εκείνος, δεν θα βρισκόμουν εδώ τώρα γράφοντας αυτά να λόγια… διότι μια οβίδα του, που εκτοξεύτηκε κατά τον ιβηρικό πόλεμο, έκοψε το χέρι τον προ-προπάππου μου James Morris, αλλάζοντας ολόκληρη την πορεία της οικογενειακής μου ιστορίας.
Ο Μόρις περιγράφει πως η υποχρεωτική αλλαγή καριέρας του προγόνου του είχε διάφορα σωρευτικά αποτελέσματα, με απόγειο το δικό του ενδιαφέρον για τη φυσική ιστορία. Αλλά στ' αλήθεια δεν χρειάζεται να ανησυχεί. Εδώ δεν υπάρχει “ίσως” Ασφαλώς και οφείλει την ίδια την ύπαρξή του στον Ναπολέοντα. Όπως ακριβώς και εγώ και εσείς. Ο Ναπολέων δεν χρειαζόταν να τσακίσει το χέρι του James Morris για να σφραγίσει τη μοίρα του νεαρού Ντέσμοντ, τη δική σας, αλλά και τη δική μου. Οχι μόνον ο Ναπολέων, αλλά και ο πιο ταπεινός αγρότης του Μεσαίωνα θα αρκούσε να φταρνιστεί για να επηρεάσει κάτι που άλλαξε κάτι άλλο, το οποίο, μετά από μια μακρόσυρτη αλυσιδωτή αντίδραση, είχε τη συνέπεια κάποιος από τους παρ’ ολίγον προγόνους σας να μην γίνει πρόγονός σας. αλλά να γίνει πρόγονος κάποιου άλλου. Δεν αναφέρομαι στη “θεωρία του χάους”, ή στην εξίσου της μόδας “θεωρία της πολυπλοκότητας”, αλλά απλώς και μόνα στην κοινή στατιστική των σχέσεων αιτίου και αιτιατού. Η κλωστή των ιστορικών γεγονότων από τα οποία κρέμεται η ύπαρξή μας είναι απίστευτα λεπτή.
Αν συγκριθεί με την άγνωστη σε μας χρονική διάρκεια, ω Βασιλιά, η τωρινή ζωή των ανθρώπων στη γη μοιάζει με το πέταγμα ενός σπουργιτιού μέσα στην αίθουσα όπου κάθεστε το χειμώνα με τους λοχαγούς και με τους υπουργού σας. Μπαίνοντας από μια πόρτα και βγαίνοντας από μιαν άλλη προστατεύεται από τη χειμωνιάτικη θύελλα όσο βρίσκεται μέσα. Αλλά αυτό το σύντομο διάστημα ηρεμίας τελειώνει σε μια στιγμή και το σπουργίτι επιστρέφει στο χειμώνα απ' όπου ήρθε, και χάνεται απ’ τα μάτια σας. Η ζωή του ανθρώπου είναι παρόμοια το τι έπεται ή το τι προηγήθηκε, δεν το γνωρίζουμε καθόλου.
THE VENERABLE BEDE,A History of the English Church and People (731)
Ιδού άλλος ένας λόγος που είμαστε τυχεροί. Το σύμπαν έχει ηλικία μεγαλύτερη των εκατό εκατομμυρίων αιώνων. Μέσα σε αντίστοιχο χρόνο στο μέλλον, ο ήλιος θα διογκωθεί, σχηματίζοντας έναν κόκκινο γίγαντα που θα καταπιεί τη γη. Κάθε αιώνας των εκατοντάδων αυτών εκατομμυρίων υπήρξε στον καιρό του, ή θα υπάρξει όταν έρθει η ώρα του, ο “τωρινός αιώνας”. Είναι ενδιαφέρον ότι ορισμένοι φυσικοί δεν ενστερνίζονται την ιδέα ενός “κινούμενου παρόντος”, και την θεωρούν υποκειμενικό φαινόμενο, για το οποίο δεν βρίσκεται οικείος χώρος στις εξισώσεις τους. Το επιχείρημά μου είναι όντως υποκειμενικό. Μου φαίνεται, αλλά νομίζω πως φαίνεται και σε εσάς, ότι το παρόν κινείται από το παρελθόν προς το μέλλον σα μια μικρή δέσμη φωτός που πορεύεται κατά μήκος μιας γιγάντιας κλίμακας χρόνου. Οτιδήποτε-βρίσκεται πίσω από τη δέσμη είναι στο σκοτάδι, το σκοτάδι του νεκρού παρελθόντος. Οτιδήποτε βρίσκεται μπροστά από τη δέσμη είναι στο σκοτάδι του άγνωστου μέλλοντος. Η πιθανότητα ο αιώνας μας να βρεθεί στο φως της δέσμης είναι η ίδια με την πιθανότητα που έχει μια δεκάρα, αν την πετάξουμε τυχαία, να προσγειωθεί πάνω σε ένα συγκεκριμένο μυρμήγκι, το οποίο μπουσουλάει κάπου κατά μήκος του δρόμου που συνδέει τη Νέα Υόρκη με το Σαν Φρανσίσκο. Με άλλα λόγια, είναι συντριπτικά πιθανό να είστε νεκρός.
Παρά την πιθανότητα αυτή, παρατηρείτε ότι πράγματι είστε ζωντανός. Εκείνοι που η φωτεινή δέσμη τους έχει ήδη ξεπεράσει. όπως και εκείνοι τους οποίους η φωτεινή δέσμη δεν έχει ακόμη φθάσει, δεν είναι σε θέση να διαβάσουν βιβλία. Είμαι εξίσου τυχερός που βρίσκομαι σε θέση να γράψω ένα, αν και μπορεί να μην βρίσκομαι εδώ όταν διαβάζετε αυτές τις γραμμές. Στην ουσία, μάλλον προτιμάω να έχω πεθάνει όταν εσείς θα τις διαβάζετε. Μην με παρεξηγήσετε. Αγαπώ τη ζωή και εύχομαι να συνεχίσω να ζω ακόμη για πολλά χρόνια, αλλά κάθε συγγραφέας θέλει το έργο του να αγγίζει όσο γίνεται περισσότερους αναγνώστες.
Ρίτσαρντ Ντόκινς, Υφαίνοντας το ουράνιο τόξο
Όλοι μας θα πεθάνουμε. κι αυτό μας κάνει πολύ τυχερούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα πεθάνουν ποτέ, διότι δεν πρόκειται ποτέ να γεννηθούν.
Ο αριθμός των ανθρώπων που θα μπορούσαν δυνητικά να βρίσκονται στη θέση μου. αλλά που στην πραγματικότητα δεν θα δουν ποτέ το φως της μέρας, είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των κόκκων της άμμου της Αραβίας. Προφανώς σ’ αυτές τις αγέννητες ψυχές συγκαταλέγονται ποιητές μεγαλύτεροι από τον Κιτς και επιστήμονες σημαντικότεροι από τον Νεύτωνα. Λυτό το γνωρίζουμε διότι ο συνδυασμός πιθανών ανθρώπων, των οποίων την ύπαρξη επιτρέπει το DNA μας, υπερβαίνει μαζικά τον αριθμό των πραγματικών ανθρώπων. Εσείς κι εγώ βρισκόμαστε εδώ ωw κοινοί θνητοί στα δόντια τέτοιων’ εκπληκτικών αριθμών.
Οι ηθικολόγοι και οι θεολόγοι θεωρούν ότι η στιγμή της σύλληψης είναι πολύ σημαντική, επειδή την βλέπουν σαν τη στιγμή που η ψυχή αρχίζει να υπάρχει. Εάν εσείς, όπως κι εγώ. δεν συγκινείστε από τέτοια λόγια, πάλι χρειάζεται να θεωρείτε μια δεδομένη στιγμή, εννέα μήνες πριν από τη γέννησή σας, ως το πιο κρίσιμο γεγονός της προσωπικής σας τύχης. Ήταν η στιγμή κατά την οποία η συνείδησή σας ξαφνικά έγινε τρισεκατομμύρια φορές πιο πιθανή απ’ ό,τι ήταν ένα κλάσμα του δευτερολέπτου νωρίτερα Βεβαίως, ο εμβρυϊκός εαυτός σας που άρχισε να υπάρχει είχε ακόμη πολλά εμπόδια να ξεπεράσει. Τα περισσότερα κυήματα καταλήγουν σε πρόωρη αποβολή, πριν καν η μάνα τους συνειδητοποιήσει την ύπαρξή τους, και είμαστε όλοι τυχεροί που κάτι τέτοιο δεν συνέβη και σε εμάς. Επίσης, όπως φαίνεται από τους όμοιους διδύμους (που αποχωρίζονται μετά τη γονιμοποίηση), η προσωπική ταυτότητα είναι κάτι περισσότερο από τα γονίδιά μας. Ωστόσο, η στιγμή κατά την οποία ένα συγκεκριμένο σπερματοζωάριο διείσδυσε σε ένα συγκεκριμένο ωάριο υπήρξε, από τη δική σας ιδιωτική σκοπιά, μια στιγμή μεθυστικά μοναδική για τον εαυτό σας. Ήταν η στιγμή που η πιθανότητα να μην γίνετε άνθρωπος μειώθηκε από αστρονομικά μεγέθη σε μονοψήφιο αριθμό.
Η κλήρωση αρχίζει πριν από τη σύλληψή μας. Οι γονείς σας έπρεπε να συνευρεθούν’, ενώ η σύλληψη του καθενός απ’ αυτούς ήταν το ίδιο απίθανη όσο και η δική σας. Και πάει λέγοντας για τους τέσσερις παππούδες και γιαγιάδες και τους οκτώ προπάππους και προγιαγιάδες σας, μέχρι εκεί που δεν’ αντέχει κανείς να σκεφθεί. Ο Ντέσμοντ Μόρις (Desmond Morris) ανοίγει την’ αυτοβιογραφία. του Animal Days (1979) με χαρακτηριστικά ζωηρό πνεύμα:
Ο Ναπολέων τα ξεκίνησε όλα. Αν δεν ήταν εκείνος, δεν θα βρισκόμουν εδώ τώρα γράφοντας αυτά να λόγια… διότι μια οβίδα του, που εκτοξεύτηκε κατά τον ιβηρικό πόλεμο, έκοψε το χέρι τον προ-προπάππου μου James Morris, αλλάζοντας ολόκληρη την πορεία της οικογενειακής μου ιστορίας.
Ο Μόρις περιγράφει πως η υποχρεωτική αλλαγή καριέρας του προγόνου του είχε διάφορα σωρευτικά αποτελέσματα, με απόγειο το δικό του ενδιαφέρον για τη φυσική ιστορία. Αλλά στ' αλήθεια δεν χρειάζεται να ανησυχεί. Εδώ δεν υπάρχει “ίσως” Ασφαλώς και οφείλει την ίδια την ύπαρξή του στον Ναπολέοντα. Όπως ακριβώς και εγώ και εσείς. Ο Ναπολέων δεν χρειαζόταν να τσακίσει το χέρι του James Morris για να σφραγίσει τη μοίρα του νεαρού Ντέσμοντ, τη δική σας, αλλά και τη δική μου. Οχι μόνον ο Ναπολέων, αλλά και ο πιο ταπεινός αγρότης του Μεσαίωνα θα αρκούσε να φταρνιστεί για να επηρεάσει κάτι που άλλαξε κάτι άλλο, το οποίο, μετά από μια μακρόσυρτη αλυσιδωτή αντίδραση, είχε τη συνέπεια κάποιος από τους παρ’ ολίγον προγόνους σας να μην γίνει πρόγονός σας. αλλά να γίνει πρόγονος κάποιου άλλου. Δεν αναφέρομαι στη “θεωρία του χάους”, ή στην εξίσου της μόδας “θεωρία της πολυπλοκότητας”, αλλά απλώς και μόνα στην κοινή στατιστική των σχέσεων αιτίου και αιτιατού. Η κλωστή των ιστορικών γεγονότων από τα οποία κρέμεται η ύπαρξή μας είναι απίστευτα λεπτή.
Αν συγκριθεί με την άγνωστη σε μας χρονική διάρκεια, ω Βασιλιά, η τωρινή ζωή των ανθρώπων στη γη μοιάζει με το πέταγμα ενός σπουργιτιού μέσα στην αίθουσα όπου κάθεστε το χειμώνα με τους λοχαγούς και με τους υπουργού σας. Μπαίνοντας από μια πόρτα και βγαίνοντας από μιαν άλλη προστατεύεται από τη χειμωνιάτικη θύελλα όσο βρίσκεται μέσα. Αλλά αυτό το σύντομο διάστημα ηρεμίας τελειώνει σε μια στιγμή και το σπουργίτι επιστρέφει στο χειμώνα απ' όπου ήρθε, και χάνεται απ’ τα μάτια σας. Η ζωή του ανθρώπου είναι παρόμοια το τι έπεται ή το τι προηγήθηκε, δεν το γνωρίζουμε καθόλου.
THE VENERABLE BEDE,A History of the English Church and People (731)
Ιδού άλλος ένας λόγος που είμαστε τυχεροί. Το σύμπαν έχει ηλικία μεγαλύτερη των εκατό εκατομμυρίων αιώνων. Μέσα σε αντίστοιχο χρόνο στο μέλλον, ο ήλιος θα διογκωθεί, σχηματίζοντας έναν κόκκινο γίγαντα που θα καταπιεί τη γη. Κάθε αιώνας των εκατοντάδων αυτών εκατομμυρίων υπήρξε στον καιρό του, ή θα υπάρξει όταν έρθει η ώρα του, ο “τωρινός αιώνας”. Είναι ενδιαφέρον ότι ορισμένοι φυσικοί δεν ενστερνίζονται την ιδέα ενός “κινούμενου παρόντος”, και την θεωρούν υποκειμενικό φαινόμενο, για το οποίο δεν βρίσκεται οικείος χώρος στις εξισώσεις τους. Το επιχείρημά μου είναι όντως υποκειμενικό. Μου φαίνεται, αλλά νομίζω πως φαίνεται και σε εσάς, ότι το παρόν κινείται από το παρελθόν προς το μέλλον σα μια μικρή δέσμη φωτός που πορεύεται κατά μήκος μιας γιγάντιας κλίμακας χρόνου. Οτιδήποτε-βρίσκεται πίσω από τη δέσμη είναι στο σκοτάδι, το σκοτάδι του νεκρού παρελθόντος. Οτιδήποτε βρίσκεται μπροστά από τη δέσμη είναι στο σκοτάδι του άγνωστου μέλλοντος. Η πιθανότητα ο αιώνας μας να βρεθεί στο φως της δέσμης είναι η ίδια με την πιθανότητα που έχει μια δεκάρα, αν την πετάξουμε τυχαία, να προσγειωθεί πάνω σε ένα συγκεκριμένο μυρμήγκι, το οποίο μπουσουλάει κάπου κατά μήκος του δρόμου που συνδέει τη Νέα Υόρκη με το Σαν Φρανσίσκο. Με άλλα λόγια, είναι συντριπτικά πιθανό να είστε νεκρός.
Παρά την πιθανότητα αυτή, παρατηρείτε ότι πράγματι είστε ζωντανός. Εκείνοι που η φωτεινή δέσμη τους έχει ήδη ξεπεράσει. όπως και εκείνοι τους οποίους η φωτεινή δέσμη δεν έχει ακόμη φθάσει, δεν είναι σε θέση να διαβάσουν βιβλία. Είμαι εξίσου τυχερός που βρίσκομαι σε θέση να γράψω ένα, αν και μπορεί να μην βρίσκομαι εδώ όταν διαβάζετε αυτές τις γραμμές. Στην ουσία, μάλλον προτιμάω να έχω πεθάνει όταν εσείς θα τις διαβάζετε. Μην με παρεξηγήσετε. Αγαπώ τη ζωή και εύχομαι να συνεχίσω να ζω ακόμη για πολλά χρόνια, αλλά κάθε συγγραφέας θέλει το έργο του να αγγίζει όσο γίνεται περισσότερους αναγνώστες.
Ρίτσαρντ Ντόκινς, Υφαίνοντας το ουράνιο τόξο
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)







