Σάββατο 11 Αυγούστου 2018

Η φιλοσοφική επανάσταση του Υπαρξισμού

Όταν ο Κίρκεγκωρ, ο Δανός φιλόσοφος του δεκάτου ενάτου αιώνα, τοποθέτησε στο επίκεντρο της θρησκευτικής ζωής τον άνθρωπο και τόνισε με αυτή του τη θέση τη σπουδαιότητα της ανθρώπινης ζωής, δεν θα μπορούσε να φανταστεί τις διαστάσεις που θα έπαιρνε ο υπαρξισμός μέσα στον εικοστό αιώνα, τον τρόπο με τον οποίο θα εξελισσόταν ως φιλοσοφικό ρεύμα πολλά χρόνια αργότερα ο θρησκευτικός υπαρξισμός.
 
Με τον υπαρξισμό οι έννοιες απόκτησαν μια ιδιαίτερη σημασία. Για πρώτη φορά γίνεται λόγος για ελευθερία, ύπαρξη, συνείδηση, πεσιμισμός, νιχιλισμός, ετερότητα, ανθρώπινες δυνατότητες ανακάλυψης της ατομικής υπαρκτικότητας, πέρα από κάθε προκαθορισμένο συστημικό σχέδιο. Για τους υπαρξιστές κάθε ανθρώπινη οντότητα είναι μοναδική και ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να αναλάβει τις ευθύνες του και μέσα από τις αντιφάσεις του να καθορίσει τη θέση του στη ζωή. 
 
Μάρτιν Χάιντεγκερ
Ο Χάιντεγκερ πάλι με το εμβληματικό του έργο «Είναι και ο χρόνος» που παρουσιάστηκε το 1927, άνοιξε το δρόμο του υπαρξισμού στη γερμανική διανόηση μελετώντας την ύπαρξη του ανθρώπου. Για τον Χάιντεγκερ ο άνθρωπος είναι το μοναδικό έμβιο ον το οποίο κατορθώνει να δώσει στη ζωή του ένα ισχυρό νόημα. Κι αυτό φαίνεται σε όλα όσα έχει δημιουργήσει στην τέχνη, τη φιλοσοφία, τη θρησκευτικότητα, την επιστήμη. Έτσι λοιπόν ο άνθρωπος μπορεί να ανακαλύψει μέσα από τη δική του ύπαρξη την αυθεντικότητα του. Μέσα από την γνώση της συνείδησής του την ταύτιση με την πρόοδο και την αλήθεια του. Χρειάζεται όμως να μην αναλώνεται στην καθημερινότητα «επειδή τότε αποφεύγει τις βαθύτερες ανησυχίες και τη διαπεραστική αυτοεξέταση», που είναι απαραίτητη. Βασικές έννοιες του υπαρξισμού μια που το φιλοσοφικό αυτό ρεύμα έχει ως κύριο μέλημά του την ανθρώπινη ύπαρξη και την αναζήτηση της ουσίας της.
 
Είναι η εποχή που το έργο των Νίτσε, Ντοστογιέφσκι και Κάφκα θα νοηματοδοτηθούν εκ νέου και ο Γιάσπερς, κορυφαίος εκπρόσωπος του γερμανικού υπαρξισμού, θα μιλήσει για τη σημασία της διαρκούς ανακάλυψης των ανθρώπινων δυνατοτήτων και την απόρριψη κάθε δόγματος, αφού όλα διαρκώς ανακαλύπτονται ξανά και κάθε αυστηρή τοποθέτηση επί της αλήθειας που αφορά στην ανθρώπινη ύπαρξη είναι καταδικασμένη να περάσει σταδιακά στην ανυπαρξία μέσα από τη διαρκή αναζήτηση νέων αληθειών.
 
Καρλ Γιάσπερς
Είναι η εποχή όπου η έννοια της ελευθερίας και της αυτοθέλητης επιλογής κυριαρχούν. Οι άνθρωποι νιώθουν εσωτερικά τη φωνή της ελευθερίας και αυτήν πρέπει να ακολουθούν, σ’ αυτήν θα πρέπει να λογοδοτούν όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου, επιλέγοντας τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργούν και θα ορίζουν τη συμπεριφορά τους και τον προσωπικό τους προσανατολισμό.
 
Κάπως έτσι αντιλαμβάνεται και ο Γιάσπερς την έννοια της ατομικής ελευθερίας και της υπαρξιακής αναζήτησης, όταν επιμένει να μιλάει για την ανθρώπινη υπόσταση στο πλαίσιο της ελευθερίας και της δυνατότητας επιλογών που αυτή, ως υπέρτατη αξία, δίνει στον άνθρωπο, πέρα και έξω από κάθε σύστημα ή προκαθορισμένο μηχανισμό επιβολής του.
 
Οι υπαρξιστές επιλέγουν το πεδίο στο οποίο θα δράσουν και αυτό δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως αποτέλεσμα της ατομικής ελευθερίας. Πόσο δεδομένη είναι όμως η ατομική ελευθερία στον εικοστό αιώνα; Ο Σαρτρ θα εμφανιστεί στο χώρο της διανόησης για να επισημάνει πως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Ο άνθρωπος πρέπει να αγωνίζεται ακατάπαυστα για να διεκδικήσει τα αυτονόητα και ο αγώνας αυτός είναι ανειρήνευτος και αέναος.
 
Ο Σαρτρ είναι ο άνθρωπος που θα θεμελιώσει στη Γαλλία το κίνημα του υπαρξισμού. Όπως και ο Νίτσε ανήκει κι αυτός στους άθεους υπαρξιστές, αναγνωρίζει όμως πως υπάρχουν δύο σχολές υπαρξιστών, οι Χριστιανοί με κύριους εκπροσώπους τον Γιάσπερς και τον Γκαμπριέλ Μαρσέλ, τον άνθρωπο που πρώτος εισήγαγε τον όρο «υπαρξισμός» και υπήρξε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του, και οι άθεοι υπαρξιστές στους οποίους ανήκουν ο Χάιντεγκερ και οι Γάλλοι οπαδοί του κινήματος.
 
Κατά τον Γάλλο φιλόσοφο ο άνθρωπος πρέπει να συνεχίζει να διεκδικεί τις επιλογές του αυτές οτιδήποτε και να συμβαίνει, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, αφού η ελευθερία του ανθρώπου απειλείται συνεχώς από την συνύπαρξη του με τους άλλους ανθρώπους. Μόνο η διαρκής δράση μπορεί να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, καθώς ο άλλος άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να εκμηδενίσει κάθε προσωπικότητα και είναι αυτή η υπαρκτική ετερότητα που πρέπει να γίνεται σεβαστή.
 
Βασικό μέλημα του όμως πρέπει να είναι η υπευθυνότητα. Καθώς η ελευθερία μπορεί να έχει συγκεκριμένα όρια κυριαρχίας, ένα πλαίσιο διαμορφωμένο μέσα από την ύπαρξη του άλλου και γι’ αυτό το λόγο να γίνεται η αφορμή για να εκδηλωθούν οι βαθιές αντιθέσεις που χωρίζουν τους ανθρώπους. Ό,τι μπορεί να έχει κάποια ουσιαστική σημασία για τον έναν πρέπει να έχει και για τον άλλο, Η ελευθερία είναι μια αξία που καθορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις, εξαρτάται απόλυτα από αυτές και εξασφαλίζει την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
 
Για τον Σαρτρ η ελευθερία φέρει μαζί της ευθύνες που ενίοτε μπορούν να τρομάξουν τον άνθρωπο στην προσπάθειά του να επιβληθεί στη συνείδηση ενός άλλου. Ωστόσο, αυτό που είναι ουσιώδες είναι ακριβώς η ανάγκη αυτή του ανθρώπου να διατηρήσει την ατομική του συνείδηση και γνησιότητα μια και μόνο έτσι θα εξαφανιστεί κάθε αντίσταση του στον προορισμό του να γίνει ένα συγκεκριμένο ον, το «είναι» μέσα από το «μηδέν». «Ο άνθρωπος είναι αυτό που θέλει να είναι», θα γράψει για να δηλώσει ξεκάθαρα τη θέση του πως άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τη ζωή του και είναι αποτέλεσμα προσωπικής του επιλογής να τη διατηρήσει πνευματικά και ηθικά ελεύθερη σε ολόκληρη τη διάρκειά της.
 
Ο Αλμπέρ Καμύ έρχεται με το μύθο του Σισύφου να μιλήσει για τη μοναχικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης σε έναν κόσμο όπου το παράδοξο κυριαρχεί και συνυπάρχει με την ευτυχία αφού το παράλογο γεννάται από αυτήν. Για τον Καμύ ο άνθρωπος γνώρισε το παράλογο για να καταλάβει ότι τελικά δεν είναι ελεύθερος. Αληθινή ελευθερία δεν υπάρχει. Είναι μια ουτοπία και ο άνθρωπος το καταλαβαίνει αυτό όταν αντικρίσει τον παραλογισμό στον οποίο βρίσκεται η ζωή του. Είναι η λύτρωση συνώνυμη με τον θάνατο; Εκεί βρίσκεται η παντοτινή ελευθερία; Για τον Καμύ δεν υπάρχει ελευθερία παρά μόνο στο πνεύμα και αυτό προσπαθεί να δείξει σε όλο του το έργο. Ο Καμύ βλέπει πως ο άνθρωπος είναι βουτηγμένος στον παραλογισμό. Ολόκληρη η ζωή του και όλες του οι επιλογές εντάσσονται αυτοβούλως σ’ αυτόν. Και ο παραλογισμός αυτός είναι αποτέλεσμα των αποφάσεών του να θέτει στόχους και να τους πραγματοποιεί.
 
Ο Καμύ, βαθιά προσηλωμένος στις αξίες του ουμανισμού, κοιτάζει μπροστά και βλέπει τον κόσμο να κλυδωνίζεται ανάμεσα σε φιλοσοφικές θεωρίες που μπορούν να δικαιολογήσουν ακόμη και δολοφόνους στο όνομα της νομιμοποίησης κάθε είδους αδικίας. Και νιώθει τον παραλογισμό της υπαρκτικής ανελευθερίας. Σε αντίθεση με τον Σαρτ, ο Καμύ θα γράψει πως: «Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που αρνείται να είναι αυτό που είναι». Αποφασίζει λοιπόν και αντιστρατεύεται όλες αυτές τις θεωρίες μια και η συνείδησή του δεν μπορεί να αποδεχτεί τη νομιμοποίηση τέτοιων συμπεριφορών, τον ηθικό εκπεσμό των μελλοντικών κοινωνιών την ανηθικότητα της πολιτικής και τη μετατροπή του κράτους σε τυραννικό καθεστώς θηριωδίας. Χρησιμοποιεί το λόγο του ακριβώς για να αποφύγει την επικράτηση του μηδενισμού και να δικαιώσει την ανθρωπιά ως το μόνο μέσο θεμελίωσης μιας μελλοντικής κοινωνικής ηθικής. Αυτό άλλωστε είναι και το κυρίαρχο μήνυμα του ίδιου του υπαρξισμού.

Γνωρίζοντας το σωστό άνθρωπο τη λάθος στιγμή

Ίσως ο σωστός άνθρωπος να ήταν η πρώτη σας αγάπη, ο άνθρωπος που αγαπήσατε βαθύτερα από κάθε άλλον. Ίσως η ένταση και το πάθος που νιώθατε κάθε φορά που εκείνος ή εκείνη βρισκόταν κοντά σας να είναι κάτι που δεν θα μπορέσετε να βιώσετε ξανά. Και αναρωτιόσασταν πώς ένας άνθρωπος μπορεί να νιώσει ταυτόχρονα τόσο χαρούμενος, αλλά και τόσο θλιμμένος.

Η συνάντηση με τον σωστό για εσάς άνθρωπο, τον άνθρωπο που θα λέγατε ότι είναι η αδελφή ψυχή σας, είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά πράγματα που μπορείτε να βιώσετε κατά τη διάρκεια της ζωής σας. Δυστυχώς όμως, αυτή η συνάντηση δεν συμβαίνει πάντα στο σωστό χρόνο. Και αυτή η συνθήκη είναι που προκαλεί πόνο και κάνει τη διαφορά.

Φυσικά, αυτό δεν συμβαίνει σε όλους μας. Και υπάρχουν και άνθρωποι που πιστεύουν ότι αν γνωρίσουμε τον σωστό άνθρωπο που θα αγαπήσουμε με όλη μας την ψυχή, δεν υπάρχει λάθος χρόνος, επειδή και οι δύο πλευρές θα εργαστούν σκληρά για να ξεπεράσουν κάθε δυσκολία.

Ναι. Αυτό ακούγεται πραγματικά εντυπωσιακό και υπέροχο. Αλλά δυστυχώς, ορισμένες φορές η ζωή έχει απαίσια αίσθηση του χιούμορ και έναν τρόπο να μας υπενθυμίζει ότι η δεν είναι μια ρομαντική κομεντί.

Στην πραγματική ζωή, ως ανθρώπινα όντα είμαστε εξαιρετικά πολύπλοκα κι τείνουμε να περιπλέκουμε κάθε κατάσταση και σχέση μας. Και ακόμα κι αν γνωρίσουμε την αδελφή ψυχή μας, αν εμείς από μόνοι μας δεν βρισκόμαστε στο σωστό μέρος ή αν δεν έχουμε γίνει αυτό που θέλουμε ακόμα, τότε η σχέση είναι δυστυχώς καταδικασμένη.

Οι σχέσεις δεν αποτυγχάνουν πάντα, επειδή ο άνθρωπος με τον οποίο καταλήξατε αποδείχθηκε λάθος για εσάς. Μπορεί να είναι ο σωστός άνθρωπος, αλλά αν εσείς δεν έχετε εξελιχθεί ή δεν τα έχετε βρει με τον εαυτό σας, τότε η σχέση συχνά αποτυγχάνει.

Και αυτό λειτουργεί και από τις δύο πλευρές. Αν ο/η σύντροφός σας δεν είναι σε θέση εκείνη τη χρονική περίοδο να αφοσιωθεί σε μια σχέση, τότε αυτή προφανώς και θα αποτύχει. Και όλοι μπορούμε να βρούμε πολλές δικαιολογίες για τον λόγο που δεν είμαστε διαθέσιμοι για σοβαρή σχέση. Κάποιοι θα πουν ότι χρειάζονται να εστιάσουν πρώτα στην καριέρα τους. Άλλοι θα πουν ότι έχουν την ανάγκη να αποκτήσουν εμπειρίες, να ζήσουν κάποιες περιπέτειες, μέχρι να ηρεμήσουν.

Οι άνθρωποι μπορεί να σας δώσουν πολλές διαφορετικές δικαιολογίες, αλλά η αλήθεια είναι ότι εσείς ή/και ο/η σύντροφός σας δεν είστε σε θέση να αγαπήσετε πλήρως και ολοκληρωτικά. Δεν είστε έτοιμοι να αγαπήσετε τον άλλο με τον τρόπο που χρειάζεται να αγαπηθεί.

Το κύριο πρόβλημα που ανακύπτει όταν γνωρίζετε τον σωστό άνθρωπο είναι ότι εκείνη τη στιγμή μπορεί να μην είστε έτοιμοι να δοθείτε ολοκληρωτικά σε αυτόν. Μπορεί να μην είστε έτοιμοι να κάνετε τους απαραίτητους συμβιβασμούς και να αφήσετε πίσω σας κάποια πράγματα, ώστε να αφοσιωθείτε πλήρως στη σχέση.

Η αγνότερη και βαθύτερη αγάπη υπάρχει όταν και οι δύο σύντροφοι μοιράζονται ένα κομμάτι του εαυτού τους με τον άλλο. Όταν μοιράζονται και αφουγκράζονται τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις επιθυμίες ο ένας του άλλου.

Αλλά τι συμβαίνει όταν είστε με τον σωστό άνθρωπο, αλλά νιώθετε ότι δεν μπορείτε να τον αγαπήσετε με τον τρόπο που αξίζει να αγαπηθεί; Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που μπορείτε και πρέπει να κάνετε – πρέπει να τον αφήσετε να φύγει.

Καταλαβαίνω ότι αυτό είναι ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που θα χρειαστεί να κάνετε στη ζωή σας, αλλά όταν αγαπάτε πραγματικά κάποιον, θέλετε το καλύτερο γι’ αυτόν, σωστά; Και αν εκείνη την περίοδο δεν είστε ό,τι καλύτερο γι’ αυτόν, τότε χρειάζεται να βάλετε την ευτυχία του πρώτη και να αποχωρήσετε.

Αποφασίζετε να τον αφήσετε να βρει την αγάπη και την ευτυχία που αξίζει με έναν άλλο άνθρωπο, αν και βαθιά μέσα σας γνωρίζετε ότι εσείς οι δύο θα ήσασταν τέλεια μαζί – ίσως να ξαναβρεθείτε, όταν οι συνθήκες θα είναι καλύτερες.

Μέχρι τότε, επιλέξτε να τον αγαπάτε από μακριά. Και ίσως κάποια στιγμή, ο χρόνος γίνει κατάλληλος. Εξάλλου, η αγάπη είναι ένας από τους κύριους σκοπούς της ζωής. Ακόμα κι αν δεν είναι εύκολη υπόθεση για όλους. Αξίζει όμως κανείς να παλεύει γι’ αυτή με κάθε τρόπο.

Διαχειριστείτε την προσωπική σας ζωή

Μπορεί στη δουλειά σας να τα καταφέρνετε μια χαρά και να διαχειρίζεστε τον εαυτό σας θαυμάσια, αν όμως η προσωπική σας ζωή πάει κατά διαόλου, το πιθανότερο είναι πως θα τα χαλάσει όλα. Ποιο το όφελος για κάποιον να φτάσει στην κορυφή, αν αυτό σημαίνει πως θα χάσει τον σύντροφό του ή θα αποξενωθεί από τα παιδιά του; Ήμουν πολλά χρόνια σύμβουλος και μπορώ να σας διαβεβαιώσω το εξής: Καμία επαγγελματική επιτυχία δεν αξίζει αυτό το τίμημα.

Για πολλά χρόνια, ένας από τους ορισμούς που έδινα στην επιτυχία είναι: το να έχω καταφέρει οι κοντινοί μου άνθρωποι να με αγαπούν και να με σέβονται όσο το δυνατόν περισσότερο. Αυτό είναι το σημαντικότερο όλων. Πριν από την εκτίμηση των συνεργατών μου, θέλω να έχω την αγάπη και τον σεβασμό της γυναίκας μου, των παιδιών μου και των εγγονών μου. Μη με παρεξηγήσετε.

Προφανώς κα θέλω να με εκτιμούν και οι συνεργάτες μου, όχι όμως σε βάρος της οικογένειάς μου. Αν τα κάνω θάλασσα στο σπίτι, οι αρνητικές επιπτώσεις θα επεκταθούν σε κάθε τομέα της ζωής μου, ακόμη και στη δουλειά μου.

Αν θέλετε να φτάσετε ψηλά στην ιεραρχία, πρέπει πρώτα απ’ όλα να μάθετε να ηγείστε του εαυτού σας. Αν δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό, δεν είστε αξιόπιστοι. Από την εμπειρία μου, έχω διαπιστώσει ότι:

• Αν δεν είμαι κύριος του εαυτού μου, οι άλλοι δεν θα με ακολουθήσουν.
• Αν δεν είμαι κύριος του εαυτού μου, οι άλλοι δεν θα με σέβονται.
• Αν δεν είμαι κύριος του εαυτού μου, οι άλλοι δεν θα θέλουν να συνεργαστούν μαζί μου.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξάρτητα από το αν θέλετε να ασκήσετε επιρροή σε ανθρώπους που βρίσκονται πάνω από εσάς, δίπλα σας, ή κάτω από εσάς. Όσο καλύτεροι είστε στο να εξασφαλίζετε πως κάνετε αυτό που πρέπει να κάνετε, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχετε να επηρεάσετε τους άλλους.

Κοινώς αποδεκτή γνώμη

Αν εξετάσουμε το θέμα διεξοδικά, θα δούμε πως αυτό που αποκαλούμε κοινώς αποδεκτή γνώμη, δεν είναι παρά η γνώμη δύο ή τριών ατόμων. Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε την πραγματική διαδικασία γέννησης μιας γνώμης, δεν θα είχαμε γι’ αυτό την παραμικρή αμφιβολία.

Θα ανακαλύπταμε ότι δεν είναι παρά δύο ή τρεις άνθρωποι που δέχτηκαν, προώθησαν και υποστήριξαν την άποψη την πρώτη φορά, και ότι οι υπόλοιποι πίστεψαν αφελώς πως οι δυο τρεις αυτοί άνθρωποι την είχαν εξετάσει εξονυχιστικά προτού τη διαδώσουν. Ύστερα, αποδέχτηκαν τη γνώμη αυτή μερικοί επιπλέον, οι οποίοι ήταν πεπεισμένοι εξαρχής πως οι άνθρωποι που τη διέδωσαν είχαν την απαραίτητη κατάρτιση. Στη συνέχεια, σ’ αυτούς βασίστηκαν πολλοί άλλοι, που από οκνηρία προτίμησαν να πιστέψουν κάτι χωρίς δεύτερη σκέψη παρά να κοπιάσουν εξετάζοντας οι ίδιοι το ζήτημα. Έτσι, ο αριθμός των νωθρών και εύπιστων υποστηρικτών μεγάλωσε μέρα με τη μέρα. Μόλις η συγκεκριμένη άποψη κέρδισε ευρεία υποστήριξη, οι υπόλοιποι που αποφάσισαν να την ενστερνιστούν απέδωσαν τη μεγάλη της απήχηση στην ορθότητά της. Τότε, όσοι είχαν απομείνει αναγκάστηκαν να αποδεχτούν ό,τι ήταν πλέον κοινώς αποδεκτό, προκειμένου να μη θεωρηθούν ταραξίες, που απαρνιούνται τις γενικώς παραδεδεγμένες απόψεις, ή θρασείς, που θεωρούν ότι είναι πιο έξυπνοι από όλους τους άλλους.

Όταν μια γνώμη φτάνει σε αυτό τον βαθμό αποδοχής, η συγκατάνευση αποτελεί πλέον καθήκον. Από το σημείο αυτό και στο εξής, οι λίγοι που είναι ικανοί να κρίνουν θα σιωπήσουν. Μιλούν μόνο όσοι είναι παντελώς ανίκανοι να σχηματίσουν οι ίδιοι οποιαδήποτε γνώμη ή κρίση, αφού παπαγαλίζουν απλώς τις απόψεις των άλλων. Ωστόσο, υπερασπίζονται τις συγκεκριμένες απόψεις με υπερβάλλοντα ζήλο και μισαλλοδοξία, καθώς αυτό που απεχθάνονται στους ανθρώπους που σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο από τον δικό τους, δεν είναι τόσο οι διαφορετικές τους κρίσεις, όσο η τόλμη να θέλουν να σχηματίσουν τη δική τους άποψη. Εν ολίγοις, ελάχιστοι είναι ικανοί να σκεφτούν, όλοι όμως θέλουν να έχουν άποψη. Συνεπώς, δεν απομένει παρά να ενστερνιστούν έτοιμες απόψεις άλλων, αντί να σχηματίσουν τις δικές τους.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, τι αξία έχει μια γνώμη, ακόμη κι αν έχει εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές;

Δεν είναι περισσότερο τεκμηριωμένη από ένα ιστορικό γεγονός καταγεγραμμένο από εκατό ιστορικούς, οι οποίοι αποδεικνύεται πως έχουν αντιγράψει ο ένας από τον άλλον· η άποψη στο τέλος μπορεί να αποδοθεί σε ένα και μόνο άτομο.

ARTHUR SCHOPENHAUER, Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο

Ο άνθρωπος επηρεάζεται όχι από τα συμβάντα, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο τα υπολογίζει

Οι άνθρωποι μπορούμε να είμαστε ακόρεστοι.
Για τους στωικούς, αυτός ο τύπος επιθυμιών και φιλοδοξιών δεν αξίζουν να τις επιδιώκει κανείς. Ο στόχος του ενάρετου ανθρώπου είναι να επιτύχει ηρεμία (αταραξία): μια κατάσταση απουσίας αρνητικών συναισθημάτων όπως το άγχος, ο φόβος, η λύπη, η ματαιοδοξία, ο θυμός, και παρουσίας θετικών συναισθημάτων όπως, για παράδειγμα, η χαρά, η αγάπη, η γαλήνη και η ευγνωμοσύνη.

Για να διατηρήσουν ενάρετο το μυαλό, οι στωικοί επιδίδονταν σε κάτι σαν “αρνητική προβολή”: φαντάζονταν “το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί”, έτσι ώστε να είμαστε προετοιμασμένοι σε περίπτωση που ορισμένα προνόμια και ηδονές εξαφανιστούν από τη ζωή μας.

Για να “επιδοθούμε στην αρνητική προβολή”, χρειάζεται να παρατηρήσουμε αρνητικά γεγονότα, αλλά χωρίς να μας ανησυχήσουν.

Ο Σενέκας, ένας από τους πλουσιότερους άνδρες της αρχαίας Ρώμης, είχε μια ζωή με όλων των ειδών τις πολυτέλειες, αλλά στην πράξη ήταν ένας στωικός. Συμβούλευε να σκέφτεται κανείς και να επιδίδεται στην αρνητική προβολή στο κρεβάτι κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί. Κι όχι μόνο προέβαλλε αρνητικές καταστάσεις, αλλά και τις εφάρμοζε, ζώντας για παράδειγμα μια βδομάδα χωρίς υπηρέτες και χωρίς να πίνει και να τρώει σαν πλούσιος. Έτσι κατάφερνε να απαντήσει στην ερώτηση: Ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;

Δεν χρησιμεύει σε τίποτα να ανησυχούμε για πράγματα που είναι απολύτως έξω από τον έλεγχό μας. Πρέπει να έχουμε ξεκαθαρίσει τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να ελέγξουμε, ώστε με τον τρόπο αυτό να μάθουμε να μην παρασυρόμαστε από τα αρνητικά συναισθήματα.

“Ο άνθρωπος επηρεάζεται όχι από τα συμβάντα, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο τα υπολογίζει” έλεγε ο Επίκτητος.

Ένα άλλο κλειδί για την καλλιέργεια της ανθεκτικότητας είναι να ξέρεις σε τι χρόνο να ζήσεις. Τόσο ο βουδισμός όσο κι ο στωικισμός μάς υπενθυμίζουν ότι το μόνο που υπάρχει και είναι υπό τον έλεγχό μας είναι το παρόν.

Δεν πρέπει να ανησυχούμε για το παρελθόν ή το μέλλον, αλλά να εκτιμούμε τα πράγματα όπως είναι αυτή τη στιγμή, στο τώρα.

Εκτός από το “τώρα”, οι στωικοί συνιστούν να παρατηρούμε την παροδικότητα των πραγμάτων γύρω μας.

Ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος έλεγε ότι “τα πράγματα που αγαπάμε είναι σαν τα φύλλα των δέντρων, μπορούν να πέσουν οποιαδήποτε στιγμή σηκωθεί αέρας”. Επίσης είπε ότι “η αλλαγή σε αυτό που μας περιβάλλει δεν είναι κάτι τυχαίο, αλλά αποτελεί μέρος της ουσίας του Σύμπαντος”, μια σκέψη πραγματικά πολύ βουδιστική.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι όλα όσα έχουμε κι όλα τα πρόσωπα που αγαπάμε θα εξαφανιστούν κάποια στιγμή. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να το έχουμε στο νου, αλλά χωρίς να γινόμαστε απαισιόδοξοι.

Η επίγνωση της παροδικότητας των πραγμάτων δεν πρέπει να μας λυπεί, αλλά να μας χρησιμεύει για να αγαπάμε το παρόν και τους γύρω μας.

“Όλα τα ανθρώπινα πράγματα έχουν ζωή σύντομη και πεπερασμένη” έλεγε ο Σενέκας.

Θεές του Ολύμπου: Ποια είναι η ερμηνεία των ονομάτων τους

Oι Αρχαίοι Έλληνες δεν ονόμαζαν ποτέ τίποτα στην τύχη, έτσι και στους θεούς τους που για αυτούς συμβόλιζαν τις εκφάνσεις και τις αρετές που περιέχει η μία και μοναδική Θεία Ουσία έδιναν τις κατάλληλες ονομασίες οι οποίες ήταν στην κυριολεξία πνευματικοί κώδικες.


Ήρα: Γιά το όνομα της σεπτής Βασίλισσας των Θεών δύο είναι οι σοβαρότερες ετυμολογικές εκδοχές. Είτε προέρχεται από την δασυνόμενη λέξη «ώρα», η οποία πρωτίστως υποδηλώνει την «χρονική περίοδο», είτε από την επίσης δασυνόμενη λέξη «ήρως», που σημαίνει «ήρωας», οπότε Ήρα είναι είτε η χρονική περίοδος είτε η ηρωίδα. Το όνομα απαντά και ως Ήρη ή Ηρώ.


Αθηνά: Η ετυμολόγηση του πανάρχαιου ονόματος της Παρθένου Αθηνάς έχει γνωρίσει διάφορες απόπειρες. Εδώ παρατίθεται προς κρίση η γνώμη του υπογράφοντα. Το όνομα προέρχεται από το στερητικό...«α-» και την λέξη «θήνιον», η οποία, κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο, σημαίνει «γάλα», οπότε Αθηνά είναι «εκείνη που δεν έλαβε γάλα», «εκείνη που δεν θήλασε», υπονοώντας σαφώς την γέννηση τής Θεάς από την κεφαλή τού Δία, απ’ όπου η Αθηνά εξήλθε πάνοπλη και ετοιμοπόλεμη.

Άρτεμις: Το όνομα τής Αειπαρθένου Αρτέμιδος προέρχεται από το επίθετο «αρτεμής», δηλαδή «σώος, ακέραιος, υγιής», το οποίο, με την σειρά του, συντίθεται από τις λέξεις «άρτιος» (τέλειος, πλήρης) και «τέμνω» (κόβω, τεμαχίζω). Άρτεμις, λοιπόν, είναι η σώα, η ακέραια, η υγιής. Στην κλασική ελληνική γλώσσα, το όνομα κλίνεται «η Άρτεμις, τής Αρτέμιδος», με κλητική «Άρτεμις», ενώ στην νέα ελληνική υπάρχουν δύο τρόποι: είτε «η Άρτεμη, τής Άρτεμης», με κλιτική «Άρτεμη», είτε «η Άρτεμις, τής Αρτέμιδας», με κλιτική «Άρτεμις».

Δήμητρα: Το όνομα της καρποφόρου Θεάς τής γονιμότητας προέρχεται από τις λέξεις «δα» ή «δη» και «μήτηρ». Η πρώτη σημαίνει «γη» και η δεύτερη «μητέρα», άρα Δήμητρα είναι η Μητέρα Γη. Το αρσενικό όνομα Δημήτριος σημαίνει «εκείνον που ανήκει στην Δήμητρα», «εκείνον που είναι τής Δήμητρας».

Εστία: Το όνομα της σεμνής Εστίας προέρχεται είτε από το ρήμα «έζομαι», που σημαίνει «καθίζω τον εαυτό μου, διαμένω», οπότε Εστία είναι η διαμονή, είτε από το ρήμα «ίστημι», δηλαδή «στήνω, ιδρύω, ανεγείρω», οπότε Εστία είναι η κατοικία. Ο σημερινός όρος «εστία» συμπεριλαμβάνει αμφότερες τις έννοιες.

Αφροδίτη: Το όνομα της ερωτικής Θεάς προέρχεται από την λέξη «αφρός» και το ρήμα «δίω» (φεύγω, απομακρύνομαι ταχέως), άρα Αφροδίτη είναι «εκείνη που φεύγει μέσα από τον αφρό».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ετυμολόγηση του ονόματος από τον παράλληλο τύπο «Αβροδίτη», ο οποίος σημαίνει «αβροδίαιτη», δηλαδή «εκείνη που διάγει βίο τρυφηλό».

Έτοιμο για εκτόξευση το επιστημονικό σκάφος Parker Solar Probe της NASA

Το μητρικό άστρο μας, ο Ήλιος, αποτελεί σε μεγάλο βαθμό ένα καυτό αίνιγμα, το οποίο κρύβει ακόμη πολλά μυστικά από τους επιστήμονες. Για πρώτη φορά στην ιστορία, μια ρομποτική διαστημοσυσκευή θα τεθεί σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο, σχεδόν «αγγίζοντάς» τον, προκειμένου να τον μελετήσει από την πιο κοντινή απόσταση μέχρι σήμερα. 
 
Πρόκειται για το Parker Solar Probe της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA), το οποίο είναι έτοιμο για εκτόξευση -κατά πάσα πιθανότητα το Σάββατο το πρωί 11 Αυγούστου- από το Διαστημικό Κέντρο Κένεντι στο Ακρωτήριο Κανάβεραλ της Φλόριντα, με ένα ισχυρό πύραυλο Delta IV Heavy της United Launch Alliance. Αν όλα πάνε καλά, το σκάφος θα προσεγγίσει τον Ήλιο φέτος το Νοέμβριο. 
 
Κανένα άλλο μηχάνημα φτιαγμένο από τον άνθρωπο δεν θα έχει πλησιάσει τόσο κοντά το άστρο μας. Κατά την κοντινότερη προσέγγισή του, θα πετάξει με ταχύτητα περίπου 700.000 χιλιομέτρων την ώρα μόνο έξι εκατομμύρια χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια του Ήλιου, επτά φορές κοντύτερα από κάθε άλλο σκάφος μέχρι σήμερα.
 
Το έως τώρα ρεκόρ κοντινότερης διέλευσης από τον Ήλιο κατέχει η διαστημοσυσκευή Helios 2, που το 1976 έφθασε σε απόσταση περίπου 43 εκατομμυρίων χιλιομέτρων (η μέση απόσταση Γης-Ήλιου είναι 150 εκατ. χλμ.).
 
Ο νέος υψηλής τεχνολογίας δορυφόρος, που έχει μέγεθος μικρού αυτοκινήτου, επρόκειτο να εκτοξευθεί την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά λόγω ενός μικρού τεχνικού προβλήματος η εκτόξευση καθυστέρησε. To «παράθυρο» εκτόξευσης θα διαρκέσει έως τις 23 Αυγούστου.

Διαχείριση των Δούλων

Η έννοια “επιστήμονας” και “μορφωμένος” δεν ταυτίζονται.

Μόρφωση είναι η πνευματική και ψυχική καλλιέργεια.
Αλήθεια αναρωτήθηκες γιατί δεν υπάρχει πουθενά στον πλανήτη -στις ανεπτυγμένες τουλάχιστον χώρες- πανεπιστήμιο, εκπαιδευτήριο, υπουργείο, κάποιο τέλος πάντων επίσημο ίδρυμα, που να εκπαιδεύει τους ανθρώπους στην πρόληψη και την υγεία τους, την ευρωστία και την δύναμη τους; Αντιθέτως αποκαλούν «υπουργείο υγείας» ένα ίδρυμα αρρώστιας και θανάτου!! Αποκαλούν θεραπευτήρια τα νοσοκομεία που οι ασθενείς πεθαίνουν από λοιμώξεις που κολλάνε μέσα σε αυτά τα νοσηρά ιδρύματα! Λοιπόν, είναι απλό… αν τα αποκαλούσαν με το αληθινό τους όνομα ως αυτό δηλαδή που πραγματικά είναι «ιδρύματα θανάτου» τότε δεν θα πλήρωνες για να καταθέσεις εκεί ό,τι πολυτιμότερο διαθέτεις το ΣΘΕΝΟΣ σου και την Ζωή σου. Έτσι ακολουθώντας τις τεχνικές των κορυφαίων του είδους προπαγανδιστών (Στάλιν – Γκέμπελ) αλλάζουν οι αφέντες σου τα ονόματα και σου πλασάρουν τον θάνατο για ζωή, την αρρώστια για υγεία, την θρησκεία για πνευματικότητα, τα φίδια για θεούς, την υπακοή για αξία …  και τα καταπίνεις αμάσητα γιατί δεν φρόντισες να μορφωθείς.

Εκπαίδευση είναι η καλλιέργεια, με συστηματική διδασκαλία και άσκηση σε ειδικά ιδρύματα (σχολεία κ.ά.) των διανοητικών και σωματικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων κυρίως των παιδιών και των νέων, για να μπορέσουν να ασκήσουν κάποιες επαγγελματικές ή άλλες δραστηριότητες. Η εκπαίδευση δεν είναι μόρφωση. Μόρφωση δηλ. Μορφώνω, δίνω μορφή. Η μόρφωση είναι αυτοδημιούργητη από το ίδιο τον άνθρωπο. Είναι αποτέλεσμα προσωπικής Θέλησης κι ενασχόλησης του όντος με την διάκριση, την αποκωδικοποίηση, την χρήση και την σύνθεση της όποιας γνώσης του. Είναι αυτό που «μένει» όταν απογυμνώσουμε κάποιον από τα τυπικά του προσόντα, από την εκπαίδευση και τις γνώσεις του. Αυτή είναι η αξία ενός ανθρώπου, η μόρφωση του (η λειτουργικότητα του) κι όχι η εκπαίδευση του.

Οι οικονομολόγοι έχουν τόση σχέση με την οικονομία όση και οι μετεωρολόγοι με τον καιρό. Όσο μπορούν να επηρεάσουν οι δεύτεροι τον καιρό, άλλο τόσο μπορούν και οι πρώτοι την οικονομία. Την ίδια απολύτως ανύπαρκτη σχέση έχουν και οι θεολόγοι με κάποιον θεό, οι ασφαλιστές με την ασφάλεια, οι ψυχίατροι με την ψυχή, οι ψυχολόγοι με την λογική, οι ιατροί και οι φαρμακοβιομηχανίες με την υγεία σου, οι διαφημιστές με τις ανάγκες σου, οι τραπεζίτες με τα χρήματα σου, οι χρηματιστές με τις επενδύσεις σου, οι πολιτικοί με τα δικά σου συμφέροντα κλπ κλπ. Όλα -κι άλλα ανάλογα- επαγγέλματα αμόρφωτων, αεριτζίδικα κι επιστημονικοφανή, καταδυναστεύουν, ελέγχουν, κρατούν υπάκουο και ταπεινό στο μαντρί, το έγκλειστο – φυλακισμένο ανθρώπινο ζώο. Επαγγέλματα παρασιτικά για παρασιτικά ανθρωπάκια.

Επιστήμονες: Αμόρφωτοι Δούλοι της διαχείρισης
Όλοι αυτοί έλαβαν την εκπαίδευση των δούλων της διαχείρισης. Την εκπαίδευση των οικονομολόγων, των κοινωνιολόγων, των μάνατζερ, των δημοσιοσχεσιτών, των νομικών και των ψευδοειδικών κάθε είδους. Αυτή η εκπαίδευση είναι η εκπαίδευση των φτωχών κρατών και των ατάλαντων εκπαιδευόμενων. Γιατί; Γιατί πρώτον δεν έχει κόστος και δεύτερον δεν απαιτεί κανένα απολύτως προσόν, ούτε από αυτόν που την προσφέρει ούτε από αυτόν που την πραγματοποιεί.
Σ’ ό,τι αφορά το πρώτο συμβαίνει το εξής: Μια οικονομική ή μια νομική σχολή μπορεί να δημιουργηθεί ανά πάσα στιγμή, ακόμα και στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας. Πιο δύσκολο και δαπανηρό είναι να δημιουργηθεί μια σχολή κομμωτικής, παρά μια σχολή οικονομικών. Γιατί; Γιατί η δεύτερη δεν χρειάζεται καμία απολύτως υποδομή. Αρκεί να βρεις παγκάκια να κάθονται οι μαθητές και μπορεί κάποιος να τους κάνει όλους οικονομολόγους. Παίρνεις την πιο προηγμένη βιβλιογραφία την βγάζεις μια φωτοτυπία κι αρχίζεις να την διδάσκεις. Δεν χρειάζεται τίποτε άλλο.

Βιβλιογραφία, που βέβαια κι αυτή είναι της πλάκας, εφόσον το ίδιο το αντικείμενο της οικονομίας -σαν επιστήμη- είναι της πλάκας. Απλά, για λόγους βιτρίνας -που συμφέρει τόσο αυτούς που προσφέρουν αυτόν τον τύπο της εκπαίδευσης όσο κι αυτούς που την λαμβάνουν- συνήθως κλέβουν μαθήματα από άλλες ειδικότητες, για να κάνουν πιο περίπλοκο το μη αντικείμενό τους. Το κάνουν επιστημονικοφανές για να μπορούν κατόπιν οι εκπαιδευμένοι να δικαιολογήσουν τους μισθούς που θα ζητήσουν. Το ίδιο ακριβώς κάνουν και οι ψυχίατροι- ψυχολόγοι – κοιωνιολόγοι και όλοι αυτοί οι διάφοροι -λόγοι που δεν έχουν απολύτως κανένα λόγο ύπαρξης σε μια κοινωνία ανθρώπων …αλλά σε κοινωνίες παρασίτων έχουν, γι’ αυτό άλλωστε και υπάρχουν.

Αυτά δηλαδή τα οποία έπρεπε να γνωρίζει περί ιδεολογιών ένας χειραφετημένος νοήμων εργάτης, οι αφέντες σου τα έκαναν εκπαιδευτική ύλη των οικονομικών επιστημών. Αυτά, που μέχρι τότε τα έκανε ένας εκπαιδευμένος κοινός δημόσιος υπάλληλος για να υπηρετήσει το κράτος, τα συγκέντρωσαν, τα κωδικοποίησαν και τα έκαναν “επιστήμη” διεθνών σχέσεων. Αυτά, που μέχρι τότε τα έκανε ένας δαιμόνιος επιχειρηματίας στην πορεία του για την επιτυχία, τα συνέλεγαν και τα παρουσίαζαν σαν επιστήμη τους διεθνούς εμπορίου. Έκλεψαν και λίγα μαθηματικά και στατιστική και έτσι δημιούργησαν την κυρίαρχη επιστήμη της νέας εποχής.

Μια επιστήμη που δεν ανακαλύπτει τίποτε κι απλά μελετάει αυτά τα οποία έτσι κι αλλιώς συμβαίνουν ερήμην των “επιστημόνων” της. Μελετάει αυτά τα οποία έγιναν και γίνονται και περιμένει να μελετήσει αυτά τα οποία πιθανόν να γίνουν στο μέλλον από κάποιους άλλους. Επιστήμη, που σταματάει στο πτυχίο και δεν ξεκινάει από αυτό, δεν είναι επιστήμη. Η επιστήμη ξεκινάει από το πτυχίο. Στο πτυχίο σταματάει η επαγγελματική κατάρτιση. Στο πτυχίο σταματάει η εκπαίδευση του τορναδόρου και του κομμωτή. Σε μαθαίνουν να κάνεις μερικά πράγματα κι απλά το πτυχίο πιστοποιεί την εκπαίδευσή σου, για να σ’ εμπιστευτεί ο εργοδότης σου, χωρίς να χρειαστεί να σε ελέγξει ο ίδιος. Αυτό δεν είναι μόρφωση!

Τέτοιου είδους ψευδοεπιστήμη είναι τα οικονομικά. Μαθαίνουν πέντε πράγματα και μ’ αυτά δουλεύουν. Μ’ αυτά βγάζουν το πλούσιο ή φτωχό μεροκάματό τους, που βέβαια δεν είναι επιστημονικό. Είναι σαν να εκπαιδεύεις γιατρούς με στόχο όχι να θεραπεύσουν τον καρκίνο, αλλά να τον περιγράφουν και να τον προβλέπουν κατά την διάρκεια της καταστροφικής του πορείας, όπως ακριβώς και κάνουν, όπως ακριβώς κάνουν και οι ψυχίατροι που δεν θεραπεύουν ποτέ κανέναν απλά περιγράφουν τι έχει !!! για να κερδίζουν οι φαρμακοβιομηχανίες. Χρησιμοποιούν μεθόδους της στατιστικής, για να βρουν εγκαίρως πού θα κάνει μετάσταση και τι μέγεθος θα έχει αυτή. Να το βρουν εγκαίρως, για να κερδίσουν οι επενδυτές στοιχήματα.

Η Μαρξιστική Πανούκλα της «Σχολής της Φρανκφούρτης»
Επιστήμονες, που όχι μόνον δεν μπορούν να θεραπεύσουν τον καρκίνο, και δεκάδες άλλες ασθένειες, αλλά ούτε να τον μεταλλάξουν. Ακόμα και οι νέοι καρκίνοι στο αντικείμενό τους είναι προϊόν του κόπου κάποιων άλλων. Πιο πολλές είναι οι πιθανότητες να εφεύρει κάποιος μορφωμένος εργάτης ένα νέο οικονομικό μοντέλο, παρά ένας οικονομολόγος. Ας προσπαθήσει κάποιος να σκεφτεί τι κέρδισε η ανθρωπότητα από τους εκατοντάδες χιλιάδες οικονομολόγους, δικηγόρους, ασφαλιστές, θεολόγους, παπάδες, τραπεζίτες, ψυχιάτρους κλπ. κλπ. που μέχρι τώρα έχει εκπαιδεύσει. Ακόμα με τον Μαρξ ασχολούνται. Όλοι είναι υποκινούμενοι και ποτισμένοι από την μαρξιστική πανούκλα κι εκπορεύονται από την μιασματική «Σχολή της Φρανκφούρτης».

Αυτοί είναι οι αστείοι, αμόρφωτοι, λειτουργικά αναλφάβητοι κι άσχετοι -λόγοι της νέας εποχής. Μελετάνε τα φαινόμενα του αντικειμένου τους τα οποία δεν γνωρίζουν, και πολύ περισσότερο δεν το επηρεάζουν. Συρρέουν κατά κοπάδια για να εκπαιδευτούν εκ του ασφαλούς, γιατί αυτό συμφέρει τόσο τους ίδιους όσο και το σύστημα. Συμφέρει τους ίδιους με ένα πτυχίο της πλάκας να εισπράττουν μυθικό μισθό. Συμφέρει τους ίδιους να γίνονται “επιστήμονες” με ένα πτυχίο, που το μόνο προσόν το οποίο απαιτεί απ’ αυτούς είναι να μπορούν να περπατάνε στα δύο τους πόδια.

Είναι γνωστό ότι οι Beatles κατασκευάστηκαν από το Tavistock Institute του Λονδίνου και όλα τα τραγούδια τους γράφτηκαν από τον Theodor Adorno της “Σχολής της Φρανκφούρτης”με σκοπό να επηρεάσουν την κοινωνική αλλαγή. Ηθελαν να κάνουν τους δούλους να νοιώθουν ελεύθεροι, αποχαυνωμένοι και σημαντικοί. Ο Theodor Adorno επρόκειτο να τεθεί επικεφαλής της μονάδας «μουσικών σπουδών» και γι’ αυτό  στη «Theory of Modern Music»  (Θεωρία  για την σύγχρονη Μουσική)  προώθησε την ατονική Μουσική και έκανε προπαγανδιστικά δημοφιλή την ποπ μουσική ως όπλο για να καταστρέψει την κοινωνία. Προώθησε επίσης τις εκφυλισμένες μορφές  μουσικής οι οποίες διαδίδουν την ψυχική ασθένεια. Είπε: «Με την χρήση του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να πέσουν στα γόνατα, εάν προωθηθεί ένα πνεύμα απαισιοδοξίας και απελπισίας».  Από τα τέλη της δεκαετίας του 1930, (μαζί με τον Χορκχάιμερ)  μετανάστευσαν στο Χόλυγουντ. Η επέκταση των βίαιων βίντεο-παιχνιδιών, επίσης, υποστήριξαν τους στόχους της «Σχολής».

Στο βιβλίο του «The Closing of the American Mind» (Το κλείσιμο του Αμερικανικού μυαλού) , ο Άλαν Μπλούμ (Alan Bloom) παρατήρησε πως ο Μαρκούζε κατά τη δεκαετία του εξήντα απευθύνθηκε στους φοιτητές των πανεπιστημίων με ένα συνδυασμό  Μαρξ και  Φρόυντ. Στο «Eros and Civilization» και στο  «One Dimensional Man» (Έρως και Πολιτισμός και Ο μονοδιάστατος άνθρωπος) ο Μαρκούζε υποσχέθηκε ότι το τέλος του καπιταλισμού και της ψευδούς του συνείδησης θα οδηγήσει σε μια κοινωνία όπου οι μεγαλύτερες ικανοποιήσεις θα είναι σεξουαλικές. Η Ροκ μουσική αγγίζει την ίδια χορδή στους νέους. Κοινά έχουν την ελεύθερη σεξουαλική έκφραση, τον αναρχισμό, την αποκάλυψη του ανορθολογικού ασυνείδητου και την ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε είδους παραλογισμό.

«Ο Δυτικός (Ελληνικός) πολιτισμός στις μέρες μας διέρχεται μια κρίση που είναι ουσιαστικά διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη. Άλλες κοινωνίες στο παρελθόν έχουν αλλάξει τους κοινωνικούς τους θεσμούς ή τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις υπό την επίδραση  εξωτερικών δυνάμεων ή την αργή ανάπτυξη της εσωτερικής εξέλιξης. Οι Έλληνες αντιμετώπισαν την θεμελιώδη μεταβολή των πεποιθήσεων τους και των θεσμικών τους οργάνων στην οποία στηρίζεται το σύνολο του ιστού της κοινωνικής ζωής, όταν τους επεβλήθη ο Χριστιανισμός. Ο Δυτικός – Ελληνικός πολιτισμός θα ξεριζωθεί από τα θεμέλια του τόσο στην φύση του όσο και στην παράδοση του και θα ανασυσταθεί σε ένα νέο οργανισμό που είναι τόσο τεχνητός όσο και μηχανικός, όπως ένα σύγχρονο εργοστάσιο.» Christopher Dawson. Enquiries into Religion and Culture  (Έρευνες για τη θρησκεία και τον πολιτισμό)

Η ACW Review εξέτασε το διαβρωτικό έργο της «Σχολής της Φρανκφούρτης», όπου μια ομάδα Εβραίων Γερμανών και Αμερικανών «επιστημόνων»  ανέπτυξαν μία ιδιαίτερα προκλητική και πρωτότυπη προοπτική στην σύγχρονη κοινωνία και τον πολιτισμό, με βάση τον Χέγκελ, τον Μαρξ, τον Φρόιντ και τον Βέμπερ. Η ιδέα τους για μια «πολιτιστική επανάσταση» ήταν στα σκαριά.

«Μέχρι τώρα», έγραψε ο Ιωσήφ, Κόμης de Maistre (1753-1821) ο οποίος ήταν Ελευθεροτέκτων, «τα έθνη, αφανίζονταν από την κατάκτηση, δηλαδή  την εισβολή: Αλλά εδώ προκύπτει ένα σημαντικό ερώτημα. Μπορεί ένα έθνος να μην πεθάνει στο δικό του έδαφος, χωρίς επανεγκατάσταση ή εισβολή, επιτρέποντας τις μύγες της αποσύνθεσης να διαφθείρουν τον ίδιο τον πυρήνα αυτών των βασικών, πρωτότυπων και συστατικών αρχών που το κάνει αυτό που είναι;»

Η «Σχολή της Φρανκφούρτης» & Το Χιόνι Είναι Μαύρο
Τις ημέρες που ακολούθησαν την κατευθυνόμενη και απόλυτα ελεγχόμενη «επανάσταση» των Μπολσεβίκων στην Ρωσία, πίστευαν ότι «η επανάσταση των εργαζομένων» θα σαρώσει την Ευρώπη και τελικά, τις Ηνωμένες Πολιτείες. …Αλλά αυτό δεν έγινε. Προς το τέλος του 1922 η Κομμουνιστική Διεθνής (Κομιντέρν), άρχισε να εξετάζει ποιοί ήταν οι λόγοι. Με πρωτοβουλία του Λένιν διοργανώθηκε μία συνάντηση στο Ινστιτούτο Μάρξ-Έγκελς στην Μόσχα. Ο σκοπός της συνάντησης ήταν να διευκρινιστεί η μη εξάπλωση (της μιαρής ιδεοληψίας τους) και να δοθεί μία συγκεκριμένη εφαρμογή, σε μια μαρξιστική πολιτιστική επανάσταση.

Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν ο Georg Lukacs, ένας Ούγγρος αριστοκράτης, ο γιος ενός τραπεζίτη, ο οποίος είχε γίνει κομμουνιστής κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ένας σκληρός θεωρητικός μαρξιστής που ανέπτυξε την ιδέα «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΡΩΣ» (REVOLUTION AND EROS) -ΤΟ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΩΣ ΜΕΣΟ  ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ. Παρόντες ήταν και ο Γουίλι Μούζενμπεγκ που πρότεινε ως λύση να «οργανώσει τους διανοούμενους και να τους χρησιμοποιήσει ώστε να κάνουν τον δυτικό πολιτισμό να βρωμάει.

Μόνο τότε, αφού θα έχουν καταστραφεί όλες οι αξίες του και γίνει η ζωή αδύνατη, μπορούμε να επιβάλουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου». «Ήταν», δήλωσε ο Ralph de Toledano (1916-2007) ο συντηρητικός συγγραφέας και συν-ιδρυτής του «National Review», μια συνάντηση, «ίσως πιο επιβλαβής για το δυτικό πολιτισμό από ό,τι η ίδια η επανάσταση των Μπολσεβίκων. Ο Λένιν πέθανε το 1924. Τώρα ο Στάλιν άρχισε να βλέπει τον Μούζενμπεγκ, τον Λούκατς και τους παρόμοιους «στοχαστές» ως «ρεβιζιονιστές». Τον Ιούνιο του 1940, ο Μούζενμπεγκ κατέφυγε στο νότο της Γαλλίας, όπου, με διαταγές του Στάλιν, μια ομάδα δολοφόνων της NKVD τον συνέλαβε και τον κρέμασε από ένα δέντρο.

Με τον όρο κριτική θεωρία αποκαλούμε τον άξονα κοινωνιολογικής σκέψης που αναπτύχθηκε από την «Σχολή της Φρανκφούρτης», μια ομάδα γερμανών επιστημόνων εβραϊκής καταγωγής, με κυριότερους τους Τ. Αντόρνο, Μ. Χόρκχαιμερ και Χ. Μαρκούζε. Αντικείμενο μελέτης της κριτικής θεωρίας αποτελεί η κοινωνία σαν αντίφαση, αφού ενώ από τη μια μεριά αποτελεί καρπό των ανθρώπινων δραστηριοτήτων από την άλλη αποκτά μια δική της αυτόνομη και ανεξάρτητη οντότητα.

Ο Λόρδος Bertrand Russell συνεργάσθηκε με την Σχολή της Φρανκφούρτης, στην προσπάθεια  για μία μαζική κοινωνική μηχανική και έριξε τους σπόρους το 1951 στο βιβλίο του, «Η επίδραση της επιστήμης στην κοινωνία». Έγραψε: «Η Φυσιολογία και η ψυχολογία παρέχουν τομείς για επιστημονική τεχνική, η οποία εξακολουθεί να αναμένει την ανάπτυξη». Η σημασία της ψυχολογίας της μάζας έχει αυξηθεί πάρα πολύ από την ανάπτυξη των σύγχρονων μεθόδων της προπαγάνδας. Από αυτές η πιο ισχυρή είναι αυτή που ονομάζεται «εκπαίδευση». Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι του μέλλοντος θα έχουν μια σειρά από μαθήματα για τα  παιδιά της σχολικής ηλικίας για τα οποία θα δοκιμάσουν διαφορετικές μεθόδους για να παράγουν μια ακλόνητη πεποίθηση πως «το χιόνι είναι μαύρο».  Θα εμφανιστούν σύντομα και άλλες τεχνικές.

Πρώτον, πως η επιρροή του σπιτιού είναι  καταστροφική. Δεύτερον, ότι δεν μπορούν να γίνουν πολλά, εκτός αν η κατήχηση αρχίζει πριν από την ηλικία των δέκα. Τρίτον, ότι οι στίχοι μαζί με τη μουσική και με τη διαρκή επανάληψη είναι πολύ αποτελεσματικοί. Τέταρτον, η άποψη ότι το χιόνι είναι λευκό, πρέπει να θεωρηθεί ότι δείχνει μια νοσηρή επιθυμία για εκκεντρικότητα.

Ανήκει στους μελλοντικούς επιστήμονες να επιβάλλουν τα αξιώματα αυτά και να ανακαλύψουν πόσο ακριβώς κοστίζει ανά κεφαλή για να κάνουν τα παιδιά να πιστεύουν ότι το «χιόνι είναι μαύρο» και πόσο λιγότερο θα κόστιζε να τους κάνει να πιστεύουν ότι είναι σκούρο γκρι. Όταν τελειοποιηθεί η τεχνική, κάθε κυβέρνηση που έχει αναλάβει την ευθύνη της εκπαίδευσης για μια γενιά θα είναι σε θέση να ελέγξει τα θέματά της με ασφάλεια χωρίς την ανάγκη στρατών ή αστυνομικών.» Αυτή είναι η «πολιτική ορθότητα»… απλά και κατανοητά…

Γράφοντας στα 1992 στο Fidelio Magazine, στο άρθρο «Η Σχολή της Φρανκφούρτης και η πολιτική ορθότητα», ο Michael Minnicino παρατήρησε πως οι κληρονόμοι του Μαρκούζε και του Αντόρνο κυριαρχούν πλέον πλήρως τα πανεπιστήμια, «διδάσκοντας στους δικούς τους μαθητές να αντικαταστήσουν την λογική (λευκό χιόνι) με «πολιτικώς ορθές» τελετουργικές ασκήσεις. (μαύρο χιόνι). Υπάρχουν πολύ λίγα θεωρητικά βιβλία για τις τέχνες, τα γράμματα, ή την γλώσσα που δημοσιεύονται σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ευρώπη, που δεν αναγνωρίζουν ανοιχτά το χρέος τους προς την Σχολή της Φρανκφούρτης. Το κυνήγι μαγισσών στις σημερινές πανεπιστημιουπόλεις είναι απλώς η εφαρμογή της έννοιας του Μαρκούζε για την «κατασταλτική ανοχή» και «ανοχή για κινήματα από την αριστερά, αλλά μισαλλοδοξία για κινήματα από την δεξιά» που επιβάλλονται από τους μαθητές της Σχολής της Φρανκφούρτης».

Είναι προς όφελος του συστήματος η δημιουργία νέων, ανύπαρκτων, «επιστημών»
Των “ειδικών” του μάρκετινγκ, του μάνατζμεντ, των δημοσίων σχέσεων, του διεθνούς εμπορίου, των ψυχιάτρων, των ψυχολόγων, των κοινωνιολόγων κλπ.  αυτό είναι το ζητούμενο για το σύστημα. Να δημιουργήσουν ψευδοεπιστήμονες και να τους φορτώσουν στην παραγωγή. Να δημιουργήσουν συμμάχους, τους οποίους δεν θα τους πληρώνουν οι ίδιοι, αλλά θα πληρώνονται από την αγορά και άρα θα πληρώνονται εις βάρος αυτών που παράγουν και είναι οι εργάτες. Να δημιουργήσουν εκαιδευμένους, που δεν θ’ αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους ως κοινούς εργάτες.

Η μόρφωση είναι κάτι προσωπικό, που δεν έχει σχέση με την επιστημονική εκπαίδευση. Δεν έχει σχέση με εκπαιδευτικά χρονοδιαγράμματα. Ο άνθρωπος, για όσο διάστημα ζει, μορφώνεται. Η μόρφωση έχει σχέση με την κουλτούρα που φέρει η κάθε κοινωνία. Αυτόν τον πολιτισμό τα μέλη της τον εισπράττουν από όλες τις δυνατές πηγές, όπως η οικογένεια, η γειτονιά, το σχολείο, ο έρωτας και η εργασία. Υπάρχουν βαθύτατα μορφωμένοι άνθρωποι, που δεν έχουν πάει καθόλου στο σχολείο. Άνθρωποι, που ενδιαφέρονταν για τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους και μόρφωσαν μια άποψη μέσα από την γνώση, την αναζήτηση και την κρίση τους. Υπάρχουν ανεκπαίδευτοι άνθρωποι, που μορφώθηκαν άριστα και έγιναν ΑΝΘΡΩΠΟΙ.

Αποκλειστικός στόχος της μόρφωσης είναι να σε κάνει άνθρωπο κι όχι επιστήμονα.

Η μόρφωση σε αλλάζει ως άνθρωπο, εφόσον σε κάνει κοινωνό του όποιου πολιτισμικού μοντέλου επιλέγεις ν’ ακολουθήσεις. Η ανώτατη εκπαίδευση δεν έχει σχέση με τη διαδικασία αυτήν. Έχει σχέση με την μύηση στο αντικείμενο κάποιας επιστήμης. Εκπαιδεύεται κάποιος να γνωρίζει κάτι συγκεκριμένο. Εκπαιδεύεται για παράδειγμα κάποιος να χειρίζεται έναν τόρνο. Μόλις μάθει να τον χειρίζεται, γίνεται διαφορετικός άνθρωπος απ’ ό,τι ήταν κατά την εποχή που δεν το γνώριζε; Όχι φυσικά, σε τίποτε δεν τον αλλάζει εσωτερικά αυτό. Κάτι ανάλογο γίνεται και με την επιστημονική εκπαίδευση. Εκπαιδεύεσαι να γίνεις μηχανικός ή γιατρός, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι εξαιτίας αυτής της εκπαίδευσης αλλάζεις ως άνθρωπος. Υπάρχουν επιστήμονες, που είναι απαράδεκτοι ως άνθρωποι. Είναι στην κυριολεξία απολίτιστοι και βάρβαροι κι άρα αμόρφωτοι.

Η επιστημονική γνώση δεν σε αλλάζει και πολύ περισσότερο δεν μπορεί από μόνη της να σε κάνει ΑΝΘΡΩΠΟ. Σε κάνει επιστήμονα. Η μόρφωση μόνον σε κάνει ΑΝΘΡΩΠΟ κι αυτό δεν το έχουν καταφέρει ως άτομα πολλοί επιστήμονες. Υπάρχουν επιστήμονες που λειτουργούν και είναι σαν μηχανές παραγωγής γνώσης. Μηχανές, που, για να επιτύχουν τους στόχους τους, μπορούν να κάνουν μέχρι και εγκλήματα. Το σύστημα καλλιεργεί την παρανόηση μεταξύ μόρφωσης και εκπαίδευσης, γιατί οι δικοί του άνθρωποι είναι αυτοί οι οποίοι επωφελούνται οικονομικά εξαιτίας αυτής της παρανόησης. Η έννοια «επιστήμονας» και «μορφωμένος» δεν ταυτίζονται. Είναι τελείως διαφορετικά πράγματα. Σπάνια συμβαδίζουν και δεν είναι αλληλοεξαρτώμενα. Το αντίθετο του εκπαιδευμένου είναι ο ανεκπαίδευτος. Το αντίθετο δηλαδή του επιστήμονα είναι ο μη επιστήμονας και όχι ο αμόρφωτος ή ο αγράμματος. Το αντίθετο του μορφωμένου είναι ο αμόρφωτος, ο απολίτιστος και όχι ο ανεκπαίδευτος ή ο αγράμματος.

Ένας μορφωμένος απλά μορφώνεται πιο εύκολα όταν είναι εγγράμματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να μορφωθεί εξίσου καλά και ένας αγράμματος. Ένας επιστήμονας είναι υποχρεωτικά εγγράμματος, γιατί σε άλλη περίπτωση δεν μπορεί να εκπαιδευτεί. Από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι δεδομένα.

Η μόρφωση είναι το ταξίδι της ζωής. Ένα ταξίδι που ξεκινάει από την εποχή που μπουσουλάμε στα τέσσερα και δεν τελειώνει γιατί είναι άχρονο κι αέναο. Ένα ταξίδι, που μέσα του υπάρχουν όλα όσα γνωρίζουμε. Όλα όσα βλέπουμε, ακούμε, νοιώθουμε, μυρίζουμε, σκεφτόμαστε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Εμπεριέχει αλλαγή, λειτουργικότητα, νοητική και συναισθηματική γνώση.

Η εκπαίδευση μοιάζει με “ταξίδι”, αλλά δεν είναι. Είναι μια συγκεκριμένη μηχανιστική διαδρομή, όπως αυτήν που κάνει κάποιος καθημερινά κι επαναλαμβανόμενα. Όπως μπορεί κάποιος να πηγαίνει κάθε μέρα στην δουλειά του μηχανιστικά χωρίς να ταξιδεύει, έτσι μπορεί κάποιος να είναι επιστήμονας, χωρίς να είναι μορφωμένος. Οι γραμματικές γνώσεις είναι ένα όχημα, που βοηθά στην μετακίνηση. Είτε αυτή η μετακίνηση αφορά τη διαδρομή της δουλειάς είτε το ταξίδι. Αυτό το όχημα είναι υποχρεωτικό για την διαδρομή μιας καλής δουλειάς, αλλά όχι και για το ταξίδι της ζωής. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν αυτοκίνητο και δεν έχουν ταξιδέψει ποτέ και άλλοι οι οποίοι ταξιδεύουν συνεχώς, χωρίς να το διαθέτουν. Υπάρχουν άνθρωποι αγράμματοι, που κάθε μέρα μαθαίνουν νέα πράγματα και άνθρωποι εγγράμματοι, που, πέρα από τα της δουλειάς τους, δεν διαβάζουν ούτε βιβλία με ανέκδοτα.

Όταν κάποιος παραμένει με τις γενικές γνώσεις που είχε κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ευνόητο είναι ότι παραμένει αμόρφωτος ακόμα κι αν έχει πάρει διδακτορικό Α.Ε.Ι.. Ένα πολυτεχνείο μπορεί να σε κάνει επιστήμονα, αλλά όχι να σε μορφώσει. Μια οικονομική ή ψυχιατρική σχολή δεν σε κάνει τίποτε απολύτως. Όπως πηγαίνεις σ’ αυτήν έτσι φεύγεις. Απλά μαθαίνεις λίγο καλύτερα την γλώσσα, για να παριστάνεις πιο πειστικά τον “μορφωμένο”. Την μαθαίνεις για να κρύβεσαι, όταν μπουρδολογείς ή όταν λες ψέματα κι απαιτείς την πληρωμή σου.

Ο πραγματικός επιστήμονας, είτε γιατρός είτε οτιδήποτε άλλο, μπορεί να ελεγχθεί μέσω της εργασίας του. Οι σπουδές σ’ αυτούς τους χώρους και σ’ οποιοδήποτε σημείο της Γης είναι δύσκολες κι επίπονες. Ο επιστήμονας αυτού του τύπου, επειδή αναλαμβάνει ευθύνες, που είναι δυνατό να ελεγχθούν, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να πάρει τίτλους χωρίς κόπο. Όμως τι συμβαίνει μ’ αυτούς των οποίων οι σπουδές έχουν θεωρητικό χαρακτήρα; Πώς μπορεί να ελεγχθεί ένας πολιτικός επιστήμονας; Ο άρρωστος όταν θεραπεύεται ή ο πολίτης όταν περνά μία γέφυρα, ελέγχει τον επιστήμονα. Πώς είναι όμως δυνατό να ελεγχθούν όλοι αυτοί οι κηφήνες, που εντάσσονται στο σύστημα παριστάνοντας τους ειδικούς;

Δικηγόροι, οι ειδικοί του τίποτα.
Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν στην περίπτωση των δικηγόρων. Οι δικηγόροι είναι μια ειδική περίπτωση στον χώρο της μηχανιστικής νόησης. Είναι οι ευνούχοι της διάνοιας. Αντιπροσωπεύουν μια επιστήμη που έχει αντικείμενό της το τίποτα και οι λειτουργοί της αυτό το αντικείμενο υπηρετούν. Οι δικηγόροι είναι οι ειδικοί του τίποτα. Επί πληρωμή, με τα ίδια επιχειρήματα, με βάση τους ίδιους νόμους και την ίδια λογική, υπερασπίζονται ή κατηγορούν οποιονδήποτε ή οτιδήποτε εμφανιστεί ως πελάτης τους και βέβαια μπορεί να πληρώσει την αμοιβή τους.

Είτε υπερασπίζονται τον ισχυρότερο άνθρωπο, είτε ένα άλογο, τα ίδια πράγματα θα ισχυριστούν για τους ίδιους λόγους. Ο ισχυρός άνθρωπος όμως παραμένει ισχυρός και πάντα τον χωρίζει η ίδια απόσταση από το άλογο. Ο ισχυρός, όταν δικαιώνεται, κερδίζει αθανασία, αιώνια δόξα και άπειρο πλούτο, ενώ το άλογο κερδίζει το δικαίωμα της επιβίωσης. Μόνον οι δικηγόροι παραμένουν ίδιοι, εισπράττοντας τα ίδια χρήματα και την ίδια δόξα, εξαιτίας του έργου τους. Το όλο πρόβλημα δηλαδή γι’ ανθρώπους κι άλογα, όταν έχουν πρόβλημα διαφήμισης ή δυσφήμισης, είναι να εξασφαλίσουν τα χρήματα που απαιτούν ως αμοιβή οι δικηγόροι. Από εκεί και πέρα θα εξασφαλίσουν τη συνεργασία τους.

Σκέψου ποιο είναι το έργο τους και ποια είναι η αξία αυτού του έργου; Οι δικηγόροι είναι καλά εκπαιδευμένοι και λειτουργικά αναλφάβητοι άνθρωποι που το έργο τους δεν έχει απολύτως καμιά πρακτική αξία. Είτε αυτό το έργο διατηρηθεί είτε χαθεί, είναι το ίδιο και το αυτό. Είτε ένας δικηγόρος ζει είτε πεθάνει, δεν υπάρχει απώλεια στον χώρο του πνεύματος. Υπάρχει ζημιά ή απώλεια μόνο για τον ίδιο τον δικηγόρο ή τον πελάτη του. Αν καίγαμε όλα τα βιβλία της δικηγορικής εκπαίδευσης δεν θα χάναμε απολύτως τίποτε και θα άδειαζαν οι βιβλιοθήκες από τόνους σαβούρας.

Οι δικηγόροι στο πραγματικό επίπεδο της νοητικής δημιουργίας ασχολούνται με το τίποτα και με πολύ κόπο παράγουν τίποτε. Ένας δικηγόρος δηλαδή μπορεί να δουλεύει άπειρες ώρες και το τελικό αποτέλεσμα του κόπου του να είναι το απόλυτο τίποτε. Είναι σαν να κάθεται κάποιος ατέλειωτες ώρες και να λύνει πάζλ επί πληρωμή. Είτε τα λύσει, είτε όχι, είναι για την κοινωνία το ίδιο και το αυτό. Αν κάποιος κερδίζει κάποια δόξα από αυτήν τη δραστηριότητα, είναι ο δημιουργός των πάζλ και όχι ο καθημερινός λύτης.

Αν δηλαδή υπάρχει “δόξα” στην νομική επιστήμη, αυτή ανήκει στους νομοθέτες και όχι στους δικηγόρους που χειρίζονται τον νόμο. Ο δικηγόρος ως επιστήμονας, δεν αλλάζει μέσα στον χρόνο. Ό,τι νόμο του δώσεις, αυτόν θα χειριστεί, σαν μηχάνημα. Ο νόμος αλλάζει και βελτιώνεται όσο βελτιώνονται τα λειτουργικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας, αλλά ο νόμος είναι αρμοδιότητα —και άρα έργο— του νομοθέτη. Νομοθέτες είναι οι σημαντικότεροι άνθρωποι της κοινωνίας.

Οι πιο ισχυροί, οι πιο μορφωμένοι και ταυτόχρονα οι πιο ευαίσθητοι άνθρωποι της κοινωνίας. Ο δικηγόρος, ως επιστήμονας, δεν διεκδικεί καμιά μεγάλη δόξα. Δεν διεκδικεί όχι απλά δόξα νομοθέτη, αλλά ούτε καν δόξα επιστήμονα, όπως δικαίως διεκδικούν όλοι οι υπόλοιποι επιστήμονες που καλλιεργούν την επιστήμη τους. Δεν είναι μηχανικός, του οποίου η εργασία μπορεί να είναι μια σημαντική μελέτη, που μπορεί να περάσει ως κληρονομιά στις επόμενες γενιές.

Δεν είναι γιατρός, που η εργασία του θα λυτρώσει την ανθρωπότητα από μια τρομακτική αρρώστια. Δεν είναι φυσικός, που η εργασία του θα γίνει ένα πολύτιμο λιθαράκι, που θ’ αναπτύξει τον ανθρώπινο πολιτισμό και βέβαια θα βοηθήσει τον άνθρωπο να κατανοήσει καλύτερα τον κόσμο όπου ζει. Δεν είναι φιλόσοφος, που η σκέψη του θα δώσει λύσεις σε μεγάλα κοινωνικά προβλήματα και θα βοηθήσει την ανθρώπινη κοινωνία.

Όλοι αυτοί οι επιβήτορες του χώρου του πνεύματος είναι πολύτιμοι για την ανθρωπότητα. Κάθε φορά που γεννιούνται, είναι γιορτή για την ανθρωπότητα. Χαίρεται η ανθρωπότητα όταν αυτοί γεννιούνται και βέβαια θρηνεί όταν αυτοί πεθαίνουν. Μπορεί να φανταστεί ο αναγνώστης πώς θα ήταν η ανθρωπότητα σήμερα χωρίς την παρουσία όλων αυτών των πολύτιμων ανθρώπων; Τίποτε από αυτά που απολαμβάνουμε και μας δίνουν χαρά δεν θα είχαμε στη διάθεσή μας. Από ένα αυτοκίνητο, που μας λύνει τα καθημερινά προβλήματα μετακίνησης, μέχρι ένα θαυματουργό φάρμακο, που μας σώζει στην κυριολεξία την ζωή, όλα είναι δικές τους δημιουργίες.

Αντίθετα μ’ αυτούς, οι δικηγόροι δεν δημιούργησαν ποτέ τίποτε. Η εξουσία και οι άνθρωποι δημιουργούν του νόμους και οι δικηγόροι απλά τους χειρίζονται, για να διευθετήσουν υποθέσεις πελατών τους. Ό,τι σχέση έχει ένας ταξιτζής με την τεχνολογία της Mercedes -επειδή το ταξί του είναι τέτοιο- τόση έχει κι ένας δικηγόρος με τον νόμο. Και οι δύο είναι απλοί χειριστές και βγάζουν το μεροκάματό τους από το μέσον, που για να δημιουργηθεί απαιτεί τεράστια λειτουργική γνώση.

Το σύνολο του έργου τους να χαθεί και το σύνολο των ζώντων δικηγόρων να πεθάνει, η ανθρωπότητα δεν θ’ αντιληφθεί τίποτε απολύτως ως απώλεια. Όπως δεν θα χαθεί η Mercedes και η τεχνολογία της αν χαθούν οι ταξιτζήδες, έτσι δεν θα ζημιωθεί κι ο νόμος, αν χαθούν οι δικηγόροι. Μάλιστα, αν δεν υπήρχαν καθόλου δικηγόροι, η κοινωνία θα ήταν καλύτερη. Γιατί τους καλύτερους δικηγόρους τους χρησιμοποιούν οι κλέφτες, οι ναρκέμποροι, οι εξουσιαστές για να δικαιολογούν τις αθλιότητές τους και ν’ αποφεύγουν την τιμωρία.

Οι σπιούνοι των φεουδαρχών ή οι παπάδες των επισκόπων ήταν οι δικηγόροι των ισχυρών του Μεσαίωνα. Αυτοί ήταν που έβαζαν τον κόσμο στη λογική του παραλόγου του Μεσαίωνα. Αυτοί απαιτούσαν, με βάση τον νόμο, να τιμωρούνται οι φτωχοί για μοιχεία κι οι ίδιοι υπερασπίζονταν -και πάλι με βάση τον νόμο- το δικαίωμα των φεουδαρχών να κλέβουν την παρθενία των νεαρών γυναικών την παραμονή του γάμου τους. Αυτοί ζητούσαν από τον λαό εγκράτεια και υπομονή και την ίδια ώρα υπερασπίζονταν διεφθαρμένους επισκόπους.

Σήμερα οι ίδιοι δικηγόροι υπερασπίζονται τα ατομικά δικαιώματα και την ελευθερία. Όχι βέβαια γιατί είναι ρομαντικοί ή γιατί άλλαξαν με το πέρασμα του χρόνου. Τα υπερασπίζονται, γιατί υπάρχουν οι αντίστοιχοι νόμοι. Η θέσπιση αυτών των νόμων ήταν έργο των ρομαντικών κι απαίτησαν τόνους ανθρώπινου αίματος. Οι ρομαντικοί με άπειρο ρίσκο ήταν αυτοί που άλλαξαν τον νόμο, πολεμώντας με τους δικηγόρους των ισχυρών.

Η δουλεία έγινε δουλειά.
Οι απόψεις του Αριστοτέλη για τη δουλεία, όπως διατυπώνονται στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών, είναι τόσο σαφείς που δεν αφήνουν ούτε το ελάχιστο περιθώριο παρεξηγήσεων: «…αυτό που με την δύναμη του νου του μπορεί να προβλέπει είναι από την ίδια του την φύση εξουσιαστικό και κυριαρχικό, ενώ εκείνο που μπορεί να εκτελεί με το σώμα ό,τι επιτάσσει αυτό που ασκεί εξουσία είναι από την φύση του προορισμένο να εξουσιάζεται και να υπηρετεί. Γι’ αυτό το δουλοκτήτη και το δούλο τους ενώνει ένα κοινό συμφέρον».

Με άλλα λόγια, ο δούλος είναι δούλος σύμφωνα με τη φύση, αφού στερείται της δυνατότητας του να προβλέπει, λόγω νοητικής αδυναμίας, ενώ ο αφέντης, ακριβώς λόγω αυτών των δυνατοτήτων (νοητική δύναμη και πρόβλεψη), αποκτά την ισχύ της απόκτησης και διαχείρισης των δούλων, επίσης από την φύση. Βρισκόμαστε μπροστά στην διαμόρφωση μιας ιεραρχίας ανάμεσα στους ανθρώπους με κριτήριο τις νοητικές δυνατότητες, που ο Αριστοτέλης την τοποθετεί στην βάση του αμοιβαίου συμφέροντος, απαλλάσσοντάς την από την ευθύνη της άμετρης και παράλογης εξουσίας που θα έφερνε στο προσκήνιο το ζήτημα της κοινωνικής αδικίας και ανισότητας.

Για τον Αριστοτέλη δεν τίθεται κανένα θέμα επιβαλλόμενης εξουσίας ή καταπίεσης, αφού οι σχέσεις αυτές δεν έχουν σκοπό ούτε την εκμετάλλευση ούτε την προσωπική επιβολή, αλλά ρυθμίζονται από την φύση προς επίτευξη της από κοινού επιβίωσης. Ο δούλος έχει όφελος να υπηρετεί τον αφέντη γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να επιβιώσει, όπως το σώμα ωφελείται (κι ως εκ τούτου οφείλει) να υπηρετεί το πνεύμα, αφού μόνο του είναι ανίκανο να πετύχει το ζην -πόσο μάλλον το ευ ζην. Κι αυτή είναι η βαθύτερη έννοια της συνύπαρξης, που δεν αποσκοπεί μόνο στην ψυχική ολοκλήρωση της συναναστροφής, αλλά και στην εκπλήρωση των προϋποθέσεων που θα εξασφαλίσουν σε πρώτο στάδιο την επιβίωση και κατ’ επέκταση -σπουδαιότερο- την ευδαιμονία.

Ο Αριστοτέλης γίνεται ακόμη πιο επεξηγηματικός επικαλούμενος το διαχωρισμό ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή: «Τα έμψυχα αποτελούνται πρώτα – πρώτα από ψυχή και σώμα, και απ’ αυτά το ένα είναι προορισμένο από την ίδια τη φύση να εξουσιάζει και το άλλο να εξουσιάζεται. Πρέπει βεβαίως να αναζητούμε την φύση των όντων σ’ εκείνα που είναι φυσιολογικά και όχι εκφυλισμένα. Γι’ αυτό πρέπει να εξετάσουμε τον άνθρωπο που βρίσκεται σε άριστη σωματική και ψυχική κατάσταση, στον οποίο ακριβώς είναι φανερό τούτο. Διότι στους φαύλους ανθρώπους ή σ’ εκείνους που βρίσκονται σε κακή κατάσταση θα μπορούσε να φανεί ότι το σώμα συχνά εξουσιάζει την ψυχή λόγω της κακής και μη φυσιολογικής κατάστασής τους».

Η υποταγή του σώματος στην ψυχή κρίνεται απολύτως δεδομένη μέσα στο πλαίσιο της φυσιολογικής συνθήκης αναφορικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, αφού σε διαφορετική περίπτωση τα πάντα οδηγούνται στον εκφυλισμό και την φαυλότητα. Ο άνθρωπος που δεν καταφέρνει να χαλιναγωγήσει τα σωματικά του πάθη είναι ο αποκτηνωμένος, ο μη φυσιολογικός, δηλαδή ο άνθρωπος που δε θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως παράδειγμα προκειμένου να προχωρήσει κανείς σε βαθύτερες ανθρωπολογικές παρατηρήσεις.

«Απ’ αυτά προκύπτει καθαρά ότι είναι φυσικό και συμφέρον να εξουσιάζεται το σώμα από την ψυχή και οι άλογες – ορεκτικές δυνάμεις από το νου και το έλλογο μέρος της ψυχής, ενώ η ισότιμη ή αντίστροφη σχέση εξουσίας είναι επιζήμια για όλα τα μέρη». Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο Αριστοτέλης διαχωρίζει και τους ανθρώπους.

Κι όπως είναι επιζήμιο να υποτάσσεται η ψυχή στο σώμα, έτσι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να διανοηθούμε την υποταγή των ανώτερων πνευματικά (αφεντάδων) στους κατώτερους (δούλους): «Όσοι λοιπόν άνθρωποι διαφέρουν από τους άλλους ανθρώπους όσο η ψυχή από το σώμα και ο άνθρωπος από το θηρίο αυτοί είναι από την ίδια την φύση τους δούλοι και το καλύτερο γι’ αυτούς είναι να ζουν σύμφωνα μ’ αυτή την σχέση εξουσίας. Είναι λοιπόν από την φύση του δούλος εκείνος ο οποίος είναι τόσο μόνο μέτοχος της λογικής δύναμης της ψυχής όσο χρειάζεται για να αντιλαμβάνεται τι είναι και τι δεν είναι λογικό, χωρίς όμως να διαθέτει ο ίδιος επαρκώς την εν λόγω δύναμη».

Σήμερα αυτοί οι δούλοι μετατράπηκαν είτε σε εκπαιδευμένους επιστήμονες, είτε σε εργάτες. Εξακολουθητικά όμως είναι δούλοι κι εξακολουθητικά υπακούουν στον αφέντη τους, διαφορετικά δεν είναι ικανοί να επιβιώσουν. Ο Αριστοτέλης απεδείχθη έτη φωτός μπροστά από την εποχή του απλώς και μόνο παρατηρώντας την φυσική ακολουθία των πραγμάτων, χωρίς να προπαγανδίζει εθελοτυφλώντας, όπως μερικά χρόνια αργότερα ο χριστιανισμός με τους μαραγκούς και τους ψαράδες, κι ακολουθούμενος παραπόδας από τον Μαρξ, με την «Σχολή της Φρανκφούρτης» στην Δύση, όπου το Χιόνι Είναι Μαύρο (αμφότεροι εκπορεύονται από την μιαρή “Mystery Babylon”) που διαστρεβλώσαν τις φυσικές τάξεις στο γνωστό εκτρωματικό παρά φύση έργο τους, που επεβλήθη με τόνους αίματος στα κομμουνιστικά και ναζιστικά καθεστώτα και έχει ποτίσει με δηλητήριο το DNA της Νέας Τάξης.

Δούλος ή Αφέντης, μέση τάξη δεν υπάρχει.
Τώρα αν νομίζεις ότι αφέντης είναι όποιος έχει πολλά λεφτά, σε ενημερώνω ότι αφέντης είναι όποιος έχει πολλούς δούλους στην δούλεψη του, τα χρήματα είναι δευτερεύοντα, η δύναμη του είναι οι δούλοι του. Σκέψου τον Mark Zuckerberg π.χ. χωρίς δούλους αλλά με πολλά λεφτά. Δεν είναι Αφέντης, είναι απλά πλούσιος. Οι δούλοι είναι που του δίνουν αξία και τον καθιστούν αφέντη. Απλά δεν τους αποκαλεί «δούλους» είναι μη πολιτικά ορθό και ρατσιστικό κι άρα τους αποκαλεί «μέλη της κοινότητας του» …που όμως δουλεύουν γι’ αυτόν. Είναι τα προϊόντα του (οι δούλοι του) η αξία της επιχείρησης του, όπως είναι οι δούλοι η αξία των θρησκειών, των πολιτικών των τραπεζών των κάθε είδους κοινωνικών κλειστών μηχανιστικών συστημάτων.  Απλώς έχουν διαφορετικές ονομασίες για να μπερδεύονται με την μη πολιτικά ορθή λέξη «δούλοι».

Σκέψου, τι θα ήταν τα «κοινωνικά δίκτυα» χωρίς τους αφελείς, οι πολιτικοί χωρίς τους ψηφοφόρους, οι παπάδες χωρίς τους πιστούς, οι ψυχίατροι χωρίς τους ανθρώπους, οι γιατροί χωρίς τους ασθενείς, οι φαρμακοβιομηχανίες και οι δικηγόροι χωρίς όλους αυτούς τους αμόρφωτους απατεώνες;  Απλώς δεν τους αποκαλούν δούλους αλλά κάπως αλλιώς… πιο εξωτικά και κόσμια !

Από τον κύριο όγκο των παραγωγικών επιχειρήσεων και τις τεράστιες γεωργικές εκτάσεις μέχρι και τις φαινομενικές κυβερνήσεις όλων των κρατών τα πάντα είτε ανήκουν είτε ελέγχονται ως ιδιοκτησία από μια πολύ μικρή μειοψηφία ανθρώπων. Λίγοι ιδιοκτήτες, χωρίς όνομα, οι οποίοι κρύβονται πίσω από διάσημες πολυεθνικές εταιρείες, σαρώνουν τα πάντα. Εξαγοράζουν ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει, δημιουργώντας μονοπώλια, με στρατιές δούλων που κάνουν τον Μεσαίωνα να φαντάζει ασήμαντη παιδική χαρά.

Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει ελπίδα επιβίωσης στην Δύση, όταν ένα τίποτα όπως η Καρντάσιαν, με μόνο εφόδιο τον κώλο της γίνεται δισεκατομμυριούχος, την στιγμή που εκατομμύρια άνθρωποί δεν μπορούν να επιβιώσουν και δεν έχουν πρόσβαση σε τροφή και νερό; Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει οποιαδήποτε κοινωνική ασφάλεια, όταν ένας νεκρός Χριστός με την συμμορία τους και τα παραμάγαζα του βγάζουν αφορολόγητο κέρδος από τους μισθούς εκείνους, τους οποίους θα εισπράξουν χιλιάδες ζωντανοί εργαζόμενοι στο σύνολο της παραγωγικής τους ζωής;

Μέσω περίεργων χρηματοπιστωτικών παιχνιδιών πολύ συγκεκριμένοι αφέντες (χωρίς όνομα, επαναλαμβάνω. Οι αληθινοί Αφέντες, οι πραγματικά πολύ πλούσιοι, είναι ελάχιστοι και χωρίς όνομα) έχουν αποκτήσει μια συντριπτική υπεροχή έναντι του επιχειρηματιών και των παραγωγών και τους συνθλίβουν. Αρπάζουν τα πάντα και τα διαχειρίζονται με βάση την δική τους κρυφή ατζέντα και αδιαφορούν για τους δούλους τους. Αρπάζουν τα παραγωγικά μέσα από τους ίδιους τους δημιουργούς τους και τους αλλάζουν προσανατολισμό.

Καθημερινά παραγωγικές επιχειρήσεις μετατρέπονται σε εμπορικού τύπου παράγκες. Καθημερινά μπαίνουν λουκέτα σε εργοστάσια, βυθίζοντας στην άβυσσο της ανεργίας εκατομμύρια ανθρώπους. Όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί κάποιοι χτίζουν την Νέα Εποχή, που -δυστυχώς για τους λαούς- δεν έχει το αντίστοιχο παραγωγικό τους πρόσωπο. Είναι αόρατα, άυλα και μη παραγωγικά. Το χειρότερο δε, δεν χρειάζονται πλέον νοήμονες δούλους. Γι’ αυτό και η εποίκηση της Δύσης με χαμηλότερης νοημοσύνης όντα. Εχουν πλέον Τεχνητή Νοημοσύνη οι δούλοι δεν είναι απαραίτητο να σκέφτονται πλέον, αρκεί να έχουν γερά χέρια και πόδια και να γεννούν σαν κουνέλια.

Πολεμιστής σημαίνει αυτός που αναλαμβάνει την ΕΥΘΥΝΗ της ζωής του
«O άνθρωπος πορεύεται προς την γνώση (μόρφωση) όπως πορεύεται προς τον πόλεμο, σε αδιάπτωτη εγρήγορση, με φόβο, με σεβασμό (ανοχή) και απόλυτη αυτοπεποίθηση. Το να πορεύεσαι προς την γνώση ή προς τον πόλεμο με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι λάθος, και όποιος το πράξει ίσως δε ζήσει για να το μετανιώσει. Όταν ένας άνθρωπος πληροί αυτές τις αναγκαίες προϋποθέσεις, δεν υπάρχουν σφάλματα για τα οποία πρέπει να λογοδοτήσει. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι πράξεις του χάνουν τον αδέξιο χαρακτήρα και την επιπολαιότητα που διακρίνει τις πράξεις ενός ανόητου. Αν ένας τέτοιος άνθρωπος αποτύχει ή υποστεί ήττα, θα έχει χάσει μόνο μια μάχη, και δε θα νιώθει πικρία και τύψεις γι’ αυτό»  Δον Χουάν Μάτους.

Καταλαβαίνεις το νόημα του ελέγχου της ζωής σου;
Ελάχιστα είναι αυτά που δεν μπορείς να ελέγξεις και σε αυτά τα ελάχιστα δεν περιλαμβάνεται η καθημερινότητα του υλικού κόσμου. Μπορείς να μην βρίσκεσαι εκεί που είναι τα προβλήματα, να μην πηγαίνεις εκεί που σε περιμένουν με το δάχτυλο στην σκανδάλη. Μπορείς να ελέγχεις την παράνοια του σύγχρονου «πολιτισμού» και της «παράδοσης» των αμόρφωτων παρασιτικών ανθρώπινων ζώων. Είσαι υπεύθυνος για ό,τι σου συμβαίνει, σταμάτα να κλαις και ανέλαβε την ευθύνη της ζωής σου. Μπορεί να σου φαίνεται δύσκολο, σκληρό ή απίθανο, αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος, μόνο ο δρόμος του ταξιδιώτη πολεμιστή αν θέλεις να βιώσεις μιά στάλα Ανεξαρτησίας.

Από την άλλη, δική σου είναι η ζωή. ΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ …κανείς μας δεν νοιάζεται.

Ο Αριστοτέλης, οι δούλοι και οι γυναίκες

Οι απόψεις του Αριστοτέλη για τη δουλεία, όπως διατυπώνονται στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών, είναι τόσο σαφείς που δεν αφήνουν ούτε το ελάχιστο περιθώριο παρεξηγήσεων: «αυτό που με τη δύναμη του νου του μπορεί να προβλέπει είναι από την ίδια του τη φύση εξουσιαστικό και κυριαρχικό, ενώ εκείνο που μπορεί να εκτελεί με το σώμα ό,τι επιτάσσει αυτό που ασκεί εξουσία είναι από τη φύση του προορισμένο να εξουσιάζεται και να υπηρετεί. Γι’ αυτό το δουλοκτήτη και το δούλο τους ενώνει ένα κοινό συμφέρον». Με άλλα λόγια, ο δούλος είναι δούλος σύμφωνα με τη φύση, αφού στερείται της δυνατότητας του να προβλέπει, λόγω νοητικής αδυναμίας, ενώ ο αφέντης, ακριβώς λόγω αυτών των δυνατοτήτων (νοητική δύναμη και πρόβλεψη), αποκτά την ισχύ της απόκτησης και διαχείρισης των δούλων, επίσης από τη φύση. Βρισκόμαστε μπροστά στη διαμόρφωση μιας ιεραρχίας ανάμεσα στους ανθρώπους με κριτήριο τις νοητικές δυνατότητες, που όμως ο Αριστοτέλης την τοποθετεί στη βάση του αμοιβαίου συμφέροντος, απαλλάσσοντάς την από την ευθύνη της άμετρης και παράλογης εξουσίας που θα έφερνε στο προσκήνιο το ζήτημα της κοινωνικής αδικίας και ανισότητας. Για τον Αριστοτέλη δεν τίθεται κανένα θέμα επιβαλλόμενης εξουσίας ή καταπίεσης, αφού οι σχέσεις αυτές δεν έχουν σκοπό ούτε την εκμετάλλευση ούτε την προσωπική επιβολή, αλλά διαρρυθμίζονται από τη φύση προς επίτευξη της από κοινού επιβίωσης. Ο δούλος έχει όφελος να υπηρετεί τον αφέντη γιατί αλλιώς δε θα μπορούσε να επιβιώσει, όπως το σώμα ωφελείται (κι ως εκ τούτου οφείλει) να υπηρετεί το πνεύμα, αφού μόνο του είναι ανίκανο να πετύχει το ζην – πόσο μάλλον το ευ ζην. Κι αυτή είναι η βαθύτερη έννοια της συνύπαρξης, που δεν αποσκοπεί μόνο στην ψυχική ολοκλήρωση της συναναστροφής, αλλά και στην εκπλήρωση των προϋποθέσεων που θα εξασφαλίσουν σε πρώτο στάδιο την επιβίωση και κατ’ επέκταση – πράγμα ακόμη σπουδαιότερο – την ευδαιμονία. Είναι η ίδια συνθήκη που επιβάλλει και τη συμβίωση των δύο φύλων: «Πρώτον λοιπόν είναι ανάγκη να συνδυάζονται αφενός τα όντα εκείνα, των οποίων η ύπαρξη προϋποθέτει την αμοιβαία εξάρτηση, όπως το θηλυκό και το αρσενικό χάριν της αναπαραγωγής (και αυτό δε συμβαίνει προαιρετικά, αλλά, όπως και στα άλλα ζώα και φυτά, ανήκει στη φύση τους να θέλουν να αφήσουν πίσω τους έναν όμοιο με αυτά απόγονο) και αφετέρου αυτό που από τη φύση του είναι προορισμένο να εξουσιάζει και αυτό που επίσης από τη φύση του είναι προορισμένο να εξουσιάζεται με σκοπό την “επιβίωσή” τους».
 
Κι αν κάποιος διατηρεί έστω την ελάχιστη αμφιβολία, ο Αριστοτέλης γίνεται ακόμη πιο επεξηγηματικός επικαλούμενος το διαχωρισμό ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή: «Τα έμψυχα αποτελούνται πρώτα – πρώτα από ψυχή και σώμα, και απ’ αυτά το ένα είναι προορισμένο από την ίδια τη φύση να εξουσιάζει και το άλλο να εξουσιάζεται. Πρέπει βεβαίως να αναζητούμε τη φύση των όντων σ’ εκείνα που είναι φυσιολογικά και όχι εκφυλισμένα. Γι’ αυτό πρέπει να εξετάσουμε τον άνθρωπο που βρίσκεται σε άριστη σωματική και ψυχική κατάσταση, στον οποίο ακριβώς είναι φανερό τούτο. Διότι στους φαύλους ανθρώπους ή σ’ εκείνους που βρίσκονται σε κακή κατάσταση θα μπορούσε να φανεί ότι το σώμα συχνά εξουσιάζει την ψυχή λόγω της κακής και μη φυσιολογικής κατάστασής τους». Η υποταγή του σώματος στην ψυχή – κατά τον Αριστοτέλη πάντα – κρίνεται απολύτως δεδομένη μέσα στο πλαίσιο της φυσιολογικής συνθήκης αναφορικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, αφού σε διαφορετική περίπτωση τα πάντα οδηγούνται στον εκφυλισμό και τη φαυλότητα. Ο άνθρωπος που δεν καταφέρνει να χαλιναγωγήσει τα σωματικά του πάθη είναι ο αποκτηνωμένος, ο μη φυσιολογικός, δηλαδή ο άνθρωπος που δε θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως παράδειγμα προκειμένου να προχωρήσει κανείς σε βαθύτερες ανθρωπολογικές παρατηρήσεις: «Απ’ αυτά προκύπτει καθαρά ότι είναι φυσικό και συμφέρον να εξουσιάζεται το σώμα από την ψυχή και οι άλογες – ορεκτικές δυνάμεις από το νου και το έλλογο μέρος της ψυχής, ενώ η ισότιμη ή αντίστροφη σχέση εξουσίας είναι επιζήμια για όλα τα μέρη». Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο Αριστοτέλης διαχωρίζει και τους ανθρώπους. Κι όπως είναι επιζήμιο να υποτάσσεται η ψυχή στο σώμα, έτσι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να διανοηθούμε την υποταγή των ανώτερων πνευματικά (αφεντάδων) στους κατώτερους (δούλους): «Όσοι λοιπόν άνθρωποι διαφέρουν από τους άλλους ανθρώπους όσο η ψυχή από το σώμα και ο άνθρωπος από το θηρίο (βρίσκονται δε σ’ αυτήν την κατάσταση όσοι εργάζονται μόνο χειρωνακτικά και αυτό είναι ό,τι καλύτερο μπορούν να προσφέρουν) αυτοί είναι από την ίδια τη φύση τους δούλοι και το καλύτερο γι’ αυτούς είναι να ζουν σύμφωνα μ’ αυτή τη σχέση εξουσίας. Είναι λοιπόν από τη φύση του δούλος εκείνος ο οποίος είναι τόσο μόνο μέτοχος της λογικής δύναμης της ψυχής όσο χρειάζεται για να αντιλαμβάνεται τι είναι και τι δεν είναι λογικό, χωρίς όμως να διαθέτει ο ίδιος επαρκώς την εν λόγω δύναμη».
 
Το ζήτημα της ηθικής νομιμότητας που προκύπτει από το γεγονός ότι οι δούλοι είναι κυρίως οι ηττημένοι των πολέμων, το κατά πόσο δηλαδή η βία είναι σε θέση να αποτελέσει κριτήριο για την κατάταξη των ανθρώπων στην κατηγορία των δούλων, ο Αριστοτέλης το θεωρεί βέβαια σοβαρό και άξιο μελέτης, όμως το διαχειρίζεται και πάλι ως κάτι δοσμένο από τη φύση: «Και η αιτία αυτής της διχογνωμίας και αυτό που προκαλεί τις εναλλασσόμενες απόψεις είναι το γεγονός ότι κατά κάποιο τρόπο η αρετή, όταν διαθέτει τα μέσα, είναι κάλλιστα σε θέση να χρησιμοποιεί ακόμη και βία, και ότι πάντοτε αυτός που υπερισχύει υπερέχει ως προς κάποιο αγαθό. Φαίνεται λοιπόν ότι η εξουσία συνάπτεται οπωσδήποτε με κάποια ικανότητα». Με δυο λόγια, η πολεμική υπεροχή δεν είναι τίποτε άλλο από την απόδειξη της υπεροχής σε επίπεδο ικανότητας, γεγονός που πιστοποιεί την φυσική ανωτερότητα του νικητή. Εξάλλου, πολλοί δεν ήθελαν να ονομάζουν δούλους όλους τους αιχμαλώτους, γιατί οι άνθρωποι ευγενικής καταγωγής ασφαλώς και διαφέρουν απ’ τους βαρβάρους: «Στην αντίθετη περίπτωση θα συμβεί να γίνουν δούλοι και απόγονοι δούλων εκείνοι που αναγνωρίζονται ως ευγενέστατοι, αν τύχει να αιχμαλωτισθούν και να πωληθούν. Γι’ αυτό και δεν θέλουν αυτούς να τους ονομάζουν δούλους, αλλά μόνον τους βαρβάρους. Όμως, όταν χρησιμοποιούν αυτή την ορολογία, δεν αναζητούν τίποτε άλλο παρά την ταυτότητα του φύσει δούλου, στην οποία αναφερθήκαμε ήδη στην αρχή». Στο κάτω – κάτω ο πόλεμος, ως μέθοδος απόκτησης αγαθών ανάγεται και πάλι στη φύση, όπως και η περίπτωση του κυνηγιού: «Γι’ αυτό και η πολεμική τέχνη από τη φύση της είναι κατά κάποιον τρόπο μια τέχνη απόκτησης αγαθών (η θηρευτική είναι μέρος αυτής της τέχνης), την οποία πρέπει να χρησιμοποιούμε εναντίον των άγριων ζώων και εναντίον των ανθρώπων εκείνων που η φύση προόρισε να εξουσιάζονται από άλλους, αυτοί όμως δε θέλουν, διότι αυτός ο πόλεμος είναι από τη φύση του δίκαιος».
 
Ασφαλώς, οι γυναίκες και τα παιδιά δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τους δούλους. Ως εκ τούτου χρειάζονται και διαφορετική αντιμετώπιση: «Διότι με διαφορετικό τρόπο εξουσιάζει ο ελεύθερος το δούλο, το αρσενικό το θηλυκό και ο άντρας το παιδί. Και σε όλους αυτούς υπάρχουν βεβαίως τα μέρη της ψυχής, αλλά υπάρχουν με τρόπο διαφορετικό. Διότι ο φύσει δούλος δε διαθέτει καθόλου την καθαυτό έλλογη δύναμη, το θηλυκό τη διαθέτει αλλά δεν είναι έγκυρη, ενώ το παιδί τη διαθέτει αλλά δεν είναι ακόμη αναπτυγμένη». Υπό αυτή την προϋπόθεση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ούτε οι γυναίκες ούτε τα παιδιά όπως οι δούλοι. Για την ακρίβεια, όλοι χρήζουν διαφορετικής αντιμετώπισης: «Είναι λοιπόν φανερό αφενός ότι όλοι οι παραπάνω διαθέτουν ηθικές αρετές και αφετέρου ότι η φρόνηση του άνδρα και της γυναίκας δεν είναι ίδια, ούτε η ανδρεία και η δικαιοσύνη, όπως υποστηρίζει ο Σωκράτης, αλλά η μία ανδρεία είναι εξουσιαστική και η άλλη υπηρετική. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες αρετές». Ο καθένας λοιπόν πρέπει να έχει διαφορετικές αρετές, ανάλογα με το έργο που θα επιτελέσει, δηλαδή με τον κοινωνικό του ρόλο. Από τη στιγμή που οι άντρες, οι γυναίκες και οι δούλοι θα επιτελέσουν διαφορετικό κοινωνικό ρόλο, γίνεται φανερό ότι διαχωρίζονται και τα προσόντα που πρέπει να έχουν. Κι αυτό φυσικά, είναι ζήτημα εκπαίδευσης. Όσο για τα παιδιά, είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι θα πρέπει να ανατραφούν σύμφωνα με τον κοινωνικό ρόλο που θα φέρουν σε πέρας με την ενηλικίωσή τους. Άλλο θέμα η εκπαιδευτική διαδικασία για τα αγόρια, άλλο για τα κορίτσια. Και βέβαια όλοι οφείλουν να υποταχθούν στη βούληση του άντρα: «Γι’ αυτό πρέπει ό,τι ο ποιητής (ενν. ο Σοφοκλής) λέει για τη γυναίκα, ότι δηλαδή “η σιωπή αποτελεί κόσμημα για τη γυναίκα”, να δεχτούμε ότι αυτό ισχύει για όλους (ενν. για δούλους, γυναίκες και παιδιά)». Οι βάρβαροι όμως είναι άλλο θέμα. Οι βάρβαροι είναι από τη φύση τους πλασμένοι για να γίνουν δούλοι: «Στους βαρβάρους όμως η γυναίκα και ο δούλος ανήκουν στην ίδια τάξη. Και η αιτία γι’ αυτό είναι το γεγονός ότι δε διαθέτουν από τη φύση τους τη δυνατότητα να εξουσιάζουν, αλλά η κοινωνία τους είναι μια κοινωνία δούλης και δούλου. Γι’ αυτό ακριβώς λένε οι ποιητές ότι είναι εύλογο οι Έλληνες να εξουσιάζουν τους βαρβάρους, διότι με βάση την ίδια τη φύση ο βάρβαρος δε διαφέρει από το δούλο».
 
Το να κρίνει κανείς αυτές τις απόψεις και να τις χαρακτηρίσει αναχρονιστικές, παρωχημένες ή ακόμη κι απαράδεκτες ή απάνθρωπες είναι μάλλον περιττό. Το να πούμε ότι ο Αριστοτέλης παρασύρεται από το ιστορικό – κοινωνικό πλαίσιο της εποχής του στερείται νοήματος ως κάτι απολύτως προφανές. Το ζήτημα είναι γιατί παρασύρεται; Πώς είναι δυνατό ένας στοχαστής του διαμετρήματος του Αριστοτέλη – κι ενώ έχει ξεπεράσει την εποχή του σε πολλά – να υποπίπτει σε τέτοια ατοπήματα; Εξάλλου, η αμφισβήτηση για την ηθική της δουλείας είχε ήδη ξεκινήσει, και οι απόψεις αυτές ήταν γνωστές στον Αριστοτέλη: «Άλλοι πάλι νομίζουν ότι η εξουσία του δουλοκτήτη πάνω στο δούλο αντιβαίνει στους νόμους της φύσεως (διότι μόνο με βάση ένα εθιμικό καθεστώς άλλος είναι ελεύθερος κι άλλος δούλος). Γι’ αυτό αυτή η μορφή εξουσίας δεν είναι δίκαιη, επειδή στηρίζεται στη βία». Δεν τίθεται δηλαδή θέμα αδυναμίας στη σύλληψη μιας ιδέας που ξεπερνά την εποχή, αφού η ιδέα αυτή είναι ήδη διατυπωμένη. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια συνειδητή επιλογή διαχωρισμού των ανθρώπων σε ελεύθερους και δούλους, Έλληνες και βάρβαρους, άντρες και γυναίκες. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά στο αδιέξοδο του φιλοσόφου, που συμπεραίνει ότι η ανθρώπινη ανισότητα είναι δοσμένη από τη φύση. Που δικαιολογεί τη βία, αφού υπηρετεί τις φυσικές επιταγές. Που αρνείται να υποστηρίξει ότι οι άνθρωποι μπορεί να είναι διαφορετικοί, αλλά οφείλουν να είναι ίσοι. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζοντας ότι οι βάρβαροι είναι από τη φύση τους δούλοι, αντιβαίνει ακόμα και στον ίδιο τον εαυτό του, αφού πίστευε ότι η παιδεία είναι το παν, καθοδηγώντας τους ανθρώπους – με το σωστό εθισμό – στην κατάκτηση της αρετής. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο καθένας είναι το αποτέλεσμα του εθισμού του, δηλαδή της παιδείας που δέχτηκε. Για τους βαρβάρους όμως κανένας εθισμός δε θα μπορούσε να φανεί αποδοτικός. Γιατί οι βάρβαροι είναι ανάξιοι της παιδείας των ελεύθερων ανθρώπων. Στους βαρβάρους αρμόζει ένα κατώτερο είδος παιδείας, το είδος της παιδείας που απευθύνεται σε δούλους.
 
Φυσικά, είναι απολύτως σαφές ότι, όταν μιλάμε για τη δουλεία στα αρχαία χρόνια δε μιλάμε για τίποτε άλλο παρά για τις παραγωγικές δυνάμεις της εποχής. Οι δούλοι αποτελούσαν τα μέσα παραγωγής και η εποχή που θα γεννιούνταν οι μηχανές προς αντικατάστασή τους αργούσε πολύ ακόμη. Με άλλα λόγια βρισκόμαστε μπροστά στην ίδια τη δομή της οικονομίας που βρίσκεται αντιμέτωπη με το ίδιο αιώνιο πρόβλημα της παραγωγής του πλούτου. Η αποκήρυξη της δουλείας, ως έσχατη μορφή αδικίας και καταπίεσης, θα ισοδυναμούσε με την αποδιοργάνωση των παραγωγικών δομών. Όμως, η λειτουργία των μέσων παραγωγής κάθε εποχής είναι ο ρυθμιστής της ίδιας της δομής της κοινωνίας κι από τη στιγμή που κάποιοι πρέπει να γεννήσουν τον πλούτο, δεν υπάρχει άλλη επιλογή απ’ το να βρεθούν. Κι αυτοί θα είναι οι ανίσχυροι. (Τι πιο διαχρονικό απ’ αυτό;) Εφόσον οι δούλοι παίζουν το ρόλο των παραγωγικών μέσων δε μένει παρά να αντιμετωπιστούν και σαν τέτοια. Μοιραία δεν υπάρχει τίποτε πιο δίκαιο απ’ το να μοχθούν για τους ανθρώπους.
 
Τα μέσα παραγωγής παροπλίζονται μόνο εάν βρεθεί παραγωγικότερος αντικαταστάτης. Με άλλα λόγια μπορούμε να μιλάμε για κατάργηση της δουλείας, μόνο εάν τα αγαθά μπορούν να παραχθούν χωρίς τη συνδρομή των δούλων: «αν μπορούσε κάθε εργαλείο να επιτελεί το έργο του εκτελώντας κάποια διαταγή ή προαισθανόμενο τη διαταγή, όπως λένε ότι έκαναν τα αγάλματα του Δαιδάλου ή οι τρίποδες του Ηφαίστου, για τους οποίους λέει ο ποιητής ότι αυτομάτως εμφανίζονταν στο χώρο της συνέλευσης των θεών, και αν οι σαΐτες ύφαιναν από μόνες τους και οι χορδές της κιθάρας έπαιζαν από μόνες τους, τότε ούτε οι αρχιτεχνίτες θα χρειάζονταν υπηρέτες ούτε οι ελεύθεροι δούλους».
 
Η διαπίστωση αυτή δεν είναι μόνο προφητεία για τη δημιουργία των μηχανών που θα απάλλασσαν τον άνθρωπο από τον μόχθο, αλλά και ομολογία ότι όσο τα μέσα παραγωγής είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι δεν μπορεί να υπάρχει άλλη λύση απ’ τη νομιμοποίηση – σε ηθικό επίπεδο – της αποδοχής αυτής της πραγματικότητας. Κι αυτή είναι η πιο έντιμη παραδοχή ότι η ηθική καθορίζεται από τις οικονομικές δομές της κάθε εποχής. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης δεν μπόρεσε να διεισδύσει στην πηγή της αξίας που είναι ο ανθρώπινος μόχθος. (Θα το κάνει ο Μαρξ πολλούς αιώνες αργότερα). Γιατί έπρεπε να διασχίσει μια ολόκληρη έρημο. Κι αυτές είναι οι ιστορικές συνθήκες, που, κατά το Μαρξ, τον εμπόδισαν να φτάσει στην ανθρώπινη εργασία ως πηγή κάθε αξίας. Όσο για τις γυναίκες, έπρεπε κι αυτές να επιτελέσουν το δικό τους ρόλο μέσα στη λειτουργία του οίκου. Γι’ αυτό η διοίκηση του οίκου είναι ζήτημα λεπτό και θέλει σωστούς χειρισμούς. Γιατί πρέπει να ρυθμίσει τη διαχείριση όλων αυτών των ανθρώπων. Αν οι οικονομικές δομές της εποχής επέτρεπαν τη γυναίκα να παράγει το δικό της πλούτο, θα ήταν άλλη και η θέση της. Και κάπου εδώ φτάνουμε σ’ αυτό που ονομάζουμε όρια για την κάθε εποχή.
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά

Ρητορεία και ρητορική: Σχήματα λέξεως

Τα σχήματα λέξεως προκύπτουν από εν ευρεία εννοία αλλαγές στο ύφος, στην αναμενόμενη, «κανονική» διατύπωση του κειμένου. Επομένως, η ακμή της λειτουργίας του σχήματος λέξεως έγκειται στη μορφή της έκφρασης. Οι αλλαγές αυτές εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες: προσθήκη (adiectio), αφαίρεση (detractio), μετατροπή στην κανονική διάταξη των όρων (transmutatio) (Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 9.3.27). Έτσι μια μεγάλη κατηγορία σχημάτων λέξεως προκύπτει γενικά μέσω της προσθήκης (adiectio), που κάποτε παίρνει τη μορφή της επανάληψης λέξεων ή στοιχείων τους: παρήχηση, συνήχηση, ἀναδίπλωση, κλῖμαξ, ἀναφορά, ἐπιφορά, παρονομασία, πολύπτωτον, ἐτυμολογικόν σχῆμα (figura etymologica, ετυμολογικό παιχνίδι), ἓν διὰ δυοῖν, ὁμοιοτέλευτον, ὁμοιοκάταρκτον, πολυσύνδετον, ὀνοματοποιία. Μία άλλη κατηγορία προϋποθέτει την αφαίρεση ενός γλωσσικού στοιχείου που κανονικά θα έπρεπε να ενταχθεί στη διατύπωση (ἔλλειψις, ζεῦγμα, ἀσύνδετον), ενώ η τελευταία κατηγορία σχετίζεται με την αλλαγή στην κανονική και αναμενόμενη διάταξη των όρων ή, γενικότερα, με τη διάταξη των όρων: ἀναδίπλωση, κλῖμαξ, ἀναφορά, ἐπιφορά, ὑπερβατόν, ἀναστροφή, ἰσόκωλον, πάρισον, ὑπαλλαγή (ἐναλλαγή), ὕστερον πρότερον, πολυσύνδετον, ἀσύνδετον, χιαστόν, παραλληλισμός.
 
Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα σημαντικότερα σχήματα λέξεως:
 
α. Αναδίπλωση (reduplicatio)
β. Κλίμαξ (gradatio)
γ. Παρονομασία (annominatio)
δ. Ἕν διὰ δυοῖν
ε. Ζεύγμα (zeugma, nexus)
στ. Υπερβατόν (hyperbaton)
ζ. Εναλλαγή (υπαλλαγή)
η. Ύστερον πρότερον
θ. Ανακόλουθον
 
α. Αναδίπλωση (reduplicatio)
 
Πρόκειται για την επανάληψη της αμέσως προηγούμενης λέξης: ἀλλ' οὐκ ἔστιν, οὐκ ἔστιν ὅπως ἡμάρτετε. Στόχος της επανάληψης είναι η έκφραση πάθους, η μετάδοσή του στον ακροατή και επιπλέον η έξαρση και προσέλκυση της προσοχής αυτού του τελευταίου. Κάποτε μπορεί ανάμεσα στις λέξεις που επαναλαμβάνονται να μεσολαβεί και μια άλλη.
 
Επανάληψη της ίδιας λέξης έχουμε και στην περίπτωση της αναφοράς, όπου επαναλαμβάνεται η αρχή της προηγούμενης μονάδας του λόγου (κῶλον) στην αρχή της επόμενης: εἰσὶ συνθῆκαι τοῖς Ἕλλησι [διτταὶ] πρὸς βασιλέα, ἃς ἐποιήσαθ᾽ ἡ πόλις ἡ ἡμετέρα, ἃς ἅπαντες ἐγκωμιάζουσι,Δημοσθένης, Περὶ τῆς Ῥοδίων ἐλευθερίας 29 («οι Έλληνες έχουν δύο συμφωνίες με το βασιλιά, που τις έκανε η δική μας πόλη, που όλοι χωρίς εξαίρεση τις επαινούν»). Επίσης σε εκείνη της επιφοράς· εδώ επαναλαμβάνεται το τέλος της προηγούμενης μονάδας του λόγου στο τέλος της επόμενης: όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή / όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή (Οδυσσέας Ελύτης).
 
β. Κλίμαξ (gradatio)
 
Στην περίπτωση της κλίμακaς έχουμε το σχήμα της αναδίπλωσης, που όμως χρησιμοποιείται έτσι, ώστε να δίνεται η εντύπωση της επίτασης, ακριβώς γιατί η αναδίπλωση εκτείνεται σε περισσότερα κώλα: οὐκ εἶπον μὲν ταῦτα, οὐκ ἔγραψα δέ, οὐδ᾽ ἔγραψα μέν, οὐκ ἐπρέσβευσα δέ, οὐδ᾽ ἐπρέσβευσα μέν, οὐκ ἔπεισα δὲ Θηβαίους, (Δημοσθένης, Περὶ τοῦ στεφάνου 179) («εγώ δεν αρκέστηκα στο να τα πω μόνο, χωρίς να τα προτείνω και με ψήφισμα, ούτε τα επρότεινα με ψήφισμα, χωρίς να πάω και πρεσβευτής, ούτε επήγα πρεσβευτής, χωρίς να πείσω τους Θηβαίους»).
 
Παράδειγμα κλίμακος αποτελεί και η φράση του Γαΐου Ιουλίου Καίσαρα "veni, vidi, vici" (Σουητώνιος, Divus Iulius 37) («ήλθα, είδα, νίκησα»), όπου συνδυάζονται επιπλέον το ασύνδετο, το ισόκωλο, η παρήχηση (του v), η συνήχηση (του i) και το ομοιoκάταρκτον (vi-, vi-). Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση την εντύπωση της κλίμακaς προκαλεί κυρίως η σημασία των ρημάτων (και όχι τόσο η διάταξή τους), που βαραίνει σταδιακά ολοένα και περισσότερο.
 
γ. Παρονομασία (annominatio)
 
Στο σχήμα της παρονομασίας ο ομιλητής παίζει από τη μια με τους επαναλαμβανόμενους ήχους των λέξεων, οι οποίες φαίνεται να συνδέονται με μια ετυμολογική ή και ψευδοετυμολογική σχέση, και από την άλλη με τις διαφορές στη σημασία των συγκεκριμένων λέξεων, που μπορεί να φτάσουν ως τα όρια του παράδοξου: …μὴ φρονήματι μόνον, ἀλλὰ καὶ καταφρονήματι (Θουκυδίδης, Ἱστορίαι 2.62.3) («όχι μόνο με φρόνημα αλλά και με καταφρόνια» - ενν. πρέπει να αντιμετωπίσετε τους εχθρούς)· urbi et orbi (θα λέγαμε, για να κρατήσουμε την παρονομασία, «για την/στην πόλη και την οικουμένη όλη»). Ο ρητορικός στόχος είναι η πρόκληση της προσοχής ή ακόμη και του πάθους του κοινού. Η ευφυής επιλογή λέξεων από τον ομιλητή προκαλεί την προσοχή των ακροατών, κάποτε ακόμη και το θαυμασμό τους.
 
Η παρονομασία παρουσιάζει στοιχεία συγγένειας με την παρήχηση και το πολύπτωτον. Στην τελευταία περίπτωση χρησιμοποιείται κατ'επανάληψη μια λέξη σε διάφορες πτώσεις ή, γενικότερα, σε διάφορους τύπους. Βλ. Δημοσθένη, Περὶ τῆς Ῥοδίων ἐλευθερίας 4: ὑμεῖς δ᾽, οὓς ἐφοβοῦντο, μόνοι τῶν πάντων τῆς σωτηρίας αὐτοῖς αἴτιοι. ἐκ δὲ τοῦ ταῦθ᾽ ὑφ᾽ ἁπάντων ὀφθῆναι ποιήσετε τοὺς πολλοὺς ἐν ἁπάσαις ταῖς πόλεσι τοῦτο ποιεῖσθαι σύμβολον τῆς αὑτῶν σωτηρίας, ἐὰν ὑμῖν ὦσι φίλοι· οὗ μεῖζον οὐδὲν ἂν ὑμῖν γένοιτ᾽ ἀγαθόν, ἢ παρὰ πάντων ἑκόντων ἀνυπόπτου τυχεῖν εὐνοίας. («ενώ εσείς, που σας φοβόνταν, μόνοι από όλους σταθήκατε η αιτία της σωτηρίας τους. Κι όταν όλοι τα δουν αυτά, θα κάνετε τους δημοκρατικούς σε όλες τις πόλεις να θεωρούν τη φιλία σας εγγύηση για την ασφάλειά τους· δε θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερο πλεονέκτημα για σας από το να επιτύχετε τη φιλία όλων πρόθυμα και χωρίς υποψία»). Στο συγκεκριμένο χωρίο προβάλλεται με έμφαση η καθολική αποδοχή της Αθήνας ως εγγυήτριας της σωτηρίας όλων των συμμάχων της. Το πολύπτωτον συνδέεται συχνά με το ετυμολογικό σχήμα (παρηγμένον, derivatio, figura etymologica), όπου βεβαίως έχουμε γνήσια ετυμολογική σχέση των όρων: ὅτι πολλοὺς ὑμεῖς πολέμους πεπολεμήκατε (Δημοσθένης, Περὶ τῆς Ῥοδίων ἐλευθερίας 17) («ότι κάνατε πολλούς πολέμους»)· voce vocans Hecaten (Βιργίλιος, Aeneis 6.247), («φωνάζοντας φωναχτά την Εκάτη / καλώντας δυνατά την Εκάτη»).
 
δ. Ἕν διὰ δυοῖν
 
Στη συγκεκριμένη περίπτωση μια έννοια διασπάται σε δύο μέρη και αποδίδεται με δύο φράσεις/λέξεις που συνδέονται (και από την άποψη της σημασίας τους) στενά μεταξύ τους, για λόγους ακριβολογίας αλλά και έμφασης. Σε κάποιες περιπτώσεις, για τη μετάφραση ολόκληρης της φράσης, η μια από τις δύο σημασιολογικά συγγενείς έννοιες αποδίδεται ως ονοματικός ή επιρρηματικός προσδιορισμός της άλλης. Το ακόλουθο παράδειγμα προέρχεται από τον λόγο του Δημοσθένη Περὶ τῆς παραπρεσβείας 123: αἵ τε πόλεις πολλαὶ καὶ χαλεπαὶ λαβεῖν αἱ τῶν Φωκέων, μὴ οὐ χρόνῳ καὶ πολιορκίᾳ· («και οι πόλεις των Φωκέων είναι πολλές κι είναι δύσκολο να τις καταλάβει κάποιος, εκτός κι αν τις πολιορκήσει για πολύ»).
 
ε. Ζεύγμα (zeugma, nexus)
 
Πρόκειται για μια μορφή ἐλλείψεως. Βεβαίως, στην περίπτωση της έλλειψης παραλείπεται μόνο μια λέξη που εννοείται εύκολα από τα συμφραζόμενα. Στην περίπτωση του ζεύγματος όμως αυτή η παράλειψη υπόκειται σε άλλους όρους. Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το ζεύγμαως εξής: έχουμε μια «γλωσσική συνάρτηση» που αποτελείται από δύο σκέλη· το καθένα από αυτά αποτελείται με τη σειρά του από δύο μέλη: α-χ/β-ψ. Αν από αυτό το σύστημα αφαιρέσουμε το μέλος β, τότε το αντίστοιχο μέλος α θα αποδοθεί, αντικαθιστώντας το β, από κοινού στο χ και στο ψ (κατὰ ζεῦγμα: το α συνδέεται με το χ και το ψ και επιπλέον συνδέει αυτά τα ίδια μεταξύ τους): α(χ/ψ). Βεβαίως, το ζεύγμα παρουσιάζει μικρή ή μεγαλύτερη δυσκολία κατανόησης ανάλογα με τη συγγένεια (τη συντακτική ή/και τη σημασιολογική) του μέλους β (που παραλείφθηκε) με το αντίστοιχό του μέλος α. Ο όρος που αποδίδεται από κοινού σε άλλους, ακόμη και αν η σημασία ή η σύνταξή του δεν επιτρέπει κανονικά αυτή την απόδοση, μπορεί να προηγείται από τους όρους στους οποίους αποδίδεται [α(χ/ψ)] ή να έπεται [(χ/ψ)α] ή να βρίσκεται ανάμεσά τους [χ)α(ψ].
 
Η παράλειψη ενός όρου που θα έπρεπε να εμφανιστεί στην κανονική σύνταξη εξυπηρετεί την αρχή της συντομίας του λόγου, ενώ μπορεί και να προκαλεί την έκπληξη και κατ' επέκταση το ενδιαφέρον των ακροατών. Ο ομιλητής μπορεί κάποτε να αποβλέπει ακόμη και στην εντύπωση μιας χαώδους σύνταξης και πάλι για να προκαλέσει την προσοχή των ακροατών του. To ακόλουθο παράδειγμα προέρχεται από τον Πανηγυρικό του Ισοκράτη (26-27): Εὑρήσομεν γὰρ αὐτὴν οὐ μόνον τῶν πρὸς τὸν πόλεμον κινδύνων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἄλλης κατασκευῆς, ἐν ᾗ κατοικοῦμεν καὶ μεθ᾽ ἧς πολιτευόμεθα καὶ δι᾽ ἣν ζῆν δυνάμεθα, σχεδὸν ἁπάσης αἰτίαν οὖσαν. («Σε μια τέτοια θεώρηση θα διαπιστώσουμε ότι η πόλη μας όχι μονάχα στάθηκε η πρώτη πάντα στους πολεμικούς αγώνες, αλλά και δημιούργησε αποκλειστικά σχεδόν τον πολιτισμό που μας χαρακτηρίζει και που μ᾽ αυτόν ρυθμίζουμε τις σχέσεις μεταξύ μας και μας εξασφαλίζει τη δυνατότητα να ζούμε ανθρωπινά», μτφρ. Στ. Μπαζάκου-Μαραγκουδάκη). Το επίθετο αἰτίαν συντάσσεται εδώ τόσο με τη φράση τῶν πρὸς τὸν πόλεμον κινδύνων (αντί του επιθέτου κυρίαν ή της μετοχής κρατοῦσαν) όσο και με τη γενική τῆς ἄλλης κατασκευῆς.
 
στ. Υπερβατόν (hyperbaton)
 
Στην περίπτωση του υπερβατού έχουμε ανατροπή της κανονικής διάταξης των λέξεων, καθώς ανάμεσα σε δύο λέξεις που συνανήκουν συντακτικά παρεμβάλλονται άλλες. Το συγκεκριμένο σχήμα μπορεί να αξιοποιηθεί, για να δοθεί στον λόγο ρυθμός και μέτρο, όπως και για να αποφευχθεί η μονοτονία και η ξηρότητα του λόγου, που επέρχεται συχνά, όταν κανείς μένει αυστηρά προσκολλημένος στην κανονική διάταξη των λέξεων: πάντῃ γὰρ περὶ τεῖχος ὀρώρει θεσπιδαὲς πῦρ / λάϊνον (Όμηρος, Ἰλιάς Μ 177-178) («παντού γύρω από το πέτρινο τείχος είχε υψωθεί μεγάλη φωτιά»). Ανάμεσα στο επίθετο λάινον και στο ουσιαστικό τεῖχος, στο οποίο αποδίδεται, μεσολαβεί το ρήμα και το υποκείμενό του, το τελευταίο μαζί με τον επιθετικό προσδιορισμό του.
 
Το υπερβατό μπορεί κάποτε να συνδυάζεται με την ἀναστροφήν (εδώ έχουμε αντιστροφή της κανονικής διάταξης δύο διαδοχικών λέξεων): αἴθ' ἅμα πάντες / Ἕκτορος ὠφέλετ᾽ ἀντὶ θοῇς ἐπὶ νηυσὶ πεφάσθαι (Όμηρος, Ἰλιάς Ω 253-254) («μακάρι όλοι σας με μιας να 'χατε χαθεί αντί για τον Έκτορα στη μάχη για τα γοργά καράβια»).
 
ζ. Εναλλαγή (υπαλλαγή)
 
Εδώ έχουμε απόδοση ενός όρου σε άλλον από αυτόν στον οποίο πρέπει να αποδοθεί κανονικά. Συνήθως πρόκειται για επίθετο που αποδίδεται συντακτικά-γραμματικά σε άλλο ουσιαστικό από αυτό που κανονικά και κατά τη λογική προσδιορίζει: κυνὸς Λακαίνης ὥς τις εὔρινος βάσις (Σοφοκλής, Αἴας 8) - το επίθετο εὔρινος(«με καλή όσφρηση») θα πρέπει να αποδοθεί κανονικά στο ουσιαστικό κυνόςκαι όχι στο βάσις («όπως το βάδισμα της λακωνικής σκύλλας με την καλή όσφρηση / της λαγωνικής λάκαινας σκύλλας»).
 
η. Ύστερον πρότερον
 
Δηλώνεται πρώτο αυτό που λογικά ακολουθεί ως γεγονός. Το συγκεκριμένο σχήμα θεωρείται συχνά σχήμα διανοίας, καθώς η σημασία των όρων συμμετέχει δυναμικά στη λειτουργία του. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση αλλαγές στη διάταξη των λέξεων μπορεί να καταργήσουν το σχήμα: Εἴθ᾽ ὤφελ᾽ Ἀργοῦς μὴ διαπτάσθαι σκάφος / Κόλχων ἐς αἶαν κυανέας Συμπληγάδας, / μηδ᾽ ἐν νάπαισι Πηλίου πεσεῖν ποτε / τμηθεῖσα πεύκη,… (Ευριπίδης, Μήδεια 1-4) («Άμποτε να μην είχε το καράβι / η Αργώ φτεροδιαβεί τις Συμπληγάδες / τις μολυβόθωρες, όταν τραβούσε / για των Κόλχων τη γη! Μήδε στου Πήλιου / τα λαγκάδια ποτέ τσεκουρωμένο / πεύκο ας μην είχε πέσει».
 
θ. Ανακόλουθον
 
Το συγκεκριμένο σχήμα εντάσσεται συχνά στα σχήματα διανοίας. Ωστόσο, προκύπτει, όταν ανατρέπεται ή εγκαταλείπεται η αρχική σύνταξη της φράσης, επομένως σχετίζεται άμεσα με την επιλογή και τη διάταξη των λέξεων που συνθέτουν το κείμενο, εξ ου και η ένταξή του εδώ στα σχήματα λέξεως. Το συγκεκριμένο σχήμα μπορεί να αποδοθεί στην επικράτηση της φαντασίας του ομιλητή, που τον κάνει να λησμονήσει την αρχική σύνταξη της φράσης του, ή και στη διάθεσή του να προσδώσει μεγαλύτερη σαφήνεια και καθαρότητα σε ένα τμήμα του λόγου του και ταυτόχρονα ζωντάνια και δραματικότητα. Συχνά το συγκεκριμένο σχήμα προκύπτει εξαιτίας της παρεμβολής παρενθετικών ή δευτερευουσών προτάσεων. Σε κάποιες περιπτώσεις η συντακτική ανακολουθία μαρτυρεί έντονο πάθος εκ μέρους του ομιλητή: ἄπαις δ᾽ εἰμὶ ἀρρένων παίδων. ὃς γὰρ ἦν μοι μόνος καὶ καλὸς κἀγαθός, ὦ δέσποτα, καὶ ἐμὲ φιλῶν καὶ τιμῶν ὥσπερ ἂν εὐδαίμονα πατέρα παῖς τιμῶν τιθείη, τοῦτον ὁ νῦν βασιλεὺς οὗτος καλέσαντος τοῦ τότε βασιλέως, πατρὸς δὲ τοῦ νῦν, ὡς δώσοντος τὴν θυγατέρα τῷ ἐμῷ παιδί, ἐγὼ μὲν ἀπεπεμψάμην μέγα φρονῶν ὅτι δῆθεν τῆς βασιλέως θυγατρὸς ὀψοίμην τὸν ἐμὸν υἱὸν γαμέτην· ὁ δὲ νῦν βασιλεὺς (Ξενοφώντας, Κύρου Παιδεία 4.6.3) (« … μια και δεν έχω αρσενικά παιδιά. Είχα μόνο έναν γιο ωραίο και καλό, αφέντη, που μ' αγαπούσε και με τιμούσε τόσο, όσο ένα παιδί θα ήταν δυνατό με τον σεβασμό του να κάνει έναν πατέρα ευτυχισμένο. Αυτόν λοιπόν τον γιο μου <αυτός ο τωρινός βασιλιάς> τον είχε καλέσει ο τότε βασιλιάς, ο πατέρας του σημερινού, για να του δώσει την κόρη του. Εγώ τότε τον έστειλα με περηφάνια, γιατί δήθεν θα έβλεπα τον γιο μου σύζυγο της θυγατέρας του βασιλιά· ο σημερινός λοιπόν βασιλιάς … ». Στη συγκεκριμένη μετάφραση η συντακτική ανακολουθία λόγω της ένταξης της ονομαστικής ὁ νῦν βασιλεὺς οὗτος, που εδώ προστίθεται μέσα σε οξυγώνιες αγκύλες, δεν αποδίδεται. Η ανακολουθία οφείλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση στο έντονο πάθος, τη λύπη, την ψυχική οδύνη και τον θυμό του προσώπου που μιλά. Η οργή και η αγανάκτησή του φαίνεται να εμποδίζουν την ομαλή αφήγηση των γεγονότων.