Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

ΕΛΛΗΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ

Η καταγωγή της ιστορίας
 
ΠΟΛΛΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ του παρελθόντος διέθεταν επαγγελματίες απομνηματογράφους, ιερείς ή αξιωματούχους, έργο των οποίων ήταν η καταγραφή των παραδόσεων που θεωρούνταν απαραίτητες για τη διατήρηση των κοινωνικών αξιών. Πολλές κοινωνίες διέθεταν ιερατικά ή άλλα επίσημα αρχεία, σχεδιασμένα μεν για να υποβοηθούν την οργάνωση του κόσμου των ανθρώπων και τον κατευνασμό του κόσμου των θεών, αλλά και επιδεκτικά μετατροπής από τους σημερινούς ερευνητές σε ιστορία. Ως ξεχωριστή πολιτισμική δραστηριότητα όμως, η γνήσια ιστορική συγγραφή φαίνεται ανεξάρτητη ως προς την καταγωγή της από αυτές τις φυσικές κοινωνικές τάσεις, και αποτελεί φαινόμενο σπάνιο: στην πραγματικότητα έχει αναπτυχθεί ανεξάρτητα σε τρεις μόνο κοινωνίες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους: στην ιουδαϊκή, στην ελληνική και την κινεζική. Στην καθεμιά από αυτές τις περιπτώσεις, τα χαρακτηριστικά της ιστορίας είναι διαφορετικά: δεν πρόκειται για επιστήμη, αλλά για μορφή τέχνης που υπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνίας και επομένως προδιαγράφεται από την καταγωγή της.
 
Η αρχαία ελληνική παράδοση της συγγραφής ιστορίας είναι και δική μας, και ο καλύτερος τρόπος για να δούμε τις ιδιομορφίες της είναι η σύγκρισή της με την άλλη παράδοση που μας έχει επηρεάσει τόσο έντονα, με τα ιουδαϊκά ιστορικά κείμενα που σώζονται στην Παλαιά Διαθήκη. Οι Έλληνες και οι Ιουδαίοι ανακάλυψαν την ιστορία ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον, αλλά την ίδια περίπου εποχή και ως αντίδραση στις ίδιες περίπου πιέσεις, στην ανάγκη δηλαδή να διαμορφώσουν και να διατηρήσουν μια εθνική ταυτότητα μπροστά στις τεράστιες αυτοκρατορίες της Μέσης Ανατολής: όπως λοιπόν οι αγώνες εναντίον των Ασσυρίων, η μετοικεσία της Βαβυλώνας και η επιστροφή στη Γη της Επαγγελίας δημιούργησαν την ιουδαϊκή ιστοριογραφία, έτσι και η έννοια της εθνικής ταυτότητας που προέκυψε από τη νίκη επί των Περσών δημιούργησε την ελληνική ιστοριογραφία. Αλλά οι προϋποθέσεις και τα υλικά με τα οποία εργάσθηκαν οι δύο αυτές ιστοριογραφικές παραδόσεις διαφέρουν πάρα πολύ. Για τους Ιουδαίους η ιστορία ήταν η καταγραφή της συμφωνίας του Θεού με τον περιούσιο λαό Του, με τις επιτυχίες και τις συμφορές του να προκαθορίζονται από την προθυμία υπακοής στις εντολές Του. Η ιστορία λοιπόν ήταν μια ενιαία αφήγηση, η οποία ανήκε στον Θεό: τα διάφορα στοιχεία και οι συγκεκριμένοι συγγραφείς προσαρμόζονται (όχι πάντοτε με πλήρη επιτυχία) σε αυτόν το συνεχή απολογισμό. Η ελληνική ιστορία μπορούσε μεν να δεχθεί ηθικά σχήματα στις ανθρώπινες υποθέσεις, τις θεωρούσε όμως ως υποθέσεις που υπόκεινται τελικά στον ανθρώπινο έλεγχο: η ιστορία ήταν η καταγραφή, όχι του ελέους ή της οργής του Θεού, αλλά των μεγάλων πράξεων των ανθρώπων. Ανάμεσα σε αυτές τις πράξεις ήταν και η ίδια η συγγραφή της ιστορίας: έτσι ο Έλληνας ιστορικός είναι μια προσωπικότητα που «υπογράφει» το έργο του με την πρώτη κιόλας πρόταση - Ἡροδότου Άλικαρνησσέος ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε..., Θουκυδίδης Ἀθηναίος ξυνέγρχφε τόν πόλεμον.... Η κύρια εξαίρεση αυτού του κανόνα ουσιαστικά τον επιβεβαιώνει: όσοι προσπάθησαν, όπως ο Ξενοφών, να ολοκληρώσουν το έργο του Θουκυδίδη, επέλεξαν να μην αποκαλύψουν την ταυτότητά τους: ο Ξενοφών αρχίζει το σύγγραμμά του με τις λέξεις Μετά δέ ταῦτα οὐ πολλαῖς ἡμέραις... και πουθενά δεν αναφέρει το όνομά του, αν και εκφράζει πολύ πιο εύκολα από τον Θουκυδίδη απόψεις διατυπωμένες στο πρώτο πρόσωπο. Αγνοούμε ακόμη και το όνομα του συγγραφέα μιας άλλης (ποιοτικά καλύτερης από του Ξενοφώντα) συνέχειας του Θουκυδίδη, μέρος της οποίας διασώθηκε στον πάπυρο του «ιστορικού της Οξυρύγχου» (ο οποίος ονομάζεται έτσι από το χωριό της Αίγυπτου όπου βρέθηκε αυτός ο πάπυρος). Οι μεταγενέστερες όμως χριστιανικές γενιές προσπάθησαν να μετασχηματίσουν αυτή την ομάδα των ιστορικών συγγραμμάτων με τον έντονο προσωπικό χαρακτήρα σε μια παράδοση του τύπου της Παλαιάς Διαθήκης, και κατάφεραν, είτε λόγω ενστίκτου είτε λόγω οικονομίας, να προκύψει μια «σειρά ιστοριών», έτσι ώστε σήμερα να επιβιώνει μία μόνον ιστορική περιγραφή για κάθε περίοδο, και αυτές οι περιγραφές να συναποτελούν μία συνεχή ως επί το πλείστον αφηγηματική ιστορία του αρχαίου κόσμου. Μια περιεκτική επισκόπηση της αρχαίας ελληνικής ιστοριογραφίας πρέπει να αναφερθεί τόσο σε εκείνα που έχουν χαθεί όσο και σε αυτά που σώζονται.
 
Μια δεύτερη διαφορά μεταξύ της ιουδαϊκής και της ελληνικής ιστοριογραφίας αφορά τις πηγές τους και τη στάση τους απέναντι σε αυτές. Η ιουδαϊκή ιστορική αφήγηση στηρίζεται σε μια πληθώρα στοιχείων που θα ενδιέφεραν και τον σημερινό ιστορικό, και ανήκουν σε τρεις βασικές κατηγορίες - πράξεις (ήθη, προκαταλήψεις, τελετές και ερμηνείες τους), προφορική παράδοση (ύμνοι, ποίηση, προφητείες, μύθοι, λαϊκά παραμύθια) και γραπτή παράδοση (νόμοι, επίσημα έγγραφα, βασιλικά και ιερατικά χρονικά, βιογραφίες). Είναι επιρρεπής στην παράθεση αποδείξεων και αποδεικτικών στοιχείων όπως είναι τα έγγραφα. Τα υλικά που χρησιμοποίησαν ως πηγές οι Έλληνες ιστορικοί είναι αρχικά πολύ πιο απλά και περισσότερο στοιχειώδη, και τους Έλληνες τους απασχολούσε πάντοτε περισσότερο η λογοτεχνική πλευρά της ιστορίας παρά τα ίδια τα γεγονότα. Σπανίως λοιπόν παραθέτουν έγγραφα. Παραδόξως όμως η ελληνική παράδοση είναι πάντοτε ανώτερη από την ιουδαϊκή ως προς την ικανότητά της να διακρίνει το γεγονός από το μύθο: ο Θεός μπορεί να παραποιεί την ιστορία πολύ πιο αποτελεσματικά από τον συγκεκριμένο ιστορικό που έχει μόνο θνητές προκαταλήψεις. Οι Έλληνες όντως δίδαξαν τη Δύση πώς να δημιουργεί και να γράφει ιστορία δίχως Θεό.
 
Και οι δύο λαοί πήραν το αλφάβητο από την ίδια πηγή, τους Φοίνικες, οι οποίοι το επινόησαν. Η γραφή ήρθε μεν στην Ελλάδα τον όγδοο αιώνα π.Χ., ο πολιτισμός της όμως παρέμεινε για καιρό πολιτισμός προφορικός, στον οποίο οι άνθρωποι μιλούσαν βέβαια σε πεζό λόγο, αλλά έγραφαν σε στίχους. Η διάκριση μεταξύ ποίησης και πεζού λόγου αποτέλεσε αργότερα το σημείο διαφοράς μεταξύ μύθου και ιστορίας, αλλά το παλαιότερο γνωστό λογοτεχνικό κείμενο πεζού λόγου ήταν φιλοσοφικό και όχι ιστορικό, προερχόμενο από την ανάγκη να διατυπωθούν και να μεταδοθούν σκέψεις με ακρίβεια και πιστότητα. Γύρω στο 550 π.Χ. ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος συνέγραψε βιβλίο Περί φυσεως,1 το οποίο πραγματευόταν και τη βασική δομή του φυσικού κόσμου και την ορατή μορφή του: περιείχε τους πρώτους χάρτες και τις πρώτες περιγραφές και της γης και του ουρανού. Περίπου πενήντα χρόνια αργότερα ο Εκαταίος ο Μιλήσιος έγραψε με παρόμοιο τρόπο μια περιγραφή της γης (Γῆς περίοδος) που συνοδευόταν από χάρτη: διαιρούνταν σε δύο βιβλία, ένα για την Ευρώπη κι ένα για την Ασία, και κατέγραφε τις πληροφορίες που είχε συλλέξει από ταξίδια προσωπικά και μη. Η γεωγραφία και η εθνογραφία είναι σημαντικά συστατικά της ελληνικής άποψης περί ιστορίας.
 
Ένα άλλο έργο του Εκαταίου με τον τίτλο Γενεαλογίαι έχει συχνά θεωρηθεί ως το πρώτο έργο που επιδεικνύει το πνεύμα της κριτικής έρευνας που χαρακτηρίζει τη δυτική ιστοριογραφία, γιατί άρχιζε: «Ο Εκαταίος ο Μιλήσιος γράφω αυτά τα πράγματα όπως μου φαίνεται ότι έχει η αλήθεια- γιατί οι αφηγήσεις των Ελλήνων είναι κατά τη γνώμη μου μακρόσυρτες και ανόητες».2 Το βιβλίο αποτελούσε κατά πάσα πιθανότητα συλλογή ηρωικών μύθων και γενεαλογιών, τις οποίες επιδίωκε να αναγάγει δι ’ εκλογικεύσεως σε ψευδοϊστορική αφήγηση. Πρόκειται για παράξενη, κίβδηλη απαρχή της ιστορίας, όπου αναγνωρίζεται μεν η ανάγκη της έλλογης κατανόησης του παρελθόντος, αλλά χρησιμοποιείται κυρίως το κατά βάση απρόσφορο υλικό του μύθου. Δείχνει τόσο την επιθυμία απελευθέρωσης της ιστορίας από το μύθο όσο και την αδυναμία για διάκριση μεταξύ των δύο.
      
Ηρόδοτος
 
Από καιρού εις καιρόν οι φιλόλογοι έχουν προσπαθήσει να ανακαλύψουν χαμένους ιστορικούς της γενιάς μετά τον Εκαταίο, για να διευκολύνουν την εξήγηση της μετέπειτα ανάπτυξης της ιστοριογραφίας. Αλλά αυτές οι θεωρίες βασίζονται σε επισφαλείς μαρτυρίες και στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι η τοπική ιστορία ή η μονογραφία πρέπει να προηγείται της μεγαλεπήβολης γενικής ιστορίας. Ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς δικαιούται πράγματι τον τίτλο του πατρός τῆς ἱστορίας. Το έργο του είναι το παλαιότερο ελληνικό βιβλίο σε πεζό λόγο που έχει σωθεί ακέραιο- φθάνει τις εξακόσιες σελίδες και χωρίζεται σε εννέα βιβλία. Το θέμα του παρουσιάζεται στην πρώτη πρόταση: «Ὁ Ἡρόδοτος ὁ Ἀλικαρνασσεύς παρουσιάζει τήν ἔρευνά του αὐτή γιά νά μή λησμονηθούν μέ τόν καιρό τά ἔργα τῶν ἀνθρώπων καί νά μή μείνουν ἀμνημόνευτα τά μεγάλα καί θαυμαστά κατορθώματα ταῶν Ἑλλήνων καί ταῶν βαρβάρων οὔτε, εἰδικώτερα, τά αἴτια γιά τά ὁποῖα πο­λέμησαν μεταξύ τους».
 
Ο τελικός λόγος ύπαρξης του έργου είναι η έκθεση της σύγκρουσης των Ελλήνων και των Περσών που κορυφώθηκε με τη μεγάλη εκστρατεία του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδας το 480 π.Χ. την οποία περιγράφουν τα τρία τελευταία βιβλία: είναι η ιστορία του πώς ένας στρατός 1.750.000 (υποτίθεται) ανδρών και ένας στόλος 1.200 πλοίων ηττήθηκε από τις σαφώς μικρότερες συναθροίσεις των στρατιωτικών δυνάμεων των Ελλήνων, οι οποίοι σε καμιά μάχη δεν μπόρεσαν να παρατάξουν περισσότερους από 40.000 άνδρες και 378 πλοία. Μπορεί να αμφιβάλλουμε για τους αριθμούς των περσικών δυνάμεων, αλλά η στρατηγική των επιχειρήσεων δείχνει ότι δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι οι Έλληνες ήταν πάρα πολύ λιγότεροι σε κάθε περίσταση (βλ. σσ. 62 κ.ε.). Στόλος από την πόλη του Ηροδότου είχε πολεμήσει στο πλευρό των Περσών, και ίσως μία από τις πρώτες αναμνήσεις του να ήταν η αναχώρηση και η επιστροφή αυτής της μοιραίας αποστολής. Ο Ηρόδοτος μεγάλωσε στην Ιωνία ζώντας πρώτα τη χαρά της απελευθέρωσής της από τους Αθηναίους, και μετά τη λύπη της υποταγής της στον νικηφόρο αθηναϊκό στόλο (βλ. σσ. 188 κ.ε.). Για τη γενιά του Ηροδότου τα επικά κατορθώματα των πατέρων τους είχαν κυριολεκτι­κά δημιουργήσει τον κόσμο στον οποίο ζούσε, όπως η επιστροφή των εξό­ριστων της Βαβυλώνας είχε δημιουργήσει τον κόσμο του Έσδρα. Στα τρία αυτά βιβλία ο Ηρόδοτος επιδίωξε να δημιουργήσει μνημείο αντάξιο της νέας αυτής γενιάς των ηρώων, χρησιμοποιώντας όλες τις λογοτεχνικές δεξιότητες που είχε στη διάθεσή του ὡς μήτε τά γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα, γένηται.
 
Το κύριο θέμα αυτής της σύγκρουσης απαιτεί από τον Ηρόδοτο να ανα­τρέξει στις απαρχές της: «Ξέρω ὅμως ποιος πρῶτος ἀδίκησε τούς Ἕλληνες καί ἀφοῦ τόν ἀναφέρω παρακάτω, θα προχωρήσω στήν διήγησή μου...» [Α 5]. Έτσι το έργο αρχίζει με τις πρώιμες συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων της Ιωνίας και του βασιλιά των Λυδών, και συνεχίζει με την άνοδο της περσικής ισχύος και την ιστορία του Κύρου του Μεγάλου και με τις μετέπειτα κατακτήσεις των Περσών στην Αίγυπτο και τη Βόρεια Αφρική και γύρω από τη Μαύρη θάλασσα, ώσπου να καταλάβουμε ότι η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη.
 
Αλλά το κύριο αυτό θέμα αποτελεί μόνο μια όψη του έργου. Υπάρχει και μια άλλη, τουλάχιστον εξίσου σημαντική - η Ηροδότου ... ἱστορίης ἀπόδεξις (αυτή είναι στην πραγματικότητα η πρωτότυπη σημασία και η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση της λέξης ἱστορίη). Όπως ο Εκαταίος, έτσι και ο Ηρόδοτος ήταν ταξιδιώτης: στα τέσσερα πρώτα βιβλία και συχνά και αργότερα το θέμα της σύρραξης είναι δευτερεύον, ένα νήμα από το οποίο κρέμονται μια σειρά αφηγήσεων και ιστοριών που προέρχονται από διάφορες περιοχές. Αυτές ποικίλλουν από συγκεκριμένες ιστορίες για ονομαστούς άνδρες (για τον μυθικό ποιητή Αρίωνα φέρ’ ειπείν ή για το γιατρό της περσικής αυλής Δημοκήδη τον Κροτωνιάτη), περιεκτικές ιστορίες για την ακμή και την παρακμή των πόλεων (όπως η Αθήνα, η Σπάρτη, η Ναύκρατις στην Αίγυπτο), μέχρι και πλήρεις γεωγραφικές και εθνογραφικές περιγραφές πολιτισμών, η εκτενέστερη από τις οποίες (που αφορά την Αίγυπτο) καταλαμβάνει ολόκληρο το δεύτερο βιβλίο.
 
Το αποτέλεσμα υπερβαίνει κατά πολύ την απλή έκθεση των αιτίων και των γεγονότων της σύρραξης. Συνιστά συνολική εικόνα του τότε γνωστού κόσμου στην οποία η γεωγραφία, τα έθιμα, οι δοξασίες και τα μνημεία του κάθε λαού είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικά με την κατά καιρούς ασήμαντη σχέση του με τον πόλεμο. Αυτά είναι τα στοιχεία που προσδίδουν στην άπό8εξιν του Ηροδότου ιδιαίτερο βάθος και την καθιστούν και μεγάλο έργο τέχνης και πειστική ιστορία μιας σύρραξης όχι απλώς μεταξύ δύο λαών αλλά μεταξύ δύο εντελώς διαφορετικών κοινωνιών, της μεσογειακής ισονομικής πόλεως-κράτους και των ανατολίτικων δεσποτισμών της Μέσης Ανατολής. Καθιστά δε την προσέγγιση του Ηροδότου πλησιέστερη από κάθε άλλου αρχαίου ιστορικού στο ιδεώδες της Παγκόσμιας Ιστορίας.· 3
 
Το ενδιαφέρον του Ηροδότου για άλλους πολιτισμούς, που οδήγησε και στο να αποκληθεί φιλοβάρβαρος,4 οφείλεται εν μέρει στην παλαιότερη ιωνική τάση της εποχής των αποικισμών, ενισχυμένη ίσως από τις παραδόσεις της ίδιας της κοινωνίας της Αλικαρνασσού, πόλης κατά το ήμισυ ελληνικής και κατά το ήμισυ καρικής. Αλλά η στάση του αυτή διαμορφώθηκε και υπό την επίδραση του νέου ενδιαφέροντος των σοφιστών για τη σχέση μεταξύ νόμου και φύσεως. «Ἄν κανείς πρότεινε σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους νά διαλέξουν τούς καλύτερους νόμους ἀπό ὅσους ὑπάρχουν, τότε ὁ καθένας, μετά ἀπό σκέψη, θά εἶχε διαλέξει τούς δικούς του νόμους, γιατί ὅλοι νομίζουν ὅτι οἱ δικοί τους νόμοι εἶναι πολύ καλύτεροι». Ο Ηρόδοτος ενισχύει την ἀποψή του διηγούμενος την ιστορία της αντιπαράθεσης Ελλήνων και Ινδών που οργάνωσε ο βασιλιάς Δαρείος. Οι μεν Ινδοί αηδίασαν ακούγοντας ότι οι Έλληνες έκαιγαν τα σώματα των νεκρών γονέων τους, οι δε Έλληνες έφριξαν που οι Ινδοί έτρωγαν τα πτώματα των δικών τους: «Αὐτά ἔτσι εἶναι καί μοῦ φαίνεται ὅτι εἶχε δίκιο ὁ Πίνδαρος πού εἶπε ὅτι: “ἡ συνήθεια εἶναι ὁ βασιλιάς τοῦ κόσμου”»  (Γ 38.3-4).5
 
Οι δύο αυτές όψεις του έργου καθρεφτίζουν με μία έννοια τις δύο κύριες λογοτεχνικές επιδράσεις που δέχθηκε, από τον ομηρικό κόσμο του πολέμου και της σύγκρουσης, και από τον κόσμο της ειρήνης και της κατανόησης, του Εκαταίου. Καθρεφτίζουν ίσως και τη χρονολογική πορεία της ανάπτυξης του συγγράμματος. Φαίνεται πως αρχικά ο Ηρόδοτος ήταν ένας ειδικός για τους ξένους πολιτισμούς, ένας περιοδεύων σοφιστής που μιλούσε για τα θαύματα του κόσμου, και ότι αργότερα μόνον οργάνωσε τις έρευνές του γύρω από ένα ενιαίο θέμα. Παρά την εκτενή σημερινή αντιγνωμία, αυτή εξακολουθεί να φαίνεται η πιο ικανοποιητική ερμηνεία των διαφόρων ιδιομορφιών του έργου του.
 
Πώς απέκτησε ο Ηρόδοτος το υλικό του; Ένα μέρος μπορεί να προέρχεται από προγενέστερα κείμενα, αλλά ο Εκαταίος είναι ο μόνος συγγραφέας τον οποίο μνημονεύει ο Ηρόδοτος και δεν έχουν εντοπισθεί σαφή ίχνη χρήσης άλλων παλαιότερων γραπτών αφηγήσεων. Ο Ηρόδοτος μπορεί να παραθέτει ποιήματα και χρησμούς, και μερικές φορές παρέχει πληροφορίες που τελικά ανάγονται σε γραπτές πηγές ανατολικής προελεύσεως. Αλλά είναι σαφές ότι δεν θεωρούσε τις γραπτές μαρτυρίες σημαντική πηγή πληροφοριών, και μάλιστα ότι δεν γνώριζε άλλη γλώσσα εκτός από την ελληνική. Ο χαρακτηρισμός του ίδιου του Ηροδότου για τις πηγές του είναι πάντοτε ο ίδιος και είναι συνεπής με το είδος των πληροφοριών που μας δίνει. Ισχυρίζεται ότι ασκεί την πιο σύγχρονη από τις ιστορικές επιστήμες, την προφορική ιστορία, τη συλλογή και την ερμηνεία της ζωντανής προφορικής παράδοσης ενός λαού: οι πηγές του είναι «η όραση και η ακοή», τα όσα έχει δει και τα όσα του έχουν διηγηθεί, και αυτά τα δύο είναι βέβαια αλληλένδετα, καθώς τα μνημεία και τα φυσικά φαινόμενα συντηρούν και προκαλούν προφορικές εξηγήσεις. Τα ταξίδια του περιελάμβαναν την Αίγυπτο και την Κυρήνη στη Βόρεια Αφρική, την Τύρο στη Φοινίκη, τη Μεσοποταμία ως τη Βαβυλώνα, τη Μαύρη θάλασσα και την Κριμαία, και το βόρειο Αιγαίο, εκτός από τις κύριες πόλεις της Μικράς Ασίας και της Ελλάδας, και (αν και τα σχετικά ίχνη στο κείμενο των Ιστοριών του είναι λιγοστά αν όχι ανύπαρκτα) τη νότια Ιταλία όπου και τελικά εγκαταστάθη­κε.6 Φαίνεται ότι σε κάθε μέρος έψαχνε για «ανθρώπους με παραδόσεις», για ιδιαίτερες ομάδες ερμηνευτών, ιερέων ή διακεκριμένων πολιτών, και ότι κατέγραψε μία μόνον εκδοχή της προφορικής παράδοσης η οποία του ήταν προσιτή, εκδοχή η οποία μπορεί φυσικά να είναι μερικές φορές μονομερής, προκατειλημμένη, ή απλώς επιπόλαιη. Συγκρίνει διαφορετικές εκδοχές μιας ιστορίας μόνον αν προέρχονται από διαφορετικές περιοχές. Σήμερα έχουμε σαφή αίσθηση των δυσχερειών της συγγραφής προφορικής ιστορίας, κι ωστόσο για τους κύριους πολιτισμούς, όπως της Αιγύπτου και της Περσίας, όπου μπορούμε να τον ελέγξουμε, ο Ηρόδοτος αποκαλύπτεται εξαιρετικά καλά πληροφορημένος για άνθρωπο που δουλεύει με τέτοιες προφορικές πηγές.
 
Η πιο σημαντική πλευρά της καλλιτεχνικής προσωπικότητας του Ηροδότου αποκαλύπτεται στην ελληνική του ιστορία. Οι πληροφορίες του για την κυρίως Ελλάδα δείχνουν να προέρχονται από τις κυρίαρχες πολιτικές ομάδες των πόλεων. Για τη Σπάρτη δίνει την επίσημη γραμμή, για την Αθήνα μια εκδοχή που βασίζεται τουλάχιστον εν μέρει σε συγκεκριμένες αριστοκρατικές παραδόσεις. Η αφήγηση ασχολείται με γεγονότα και πολέμους, έχει χαρακτήρα ορθολογικό, χωρίς ηθικό ή θρησκευτικό χρώμα, και είναι προγραμματισμένη να αναδείξει ή να δικαιώσει τη θέση συγκεκριμένων πολιτικών ομάδων. Στους Δελφούς ήταν διαθέσιμο ένα διαφορετικό είδος παράδοσης, μια σειρά ιστοριών οι οποίες αφορούσαν τα μνημεία και τα αφιερώματα του ιερού του Απόλλωνα και τις διηγούνταν οι ιερείς του. Οι ιστορίες αυτές περιέχουν πολλά μοτίβα λαϊκών παραμυθιών και έχουν έντονο ηθικό ύφος: ο ήρωας περνά από την ευημερία στη δυστυχία, θύμα του θείου φθόνου - η ηθική διδαχή δεν είναι αριστοκρατική, αλλά ανήκει στους ιερείς ενός θεού ο ναός του οποίου έφερε τα ρητά γνῶθι σαὐτόν και μηδέν ἄγαν. Οι ίδιοι τύποι αφηγηματικής δομής κυριαρχούν στην Ιωνία: η ιστορική αφήγηση του Ηροδότου για την ιδιαίτερη πατρίδα του είναι πολύ λιγότερο «ιστορική» και πολύ λιγότερο «πολιτική» από την έκθεσή του για την κυρίως Ελλάδα. Για παράδειγμα, θεωρείται συχνά ότι έχει ιδιαιτέρως καλές πηγές για την ιστορία της Σάμου, όπου πέρασε μεγάλο μέρος της νεότητάς του, και ωστόσο η περιγραφή του τύραννου Πολυκράτη, από τον οποίο απέχει μόνο δυο γενιές, έχει ήδη μετατραπεί σε παραμύθι.
 
Αυτό το χαρακτηριστικό των ιωνικών πηγών του Ηροδότου προδίδει μάλλον μια λαϊκή, μη αριστοκρατική αφηγηματική παράδοση που συνδέεται άμεσα με το όλο επίτευγμά του. Διότι η συνολική μορφή της ιστορίας του Ηροδότου παρουσιάζει τον ίδιο ηθικό σχεδιασμό με τις ιωνικές και δελφικές ιστορίες που μας αφηγείται: η ιστορία των Μηδικών πολέμων είναι μια αφήγηση για το πώς «βλέπεις ὅτι τά ζῶα πού ὑπερέχουν ἀπό τ’ ἄλλα, ὁ θεός τά κεραυνώνει καί δέν τ ’ ἀφήνει νά φαντάζουν, ἐνῶ τά μικρά οὔτε τά πειράζει. Βλέπεις πώς πάντα ρίχνει τά βέλη του ἀπάνω στά ψηλότερα σπίτια και στά ψηλότερα δέντρα» (Η.10).7 Το μήνυμα προκύπτει μέσα από μια σειρά τεχνασμάτων τα οποία προέρχονται από την τέχνη του λαϊκού παραμυθιού: το όνειρο που προειδοποιεί, η μορφή του σοφού συμβούλου που αγνοείται, η επαναλαμβανόμενη αφηγηματική δομή. Όπως πίσω από τον Όμηρο υπάρχει μια μακριά παράδοση προφορικής ποίησης επαγγελματιών ραψωδών, έτσι πίσω από τον Ηρόδοτο υπάρχει η ιωνική παράδοση της ιστορικής αφήγησης της οποίας ο ίδιος ήταν ο τελευταίος και ο μεγαλύτερος τεχνίτης.
 
Η συλλογή λοιπόν του υλικού του Ηροδότου δεν οφειλόταν σε πνεύμα συστηματικής έρευνας ούτε και αποτελούσε προϊόν συγκυριακής περιέργειας. Διαμορφώθηκε ευθύς εξαρχής από το στοιχείο του λόγου. Ο Ηρόδοτος χρησιμοποιεί τη λέξη λόγος για να αναφερθεί στο σύνολο του έργου του, στα κύρια μέρη του (στον αιγυπτιακό ή στον λυδικό λόγον), και στις συγκεκριμένες αφηγήσεις που περιέχει: θεωρούσε ασφαλώς τον εαυτό του ως λογοποιόν8 με τον ίδιο τρόπο που θεωρούσε προϊόντα λογοποιών και τους μύθους του Εκαταίου [Β 143.1] και τους μύθους του Αισώπου [Β 134]. Ο Θουκυδίδης όντως τον αφήνει κατά μέρος ως έναν από τους λο­γογράφους,9 Η λέξη λόγος σε αυτό το πλαίσιο μπορεί συχνά να φαίνεται ότι δεν σημαίνει και τίποτε περισσότερο από την αγγλική λέξη story, αρκεί να μην ξεχνάμε ότι μια τέτοια ιστορία έχει σχήμα και σκοπό: δεν πρόκειται για μεμονωμένο γεγονός που διατηρείται χάρη του εαυτού του- μπορεί μεν να είναι αληθινή, πρέπει όμως να είναι και ενδιαφέρουσα. Το επίτευγμα του Ηροδότου ήταν η αξιοποίηση των ικανοτήτων του λογοποιοῦ για την περιγραφή των ανθρώπινων κοινωνιών σε καιρό ειρήνης και σε καιρό πολέμου.
 
Από τα στοιχεία που έχουμε για τη φιλία του με τον Σοφοκλή, ο Ηρόδοτος ήταν ήδη δραστήριος ομιλητής στα τέλη της δεκαετίας του 440. Η τελική μορφή των Ἱστοριῶν του κυκλοφόρησε λίγο πριν από το 425 π.Χ., όταν ο Αριστοφάνης διακωμώδησε την έκθεσή του για τα αίτια των Μηδικών πολέμων στους Ἀχαρνῆς. Ο Ηρόδοτος φαινόταν ήδη ξεπερασμένος, καθώς η ευρύτερη ιωνική ανταπόκριση στην αλληλεπίδραση των πολιτισμών είχε αντικατασταθεί από το στενότερο ενδιαφέρον για την ελληνική πόλη-κράτος και τα συμφέροντά της. Η ιστορία κατέστη ιστορία της πόλεως και πήρε νέες κατευθύνσεις.
 
Τοπική ιστορία και χρονογραφία
 
Η τοπική ιστορία αποτελεί κατακερματισμό της συνολικής άποψης του Ηροδότου σε συστηματική εκμετάλλευση των τοπικών παραδόσεων και κυρίως των τοπικών αρχείων. Αυτές οι τοπικές, «εθνικές» θα λέγαμε, ιστορίες ικανοποιούσαν τα ενδιαφέροντα του τοπικού κοινού για την ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας του, και συνέχισαν να γράφονται σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας όσο διατηρήθηκε η πόλις. Τώρα έχουν όλες χαθεί, αλλά την εποχή του Αυγούστου ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς περιγράφει τα γενικά χαρακτηριστικά τους:
 
αυτοί [οι συγγραφείς] διάλεξαν τα θέματά τους με παρόμοιο σκεπτικό και δεν διέφεραν πολύ ως προς την ικανότητά τους. Άλλοι έγραψαν ελληνικές ιστορίες και άλλοι βαρβαρικές χωρίς να τις συνδέουν μεταξύ τους αλλά διαιρώντας τες κατά φυλές και πόλεις και δημοσιεύοντάς τες ανεξάρτητα. Είχαν όλοι έναν και τον αυτό σκοπό, να καταστήσουν κοινώς γνωστές τις παραδόσεις του παρελθόντος όπως τις βρήκαν διατηρημένες σε τοπικά μνημεία και θρησκευτικά και κοσμικά αρχεία στα διάφορα φυλετικά και αστικά κέντρα, δίχως να προβούν σε προσθαφαιρέσεις.
 
[οὗτοι προαιρέσει τέ ὅμοια ἐχρήσαντο περί τήν ἐκλογήν τῶν ὑποθέσεων καί δυνάμεις οὐ πολύ τι διχφεροῦσας ἔσχον ἀλλήλων, οἱ μέν τάς ἑλληνικάς ἀναγράφοντες ἱστορίας, οἱ δέ τάς βαρβαρικάς, [καί] αὐτάς τε ταύτας οὐ συνάπτοντες ἀλλήλαις, ἀλλά κάτ’ ἔθνη καί κατά πόλεις διαιροῦντες καί χωρίς ἀλλήλων ἐκφέροντες, ἕνα καί τόν αὐτόν φυλάττοντες σκοπόν, ὅσαι διεσώζοντο παρά τοῖς ἐπιχωρίοις μνῆμαι κατά ἔθνη τέ καί κατά πόλεις, εἰ τ’ ἐν ἱεροῖς εἰ τ’ ἐν βεβήλοις ἀποκείμεναι γραφαί, ταύτας εἰς τήν κοινήν ἁπάντων γνῶσιν ἐξενεγκεῖν, οἵας παρέλαβον, μήτε προστιθέντες αὐταῖς τι μήτε ἀφαιροῦντες·]
(Περί Θουκυδίδου 5)
 
Αυτή η τάση έθεσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το γραπτό αρχείο δίπλα στην προφορική παράδοση ως ιστορική πηγή. Δύο από τους πρώιμους εκπροσώπους της θα δείξουν ανάγλυφα το χαρακτήρα της. Περί τα τέλη του πέμπτου αιώνα, ο Ιππίας ο Ηλείος, περιοδεύων σοφιστής και ομιλητής κατά περίσταση για το παρελθόν των πόλεων, συνέταξε τον πρώτο κατάλογο των νικητών των Ολυμπιακών αγώνων, πράγμα που επέτρεψε τη χρονολόγηση του παρελθόντος βάσει ενός κύκλου τεσσάρων ετών ώς το 776 π.Χ. Αυτό το γεγονός αποτέλεσε τη βάση του υπολογισμού του χρόνου για τους Έλληνες, ακριβώς όπως οι Ρωμαίοι μετρούσαν από την ίδρυση της Ρώμης, οι πρώτοι χριστιανοί από τη γέννηση του Αβραάμ και εμείς από τη γέννηση του Χριστού. Η χρονολόγηση, ο ακριβής χρονικός προσδιορισμός της ημερομηνίας των γεγονότων και η τοποθέτησή τους σε χρονική σειρά αποτελούν τη στοιχειώδη γραμματική της ιστορίας: ο Ιππίας ξεκίνησε μια παράδοση η οποία συνεχίσθηκε κατά τη διάρκεια της Ελληνιστικής περιόδου, για να προκύψουν στην ύστερη αρχαιότητα οι σωζόμενοι χρονολογικοί πίνακες της ιεράς και εθνικής ιστορίας που συνέταξαν οι χριστιανοί συγγραφείς Ευσέβιος ο Παμφίλου και Άγιος Ιερώνυμος.
 
Το τελευταίο τρίτο του πέμπτου αιώνα ο Ελλάνικος ο Λέσβιος συνέταξε και αυτός μια ολόκληρη σειρά από τοπικές ιστορίες και χρονογραφίες (τουλάχιστον είκοσι οκτώ), στηριζόμενες τουλάχιστον εν μέρει σε έρευνα αρχείων. Μεταξύ αυτών ήταν η πρώτη ιστορία των Αθηνών. Και η ανακάλυψη στην Αίγυπτο ενός παπύρου με το χαμένο έργο του Αριστοτέλη ’Αθηναίων πολιτεία μας δίνει τη δυνατότητα να αναπαραστήσουμε την ιστορία μιας πόλεως με αρκετή λεπτομέρεια. Η Ἀτθίς (η ιστορία των Αθηνών) άρχισε με τον Ελλάνικο, έναν μη Αθηναίο κινούμενο στο πλαίσιο μιας ευρύτερης παράδοσης: οι μετέπειτα συγγραφείς ήταν κυρίως Αθηναίοι, συχνά από οικογένειες ιερέων (όπως ο Κλείδημος), πολιτικών (όπως ο Ανδροτίων, ο συγγραφέας στον οποίο κατά μεγάλο μέρος στηρίχθηκε ο Αριστοτέλης) ή και τα δύο (όπως ο Φιλόχωρος). Τα έργα τους τα χαρακτήριζαν από την αρχή το έντονο ενδιαφέρον για τους τοπικούς μύθους και η γνώση μιας σταθερής χρονολόγησης: τα γεγονότα ταξινομούνταν (κάπως αυθαίρετα ίσως) σύμφωνα με τον αθηναϊκό κατάλογο των ενιαύσιων αρχόντων. Έχουν βρεθεί μάλιστα αποσπάσματα ενός τέτοιου καταλόγου χαραγμένου σε μάρμαρο και χρονολογημένου στη δεκαετία του 420 π.Χ. στην αθηναϊκή αγορά'. είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο δημόσιος αυτός κατάλογος συνιστά τεκμήριο του κρατικού ενδιαφέροντος για τις ανακαλύψεις του Ελλάνικου, οι οποίες έδωσαν στους Αθηναίους το ερέθισμα να βάλουν τάξη στα αρχεία τους. Πρόκειται για καλό παράδειγμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ εθνικής υπερηφάνειας και ιστοριογραφίας- δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι μια τέτοια παράδοση κυριαρχείται από τα συμφέροντα της πόλεως, τις τοπικές λατρείες και την πολιτική ζωή της.
     
Θουκυδίδης
 
Και ο Θουκυδίδης αποτελεί προϊόν του κόσμου της ανεπτυγμένης πόλεως- κράτους. Ανήκει χονδρικά στην ίδια γενιά με τους πρώτους τοπικούς ιστορικούς, προβάλλει όμως τον εαυτό του ως συνειδητό ανταγωνιστή του Ηροδότου με την πρώτη του πρόταση:
 
Θουκυδίδης, ὁ Ἀθηναῖος, ἔγραψε τήν ἱστορίαν τοῦ πολέμου μεταξύ τῶν Πελοποννησίων καί τῶν Ἀθηναίων. Τήν συγγραφήν αὐτοῦ ἤρχισεν εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ἐκ τῆς ἐκρήξεώς του, διότι προεῖδεν ὅτι θ’ ἀπέβαινε μεγάλος καί περισσότερον ἀξιομνημόνευτος ἀπό κάθε προηγούμενον πόλεμον, καί ἐσυμπέραινε τοῦτο ἀπό τό γενονός ὅτι ἀμφότερα τά Κράτη κατήρχοντο εἰς αὐτόν, ἐνῶ εὑρίσκοντο εἰς τήν ἀκμήν ταῆς παντός εἴδους στρατιωτικῆς δυνάμεώς των, καί ὅτι ἔβλεπε τούς λοιπούς Ἕλληνας, εἴτε τασσομένους ἀμέσως, εἴτε διανοουμένους τουλάχιστον νά ταχθοῦν πρός τό ἕν ἤ τό ἄλλο μέρος.
 
Τα κύρια θέματα ξεπροβάλλουν αμέσως: ο φανερός ανταγωνισμός με τον Ηρόδοτο στην περιγραφή ενός μεγάλου πολέμου, ο ισχυρισμός για σύγχρονη με τα γεγονότα καταγραφή, η έμφαση στην τεκμηρίωση των απόψεών του, ο ενσυνείδητος ισχυρισμός του ότι είναι συγγραφέας και όχι θιασώτης μιας προφορικής παράδοσης - και όλα διατυπωμένα με λόγο ασυνήθιστα πυκνό και εκλεπτυσμένο. Ο πόλεμος που περιγράφει ο Θουκυδίδης είναι ο λεγό­μενος10 Μεγάλος Πελοποννησιακός πόλεμος μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης, ο οποίος διήρκεσε μια ολόκληρη γενιά από το 431 ως το 404 π.Χ., με μια μόνο μικρή ανάπαυλα επίσημης αλλά τελικά ασυνεχούς ειρήνης, από το 421 ώς το 416, και έληξε με την ήττα της Αθήνας και την κατάρρευση της ηγεμονίας της. Ο Θουκυδίδης δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο του: το όγδοο βιβλίο σταματά απότομα στη μέση της τελευταίας πρότασής του το 411. Και ενώ το έκτο και το έβδομο βιβλίο για την αθηναϊκή εκστρατεία στη Σικελία δείχνουν ολοκληρωμένο έργο τέχνης, το πέμπτο και το όγδοο βιβλίο είναι εμφανώς ημιτελή. Οι δραστηριότητες του ίδιου του Θουκυδίδη κατά τη διάρκεια του πολέμου περιγράφονται με τον καλύτερο τρόπο από τον ίδιο:
 
Ἐπέζησα τοῦ πολέμου, καί καθ’ ὅλην τήν διάρκειαν αὐτοῦ ἤμην, λόγῳ ἡλικίας, ὥριμος τήν κρίσιν, καταβάλλων πάσαν προσπάθειαν ὅπως ἐξακριβώνω τήν ἀλήθειαν. Μοῦ συνέβη νά μείνω ἐξόριστος ἐκ τῆς πατρίδος μου ἐπί εἴκοσι ἔτη μετά τήν ὑπό τήν ἀρχηγίαν μου ἐκστρατείαν πρός σωτηρίαν τῆς Ἀμφιπόλεως, καί γνωρίζων τά πράγματα ἐξ ἀμφότερων τῶν μερῶν, ἰδίως δέ τά τῶν Πελοποννησίων, ἕνεκα τῆς ἐξορίας μου, κατώρθωσα νά παρακολουθήσω ἡσύχως καί ἀντιληφθῶ καλλίτερον τήν πορείαν τῶν γεγονότων.
(Ε 26.5)
 
Ο Θουκυδίδης είναι ο κατεξοχήν ιστορικός των ιστορικών: μανιώδης με τη μεθοδολογία. Αναλαμβάνει να αποδείξει το μέγεθος του πολέμου με μια εκτενή παρέκβαση για την παλαιότερη ιστορία, παρέκβαση σχεδιασμένη με σκοπό να δείξει πόσο ασήμαντοι υπήρξαν οι παλαιότεροι πόλεμοι συγκρινόμενοι με αυτόν, και πόσο αδύναμες οικονομικά οι προηγούμενες γενιές, ενώ ταυτόχρονα προβαίνει σε καταλυτική κριτική της ποιότητας του υλικού που χρησιμοποιεί ο Ηρόδοτος. Οροθετεί με ακρίβεια την έναρξη και το πέρας του πολέμου, και υποστηρίζει με σοβαρότητα ότι η κατ’ όνομα περίοδος της ειρήνης ήταν στην πραγματικότητα τμήμα ενός ενιαίου πολέμου. Όπως και οι σύγχρονοί του ενδιαφέρεται ζωηρά για τη χρονολόγηση αλλά απορρίπτει τους καταλόγους των ἀρχόντων ως ακατάλληλους για στρατιωτική ιστορία- αντιθέτως χρονολογεί σύμφωνα με τις περιόδους των πολεμικών επιχειρήσεων, κατά θέρος και χειμώνα [Β 1], Επικρίνει σφοδρά την απροσεξία των άλλων συγγραφέων για την πιστοποίηση των γεγονότων, και δηλώνει ότι δεν αρκέσθηκε στην περιγραφή ενός μόνον αυτόπτη μάρτυρα, αλλά κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες να αντιπαραβάλει τις διαφορετικές συχνά απόψεις των διαφόρων μερών και να επιλέξει μεταξύ τους. Ακόμη και για τις περίφημες δημηγορίες του υποστηρίζει σε ένα ξακουστό αλλά και προβληματικό χωρίο ότι «ἔγραψα ὅπως ἐνόμισα, ὅτι ἕκαστος τῶν ρητόρων ἠδύνατο νά ὁμιλήση προσφορώτερον πρός τήν ἑκάστοτε περίστασιν, προσηλούμενος συγχρόνως ὅσον τό δυνατόν περισσότερον εἰς τήν γενικήν ἔννοιαν τῶν πραγματικῶς λεχθέντων»  [Α 22.1]. Αναγνωρίζει ότι αυτές οι αρχές θα μειώσουν τη λογοτεχνική σαγήνη του έργου του: δεν πειράζει όμως γιατί ο σκοπός του είναι επιστημονικός, επιζητεί να αποτελέσει «θησαυρόν παντοτεινόν καί ὄχι... ἔργον προωρισμένον νά ὑποβληθῆ εἰς διαγωνισμόν καί ν ’ ἀναγνωσθῆ εἰς ἐπήκοον τῶν πολλῶν, διά νά λησμονηθῆ μετ’ ὀλίγον» - κτῆμά τε ἐς αἰεί μᾶλλον ἤ ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται  (Α 22.4). Εδώ βλέπουμε τον πρώτο κριτικό ιστορικό, τον ιδρυτή της δικής μας δυτικής ιστορικής παράδοσης. Και αυτό είναι κάπως παράξενο, διότι βέβαια ο Θουκυδίδης δεν είναι ιστορικός με τη σημερινή έννοια του όρου: ισχυρίζεται ότι είναι αδύνατον να γράψει κανείς με ακρίβεια για το παρελθόν οι μεθοδολογικές απαιτήσεις του και τα κρι­τήριά του ισχύουν μόνο για το εκάστοτε παρόν. Ο Θουκυδίδης είναι κοινωνικός επιστήμονας, μελετητής του κόσμου της εποχής του, όχι ιστορικός. Μόλις τον δέκατο ένατο αιώνα η ανακάλυψη των αρχείων και η εφεύρεση των τεχνικών της κριτικής των πηγών επέτρεψε στους ιστορικούς του παρελθόντος να πιστέψουν ότι μπορούσαν να ανταποκριθούν στα υψηλά κριτήρια που έθεσε ο Θουκυδίδης. Και μόνο στον αιώνα μας άρχισαν τελικά αυτά τα κριτήρια να εφαρμόζονται στη σπουδή της ελληνικής ιστορίας, με την έκδοση των αποσπασμάτων των απολεσθέντων Ελλήνων ιστορικών από τον F. Jacoby.
 
Ένα καλό παράδειγμα της υπεροχής του Θουκυδίδη σε σύγκριση με τον Ηρόδοτο αποτελεί η έκθεση των αιτίων του Μεγάλου Πελοποννησιακού πολέμου. Οι σύγχρονοί του έβρισκαν γελοία την επιπόλαιη μυθολογία του Ηροδότου για αρπαγές και κόντρα αρπαγές από την Ηώ ώς την Ελένη της Τροίας, χωρίς να αντιλαμβάνονται το πρόβλημα: μια σύγκρουση πολιτισμών οδηγεί τελικά σε πόλεμο του οποίου τα αίτια είναι αδύνατον να απομονωθούν, διότι αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της φύσεως των εν λόγω κοινωνιών. Στην περίπτωση όμως των ελληνικών πόλεων-κρατών οι κανόνες των διεθνών σχέσεων ήταν σαφείς: μια επιθετική ενέργεια ή η άρνηση ενός δίκαιου αιτήματος συνιστούσαν αιτίες πολέμου καθαρά πολιτικής φύσεως. Η οξυδέρκεια του Θουκυδίδη έγκειται στο ότι δεν παραμένει σε αυτό το επίπεδο των αντιτιθέμενων ισχυρισμών. Αντιθέτως, περιγράφει με λεπτομέρεια δύο συγκεκριμένα περιστατικά που αποτελούσαν κατά γενική ομολογία τις κυριότερες προκλήσεις οι οποίες οδήγησαν στον πόλεμο, και κατόπιν την μέν γάρ ἀληθεστάτην πρόφασιν, ἀφανεστάτην δέ λόγῳ («Ἡ άληθεστάτη, πραγματικώς, ἀλλ’ ἀνομολόγητος αἰτία»). Πρόκειται για δύο στρατιωτικές επιχειρήσεις που αφορούσαν σύγκρουση συμφερόντων και στρατιωτικών δυνάμεων μεταξύ των Αθηνών και της μεγάλης συμμάχου της Σπάρτης, της Κορίνθου. Η φύση της αληθέστατης προφάσεως δεν είναι και τόσο εύκολο να καθορισθεί, και μάλιστα παρουσιάζεται ως προσωπική εκτίμηση («ἡγοῦμαι») του Θουκυδίδη - «ή αὐξανόμενη δύναμις ταῶν Ἀ­θηνῳν, ἡ ὁποία ἐπτόησε τούς Λακεδαιμονίους καί τούς ἐξώθησεν εἰς πό­λεμον» (Α 23.6). Πρόκειται για δήλωση που ανήκει στην κοινωνική ψυχολογία ή για ισχυρισμό ότι κάτι ήταν αναπόφευκτο; Πόσο αφανέστατη λόγω ήταν πράγματι; Και πού ακριβώς αποδίδει τελικά την ευθύνη για τον πόλεμο; Οι συζητήσεις είναι ατέρμονες. Εδώ χρειάζεται μόνο να σημειώσουμε τη λεπτότητα μιας άποψης που υπερβαίνει τα όρια της διπλωματίας και προϋποθέτει δύο είδη παραγόντων, και μάλιστα σε δύο επίπεδα αιτιότητας. Αυτή ακριβώς η εγκατάλειψη του οφθαλμοφανούς και της ιδέας του μοναδικού αιτίου ή είδους αιτίου αποτελεί το αποφασιστικό βήμα για να κατανοήσουμε την έννοια της αιτιότητας στη σφαίρα των ανθρώπινων υποθέσεων.
 
Από πού έμαθε τη μέθοδό του ο Θουκυδίδης; Ούτε θεωρία περί πολιτικής και κοινωνίας είχε αναπτυχθεί ούτε βρίσκουμε σκέψη ανάλογου βάθους σε κάποιο σοφιστή της εποχής. Είναι βέβαια γεγονός ότι οι ιατρικοί συγγραφείς διέθεταν αντίληψη, και περί της υποκείμενης προδιάθεσης για μια ασθένεια και περί της ενεργού αιτίας της, παρόμοια με αυτή του Θουκυδίδη, και ότι η επιστήμη που είχαν αναπτύξει συνδύαζε τη θεωρία με μια πρακτική διαίσθηση ανάλογη με τη δική του. Αρκεί ωστόσο να διαβάσουμε την περιγραφή του Θουκυδίδη για τον μεγάλο λιμό της Αθήνας [Β 49-50], για να διαπιστώσουμε την ανωτερότητά του ακόμη και στην περιγραφή του ιατρικού αυτού φαινομένου: κανένας σύγχρονός του ιατρικός συγγραφέας δεν παρέχει τόσο σαφή περιγραφή των δύο θεμελιωδών ιατρικών εννοιών που έχει ο Θουκυδίδης για τη νόσο: της μετάδοσης και της ανοσίας. Τελικά μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι η όλη αντίληψη του Θουκυδίδη περί κοινωνικής και ιστορικής μεθόδου αποτελεί δικό του, προσωπικό δημιούργημα. Το πρόβλημα με τον Θουκυδίδη είναι στην πραγματικότητα η μοναδικότητά του.
 
Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τη μελέτη του λογοτεχνικού ύφους του Θουκυδίδη, ύφος το οποίο προέρχεται από τις αντιτιθέμενες προτάσεις των σοφιστικών ρητόρων της εποχής. Αλλά στο κείμενο του Θουκυδίδη αυτές έχουν παραμορφωθεί έτσι ώστε να παρουσιάζουν μια διαδοχή διακεκομμένων αντίθετων και αταίριαστων ζευγών, όπου καμιά λέξη δεν είναι η προφανής λέξη και κάθε φράση είναι απροσδόκητη. Το τέχνασμά του είναι ότι το απλό γίνεται βασανιστικό, το σύνθετο ακατανόητο. Η αρετή του δεν βρίσκεται στην ακρίβειά του (γιατί πρόκειται για φαινομενική ακρίβεια) αλλά στον τρόπο με τον οποίο πιέζει τον αναγνώστη - ακόμη και τον σύγχρονό του Έλληνα αναγνώστη - να σκεφθεί την ακριβή σημασία και τη θέση της κάθε λέξης. Ποτέ κανένας άλλος Έλληνας δεν έγραψε, ούτε σκέφθηκε, όπως ο Θουκυδίδης.
 
Το αποτέλεσμα, φυσικά, είναι ότι ο Θουκυδίδης έχει τα όριά του. Η σιωπή του στρατηγού Θουκυδίδη είναι αδιαπέραστη για μας: δεν έχουμε τρόπο να μάθουμε ούτε γιατί δεν αναφέρει αυτά που δεν αναφέρει ούτε πόσα δεν αναφέρει. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε στη συγγραφή ιστορίας βασιζόμενοι σε αυτόν, αλλά μόνο να δεχόμαστε ή να απορρίπτουμε τα συμπεράσματά του. Αυτό δεν θα είχε σημασία αν ο Θουκυδίδης ήταν τόσο τέλειος ως ιστορικός όσο πίστευαν μερικοί. Αλλά έχουμε λόγους να υποψιαζόμαστε ότι μερικές φορές τον επηρέαζε η προσωπική του προκατάληψη: η εικόνα του Περικλή είναι ασφαλώς υπέρ το δέον θετική, ενώ από την εικόνα του Κλέωνα λείπουν αρκετά και ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία. Άλλωστε, τι αντιπροσωπεύουν τελικά οι δημηγορίες του, αν κανείς δεν μιλούσε ποτέ κατ’ αυτόν τον τρόπο, και εφόσον ο λόγος και η σκέψη συνδέονται τόσο άμεσα; Και τι σημαίνουν αυτά για τις περιγραφές της λήψης των αποφάσεων; Επιπλέον η ίδια η δύναμη της περιγραφής του Θουκυδίδη τονίζει τελικά το σκοτάδι που βασιλεύει γύρω της: ο ρόλος της Περσίας αγνοείται συστηματικά - ο πόλεμος είναι πόλεμος αποκλειστικά μεταξύ των ελληνικών πόλεων. Θα αντιμετώπιζε άραγε ο Θουκυδίδης σε κάποιο σημείο του έργου του το γεγονός ότι τελικά ο περσικός χρυσός ήταν εκείνος που νίκησε τους Αθηναίους;
 
Πολλοί από αυτούς τους περιορισμούς αντανακλούν τους στόχους του έργου του Θουκυδίδη: «Θά μοῦ εἶναι ὅμως ἀρκετόν, ἐάν τό ἔργον μου κρίνουν ὤφέλιμον ὅσοι θελήσουν νά ἔχουν ἀκριβῆ ἀντίληψιν ταῶν γεγονότων, ὅσα ἔχουν ἤδη λάβει χώραν, καί ἐκείνων τά ὁποῖα κατά τήν ἀνθρωπίνην φύσιν μέλλουν νά συμβοῦν περίπου ὅμοια» (Α 22.6). Στο σημείο αυτό δεν προβάλλεται κάποια χονδροειδής θεωρία περί ανακυκλήσεως αλλά απλώς η χρησιμότητα της σπουδής της ανθρώπινης κοινωνίας εν δράσει. Αλλά για τι είδους κοινωνία πρόκειται; Προφανώς όχι για την περσική αλλά εξίσου ίσως όχι και για την ελληνική - πρόκειται μάλλον για την κάθε συνειδητοποιημένη πολιτική κοινωνία στην οποία οι αποφάσεις λαμβάνονται με λογική και ανοιχτή συζήτηση, σε αρμονία με τις αρχές του ορθού λόγου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι πολιτικοί επιστήμονες από τον Machiavelli και εξής θεώρησαν ότι ο Θουκυδίδης ενσαρκώνει το ιδεώδες του ιστορικού: ο Thomas Hobbes τον αποκάλεσε «τον πλέον πολιτικό ιστοριογράφο που έγραψε ποτέ»11.
 
Η επίδραση των σοφιστών στην πολιτική θεωρία του Θουκυδίδη είναι προφανής. Ο Θουκυδίδης φαίνεται να αποδέχεται ότι στην ανθρώπινη κοινωνία ισχύει ως γενικός κανόνας το του κρείττονος συμφέρον - ότι οι κοινωνίες λειτουργούν πράγματι βάσει ιδίων συμφερόντων και ότι τα κράτη ενεργούν κατά το ίδιον συμφέρον: σπάνια στο έργο του απευθύνεται έκκληση προς το συναίσθημα, και όποτε εμφανίζεται είναι πάντοτε ατελέσφορη. Η Αθήνα διατηρεί την ηγεμονία της ώς τυραννίδα «τῆς ὁποίας ἠμπορεῖ μέν νά φαίνεται ἄδικος ἡ ἀπόκτησις, ἀλλ’ ἡ ἀπό ταῆς ὁποίας παραίτησις εἶναι ἐπικίνδυνος» (δημηγορία Περικλέους, Β 63.2). Η φιλοσοφική έκφραση των απόψεων αυτών παρουσιάζεται με ενάργεια από το σοφιστή Θρασύμαχο στο πρώτο βιβλίο της πλατωνικής Πολιτείας [338cl κε.12]. Όσον αφορά λοιπόν την κοινωνική ηθική, δεν υπάρχει ποτέ δίκιο και άδικο: άπαξ και είναι δεδομένος ο φόβος της Σπάρτης για την Αθήνα, είναι προφανές ότι ο πόλεμος είναι κατά φύσιν. Γνωρίζουμε ότι αυτή η άποψη για την κοινωνία δεν ήταν καθολικώς αποδεκτή τον πέμπτο αιώνα και κατά πάσα πιθανότητα δεν ήταν καν η άποψη της πλειονότητας. Ασφαλώς όμως είχε μεγάλη απήχηση, και ο Θουκυδίδης δεν μπορεί να κατηγορηθεί ούτε για πλήρη απώλεια επαφής με την πραγματικότητα13 ούτε για πλήρη παραποίηση της υφής των πολιτικών συζητήσεων. Το ότι δεν παρέχει πλήρη εικόνα του τρόπου λήψεως των αποφάσεων, καθίσταται ήδη σαφές από το γεγονός ότι οι δημηγορίες του παρουσιάζονται ως ζεύγη αντιθέτων και όχι ως μέρη ευρύτερων συζητήσεων. Οι περισσότερες από τις δημηγορίες αποτελούν στην πραγματικότητα μέσο για τη διερεύνηση των συνεπειών της θουκυδίδειας άποψης περί πολιτικής και όχι πιστή απόδοση των όσων όντως ελέχθησαν. Στις δύο περιπτώσεις που ο Θουκυδίδης προβαίνει αυτοπροσώπως σε εκτενή πολιτική ανάλυση, το αποτέλεσμα είναι λιγότερο ικανοποιητικό: η έκθεση της αλλαγής της πολιτικής ηγεσίας στην Αθήνα μετά το θάνατο του Περικλή (Β 65) και η συζήτηση της φύσης των πολιτικών επαναστάσεων κατά τη διάρκεια του πολέμου με παράδειγμα την περίπτωση της Κέρκυρας (Β 82-84) συνιστούν δύο ατελέσφορες προσπάθειες επιβολής μιας γραμμικής αντίληψης σε σύνθετα φαινόμενα.
 
Μολονότι δέχεται μια τέτοια κοινωνική θεώρηση, ο Θουκυδίδης ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τις συνέπειές της, και ειδικότερα για τα ηθικά προβλήματα που ανακύπτουν το ενδιαφέρον του φαίνεται ιδιαίτερα ζωηρό για τις επιπτώσεις αυτών των θεωριών στην εσωτερική πολιτική. Ο περίφημος Περικλεούς επιτάφιος για τους νεκρούς της Αθήνας [Β 35-46] αναπαριστά μια κοινωνία χωρίς συγκρούσεις και εντάσεις, ενωμένη στην επιδίωξη ενός ιδανικού, σε αντίθεση με την παθολογική κατάσταση μιας πόλεως όπως η Κέρκυρα η οποία μαστίζεται από εμφύλιες έριδες. Εν γένει, ο Θουκυδίδης τονίζει τις περιπτώσεις που παρουσιάζουν τέτοια προβλήματα στην οξύτερη μορφή τους. Στο τρίτο βιβλίο, για παράδειγμα, έχουμε τρία μείζονα θέματα, το πώς πρέπει να τιμωρήσει η Αθήνα τους Μυτιληναίους για την αποστασία τους [Γ 36-50], το πώς πρέπει να φερθεί η Σπάρτη στους αιχμάλωτους Πλαταιείς [Γ 52-68] και την εξιστόρηση στάσεως στην Κέρκυρα [Γ 70-85], Στην πρώτη περίπτωση, η νέα ηθική της ηγεμονίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι περισσότερο πρόσφορο να διοικεί κανείς με την ευγένεια παρά με τον τρόμο. Στη δεύτερη, οι εκπρόσωποι της παλιάς ηθικής απορρίπτουν την έκκληση στα συναισθήματα και καταστρέφουν την ιερή πόλη των Μηδικών πολέμων: αποφασίζουν να απελευθερώσουν τους Έλληνες διά του τρόμου. Στην τρίτη, ο Θουκυδίδης διερευνά την κατάρρευση της κοινωνικής τάξης και συνοχής όταν η κοινωνία διέπεται πλήρως από τη νέα ηθική και η μόνη παραφροσύνη είναι η μετριοπάθεια.
 
Το τρίτο βιβλίο αποτελεί το επίκεντρο της αρχικής αφήγησης του Θουκυδίδη, η οποία καλύπτει την πρώτη περίοδο του πολέμου και τελειώνει στο Ε 24. Ήδη ο Θουκυδίδης φαίνεται να αμφιταλαντεύεται για την αξία του κόσμου τον οποίο απεικονίζει ως πραγματικό. Στο δεύτερο μισό του έργου του αυτή η δυσκολία, αυτή η αίσθηση του «αντι-Θουκυδίδη στον Θουκυδίδη» εντείνεται. Η αιτία βρίσκεται στη λογική των γεγονότων: αν οι νόμοι της πολιτικής τους οποίους έχει αποδεχθεί ο Θουκυδίδης είναι και νόμοι της φύσης, τότε ο απόλυτος τρόμος τους θα γίνει τελικά απτός με τη μεγαλύτερη τραγωδία απ’ όλες, με την καταστροφή της ίδιας της πόλης του Θουκυδίδη, της Αθήνας, πτώση η οποία συνιστά την τελική δικαίωση της απαισιόδοξης στάσης του ιστορικού για την ανθρώπινη φύση. Υπάρχουν έντονες ενδείξεις ότι ο Θουκυδίδης άρχισε να οργανώνει το δεύτερο ήμισυ της ιστορίας του με τη μορφή τραγωδίας. Στο πέμπτο βιβλίο οι Αθηναίοι στρέφονται χωρίς λόγο εναντίον της Μήλου, και οι Μήλιοι αμφισβητούν την ηθικότητα αυτής της ενέργειας σε ένα χωρίο που έχει τη μορφή διαλόγου: οι Αθηναίοι απαντούν με την αλαζονεία μιας τυρρανικής πόλης [Ε 85-112]. Η περικοπή αυτή είναι βαθιά επηρεασμένη από τις λογοτεχνικές μορφές της αρχαίας τραγωδίας και συμπεριλαμβάνει επίσης εκείνη την υπερήφανη στά­ση από αθηναϊκής πλευράς η οποία θα οδηγήσει στη συμφορά κατά τη μεγάλη σικελική εκστρατεία που περιγράφεται στο έκτο και το έβδομο βιβλίο. Η ίδια η εξιστόρηση αυτής της εκστρατείας γίνεται με πάθος και τέχνη που δείχνουν την πεποίθηση του Θουκυδίδη ότι πρόκειται για την κρίσιμη καμπή του πολέμου: η δική του συμμετοχή στην αφήγηση αποβαίνει ιδιαίτερα εντυπωσιακή ακριβώς επειδή είναι συγκαλυμμένη. Δεν γνωρίζουμε πώς θα ολοκλήρωνε την ιστορία του ο Θουκυδίδης. Και μάλιστα, δεν γνωρίζουμε πώς θα εξηγούσε το γιατί η Σπάρτη δεν κατέστρεψε ολοσχερώς την Αθήνα, όπως ασφαλώς θα έπρεπε να κάνει σύμφωνα με τη θεωρία του: το πρόβλημα για τον ιστορικό είναι ότι η ιστορία δεν μπορεί να αποτελέσει καλλιτεχνική ενότητα, πάντοτε διαψεύδεται από τα γεγονότα. Η ιστορία του Θουκυδίδη αναδεικνύει τόσο την εξέλιξη των ηθικών αντιλήψεων ενός συγγραφέα ο οποίος βιώνει τα γεγονότα της εποχής του όσο και το αδύνατον της επιστημονικής ιστορίας.
 
Η άποψη του Θουκυδίδη για την ιστορία ήταν κυρίαρχη στην αρχαιότητα, όπως και σήμερα. Κάθε κοινωνία έχει την ιστορία που της αξίζει. Ο μακιαβελισμός και η Realpolitik εξακολουθούν να φαίνονται ως η μόνη λογική αντίδραση στην πολιτική, ακόμη και όταν αυτή οδηγεί στην αυτοκαταστροφή. Αυτό είναι φυσικό άπαξ και η θουκυδίδεια αντίληψη της ιστορίας ως σφαίρας της πολιτικής και του πολέμου γίνεται αποδεκτή. Το δίδαγμα βρίσκεται ήδη στον ίδιο τον Θουκυδίδη: μια κοινωνία που ζει αποκλειστικά με τέτοια κριτήρια αναπόφευκτα θα αυτοκαταστραφεί.
      
Ξενοφών
 
Η ιστορία συνεχίζεται και το ίδιο ισχύει και για τους ιστορικούς: αυτό ήταν το πρόβλημα του τέταρτου αιώνα. Το γεγονός ότι το έργο του Θουκυδίδη παρέμεινε ανολοκλήρωτο, έκανε τα πράγματα πιο εύκολα στην αρχή, όπως δείχνουν οι περιπτώσεις των συνεχιστών του: μπορούσε κανείς να αρχίσει απλώς με τη φράση «Λίγες μέρες έπειτα», προσπαθώντας τουλάχιστον να φθάσει στο ίδιο επίπεδο λελογισμένης σαφήνειας. Ο ιστορικός της Οξυρύγχου το κατορθώνει αυτό, σχεδόν και ο Ξενοφών στα δύο πρώτα βιβλία των 'Ελληνικών του, τα οποία συνεχίζουν την εξιστόρηση του Μεγάλου Πελοποννησιακού πολέμου μέχρι και το τέλος του το 404 π.Χ. Αλλά όταν αργότερα αποφάσισε να συνεχίσει την αφήγησή του μέχρι τη μάχη της Μαντινείας το 362, καλύπτοντας τις περιόδους της σπαρτιατικής ηγεμονίας, της κατάρρευσής της και της βραχύβιας ηγεμονίας των Θηβών, ο Ξενοφών μας έδωσε μια περιγραφή τόσο απρόσεκτη, τόσο μονόπλευρη και τόσο προκατειλημμένη που δεν θα την έπαιρνε κανείς στα σοβαρά αν δεν επρόκειτο για τη μόνη σωζόμενη έκθεση αυτών των γεγονότων από πρώτο χέρι: ακόμη και η επισήμανση ότι πρόκειται κατ ’ ουσίαν για απομνημονεύματα και όχι για ιστορία, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ένα έργο του οποίου οι παραλείψεις είναι πιο ενδιαφέρουσες από τα περιεχόμενά του. Το θλιβερό είναι ότι ενώ ο Ξενοφών πληρούσε το θουκυδίδειο κριτήριο του αυτόπτη μάρτυρα και μετόχου σε αυτά τα γεγονότα, ωστόσο έχασε εντελώς το τραγικό θέμα της αποτυχίας του σπαρτιατικού τρόπου ζωής για τον οποίο είχε όλες τις προϋποθέσεις να μιλήσει. Παρ ’ όλα αυτά το δροσερό και απέριττο ύφος του Ξενοφώντα, η απλοϊκή άποψή του για την αρετή και την κακία, και ο δίχως όρια θαυμασμός του για τη Σπάρτη, αποτελούν μια ευχάριστη αλλαγή από τις ταλαιπωρίες της μελέτης του προκατόχου του.
 
Το ύφος και το ηθικό περιεχόμενο, που προσφέρεται για παιδιά σχολικής ηλικίας, έκαναν τον Ξενοφώντα δημοφιλή σε ολόκληρη την αρχαιότητα και εξασφάλισαν τη διάσωση όλων των έργων του. Πολλά από αυτά βρίσκονται στις παρυφές της ιστορίας. Η Κόρου άνχβασις αποτελεί περιπετειώδη αφήγηση για εφήβους, για το πέρασμα δέκα χιλιάδων Ελλήνων μισθοφόρων μέσα από την καρδιά της Περσικής αυτοκρατορίας, όπως την εξιστορεί ένας από τους αρχηγούς της. Ο ’Αγησίλαος είναι ένας έπαινος ανδραγαθιών εις μνήμην του βασιλιά της Σπάρτης Αγησιλάου, ο οποίος υπήρξε για μια ολόκληρη ζωή φίλος και προστάτης του Ξενοφώντα. Τα Άπομνημονεύμα­τα για τον Σωκράτη παρουσιάζουν, στο πλαίσιο της παράδοσης των φιλολογικών απομνημονευμάτων που ανάγεται στον πέμπτο αιώνα, ένα φιλικό πορτραίτο ενός διάσημου άνδρα με τον οποίο ο Ξενοφών μπορεί να μη συναντήθηκε ποτέ. Ένα άλλο έργο του Ξενοφώντα, η Κύρου παιδεία, μπορεί να θεωρηθεί ως το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα: είναι μια εκτενέστατη και εντελώς πλασματική περιγραφή της εκπαίδευσης και των κατορθωμάτων του ιδρυτή της Περσικής αυτοκρατορίας, του Κύρου του Μεγάλου. Η χρησιμότητά της ως πριγκιπικού οδηγού και η έμφασή της στο ότι η ηγεσία πρέπει να διέπεται από ηθικές αρχές, την ανέδειξαν ως ένα από τα δημοφιλέστερα βιβλία στην Ευρώπη έως ότου η βασιλεία έπαψε να είναι του συρμού. Στην αρχαιότητα το βιβλίο αυτό ήταν η αρχή μιας σειράς από μισοϊστορικές περιγραφές της εκπαίδευσης του ήρωά τους, από τον Μέγα Αλέξανδρο και εξής. Όμως η ανατολή είχε περισσότερο την τάση να είναι εξωτική παρά ηθική. Και ο Κτησίας από την Κνίδο, γιατρός στην αυλή του Αρταξέρξη Β ' τον πρώιμο τέταρτο αιώνα (ο οποίος είχε μάλιστα παραστεί στην ίδια μάχη στα Κούναξα με τον Ξενοφώντα της Ἀναβάσεως αλλά από την αντίπαλη πλευρά), έγραψε μια εκπληκτικά δημοφιλή αλλά και πολύ τραβηγμένη (απολεσθείσα) ιστορία της Περσίας, η οποία ενίσχυσε εκ των έσω μια άποψη για την Περσία που «μυρίζει σεράι και αρώματα ευνούχων ανακατεμένα με τη δόλια δυσοσμία του αίματος» (Eduard Meyer). Μην ακούτε τους γιατρούς:14 τέτοια κείμενα προέρχονται από τις ιωνικές λαϊκές αφηγήσεις και έχουν ως φυσική συνέχειά τους τα ρομαντικά μυθιστορήματα της Ελληνιστικής περιόδου.
      
Ελληνικά
 
Η κύρια κατεύθυνση της ελληνικής ιστοριογραφίας παρέμεινε η θουκυδίδεια ιστορία των συγκρουόμενων πόλεων-κρατών, αλλά τυποποιημένη πλέον σε μια σειρά διαδοχικών και συναγωνιζόμενων Ελληνικών, ιστοριών δηλαδή της Ελλάδας. Μεταξύ των απολεσθέντων ιστορικών του τέταρτου αιώνα ξεχωρίζουν δύο. Ο Έφορος από την Κύμη έγραψε Ἑλληνικά (εκτάσεως τριάντα βιβλίων) προσπαθώντας να ξεπεράσει κάθε ανταγωνιστή αρχίζοντας από την αρχή, με την επάνοδο των Ηρακλειδών,15 και τελειώνοντας το 341 π.Χ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσπάθειά του να αποσυνδέσει τη σφαίρα της ιστορίας από τη σφαίρα του μύθου, και ο τρόπος με τον οποίο δικαιολόγησε την όλη προσέγγισή του με μια σειρά προοιμίων σε διάφορα σημεία του συγγράμματος τα οποία υπεστήριζαν την ενότητα της ιστορίας του. Ως μαθητής του Ισοκράτη (βλ. σσ. 334 κ.ε.) εγκαινίασε την επικίνδυνη εκείνη σχέση μεταξύ ρητορικής και ιστορίας, όπου κυριαρχεί η τάση να θυσιάζεται η αλήθεια για χάρη του εντυπωσιασμού. Ο Έφορος είχε και άλλα ελαττώματα. Αντελήφθη μεν τη χρησιμότητα της ποίησης ως ιστορικής πηγής, διέθετε όμως περιορισμένη κριτική ικανότητα για να την αξιοποιήσει σωστά. Επιπλέον δε, προσπάθησε να αποκρύψει την εξάρτησή του από τους παλαιότερους ιστορικούς «εκσυγχρονίζοντας» καταστάσεις και πρόσωπα, και εφευρίσκοντας όπου ήταν απαραίτητο περιστασιακές λεπτομέρειες. Το ύφος του και η περιεκτικότητά του τον έκαναν δυστυχώς αρκετά δημοφιλή, αλλά τουλάχιστον ξεχωρίζει ως ο άνθρωπος που είχε σκεφθεί τους σκοπούς τους οποίους πρέπει να υπηρετεί η ιστορία - και τους κατάλαβε λάθος.
 
Σήμερα βρίσκουμε πιο ελκυστικό έναν άλλο μαθητή του Ισοκράτη, τον Θεόπομπο τον Χίο. Έγραψε και αυτός 'Ελληνικά, μια συνέχεια των Ιστοριών του Θουκυδίδη, και αργότερα ένα έργο του οποίου ο τίτλος υποδηλώνει τη νέα στροφή της ιστορίας, τα Φιλιππικά, ιστορία με θέμα της τον Φίλιππο της Μακεδονίας. Αυτά τα έργα εξέθεταν με ευτράπελο τρόπο τόσο τη δολιότητα και τη διαφθορά των Αθηναίων πολιτικών όλων των εποχών όσο και τις άξεστες οινοποιητικές συνήθειες του νέου Μακεδόνα αρχηγού της Ελλάδας. Η αντι-ιστορία, η έκθεση της κακίας και της ανικανότητας είναι πάντοτε διασκεδαστική, και ο Θεόπομπος έγραψε για να στηλιτεύσει τα καμώματα των ισχυρών. Προείδε όμως και την ανάγκη ενός νέου τύπου ιστορίας, όπως δείχνει ο τίτλος των Φιλιππικών του - ιστορία υπέρ (ή κατά) ενός κόσμου κυβερνώμενου από βασιλείς.
     
Ιστορία των βασιλέων
 
Ο Μέγας Αλέξανδρος αποτέλεσε την πρώτη σοβαρή περίπτωση, και όντας άνθρωπος που γνώριζε ότι δημιουργούσε ο ίδιος την ιστορία, φρόντισε να πάρει μαζί του έναν ιστορικό που να την καταγράψει. Η επιλογή του ήταν ατυχής: ο Καλλισθένης, ανιψιός του Αριστοτέλη, αφού επέδειξε μια ανυπάκουη και συκοφαντική συμπεριφορά, άρχισε να παρεμβαίνει στις Βασιλικές Σελίδες της ιστορίας - και κατέστη αναλώσιμος. Τελικά στους ιστορικούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου περιλαμβανόταν κάθε καρυδιάς καρύδι, αν κρίνουμε από τα σωζόμενα αποσπάσματά τους - γιατί από ειρωνεία της τύχης καμιά συνεχής περιγραφή αυτού του σημαντικού γεγονότος, της κατακτήσεως του κόσμου, δεν σώζεται πριν από την περίοδο της αυτοκρατορικής Ρώμης. Η βασική πηγή μας, η Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις, είναι γραμμένη περισσότερο από τέσσερις αιώνες αργότερα από ένα Ρωμαίο αξιωματούχο, τον Αρριανό, ο οποίος επέλεξε να στηριχθεί κυρίως σε δύο αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων οι οποίες ήταν οπωσδήποτε επαρκείς, τα Ἀπομνημο­νεύματα του αρχιτέκτονα Αριστόβουλου και τα Ἀπομνημονεύματα του Πτολεμαίου, του νεαρού διοικητή που ίδρυσε αργότερα τη δυναστεία του ελληνιστικού βασιλείου της Αιγύπτου. Άλλες περιγραφές όπως αυτή του Διοδώρου χρησιμοποιούν μια λαϊκή ρομαντική αφήγηση γραμμένη από τον Κλείταρχο, μια σκοτεινή μορφή αβέβαιης χρονολογίας και όχι απαραίτητα μετόχου των συμβάντων. Πολλοί από όσους έλαβαν μέρος στην εκστρατεία έγραψαν «απομνημονεύματα» σε διάφορα λογοτεχνικά ύφη. Τα πιο ευχάριστα ήταν του Νεάρχου, του ναυάρχου του Αλεξάνδρου, ο οποίος εξερεύνησε την κοιλάδα του Ινδού, την Πενταποταμία και την ερημική ακτή του Μοκράν μέχρι τις εκβολές του Τίγρητος (από το 326 ώς το 324), και έγραψε με τον τρόπο του Ηροδότου μια περιγραφή της εξερεύνησης αυτής η οποία αποτελεί σημαντική πηγή για την περιγραφή της ινδικής εκστρατείας από τον Αρριανό. Αλλά η πιο μόνιμη συνέπεια της πορείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι η παράδοση της Μυθιστορίας του Αλεξάνδρου,16 του λαοφιλέστερου ίσως βιβλίου στην παγκόσμια λογοτεχνία, συμπιλημένου στην ύστερη αρχαιότητα από διάφορες ελληνιστικής προελεύσεως συλλογές ψευδεπίγραφων επιστολών και δοκιμίων και μια μυθώδη βιογραφία: το αποτέλεσμα είναι καθαρό παραμύθι, με τον Τίγρητα και τον Ευφράτη παραποτάμους του Νείλου και τον Αλέξανδρο να γεννιέται από ένα αιγυπτιακό φίδι, να επισκέπτεται ακέφαλους ανθρώπους και Ινδούς βραχμάνους (το τελευταίο αποτελεί αληθινό επεισόδιο), να βυθίζεται μέχρι τον πυθμένα της θάλασσας με εξάρτυση δύτου και να ίπταται μέσα σε ένα καλάθι ωθούμενο από γρύπες.
     
Η Ελληνιστική εποχή
 
Η ιστορικότητα του Μεγάλου Αλεξάνδρου είχε λοιπόν παραμερισθεί και αξίζει να αναρωτηθούμε γιατί ούτε η εποχή του ούτε η περίοδος των ελληνιστικών βασιλείων δεν παρήγαγε νέο τύπο πολιτικής ιστορίας, γιατί καμιά παράδοση βιογραφιών βασιλέων ή και ιστορίας δυναστειών δεν αναδείχθηκε για να ανταποκριθεί στις μεγάλες αυτοκρατορίες και τα βασίλεια. Ένας λόγος ήταν η δύναμη της παράδοσης της ιστοριογραφίας που δημιούργησε η πόλη-κράτος και ένας άλλος η έλλειψη γνήσιας βιογραφικής παράδοσης στην Ελλάδα. Γι ’ αυτούς τους λόγους, η ανακάλυψη της γοητείας της αυτοκρατορικής ιστορίας και της πολιτικής βιογραφίας αφέθηκε στους Ρωμαίους. Οι πιο επιτυχημένοι πολιτικοί ιστορικοί των Ελληνιστικών χρόνων συνέχισαν να γράφουν 'Ελληνικά, συνήθως χρονικά των ημερών τους, αρκούμενοι στην ένταξη των νέων ελληνιστικών βασιλείων στο παλαιό πλαίσιο.
 
Η καλύτερη από αυτές τις ιστορίες είναι αυτή που αποτέλεσε τη βασική πηγή των βιβλίων 18-20 του Διοδώρου, Αἱ περί Διαδόχων Ἱστορίαι του Ιερωνύμου του Καρδιανού, ενός ρυθμιστή δημόσιων υποθέσεων σε διάφορα βασίλεια, του οποίου η ώριμη ηλικία κάλυψε τρεις γενιές, από τον Αλέξανδρο ώς το 260 π.Χ. περίπου, οπότε πέθανε σε ηλικία 104 ετών με πλήρη διαύγεια.17 Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η ιστορία του ήταν τόσο εκτενής που «κανείς δεν μπορούσε να τη διαβάσει μέχρι το τέλος». Ασφαλώς επρό- κειτο για μια αξιοθαύμαστα ακριβή και εξισορροπημένη περιγραφή μιας εποχής όπου η πολιτική και ο πόλεμος απλώνονταν σε όλο τον κόσμο, από τον Ινδό ώς τον Νείλο και τον Δούναβη. Τα βιβλία αυτά του Διοδώρου προσφέρουν μάλιστα ένα δείγμα στρατιωτικής ιστορίας καλύτερης ακόμη και από αυτή του Θουκυδίδη. Αυτό που διδάχθηκε ο Ιερώνυμος από το διαμελισμό της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τη δημιουργία των μεγάλων βασιλείων των επιγόνων ήταν ίσως η πιο σημαντική από όλες τις ιστορικές αλήθειες, δηλαδή το ότι η τύχη, και όχι η ανθρώπινη δεξιότητα, είναι που διέπει τις ανθρώπινες υποθέσεις.18 Η θεά Τύχη επικρατεί στην ιστορία του και στην ιστορία των διαδόχων του μέχρι τον Πολύβιο - ὡς εὐμετάθετός ἐστιν ἡ τύχη καί παρά μικρόν εἰς ἑκάτερα ποιεῖ μεγάλας ροπάς (Πολυβίου Ἱστοριῶν, 15.6.6).19
 
Η άλλη σημαντική εξέλιξη στην πολιτική ιστορία είναι γνωστή κυρίως μέσω της πολεμικής του Πολυβίου εναντίον των προκατόχων του: έχει προσφυώς αποκληθεί η «οικτρή σχολή της ιστορίας», στην οποία η ρητορική και η ιστορία σμίγουν για να ξαναδημιουργήσουν μέσω του πάθους ό, τι είχε προκαλέσει «αίσθηση» στο παρελθόν. Το κατά πόσον αυτή η σχολή, που πολύ εύκολα θυσίαζε την αλήθεια στον εντυπωσιασμό, είχε κάποια ερείσματα σε μια αριστοτελική θεωρία περί «τραγικής ιστορίας» είναι συζητήσιμο. Οι ισχυρισμοί πάντως αυτών των ιστορικών προοιωνίζονται κάποιες πλευρές της θεωρίας του Benedetto Croce ότι όλη η ιστορία είναι σύγχρονη ιστορία, η ανασύνθεση δηλαδή μιας παρελθούσας εμπειρίας που φαίνεται σχετική με το παρόν.
 
Στην πρώιμη Ελληνιστική περίοδο έχουμε και την ανανέωση της ηροδότειας παράδοσης. Ήδη συγγραφείς όπως ο Νέαρχος είχαν αναγνωρίσει τη συνάφεια του τρόπου γραφής του Ηροδότου με τη δική τους εμπειρία. Όταν τα νέα βασίλεια άρχισαν να υπολογίζουν τους ντόπιους υπηκόους τους, ένιωσαν την ανάγκη να κατανοήσουν αυτά τα ξένα έθιμα και να δημιουργήσουν μια κάποια ταυτότητα για τα βασίλειά τους. Το αποτέλεσμα ήταν η αναβίωση του ηροδότειου λόγου, με τη συστηματική μορφή της επιστημονικής εθνογραφίας, με βασιλική συχνά επιχορήγηση, η οποία δεν γραφόταν κατ ’ ανάγκην από Έλληνες ειδικούς, βασιζόταν σε αρχεία και εμπιστευτικές πληροφορίες, και είχε μια δεδομένη διάταξη - μύθος και θρησκεία, γεωγραφία και φυσική ιστορία, πολιτική ιστορία, κοινωνικά ήθη. Ο πιο παλαιός από αυτούς τους συγγραφείς, ο Εκαταίος ο Αβδηρίτης, έγραψε για τον Πτολεμαίο A΄ της Αίγυπτου και αποτελεί την πηγή για το πρώτο βιβλίο του Διοδώρου. Στην επόμενη γενιά ακολούθησε ο Αιγύπτιος ιερέας Μανέθων, του οποίου η χρονολόγηση εξακολουθεί να αποτελεί τη βάση της αιγυπτιακής ιστορίας. Στο βασίλειο των Σελευκιδών, ο Βηρωσός, ένας δίγλωσσος ιερέας του Βάαλ, έγραψε Βαβυλωνιακά, και ο Μεγασθένης, πρέσβης του Σελεύκου στην αυλή του Σανδρακόττου στην Ινδία, έγραψε μια εντυπωσιακή περιγραφή των αρχών της δυναστείας των Μώρυα. Αυτή η ανανέωση της σχέσης μεταξύ ιστορίας και γεωγραφίας στο χώρο της εθνογραφίας αποτελεί αναμφισβήτητα την πιο σημαντική πολιτιστική συνέπεια των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Για μια σύντομη περίοδο, οι Έλληνες μπόρεσαν και πάλι να βγουν από τον εαυτό τους και τις πόλεις- κράτη τους και να θαυμάσουν τον κόσμο γύρω τους.
 
Σύντομα όμως η πόλη-κράτος επέβαλε και πάλι τον δικό της τρόπο γραφής της ιστορίας και οδήγησε την εθνογραφία στην περιοχή της ουτοπικής φιλοσοφικής μυθιστορίας, με τους φανταστικούς κόσμους του Ευημέρου και του Ιαμβλίχου. Δεν έλειψαν βέβαια οι καλοί γεωγράφοι όπως ο Ερατοσθένης και ο Στράβων (του οποίου το έργο σώζεται) και από καιρό σε καιρό μια ενδιαφέρουσα μορφή αναδυόταν για να συνενώσει τα κύρια ρεύματα της ιστορίας. Ο πιο σημαντικός από αυτούς ήταν ο Ποσειδώνιος, φιλόσοφος και εγκυκλοπαιδιστής, του οποίου την απολεσθείσα ιστορία συνέχισε ο Πολύβιος, καταγράφοντας τη σκληρή πραγματικότητα του ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού της ύστερης δημοκρατίας. Αλλά ο Πολύβιος γίνεται ο εκπρόσωπος του καινούριου, καθώς η εμφάνιση της Ρώμης στο μεσογειακό προσκήνιο προσέδωσε νέα ενότητα και κατεύθυνση στην πολιτική ιστορία μέσα από την παράδοση του Θουκυδίδη. Αυτή η παράδοση της ελληνικής ιστοριογραφίας κορυφώνεται σε μια ιστορία της Ρώμης της οποίας η σημασία θα πρέπει να διερευνηθεί στο δέκατο κεφάλαιο του δεύτερου τόμου.
 
Προς το τέλος της χιλιετηρίδας εμφανίσθηκε η εγκυκλοπαιδική εκείνη τάση η οποία δηλώνει το τέλος μιας πολιτισμικής παράδοσης. Για μας η αξία αυτής της τάσης είναι ότι πολλά από τα ογκώδη έργα της διασώθηκαν εις βάρος των προδρόμων τους, προσφέροντας έτσι το απαραίτητο υλικό για την ανασύσταση της ιστορικής παράδοσης. Ο ύστερος ελληνιστικός κόσμος είναι κόσμος μεγάλων βιβλίων και μικρών ανθρώπων με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς εφοδίασε με τη Ῥωμαϊκή αρχαιολογία του τη Ρώμη με μια αξιοπρεπή τοπική ιστορία όπως συνηθιζόταν για τις ελληνικές πόλεις-κράτη. Την ίδια εποχή η Ἱστορική βιβλιοθήκη του Διοδώρου είναι σημαντική, και για την προσπάθειά του να βελτιώσει το έργο του Εφόρου συμπεριλαμβάνοντας όλους τους πολιτισμούς (και όχι μόνον όλη την Ελλάδα) στη σφαίρα της ιστορίας και επειδή αποτελεί χρυσωρυχείο απολεσθέντων ιστοριογράφων - γιατί το έργο αποτελεί πραγματική βιβλιοθήκη, μια σειρά επιτομών των έργων άλλων συγγραφέων.
 
Μέσα σε τριακόσια πενήντα χρόνια η ελληνική ιστοριογραφική παράδοση επινόησε τις περισσότερες από τις τεχνοτροπίες της ιστορίας που καλλιεργούμε ακόμη και σήμερα και προσπάθησε να αναλύσει τα περισσότερα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ακόμη και σήμερα. Καθιέρωσε κριτήρια ακρίβειας και ποικιλία προσεγγίσεων που την καθιστούν σαφώς ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη ιστοριογραφική παράδοση. Αν έχει κάποιο μειονέκτημα, πρόκειται για ένα μειονέκτημα που το έχουμε από κοινού, για τη δυσκολία συνύπαρξης με τη θεία δύναμη στην ιστορία ευτυχής η εποχή που έχει τη δυνατότητα να αγνοήσει το Θεό.
    ----------------------
Σημειώσεις
 
1.   Πρβλ. κεφ. 5, σσ. 162-63.
2.   Το κείμενο του Εκαταίου έχει ως εξής: Ἑκαταῖος ὁ Μιλτησιος ᾦ8ε μυθεῖται· τά8ε γράφω, ὡς μοι ἀληθέα δοκέει εἶναι. Οἱ γάρ Ἑλλήνων λόγοι πολλοί τε καί γελοῖοι, ὡς ἐμοί φαίνονται, εἰσίν (FGH 1 απ. 1).
3.         Πρόκειται για την ίδια τη λεγάμενη Weltgeschichte της εποχής του γερμανικού ιδεαλισμού (και όχι για την «ιστορία του κόσμου» των πρώτων χριστιανικών αιώνων που ο ίδιος εντόπισε. Δες, π.χ., W. Windelband - Η. Heimsoeth, Lerhuch der Geshichte der Philosophie (Mahr, Tubingen 197616), μτφρ. N.M. Σκουτερόπουλου, ’Εγχειρίδιο ιστορίας της φιλοσο­φίας, τόμος A΄ (ΜΙΕΤ, Αθήνα 1980), σσ. 295-303).
4.   Από τον Πλούταρχο (Περί τῆς Ἡροδότου κακοηθείας 12).
5.   Το απόσπασμα αυτό (απ. 152 Bowra = απ. 187 Turyn = απ. 169 Snell) αναφέρει ο Καλλικλής στον πλατωνικό Γοργία (484Β): νόμος ὁ πάντων βασιλεύς / θνατῶν τε καί ἀθανάτων /ἄγει δικαίων τό βιαιότατον/ύπερτάτα χειρί· τεκμαίρομαι /ἔργοισιν Ἡρακλέος, ἐπεί - ἀπριάτας - , και το συμπληρώνει ο ανώνυμος σχολιαστής του Αριστείδη (iii.408 Dindorf): πεί Γηρυόνα βόας / Κυχλωπίων ἐπί προθύρων Εὐρυσθέος / ἀναιτήτας τε καί ἀπριάτας ἔλασεν. Είναι σαφές ότι ο Ηρόδοτος, ίσως επειδή παραθέτει το στίχο από μνήμης, έχει αλλοιώσει το νόημα του Πινδάρου γενικεύοντάς το.
6.   Πρβλ. τη μαρτυρία του Πλουτάρχου τό δέ « Ἡροδότου Ἀλικαρνασέως ἱστορίης ἀπόδεξις τάδε» πολλοί μεταγράφουσιν «Ἡροδότου Θουρίου». μετώκησε γάρ εἰς Θούριους καί ταῆς ἀποικίας ἐκείνης μετέσχε (Περί φυγῆς 13), με χαρακτηριστική την περίπτωση της αριστοτελικής Ῥητορικῆς (1409a28).
7.   Και ο Ηρόδοτος καταλήγει: «γιατί ό θεός πάντα θέλει νά μειώνη όσα υπερέχουν» -  φιλέει γάρ ὁ θεός τά ὑπερέχοντα πάντα κολούειν. Πρβλ. και κεφ. 1, σ. 63.
8.   Ο όρος μαρτυρείται για πρώτη φορά στο έργο του Ηροδότου.
9.   Οι οποίοι «ἐσύνθεσαν μᾶλλον διά νά εὐχαριστήσουν τούς ἀκροατάς των παρά διά νά εἰποῦν τήν ἀλήθειαν» -  ξυνέθεσαν ἐπί τό προσαγωγότερον τῇ ἀκροάσει ἤ ἀληθεστερον (Α 21.1).
10.  Για τη διάκριση αυτή μεταξύ Πρώτου και Μεγάλου Πελοποννησιακού πολέμου, βλ. κεφ. 6, σσ. 177-78.
11.  Η φράση προέρχεται από τον πρόλογο της μετάφρασης του Thomas Hobbes (Eight Bookes of the Peloponnesian Warre Written by Thucydides the sonne of Olorus. Interpreted with Faith and Diligence Immediately out of the Greeke, Λονδίνο 1629) - της πρώτης, έξ όσων γνωρίζω, αξιόλογης μετάφρασης του έργου του Θουκυδίδη στην αγγλική απευθείας από το ίδιο το αρχαίο ελληνικό κείμενο - και η όλη περικοπή έχει ως εξής: ((Ο Θουκυδίδης όμως είναι ένας [ενν. συγγραφέας] ο οποίος, μολονότι ουδέποτε παρεκβαίνει για να προβεί σε διάλεξη ηθικού ή πολιτικού περιεχομένου επί του ιδίου του κειμένου του, ούτε εισδύει στην ψυχή των ανθρώπων πέρα απ’ όσο τον καθοδηγούν οι ίδιες οι πράξεις [τους], θεωρείται εντούτοις ο πλέον πολιτικός ιστοριογράφος που υπήρξε ποτέ. Θεωρώ δε πως ο λόγος είναι ο εξής: οι αφηγήσεις του γέμουν τέτοιας επιλογής υλικού, είναι διατεταγμένες με τέτοια κρίση και εκπεφρασμένες με τέτοια διαύγεια και ευστοχία, ώστε, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, ο ακροατής του να καθίσταται θεατής. Διότι [ο Θουκυδίδης] μεταφέρει τον αναγνώστη του στις συνελεύσεις του λαού και των αρίστων, κατά τις διαβουλεύσεις τους· στους δρόμους, κατά τις στάσεις τους· και στο πεδίο της μάχης, κατά τις συγκρούσεις τους» But Thucydides is one, who, though he neuer digresse to reade a Lecture, Morall or Politicall, upon his owne Text, nor enter into mens hearts, further then the actions themselues euidently guide him, is yet accounted the most Politique Historiographer that euer writ. The reason whereof I take to bee this: He filleth his Narrations with that choice of matter, and ordereth them with that ludgement, and with such perspicuity and efficacy expresseth himselfe, that, as Plutarch saith, he maketh his Auditor a. Spectator. For he setteth his Reader in the Assemblies of the People, and in the Senates, at their debating; in the Streets, at their Seditions; and in the Fielf, at their Battels»).
12.        «Κάθε ἀρχή... φτειάνει νόμους σύμφωνους μέ τό συμφέρον της, ή δημοκρατία δημοκρατικούς, ἡ τυραννία τυραννικούς καί κάθε άλλη κατά τόν ἴδιο τρόπο συμπεριφέρεται· ἔχοντας πιά ὁρίσει τή νομοθεσία, διακηρύττουν ὅτι τοῦτο εἶναι γιά τούς ἀρχόμενους τό δίκαιο, δηλαδή τό συμφέρον τῶν ἀρχόντων, καί ὅποιος βγαίνει ἔξω ἀπό τίς διατάξεις τούτου τοῦ δικαίου, τόν τιμωροῦν, γιατί εἶναι τάχα ἕνας παράνομος κι’ ἄδικος ἄνθρωπος. Ὥστε... αὐτό εἶναι τό δίκαιο πού ἔγω ἰσχυρίζομαι ὅτι ἔχει ἰσχύ κατά τόν ἴδιο τρόπο μέσα σέ ὅλες τίς πόλεις, τό συμφέρον τῆς ἀρχῆς πού ἀποτελεῖ τό ἰσχῦον καθεστώς. Ὑποθέτω... ὅτι ἡ ἀρχή αὐτη ἔχει στά χέρια της τήν ὑπεροχή τῆς κρατικῆς δύναμης, ὥστε ὅποιος εἶναι σέ θέση νά συλλογίζεται ἀρθά, φτάνει στό συμπέρασμα ὅτι σέ ὅλες τίς πόλεις ὑπάρχει τό αὐτό δίκαιο καί αὐτό εἶναι τό συμφέρον τοϋ ἰσχυρότερου»  (338el-339a4).
13.  Η περίφραση αυτή αποδίδει τον τεχνικό φιλοσοφικό όρο «solipsism» του πρωτοτύπου, ο οποίος φαίνεται να χρησιμοποιείται εδώ κάπως χαλαρά.
14.  Είναι δύσκολο να αποδοθεί η ιδιωματική διατύπωση του πρωτοτύπου: «never trust a doctor».
15.  Βλ. κεφ. 3, σ. 117-18.
16.  Δες σχετικά το πρώτο μέρος της εκτενούς εισαγωγής του D. Holton, Αιήγησις του Αλεξάνδρου: The Tale of Alexander. The Rhymed Version (Βυζαντινή και Νεοελληνική Βι­βλιοθήκη, Θεσσαλονίκη 1974). Και για το πεζό κείμενο της «Φυλλάδας του Μεγαλέξα- ντρου», Γ. Βελουδή, Διήγησις Ἀλεξάνδρου τοῦ Μακεδόνος (Ερμής, Αθήνα 1977).
17.  ... Ἱερώνυμος δέ ἐν πολέμοις γενόμενος καί πολλούς καμάτους ὑπομείνας καί τραύ­ματα ἔζησεν ἔτη τέσσαρα καί ἑκατόν, ... ὡς μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας ἄρτιον ὄντα ἐν ταῖς συνουσίαις καί πᾶσι τοῖς αἰσθητηρίοις, μηδενός γενόμενον τόν πρός ὑγίειαν ἐλλιπῆ (Λουκια­νού, Μικρόβιοι 22).
18.  ... πολλούς και ποικίλαις κεχρημένος τοῦ βίου μεταβολαῖς οὐκ ἐταπεινοῦτο τῷ φρο- νήματι, σαφῶς εἰδώς τήν τύχην ὀξείας τάς εἰς ἀμφότερα τά μέρη ποιουμένην μεταβολάς (Διοδώρου Σικελιώτου, Ιστορικής βιβλιοθήκης ιη· 42.1 4-7).
19.  Για τις απόψεις του Πολυβίου περί τύχης βλ. Walbank I, σ. 16ff.
     ------------
Βιβλιογραφία
  
Από τα κύρια σωζόμενα έργα, για το κείμενο του Ηροδότου, του Θουκυδίδη, τα Ἑλληνικά και την Ἀνάβασιν του Ξενοφώντος, την Ἀθηναίων πολιτείαν του Αριστοτέλη και την Ἀλεξάνδρου ἀνάβασιν του Αρριανού, διαθέτουμε καλές μεταφράσεις στη σειρά Penguin, με εισαγωγές από διακεκριμένους ειδικούς. Καλύτερη όμως μετάφραση του Θουκυδίδη εξακολουθεί να είναι αυτή του R. Crawley (1876, συχνές ανατυπώσεις στη σειρά Everymans Library, Λονδίνο και Νέα Υόρκη). Τα ελάσσονα έργα του Ξενοφώντος και άλλων συγγραφέων (του Διοδώρου, του Διονυσίου Αλικαρνασσέως και του Ιωσήπου) είναι πιο προσιτά στη Loeb Classical Library με αρχαίο κείμενο και αντικριστή μετάφραση, όπου χρήζει ιδιαίτερης μνείας ο νέος δίτομος Αρριανός, με σημαντική εισαγωγή, σημειώσεις και παραρτήματα από τον Ρ.Α. Brunt (Harvard 1976, 1983). Δες ακόμη το εξαιρετικό Aristotles Constitution of Athens and Related Texts, σε υπομνηματισμένη μετάφραση των Κ. von Fritz και Ε. Kapp (Νέα Υόρκη 1950).
 
Τα αποσπάσματα των απολεσθέντων αρχαίων Ελλήνων ιστορικών περισυνέλεξε σε ένα έργο ζωής ο Felix Jacoby: το μνημειώδες έργο του, Die Fragmente dergriechischen Historiker (Λάιντεν 1923-58) σε δεκατέσσερις τόμους είναι η σημαντικότερη εργασία του αιώνα για την αρχαία ελληνική ιστορία. Ο Jacoby απεβίωσε προτού προλάβει να την ολοκληρώσει. Το υλικό είναι ταξινομημένο κατά τύπους ιστοριογραφίας, και οι κύριες περιοχές που απομένει να καλυφθούν είναι η γεωγραφία, η λογοτεχνική και η φιλοσοφική ιστορία και η βιογραφία. Το έργο παρέχει τις βιογραφικές μαρτυρίες για τον κάθε ιστορικό, τα αποσπάσματα των έργων του και συχνά εκτενή υπομνηματισμό στη γερμανική ή την αγγλική. Δεν παρέχεται μετάφραση.
 
II
 
Η διαφωτιστικότερη σύγχρονη εργασία για την αρχαία ελληνική ιστοριογραφία είναι του Α. Momigliano. Δες τα Classical Foundations of Modern Historiography (Καλιφόρνια 1990). Τα σημαντικότερα δοκίμιά του είναι συγκεντρωμένα σε δύο τόμους, Studies in Historiography (Λονδίνο 1966) και Essays in Ancient and Modern Historiography (Οξφόρδη 1977). Για τις σχέσεις μεταξύ της ελληνικής και των άλλων ιστοριογραφικών παραδόσεων πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει το ανολοκλήρωτο έργο του Herbert Butterfield, The Origins of His tory (Λονδίνο 1981). Δες επίσης την επισκόπηση της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής στο J. Van Seters, In Search of History (Γαίηλ 1983) το οποίο εστιάζεται κυρίως στην ιουδαϊκή παράδοση. Τις αρχές της ελληνικής ιστοριογραφίας επισκοπούν ο L. Pearson, Early Ionian Histo­rians (Οξφόρδη 1939, ανατ. Κονέκτικατ 1975) και ο R. Drews, The Greek Accounts of Eastern History (Harvard 1973, το οποίο θέλει κάποια προσοχή). Για τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο Ηρόδοτος, η καλύτερη εισαγωγή είναι η γενική εργασία του ανθρωπολόγου Jan Vansina, Oral Tradition (Harmondsworth 1973). Δες επίσης τα κεφ. 8 και 11 των Studies του A. Momigliano. Το καλύτερο γενικό βιβλίο είναι ο Herodotus του J. Gould (Λονδίνο 1989). Δες επίσης J.A.S. Evans, Herodotus (Βοστώνη, Μασσαχουσέττη 1982). Άλλα βι­βλία παρέχουν λιγότερο αμερόληπτες παρατηρήσεις.
 
Την ανάπτυξη της τοπικής ιστοριογραφίας πραγματεύεται ο Momigliano στο κεφ. 1 των Studies. Για τους τοπικούς ατθιδογράφους έχουμε το υποδειγματικό βιβλίο του Jacoby, Atthis (Οξφόρδη 1949) και τον υπομνηματισμό τους από τον ίδιο στην αγγλική στο FGH III b Supplement. Δες επίσης το έργο του P.J. Rhodes, A Commentary on the Aristotelian Athenaion Politeia (Οξφόρδη 1981). Για τον Θουκυδίδη, τρία βιβλία ξεχωρίζουν με τις ιδιαίτερες αρετές τους: F.M. Cornford, Thucydides Mythistoricus (Λονδίνο 1907), J. De Romilly, Thucydides and Athenian Imperialism (Οξφόρδη 1963) και G.E.M. de Ste Croix, The Origins of the Peloponnesian War (Λονδίνο 1972). Ο Θουκυδίδης είναι και το θέμα ενός εξαιρετικού πεντάτομου υπομνήματος (Οξφόρδη 1945-81), το οποίο σχεδίασε και ξεκίνησε ο A.W. Gomme και ολοκλήρωσαν οι A. Andrewes και K.J. Dover. Τώρα διαθέτουμε και μια θαυμάσια εισαγωγή από τον S. Hornblower, Thucydides (Λονδίνο 1987).
 
Για τον Ξενοφώντα, δες J.K. Anderson, Xenophon (Λονδίνο 1974) και τις εισαγωγές του G.L. Cawkwell στους δύο τόμους της σειράς Penguin. Για τον Έφορο δες G.L. Barber, The Historian Ephorus (Λονδίνο 1935) και για τον Θεόπομπο το κεφ. 8 του Gilbert Murray, Greek Studies (Οξφόρδη 1946) και το βιβλίο του W.R. Connor, Theopompus and Fifth Century Athens (Ουάσιγκτον, DC 1968). Όλες οι μελέτες για τον Μέγα Αλέξανδρο αφιε­ρώνουν αρκετό χρόνο στις ιστορικές πηγές της σταδιοδρομίας του. Η πληρέστερη επισκό­πηση είναι του L. Pearson, The Lost Histories of Alexander the Great (Νέα Υόρκη 1960). Οι μελέτες του W.W. Tarn, Alexander the Great Volume II: Sources and Studies (Καίημπριτζ 1950) είναι συζητήσιμες. Για τον Αρριανό δες την εργασία του Brunt που προαναφέραμε και τα Ρ.Α. Stadter, Arrian of Nicomedia (Βόρεια Καρολίνα 1980) και Α.Β. Bosworth, A Historical Commentary on Arrian's History of Alexander vol., 1 (Οξφόρδη 1980).

Αν γεννηθούν οι ελπίδες, δεν πεθαίνουν ποτέ

Είμαστε ανόητοι οι άνθρωποι. Πραγματικά ανόητοι. Ζούμε για το χάος. Το χρειαζόμαστε, το κυνηγάμε, το βάζουμε σκοπό ζωής, αστέρι-οδηγό. Χρειαζόμαστε το δράμα για να είμαστε ευτυχισμένοι. Το αποζητάμε σαν τρελοί, λες και δεν ξέρουμε πως τρέχουμε ολοταχώς προς την καταστροφή. Μακάρι να μην ξέραμε, τότε θα ήμασταν απλώς αθώοι. Ένοχοι είμαστε κι εθελοτυφλούμε και κλείνουμε τα μάτια, λες και θα αλλάξει κάτι. Τίποτα δε θα αλλάξει. Ο γκρεμός ακόμη μπροστά μας κι εμείς με μια βουτιά να πέφτουμε χωρίς να παίρνουμε ούτε ανάσα.

Λένε πως η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Το θέμα είναι ποιον σκοτώνει για να επιβιώσει. Εμένα σκοτώνει, κι εσένα, και κάθε άλλο ανόητο σαν εμάς που κρατιέται πάνω της σαν σωσίβιο στον απέραντο ωκεανό. Ναι, ακόμη δε βουλιάξαμε. Άραγε για πόσο ακόμη;

Ξέρεις κάτι, όμως; Δεν τη γέννησα εγώ αυτή την ελπίδα. Δεν τη φύτεψα εγώ μέσα μου και δεν την πότιζα εγώ κάθε πρωί. Άλλος τη γέννησε, άλλος τη μεγάλωσε και την παράτησε μετά σε μένα να την προσέχω λες κι ήμουν μάνα της. Να την πάρεις πίσω την ελπίδα σου. Έτσι όπως μου την έδωσες, έτσι να την πάρεις πίσω. Να την κάνεις ό,τι θες, να τη σκοτώσεις, να τη ξεμαλλιάσεις, να την αφήσεις μόνη να μαραίνεται.

Άλλα φυσικά, δεν μπορείς εσύ να κάνεις κάτι τέτοιο. Στα μάτια σου είσαι καλός και το χειρότερο είναι πως στα δικά μου είσαι καλύτερος. Γι’ αυτό την έδωσες σε μένα, ήξερες πως εγώ θα τη φύλαγα μέσα μου σαν όνειρο, θα την κρατούσα και θα ζούσα μέσα από κείνη. Μέσα απ’ την ελπίδα τη δικιά σου. Το δικό σου δημιούργημα το λάτρεψα και το έκανα δικό μου. Να μη μου το ‘δινες ποτέ.

Πολλές φορές αναρωτιόμαστε τι συμβαίνει με εκείνους τους ανθρώπους που ξυπνούν έρωτες κι ύστερα χάνονται. Τόσο εγωιστές; Τόσο φαντασμένοι; Τόσο ανώριμοι, γελοίοι και φριχτοί; Παρακαλάς άδικα για ένα λεπτό στο αναθεματισμένο κεφάλι τους μπας και καταλάβεις. Ποτέ δε θα καταλάβεις, να το ξέρεις. Όσο πιο εύκολα τους ερωτεύεσαι τόσο πιο εύκολα θα σε πληγώσουν. Είναι σχεδόν προγραμματισμένο να συμβεί ένα γεγονός που θα τους τραβήξει μακριά σου. Και μετά, εσύ καημένε, προσπαθείς να βγάλεις άκρη. Άσ’ το, το παιχνίδι είναι χαμένο.

Η παράσταση τελείωσε κι ο καθένας έπαιξε τον ρόλο του. Τώρα εσύ που νόμισες πως δεν υπάρχει αυλαία, κακό του κεφαλιού σου. Δεν πρόσεξες τα ψεύτικα σκηνικά και τα έντονα φώτα; Ή μήπως τα πέρασες για αληθινά; Ψεύτικα ήταν, όμως, απ’ την αρχή· χαρτόνια και μπογιές και μουσαμάδες. Αυτός ήταν ο έρωτάς σου. Φτιαγμένος να κρατήσει δύο ώρες, να χαρεί το σόου και να διαλυθεί. Καλά, τις μάσκες δεν τις πρόσεξες;
  
Ανοίγουμε καρδιές και ξεχνάμε να κλειδώσουμε πίσω μας. Μπαίνει όποιος θέλει, λάμπει και χάνεται κι αφήνει εμάς να ψάχνουμε λίγο απ’ το φως του. Γιατί τι άλλο να θελήσουμε πέρα από ‘κείνο το φως, πιο σπουδαίο από κάθε λάμπα που είχε ανάψει μέχρι τώρα; Το περιμένουμε για μέρες, για μήνες, για χρόνια ατέλειωτα να επιστρέψει. Κι ας τολμήσει κάποιος να ζητήσει εξηγήσεις. Κανείς δε φταίει που αγάπησε το φως. Ούτε που το περίμενε. Και στο ξελόγιασμα ποιος φταίει; Αυτός που ξελογιάζει ή αυτός που ξελογιάζεται;

Ελπίδες, καταραμένες, αθάνατες, τυφλές ελπίδες. Αν γεννηθούν, μετά δεν πρόκειται να πεθάνουν πότε. Θα μείνουν εκεί, θα κατακλύσουν σώμα, μυαλό, καρδιά και θα αφήσουν τα σημάδια τους πάνω στις απονήρευτες ψυχές. Μα δεν τις θέλουμε τις ελπίδες, όχι πια, μας εξάντλησαν. Άραγε μπορούμε να τις σκοτώσουμε εμείς, μπορούμε να πνίξουμε τις πεταλούδες;

Για δες, σχεδόν γίναμε εμείς οι κακοί της ιστορίας. Φυσικά, λες ελπίδα και σκέφτεσαι λευκά περιστέρια κι ελευθερία. Ελευθερία; Πιο ισχυρά δεσμά από κείνα που φτιάχνουν οι ελπίδες δε θα βρεις. Ούτε να τα λύσεις, ούτε να τα κόψεις, ούτε να τα σπάσεις. Δεμένος μια ζωή.

Ξέχασες, όμως, τι σου είπα. Ο άνθρωπος είναι ανόητος. Τον έχεις εκεί δεμένο κι εκείνος χαίρεται. Περιμένει το θαύμα. Περιμένει πως εκείνος θα γυρίσει. Πως θα τολμήσει, πως θα ρισκάρει, πως θα πραγματοποιήσει όλα εκείνα τα αμέτρητα όνειρα. Αμ, δε. Τίποτα δε θα κάνει. Θα είχε γίνει ήδη αν ήταν το γραφτό του. Τίποτα δεν είναι κι εσύ ακόμη χαίρεσαι κι ελπίζεις. Τα δεμένα χέρια ούτε που σε νοιάζουν, σχεδόν τα επιδεικνύεις χαρούμενος στους άλλους. Κάποτε έβλεπες, μα τώρα έγινες τυφλός, σαν τις ελπίδες σου.

Κι αν μία φορά κατάφερες κι έλυσες τα ξόρκια, μη χαίρεσαι πολύ. Στον επόμενο έρωτα πάλι θα πέσεις στα ίδια μάγια, πάλι θα περιμένεις και θα στρώσεις κόκκινα χαλιά. Δε γίνεται αλλιώς, έχουμε γεννηθεί διψώντας για όλο αυτό το χάος, για την ταλαιπωρία και την ανάγκη να κυνηγάμε το άπιαστο, το φευγαλέο. Μια ζωή θα ελπίζουμε και μια ζωή θα τρώμε τα μούτρα μας. Ας είναι. Το χάος πάντα είναι όμορφο.

Η μοναχικότητα ενισχύει την προσωπική ανάπτυξη

Μερικοί άνθρωποι νιώθουν ενοχές όταν είναι μόνοι, μερικοί δεν θέλουν να είναι μόνοι και κάποιοι πιστεύουν ότι το να είσαι μόνος είναι το ίδιο με το να είσαι μοναχικός. Αλλά το να είναι κάποιος μόνος είναι απαραίτητο για την προσωπική του πρόοδο και ανάπτυξη.

Η μοναξιά και η μοναχικότητα είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η μοναχικότητα είναι κάτι που τροφοδοτεί την ψυχή μας και κινητοποιεί τη ζωή μας ενώ η μοναξιά μας αποσυνδέει από τους άλλους. Η μία ενθαρρύνει την προσωπική ανάπτυξη και η άλλη μας κρατάει κολλημένους.

Είμαστε τόσο απασχολημένοι με το να προγραμματίζουμε τις ημέρες μας που το να βρούμε λίγο χρόνο για να μείνουμε μόνοι μας μπορεί να είναι ένας αγώνας. Και δεν χρειάζονται μόνο οι ενήλικες λίγο χρόνο για να μείνουν μόνοι αλλά και τα παιδιά.

Μια έρευνα που συντάχτηκε από τον ειδικό Reed W. Larson, έδειξε ότι οι έφηβοι που πέρασαν ένα ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μόνοι τους ήταν καλύτερα ισορροπημένοι από αυτούς που πέρασαν λίγο η καθόλου χρόνο μόνοι τους.

Κάθε δραστηριότητα που μπορείτε να κάνετε με τους άλλους, μπορείτε να την κάνετε και μόνοι σας. Απλά είμαστε τόσο συνηθισμένοι να καλούμε φίλους και οικογένειες στις εξόδους μας που σπάνια δίνουμε στον εαυτό μας την ευκαιρία να κάνει πράγματα μόνος του. Να είστε αυθόρμητοι και την επόμενη φορά που θα επιθυμήσετε να πάτε για μια ταινία, για δείπνο ή ακόμα και λίγα ψώνια, κάντε το μόνοι σας.

Μπορεί να φαίνεται παράξενο στην αρχή, αλλά είναι εντάξει. Αν επιτρέπουμε στον εαυτό μας απλά να παρατηρεί και να επεξεργάζεται τι συμβαίνει γύρω μας χωρίς να κρίνουμε, θα κερδίσουμε μια σημαντική προοπτική και κάποιες πολύτιμες πληροφορίες που θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τις ανάγκες μας και τα θέλω μας, καλύτερα.

Υπάρχει μια κινητοποίηση που συμβαίνει στον κόσμο, μια κινητοποίηση που επισημαίνει την σημασία του να επιβραδύνουμε και να απολαμβάνουμε τη στιγμή.

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να κόβουμε ταχύτητα και να αποκτούμε περισσότερη γνώση για τον κόσμο γύρω μας από το να μένουμε για λίγο χρόνο μόνοι μας. Δεν πειστήκατε; Λοιπόν, υπάρχουν πολλοί λόγοι γιατί το να περνάμε λίγο χρόνο μόνοι μας είναι καλό για εμάς. Ο πρώτος είναι ότι ηρεμούμε κόβοντας ταχύτητα και γινόμαστε πιο παρατηρητικοί.

Ακολουθούν ορισμένοι ακόμα:

1. Το να είμαστε μόνοι καθαρίζει το μυαλό μας
Υπάρχουν πολλές κουβέντες στη ζωή μας. Τα μέσα ενημέρωσης, οι συνάδελφοί μας, οι φίλοι μας και η οικογένειά μας, όλοι αυτοί παίζουν ρόλο στο πώς διαμορφώνουμε τις γνώμες μας μιας και πολλές φορές εκφράζουμε τις δικές τους. Όταν έχουμε λίγο χρόνο να μείνουμε μόνοι μας, μπορούμε να καθαρίσουμε το μυαλό μας από όλο αυτό το θόρυβο και να επιτρέψουμε στην εσωτερική μας φωνή να γίνει ξεκάθαρη.

2. Το να είμαστε μόνοι προάγει τη δημιουργικότητα
Η δημιουργικότητα συμβαίνει όταν το μυαλό μας είναι ελεύθερο να εξερευνήσει και να αναρωτηθεί. Όταν είμαστε μόνοι, δεν υπάρχουν αντικρουόμενες σκέψεις και προγράμματα, κάτι που δίνει στο μυαλό μας την ελευθερία να ταξιδέψει βασιζόμενο στην αληθινή έμπνευση.

3. Το να είμαστε μόνοι χτίζει αυτοπεποίθηση
Η αυτοπεποίθηση είναι δύσκολο να χτιστεί με τόσες πολλές εξωτερικές επιρροές. Το να είμαστε μόνοι, μας επιτρέπει να αναπτύξουμε την αυθεντική μας φωνή που βασίζεται στις αξίες μας. Αυτή η επιλογή γίνεται δυνατότερη και σταθερή όταν ασχολούμαστε αποφασιστικά με αυτό που έχει σημασία για εμάς και όχι αυτό που έχει σημασία για τους άλλους.

4. Το να είμαστε μόνοι ενθαρρύνει την ανεξαρτησία
Το να σκεφτόμαστε άνετα και να δρούμε ανεξάρτητοι από το υποστηρικτικό μας δίκτυο, είναι το κλειδί για να ζήσουμε μια καλύτερη ζωή. Όταν περνάμε χρόνο μόνοι, επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ονειρευτεί και να δημιουργήσει στόχους που μας επιτρέπουν να μην εξαρτόμαστε από τους άλλους.

5. Το να είμαστε μόνοι αποσαφηνίζει τις αντιλήψεις
Οι αντιλήψεις που έχουμε βασίζονται στις εμπειρίες και τα συναισθήματα που έχουμε μέχρι τώρα. Όταν έχουμε χρόνο για να απομακρύνουμε τον εαυτό μας από την εμπειρία και περνάμε χρόνο μόνοι μας επεξεργαζόμενοι τα γεγονότα, ελεύθερα από το συναίσθημα και όποια άλλη επιρροή, κερδίζουμε σαφήνεια γύρω από τις κρίσεις που αρχικά κάναμε.

6. Το να είμαστε μόνοι μειώνει το στρες και το άγχος
Το στρες και το άγχος οφείλονται στις προσδοκίες του εξωτερικού περιβάλλοντος. Η σημασία αυτών των προσδοκιών γίνεται λιγότερο επείγουσα αν μπορέσουμε να βάλουμε λίγη προοπτική σε αυτές, και αυτό γίνεται όταν βρίσκουμε τον χρόνο να μείνουμε για λίγο μόνοι μας.

7. Το να είμαστε μόνοι καταδεικνύει τις προτεραιότητες
Είναι σημαντικό να αξιολογούμε συνεχώς τι είναι σημαντικό για εμάς. Ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τι είναι σημαντικό για εμάς, είναι να είμαστε για λίγο μόνοι μας. Χωρίς τις ανταγωνιστικές προτεραιότητες του καθενός γύρω μας, μπορούμε να πάρουμε στα σοβαρά τον εαυτό μας και αυτά που μας παθιάζουν.

8. Το να είμαστε μόνοι ενισχύει την παραγωγικότητα
Όταν είμαστε μόνοι μας και είμαστε σε θέση να ξεκαθαρίσουμε τα όνειρά μας, τους στόχους μας και τις προτεραιότητές μας, ξεχειλίζει ένας ενθουσιασμός. Αυτός ο ενθουσιασμός είναι το κίνητρο που μας ωθεί σε συγκεκριμένες πράξεις που υποστηρίζουν αυτούς τους στόχους και τις προτεραιότητες. Μας κάνει ενθουσιασμένους και μας δίνει την ενέργεια να κάνουμε όλα τα πράγματα που υποστηρίζουν το μεγάλο μας σχέδιο.

9. Το να είμαστε μόνοι δυναμώνει τις σχέσεις
Είτε το πιστεύετε είτε όχι, το να περνάμε χρόνο μόνοι μας στηρίζει και δυναμώνει τις σχέσεις με τους ανθρώπους που έχουν σημασία για εμάς. Όταν έχουμε τον χρόνο να καταλάβουμε και να εκτιμήσουμε τον εαυτό μας,  μπορούμε να καταλάβουμε και να εκτιμήσουμε καλύτερα τους άλλους.

Αυτό που βλέπεις στους άλλους, λέει πολλά για σένα

Μερικές φορές, αυτό που μας λείπει είναι αυτό που μας στερεί την ικανότητα να κρίνουμε τους άλλους με αντικειμενικό τρόπο. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται αρνητική προβολή. Είναι ένας μηχανισμός άμυνας κατά τον οποίον αποδίδουμε τα ελαττώματα και τις αδυναμίες μας στους άλλους. Σε καταστάσεις συναισθηματικής σύγκρουσης, αποδίδουμε στους άλλους τα δικά μας συναισθήματα ή σκέψεις, τα οποία εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε.

Η αρνητική προβολή διαχειρίζεται καταστάσεις συναισθηματικής σύγκρουσης που προέρχονται από εσωτερικά ζητήματα, καθώς εμείς αποδίδουμε στους άλλους τα ίδια μας τα συναισθήματα τα οποία δεν είμαστε σε θέση να αποδεχτούμε. Προβάλλουμε τα συναισθήματα ή τις σκέψεις που δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ως δικά μας, διότι μας προκαλούν άγχος ή ταραχή, οπότε τα κατευθύνουμε προς κάποιον άλλον και τα αποδίδουμε, χωρίς αιδώ, σε αυτούς τους ανθρώπους, σα να ήταν οι δικές μας σκέψεις ή αισθήματα.

Μεγάλο μέρος του έργου της προσωπικής ανάπτυξης συνίσταται από την προσπάθεια να απελευθερώσουμε τον εαυτό μας από αυτές τις προβολές, θέτοντας ένα σαφές όριο μεταξύ της ιστορίας που δημιουργούμε σχετικά με αυτό που συμβαίνει και αυτού που πράγματι συμβαίνει. Ως εκ τούτου, μπορούμε να αποφύγουμε τη στρέβλωση των γεγονότων και να ξεπεράσουμε τη σύγκρουση που υπάρχει μόνο στον δικό μας ψυχισμό.

«Δεν βλέπουμε τους άλλους όπως είναι, τους βλέπουμε όπως εμείς είμαστε» -Emmanuel Kant

Η άμυνα του εγώ απέναντι στους προσωπικούς περιορισμούς.
Προβάλλουμε τις προσωπικές μας άμυνες, διότι είναι αυτές που μας προκαλούν άγχος ή ταραχή για να διατηρήσουμε μια θετική αυτοεικόνα. Η αυτοεκιμήσή μας και οι μηχανισμοί άμυνας που διαθέτουμε παίζουν ένα θεμελιώδη ρόλο στην άμυνα του εγώ. Οι λεγόμενοι μηχανισμοί άμυνας του εγώ είναι στρατηγικές που χρησιμοποιούμε, χωρίς να συνειδητοποιήσουμε ότι διατηρούμε την αυτοεικόνα και την αυτοεκτίμησή μας αλλά και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας.

Ο εγκέφαλός μας φαίνεται ότι έχει αναπτύξει διαφορετικούς τρόπους να μας προστατεύει από ό,τι μας προκαλεί οδύνη, ή ό,τι δεν μπορούμε να αποδεχτούμε. Οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί άμυνας είναι στρατηγικές που αναστέλλουν την οδύνη που προέρχεται από ορισμένα βιώματα και συναισθήματα που προκύπτουν από τα βιώματα αυτά. Αυτοί οι μηχανισμοί μας προστατεύουν όταν δεν θέλουμε να αναγνωρίσουμε μια πτυχή το εαυτού μας, η οποία δεν μας αρέσει, ή διαλύει την εικόνα που έχουμε δημιουργήσει για τον εαυτό μας.

Το πρόβλημα προκύπτει όταν αυτοί οι μηχανισμοί γίνονται αυτόματοι ως αποτέλεσμα κατάχρησης των συγκεκριμένων μηχανισμών. Ως εκ τούτου, καθίσταται δύσκολο να διακόψουμε αυτή τη συνήθεια, παρά το γεγονός ότι μπορεί να παράγει ανισορροπία σε συγκεκριμένες πτυχές της ανάπτυξής μας. Είναι φυσιολογικό να χρησιμοποιούμε αυτούς τους μηχανισμούς ενίοτε, αλλά είναι επίσης σημαντικό να μπορούμε να τους αναγνωρίσουμε και να τους πολεμήσουμε, έτσι ώστε να μην καταλήξουμε να διαστρεβλώσουμε την πραγματικότητα σύμφωνα με τη θέληση του εγώ.

Σε διαφορετική περίπτωση, αυτοί οι μηχανισμοί άμυνας θα στραφούν εναντίον μας, δημιουργώντας σημαντικές στρεβλώσεις στην αντίληψή μας, ενώ θα καταστεί δυσκολότερη η αναγνώριση και η ταυτοποίησή τους, διότι καμουφλάρονται εύκολα ανάμεσα στις ρεαλιστικές μας αντιλήψεις. Οι μηχανισμοί άμυνας που διαθέτουμε μας κάνουν να φαινόμαστε πιο δυνατοί όταν είμαστε αδύναμοι και να φαινόμαστε αδύνατοι όταν είμαστε δυνατοί.

Αυτό που βλέπουμε στους άλλους λέει πολλά για τον εαυτό μας.
Οι άλλοι άνθρωποι ενεργούν ως κάτοπτρο του νου μας, πάνω στο οποίο εμείς βλέπουμε να αντικατοπτρίζονται διαφορετικές ποιότητες ή πτυχές του είναι μας. Όταν βλέπουμε κάτι που δεν μας ικανοποιεί σε κάποιον άλλον, αισθανόμαστε δυσαρέσκεια και απόρριψη, οι οποίες είναι ενδεικτικές του γεγονότος ότι αυτή η πτυχή του εαυτού μας δυσαρεστεί. Η ψυχολογική προβολή μάς κάνει να σκεφτούμε ότι το ελάττωμα αυτό δεν μας αγγίζει, δεν μας ανήκει, οπότε υπάρχει μόνο στον άλλον.

Η ψυχολογική προβολή είναι ένας ψυχικός μηχανισμός άμυνας μέσω του οποίου ένα πρόσωπο αποδίδει στους άλλους τα δικά του συναισθήματα, σκέψεις, ή κίνητρα τα οποία ο ίδιος αρνείται ότι διαθέτει, ή δεν τα αποδέχεται για τον εαυτό του. Όταν το μυαλό μας συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια απειλή για την ψυχική μας υγεία, την αποδίδει σε μη αποδεκτές ιδιότητες ενός εξωγενούς αντικειμένου.

Ως εκ τούτου, το μυαλό μας κατορθώνει να αυταπατάται και να κάνει αυτά τα απειλητικά στοιχεία να φαίνεται ότι υπάρχουν εκτός του εαυτού μας. Αυτές οι προβολές ισχύουν τόσο για τα αρνητικά συναισθήματα όπως το μίσος, η απέχθεια και οι επιθυμίες θανάτου αλλά και για θετικά όπως ο θαυμασμός, η εξιδανίκευση και η τρυφερότητα. Ως αποτέλεσμα, όταν ασκούμε ακραίου βαθμού κριτική στου άλλους, ενδεχομένως να κρίνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

«Ό,τι μας ενοχλεί στους άλλους είναι απλώς μια προβολή αυτού που δεν έχουμε ακόμη επιλύσει με τον ίδιο μας τον εαυτό» -Buddha

H αγάπη είναι ένας τρόπος να βιώσεις την απόλυτη πληρότητα

«Γιατί αλλάζει η αγάπη;» ρώτησε ο Αρθούρος.
«Γιατί το συναίσθημα της αγάπης εμπεριέχει πάντα και το αντίθετό του. Το πιο έντονο συναίσθημα αγάπης κρύβει ένα μίσος εξίσου έντονο», απάντησε ο Μέρλιν.
«Η μόνη διαφορά είναι ότι η αγάπη ανθίζει ενώ το μίσος είναι ακόμη σπόρος».

Δοκίμασε να κάνεις αυτή την άσκηση: σκέψου μια στιγμή όπου κάποιος που αγαπούσες πολύ σε πλήγωσε. Μπορεί να είναι μια στιγμή αδιαφορίας ή προδοσίας, ή να είναι μια πράξη που αποκάλυψε το γεγονός ότι αυτός ο αγαπημένος δεν ήταν τέλειος, αλλά, απλώς, άνθρωπος. Αν είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου, σίγουρα θα θυμηθείς πόσο βίαια και ξαφνικά μπορεί η αγάπη να μετατραπεί σε άλλα συναισθήματα. Ο σπόρος του μίσους, της ζήλειας ή της αδιαφορίας που ξεπήδησε ήταν πάντοτε εκεί, κρυμμένος κάτω από την αγάπη που προτιμούσες να νιώθεις. Και γιατί το προτιμούσες;

Πέρα από την απόλαυση που φέρνει το συναίσθημα της αγάπης, υπάρχει κι ένας άλλος λόγος: το εγώ. Το είδος της αγάπης που αγκιστρώνεται σε ένα άλλο άτομο, στην πραγματικότητα αφορά εσένα τον ίδιο. Γιατί αυτό που κάνει αυτό το είδος αγάπης να συνεχίζει να υπάρχει δεν είναι η αληθινή ουσία του αγαπημένου προσώπου, αλλά κάτι πολύ πιο δεσμευτικό: η ίδια σου η ανάγκη να κατέχεις.

Όταν νομίζεις ότι κατέχεις κάποιον άλλον, στην πραγματικότητα αυτό που κάνεις είναι να προσπαθείς να ξεφύγεις από τoν εαυτό σου, αποφεύγοντας έτσι τους φόβους και τις αδυναμίες που αρνείσαι να αποδεχτείς. Αντί να αντιμετωπίσεις με θάρρος τον εαυτό σου, κοιτάζεσαι στον καθρέφτη της αγάπης και βλέπεις την απόλυτη πληρότητα, όχι σ΄εσένα, αλλά στα συναισθήματα που νιώθεις για το αγαπημένο σου πρόσωπο. Κι αυτό μην το πάρεις σαν κριτική.

Όπως το βλέπει ο μάγος, η αγάπη είναι πράγματι ένας τρόπος να βιώσεις την απόλυτη πληρότητα, αλλά αυτό δεν μπορεί να συμβεί μέσα από τη φαντασία. Ο καθρέφτης της αγάπης είναι ένας θεϊκός τρόπος να υπερβείς το εγώ, αλλά μόνον όταν έχεις αφεθεί στην καθαρή ροή της ύπαρξης, που τη βρίσκεις σαν πολύτιμο πετράδι μέσα στο κάθε συναίσθημα της αγάπης. «Να θυμάσαι». είπε ο Μέρλιν, «ότι η αγάπη δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα, αλλά μια συμπαντική δύναμη και, ως τέτοια, είναι απαραίτητο να εμπεριέχει την αλήθεια».

Αν είσαι πρόθυμος να φτάσεις τόσο βαθιά, θα ανακαλύψεις ότι κάθε συναίσθημα είναι μεταμφιεσμένη αγάπη. Η ζήλεια και το μίσος μοιάζουν να είναι αντίθετα από την αγάπη, αλλά μπορείς επίσης να τα δεις ως διαστρεβλωμένους τρόπους αναζήτησης της αγάπης. Αυτός που ζηλεύει αποζητά την αγάπη, αλλά την αποζητά με ένα διαστρεβλωμένο τρόπο. Αυτός που μισεί θέλει απεγνωσμένα την αγάπη, αλλά μισεί, στην απελπισία του ότι δεν θα καταφέρει ποτέ να την έχει. Όταν κάποια στιγμή πάψεις να βλέπεις την αγάπη απλώς ως συναίσθημα, τότε θα κατανοήσεις ότι είναι μια συμπαντική δύναμη που έλκει τους πάντες και τα πάντα προς αυτήν. Αυτή είναι η αγάπη του μάγου.

Επομένως, χρειάζεται να τιμούμε κάθε εκδήλωση της αγάπης, όσο διαστρεβλωμένη και αν είναι. Και παρόλο που πολύ λίγοι άνθρωποι μπορούν να βιώσουν αληθινά την πληρότητα της συμπαντικής αγάπης, όλοι βαδίζουν στο μονοπάτι για να τη συναντήσουν.

Κοιλιά: Η πατρίδα των αρχέγονων συναισθημάτων και ενστίκτων

Η θέση της, ανάμεσα στο θώρακα και τη λεκάνη, την κάνει λιγότερο προστατευτική από τη δεύτερη. Με την ανόρθωση του ανθρώπου στα πίσω πόδια, η κοιλιά υπέστη τη μεγαλύτερη υποβάθμιση. Με τη βάδιση στα τέσσερα, τα εντόσθια μέσα στην κοιλότητά της προστατεύονταν αποτελεσματικά. Επάνω την κάλυπτε η σπονδυλική στήλη, στα πλάγια την προστάτευαν τα μέλη, κάτω βρισκόταν η προστατευτική γη, εμπρός ο προμαχώνας του θώρακα. Απέμειναν τα τοιχώματά της, με τους επιμήκεις πλατείς μύες τους, που την προστατεύουν από τραυματισμούς και συγκρατούν τα εντόσθια.

Ωστόσο η κοιλιά δεν έχασε μόνο την προστασία αλλά, με την ανόρθωση του κεφαλιού, και την ίδια τη σημασία της. Βάσει της αναλογικής ιστορίας του είδους, της ατομικής εξέλιξης και του ρόλου που παίζει η κοιλιά στα βρέφη, αναγνωρίζουμε τη σημασία που πρέπει να είχε η κοιλιά για τους προγόνους μας. Στο νήπιο όλα στρέφονται γύρω από την κοιλιά και τη ζωτική αίσθηση που παρέχει. Αν είναι ζεστή και γεμάτη, ο κόσμος είναι εντάξει. Αν είναι άδεια και τεντωμένη, προμηνύεται καταιγίδα. Οι σκέψεις του κεφαλιού δεν παίζουν κανένα ρόλο. Ακόμα και τα σκιρτήματα της καρδιάς υπολείπονται των κοιλιακών αισθήσεων.

Επιμένουμε να απωθούμε την πρώιμη αυτή φάση της ιστορίας μας. Οι εκφράσεις «έπεσε με την κοιλιά» ή «προσγειώθηκε με την κοιλιά», μαρτυρούν ότι η αναδρομή σε εποχές όπου η ζωή φυσικά λάμβανε χώρα στο έδαφος ή στρεφόταν γύρω από αυτό, είναι πολύ δυσάρεστο πράγμα. Γι΄ αυτό όποιος «μιλά ακούγοντας την κοιλιά του», δεν χαίρει εκτίμησης. Το ψύχραιμο κεφάλι παίρνει αποστάσεις από την κοιλιά και τις άναρχες ως χαοτικές απαιτήσεις της.

Στην εποχή μας έχουμε εγκαταλείψει πια τους πολιτισμούς που, όπως οι Ινδιάνοι της Αμερικής, στηρίζονταν στην αίσθηση της κοιλιάς και την ενόραση. Προτιμούμε να τους αποκαλούμε «πρωτόγονους». Στην πραγματικότητα, τα συναισθήματα και το θυμικό της κοιλιάς έχουν κάτι πρωτόγονο σε σχέση με τις διαφοροποιημένες απόψεις και σκέψεις του κεφαλιού. Μια τόσο αρχέγονη δύναμη, σαν την καυτή πείνα που ανεβαίνει από τα βάθη των εντοσθίων, θεωρείται βέβαια χονδροειδής κι ανεπεξέργαστη, σε σύγκριση με τις διαλεκτικές επεξεργασίες του εγκεφάλου. Η οργισμένη κοιλιά είναι ο πιο δύστροπος εταίρος για το έξυπνο κεφάλι.

Αν το κεφάλι είναι το κέντρο της νόησης κι η καρδιά το κέντρο του θυμικού και των εγκάρδιων συγκινήσεων, η κοιλιά είναι πατρίδα των αρχέγονων, αφενός παιδιάστικων, αφετέρου αρχαϊκών συναισθημάτων και ενστίκτων. Το τρίτο τσάκρα κάτω από τον ομφαλό, που ονομάζεται Μανιπούρα, σχετίζεται με την αρχέγονη δύναμη κι εξουσία. Για το μικρό παιδί, ο ομφαλός του είναι ομφαλός της γης. Αν κάτι του πάει στραβά, αντιδρά με κοιλόπονο, κι αν είναι όλα καλά, χαϊδεύει από ευχαρίστηση την κοιλιά του. Τα ανεπεξέργαστα αισθήματα, που σχετίζονται με τη θαλπωρή και την προστασία, συνεχίζουν να ενοχλούν τους ενήλικες στο στομάχι. Ο βαθύς, ασύλληπτος πόνος προκαλεί κοιλόπονο, τα γνωστικά προβλήματα έχουν άμεση επαφή με τον πονοκέφαλο, ενώ η συναισθηματική πίεση πλήττει κυρίως την καρδιά.

Ευάλωτη και απροστάτευτη, είναι η περιοχή εκείνη του σώματος όπου εκφράζονται οι υπαρξιακοί φόβοι κι οι εκάστοτε απειλές κατά του ατόμου. Ο ομφαλός είναι θέατρο της πρώτης βαριάς υπαρξιακής κρίσης της ζωής. Προτού καν επιχειρηθεί η νέα δυνατότητα τροφοδοσίας, αποκόβεται ο ομφαλός, η πρώτη εκείνη γραμμή ενισχύσεων, που διασφάλιζε το παραδείσιο καθεστώς της μήτρας. Ξυπνά ο φόβος του θανάτου από πείνα – ο αρχαιότερος φόβος. Στον ομφαλό σημαδεύεται η πρώτη, αναπόφευκτη ουλή στον αγώνα της επιβίωσης. Αν προσπαθούσαν να αναβάλουν την αποκοπή του, θα εμπόδιζε, αν δεν απειλούσε, τη φυσική ζωή. Η προσπάθεια αναβολής της αποκοπής (με μεταφορική έννοια) οδηγεί σε προβλήματα, που εκφράζονται συχνά στο στομάχι ή το δωδεκαδάκτυλο.

Και, τέλος, η κοιλιά είναι αποθήκη προμηθειών του σώματος, όπου συγκεντρώνονται τα υλικά αποθεματικά. Ρίχνοντας μια ματιά στη σύγχρονη κοινωνία της ευημερίας και παχυσαρκίας, διαπιστώνουμε πόσοι άνθρωποι προτιμούν να κουβαλούν συνεχώς επάνω τους όλα τα απαραίτητα. Τόπος πρόληψης για καιρούς χαλεπούς, η κοιλιά μαρτυρεί την εμπιστοσύνη στο υλικό μέλλον.

Την τελευταία αυτή ιδιότητα δεν την εκτιμούμε όσο πρέπει. Αντίθετα, περιφρονούμε την κοιλιά για την αποθηκευτική της ικανότητα. Αν θέλουμε το καλό κάποιου ανθρώπου, του λέμε «ψηλά το κεφάλι! μην αφήνεις να σε πάρει από κάτω!» τονίζοντας τον επάνω πόλο. Μια χοντρή, γεμάτη κοιλιά μας τραβά προς τα κάτω, και λίγα πράγματα μισούμε τόσο πολύ. «Κάνει κοιλιά το πράγμα», η «σακουλιάζει», μαρτυρεί ξεκάθαρα τι σημαίνει η χοντρή κοιλιά. Για άλλη μια φορά γίνεται σαφής η διαφοροποίηση του επάνω από το κάτω.

Το αίμα που δεσμεύεται στην κοιλιά κατά τη χώνευση, αφαιρείται από το εργατικό, φιλόδοξο κεφάλι. Λησμονούμε το γεγονός ότι η κοιλιά μας δένει με τη γη.

Ο σύγχρονος άνθρωπος θα προτιμούσε να έχει ένα κενό στη θέση της κοιλιάς, επίπεδα κοιλιακά τοιχώματα, που στην πράξη τίποτα δεν θα περιέχουν, και την ησυχία του με τον κάτω, εξ ορισμού άπρεπο κόσμο. Με τον ίδιο τρόπο οι θόρυβοι της κοιλιάς μας είναι εξαιρετικά δυσάρεστοι, ενώ δεν έχουμε αντίρρηση στους κτύπους της καρδιάς και εκτιμούμε μάλιστα τους ήχους που βγαίνουν από το στόμα, εφόσον έχουν να κάνουν με την πνευματική και όχι με την υλική χώνευση.

Αλίμονο όμως αν η κοιλιά προδώσει με γουργούρισμα τα δικά της συμφέροντα ή, ακόμα χειρότερα, αν θορυβήσει το έντερο. Δεν θεωρείται «καθωσπρέπει» αυτό που προσφέρει το κάτω μισό του σώματος. Ενώ, αν και λιγότερο καθωσπρέπει, είναι απόλυτα ειλικρινές.

Λίγη εκτίμηση απολαμβάνει ο άνθρωπος της κοιλιάς. Αντίπολος του ασκητικού ανθρώπου που διακατέχεται από πνευματικές ανησυχίες, είναι πειθαρχικός, κλίνει προς τη λογική και, στη χειρότερη περίπτωση, στο φανατισμό. Βρίσκεται μακριά από τον κοιλιακό, σωματικό και ηδονοθηρικό άνθρωπο, που αντλεί από αισθήσεις και προαισθήματα και ζει για την ευχαρίστησή του.

Η αγάπη δεν πρέπει να παρακαλεί, ούτε να απαιτεί. Η αγάπη πρέπει να έχει την δύναμη να φτάσει στη βεβαιότητα

Σαν πήγα στο σπίτι, ύστερα από απουσία πολλών ημερών, με πήρε παράμερα και μου είπε: “Δεν πρέπει να παραδίδεσθε, σε επιθυμίες στις οποίες δεν πιστεύετε. Ξέρω τι επιθυμείτε. Πρέπει να παραιτηθείτε από τις επιθυμίες αυτές ή να επιθυμήσετε σωστά. Αν μπορείτε να παρακαλέσετε για κάτι που είναι σίγουρη η εκπλήρωση του, τότε θα γίνει. Επιθυμείτε όμως κι έπειτα μετανιώνετε- γι’ αυτό ακριβώς έχετε αγωνία. Θα σας διηγηθώ ένα παραμύθι”.

Και μου διηγήθηκε για έναν νέο, που αγάπησε ένα αστέρι. Στεκόταν στη θάλασσα, άπλωνε το χέρι και λάτρευε το αστέρι, το ονειρευόταν κι έστελνε τη σκέψη του πάντοτε εκεί πάνω. Αλλά ήξερε ή έπρεπε να ξέρει πως ένας άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αγκαλιάσει ένα αστέρι. Το πήρε για μοίρα του, χωρίς ελπίδα για μια εκπλήρωση ν’ αγαπά ένα αστέρι και παραδόθηκε σε μια ποίηση που εξέφραζε την παραίτηση και τον σιωπηλό και αφοσιωμένο του πόνο, που όφειλαν να τον γαληνέψουν. Όλα τα όνειρά του πήγαιναν προς το αστέρι. Έτσι, μια νύχτα, πήγε πάλι στη θάλασσα και από ένα σκόπελο παρατηρούσε το αστέρι, φλογισμένος από αγάπη. Και σε μια στιγμή ακράτητης λαχτάρας, έδωσε ένα πήδημα προς τα πάνω και γκρεμίστηκε στο κενό, μακριά από το αστέρι. Αλλά και τη στιγμή που πηδούσε, πρόλαβε να σκεφτεί: Και όμως είναι αδύνατο! Έτσι τσακίστηκε στην ακρογιαλιά. Δεν ήξερε ν’ αγαπά. Τη στιγμή που πήδησε, αν είχε την ψυχική δύναμη να πιστέψει στην εκπλήρωση της επιθυμίας του, θα πετούσε και θα έσμιγε με το αστέρι.

“Η αγάπη δεν πρέπει να παρακαλεί” είπε, “ούτε να απαιτεί. Η αγάπη πρέπει να έχει την δύναμη να φτάσει στη βεβαιότητα. Τότε ελκύει και δεν ελκύεται. Σίνκλερ, η αγάπη σας ελκύεται από μένα. Αν καμιά φορά με ελκύσει, τότε θα έρθω. Δε θέλω να δώσω δώρα, θέλω να με κερδίσουν”.

Μια άλλη φορά μου διηγήθηκε ένα άλλο παραμύθι. Ήταν ένας ερωτευμένος που αγαπούσε χωρίς ελπίδα. Κλείστηκε στον εαυτό του κι ήταν έτοιμος να καεί από την αγάπη. Ο κόσμος χανόταν, δεν έβλεπε πια τον γαλάζιο ουρανό και το πράσινο δάσος, το ρυάκι δε μουρμούριζε, η άρπα δεν έπαιζε, όλα είχαν βουλιάξει κι είχαν γίνει φτωχά και ελεεινά. Η αγάπη του όμως φούντωνε, αλλά προτιμούσε να πεθάνει και να χαθεί, παρά να παραιτηθεί από την κατάκτηση της ωραίας γυναίκας που επιθυμούσε. Τότε ένιωσε πως η αγάπη του είχε κάψει καθετί άλλο μέσα του, κι έγινε δυνατός και τραβούσε, τραβούσε κοντά του, και η ωραία γυναίκα έπρεπε να τον ακολουθήσει κι ήρθε μπροστά του με ανοιχτά χέρια να τον τραβήξει κι αυτή. Αλλά η γυναίκα που στάθηκε μπροστά του ήταν μεταμορφωμένη, και τότε ο ερωτευμένος με μια φρικίαση αισθάνθηκε πως όλος ο χαμένος κόσμος ξαναγύριζε κοντά του. Στεκόταν μπροστά του και παραδινόταν σ’ αυτόν – ο ουρανός και το δάσος και το ρυάκι, όλα έρχονταν με νέα δροσερά χρώματα, ανήκαν σ’ αυτόν, μιλούσαν τη δική του γλώσσα. Κι αντί να κερδίσει μια γυναίκα, κέρδισε ολόκληρο τον κόσμο, και κάθε αστέρι του ουρανού άστραφτε μέσα του και άναβε στην ψυχή του επιθυμίες. Οι περισσότεροι όμως αγαπούν για να χαθούν μαζί με την αγάπη τους.

Η αγάπη μου για την Εύα ήταν το μοναδικό περιεχόμενο της ζωής μου. Αλλά κάθε μέρα την έβλεπα διαφορετική. Μερικές φορές πίστευα πως δεν ήταν το πρόσωπό της που καθόριζε το σκοπό μου, αλλά η ίδια σα σύμβολο του εσωτερικού μου κόσμου που με οδηγούσε βαθιά στη μοίρα μου. Πολλές φορές άκουγα λόγια της που φαίνονταν σαν απαντήσεις του υποσυνείδητου μου σε σπουδαία ζητήματα που με απασχολούσαν . Έπειτα υπήρχαν πάλι στιγμές που άναβα κοντά της από σαρκική και πνευματική αγάπη, πραγματικότητα και σύμβολο. Έτσι συνέβαινε να βρίσκομαι στο δωμάτιό μου και να τη σκέφτομαι, με μια ήρεμη διάθεση, και τότε τα χέρια της έσμιγαν με τα χέρια μου και τα χείλια της με τα χείλια μου. Ή βρισκόμουν κοντά της, την έβλεπα καταπρόσωπο, μιλούσα μαζί της, άκουγα τη φωνή της και δεν ήξερα αν ήταν πραγματικότητα ή όνειρο.

Άρχισα να καταλαβαίνω πώς μπορεί μια αγάπη να διαρκέσει και να γίνει αθάνατη. Διάβασα ένα βιβλίο κι είχα μια νέα γνώση, κι ήταν σαν το φιλί της Εύας. Μου χάιδευε τα μαλλιά και με γέμιζε με το ώριμο και ζεστό της άρωμα κι είχα την εντύπωση πως είχα κάνει μέσα μου μεγάλη πρόοδο. Ό,τι ήταν σπουδαίο και μοίρα για μένα, μπορούσα να το βρω στη μορφή της. Μπορούσε σε κάθε μου σκέψη να μεταμορφωθεί και κάθε σκέψη μου να παίρνει τη δική της φυσιογνωμία.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΝΤΕΜΙΑΝ

Μην απολογείσαι, μην εξηγείς και μην γκρινιάζεις

Κάποιοι θεωρούν τον εαυτό τους λιγότερο άξιο από τους άλλους, ζουν στον συνεχή φόβο μην πουν ή μην κάνουν το παραμικρό λάθος στις σχέσεις τους, καταρρέουν κυριολεκτικά αν αυτό συμβεί.

Βλέποντας όλα τα θετικά τους στοιχεία να σωριάζονται σαν χάρτινος πύργος, καταφεύγουν σε παράπονα, απολογίες και άπειρες εξηγήσεις για να δικαιολογηθούν, από τον φόβο ότι δεν είναι αρκετοί για να έλξουν τη συμπάθεια και την αγάπη, εκτός κι αν είναι άψογοι.

Είναι οι άνθρωποι που τα πρωινά αντικρύζουν τη μέρα γεμάτοι κούραση και ανησυχία, φοβούνται το αύριο, το μέλλον και τις απώλειες, κάνοντας διαρκή ανασκόπηση τί είναι αυτό που δεν έκαναν σωστά και πόσο κινδυνεύουν να διασυρθούν και να εκτεθούν, πώς θα ξεφύγουν από τον εξευτελισμό, την μοναξιά και την απομόνωση.

Οι απολογίες:

«Οι φίλοι σου δεν τις χρειάζονται και οι εχθροί σου, έτσι κι αλλιώς δεν θα σε πιστέψουν»

«Ο άνθρωπος στα 80% της ζωής του εκτίθεται» Γούντυ Αλλεν

Η απολογία, αν και χρήσιμη μόνο όταν κάποιος κάνει κάτι κακό και σκοπεύει να το διορθώσει, είναι μια από τις πιο διαστρεβλωμένες αντιλήψεις στις σχέσεις και είναι καλό να χρησιμοποιείται με φειδώ και λιτότητα.

Οι απολογίες, τις περισσότερες φορές δεν αφορούν κάποια κακή πράξη αλλά παραίτηση, εκχώρηση και καταπάτηση προσωπικών δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και της ελευθερίας να είναι κάποιος όπως αυτός θέλει, εφόσον αυτό δεν προκαλεί βλάβη στους άλλους.

'Ολοι γνωρίζουμε ανθρώπους που κάνουν αυτό το πράγμα συνεχώς (μήπως το κάνουμε κι εμείς…οι ίδιοι;), χωρίς να αντιλαμβάνονται πόσο ευάλωτοι γίνονται στα χέρια των άλλων.

Οι απολογούμενοι πιστεύουν ότι μια τέτοια προσαρμογή στη ζωή είναι η μόνη τους επιλογή, σαν να πιστεύουν βαθύτερα ότι δεν τους μένει τίποτε άλλο να κάνουν, σαν να μην έχουν την παραμικρή υποψία ότι μπορούν να δουν τις σχέσεις διαφορετικά.

Οι απολογίες στις διαπροσωπικές σχέσεις για οτιδήποτε δεν είναι παρά ένα- και μάλιστα κακό- δεκανίκι μια ελαττωματικής αυτοπεποίθησης, στηριγμένης στην γνώμη των άλλων.

Είναι οι άνθρωποι με μειωμένη αυτοπεποίθηση που συνήθως απολογούνται από τον φόβο να μην χάσουν τους άλλους, την εκτίμηση και την παρουσία τους, καθώς μέσα από αυτούς και μόνο διαμορφώνουν την ζωή τους, τα όνειρα και τις προσδοκίες τους.

Οι εξηγήσεις:

Οι πολλές εξηγήσεις είναι απαραίτητες οπουδήποτε αλλού εκτός από τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Μπορούμε για παράδειγμα να δώσουμε άπειρες εξηγήσεις μέχρι κάποιος να καταλάβει πώς να κατασκευάσει ένα όμορφο κήπο, ή να λύσει ένα μαθηματικό πρόβλημα αλλά είναι πολύ μάταιες όταν στις διαπροσωπικές σχέσεις εξηγούμε ατελείωτα γιατί δεν είναι δικό μας το λάθος.

Αλήθεια, σκεφθήκατε ποτέ ότι στην πραγματικότητα κανείς δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό;

Αν έκανες λάθος, πάει το έκανες, δεν θα 'ταν άσχημα να το ξαναδείς και να το διορθώσεις για το μέλλον αλλά μέχρις εκεί.

Αν η σχέση σου σε χρεώσει σε αβάστακτο βαθμό τότε υπάρχει πρόβλημα στη σχέση κι αυτό δεν οφείλεται στο λάθος σου και μόνο.

Τα παράπονα:

Τα παράπονα ενοχλούν τους άλλους, τρελαίνουν αυτόν που παραπονιέται και καταστρέφουν σχέσεις εξίσου καλά με τις απολογίες και τις ατελείωτες εξηγήσεις.

Τα παράπονα είναι η φυσική συνέχεια της απολογίας και των εξηγήσεων.

Κάποιος που συνηθίζει να δίνει αναλυτικές και ατέλειωτες εξηγήσεις, που απολογείται για το κάθε τι επιφυλάσσει στον εαυτό του το θλιβερό δικαίωμα να κάνει συνεχώς παράπονα, σαν να είναι ένας τρόπος προφύλαξης από αόρατες, μελλοντικές κατηγορίες.

Οι άνθρωποι που παραπονιούνται έχουν συνήθως κρυφές προσδοκίες, δεν τολμούν να τις που φανερά και περιμένουν από τους άλλους να τις αντιληφθούν.

Κανείς δεν θέλει πραγματικά να είναι ελεύθερος, γιατί η ελευθερία φέρνει ευθύνες

Όλοι θέλουν ελευθερία σε ό,τι αφορά τα λόγια, αλλά κανείς δεν είναι πραγματικά ελεύθερος και κανείς δεν θέλει πραγματικά να είναι ελεύθερος, γιατί η ελευθερία φέρνει ευθύνες.

Δεν έρχεται μόνη της. Και είναι απλό να είσαι εξαρτημένος: δεν έχεις εσύ την ευθύνη, την ευθύνη την έχει ο άνθρωπος από τον οποίο εξαρτάσαι.

Έτσι οι άνθρωποι έχουν φτιάξει ένα σχιζοφρενικό τρόπο ζωής. Μιλούν για την αλήθεια, μιλούν για την ελευθερία και ζουν μέσα στα ψέματα, ζουν μέσα στη σκλαβιά – σκλαβιά πολλών ειδών, γιατί η κάθε μια σκλαβιά σε ελευθερώνει από κάποια ευθύνη.

Ο άνθρωπος που θέλει πραγματικά να είναι ελεύθερος πρέπει να αποδεχτεί τεράστιες ευθύνες. Δεν μπορεί να πετάξει τις δικές του ευθύνες πάνω σε κάποιον άλλο. Ό,τι κι αν κάνει, όπου κι αν είναι, είναι υπεύθυνος.

Ο ιδανικός σύντροφος

Σαν παιδιά φαντασιωνόμασταν την τέλεια σχέση.
Το βασιλόπουλο με το άσπρο άλογο ήταν η φαντασίωση κάθε κοπέλας, όπως την παρουσιάζουν τα παραμύθια του προηγούμενου αιώνα. Μετά αυτή η φαντασίωση ξεθώριασε και το βασιλόπουλο μετατράπηκε σε επιτυχημένο άντρα με κύρος, θέση και φυσικά με ένα παχυλό μισθό. Ένας καθηγητής πανεπιστημίου, ένας γιατρός ή δικηγόρος ήταν μια κοινωνικά καταξιωμένη επιλογή.

Και τώρα τι; Το βασιλόπουλο δεν έχει πια άλογο και ο καταξιωμένος άντρας δεν έχει πια το παχυλό μισθό που είχε κάποτε και επιπλέον έχει χάσει την αναγνώριση του.

Και τώρα τι; Ποιος είναι ο ιδανικός άντρας για ένα κορίτσι αυτής της εποχής; Τι συμβουλές δίνουν άραγε οι μαμάδες στις κόρες τους και πως φαντασιώνονται τα σημερινά κορίτσια τον ιδανικό σύντροφο;

Η φαντασίωση του ιδανικού συντρόφου έχει καταρρεύσει από καιρό. Οι περισσότεροι γάμοι αργά ή γρήγορα φαίνεται να διαλύονται και ακόμα και αν δεν συμβαίνει αυτό, τα προβλήματα στις σχέσεις φαντάζουν ανυπέρβλητα.

Ο ένας κατηγορεί τον άλλον γιατί μια ωραία μέρα δεν ανταποκρίνεται πια στις προσδοκίες του. Και κάπως έτσι λήγει ο μήνας του μέλιτος.

Γιατί έχουμε προσδοκίες από το σύντροφο μας; Γιατί πιστεύουμε ότι χρειάζεται να κάνει το ένα ή το άλλο ή ακόμα χειρότερα, οφείλει να το κάνει; Και αν δεν το κάνει έχουμε κάθε δικαιολογία για να τον χωρίσουμε; Που είναι η αγάπη τελικά; Που είναι η δική μας ευθύνη;

Διαμαρτυρόμαστε για τα στραβά του συντρόφου μας, μας έκανε αυτό, μας έκανε εκείνο ή δεν έκανε αυτό, δεν έκανε εκείνο. Εμείς που είμαστε την ώρα που κρίνουμε τις συμπεριφορές του;

Μήπως είμαστε έξω από τον εαυτό μας; Μήπως έχουμε πάρει το ρόλο του κριτή, προβάλλοντας του την δική μας ανικανότητα να καλύψουμε τις δικές μας ανάγκες, τις δικές μας ελλείψεις και να σταθούμε στη σχέση με την υπευθυνότητα του ενήλικα;

Γινόμαστε κριτές του άλλου γιατί έχουμε αποτύχει να νιώθουμε πλήρεις και ολόκληροι με τον εαυτό μας και προσδοκούμε από τον σύντροφο να μας σώσει, να μας λυτρώσει από την εσωτερική αποξένωση και να μας δώσει λόγο ύπαρξης.

Οι όμορφες στιγμές που έχουμε περάσει μαζί του, μας έχουν δώσει την ψευδαίσθηση ότι κοντά του επιτέλους βρήκαμε το νόημα της ζωής, η ζωή μας απόκτησε ουσία και πάλι. Και νομίζοντας ότι βρήκαμε το μαγικό βοτάνι της χαράς και της ζωής κρεμόμαστε από το σύντροφο για να μας οδηγήσει στο κήπο της Εδέμ, στο παράδεισο της ένωσης και της πληρότητας. Μάταια όμως κάποια στιγμή αυτή η ψευδαίσθηση καταρρέει και καταρρέει όχι γιατί ο άλλος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο ρόλο του, αλλά γιατί εμείς δεν μπορούμε να γεμίσουμε με τίποτα το αχόρταγο κενό της ύπαρξης μας. Προκειμένου να το καταφέρουμε προσδοκούμε όλο και περισσότερα, απαιτούμε περισσότερα, γκρινιάζουμε, φωνάζουμε και προσπαθούμε με κάθε τρόπο να υποδείξουμε στον άλλον ότι ο ρόλος του είναι να μας κάνει ευτυχισμένες. Μάταια όμως. Εκείνος απομακρύνεται και αδιαφορεί και καταλήγουμε να αισθανόμαστε ακόμα πιο μόνοι να αναρωτιόμαστε που πήγε ο έρωτας, η χαρά και η αγάπη; Κάπως έτσι επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά ο ίδιος κύκλος.

Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι χωρισμός. Ένας χωρισμός που προσωρινά θα μας δώσει την ευχαρίστηση της εκδίκησης και την απόδειξη της δύναμης μας -την ψεύτικη δύναμη του πληγωμένου εγώ-. Τη δύναμη που παγιδεύει, που ναρκώνει τους φόβους -αφού καταφέραμε να χωρίσουμε άρα δεν φοβόμαστε το χωρισμό, την μοναξιά, την εγκατάλειψη- για να φτάσουμε κάποια στιγμή να καταλάβουμε ότι είναι το ίδιο νόμισμα του φόβου, της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, από την άλλη όψη.

Χωρίζω τον άλλον και χωρίζω από τα κομμάτια του εαυτού μου που δεν μπορώ να αντέξω.
Ναι γιατί δεν μπορώ να με αντέξω. Δεν μπορώ να αντέξω το φόβο μου, την μοναξιά μου, την ερημία της ύπαρξης μου.

Γιατί με τον άλλον έχω την ψευδαίσθηση ότι δεν είμαι μόνος, αλλά φτάνει κάποια στιγμή που με τον άλλον είμαι πιο μόνος από ποτέ. Έρχεται κάποια στιγμή που ενώ ο άλλος μου δίνει αυτό που νομίζω ότι μου λείπει, η μοναξιά που βιώνω γίνεται όλο και πιο πυκνή.

Ο φόβος να μην μείνω μόνος, να μην εγκαταλειφθώ είναι τόσο μεγάλος που έχω κάνει τα πάντα για να έχω τον άλλον και καταλήγω να είμαι πιο μόνος από ποτέ, γιατί έχω χάσει κάθε σημείο αυτοαναφοράς.

Και αναρωτιέμαι ποια μοναξιά είναι χειρότερη; Αυτή που δημιουργείται από την έλλειψη του άλλου ή αυτή που βιώνω όταν είμαι με το σύντροφο, αλλά δεν έχω αίσθηση της ταυτότητας μου;

Η πρώτη μοναξιά έχει μέσα της κίνηση. Με ωθεί να μπω στη δράση, να κάνω πράγματα για να μην αισθάνομαι έτσι και αυτό αναπόφευκτα θα με φέρει σε επαφή με δραστηριότητες που μου αρέσουν, άρα και πιο κοντά στον εαυτό μου.

Η δεύτερη μοναξιά είναι παγίδα. Ένα χρυσό κλουβί που με κάνει να πιστεύω φαινομενικά ότι είμαι καλά. Αλλά δεν είμαι, γιατί δεν έχω κέντρο και δεν μπορώ να είμαι δίχως κέντρο.

Αυτό συμβαίνει στις σχέσεις! Οι σύντροφοι δεν είναι αυτοπροσδιοριζόμενοι, δεν έχουν ένα κέντρο, ένα σημείο αναφοράς. Ένα κέντρο δύναμης που να αποτελεί την πηγή της ανατροφοδότησης τους. Και όσο δεν υπάρχει κέντρο, δεν υπάρχει και σχετίζεσθαι. Δεν μπορούμε να σχετισθούμε με τον άλλον, δεν μπορούμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Δεν μπορούμε να συμπορευτούμε, απλά βαδίζουμε στο μονοπάτι του βίου μας εντελώς μηχανικά και με δανεικούς χάρτες προορισμού.

Μέχρι να καταφέρουμε να γίνουμε ολόκληροι, μέχρι να καταφέρουμε να αποκτήσουμε ένα κέντρο αναφοράς, ας είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, με τα συναισθήματα μας, με τα ελλείμματα μας και ας αναγνωρίσουμε και τον άλλον σαν άνθρωπο με τα δικά του ελλείμματα που δεν είναι υπεύθυνος να φροντίσει εμάς, αλλά το μόνο τίμιο και υγιές που μπορεί να κάνει είναι να φροντίσει τον εαυτό του.

Ας επιδεικνύουμε λοιπόν αγάπη, αποδοχή και κατανόηση σε κάθε περίπτωση και με κάθε ευκαιρία, σε εμάς και στον σύντροφο μας, μήπως και έτσι μπορέσουμε να αντιληφθούμε λίγο περισσότερο κάτι από την τέχνη του σχετίζεσθαι.

Ας ενθαρρύνουμε τα παιδιά μας να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες τους

Πολλές φορές ταυτιζόμαστε με τα προβλήματα των παιδιών μας και σπεύδουμε να πάρουμε θέση, να πούμε την άποψη μας και να δώσουμε συμβουλές.

Φανταστείτε τον εαυτό σας σαν παιδί, να γυρνάτε από το σχολείο με κάτι που σας προβλημάτιζε και όταν το εκστομίζατε στη μαμά σας, άρχιζε εκείνο τον ατελείωτο μονόλογο, λες και αγόρευε σε δίκη. Είχε κάποια πρακτική αξία; Σας είχε βοηθήσει κάτι από όλα εκείνα που μονολογούσε;

Τα παιδιά δεν ζητάνε από εμάς να τους λύσουμε τα προβλήματα τους, αλλά να τους δείξουμε το τρόπο για το πως τα ίδια θα το καταφέρουν αυτό. Τα παιδιά χρειάζονται την καθοδήγηση μας και την ενθάρρυνση μας, όχι έτοιμες λύσεις και συμβουλές, αλλά τα ερεθίσματα εκείνα που θα τα οδηγήσουν να ανακαλύψουν μόνα τους τις λύσεις που χρειάζονται. Χρειάζεται τα ίδια να το καταφέρουν αυτό. Εκεί έγγυται η δική μας χρησιμότητα ως γονείς.

Σε πρακτικό επίπεδο μπορούμε να τα ακούσουμε. Να τους ζητήσουμε να περιγράψουν τι τα απασχολεί και πως αισθάνονται για αυτό, να τα φέρουμε δηλαδή σε επαφή με τα συναισθήματα τους. Σε αυτό το στάδιο χρειάζεται να αισθανθούν ότι τα καταλαβαίνουμε, ότι τα συμπονάμε, ότι είμαστε κοντά τους, χωρίς να χρειάζεται να πούμε ή να κάνουμε κάτι. Απλά και μόνο η προσοχή μας και ο χρόνος που τους αφιερώνουμε είναι αρκετά για να πάρουν το μήνυμα αυτό.

Από εκεί και πέρα μπορούμε να τα προτρέψουμε να σκεφτούν προτάσεις και να διερευνήσουν τρόπους αντιμετώπισης.

Αν έχουν προσπαθήσει για κάτι στο παρελθόν χωρίς αποτέλεσμα, μπορούμε να τα βοηθήσουμε να θυμηθούν τις αντίστοιχες ενέργειες που έκαναν τις προηγούμενους φορές και να αξιολογήσουν την αποτελεσματικότητα τους. (Έτσι μαθαίνουν από τα αποτελέσματα των συμπεριφορών τους)

Να τα ενθαρρύνουμε να σκέφτονται και να πειραματίζονται προσεγγίζοντας νέους τρόπους και διαφορετικές οπτικές. Εκεί πάνω μπορούμε να προτείνουμε και δικές μας οπτικές αλλά σαν προτάσεις, αφήνοντας το παιδί να διερευνήσει και να αξιολογήσει την χρησιμότητα τους.

Με αυτό το τρόπο, τα παιδιά μαθαίνουν να πειραματίζονται, να εφαρμόζουν νέες τακτικές συμπεριφοράς και έτσι αφήνουν πίσω τους το φόβο της αποτυχίας. Αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους, τονώνεται το αίσθημα της αυτοεκτίμησης τους και τελικά μαθαίνουν να διαχειρίζονται τις δυσκολίες τους ή να προσπαθούν προς αυτή τη κατεύθυνση χωρίς φόβο και ενοχές.

Με αυτό το τρόπο τους δείχνουμε πρακτικά ότι τα θεωρούμε ικανά να βρουν την κατάλληλη λύση στο πρόβλημα τους και τα αφήνουμε το χώρο να δράσουν και να αναλάβουν την ευθύνη τους.

Τα παιδιά, μας θέλουν δίπλα τους συμμάχους και συμπαραστάτες, αυτό επιθυμούν από εμάς. Αν καταφέρουμε για μια στιγμή να δούμε το κόσμο μέσα από τα μάτια τους, θα δούμε τόση αθωότητα και ομορφιά που θα καταλάβουμε ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος μας και τι ακριβώς χρειάζεται να κάνουμε. Όλα τα άλλα είναι εξωτερικές πληροφορίες που έχουν μικρή ή μηδαμινή αξία. Αλλά η μοναδική και αλάνθαστη πληροφορία για το τι χρειάζεται να κάνουμε ως γονείς των παιδιών μας, θα την πάρουμε όταν καταφέρουμε να τα νιώσουμε ολοκληρωτικά και ουσιαστικά, έστω και για μια στιγμή.

Ας το προσπαθήσουμε, αξίζει το κόπο! Γιατί τότε μπορούμε να είμαστε χρήσιμοι γονείς και φωτεινοί δάσκαλοι τους.

Γιατί ο ρόλος μας δεν είναι να τα καθοδηγήσουμε να κάνουν το σωστό αλλά να τα βοηθήσουμε να διακρίνουν μόνα τους το σωστό και να το επιλέγουν αυθόρμητα. Όχι επειδή τους το είπαμε εμείς, αλλά γιατί τα ίδια έχουν πειστεί για την χρησιμότητα και την ορθότητα του.

Και έτσι βαδίζουν με ασφάλεια και αυτοπεποίθηση στο δρόμο που τα ίδια μαθαίνουν να χαράζουν.
Σε αυτό άλλωστε δεν μας εκπαιδεύουν και δυσκολίες που συναντάμε στη ζωή;

Νέα εποχή στα ηλεκτρονικά μέσω μετάλλου σε υγρή μορφή

nea-epoxi-sta-ilektronika-meso-metallou-se-ugri-morfiΕρευνητές του RMIT University στην Αυστραλία χρησιμοποίησαν μέταλλο σε υγρή μορφή για να δημιουργήσουν δισδιάστατα υλικά με πάχος λίγων μόλις ατόμων, όμοια των οποίων δεν έχουν εμφανιστεί ξανά στη φύση.
 
Νέα εποχή στα ηλεκτρονικά μέσω μετάλλου σε υγρή μορφή

Το επίτευγμα αυτό, όπως σημειώνεται σε ανάρτηση στη σελίδα με τα νέα του πανεπιστημίου, δεν θα φέρει επανάσταση μόνο στη χημεία, αλλά αναμένεται να αλλάξει τα δεδομένα και σε τομείς όπως η αποθήκευση δεδομένων, ανοίγοντας επίσης και τον δρόμο για ταχύτερες ηλεκτρονικές συσκευές.
 
Αυτό που έκαναν οι επιστήμονες ήταν να διαλύσουν μέταλλα σε υγροποιημένο μέταλλο, δημιουργώντας πολύ λεπτά στρώματα οξειδίου, που δεν υπήρχαν προηγουμένως ως διαστρωματωμένες δομές/διατάξεις και που μπορούν εύκολα να «ξεφλουδιστούν».
 
Τα στρώματα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως τμήματα ημιαγωγών σε σύγχρονες ηλεκτρονικές συσκευές. Όσο πιο λεπτό είναι το στρώμα,τόσο ταχύτερα τα ηλεκτρονικά,ενώ επίσης μικρότερα στρώματα συνεπάγονται και μικρότερη κατανάλωση ενέργειας. Σημειώνεται πως, μεταξύ άλλων, τέτοια στρώματα χρησιμοποιούνται και στις οθόνες αφής κινητών και tablets.
 
Η όλη διαδικασία, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ιδιαίτερα απλή και φθηνή-σε σημείο που δεν απαιτούνται καν ιδιαίτερες επιστημονικές γνώσεις.

Γιατί η Δήμητρα εξάπτει τη φαντασία των επιστημόνων;

Dawn-CeresΗ NASA ανακοίνωσε πριν από λίγες μέρες ότι αποφάσισε να παρατείνει για δεύτερη φορά (σε σχέση με τον αρχικό προγραμματισμό της) την αποστολή του σκάφους Dawn στον νάνο πλανήτη Δήμητρα, το μεγαλύτερο σώμα στη ζώνη των αστεροειδών μεταξύ Άρη και Δία. Γιατί οι επιστήμονες επιμένουν στην εξερεύνηση της Δήμητρας; Ποια μυστικά μπορεί να κρύβει; Ας ρίξουμε μια ματιά στο τι γνωρίζουμε μέχρι στιγμής για τον γεμάτο εκπλήξεις, όπως αποδείχθηκε, γιγάντιο βράχο του ηλιακού μας συστήματος. 
 
Το Dawn αποκαλύπτει έναν απρόσμενα σύνθετο γεωατμοσφαιρικά κόσμο στη Δήμητρα

Η αποστολή
Όταν ανακαλύφθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα η Δήμητρα, αν και αρχικά θεωρήθηκε πλανήτης, τελικά οι επιστήμονες εκείνης της εποχής κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο απλώς για έναν μεγάλο αστεροειδή. Όμως η Δήμητρα όπως φαίνεται ασκούσε μια παράξενη έλξη στους επιστήμονες, οι οποίοι κάποια στιγμή αποφάσισαν ότι πρέπει να ταξιδέψουμε σε αυτήν και να τη γνωρίσουμε από κοντά. Η NASA αποφάσισε να στείλει ένα σκάφος στη Δήμητρα και τον Μάρτιο του 2015 το σκάφος έφτασε στον νάνο πλανήτη κάνοντας μια στάση πρώτα σε έναν μικρότερο νάνο πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος, την Εστία.
 
Οι πρώτες παρατηρήσεις και μετρήσεις του Dawn έδειξαν ότι η μέση θερμοκρασία στην επιφάνεια της Δήμητρας είναι μείον 113 βαθμοί Κελσίου. Διαπιστώθηκε ότι ο νάνος πλανήτης αποτελείται από ένα παράξενο μείγμα βράχων και πάγου σε ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα, που οι επιστήμονες δεν έχουν δει αλλού στο ηλιακό μας σύστημα.
 
Η Δήμητρα, που έχει ηλικία 4,5 δισ. ετών, διαθέτει στην επιφάνειά της πολύ νερό σε μορφή πάγου, η προέλευση του οποίου παραμένει επίσης απροσδιόριστη. Δεν αποκλείεται μάλιστα να υπάρχουν μεγάλες ποσότητες υπόγειου νερού ή και ένας υπόγειος ωκεανός, όπως στον δορυφόρο Εγκέλαδο, αν και το πιθανότερο είναι ότι αυτός υπήρξε κάποτε, αλλά όχι πια σήμερα. Ο,τι κι αν συμβαίνει, οι ερευνητές θεωρούν πιθανό ότι η Δήμητρα μπορεί ακόμη και τώρα να φιλοξενήσει (μικροβιακή) ζωή.
 
Ακόμη, οι επιστήμονες ανακάλυψαν στον νάνο πλανήτη φορτισμένα ηλιακά σωματίδια, καθώς ο ηλιακός άνεμος αλληλεπιδρά με τη Δήμητρα, από το οποίο συμπεραίνεται ότι η τελευταία ίσως διαθέτει μια ασθενή ατμόσφαιρα.
 
Οι κρατήρες και το ηφαίστειο  
Το Dawn αμέσως μόλις έφτασε στη Δήμτρα εντόπισε δύο ασυνήθιστα λαμπερές κηλίδες μέσα στη λεκάνη ενός κρατήρα διαμέτρου 98 χλμ. Ο κρατήρας ονομάστηκε Occator. Η φύση αυτών των κηλίδων παραμένει αδιευκρίνιστη, ωστόσο οι ερευνητές εικάζουν ότι πρόκειται για πάγο ή άλατα που ήρθαν στην επιφάνεια λόγω κάποιας πρόσκρουσης. Άλλοι επιστήμονες εικάζουν ότι πιθανώς πρόκειται για ένα ηφαίστειο που αντί για πυρακτωμένα υλικά εκτοξεύει νερό. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι στον κρατήρα σχηματίζεται τακτικά ομίχλη, η παρουσία της οποίας σύμφωνα με τους ειδικούς ενισχύει το σενάριο της παρουσίας πάγου σε αυτόν. Ανάλογο φαινόμενο εντοπίστηκε στη συνέχεια και σε έναν ακόμη κρατήρα της Δήμητρας, τον Kupalo.
 
Το Dawn εντόπισε στη Δήμητρα ένα όρος που έλαβε την ονομασία Ahuna Mons. Το όρος έχει ύψος περίπου πέντε χιλιάδες μέτρα με απότομες αλλά ομαλές πλαγιές και από ψηλά μοιάζει με μια γιγάντια πυραμίδα. Ολα τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι το όρος αυτό είναι στην πραγματικότητα ένα μεγάλο ηφαίστειο πάγου (κρυοηφαίστειο), το οποίο εκτιμάται ότι δημιουργήθηκε μάλιστα σχετικά πρόσφατα, πριν από περίπου 200 εκατομμύρια χρόνια.
 
Προς το παρόν παραμένει ασαφές με ποια υλικά τροφοδοτείται το κρυομάγμα του εν λόγω ηφαιστείου. Το κρυομάγμα πιθανώς αποτελείται από ένα μείγμα αλάτων χλωρίου ή αμμωνίας και παγωμένου νερού. Πάντως ορισμένοι πλανητικοί επιστήμονες δεν έχουν ακόμη πεισθεί ότι όντως το Ahuna Mons είναι κρυοηφαίστειο και περιμένουν περισσότερα στοιχεία επ’ αυτού.
 
Τα υλικά της ζωής
Πριν από 7 μήνες η NASA ανακοίνωσε ότι το Dawn εντόπισε πάνω στη Δήμητρα οργανικά μόρια που περιέχουν άνθρακα, μόρια που αποτελούν τους θεμελιώδεις λίθους της ζωής στη Γη. Οι οργανικές ουσίες φαίνεται να έχουν σχηματισθεί στον ίδιο τον πλανήτη και να μην προέρχονται από πτώσεις αστεροειδών ή κομητών.  Ερευνητές του Εθνικού Ινστιτούτου Αστροφυσικής της Ιταλίας στη Ρώμη, δήλωσαν ότι η Δήμητρα εμφανίζει ομοιότητες με τους δορυφόρους του Δία και του Κρόνου Ευρώπη και Εγκέλαδο, οι οποίοι έχει διαπιστωθεί ότι διαθέτουν υπόγειους ωκεανούς.
 
Είναι η πρώτη σίγουρη ανακάλυψη οργανικών μορίων σε σώμα που βρίσκεται στη μεγάλη ζώνη αστεροειδών μεταξύ Αρη και Δία. Τέτοια οργανικά μόρια έχουν μέχρι σήμερα βρεθεί σε μετεωρίτες και αστεροειδείς.
 
Οι οργανικές ουσίες στη Δήμτρα είναι κυρίως συγκεντρωμένες σε μια περιοχή έκτασης περίπου 1.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Προς το παρόν, οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν την ακριβή χημική σύσταση αυτών των οργανικών μορίων.
 
Η νέα εξερεύνηση
Μετά την απόφαση για τη νέα παράταση το Dawn θα πάρει εντολές αλλαγής τροχιάς από το κέντρο ελέγχου στη Γη (το Εργαστήριο Αεριώθησης JPL στην Πασαντίνα της Καλιφόρνιας) για να κατέβει χαμηλότερα από κάθε άλλη φορά, σε ύψος έως 200 χιλιομέτρων από την επιφάνεια της Δήμητρας, ενώ έως τώρα δεν είχε πλησιάσει χαμηλότερα από τα 385 χιλιόμετρα. Προτεραιότητα για τους επιστήμονες, κατά τη δεύτερη παράταση της αποστολής, αποτελεί το να συλλέξουν στοιχεία μέσω του φασματομέτρου ακτίνων γάμμα και νετρονίων του σκάφους, ώστε να κατανοήσουν καλύτερα τη σύνθεση του ανώτερου στρώματος της Δήμητρας και της ποσότητας του πάγου που περιέχει.
 
Ακόμη το Dawn θα τραβήξει με την κάμερά του εικόνες της γεωμορφολογίας της Δήμητρας και θα κάνει ορυκτολογικές μετρήσεις μέσω ενός άλλου φασματομέτρου που διαθέτει. Όταν το σκάφος ξεμείνει από καύσιμα υδραζίνης, θα παραμείνει σε σταθερή τροχιά γύρω από τον μικρό πλανήτη, σαν τεχνητός δορυφόρος του. Για να προφυλαχθεί η Δήμητρα από μια πιθανή μόλυνση με γήινα μικρόβια, εάν το Dawn έπεφτε πάνω της, επελέγη η λύση μιας σταθερής τροχιάς στο διηνεκές, ακόμη κι όταν πια δεν θα μπορεί να επικοινωνήσει με τη Γη, κάτι που αναμένεται να συμβεί στο τέλος του 2018.

Νέα νανοκράματα μειώνουν θεαματικά τη χρήση πλατίνας στις κυψέλες καυσίμων

nanokrama-platinasΤα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούν κυψέλες καυσίμων αποτελούν μια πράσινη πρόταση που μπορεί να προσφέρει λύση στο πρόβλημα των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την ενεργειακή κρίση. Παρ’ όλα αυτά δεν έχουν ακόμη κατορθώσει να «περπατήσουν» εμπορικά, και μια από τις αιτίες είναι το υψηλό κόστος τους. Τα πράγματα όμως μπορεί σύντομα να αλλάξουν χάρη στην ανακάλυψη ενός νέου νανοκαταλύτη ο οποίος, μειώνοντας θεαματικά τη χρήση πλατίνας στην κατασκευή των κυψελών καυσίμων, φιλοδοξεί να δώσει εντυπωσιακή ώθηση στα καθαρά αυτοκίνητα. 

Το νανοκράμα από πλατίνα (γκρίζο) και ύττριο (μπλε) δημιουργήθηκε μέσα σε θάλαμο κενού με τη μέθοδο της καθοδικής διασκόρπισης (sputtering): πλάσμα (μοβ) διοχετεύεται σε ένα κομμάτι πλατίνας στο οποίο έχουν προσδεθεί μικρά κομμάτια υττρίου (λευκό). Τα φιλμ του κράματος, πάχους ενός νανομέτρου, μετατρέπουν το οξυγόνο (κόκκινο) και τα πρωτόνια (άσπρο) σε νερό. Η αντίδραση αυτή κάνει την κυψέλη καυσίμου να παράγει ηλεκτρικό ρεύμα
 
Οι πρώτες εμπορικά λειτουργικές κυψέλες καυσίμων εμφανίστηκαν πριν από περίπου μισό αιώνα, όμως σε όλο αυτό το διάστημα για διάφορους λόγους δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν την αγορά. Στην παρούσα φάση ένας σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας είναι το γεγονός ότι οι καταλύτες των σημερινών κυψελών καυσίμων απαιτούν τη χρήση μεγάλων ποσοτήτων πλατίνας, η οποία αποτελεί ένα από τα σπανιότερα και ακριβότερα μέταλλα στον πλανήτη. Οι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας Τσάλμερς της Σουηδίας και το Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Δανίας προσφέρουν λύση σε αυτό ακριβώς το πρόβλημα. Επινοώντας μια νέα τεχνική δημιούργησαν ένα νανοκράμα με πολύ χαμηλή πρόσμειξη πλατίνας. Το νέο υλικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καταλύτης στις κυψέλες καυσίμων, επιτυγχάνοντας εξίσου καλές αποδόσεις με πολύ χαμηλότερο κόστος.
 
«Μια λύση βασισμένη στη νανοτεχνολογία είναι αναγκαία ώστε να καταστεί δυνατή η μαζική παραγωγή αποδοτικών από την άποψη των πρώτων υλών καταλυτών για κυψέλες καυσίμων» δήλωσε ο Μπγιορν Βίκμαν από το Τμήμα Φυσικής του Τσάλμερς, εκ των επικεφαλής της μελέτης που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Advanced Materials Interfaces». «Με τη μέθοδό μας απαιτείται μόνο το ένα δέκατο της πλατίνας που χρειάζεται συνήθως, για τις πλέον απαιτητικές αντιδράσεις. Αυτό μπορεί να μειώσει την ποσότητα της πλατίνας που απαιτείται για μια κυψέλη καυσίμων κατά 70%». Οπως επισημαίνει ο ερευνητής, με μια τόσο δραματική μείωση η ποσότητα πολύτιμου μετάλλου που θα χρειάζεται πλέον μια κυψέλη καυσίμων είναι ίδια με αυτή που χρειάζεται ο καταλύτης ενός συμβατικού αυτοκινήτου. «Ελπίζουμε ότι αυτή η εξέλιξη θα επιτρέψει στις κυψέλες καυσίμων να υποκαταστήσουν τα ορυκτά καύσιμα και να λειτουργήσουν συμπληρωματικά στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα» πρόσθεσε.
 
Πρόσμειξη με άλλα μέταλλα
Ερευνες που είχαν γίνει στο παρελθόν είχαν δείξει ότι η ποσότητα πλατίνας σε μια κυψέλη καυσίμων θα μπορούσε να μειωθεί αν τα πολύτιμο μέταλλο αναμειγνυόταν με άλλα μέταλλα όπως το ύττριο. Ωστόσο μέχρι τώρα κανείς δεν είχε κατορθώσει να δημιουργήσει τέτοιου είδους κράματα σε μορφή νανοσωματιδίων κατάλληλα ώστε να χρησιμοποιηθούν για μαζικής κλίμακας παραγωγή. Το βασικό πρόβλημα που συναντούσαν οι επιστήμονες ήταν το γεγονός ότι το ύττριο δεν αναμειγνύεται εύκολα με την πλατίνα για να δημιουργήσει κράμα – αντιθέτως οξειδώνεται.
 
Αυτόν ακριβώς τον σκόπελο προσπάθησαν να ξεπεράσουν οι ερευνητές από τη Σουηδία και τη Δανία αναμειγνύοντας τα μέταλλα σε έναν θάλαμο κενού με τη χρήση μιας μεθόδου που είναι γνωστή ως καθοδική διασκόρπιση (sputtering). Ετσι κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα νέο κράμα πλατίνας-υττρίου σε μορφή φιλμ με πάχος ενός νανομέτρου, το οποίο ανοίγει τον δρόμο για τη μαζική παραγωγή καταλυτών για κυψέλες καυσίμου.
 
Προκειμένου να «δεχθούν» το νέο νανοκράμα οι σημερινές κυψέλες καυσίμων χρειάζονται μια μικρή μετατροπή, όμως οι επιστήμονες – και όχι μόνο – θεωρούν ότι κάτι τέτοιο αξίζει τον κόπο. «Οταν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε καλύτερα τους πόρους μας δεν ωφελούμε μόνο το περιβάλλον αλλά μειώνουμε και το κόστος» υπογράμμισε ο Νίκλας Λίνταλ, ερευνητής στο Τσάλμερς και μέλος της ομάδας. «Οι κυψέλες καυσίμων μετατρέπουν τη χημική ενέργεια σε ηλεκτρική χρησιμοποιώντας οξυγόνο και υδρογόνο, με μόνο προϊόν το νερό. Εχουν τεράστιες δυνατότητες όσον αφορά την παροχή ενεργειακά βιώσιμων λύσεων στις μεταφορές, στις φορητές ηλεκτρονικές συσκευές και στην ηλεκτροδότηση».

Άρης ο Θεός της Aνδρείας και της Aστικής Τάξης

Άρης ο Θεός του πολέμου και όχι μόνο. Εκτός από θεός του πολέμου ο Άρης είναι και ο θεός της ανδρείας και της αστικής τάξης. Σε αντίθεση με την αδελφή του, την Θεά Αθηνά, η οποία είναι επίσης πολεμική θεά, ο Άρης δεν μάχεται με σοφία και αυτός είναι και ο λόγος που αρκετές είναι οι φορές που έχει ηττηθεί, ντροπιαστεί και κατατροπωθεί από την Αθηνά. Αγαπάει τον πόλεμο για τον πόλεμο και του αρέσει να μάχεται με όλο του το είναι. Ο Άρης είναι ο πόλεμος και ο πόλεμος είναι ο Άρης. Τέσσερεις είναι για τους αρχαίους Έλληνες οι βασικές αρετές. Η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η σοφία και η ανδρεία. Αυτό φανερώνει την αξία και την τεράστια δύναμη του Θεού Άρη καθώς αυτός αντιπροσωπεύει την ανδρεία. Είναι ο θεός της ανδρείας και όλοι οι πολεμιστές προσπαθούν να φανούν ανδρείοι τόσο στο πεδίο της μάχης όσο και έξω από αυτό.Ο Άρης ανήκει στην δεύτερη γενιά των Θεών. Είναι ο νόμιμος Υιός του Δία και της Ήρας. Συνήθως απεικονίζεται κρατώντας δόρυ και φορώντας κράνος σε κάποια πολεμική σκηνή, ενώ φημίζεται για το καλοσχηματισμένο γυμνασμένο ανδροπρεπές του κορμί και το ωραίο του πρόσωπο που τον κάνουν ακαταμάχητο στις γυναίκες, όσο που ούτε η Θεά Αφροδίτη δεν κατάφερε να του αντισταθεί. Η Αφροδίτη, Θεά του έρωτα και της ομορφιάς, αν και νόμιμη σύζυγος του θεού της φωτιάς Ηφαίστου, αντικρίζοντας το καλοσχηματισμένο κορμί του Άρη δεν αντιστάθηκε. Την παράνομη αυτή σχέση όμως είδε ο Ήλιος που τα πάντα θωρά και την φανέρωσε στον Ήφαιστο, ο οποίος τότε σκαρφίστηκε ένα σχέδιο για να τους παγιδεύσει. Έβαλε στο κρεβάτι του αόρατα μαγικά δίχτυα και προσποιήθηκε πως θα φύγει στην Λήμνο. Μόλις ο Άρης τον βλέπει να φεύγει πηγαίνει στο σπίτι του να βρει την Αφροδίτη και εκεί παγιδεύεται. Ύστερα από λίγο επέστρεψε ο Ήφαιστος και ειδοποίησε όλους τους θεούς να έρθουν και να δουν τι έπιασαν τα δίχτυα του. Μετά από παρέμβαση του Ποσειδώνα τους αφήνει ελεύθερους και η μεν Αφροδίτη έφυγε για τον ναό της στην Πάφο, ο δε Άρης για την Θράκη.Από την Αφροδίτη ο Άρης απέκτησε την Αρμονία, η οποία αργότερα παντρεύτηκε με τον βασιλιά, ήρωα, γενάρχη των Θηβαίων, τον Κάδμο, σε έναν γάμο που έδωσαν το παρόν όλοι οι Ολύμπιοι, με τον Απόλλωνα και τις μούσες να παίζουν όμορφους ύμνους και τον Ήφαιστο να χαρίζει στην νύφη ένα πέπλο και ένα περιδέραιο.

Εκτός από την Αρμονία, ο Άρης από την Αφροδίτη απέκτησε δύο γιους, τον Δείμο (τρόμο) και τον Φόβο, οι οποίοι τον συντρόφευαν πάντα και παρευρίσκονταν σε κάθε μάχη. Συχνά μαζί με την λατρεία του Άρη λατρεύονταν και γινόντουσαν τελετές και θυσίες και για τους δύο το Υιούς. Ιδιαίτερα πριν από κάποια μάχη γινόντουσαν θυσίες προς τιμή τους αλλά και για τον εξευμενισμό τους έτσι ώστε να τους έχουν με το μέρος τους στον πόλεμο. Ιδιαίτερα σε μία τέτοια εποχή που οι πόλεμοι ήταν πολύ συχνοί και ορισμένοι όπως ο Τρωικός πολυετείς, η λατρεία του θεού του πολέμου ήταν επιβεβλημένη. Παρόλα αυτά όμως δεν ήταν πάρα πολύ αγαπητός και δημοφιλής και ελάχιστοι ναοί χτίστηκαν προς τιμή του, ιδιαίτερα στην περιοχή της Θράκης. Μία από τις ήττες του Άρης από την Αθηνά περιγράφεται από τον Όμηρο στην Ηλιάδα. Ο Άρης αν και είχε υποσχεθεί σε Ήρα και Αθηνά πως θα βοηθούσε τους Αχαιούς, τυφλωμένος από το πάθος του για την Αφροδίτη πέρασε στην αντίπαλη παράταξη των Τρώων και βοηθούσα τον μεγαλύτερο ήρωά τους τον Έκτορα, σε μία εποχή που ο Αχχιλέας απουσίαζε. Τότε η Ήρα ζήτησε από τον Δία να μεσολαβήσει και αυτό έστειλε την Αθηνά να τακτοποιήσει το ζήτημα. Η Αθηνά, φόρεσε την Κυνέα (κράνος) του Πλούτωνα, έγινε αόρατη, και επιβιβάστηκε στο άρμα του Διομήδη, ο οποίος ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει, χωρίς να γνωρίζει με ποιον πολεμάει, τον Άρη στο πεδίο της μάχης. Ο Άρης εκτόξευσε το χάλκινο δόρυ του προς τον Διομήδη και ενώ κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως θα υπήρχε περίπτωση να αστοχήσει, η Αθηνά το έσπρωξε με τα δυο τις χέρι και το έκανε να αλλάξει πορεία. Στη συνέχεια, οδήγησε το δόρυ του Διομήδη στα πλευρά του Άρη καταφέρνοντας ένα κέραιο χτύπημα, το οποίο τον έριξε κάτω και τον έκανε να σπαράξει τόσο δυνατά όσο δέκα χιλιάδες πολεμιστές μαζί. Μετά από αυτό ο Άρης έφυγε για τον Όλυμπο όπου βρήκε τον Δία και άρχισε να του παραπονιέται για ο πόσο περισσότερο συμπαθεί την Αθηνά επειδή αυτή είναι καθαρά δικό του παιδί. Τότε ο Δίας αφού τον έβρισε και του μίλησε πολύ προσβλητικά, τον λυπήθηκε και έδωσε εντολή στον Παίονα, γιατρό των θεών να τον θεραπεύσει.

Ακόμη ένας σημαντικός μύθος γύρο από τον Άρη είναι η δολοφονία του Αλιρρόθιου. Ο Αλιρρόθυος ήταν γιος του Ποσειδώνα και της νύμφης Ευρύτης ό οποίος, θαμπώθηκες από την ομορφιά της Αλκίππης, κόρης του Άρη και της κόρης του βασιλιά της Αθήνας Κέκρωπα. Η Αλκίππη όμως δεν ενέδιδε στο ερωτικό κάλεσμα του Αλιρρόθυου ο οποίος τυφλωμένος από το πάθος του για αυτήν, την βίασε. Ο Άρης μαθαίνοντας για τον βιασμό της κόρης του θέλησε να εκδικηθεί και έτσι σκότωσε τον Αλιρρόθυο. Ο Ποσειδώνας μαθαίνοντας για τον θάνατο του Υιού του, κάλεσε όλους τους θεούς σε μία δίκη στην ακρόπολη των Αθηνών σε ένα χώρο που έκτοτε ονομάζεται Άρειος Πάγος (βράχος του Άρη) κατηγορώντας τον Άρη δολοφονία. Ο Θεοί όμως ομόφωνα αποφάσισαν την αθωότητα του Άρη. Από τότε όλες οι ποινικές υποθέσεις της πόλης κράτους των Αθηνών εκδικάζονταν εκεί.