Δευτέρα 3 Μαΐου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Αἴας (925-973)

925 ΧΟ. ἔμελλες, τάλας, ἔμελλες χρόνῳ [ἀντ.] 
στερεόφρων ἄρ᾽ ἐξανύσσειν κακὰν
μοῖραν ἀπειρεσίων
πόνων. τοῖά μοι
πάννυχα καὶ φαέθοντ᾽
930 ἀνεστέναζες ὠμόφρων
ἐχθοδόπ᾽ Ἀτρείδαις
οὐλίῳ σὺν πάθει.
μέγας ἄρ᾽ ἦν ἐκεῖνος ἄρχων χρόνος
935πημάτων, ἦμος ἀριστόχειρ
‹. . .› ὅπλων ἔκειτ᾽ ἀγὼν πέρι.

ΤΕΚ. ἰώ μοί μοι.
ΧΟ. χωρεῖ πρὸς ἧπαρ, οἶδα, γενναία δύη.
ΤΕΚ. ἰώ μοί μοι.
940 ΧΟ. οὐδέν σ᾽ ἀπιστῶ καὶ δὶς οἰμῶξαι, γύναι,
τοιοῦδ᾽ ἀποβλαφθεῖσαν ἀρτίως φίλου.
ΤΕΚ. σοὶ μὲν δοκεῖν ταῦτ᾽ ἔστ᾽, ἐμοὶ δ᾽ ἄγαν φρονεῖν.
ΧΟ. ξυναυδῶ.
ΤΕΚ. οἴμοι, τέκνον, πρὸς οἷα δουλείας ζυγὰ
945 χωροῦμεν, οἷοι νῷν ἐφεστᾶσι σκοποί.
ΧΟ. ὤμοι, ἀναλγήτων
δισσῶν ἐθρόησας ἄναυδον
ἔργον Ἀτρειδᾶν τῷδ᾽ ἄχει.
ἀλλ᾽ ἀπείργοι θεός.
950 ΤΕΚ. οὐκ ἂν τάδ᾽ ἔστη τῇδε, μὴ θεῶν μέτα.
ΧΟ. ἄγαν δ᾽ ὑπερβριθές γε τἄχθος ἤνυσαν.
ΤΕΚ. τοιόνδε μέντοι Ζηνὸς ἡ δεινὴ θεὸς
Παλλὰς φυτεύει πῆμ᾽ Ὀδυσσέως χάριν.
955 ΧΟ. ἦ ῥα κελαινώπαν θυμὸν ἐφυβρίζει
πολύτλας ἀνήρ,
γελᾷ δὲ τοῖσδε μαινομένοις ἄχεσιν
πολὺν γέλωτα, φεῦ φεῦ,
960ξύν τε διπλοῖ βασιλῆς κλύοντες Ἀτρεῖδαι.

ΤΕΚ. οἳ δ᾽ οὖν γελώντων κἀπιχαιρόντων κακοῖς
τοῖς τοῦδ᾽. ἴσως τοι, κεἰ βλέποντα μὴ ᾽πόθουν,
θανόντ᾽ ἂν οἰμώξειαν ἐν χρείᾳ δορός.
οἱ γὰρ κακοὶ γνώμαισι τἀγαθὸν χεροῖν
965 ἔχοντες οὐκ ἴσασι, πρίν τις ἐκβάλῃ.
ἐμοὶ πικρὸς τέθνηκεν ᾗ κείνοις γλυκύς,
αὑτῷ δὲ τερπνός. ὧν γὰρ ἠράσθη τυχεῖν
ἐκτήσαθ᾽ αὑτῷ, θάνατον ὅνπερ ἤθελεν.
τί δῆτα τοῦδ᾽ ἐπεγγελῷεν ἂν κάτα;
970 θεοῖς τέθνηκεν οὗτος, οὐ κείνοισιν, οὔ.
πρὸς ταῦτ᾽ Ὀδυσσεὺς ἐν κενοῖς ὑβριζέτω.
Αἴας γὰρ αὐτοῖς οὐκέτ᾽ ἔστιν, ἀλλ᾽ ἐμοὶ
λιπὼν ἀνίας καὶ γόους διοίχεται.

***
ΧΟ. Έμελλες, δύστυχε, έμελλες,
αγύριστο μυαλό, τη μαύρη μοίρα σου
με τ᾽ αναρίθμητα δεινά της ν᾽ αποσώσεις.
930 Γι᾽ αυτό αλύγιστος βογκούσες νύχτα μέρα,
γεμάτος μίσος για τους δυο Ατρείδες,
πνιγμένος στο θανάσιμό σου πάθος.
Μοιραία εκείνη η αρχή της συμφοράς,
όταν αγώνας αριστείας στήθηκε
για τα καταραμένα όπλα.
ΤΕ. Οά, Οά.
ΧΟ. Το βλέπω, ο πόνος σου βαθιά μες
στην καρδιά σου φτάνει.
ΤΕ. Οά, Οά.
940 ΧΟ. Δεν απορώ, γυναίκα, για τον διπλό σου σπαραγμό,
που χάνεις πρόσωπο αγαπημένο.
ΤΕ. Εσύ μόνο να τον φαντάζεσαι μπορείς, όμως εγώ
μέσα μου νιώθω να με σφάζει ο πόνος.
ΧΟ. Το συναισθάνομαι και συνομολογώ.
ΤΕ. Γιε μου, σε τί ζυγό δουλείας βαδίζουμε,
με τί λογής αφεντικά πάνω από το κεφάλι μας.
ΧΟ. Οά, για έργο ανείπωτο μιλάς,
των δύο ανάλγητων γιων του Ατρέα,
μπροστά σ᾽ αυτό το πάθος.
Αλλά μακάρι ένας θεός να το εμποδίσει.
ΤΕ. Δεν θα ᾽φτανε ως εδώ το πράγμα, αν οι θεοί
950 δεν έβαζαν το χέρι τους.
ΧΟ. Πολύ βαρύ φορτίο μας φόρτωσαν.
ΤΕ. Είναι δουλειά αυτή της φοβερής κόρης του Δία,
της Παλλάδας· εκείνη έσπειρε το πάθος του κακού,
για χάρη του Οδυσσέα.
ΧΟ. Που τώρα σίγουρα, μαύρη ψυχή, εκείνος ο πολύτλας
θριαμβεύει —φρίκη— τα πάθη της παραφοράς
περιγελώντας με γέλιο ακράτητο, όταν
960 θα τον ακούν κι οι δυο βασιλικοί γιοι του Ατρέα.
ΤΕ. Άσε, ας γελούν, ας επιχαίρουν με τις συμφορές μας.
Μπορεί, όσο ζούσε, να μην τον αγαπούσαν,
μα θα τον κλάψουν όψιμα νεκρό, όταν τους λείψει
στο πεδίο της μάχης.
Γιατί οι μικρόνοοι, όσο κρατούν στο χέρι το καλό,
δεν ξέρουν πώς να το τιμήσουν, παρά μονάχα
αφού το χάσουν.
Πικρός για μένα ο χαμός, λιγότερο γλυκός για κείνους,
όμως γι αυτόν τον ίδιο ευφρόσυνος· ό,τι λαχτάρησε
το απόχτησε, τον θάνατο που θέλησε.
Με τί και πώς μπορούν, λοιπόν, αυτοί να τον περιγελούν;
970 Ο θάνατός του ανήκει στους θεούς, όχι σ᾽ εκείνους.
Ας καμαρώνει ο Οδυσσέας στο κενό·
γι᾽ αυτούς ο Αίας δεν υπάρχει πια, σ᾽ εμένα όμως
άφησε πεθαίνοντας πόνο πικρό, σπαραχτικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου