Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2019

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1167b-1168a)

[VII] Οἱ δ᾽ εὐεργέται τοὺς εὐεργετηθέντας δοκοῦσι μᾶλλον φιλεῖν ἢ οἱ εὖ παθόντες τοὺς δράσαντας, καὶ ὡς παρὰ λόγον γινόμενον ἐπιζητεῖται. τοῖς μὲν οὖν πλείστοις φαίνεται ὅτι οἳ μὲν ὀφείλουσι τοῖς δὲ ὀφείλεται· καθάπερ οὖν ἐπὶ τῶν δανείων οἱ μὲν ὀφείλοντες βούλονται μὴ εἶναι οἷς ὀφείλουσιν, οἱ δὲ δανείσαντες καὶ ἐπιμελοῦνται τῆς τῶν ὀφειλόντων σωτηρίας, οὕτω καὶ τοὺς εὐεργετήσαντας βούλεσθαι εἶναι τοὺς παθόντας ὡς κομιουμένους τὰς χάριτας, τοῖς δ᾽ οὐκ εἶναι ἐπιμελὲς τὸ ἀνταποδοῦναι. Ἐπίχαρμος μὲν οὖν τάχ᾽ ἂν φαίη ταῦτα λέγειν αὐτοὺς ἐκ πονηροῦ θεωμένους, ἔοικε δ᾽ ἀνθρωπικῷ· ἀμνήμονες γὰρ οἱ πολλοί, καὶ μᾶλλον εὖ πάσχειν ἢ ποιεῖν ἐφίενται. δόξειε δ᾽ ἂν φυσικώτερον εἶναι τὸ αἴτιον, καὶ οὐδ᾽ ὅμοιον τὸ περὶ τοὺς δανείσαντας· οὐ γάρ ἐστι φίλησις περὶ ἐκείνους, ἀλλὰ τοῦ σῴζεσθαι βούλησις τῆς κομιδῆς ἕνεκα· οἱ δ᾽ εὖ πεποιηκότες φιλοῦσι καὶ ἀγαπῶσι τοὺς πεπονθότας κἂν μηδὲν ὦσι χρήσιμοι μηδ᾽ εἰς ὕστερον γένοιντ᾽ ἄν. ὅπερ καὶ ἐπὶ τῶν τεχνιτῶν συμβέβηκεν· πᾶς γὰρ τὸ οἰκεῖον ἔργον ἀγαπᾷ μᾶλλον ἢ ἀγαπηθείη ἂν ὑπὸ τοῦ ἔργου ἐμψύχου γενομένου·

[1168a] μάλιστα δ᾽ ἴσως τοῦτο περὶ τοὺς ποιητὰς συμβαίνει· ὑπεραγαπῶσι γὰρ οὗτοι τὰ οἰκεῖα ποιήματα, στέργοντες ὥσπερ τέκνα. τοιούτῳ δὴ ἔοικε καὶ τὸ τῶν εὐεργετῶν· τὸ γὰρ εὖ πεπονθὸς ἔργον ἐστὶν αὐτῶν· τοῦτο δὴ ἀγαπῶσι μᾶλλον ἢ τὸ ἔργον τὸν ποιήσαντα. τούτου δ᾽ αἴτιον ὅτι τὸ εἶναι πᾶσιν αἱρετὸν καὶ φιλητόν, ἐσμὲν δ᾽ ἐνεργείᾳ (τῷ ζῆν γὰρ καὶ πράττειν), ἐνεργείᾳ δὲ ὁ ποιήσας τὸ ἔργον ἔστι πως· στέργει δὴ τὸ ἔργον, διότι καὶ τὸ εἶναι. τοῦτο δὲ φυσικόν· ὃ γάρ ἐστι δυνάμει, τοῦτο ἐνεργείᾳ τὸ ἔργον μηνύει. ἅμα δὲ καὶ τῷ μὲν εὐεργέτῃ καλὸν τὸ κατὰ τὴν πρᾶξιν, ὥστε χαίρειν ἐν ᾧ τοῦτο, τῷ δὲ παθόντι οὐδὲν καλὸν ἐν τῷ δράσαντι, ἀλλ᾽ εἴπερ, συμφέρον· τοῦτο δ᾽ ἧττον ἡδὺ καὶ φιλητόν. ἡδεῖα δ᾽ ἐστὶ τοῦ μὲν παρόντος ἡ ἐνέργεια, τοῦ δὲ μέλλοντος ἡ ἐλπίς, τοῦ δὲ γεγενημένου ἡ μνήμη· ἥδιστον δὲ τὸ κατὰ τὴν ἐνέργειαν, καὶ φιλητὸν ὁμοίως. τῷ μὲν οὖν πεποιηκότι μένει τὸ ἔργον (τὸ καλὸν γὰρ πολυχρόνιον), τῷ δὲ παθόντι τὸ χρήσιμον παροίχεται. ἥ τε μνήμη τῶν μὲν καλῶν ἡδεῖα, τῶν δὲ χρησίμων οὐ πάνυ ἢ ἧττον· ἡ προσδοκία δ᾽ ἀνάπαλιν ἔχειν ἔοικεν. καὶ ἡ μὲν φίλησις ποιήσει ἔοικεν, τὸ φιλεῖσθαι δὲ τῷ πάσχειν· τοῖς ὑπερέχουσι δὲ περὶ τὴν πρᾶξιν ἕπεται τὸ φιλεῖν καὶ τὰ φιλικά. ἔτι δὲ τὰ ἐπιπόνως γενόμενα πάντες μᾶλλον στέργουσιν, οἷον καὶ τὰ χρήματα οἱ κτησάμενοι τῶν παραλαβόντων· δοκεῖ δὲ τὸ μὲν εὖ πάσχειν ἄπονον εἶναι, τὸ δ᾽ εὖ ποιεῖν ἐργῶδες. διὰ ταῦτα δὲ καὶ αἱ μητέρες φιλοτεκνότεραι· ἐπιπονωτέρα γὰρ ἡ γέννησις, καὶ μᾶλλον ἴσασιν ὅτι αὑτῶν. δόξειε δ᾽ ἂν τοῦτο καὶ τοῖς εὐεργέταις οἰκεῖον εἶναι.

***
[7] Κατά την κοινή αντίληψη, οι ευεργέτες αγαπούν τους αποδέκτες της ευεργεσίας τους περισσότερο από ό,τι οι αποδέκτες της ευεργεσίας τούς ευεργέτες τους. Το πράγμα μοιάζει να είναι αντίθετο με τη λογική, και γι᾽ αυτό έγινε αντικείμενο συζητήσεων και διερευνήσεων. Οι πιο πολλοί βρίσκουν την αιτία στο ότι οι δεύτεροι είναι οφειλέτες και οι πρώτοι αυτοί στους οποίους οι άλλοι οφείλουν· όπως λοιπόν και στην περίπτωση των δανείων οι οφειλέτες θέλουν να μην υπάρχουν αυτοί στους οποίους οφείλουν, ενώ οι δανειστές ίσα ίσα φροντίζουν να είναι καλά οι οφειλέτες τους, έτσι και αυτοί που έκαναν την ευεργεσία θέλουν να υπάρχουν οι αποδέκτες της ευεργεσίας τους για να εισπράξουν την ευγνωμοσύνη τους, ενώ οι αποδέκτες της ευεργεσίας δεν νοιάζονται καθόλου για την ανταπόδοση. Ο Επίχαρμος λοιπόν φαντάζομαι ότι θα ισχυριζόταν ότι όλα αυτά τα λένε επειδή βλέπουν τα πράγματα από την κακή τους πλευρά, και όμως το πράγμα μοιάζει να βρίσκεται σε απόλυτη αντιστοιχία προς την ανθρώπινη φύση· οι περισσότεροι, πράγματι, άνθρωποι ξεχνούν, και προτιμούν να ευεργετούνται παρά να ευεργετούν. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται ότι η αιτία βρίσκεται βαθύτερα στη φύση, και η περίπτωση με τους δανειστές δεν είναι ίδια· γιατί στην περίπτωσή τους δεν τίθεται θέμα αγάπης και φιλικής σχέσης με τους οφειλέτες τους· το μόνο που αυτοί επιθυμούν είναι να είναι καλά οι οφειλέτες τους, ώστε να πάρουν πίσω τα δανεικά· αντίθετα, αυτοί που έκαναν την ευεργεσία αισθάνονται φιλία και αγάπη προς τους αποδέκτες της ευεργεσίας τους, έστω και αν εκείνοι δεν τους είναι σε τίποτε χρήσιμοι και ούτε πρόκειται να τους είναι ποτέ. Το ίδιο συμβαίνει και με τους τεχνίτες: ο καθένας τους αγαπάει το έργο που έκανε με τα ίδια του τα χέρια περισσότερο από ό,τι θα τον αγαπούσε το έργο του, αν αυτό ζωντάνευε.

[1168a] Ίσως όμως αυτό συμβαίνει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό στους ποιητές· γιατί αυτοί έχουν μια υπερβολική αγάπη για τα ποιήματά τους, που τα λατρεύουν σαν παιδιά τους. Με αυτό λοιπόν είναι που μοιάζει η περίπτωση των ευεργετών: αυτό που έχει δεχτεί την ευεργεσία τους είναι έργο τους· το αγαπούν λοιπόν περισσότερο από ό,τι το έργο αγαπάει αυτόν που το έκανε. Η αιτία γι᾽ αυτό είναι ότι η ύπαρξη είναι για όλους τους ανθρώπους κάτι που αξίζει να το επιλέγουν και να το αγαπούν· οι άνθρωποι υπάρχουμε γιατί ενεργούμε (αυτό θα πει: γιατί ζούμε και ενεργούμε), και το έργο είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτός που το δημιούργησε — η ενέργειά του· το αγαπάει λοιπόν το έργο του, για τον λόγο ότι αγαπάει και την ύπαρξη. Και αυτό είναι μέσα στη φύση των πραγμάτων· γιατί αυτό που εκείνος είναι ως δυνατότητα, το έργο του το δείχνει καθαρά ως ενέργεια.

Συνάμα: Ενώ για τον ευεργέτη η πράξη του είναι κάτι το ωραίο, ώστε να χαίρεται για τον άλλον (αυτόν στον οποίο προσφέρεται αυτή η ομορφιά), για τον αποδέκτη της ευεργεσίας δεν υπάρχει τίποτε το ωραίο στην πράξη του ευεργέτη του· το πολύ πολύ κάτι το χρήσιμο — αυτό όμως είναι λιγότερο ευχάριστο και λιγότερο άξιο να αγαπηθεί. Ευχαρίστηση προκαλεί ενσχέσει με το παρόν η ενέργεια, ενσχέσει με το μέλλον η προσδοκία, ενσχέσει με το παρελθόν η ανάμνηση· την πιο μεγάλη, πάντως, ευχαρίστηση την προκαλεί η (παρούσα) ενέργεια, που είναι στον ίδιο βαθμό και άξια να αγαπηθεί. Του ευεργέτη το έργο μένει (γιατί το ωραίο κρατάει πολύ στον χρόνο), ενώ το όφελος του αποδέκτη της ευεργεσίας περνάει και χάνεται. Και το να ξαναφέρνει κανείς στη μνήμη του τα ωραία πράγματα είναι κάτι που προκαλεί ευχαρίστηση, ενώ η ανάμνηση των χρήσιμων πραγμάτων δεν προκαλεί καμιά ευχαρίστηση ή, έστω, μόνο λίγη· στην περίπτωση της προσδοκίας όμως φαίνεται πως συμβαίνει το αντίθετο. Επίσης: Το να προσφέρει κανείς αγάπη είναι κάτι το ενεργητικό, ενώ το να τη δέχεται είναι κάτι το παθητικό· γι᾽ αυτόν τον λόγο η αγάπη, μαζί και τα συνοδευτικά της φιλικά αισθήματα προσιδιάζουν σ᾽ αυτούς που παρουσιάζουν υπεροχή ως προς την ενέργεια. Ακόμη: Αυτά που έγιναν με μεγάλο κόπο οι άνθρωποι τα αγαπούν περισσότερο· αυτοί π.χ. που κέρδισαν οι ίδιοι τα χρήματα που έχουν τα αγαπούν περισσότερο από αυτούς που τα κληρονόμησαν, και το να δεχόμαστε ευεργεσίες θεωρείται κάτι που δεν προϋποθέτει κόπο, ενώ το να τις κάνουμε είναι πράγμα κοπιαστικό. Αυτός είναι ο λόγος που οι μητέρες αγαπούν περισσότερο τα παιδιά τους, γιατί το να τα φέρουν στον κόσμο τούς κόστισε περισσότερο κόπο, και αυτές το ξέρουν καλύτερα πως είναι δικά τους παιδιά. Ακριβώς όμως αυτό ταιριάζει, λέω, και στην περίπτωση των ευεργετών.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου