Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Ηράκλειτος-Hegel: ο άριστος και οι πολλοί

Ηράκλειτος ‒ Hegel

§1

Εισαγωγικές επισημάνσεις

Στις εποχές μας ζούμε την απόλυτη κυριαρχία του μαζικού και του βάρβαρου. Το ερώτημα που γεννιέται εδώ είναι: Το μαζικό είναι ταυτό με το βάρβαρο; Το μαζικό σχετίζεται με τη συμπεριφορά του λαού, όταν μετατρέπεται σε μάζα. Και η μαζική συμπεριφορά είναι πραγματικά βάρβαρη, γιατί ο λαός, ως πολιτεία, ως έθνος, οντολογικώς κατανοούμενος, μετατρέπεται σε μάζα, σε άβουλη δηλαδή ύλη, σε άγριο εκκρεμές ετεροκινούμενο, όταν έχει χάσει την υπόστασή του, την αυτοσυνειδησία του, την αυτοπροσδιοριστική του ικανότητα. Και πότε τα χάνει όλα ετούτα; Όταν αφήνεται να εξαπατηθεί, δηλαδή να ετεροκαθοριστεί. Γράφει πολύ διαφωτιστικά ο Hegel, ο κορυφαίος διαλεκτικός φιλόσοφος της νεωτερικής εποχής:

«Ένας λαός δεν αφήνει τον εαυτό του να εξαπατάται σχετικά με την υποστασιακή του βάση, την ουσία και τον προσδιορισμένο χαρακτήρα του πνεύματός του· εξαπατάται όμως από μόνος του σε ό,τι αφορά τον τρόπο, με τον οποίο αποκτά γνώση αυτού του χαρακτήρα και κρίνει τις πράξεις του, τα γεγονότα κ.λπ.» (Φιλοσοφία του Δικαίου § 317).

Εδώ μας λέει συνοπτικά ο Hegel πως ο λαός παύει ‒ή μπορεί‒ να είναι κυρίαρχος του εαυτού του, όταν δεν ανταλλάσσει την εαυτότητά του, την πνευματική του υπόσταση, η οποία κατανοείται πάντοτε ιστορικά, με μια φενακισμένη συνείδηση, που του επιφυλάσσουν κάθε στιγμή και κάθε ώρα οι ισχνές και αισχρές κυβερνητικές μειοψηφίες της πολιτικής. Για τον Hegel, καθώς και για τον Ηράκλειτο, η κοινωνικά ηθική και ικανή εαυτότητα είναι η μόνη αληθινή έκφραση της ανθρώπινης κοινότητας και καμιά μαζική τοιαύτη, με τον επίπλαστο μάλιστα επενδύτη της «δημοκρατίας», της «λαϊκής ετυμηγορίας», της «ισότητας» και παρόμοιων συνθημάτων, που στα χέρια των μετανεωτερικών νεοφασιστών της καθεστωτικής «αριστεράς» αποτελούν το πιο δοκιμασμένο όπιο για τον φενακισμό της συνείδησης του λαού και της μεταποίησής του σε άθυρμα, βδελυσσόμενο και το ίδιο τον εαυτό του.

§2

Ηράκλειτος

Β 49
εἶς ἐμοὶ μύριοι, ἐὰν ἄριστος ᾖ:
Ο Ένας: για μένα δέκα χιλιάδες, εάν είναι άριστος.

Ερμηνεία ‒ κατανόηση

εἶς ἐμοὶ μύριοι: ο Ηράκλειτος αξιολογεί τον ἕνα και τους μυρίους με βάση ποιοτικά κριτήρια και όχι αριθμητικά-ποσοτικά. Η αντίθεση, επομένως, μεταξύ τους δεν είναι απλώς ποσοτική αλλά κατ’ εξοχήν ποιοτική· γι’ αυτό εσωτερική και καμιά εξωτερική αντίθεση εντός του όλου της οντολογικής ύπαρξης του ανθρώπου: αντίθεση λοιπόν ανάμεσα στον άνθρωπο ως τον ἕνα, τον μοναδικό, ήτοι ως ιστορικά μεγάλη ατομικότητα, ήτοι εαυτότητα, ως μεγάλο άνδρα της ιστορίας, και στον άνθρωπο ως πολλαπλώς και πολλαχώς μαζική έκφραση, άμορφη μάζα. Πολλαπλώς και πολλαχώς σε ηθικό, κοινωνικό, πολιτικό, φιλοσοφικό, ήτοι πνευματικό επίπεδο· π.χ. ως όχλος, ως πολιτική ή κοινωνική συντεχνία, ως «πολυμαθής», ως ιδεολογικο-πολιτικός εκφραστής του μαζικού γούστου ή της μαζικής αρρυθμίας· γενικώς ως καθεύδουσες συνειδήσεις, χθαμαλές, που αγνοούν την αεί παρουσία του καθολικού λόγου. Με σημερινούς όρους, πρόκειται για το πλήθος των στείρων κομματικό –πολιτικών διανοουμένων, των επαγγελματιών πολιτικών, όλων γενικώς των μαζοποιημένων μονάδων και συνόλων, που εξωτερικά διεκδικούν ισότητα ως ποσοτικές οντότητες ή ολότητες μαζικής υφής· στην ουσία όμως, με τούτη τη διεκδίκηση, επιχειρούν να εξολοθρεύσουν το αξιότερο που τα υπερβαίνει και μοιραία τα κατατάσσει στην τάξη της μάζας, του όχλου. Ο εἶς, για τον Ηράκλειτο, χαρακτηρίζεται από την απογείωση προς την κορυφή του κατανοητικού λόγου και έργου σε αντίθεση με τους πολλούς που σπρώχνουν όλο και προς τα κάτω.

ἐὰν ἄριστος ᾖ:
Ι. γνωσιο-οντο-λογικά χαρακτηριστικά του άριστου σε αντίθεση με τους πολλούς: ακολουθεί τον καθολικό λόγο (Β2), αναζητεί στο ύψος του τελευταίου την ευδαιμονία και όχι στις σωματικές απολαύσεις (Β4), δεν βρίσκει ευχαρίστηση στο βόρβορο (Β13), παρά διανοίγεται στην αποκαλυπτικότητα του λόγου (Β17), ζει και πεθαίνει για όλο και πιο υψηλούς σκοπούς (Β25), είναι δοκιμασμένος γνώστης του καλού και δεν καταφεύγει στην κατασκευή ψευδών (Β28), προτιμά την αιώνια δόξα και όχι να χορταίνει, όπως οι πολλοί, σαν τα ζώα (Β29), κατασβήνει την έπαρση (Β43) και αντιμετωπίζει τα μέγιστα ζητήματα με φιλοσοφική διόραση (Β47). Όλα αυτά τα κατά Ηράκλειτο γνωρίσματα του μαζανθρώπου είναι κατ’ εξοχήν γνωρίσματα και των σημερινών βαρβάρων, εθνικών μειοδοτών του Πολιτικού.

ΙΙ. Ο ἄριστος λοιπόν, ως ξεχωριστή μονάδα από τους πολλούς, είναι ο πολεμιστής, κυριολεκτικά και μεταφορικά· γνωρίζει τον καθολικό χαρακτήρα του πολέμου και πως όλα συμβαίνουν κατ’ έριν ( Β80), ανα-γνωρίζει την αντιφατική πορεία των πραγμάτων και συγχρόνως αναζητεί τη φύση τους, δηλαδή το Είναι, και ενεργεί αντίστοιχα (Β112). Αντιμετωπίζει τη ζωή και τον θάνατο με τραγικό τρόπο: δεν επιλέγει το βόλεμα στη ζωή και δεν αποφεύγει τον θάνατο ως μη επιθυμητό· απεναντίας, ζωή και θάνατος αποτελούν για τη συνείδησή του μια αδιαίρετη ενότητα, υπό το έμβλημα της αρχής της ενότητας των αντιθέτων. Η ζωή και ο θάνατος, για παράδειγμα, ενός Αχιλλέα ή ενός Έκτορα αξίζουν περισσότερο απ’ ό,τι οι ζωές και οι θάνατοι μυρίων κοινών θνητών. Και χωρίς αυτόν τον τραγικό και μεγαλοπρεπή τους θάνατο δεν θα αποκτούσαν την αιώνια δόξα των θνητών.

ΙΙΙ. Αλλά η έννοια του ἀρίστου συμπεριλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την κατηγορία του πολιτικού ανδρός, αν κρίνουμε από τις αναφορές του Ηράκλειτου στον Βία και τον Ερμόδωρο. Ένας φωτισμένος πολιτικός με ορθή κρίση και υψηλή φρόνηση είναι πιο άξιος από την ποσότητα των ανθρώπων, που υποτίθεται ότι αποφασίζουν στο πλαίσιο λειτουργίας της δημοκρατίας, ενώ στην πράξη είναι άβουλα όντα, αγόμενα και φερόμενα από τα επί μέρους συμφέροντα παρά συντασσόμενα με το καθολικό συμφέρον.

εἶς ἐμοὶ μύριοι, ἄριστος:
ποιος μπορεί να είναι εκείνος που κρίνει δίκαια για την αναλογία ανάμεσα στον έναν άριστο και τους πολλούς; Προφανώς είναι ο φιλόσοφος (Β35), που διέπεται από το μέτρο και είναι απόλυτα εξοικειωμένος με τον καθολικό λόγο· ως εκ τούτου είναι σε θέση να αναγιγνώσκει και τη συλλογική γλώσσα των καθολικών συμφερόντων στο συνδυασμό τους με το νόμο της πολιτείας και τα ιδιαίτερα συμφέροντα του καθενός. Στη συνάφεια τούτη κατανοείται και το πνεύμα που εκφράζει ο Ηράκλειτος με το: ἐμοὶ. Δεν σχετικοποιεί το όλο θέμα παρά δίνει έμφαση στην έννοια του φιλοσόφου ως του Ενός που προηγείται παντός άλλου στην αναζήτηση και αποκατάσταση της αλήθειας, στο πλαίσιο της φιλοσοφικής συνομιλίας. 

§3

Με ένα παρόμοιο τρόπο, ο Hegel αναγνωρίζει στο απόλυτο πνεύμα, απόλυτο με το νόημα της απαλλαγής του από τα βαρίδια της μαζικής, της αποξενωμένης του έκφρασης, τον νόμο του Μεγάλου, του μεγάλου ανδρός στην ιστορία και στη ζωή, που δρα τραγικά και τραγικά πραγματώνεται, τουτέστι αυτοπραγματώνεται:

Ι. «Ο νόμος γνωρίζει τον εαυτό του ως την απόλυτη δύναμη που είναι εξίσου πλούτος, ακόμη κι αν [αυτή] θυσιάζει τον γενικό πλούτο· που εξίσου προασπίζεται το δίκαιο, ως δικαιοσύνη και ρύθμιση/ρυθμιστική αρχή· που εξίσου προασπίζεται τη ζωή και τιμωρεί με τη ζωή, καθώς συγχωρεί το κακό και χαρίζει τη ζωή που είναι χαμένη [δηλαδή την αποστερημένη [λόγω του κακού] ζωή].‒ Έτσι, αυτό το πνεύμα είναι η απόλυτη ισχύς παντού, που ζει αφ’ εαυτής και τώρα [πρέπει] να δώσει στον εαυτό της την εποπτεία του ίδιου του εαυτού της ως τέτοιου, δηλαδή να καταστήσει τον εαυτό της σκοπό της» (Jenaer Systementwürfe III, 232).

ΙΙ. «Με αυτό τον τρόπο ιδρύθηκαν όλα τα κράτη/πολιτείες, δυνάμει της ευγενούς δύναμης/εξουσίας μεγάλων ανδρών· ‒δεν είναι ζήτημα σωματικής δύναμης, δεδομένου ότι οι πολλοί, από άποψη σωματικής δύναμης, είναι πιο δυνατοί από τον Έναν. Απεναντίας, …αυτό που κάνει τον μεγάλο άνδρα να ξεχωρίζει [από τους πολλούς] είναι: να γνωρίζει την απόλυτη βούληση και να την εκφράζει, έτσι ώστε όλοι να συγκεντρώνονται γύρω από το έμβλημά του [και] αυτός να είναι ο θεός τους» (ό.π. 235).

ΙΙΙ. «Αυτό το κράτος είναι το απλό απόλυτο πνεύμα, που είναι βέβαιο για τον εαυτό του και για το οποίο τίποτα το καθορισμένο δεν ισχύει πέρα από αυτό το ίδιο» (ό.π.).