Πέμπτη 17 Απριλίου 2025

Η σταύρωση τού Ιησού: Ένα προβληματικό, αλλά και συνάμα... βολικό σενάριο

«Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» - Ένας πανικόβλητος θεός, ή με το στανιό «σωτήρας»

Μετά το τέλος της τελετής του Μυστικού Δείπνου, ο Ιησούς δεν αναπαύεται για το υπόλοιπο της νύχτας, όπως θα ήταν φυσιολογικό, στο ανώγειο όπου δείπνησε, αλλά βγαίνει μαζί με τους μαθητές του, που μετά απ’ το δείπνο νυστάζουν αφόρητα και πηγαίνει στο προσυμφωνημένο σημείο της σύλληψής του, δηλαδή στο διπλανό αλσύλλιο ή «όρος» (λόφο) των ελαίων όπως θέλει ο Λουκάς (Οι υπόλοιποι ευαγγελιστές στέλνουν τον Ιησού στο χωριό Γεσθημανή).


Εκεί όμως, ενώ οι μαθητές του, μετά το πλούσιο γεύμα δεν μπορούν να ξαγρυπνήσουν μαζί του, ο Ιησούς βρίσκεται μόνος και αντιμέτωπος με τα περιορισμένα ψυχικά του αποθέματα! Αδημονεί κυριολεκτικά μέχρι θανάτου και η αφήγηση σημειώνει τον απίστευτο βαθμό της μικροψυχίας του: «Και ήρξατο εκθαμβείσθαι (να θολώνει, να συνταράσσεται) και να αδημονεί και λέγει εις αυτούς (τους μαθητές του) περίλυπος είναι η ψυχή μου έως θανάτου…. Μονολογεί λέγοντας στους μισοκοιμισμένους πλέον μαθητές του κάτι που αφορά κυρίως τον ίδιο: «Το μεν πνεύμα πρόθυμον η δε σαρξ ασθενής… Και αφού απομακρύνθηκε λίγο, έπεσε με το πρόσωπο στη γη (εικόνα απαράδεκτη για «θεό», με το πρόσωπο κολλημένο στο έδαφος άρχισε να παρακαλάει προσευχόμενος) Πάτερ μου, ει δυνατόν εστίν παρελθέτω (ας απομακρυνθεί) απ’ εμού το ποτήριον τούτο» ( Ματθαίος 26: 39 και Μάρκος 14: 32-41). Ο Μάρκος γράφει: «Έπιπτε επί της γης και προσηύχετο… Και έλεγε: Αββά (Αββάς: ο γέρων ο πατήρ) ο πατήρ, πάντα δυνατά σοι, παρένεγκε (απομάκρυνε) το ποτήριον τούτο απ’ εμού» (Μάρκος 14: 36).

Απ’ την ίδια την διατύπωση καταλαβαίνουμε ότι ο «Χρισμένος» εννοούσε απολύτως όσα έλεγε! Και ο τελευταίος παρατηρητής θα καταλάβαινε ότι ο πρωταγωνιστής αυτής της υπόθεσης έχει πλέον πρόβλημα! Οι δύο ευαγγελιστές (Ματθαίος και Μάρκος) με σαφήνεια περιγράφουν, ότι αυτή η αντίδραση του Ιησού, δεν ήταν μια φευγαλέα στιγμή ανησυχίας ή ένα επιφανειακό αίτημα πανικού, αλλά μια παράκληση που επαναλήφθηκε επίμονα και συστηματικά τρεις φορές: «Πάλιν εκ δευτέρου προσευχήθη λέγων. Πάτερ μου εάν είναι δυνατόν, να παρέλθει τούτο το ποτήριον (δοκιμασία) απ’ εμού, χωρίς να πιω αυτό… και προσευχήθη και τρίτη φορά ειπών τον αυτόν λόγον (τρίτη δηλαδή φορά με την ίδια παράκληση)» (Ματθαίος 26: 44. και Μάρκος 14: 41).

Όταν ένα τέτοιο αίτημα απορριφθεί τρεις φορές, δεν έχει νόημα να ξαναδοκιμάσεις. Μάλιστα, φυσιολογικά, η πρώτη και μοναδική φορά, θα έπρεπε να ήταν υπεραρκετή, αν αυτός που απορρίπτει το αίτημά σου είναι πράγματι ο ίδιος Θεός. Με τις τρεις όμως επαναλαμβανόμενες φορές και τα προσκυνήματα έως εδάφους, καταλαβαίνουμε πως ο Χριστός, είναι κυριολεκτικά πανικόβλητος και δεν προσεύχεται στον Θεό, (δηλαδή στον εαυτό του) αλλά συνομιλεί με κάποιον ή κάποιους, ζητώντας φορτικά και επιμόνως να τροποποιηθεί το προκαθορισμένο δραματικό και επικίνδυνο τέλος της ιστορίας του.

Ο Ιωάννης (που υποτίθεται πως ήταν παρών) συμπληρώνει την εικόνα τού εντελώς πανικόβλητου Ιησού, βάζοντας όπως θα δείτε σε μια φαινομενικά ανεξήγητα αντεστραμμένη σειρά τις ψυχικές μεταπτώσεις του Ιησού: «Φανερώθηκε τότε σ’ αυτόν άγγελος Κυρίου ενισχύων αυτόν και (εδώ προσέξτε την αντιστροφή των εξελίξεων… μετά απ’ την «ενίσχυση» αυτή του αγγέλου, ο Ιησούς) γενόμενος εν αγωνία εκτενέστερον προσηύχετο. Εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Λουκάς 22: 43-44).

Παράξενο… Πραγματικά ανεξήγητο! Ο Ιησούς κατέρρευσε εντελώς μετά την «ενίσχυση» που δέχθηκε από τον «ουρανόσταλτο άγγελο»! Ποια εξήγηση χωράει άραγε σ’ αυτό;

Ερώτηση: Γιατί κλαίει και οδύρεται ο Ιησούς μπροστά στην υποτιθέμενη θυσία του;

Ποιος άνθρωπος θα μάτωνε στο κλάμα και θα ζητούσε τρεις φορές απ’ τον οποιονδήποτε θεό, να αποφύγει την σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας, τη στιγμή μάλιστα που γνώριζε πως λίγες ώρες μετά θα αναστηθεί;

Ποιος άνθρωπος με στοιχειώδη αισθήματα, δεν θα αντάλλαζε ευχαρίστως λίγες ώρες δικής του νεκροφάνειας, με την πανανθρώπινη σωτηρία, αλλά βαλαντώνει στο κλάμα, για να μην περάσει αυτός λίγες ώρες ταλαιπωρίας πριν ανανήψει;

Ένας καταϊδρωμένος γιος θεού, ακόμα και για τα αλληγορικά ακροβατικά της θεολογίας, είναι μια ανεξήγητη εικόνα πανικόβλητου σωτήρα! Μα επιτέλους, τι ακριβώς ζητούσε ο Ιησούς παρακαλώντας τρεις φορές να μην πιει εκείνο το ποτήρι, Μα φυσικά να μην σταυρωθεί! Κανένα άλλο «ποτήρι» δεν υπήρχε μπροστά του! Ένας θεός όμως, δεν μπορεί να έχει τέτοια συμπεριφορά ακραίας αγωνίας, μπροστά στην εκτέλεση του πανανθρώπινου σωτηριακού σκοπού του...
Δηλαδή, αυτός ο «θεός»… παραλίγο να μη μας «σώσει»!...

Κατά πως όλα δείχνουν, αυτός που τελικά μας έσωσε, πρέπει να ήταν ο ανώνυμος εκείνος άγγελος που την τελευταία στιγμή τον πίεσε (ενίσχυσε) να το κάνει. Τι να υποθέσουμε κι εμείς οι απλοϊκοί, που μας εκνευρίζει αφάνταστα η σκέψη ότι μετά από εκατομμύρια χρόνια μοναξιάς, τον πλανήτη μας επισκέφθηκε επιτέλους με σωτηριακή διάθεση ένας αληθινός θεός και την τελευταία στιγμή, όχι μόνο το ξανασκέφτηκε αλλά σχεδόν του επέβαλαν να πιει το ποτήρι της σωτηρίας μας;

Οι θεολόγοι μας λένε, πως εκεί εμφανίσθηκε η ανθρώπινη πλευρά του! Μα δεν διαφωνούμε καθόλου, ακριβώς αυτή είναι που μας φαίνεται εντελώς απαράδεκτη! Τι σόι θεάνθρωπος είναι αυτός, που διστάζει και οδυρόμενος παρακαλάει να μη πιει το πικρό θυσιαστικό ποτήρι της σωτηρίας μιας ολόκληρης ανθρωπότητας, με τίμημα όχι τον δικό του απόλυτο αφανισμό, αλλά μια εξαιρετικά σύντομη ταλαιπωρία;

Στην διάρκεια της καταγεγραμμένης ανθρώπινης ιστορίας, γνωρίσαμε αμέτρητους απλούς, εύθραυστους, θνητούς ήρωες, που συντρίφτηκαν καρτερικά στην εκτέλεση του καθήκοντός τους, για πολύ μικρότερα ιδανικά, χωρίς ούτε για μια στιγμή να καταδεχθούν να επιδείξουν κανέναν φόβο ή να παρακαλέσουν να παρέλθει το οποιοδήποτε ποτήρι της θυσίας τους! Γιατί αυτός ο δήθεν θεόσταλτος ήρωας δίστασε τόσο;

Κατά την θεολογία, ο θάνατος του Ιησού ήταν προϋπόθεση σωτηρίας. Κατ’ αυτήν ο Ιησούς δεν ήταν ένας απλός Εβραίος μαραγκός, αλλά ένας θεάνθρωπος. Δηλαδή: «Ένας τέλειος θεός και ταυτόχρονα ένας τέλειος άνθρωπος». Φαίνεται όμως, πως ο συνδυασμός των δύο αυτών τελειοτήτων, δημιουργεί συναισθηματική αστάθεια και ενώ ο φορτωμένος τελειότητες ήρωάς μας, ήρθε αποφασισμένος να μας σώσει, τελευταία στιγμή, το ξανασκεφτόταν ιδροκοπώντας μέχρις «αίματος» (Κάποιοι έσπευσαν να βεβαιώσουν και την ύπαρξη του ματωμένου ιδρώτα! Μα συγκρατηθείτε λίγο! Η ίδια η αφήγηση γράφει: «ίδρως ωσεί [σαν] θρόμβοι αίματος». Είναι λοιπόν σχήμα λόγου χάριν έμφασης και όχι πραγματικό αίμα στον ιδρώτα).

Θεολογικά, με τον προσωρινό «θάνατό» του, ο Ιησούς θα έσωζε ολόκληρη την ανθρωπότητα… Κι όμως φαίνεται πως ο Ιησούς δεν αντέχει ούτε ένα τέτοιο τρισένδοξο θυσιαστικό «ποτήρι». Μα τότε…ποιο «ποτήρι» επιτέλους θα του φαινόταν ευκολότερο να πιει; Δηλαδή, αιώνες τώρα, λατρεύουμε για θεό μας, κάποιον που μέχρι τελευταία στιγμή, παρακαλούσε απεγνωσμένα… να μη μας σώσει;!

Τελικά, ποιόν και γιατί παρακαλάει: «Ει δυνατόν εστίν παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο»; (Ματθαίος 26: 39). Ποιός θεός, αν όχι ο ίδιος θα αποφάσιζε αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν ή όχι; Και γιατί θεός ων δεν γνώριζε τι ήταν δυνατόν και τι όχι; Μήπως η ευλύγιστη θεολογική φαντασία, δύο χιλιετίες μετά, βρήκε το βαθύτερο νόημα της τριπλής αυτής παράκλησης του Θεού…προς τον εαυτό του;

Το ερώτημα είναι τόσο τραγελαφικό και ταυτόχρονα τόσο καυτό, που ήταν μάλλον αναμενόμενο, η διαχρονική θεολογία (πατρολογία) να φλυαρεί συστηματικά επ’ αυτού!. Πολλοί προσπάθησαν να ψελλίσουν κάποια αγαθόστριφτη ερμηνεία, για την ανεξήγητα έντονη αυτή αντίρρηση του Ιησού, να πιει το «ποτήρι» της σταύρωσής του, χωρίς όμως να καταφέρουν να βρουν μια ικανοποιητική απάντηση. Προσπαθώντας να απαντήσει σε παρόμοιες ερωτήσεις του Κέλσου, ο Ωριγένης γράφει ότι: «Το της κολάσεως ποτήριον (το ποτήρι του βασανισμού ήταν) η εγκατάλειψη (απ’ τον Θεό) του Ιουδαϊκού έθνους» (Κατά Κέλσου 25: 30).

Αξιοθρήνητα θεολογικά αερολογήματα, που δεν στηρίζονται πουθενά και όμως τα επανέλαβαν πολλοί θεολόγοι! (Ο Επιφάνιος γράφει: «Επειδή έμελλε διά του Ισραήλ να παραδοθεί, λυπούμενος το σπέρμα του Αβραάμ είπε αυτόν τον λόγο». [Haer 3.209.3-8-5] ). Δηλαδή, ο Ιησούς δεν ήθελε να προχωρήσει στην σταύρωση και την ανάστασή του, που θα έσωζε όλους τους ανθρώπους, για να μην απορριφθεί το σπέρμα του Αβραάμ και χαθεί το έθνος του Ισραήλ!

Όμως, γνωρίζουμε ότι με την δημιουργία του Χριστιανισμού, κάθε άλλο παρά εγκατάλειψη του ιουδαϊκού έθνους υπήρξε. Απεναντίας, οι πρώτοι που έγιναν μαζικά χριστιανοί, ήταν το σπέρμα του Αβραάμ, αφού οι ενημερωμένοι Ιουδαίοι κατάλαβαν την μοναδική ευκαιρία που είχαν πλέον, να προσεγγίσουν μέσα απ’ τον Χριστιανισμό, τα ισχυρά κέντρα αποφάσεων και ιστορικών εξελίξεων ώστε να κάνουν επιτέλους το όνειρο του Αβραάμ πραγματικότητα. Μάλιστα στηριζόμενος απολύτως στην Παλαιά Διαθήκη, ο Χριστιανισμός έδωσε στο έθνος αυτό, απίστευτες ευκαιρίες διεθνοποίησης της εβραϊκής ιστορίας και θεολογίας, κάνοντας παγκοσμίως γνωστό, ένα ασήμαντο μέχρι τότε θρησκευτικά και πολιτικά έθνος.

Η εξήγηση λοιπόν πρέπει υποχρεωτικά να είναι άλλη.

Ο επιστρατευμένος (χρισμένος) ήρωάς μας, λίγο πριν απ’ την δυσκολότερη καμπή της ιστορίας του, μας έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο! Απλώς δεν άντεχε να σταυρωθεί ούτε εικονικά! Οι αντιδράσεις του εκείνο το βράδυ, μας παρέδωσαν την σαφέστερη διαβεβαίωση, ότι ο συγκεκριμένος σωτήρας, δεν έχει καμία σχέση με σωτηριακά ιδανικά, ούτε είχε καμία σχέση με τους ουρανούς, γιατί ολοφάνερα δεν βιαζόταν καθόλου να επιστρέψει σ’ αυτούς.

Αναρίθμητοι απλοί άνθρωποι, αν διαβεβαιωθούν ότι με την αυτοθυσία τους θα επιτελέσουν παγκόσμιο σωτηρικό έργο…και μόνο για το έπαθλο της εξαιρετικής τους υστεροφημίας, θα “έπιναν” ευχαρίστως, ένα τέτοιο ένδοξο “ποτήρι″! Μάλιστα ολόκληρες στρατιές ηρώων, πηγαίνουν να πολεμήσουν μέχρι θανάτου, για πολύ μικρότερα ανταλλάγματα! Όμως, ήταν πια ολοφάνερο. Αυτός ο σωτήρας…τελευταία στιγμή κάτι είχε πάθει...

Ποιοι συνέλαβαν και δίκασαν τον Ιησού;

Τα κλαψουρίσματα του «σωτήρα», θα ακολουθήσει η σύλληψή του από τους Ρωμαίους, μετά από την -γεμάτη ερωτηματικά- «προδοσία» του Ιούδα. Ως εκ του θαύματος, ο Ιησούς φαίνεται πλέον πιο...θαρραλέος και αποφασισμένος: «Θα πιώ το ποτήρι που μου έδωσε ο Πατέρας» (Ιωάννης 18: 11).

Σύμφωνα λοιπόν με τον Ιωάννη, τον Ιησού συνέλαβαν όπως ήταν φυσικό οι ρωμαϊκές αρχές και φυσικά ουδέποτε τον παρέδωσαν στους Ιουδαίους για να δικαστεί. Όμως, αντίθετα από τον Ιωάννη, οι τρεις πρώτοι ευαγγελιστές, δεν αναφέρουν καθόλου τους Ρωμαίους στρατιώτες. Και οι τρεις ομόφωνα αναφέρουν, ότι τον Ιησού πήγαν να συλλάβουν: «Ο Ιούδας μαζί με ένα πλήθος ανθρώπων, οπλισμένων με μαχαίρια και ρόπαλα, σταλμένοι απ’ τους αρχιερείς και πρεσβύτερους του συνεδρίου» (Ματθαίος 26: 47, Μάρκος 14: 43, Λουκάς 22: 47). «Αυτοί δε (δηλαδή ο όχλος) που τον έπιασαν τον παρέδωσαν στον αρχιερέα Καϊάφα όπου και συνήχθησαν οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι» (Ματθαίος 26:57).

Το φυσικότερο βέβαια είναι, την σύλληψη μέσα στη νύχτα, να έκαναν οι μόνες αρμόδιες αρχές του τόπου, δηλαδή οι Ρωμαίοι, οι όποιοι όμως ουδέποτε θα παρέδιδαν τον κρατούμενό τους στους Ιουδαίους για να δικαστεί πρώτα απ’ αυτούς. Προφανώς ο Ιησούς συνελήφθη και κρατήθηκε για το υπόλοιπο της νύχτας στο φρουραρχείο, ώστε το πρωί να δικαστεί απ’ τον Ρωμαίο έπαρχο Πιλάτο!

Τα περί δίκης λοιπόν και ακροάσεων από τον αρχιερέα Άννα, Καϊάφα και Ηρώδη μέσα στην μαύρη νύχτα, είναι εντελώς φανταστικά και δεν θα μας απασχολήσουν, διότι ολοφάνερα είναι κατοπινά εφευρήματα, που μοναδικό σκοπό είχαν να περιπλέξουν την αρχική απλότητα του σεναρίου και να αυξήσουν την δραματικότητα των παθών του Ιησού!

Ένα είναι σίγουρο, οι ρωμαϊκές αρχές ουδέποτε θα συναποφάσιζαν για τα συμφέροντα της Ρώμης, με τα εντελώς αναρμόδια θεοκρατικά δικαστήρια των υπόδουλων Εβραίων. Μια τέτοια ανάμειξη λοιπόν εξουσιών, είναι εξόφθαλμα αδιανόητη. Απ’ την στιγμή που οι Ρωμαίοι είχαν λόγους κινητοποίησης και ανάμειξης, σημαίνει ότι οι κατηγορίες για τις οποίες συνελήφθη ο Ιησούς, δεν ήταν θεολογικές, αλλά κατηγορίες πιθανής υπονόμευσης της ρωμαϊκής εξουσίας και έναν τέτοιο κατηγορούμενο, οι Ρωμαίοι δεν θα τον παρέδιδαν ποτέ σε κανέναν άλλον να δικαστεί, παρά μόνο στον ίδιο τον Ρωμαίο έπαρχο, δηλαδή τον Πιλάτο!

Πράγματι: «Πρωίας γενομένης…παρέδωσαν τον Ιησού στον ηγεμόνα Πιλάτο» (Ματθαίος 27: 1-2). Είναι φυσικά ανώφελο να προσπαθήσουμε από τους διαλόγους της ανάκρισης να βγάλουμε συγκεκριμένο συμπέρασμα για την πραγματική μορφή της κατηγορίας και την διεξαγωγή της δίκης. Σωστά ο Μάρκος παρατηρεί αόριστα πως «οι αρχιερείς τον κατηγορούσαν για πολλά» (Μάρκος.13: 3).

Από την ερώτηση όμως του Πιλάτου προς τον Ιησού, «είσαι εσύ ο βασιλεύς των Ιουδαίων;» (Ματθαίος 27: 21), μπορούμε να υποθέσουμε ότι η βασική κατηγόρια εναντίον του, ήταν πράγματι σχετική με ενδεχόμενη στάση κατά της ρωμαϊκής φρουράς στην Ιερουσαλήμ. Όμως ο έπαρχος Πιλάτος, έμπειρος διοικητής, γρήγορα κατάλαβε ότι μπροστά του δεν είχε έναν άνθρωπο που ετοίμαζε ένοπλη στάση! Τίποτε από όσα μπορούσε να ελέγξει, δεν συνηγορούσε σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Ο Πιλάτος δεν άργησε να διακρίνει «ότι από φθόνο τον είχαν παραδώσει» (Μάρκος 13: 10). Μπροστά του είχε έναν κατασκευασμένο ένοχο, από ένα φθονερό ιερατείο, που τον ήθελε οπωσδήποτε νεκρό, για λόγους που ο Πιλάτος αδυνατούσε να υποθέσει. Προσπάθησε λοιπόν να αφήσει ελεύθερο τον συκοφαντημένο θεραπευτή, αλλά συνάντησε σφοδρότατη αντίδραση ακόμα κι από τον κατευθυνόμενο όχλο έξω από το πραιτώριο: «Οι δε ιερείς ξεσήκωναν τα πλήθη…φωνάζοντας σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον» Μάρκος 15: 11-14).

Το ιερατείο, οι μοναδικοί κατήγοροι του Ιησού, επιτέθησαν με σοβαρά σενάρια αντιρωμαϊκής συνωμοσίας: «Τον πιάσαμε να ξεσηκώνει τον λαό μας, να τον εμποδίζει να πληρώνει φόρους στον Καίσαρα και να ισχυρίζεται πως είναι ο βασιλιάς Μεσσίας» (Λουκάς 23: 2).

Οι κατηγορίες αν και αναληθείς, ήταν σοβαρές, αφού υπονοούσαν στάση κατά της Ρώμης. Πουθενά όμως δεν υπήρχαν αποδείξεις ικανές, να πείσουν τον Πιλάτο, πως ο αμίλητος άνθρωπος που είχε μπροστά του ήταν ένοχος, στασιασμού κατά της Ρώμης. Ούτε καν οι δραματικές καταγγελίες του καταδότη Ιούδα, δεν είχαν στο παραμικρό επαληθευθεί. Στον λόφο της σύλληψης, ο Ιησούς ήταν άοπλος και σχεδόν μόνος, δεν αντιστάθηκε καθόλου και δεν έδωσε ούτε μια στιγμή την εικόνα κάποιου που ετοίμαζε ένοπλη στάση κατά της πόλης! Υπέθεσε λοιπόν σωστά, ότι ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά του, ήταν θύμα του φαρισαϊκού θεοκρατικού φθόνου!

Παραδόξως ακόμα και ο ίδιος ο Ιησούς, με την σιωπή του, διευκόλυνε την γρήγορη καταδίκη του, αφού δεν έδινε καμία υπερασπιστική απάντηση στις ερωτήσεις του Πιλάτου: «Ουδέν απεκρίνετο… και ουκ απεκρίθη προς αυτώ ουδέν» (Ματθαίος 27: 12-14), γι' αυτό και «ο Πιλάτος απόρησε πολύ γι' αυτό» (Ματθαίος 27: 14).

Ο Πιλάτος, όταν διέκρινε ότι δεν συντρέχουν λόγοι ανησυχίας για την ρωμαϊκή τάξη και ασφάλεια, δοκίμασε κατ’ επανάληψη να ξεφορτωθεί την ευθύνη μιας άδικης καταδίκης. Αν εξαιρέσουμε την περίπτωση του Βαραββά, που είναι φανερά επινοημένη, (Ο Βαραββάς κατηγορείται: «δια στάσιν [δηλαδή επανάσταση] και φόνον βεβλημένος εις φυλακήν» [Λουκάς 23: 25]. Ουδέποτε ο Πιλάτος θα απελευθέρωνε, έναν τέτοιον αποδεδειγμένο επαναστάτη, διακινδυνεύοντας την πολιτική του φήμη) σύμφωνα με το κείμενο, ο Πιλάτος θέλοντας να ξεφορτωθεί την ευθύνη, ζήτησε απ’ τους κατήγορούς του ιερείς, να θανατώσουν οι ίδιοι τον Ιησού (Ιωάννης 19: 6). Αυτοί όμως αρνήθηκαν μια τέτοια εξέλιξη, επιμένοντας στην σταύρωση και όχι στον λιθοβολισμό.

Παρ’ όλα αυτά, ο Πιλάτος που είχε φήμη πεισματώδους ανθρώπου, δεν έλεγε να εγκρίνει το επαναλαμβανόμενο δόλιο αίτημα της σταύρωσης... Το ιερατείο όμως, πέρασε στην τελική αντεπίθεση, αυτή του ωμού εκβιασμού. Έβαλαν λοιπόν τον κατευθυνόμενο απ’ αυτούς όχλο να κραυγάζει: «Όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλέα (όπως κατηγόρησαν τον Ιησού ότι έκανε) είναι εχθρός του Καίσαρα. Εάν τον ελευθερώσεις δεν θα είσαι πια φίλος του Καίσαρος» (Ιωάννης 19: 12). Αυτός ο εκβιασμός, ήταν εντελώς ξεκάθαρος. Αν τολμούσε να τον αθωώσει, η είδηση θα έφθανε απ’ αυτούς στον ίδιο τον Καίσαρα, με τον ξεκάθαρο υπαινιγμό, ότι δεν υπερασπίστηκε τα συμφέροντα της Ρώμης, από έναν επίδοξο κινηματία, που ήδη έφερε θρασύτητα και δημοσίως τον τίτλο του βασιλιά των Ιουδαίων.

Ο Πιλάτος καταλάβαινε πολύ καλά τον σοβαρό εκβιασμό το όνομα του Πιλάτου την περίοδο εκείνη, σχετιζόταν ήδη επικίνδυνα με τον ισχυρότερο στρατιωτικό της Ρώμης, κάποιον Αΐλιο Σηιανό (Aelius Sejanus) που όμως βρέθηκε ένοχος συνωμοσίας εναντίον του αυτοκράτορα, εξορίστηκε και στην συνέχεια θανατώθηκε μαζί με πολλούς άλλους συνωμότες (535) από τον αυτοκράτορα Τιβέριο.

Η πολιτική φήμη του Πιλάτου λοιπόν, κρεμόταν ήδη από μια κλωστή και οι Φαρισαίοι φαίνεται πως το γνώριζαν αυτό καλύτερα από τον καθένα. Ο Πιλάτος δεν θα άντεχε την παραμικρή αντιρωμαϊκή αναφορά στο όνομα του. Έτσι, «ακούσας λοιπόν ο Πιλάτος τούτον τον λόγον, έφερε έξω τον Ιησού και εκάθησε… ήτο δε Παρασκευή του Πάσχα και ώρα περίπου έκτη και λέγει προς τους Ιουδαίους. Ιδού ο βασιλεύς σας. Οι δε εκραύγαζον λέγοντες…άρον άρον σταύρωσον αυτόν, τότε λοιπόν παρέδωκε αυτόν διά να σταυρωθεί» (Ιωάννης 19: 13-16).

Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο που ο Πιλάτος παρέδωσε αμέσως τον Ιησού στην εκτέλεση της ποινής, πράγμα που δείχνει ότι από την μεριά των Φαρισαίων, υπήρξε ιδιαίτερη απαίτηση, άμεσης εκτέλεσης του Ιησού προ της τελετής, με το προφανές πρόσχημα, ότι μόνο έτσι θα αποφευχθούν τα ενδεχομένως προσχεδιασμένα επεισόδια απ’ τους οπαδούς του κινηματία Ιησού, που σκοπό τους είχαν να αιματοκυλήσουν την επικείμενη τελετή. Αυτήν την απαίτηση των ιερέων, φαίνεται να βοήθησε αποτελεσματικά ο υποκινούμενος όχλος, με την ασταμάτητα επαναλαμβανόμενη ιαχή: «άρον, άρον (κουβαλήστε τον γρήγορα, τώρα) σταύρωσον αυτόν!».

Τα βασανιστήρια του Ιησού

 Ο Ιησούς παραδόθηκε για σταύρωση με έκδηλη την προσωπική συμπάθεια του Πιλάτου στο πρόσωπό του. Κάτω λοιπόν απ’ αυτές τις συνθήκες καταδίκης, η ρωμαϊκή φρουρά, που από κοντά παρακολουθούσε τις εξελίξεις, είναι εντελώς απίθανο να κακοποίησε με οποιονδήποτε τρόπο, τον αδίκως καταδικασμένο σε θάνατο Ιησού.

Παρ’ όλα αυτά, η αφήγηση θέλοντας να δραματοποιήσει τα πάθη του Ιησού, διαπρέπει ξανά σε ολοφάνερες σκόπιμες παραποιήσεις, βάζοντας τους αμέτοχους σ’ αυτή την υπόθεση Ρωμαίους στρατιώτες, να περιπαίζουν, να μαστιγώνουν και να πλέκουν και τον εντελώς φανταστικό εκείνον ακάνθινο στέφανο.

Μάλιστα η εντελώς μυθιστορηματική προέλευση των δήθεν βασανισμών του Ιησού απ’ τους Ρωμαίους, γίνεται φανερή απ’ το γεγονός, ότι ο Ιησούς βασανίζεται από αυτούς, πριν από την καταδίκη του. Ο Ιησούς φοράει ήδη τον ακάνθινο στέφανο, πολύ πριν ακόμα κριθεί ένοχος και καταδικαστεί: «Εξήλθε (ο Πιλάτος) προς τους Ιουδαίους λέγοντας. Εγώ ουδεμία αιτία (ενοχής) ευρίσκω. Έφερε δε έξω τον Ιησού φορώντας τον ακάνθινον στέφανο…» (Ιωάννης19: 1-5).

Πώς είναι δυνατόν οι Ρωμαίοι στρατιώτες να κακοποίησαν τον Ιησού, και να του φόρεσαν οποιονδήποτε ακάνθινο στέφανο, ενώ ο αρχηγός τους ο Πιλάτος τον θεωρούσε εντελώς αθώο, πάσχιζε αγωνιωδώς να τον αθωώσει και είχε καταλήξει μετά από φανερό εκβιασμό στην άδικη αυτή καταδικαστική απόφαση;

Το πιθανότερο λοιπόν είναι, ότι τα περί βασανισμών του Ιησού δεν αληθεύουν. Όχι μόνο γιατί τα αγκάθια δεν θα ήταν τόσο εύκολο να βρεθούν, δίπλα στο πεντακάθαρο από αγκάθια πραιτόριο, (όπως δικαιολογημένα γράφουν άλλοι ερευνητές) αλλά κυρίως, γιατί οι Ρωμαίοι στρατιώτες, δεν ήταν όχλος, αλλά στρατιώτες που εκτελούσαν μόνο εντολές. Όταν ο αρχηγός της φρουράς, ο Πιλάτος, έκρινε κατά επανάληψη αθώο τον Ιησού, τότε ολόκληρη η φρουρά γνώριζε ήδη, ότι ο Ιησούς ήταν θύμα φαρισαϊκής σκευωρίας. Συνεπώς όχι μόνο καμιά εντολή βασανισμών δεν θα μπορούσε να υπάρχει, αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο προσωπικό κίνητρο ήταν δυνατόν να έχουν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, για να κακοποιήσουν κάποιον, που ποτέ δεν στράφηκε εναντίον τους και ο ίδιος ο αρχηγός τους, τον έκρινε απολύτως αθώο. Απεναντίας, είχαν κάθε λόγο να φερθούν με συμπάθεια, στον εμφανώς αδίκως καταδικασθέντα Ιησού.

Σε κάθε περίπτωση, το μαστίγωμα δεν θα μπορούσε να είναι εξοντωτικό, καθώς η έκθεση του κατάδικου σε κοινή θέα, προς μακροχρόνιο παραδειγματισμό, σωφρονισμό και εκφοβισμό ήταν η βασική αιτία επιλογής της σταύρωσης. Η σταυρική τιμωρία δεν έχει στόχο την άμεση τιμωρία του καταδικασμένου (δηλαδή τον απλό θάνατο του εγκληματία) αλλά τον μακροχρόνιο βασανισμό του, προς παραδειγματισμό και εκφοβισμό των υπολοίπων.

«Ώρα έκτη έως ενάτη»

Οι περισσότεροι πιστοί, νομίζουν επίσης ότι η σταύρωση του Ιησού κράτησε ατελείωτες ώρες ίσως και μέρες! Αγνοούν ότι η συγκεκριμένη σταύρωση είναι η συντομότερη όλων των εποχών, με τον Ιησού να σημειώνει το σκανδαλώδες ρεκόρ σύντομης παραμονής στον σταυρό!

Αν τα εκατομμύρια των πιστών δεν ζούσαν σε καθεστώς απόλυτης κατήχησης, θα καταλάβαιναν αμέσως, ότι αυτή η προκλητική (το πολύ δίωρη) παραμονή του Ιησού στον σταυρό, από μόνη της στοιχειοθετεί την πλέον αντικειμενική αφορμή σφοδρής αμφισβήτησης κάθε αυθεντικότητας της συγκεκριμένης «ανάστασης». Μάλιστα οι υποψίες εκτινάσσονται κυριολεκτικά στα ύψη, αν στην όλη εικόνα προσθέσουμε την απολύτως ύποπτη χρήση αναισθητικού (ναρκωτικού-καρωτικού) «όξους», που κατά την σαφή ομολογία της αφήγησης, (Ιωάννης 19: 30) προηγείται ακριβώς πριν από τον ολοφάνερα εικονικό θάνατο του Ιησού.

Κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη λοιπόν (που ήταν και ο μόνος «αυτόπτης» μάρτυρας) απ’ την εξαγγελία της σταυρικής απόφασης του Πιλάτου (στο Πραιτόριο), μέχρι τον θάνατο του Ιησού στο σταυρό, μεσολαβούν μόνο τρεις ώρες. Απ’ το τρίωρο αυτό πρέπει να αφαιρέσετε τον χρόνο της όποιας κακοποίησής του, τον χρόνο που φορτωμένος τον σταυρό περπάτησε μέχρι τον Γολγοθά, καθώς και τις προετοιμασίες της σταύρωσης. Μετά απ’ αυτά... μένει σε σας να αποφασίσετε πόσος είναι ο υπολειπόμενος χρόνος παραμονής του Ιησού επί του σταυρού.

Για τον χρόνο που ελήφθη η απόφαση της εκτέλεσής του διαβάζουμε: «Ήταν δε Παρασκευή του Πάσχα και η ώρα περίπου έκτη. Λέγει δε ο Πιλάτος στους Ιουδαίους: Να ο βασιλιάς σας. Τότε εκείνοι άρχισαν να φωνάζουν: Άρον άρον σταύρωσον αυτόν… Τότε ο Πιλάτος παρέδωσε τον Ιησού να σταυρωθεί» (Ιωάννης 19: 14-16).

Για το χρόνο θανάτου πάνω στον σταυρό, διαβάζουμε ότι: «Περί δε την ενάτην ώραν ανεβόησεν ο Ιησούς λέγων: Ηλί, ηλί λαμά σαβαχθανί (Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;). Τινές δε των εκεί εστηκότων (παρισταμένων) έλεγον, τον Ηλία φωνάζει και ευθέως τις (κάποιος) εξ αυτών, λαβών τον σπόγγον και γεμίσας αυτόν (όξος) περιθέσας (τον σπόγγον) εις κάλαμον επότιζεν αυτόν. Ο δε Ιησούς… (δηλαδή αμέσως μετά το πότισμα του σπόγγου και περί την ενάτην ώραν,) άφηκε το πνεύμα» (Ματθαίος 27: 45-50).

Ο Μάρκος (15: 33-37) επαναλαμβάνει αυτολεξεί τα ίδια ακριβώς. Ο δε Λουκάς (23: 44-46) επιβεβαιώνει την ενάτη ώρα ως την στιγμή του θανάτου του Ιησού.

Κατά την ομόφωνη λοιπόν γνώμη των τριών πρώτων ευαγγελιστών, (ο Ιωάννης δεν αναφέρει καθόλου ώρα «θανάτου») ο Ιησούς παρέδωσε το πνεύμα στον «Πατέρα» του «περί ώρας ενάτης» (Ματθαίος 27: 45, Μάρκος 15: 34, Λουκάς 23: 44). Όμως, πριν από τρεις μόνο ώρες, δηλαδή «περί ώρας έκτης» (Ιωάννης 19: 14-16), ο Ιησούς βρισκόταν ακόμα στο πραιτώριο του Πιλάτου και μέχρι την σταύρωση του (πάντα κατά την αφήγηση), μεσολάβησαν ακόμα τα εξής χρονοβόρα γεγονότα: Οι Ιουδαίοι επέβαλαν με την οχλαγωγία τους την καταδικαστική απόφαση. Ο Πιλάτος τον παράδωσε στην φρουρά. Οι φρουροί (κατά την αφήγηση) τον περιέπαιξαν φορώντας του χλαμύδα και τον προσκυνούσαν περιπαικτικά. Στην συνέχεια τον έντυσαν ξανά με τα δικά του ρούχα, του φόρτωσαν τον σταυρό και τον οδήγησαν εκτός πόλεως στον δρόμο προς τον Γολγοθά.

Σταύρωση… με οδική βοήθεια

Το ότι ο Ιησούς δεν ήταν τόσο εξαντλημένος ή ετοιμοθάνατος από βαρύτατες κακώσεις που του προκάλεσε το μαστίγωμα (φραγγέλωμα), γίνεται φανερό απ’ το γεγονός ότι μπορεί και σηκώνει μόνος του το βάρος του σταυρού (18 έως 30 κιλά) στο μεγαλύτερο μέρος των περίπου 500 έως 600 μέτρων που διανύει. Βέβαια, καθ’ οδόν συμβαίνει κάτι αναπάντεχο: Ο Ιησούς (ο τέλειος άνθρωπος) και όχι οι δυο αμαρτωλοί συνοδοιπόροι του (που λογικά, επίσης μαστιγώθηκαν), σταμάτησε κουρασμένος και τον σταυρό ανέλαβε κάποιος Σίμων Κυρηναίος.

Τι παράξενη εξέλιξη! Ο άνθρωπος που ήρθε να σώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα, πρώτα τρεις φορές αρνείται μετά δακρύων την αποστολή του (στον κήπο της Γεσθημανής) και τώρα καταδέχεται ένας άλλος να του κουβαλήσει το φορτίο...

Και σαν μην φτάνει μόνο αυτό, ενώ ο Σίμων o Κυρηναίος κουβαλάει τον σταυρό του, ο Ιησούς όχι μόνο δεν χρειάζεται κάποια περίθαλψη, αλλά στήνει «πηγαδάκι» με γυναίκες: «Εκεί ο Ιησούς κοντοστάθηκε ξανά και μίλησε με κάποιες γυναίκες, λέγοντας πως έπρεπε να κλαίνε για τα δικά τους παιδιά και όχι για τον ίδιο» (Λουκάς 23: 28).

Το πρώτο πράγμα που συμβαίνει στον Γολγοθά, στον τόπο της σταύρωσης, είναι ότι οι Ρωμαίοι επιχειρούν να δώσουν στον Ιησού να πιει, ένα χαλαρωτικό οίνο πριν τον σταυρώσουν: «Και φέρουσιν αυτόν επί τον Γολγοθάν και έδιδον εις αυτόν να πιει οίνον μεμιγμένον με σμύρνα ("εσμυρνισμένον οίνον") αλλ’ εκείνος δεν έλαβε και (μετά απ’ αυτό) εσταύρωσαν αυτόν» (Μάρκος 15: 23).

Καρφώθηκε ή δέθηκε επί ξύλου ο Ιησούς;

Σύμφωνα με τον Σουηδό ακαδημαϊκό, ευαγγελιστή ιερέα και μελετητή της Καινής Διαθήκης, Γκούναρ Σάμιουελσον, οι Γραφές δεν λένε πως ο Ιησούς σταυρώθηκε. Στην πραγματικότητα, υποστηρίζει, το αρχικό κείμενο στα ελληνικά αποκαλύπτει μόνο πως ο Ιησούς κουβάλησε «κάποιο μηχάνημα βασανιστηρίων ή εκτελεστικό όργανο» σε έναν λόφο πάνω στο οποίο «κρεμάστηκε» και πέθανε.

Ο Σάμιουελσον, βασίζει τον ισχυρισμό του στην μελέτη αρχαίων κειμένων 900 ετών στις αρχικές γλώσσες τους -εβραϊκά, λατινικά και ελληνικά, την γλώσσα της Καινής Διαθήκης. Για 3 χρόνια μελετούσε 12 ώρες την ημέρα, λέει, και ανακάλυψε πως η κρίσιμη λέξη που συνήθως μεταφράζεται σαν "σταυρώνω" δεν σημαίνει απαραίτητα αυτό.

«Παραδόθηκε για να σταυρωθεί» λέει ο Σάμιουελσον για τον Ιησού, χρησιμοποιώντας τα ελληνικά της Βίβλου σαν επιχείρημα. Την εποχή που οι απόστολοι Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς και Ιωάννης έγραφαν τα ευαγγέλιά τους, αυτή η λέξη είχε την έννοια «κρεμάω», υποστηρίζει ο θεολόγος. «Αυτή η λέξη χρησιμοποιείται υπό μια ευρύτερη έννοια από τη "σταύρωση"... Αναφέρεται στον απαγχονισμό, στο δέσιμο των κλημάτων σε έναν αμπελώνα και σε διάφορους άλλους τρόπους κρεμάσματος...».

Η λέξη «σταυρός» είναι αρχαιότατη, την αναφέρει (σταυροίσιν) ακόμα και ο Όμηρος στην Ιλιάδα (24.453).

Ο Ηρόδοτος δείχνει ότι πρόκειται για παλούκι: «Την δε κεφαλήν (του νεκρού) ανασταυρούσι» (Herodotus 4.103.6). Δηλαδή παλούκωναν τα κεφάλια των ηττώμενων στρατιωτών.

Οι Εγκυκλοπαίδειες αναφέρουν:

«Σταυρός: όρθιος πάσσαλος παλούκι» (Ελευθερουδάκης)

«Η λέξη σταυρός με αρχική σημασία "μακρύ ξύλο, στημένο όρθιο, παλούκι, πάσσαλος"» (ΠΑΠΥΡΟΣ-LAROUS-BRITANNIΚA).

«Σταυροί λέγονται τα ορθά και απωξυμμένα (μυτερά) ξύλα» (Μέγα ετυμολογικό 125.30).

Η λέξη αυτή όμως, όπως σωστά επισημαίνει ο Σάμιουελσον, επιβεβαιώνοντας τις σχετικές υποψίες μας, παραπέμπει περισσότερο σε δέσιμο του θύματος (πάνω σε έναν όρθιο πάσαλο) παρά στο κάρφωμα του πάνω σ΄ αυτόν. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που τρεις ευαγγελιστές δεν κάνουν λόγο καθόλου για ανάλογα σημάδια και πληγές στα χεριά του Ιησού. Το πιθανότερο λοιπόν είναι ότι ο Ιησούς της βιβλικής αφήγησης, δέθηκε σε έναν πάσσαλο ή κρεμάστηκε όπως οι παρακείμενοι κακούργοι, (Λουκάς 23: 39 και Πράξεις 5: 30) με αντιστήριγμα στα πόδια ή ανάμεσα στα σκέλη.

Τί έγραφε η πινακίδα στο σταυρό;

Στα χριστιανικά ευαγγέλια αναφέρονται οι εξής εκδοχές για την πινακίδα στο σταυρό του Ιησού:
 
  • «Kαι πάνω από το κεφάλι του τοποθέτησαν γραπτή την αιτία της καταδίκης του: «AYTOΣ EINAI O IHΣOYΣ, O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Ματθ. 27,37) 
  • «H αιτία επίσης της καταδίκης του ήταν διατυπωμένη σε επιγραφή, τοποθετημένη από πάνω του: «O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Μάρκ. 15,26) 
  • «Yπήρχε μάλιστα και μια επιγραφή από πάνω του, γραμμένη με γράμματα ελληνικά, ρωμαϊκά και εβραϊκά: «AYTOΣ EINAI O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Λουκ. 23,38) 
  • «Έγραψε και μια επιγραφή ο Πιλάτος και την τοποθέτησε πάνω στο σταυρό. H επιγραφή έλεγε: «O IHΣOYΣ O NAZΩPAIOΣ, O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Ιωάν. 19,19)
 
Οι τρεις πρώτες εκδοχές για το περιεχόμενο της πινακίδας περίπου συμφωνούν. Στην τέταρτη (Ιωάννης) αναφέρεται όμως ότι στην πινακίδα συμπεριλαμβανόταν και η καταγωγή του Ιησού από τη Ναζαρέτ.
 
Καταρχάς μια τεχνική παρατήρηση: Αν πράγματι η πινακίδα περιείχε το μήνυμα που αναφέρεται στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο σε τρεις γλώσσες (ελληνικά, ρωμαϊκά, εβραϊκά), η πινακίδα θα πρέπει να ήταν τεράστια, αφού διαβαζόταν από μια απόσταση 5-10 μέτρων. Αλλά αυτό δεν είναι σημαντικό!
Πολύ σμαντικότερο είναι ότι, όπως έχει ξαναγραφεί, μια πόλη της Παλαιστίνης και συγκεκριμένα της Γαλιλαίας με το όνομα Ναζαρέτ δεν υπήρξε ποτέ πριν και κατά τη διάρκεια της ζωής του Ιησού και παρουσιάζεται για πρώτη φορά μέσα από τα Ευαγγέλια. Η πόλη αυτή φαίνεται να «ιδρύθηκε» από τους χριστιανούς θεολόγους και αναφέρεται στις ιστορικές πηγές περί τον 3ο μ.Χ. αιώνα.
 
Στα ιστορικά έργα του Ιώσηπου Φλάβιου, ο οποίος ήταν αρχιστράτηγος των γαλιλαιϊκών στρατευμάτων στην εξέγερση κατά της Ρώμης και ο οποίος, είχε συλληφθεί και κρατηθεί αιχμάλωτος από το έτος 67 μ.Χ., δεν αναφέρεται πουθενά αυτή η πόλη, αν και τα στρατεύματά του στρατοπέδευαν στην περιοχή της μετέπειτα Ναζαρέτ. Κατά τις συγκρούσεις για την κατάληψη της γειτονικής πόλης Sepphoris, η οποία απείχε μερικά χιλιόμετρα από τον οικισμό που ονομάστηκε αργότερα Ναζαρέτ, έπρεπε να αποτελεί αυτή η Ναζαρέτ από στρατηγικής σκοπιάς σημείο οπισθοχώρησης ή στρατοπέδευσης των στρατευμάτων του.
 
Μία πόλη Garis, 5 χλμ. νοτιοανατολικά της Sepphoris, που δεν υπάρχει πια και αναφέρεται πράγματι από τον Ιώσηπο (Βιβλίο 3, Κεφάλαιο 6,3) ως τοποθεσία του στρατοπέδου του, βρίσκεται ακριβώς στη θέση που υπάρχει η μεταγενέστερα αναφερόμενη Ναζαρέτ. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι σίγουρα μέχρι το 70 μ.Χ. δεν φαίνεται να υπήρχε κατ” όνομα μια πόλη Ναζαρέτ.
 
Αλλά και στους προηγούμενους αιώνες, στην π.Χ. εποχή, πουθενά δεν υπάρχει αναφορά στην πόλη αυτή. Στην Π.Δ., η οποία αποτελεί την πολιτική και θρησκευτική ιστορία του ιουδαϊκού λαού, γίνεται αναφορά σε χιλιάδες πόλεις, χωριά και οικισμούς, πολλά ονόματα που έπαψαν να αναφέρονται κατά τη μεταγενέστερη εποχή. Όμως, σε κανένα σημείο της Π.Δ. δεν αναφέρεται κάποιος οικισμός που θα μπορούσε να ταυτιστεί κατ” όνομα ή λόγω ιστορικών γεγονότων με την πόλη που ονομάστηκε Ναζαρέτ. Άρα τυχόν εικασίες ότι μπορεί να υπήρχε παλαιότερα το όνομα Ναζαρέτ, να περιέπεσε για δεκαετίες ή και αιώνες στη λήθη και να επανήλθε αργότερα, δεν ευσταθούν.
 
Το Ταλμούδ, μια συλλογή ιουδαϊκών νόμων που γράφτηκε μετά τα χριστιανικά ευαγγέλια (3ος αι.), αναφέρει πολλούς μικρούς και μεγάλους γαλιλαιϊκούς οικισμούς, αλλά ούτε μία φορά τη Ναζαρέτ. Γενικότερα, ουδείς ιστορικός ή άλλος συγγραφέας, πριν ή λίγο μετά τον Ιησού, έχει αναφέρει ποτέ το όνομα αυτής της πόλης. Η μόνη «πηγή» που «ιδρύει» και περιγράφει τη Ναζαρέτ, είναι η χριστιανική παράδοση, στην οποία αναφέρεται ακόμα ότι εκεί υπήρχε και συναγωγή, άρα θα έπρεπε να είναι ένας μεγαλύτερος οικισμός και όχι μια μικρή ομάδα κατοικιών ή ένας σταθμός αγροτικής παραγωγής.
 
Παραμένει λοιπόν ανεξήγητο, πώς είναι δυνατόν να υπήρχε στο σταυρό του Ιησού επιγραφή σε τρεις γλώσσες που αναφερόταν σε μια πόλη, η οποία δεν υπήρχε καν εκείνη την εποχή ή πριν από αυτήν. Και πώς αναφέρεται αυτή η πόλη στα Eυαγγέλια που λέγεται ότι γράφτηκαν μέσα στον 1ο αιώνα, αλλά δεν αναφέρεται στο Ταλμούδ που γράφτηκε δύο αιώνες αργότερα;
 
Κατά μία «αιρετική» εκδοχή ο χαρακτηρισμός Ναζωραίος (ή αλλιώς Ναζηραίς ή Ναζηραίος) σήμαινε στα εβραϊκά ο κεχρισμένος. Επειδή όμως οι θεόπνευστοι πατέρες του χριστιανισμού δεν κατανοούσαν αυτή τη λέξη, νόμισαν ότι ήταν προσδιορισμός με τοπική-εθνική σημασία και «κατασκεύασαν» μια πόλη Ναζαρέτ. Τότε όμως, πώς αναφέρονται στα ευαγγέλια ο Ιησούς, αλλά και ο πατέρας του Ιωσήφ ως Ναζωραίοι;
 
Μυστήρια πράγματα χριστιανικών παραποιήσεων!

Από τι πέθανε ο Ιησούς;

Ο Ιησούς των κειμένων, ήταν ένας τριαντατριάχρονος άνδρας, δηλαδή στην ακμή της δύναμής του. Μάλιστα κατά την θεολογία, ήταν ένας τέλειος άνδρας, χωρίς την φθοροποιό αμαρτία του Αδάμ. Άρα ήταν ασφαλώς και ανθεκτικότερος από κάθε άλλον άνθρωπο επί γης. Από ποια αιτία λοιπόν πέθανε, σε λιγότερο από δύο ώρες, ένας τέτοιας ασυνήθιστης αντοχής τριαντατριάχρονος άνδρας, απλά δεμένος στον σταυρό;

Ούτε πείνα, ούτε δίψα, ούτε οποιαδήποτε αναπνευστική δυσκολία, σκοτώνουν έναν νέο άνθρωπο, στον ελάχιστο αυτό χρόνο των δύο ωρών. Το περίφημο πνευμονικό οίδημα (υγρό στους πνεύμονες) λόγω παρατεταμένης δυσκολίας στην αναπνοή του σταυρωμένου, που αναγκάσθηκαν να ανακαλύψουν σαν αιτία θανάτου, οι προβληματισμένοι πιστοί, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από σχετικά πειράματα, αλλά ακόμα κι αν το δεχθούμε ως αιτία θανάτου, δεν έχει καμία πιθανότητα να εμφανιστεί στον ελάχιστο αυτό χρόνο της δίωρης ταλαιπωρίας του Ιησού πάνω στον σταυρό.

Ακόμα κι αυτοί, που δεν μπορούν να δεχθούν ότι στην περίπτωση του Ιησού δεν χρησιμοποιήθηκαν καρφιά στα χέρια και στα πόδια, θα πρέπει να μάθουν, ότι ακόμα και αν δεχθούμε τα τραύματα αυτά στα πόδια και τα χέρια, το σκηνικό στην περίπτωση του Ιησού δεν αλλάζει διόλου. Παρόμοια τραύματα, δεν είναι θανατηφόρα, δεν δημιουργούν ακατάσχετη αιμορραγία και φυσικά σε δύο μόνο ώρες, δεν μολύνονται σε θανατηφόρο βαθμό.

Ο γνωστός καθηγητής θεολογίας Μπαλάνος έγραψε: «Η αιμορραγία των άκρων εκ της προσηλώσεως (από το κάρφωμα) έπαυε ταχέως και δεν ήτο θανατηφόρος. Τον θάνατο επέφεραν η (πολυήμερη) παρά φύση στάση του σώματος, εκ της οποίας προήρχετο μεγάλη αταξία στην κυκλοφορία του αίματος…» ("Η μεγάλη εβδομάς και το Πάσχα", σελ. 25-26).

Το παρακάτω απόσπασμα εφημερίδος, μας δίνει την αντικειμενική αίσθηση του πράγματος, από μια πραγματική εμπειρία σταύρωσης: «Ένα εκπληκτικό κατόρθωμα επέτυχαν δύο νεαροί Γάλλοι, εγκατεστημένοι στο Μόντρεαλ. Ο Πάτρικ Μπενισού και η γυναίκα του Μαρίτα, ιδρυτές σχολής γιόγκα, έμειναν σταυρωμένοι, ενώπιον εκατοντάδων θεατών, θέλοντας να αποδείξουν ότι η πλήρης αυτοκυριαρχία μπορεί να κατανικήσει τον πόνο… Ο Πάτρικ κάρφωσε μόνος του τα πόδια και το ένα του χέρι! Τέλος κάποιος ανέλαβε να χτυπήσει και το τελευταίο καρφί στο δεξί του χέρι! Στην θέση αυτή (του σταυρωμένου) έμειναν ακίνητοι και σχεδόν μειδιώντες η Μαρίτα 22 ώρες ο δε Πάτρικ (32 ετών) 30 ώρες» («ΒΗΜΑ» 21 Σεπτεμβρίου 1967 – Μόντρεαλ 21. Από το Βιβλίο του Ιάσονα Ευαγγέλου "Το θρησκευτικό φαινόμενο" σελ. 75.).

Η παραπάνω περίπτωση, δίνει την σωστή χρονική διάσταση στο ζήτημα, δείχνοντας περίτρανα ότι η σταύρωση ήταν ειδικά επιλεγμένη για να σκοτώνει τα θύματά της αργά και βασανιστικά. Όμως η ίδια η αφήγηση της Καινής Διαθήκης, επιμένει να μας δείχνει ξεκάθαρα, ότι ο χρόνος παραμονής του Ιησού στον σταυρό, ήταν εξωφρενικά μικρός.

Ναι, στην διασημότερη θανατηφόρο σταύρωση της ανθρωπότητας, απουσιάζει εντελώς, ο αναγκαίος χρόνος για μια σταδιακή σωματική εξάντληση μέχρι θανάτου. Αντιθέτως ο Ιησούς μέχρι την τελευταία στιγμή, παρέμεινε ακμαίος και διέθετε στεντόρεια φωνή, που μόνο προθανάτια κατατονία δεν δηλώνει: «Ανεβόησεν ο Ιησούς φωνή μεγάλη λέγων Ηλί, ηλί…» (Ματθαίος 27: 46). Μάλιστα, όπως είπαμε, με πλήρη διαύγεια πνεύματος, συνομιλούσε μέχρι την τελευταία στιγμή, τόσο με τους εκατέρωθέν του σταυρωμένους ληστές, υποσχόμενος παραδείσους, όσο και με τους συγγενείς του, τακτοποιώντας οικογενειακές του υποθέσεις.

Από τι πέθανε λοιπόν ο Ιησούς πάνω στον σταυρό; Στο δίωρο αυτό της σταύρωσής του, ο Ιησούς δεν παρουσίασε απολύτως κανένα σύμπτωμα προθανάτιας εξάντλησης. Όμως, όπως ξεκάθαρα ομολογείται…μόλις ο Ιησούς φώναξε τον «Ηλία» ή οποιοδήποτε άλλο σύνθημα στα χαλδαιϊκά και κάποιος εκ των ημετέρων, έτρεξε, του έβαλε με το καλάμι τον σπόγγο στο στόμα…ο Ιησούς πάραυτα παρέδωσε το πνεύμα.

Ο λογχισμός του Ιησού

«Εις των στρατιωτών εκέντησε (ένυξε) με λόγχην την πλευράν αυτού, και ευθύς εξήλθεν αίμα και ύδωρ» (Ιωάννης 19: 34).

Τελικά μήπως ο Ιησούς πέθανε από λογχισμό (νύξη) επί του σταυρού;

Η ιδέα μπορεί να είναι εντελώς δελεαστική, αλλά δεν θα έπρεπε καθόλου να αποτελεί μέρος της απάντησης, μια και ο οποιοσδήποτε λογχισμός, αποτελεί μεταθανάτιο τραυματισμό. Ο Ιησούς πρώτα εκπνέει, και άγνωστο ποσό μετά λογχίζεται στην πλευρά. Είναι αυτονόητο πως κάθε συνετή ιατροδικαστική έρευνα, δεν θα μπορούσε να συμπεριλάβει τον λογχισμό σε ένα πτώμα ως αφορμή θανάτου. Μάλιστα αν οι ίδιοι πιστοί δεχθούν ότι το «τετέλεσται» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και τον πραγματικό θάνατο του Ιησού…τότε μόνοι τους ανοίγουν επίσημα τον ασκό των υποθέσεων της κωματώδους κατάστασης του Ιησού από το καρωτικό όξος που ήπιε πριν αναφωνήσει «τετέλεσται». Συνεπώς κάθε απόπειρα να συνδεθεί ο θάνατος του Ιησού με τον λογχισμό αυτόν, παραβιάζει την ιδία την αφήγηση μια και ο λογχισμός αυτός έρχεται πολύ μετά το «τετέλεσται» του Ιησού.

Τι θα πούμε όμως για τον λογχισμό αυτόν, αν η υπόθεση της κωματώδους κατάστασης του Ιησού μετά το καρωτικό όξος αληθεύει; Δεν θα μπορούσε να ήταν αυτό ένα χτύπημα οριστικά θανατηφόρο; Απαριθμήστε τα προβλήματα και τις ενστάσεις που προκύπτουν από μια τέτοια παραδοχή:

Πρέπει να σημειώσουμε ότι το χτύπημα της λόγχης, δεν το αναφέρει παρά μόνο ο Ιωάννης. Οι υπόλοιποι ευαγγελιστές, ενώ αναφέρουν τον (Εβραιο-ρωμαίο!) εκατόνταρχο Λογγίνο (στα Ευαγγέλια δεν αναφέρεται με το όνομά του, αλλά με το αξίωμά του [κεντυρίων*, ή εκατόνταρχος]), δεν αναφέρουν τίποτε για τον λογχισμό του νεκρού Ιησού. Είναι δυνατόν οι ίδιοι του οι μαθητές-βιογράφοι του που με πάθος θέλουν να αναδείξουν κάθε λεπτομέρεια του μαρτυρίου του, να μην αναφέρουν την τόσο ενδιαφέρουσα αυτή κακοποίηση του δασκάλου τους; Άρα η υπόθεση του εμβόλιμου μεταθανάτιου τραυματισμού, δεν φαίνεται και τόσο μετέωρη. Ο Ιησούς ουδέποτε τραυματίστηκε σοβαρά στον σταυρό από σφοδρό διαπεραστικό λογχισμό.
*Κεντώ σημαίνει ότι τρυπώ ελαφριά το δέρμα (τατουάζ = κέντημα δέρματος)

Ο βαθιά ναρκωμένος Ιησούς με το μείγμα των προσεκτικά διαλεγμένων καρωτικών που ήπιε, μπορούσε να δεχθεί, κάψιμο, κόψιμο, έως και τρύπημα κρανίου, χωρίς να δείξει την παραμικρή αντίδραση για τις επόμενες τρεις έως και τέσσερις ώρες. Έτσι στην περίπτωσή του ένα δυνατό «κέντημα» στα πλευρά, δεν θα προκαλούσε κανενός είδους αντίδρασης. Για έναν απλό στρατιώτη, αυτή η παντελής έλλειψη αντίδρασης, ενός από ώρα ακίνητου εσταυρωμένου, ήταν και η καλύτερη απόδειξη ότι ο εσταυρωμένος αυτός είχε πράγματι αποβιώσει.

Ένας τραυματισμός στα πλευρά ενός νεκρού ανθρώπου και μάλιστα αδικο-σταυρωμένου, θα ήταν μάλλον αναίτιος. Αν παρ’ όλα αυτά, κάποιος στρατιώτης ήθελε να απαλλαγεί από υποψίες επιβίωσης του θύματος, δεν θα λόγχιζε ήπια (δεν θα κέντιζε) στα πλευρά, αλλά θα έδινε την χαριστική βολή, σε καίριο σημείο δηλαδή κατ’ ευθείαν στην καρδιά.

Το πιθανότερο είναι λοιπόν, ότι οι συντάκτες του συγκεκριμένου ευαγγελίου που φέρει το όνομα Ιωάννης, απλά δανείζονται στοιχεία από την εικόνα αυθεντικού σταυρικού θανάτου (μετά από πολυήμερη αναπνευστική ταλαιπωρία) και γι’ αυτό τοποθετούν το νερό (πνευμονικό υγρό) και αίμα στα πλευρά του Ιησού, ώστε να κάνουν και την απίστευτα σύντομη (δίωρη) σταύρωση του Ιησού, να φαίνεται όσο γίνεται πιο αληθινή.

Μάλιστα αν θυμηθούμε ότι οι νεκροί δεν αιμορραγούν, αφού η σταματημένη καρδιά τους δεν κυκλοφορεί το αίμα, μπορούμε να υποθέσουμε, ότι αν ο Ιησούς είχε την ατυχία, να δεχθεί ένα οποιουδήποτε βάθους τραυματισμό στα πλευρά του, αυτό θα ήταν απολύτως καταστροφικό για την επιδιωκόμενη ανάστασή του, διότι ο υπνωτισμένος και όχι νεκρός Ιησούς, θα παρουσίαζε ακατάσχετη αιμορραγία και αυτό θα μαρτυρούσε στον ίδιο τον φρουρό, καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη απόδειξη, ότι ο Ιησούς φαινόταν, αλλά δεν ήταν καθόλου νεκρός. Η επόμενη κίνηση των φρουρών, την συγκεκριμένη μέρα, θα ήταν ο άμεσος και θανατηφόρος ανασκολοπισμός του Ιησού, πράγμα που ποτέ δεν συνέβη. Στα πλευρά του Ιησού λοιπόν δεν υπήρξε ούτε τραύμα, ούτε ακατάσχετη αιμορραγία.

Στην κατεύθυνση της υστερότερης επινόησης του περιστατικού, συνηγορεί έντονα και το γεγονός, ότι μόνο στο ίδιο αυτό ευαγγέλιο του Ιωάννη, βρίσκουμε και την επιβεβαίωση αυτού του τραυματισμού στο περιστατικό του άπιστου Θωμά. Ο αναστημένος πλέον Θεός, επιδεικνύει ανεξήγητη ανοχή στον μαθητή του Θωμά (που μετά από δύο ολόκληρα χρόνια θαυμάτων κοντά στον Ιησού, εξακολουθεί να μην πιστεύει), λέγοντάς του: «Φέρε το χέρι σου και βάλτο στο πλευρό μου» (Ιωάννης 20: 27).

Την επίδειξη της τραυματισμένης πλευράς του Ιησού, αγνοεί ακόμα και η σχετική αναφορά του Λούκα, όπου ο αναστημένος Ιησούς, περιέργως προσπαθεί να πείσει τους μαθητές του ότι είναι ο δάσκαλός τους λέγοντας: «Δείτε τα χέρια και τα πόδια μου για να πεισθείτε ότι εγώ είμαι» (Λουκάς 24: 39). Και πάλι όμως δεν αναφέρεται καθόλου, στο σημαντικότερο (και κατά πολλούς θανατηφόρο) τραύμα του στα πλευρά!

Η σύμπτωση δεν είναι τυχαία. Μόνο ο «Ιωάννης» που επινόησε τον λογχισμό, πρόσθεσε στο ευαγγέλιό του και την επίδειξη του τραύματός του στον Θωμά, αφού για το σημαντικότερο αυτόν τραυματισμό του Ιησού, δεν αναφέρει το παραμικρό, κανένας απ’ τους τρεις υπόλοιπους ευαγγελιστές!

Στον Λουκά μάλιστα διαβάζουμε: «Έστεκαν δε πάντες οι γνωστοί αυτού μακρόθεν» (Λουκάς 23: 49). Είναι λοιπόν δυνατόν, ο ήρωας της ανάστασης, να κακοποιήθηκε μπροστά σε τόσους συγγενείς και φίλους, με εμπηγμό ξίφους σε ένα απ’ τα πλευρά του και την αξία αυτής της λεπτομέρειας, ακόμα και σαν εξαιρετικό ενισχυτικό της αυθεντικής ανάστασής του, να την παραβλέπουν τρεις από τους τέσσερις βιογράφους του;

Τι ήταν το «καρωτικό όξος», με το οποίο έβρεξαν τα χείλη του Ιησού;

Στην περιοχή της Ιουδαίας ήταν πασίγνωστο ένα φυτό, το λεγόμενο «Papaver somniferum» ή αλλιώς το γνωστό μας όπιο. Κεντρική ουσία του φυτού είναι η μορφίνη, η οποία χρησιμοποιείτο από τους ιατρούς θεραπευτές πριν από τις επεμβάσεις στους ασθενείς τους από την προ Χριστού εποχή. Οι ιδιότητες του φυτού σαν παυσίπονο και ναρκωτικό ήταν γνωστές.

Πρέπει να σημειώσουμε λοιπόν, ότι στα κείμενα ξεκάθαρα ορίζεται, ότι το όξος (οίνος) ανακατεμένο με σμύρνα ή χολή, το οποίο αρνήθηκε ο Ιησούς να λάβει, εδόθη στον Ιησού απ’ τους Ρωμαίους, μόλις αυτός έφτασε στον τόπο της εκτέλεσης και ακριβώς λίγο πριν από την σταύρωσή του.

Επρόκειτο για ένα ποτό προσωρινού κατευνασμού των αντιδράσεων των θυμάτων της σταύρωσης. Το συμπέρασμα αυτό το δέχονται οι πλέον αρμόδιοι ερμηνευτές της Καινής Διαθήκης, όπως ο Ι. Καραβιδόπουλος (έδρα Καινής Διαθήκης Α.Π.Θ.) ο οποίος γράφει: «Ο εσμυρνισμένος οίνος που προσφέρεται στον Ιησού, επέχει θέση αναισθητικού, το οποίο προσφερόταν συνήθως για να διευκολύνεται η εκτέλεση της σταύρωσης και να μην ανθίσταται ο εσταυρωμένος» («Το κατά Μάρκον ευαγγέλιο» σελ. 490. Εκδ. Πουρνάρα).

Η εγκεκριμένη (απ’ την ιερά σύνοδο) μετάφραση Β. Βέλλα το ξεκαθαρίζει αυτό καλύτερα απ’ οποιονδήποτε άλλον γράφοντας: «Tον έφεραν στον Γολγοθά, που στα ελληνικά σημαίνει "τόπος κρανίου", (και εκεί) του έδωσαν να πιεί κρασί ανακατεμένο με αναισθητικό, ο Ιησούς όμως δεν το δέχθηκε. Τότε (δηλαδή μετά απ’ αυτό) τον σταύρωσαν…» ( Β.Β. Μάρκος 15: 23).

Ήταν λοιπόν προφανώς καθιερωμένο απ’ τους Ρωμαίους, την ώρα της σταύρωσης, να δίνουν στους κατάδικους μαζί με κρασί, κάποιο ελαφρό αναισθητικό, ώστε να διευκολύνονται κυρίως οι ίδιοι οι σταυρωτές στα δύσκολα καθήκοντά τους, κάτι όμως που έκανε και για τα θύματά τους υποφερτή την τελική διαδικασία της σταύρωσής τους!

Επίσης ήταν γνωστό ότι σε συνδυασμό με άλλη ουσία, προφανώς με μανδραγόρα, έχει σαν αποτέλεσμα την άμεση λιποθυμία και την πτώση των παλμών της καρδιάς για ένα μικρό χρονικό διάστημα, σε ελάχιστο επίπεδο χωρίς να την εξασθενεί, αλλά τουναντίον να την ενισχύει. Εκτός από όλα αυτά μειώνεται η αναπνοή στο ελάχιστο και το σώμα χαλαρώνει πλήρως. Καταλαβαίνετε λοιπόν, γιατί μετά το «τετέλεσθαι» τον κεντάει ο Λογγίνος; Το τέλειο πιστοποιητικό θανάτου ενός ζωντανού ανθρώπου, ο οποίος είναι απλά και μόνο τραυματισμένος ναρκωμένος και αναίσθητος.

Ποιοι έδωσαν το όξος στον Ιησού;

Την πρώτη φορά, που του έδωσαν το όξος οι Ρωμαίοι, ο Ιησούς το αρνήθηκε. Την δεύτερη φορά φορά όμως που του προσφέρεται και πάλι το όξος, δεν έχει αντιστάσεις ή αντιρρήσεις. Γιατί όμως;

Ο Ιησούς (κατά την αφήγηση) βρίσκεται ήδη σταυρωμένος ελάχιστα λεπτά πριν από τον «θάνατό» του. Παρ’ όλα αυτά, συνομιλεί με πλήρη διαύγεια με τον Ιωάννη και την μητέρα του, που βρίσκονται «παρά τω σταυρώ», δηλαδή ακριβώς δίπλα του, στη βάση του σταυρού. Ο Ιησούς απευθυνόμενος σ’ αυτούς με πλήρεις τις αισθήσεις του, αναθέτει στον μαθητή του Ιωάννη την προστασία της Μητέρας του Μαρίας. Ακριβώς όμως στην προέκταση της ίδιας αυτής συζήτησης, ο Ιησούς λέει «διψώ», απευθυνόμενος φυσικά σ’ αυτούς που βρίσκονται «παρά τω σταυρώ».

Ο Ιωάννης και οι τρεις Μαρίες, τοποθετούν (αγκυλώνουν) το κατάλληλο σφουγγάρι πάνω σε ένα ματσάκι από φρύγανα ρίγανης χωμένο μπροστά στο κούφιο καλάμι (Ιωάννης 19: 29) ή απλά κατ’ ευθείαν σε κατάλληλα σχισμένο καλάμι (Μάρκος 15: 35) που κάποιος φρόντισε να έχει μαζί του, δίνοντας στον Ιησού, που μόλις προηγουμένως συνομιλούσε μαζί τους, μια γουλιά απ’ το δικό τους αυτή τη φορά “όξος”.

Στην σκέψη ότι οι δικοί του άνθρωποι και όχι οι Ρωμαίοι στρατιώτες, είναι αυτοί που έδωσαν την δεύτερη αυτή φορά, το τελικό «όξος» στον Ιησού, μας οδηγούν τα ίδια τα κείμενα. Εντούτοις, όλες οι θεολογικές ερμηνείες, σπεύδουν, συχνά παραποιώντας αδίστακτα τα κείμενα, να βοηθήσουν την αντίθετη άποψη. Παράδειγμα η εγκεκριμένη απ’ την ιερά σύνοδο μετάφραση της Αγίας Γραφής Β. Βέλλα (Β.Β.) γράφει παντελώς αυθαίρετα: «Λέγει (ο Ιησούς) διψώ… (τότε) οι στρατιώτες (η λέξη στρατιώτες δεν υπάρχει στο κείμενο!) βούτηξαν ένα σφουγγάρι στο ξύδι, το στήριξαν στην άκρη ενός κλαδιού ύσσωπου (ο ύσσωπος είναι θάμνος ρίγανης και δεν μπορεί να έχει κλαδιά!) και το έφεραν στο στόμα του Ιησού» (Β.Β. Ιωάννης 19: 29). Βλέπουμε ότι οι προχειρότητες, οι παραποιήσεις και οι προσθαφαιρέσεις λέξεων, συνεχίζονται αμείωτες μέχρι σήμερα, αλλοιώνοντας με περισσή αυθάδεια τα κείμενα ώστε αυτά να βοηθούν τις αυθαίρετες θεολογικές ερμηνείες.

Όμως οι Ρωμαίοι στρατιώτες δεν είχαν κανέναν λόγο να περιπαίξουν τον Ιησού επί του σταυρού, δίνοντας του ξύδι, όπως κατά παρέκκλιση όλων των άλλων ευαγγελιστών θέλει ο (γιατρός) Λουκάς, (23: 37). Μάλιστα, αν ο Λουκάς ήταν πράγματι γιατρός, τότε είναι αυτός που είχε κάθε λόγο να διαστρέψει αυτήν ακριβώς την λεπτομέρεια, καταλαβαίνοντας περισσότερο απ’ όλους τους άλλους, τον πραγματικό ρόλο του τελικού «όξους». Διότι, ακόμα κι αν θελήσουμε να δεχθούμε ότι οι Ρωμαίοι περιπαίζοντας τον Ιησού του έδωσαν αυτοί το όξος, παραμένει ακατανόητο το γιατί τελικά ο Ιησούς το ήπιε.

Όμως είναι ηλίου φαεινότερο, ότι το αίτημα του Ιησού, διψώ, ήταν αδύνατον να απευθύνεται προς τους Ρωμαίους σταυρωτές του. Ο εσταυρωμένος, δεν μπορούσε έτσι απλά να παραγγέλνει τις ανάγκες του στους παρευρισκόμενους στρατιώτες και να περιμένει ότι αυτοί θα του τις εκπληρώσουν! Ο κρανίου τόπος, δεν ήταν…αναψυκτήριο, αλλά τόπος μαρτυρικού θανάτου. Ο καταδικασμένος σε σταυρικό θάνατο, έπρεπε να πεθάνει ακριβώς από κακουχίες, πείνα και κυρίως δίψα. Το τελευταίο πράγμα λοιπόν που θα περίμενε ένας σταυρωμένος, είναι να ζητήσει και να του δώσουν νερό οι σταυρωτές του.

Φυσικά τέτοιο δικαίωμα προσφοράς τροφής, νερού ή οποιασδήποτε άλλης διευκόλυνσης, αυτονόητα δεν το είχαν ούτε και οι δικοί του άνθρωποι. Κλεφτά όμως, δωροδοκώντας ή και αποσπώντας σύντομα την προσοχή των φρουρών, δύο τρεις δικαιωματικά παραστεκόμενοι συγγενείς, έχοντας έτοιμο το κατάλληλο καλαμένιο εργαλείο, μπορούσαν να του προσφέρουν στα γρήγορα, μια γουλιά νερού ή...«όξους»...

Αυτό ακριβώς έκανε προφανώς η ομάδα του Ιωάννη με τις τρεις Μαρίες, ή και κάποιος απ’ τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους ημέτερους. Την κατάλληλη στιγμή όταν «ο Ιησούς είδε πως όλα είχαν φτάσει στο (προ)καθορισμένο τέλος τους είπε: Διψώ…». Τότε με τον προαναφερόμενο τρόπο, αντί να του προσφέρουν μια γουλιά ανακουφιστικό νερό… αυτοί του προσφέρουν την αναγκαία για την καρωτική (Κάρωση: βαθύς ύπνος, νάρκωση) νεκροφάνειά του, κατάλληλη ποσότητα «όξους».

Ακόμα κι αν γινόταν αντιληπτοί απ’ τους φρουρούς, η όλη κίνηση ήταν τόσο σύντομη, που ο Ιησούς θα προλάβαινε οπωσδήποτε να πιει την απαραίτητη μια γουλιά απ’ το σημαντικό για την περίπτωσή του περιεχόμενο του σπόγγου. Το εξαιρετικά περίεργο είναι, ότι ενώ ο Ιησούς λέει διψώ, δεν αρνείται να πιει το «ξύδι» που του προσφέρουν (όποιοι κι αν του το πρόσφεραν) που απολύτως καμία ανακούφιση δεν μπορούσε να του προσφέρει στην υποτιθέμενη βασανιστική του δίψα!

Ότι το οποιοδήποτε ξύδι, δεν είναι ό,τι καλύτερο για την δίψα, μας το βεβαιώνει στην ίδια την Βίβλο ο ψαλμωδός Δαυίδ, που παραπονιέται (ποιητικά) ότι: «Προς ονειδισμόν και ταλαιπωρίαν…(οι εχθροί) μου έδωσαν χολή να φάω και στην δίψαν μου με πότησαν όξος» (Ψαλμοί 68: 21).

Ότι κάποιος «ημέτερος» έσπευσε να ποτίσει το καρωτικόν όξος στον Ιησού, μετά από δική του συνθηματική κραυγή, το ομολογεί σχεδόν με κάθε σαφήνεια ο Ματθαίος γράφοντας: «Περί δε την ενάτην ώρα αν ανεβόησεν ο Ιησούς λεγών: Ηλί, ηλί, λαμά σαβαχθανί. (Κατά τον Ματθαίο ο Ιησούς δεν είπε διψώ, αλλά φώναξε αυτή την συνθηματική χαλδαιϊκή φράση). Τινές δε των εκεί ισταμένων έλεγον τον (προφήτη) Ηλία φώναζει».

Η σκέψη όμως αυτή, σαφώς δεν θα μπορούσε να γίνει από Ρωμαίους που αγνοούσαν παντελώς τον Ηλία… «Και ευθύς τις εξ αυτών (Εξ εκείνων δηλαδή που έστεκαν εκεί και έλεγαν τον Ηλία φωνάζει… Άρα σαφώς κάποιος Ιουδαίος και όχι Ρωμαίος) λαβών τον σπόγγον και γεμίσας αυτόν όξος, περιθέσας εις κάλαμον (εδώ παραλείπεται το φρύγανο ρίγανης) επότιζεν αυτόν. (Όχι πότισε άπαξ, αλλά επότιζε αυτόν, που σημαίνει κατ’ επανάληψη!). Ο δε Ιησούς… (αμέσως μετά το δάγκωμα του σπόγγου και την κατάποση της αναγκαίας ποσότητας όξους) άφηκε το πνεύμα… Ήσαν δε εκεί γυναίκες πολλαί…μεταξύ των οποίων ήτο Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η μήτηρ του…» (Ματθαίος 27: 45-56).

Ο Μάρκος, ο ίδιος ευαγγελιστής που αναφέρει τον «εσμυρνισμένο οίνο» (Μάρκος 15: 23) των Ρωμαίων, τον οποίον αρνήθηκε στην αρχή της σταύρωσής του ο Ιησούς, ορίζει πως ο εσταυρωμένος δάσκαλός του, είχε πράγματι και μια δεύτερη επαφή με το κατάλληλο αυτή τη φορά «όξος», που του πρόσφερε όχι Ρωμαίος αυτή τη φορά, αλλά «τις (ένας) εκ των παρεστώτων… (που) δραμών (δηλαδή ημέτερος, εκ των παρισταμένων που έτρεξε) γεμίσας τον σπόγγον όξους, περιθείς καλάμω (τοποθέτησε τον σπόγγο σε καλάμι και) επότιζεν αυτόν» (Μάρκος 15: 36).

Αβίαστα λοιπόν οδηγούμεθα στην σκέψη, ότι ο Ιησούς «παρέδωσε το πνεύμα», επειδή την σωστή στιγμή, «δάγκωσε» άπαξ ή κατ’ επανάληψη τον προσφερόμενο σπόγγο και κατάφερε να πιει την σωστή ποσότητα του κατάλληλου «όξους» απ’ τα χέρια των δικών του ανθρώπων.

Γιατί αποκαθηλώθηκε ο Ιησούς μετά τον θάνατό του;

Η σταύρωση δεν αποσκοπούσε στην απλή θανάτωση του καταδίκου, αλλά στην όσο το δυνατόν μακροχρόνια έκθεσή του σε κοινή θέα, προς παραδειγματισμό, σωφρονισμό και εκφοβισμό. Ας ακούσουμε ποια πράγματα επιβεβαιώνει συνολικά για την σταύρωση ένας ειδικός του θέματος: Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, η ταφή μετά τον σταυρικό θάνατο του θύματος ήταν σπάνια και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν επιτρέπονταν, με σκοπό να παραταθεί ο εξευτελισμός του θύματος. Έτσι το νεκρό θύμα, στις περισσότερες περιπτώσεις ριχνόταν στον σκουπιδότοπο της πόλης ή αφηνόταν επάνω στο σταυρό για να γίνει τροφή στα όρνια και τα άγρια θηρία. Για αποτρεπτικούς λόγους, συχνά η σταύρωση γινόταν στον τόπο του εγκλήματος. Η καλύτερη σύνοψη της φιλοσοφίας της σταυρικής τιμωρίας, έγινε ίσως από τον Κουϊντιλιανό (35-95 μ.Χ.) που έγραψε ότι: «Όποτε σταυρώνουμε τους ενόχους, επιλέγονται οι πιο πολυσύχναστοι δρόμοι, όπου ο περισσότερος κόσμος μπορεί να παρακολουθήσει και να φοβηθεί από το θέαμα. Γιατί η τιμωρία δεν έχει στόχο την ανταπόδοση του κακού (δηλαδή τον απλό θάνατο του εγκληματία) αλλά τον παραδειγματικό εκφοβισμό» (Qyintilian 35-95 μ.Χ. Decl 274 & Joe Ε. Zias Science and Archaeology Group the Hebrew University).

Ανάλογη είναι και η θέση του δρ. θεολογίας Δ. Μπαλάνου που έγραψε: «Τα πτώματα των θανόντων επί του σταυρού, αφήνοντο επ’ αυτού και εγένοντο βορά ορνέων και θηρίων. Υπήρχε μάλιστα και σχετική παροιμία: "Τρέφειν τους κόρακας επί του σταυρού"» («Η μεγάλη εβδομάς και το Πάσχα» σελ. 25-26).

Κανείς λοιπόν και ποτέ δεν έσπευδε να αποκαθηλώσει τους νεκρούς εσταυρωμένους, αφού κυρίως η παραμονή των νεκρών σωμάτων πάνω στον σταυρό, ήταν η βασική επιδίωξη αυτής της εκτέλεσης. Η πολυήμερη έκθεση των νεκρών σωμάτων στον σταυρό, ήταν ο ιδιαίτερος τρόπος εκφοβισμού των υποταγμένων λαών, από την ολιγάριθμη φρουρά των Ρωμαίων, σε κάθε τόπο που είχαν καθυποτάξει! Αν λοιπόν η πολυήμερη έκθεση των νεκρών σωμάτων επί του σταυρού ήταν καθιερωμένη πρακτική και επιβεβλημένη απαίτηση των Ρωμαίων τότε…με ποια σωτήρια αφορμή θα μπορούσε να αποκαθηλωθεί πάραυτα ο Ιησούς;

Περίεργες συμπτώσεις

Αμέσως μετά τον επί του σταυρού «θάνατο» του Ιησού, είναι οι δήθεν εχθροί του Ιησού, οι αξιωματούχοι Φαρισαίοι, που εμφανίζονται στον ίδιο τον Πιλάτο και με αφορμή την τήρηση ενός μοναδικού ετήσιου εθίμου, που ίσχυε μόνο την συγκεκριμένη αυτή ημέρα, ζητούν την άμεση αποκαθήλωση των εσταυρωμένων!

Διαβάζουμε: «Ήταν Παρασκευή του Πάσχα και οι Ιουδαίοι (ιερείς) δεν ήθελαν να μείνουν τα σώματα των εσταυρωμένων πάνω στον σταυρό την (επόμενη) ημέρα του Σαββάτου (δηλαδή την ημέρα του Πάσχα) γιατί ήταν μεγάλη γιορτή η ημέρα εκείνη (η μεγαλύτερη του Ιουδαϊσμού). Γι’ αυτό παρακάλεσαν (οι Ιουδαίοι ιερείς) τον Πιλάτο να διατάξει να σπάσουν τα σκέλη τους και να τους πάρουν από εκεί. Έτσι οι στρατιώτες ήρθαν και έσπασαν τα σκέλη του πρώτου, έπειτα του άλλου (των δύο παρακείμενων ληστών) που είχαν σταυρωθεί μαζί με τον Ιησού. Όταν όμως ήρθαν στον Ιησού, δεν του έσπασαν τα σκέλη, διότι τον βρήκαν ήδη νεκρό» (Β. Β. Ιωάννης 19: 31-33).

Διαπιστώνεται λοιπόν ότι οι δύο παρακείμενοι ληστές ζουν για αυτό και τους (θανατώνουν με ανασκολοπισμό) ή όπως λέει το κείμενο τους έσπασαν τα μέλη.

Ο Ιησούς όμως, για ποιον λόγο και από τι είναι νεκρός; Ποιά μπορούσε να είναι η δική του αιτία θανάτου; Υπάρχει επιτέλους κάποιος σοβαρός ιατροδικαστής, να μας δώσει μια ικανοποιητική απάντηση, για την πραγματική αιτία του υπερ-διάσημου αυτού θανάτου;

Βεβαία δεν αγνοούμε την μοναδική απάντηση που αποπειράθηκαν στη συγκεκριμένη ερώτηση, και που θέλει τον Ιησού να εκπνέει επί του σταυρού: «Από τις κακουχίες του μαστιγώματος». Όμως η μοναδική αυτή απάντηση στο καυτό αυτό ερώτημα, δικαιολογημένα θεωρείται ανεπαρκής, υπερβολική και εντελώς ατυχής, μια και δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται ούτε στις στοιχειώδεις αντικειμενικές συνθήκες ενός σταυρικού θανάτου κι αυτό εξηγείται παραπάνω.

Πως όμως ήταν σίγουροι, ότι έστω χάριν της τελετής, θα τους δοθεί η σωτήρια αυτή άδεια αποκαθήλωσης του Ιησού; Τα του συγκεκριμένου εθίμου, μας διευκρινίζει ο Φίλων ο Ιουδαίος (25 π.Χ.- 40 μ.Χ.) γράφοντας λίγα μόνο χρόνια πριν από τις περιπέτειες του Ιησού: «Οι ορθά πολιτευόμενοι (Ρωμαίοι) άρχοντες…έθος είχαν κανέναν να μην τιμωρούν μέχρις οι επιφανείς τελετές και πανηγύρεις να διεξαχθούν με σεβασμό…είδα μάλιστα κάποιους (λόγω εορτής) να αξιώνουν την ταφή των σταυρωμένων συγγενών τους και να τους αποδίδονται…και για να φυλαχτεί το ιεροπρεπές της εορτής, διέταζαν ακόμα και ο μη αποθανών επί του σταυρού, ζωντανός να ανασκολοπίζεται… ώστε να αποκρύπτονται στη γη και να μη δύει ο ήλιος επί των εσταυρωμένων» (Φίλων ο Ιουδαίος: «Εις Φλάκκον» 81.4 & «Περί διαταγμάτων» 3.152.3).

Το σκηνικό λοιπόν της σταύρωσης του Ιησού, δεν ήταν ένα τυχαίο περιστατικό, που απλώς προέκυψε, αλλά ένα προσχεδιασμένο μοντέλο επιβίωσης, άψογα τοποθετημένο πάνω στον ετήσιο νομικό καμβά των Ρωμαίων. Υπήρχε λοιπόν και λειτουργούσε ήδη από πολλών ετών, διευθέτηση της ρωμαϊκής εξουσίας, που προέβλεπε την παραμονή της μεγάλης τελετής, δηλαδή το απόγευμα της Παρασκευής του Πάσχα, οι νεκροί εσταυρωμένοι, να αποκαθηλώνονται και όσοι δεν είχαν πεθάνει να θανατώνονται με ανασκολοπισμό, ώστε να μη δύσει ο ήλιος πάνω τους, διότι με την δύση του ηλίου, άρχιζε η επόμενη μέρα, δηλαδή το Σάββατο της μεγάλης ιουδαϊκής εορτής του Πάσχα.

Για φανταστείτε… Έχουμε λοιπόν μπροστά μας την εξής σειρά εκπληκτικών συμπτώσεων! Ο Ιησούς, οδηγείται στον σταυρό την μοναδική ημέρα του έτους, που (λόγω εορτής) ίσχυαν τα εντελώς ιδιαίτερα αυτά μέτρα των Ρωμαίων για τους εσταυρωμένους. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ελάχιστα πριν από την οδυνηρή θανάτωσή του απ’ τους στρατιώτες του και ενώ βρισκόταν μόνο δύο ώρες στον σταυρό, αυτός γλιτώνει τον φρικτό δι’ ανασκολοπισμού θάνατο…πίνοντας στον σωστό χρόνο το κατάλληλο «όξος». Ελάχιστο δηλαδή χρόνο πριν ενεργοποιηθεί, το μοναδικό αυτό ετήσιο έθιμο αποκαθήλωσης νεκρών ή βίαιης θανάτωσης των επιζώντων στον σταυρό…στο στόμα του Ιησού…βρέθηκε το μοναδικό γνωστό μέσο νάρκωσης της αρχαιότητας: Ο υπνοφόρος σπόγγος με το καρωτικό «όξος»...

Εξαιρετικές απανωτές συμπτώσεις που…κανένας θεός δεν θα τις χρειαζόταν! Το σίγουρο είναι πως αν εκείνη ακριβώς την απογευματινή ώρα, ο Ιησούς δεν προλάβαινε να παραδώσει μόνος του το πνεύμα…σε λίγο θα του το παρέδιδαν με φρικτό ανασκολοπισμό οι Ρωμαίοι οπλίτες, όπως έκαναν άλλωστε στους δύο εκατέρωθεν σταυρωμένους ληστές, ανασκολοπίζοντάς τους μέχρι θανάτου!
Αν όλες μαζί αυτές οι συμπτώσεις, συνθέτουν ένα θεϊκό σενάριο, τότε…ένα καλοστημένο ανθρώπινο σενάριο, τι παραπάνω θα έπρεπε να έχει; Μια...«ανάσταση» ίσως;...

Η προδοσία του Ιούδα - Μερικά ερωτήματα που ζητούν σαφείς απαντήσεις (για σκεπτώμενους ανθρώπους!)

-Ερώτηση: Τί πρόδωσε ο Ιούδας;

-Απάντηση: Μα το ρωτάτε; Δεν ξέρετε; 
Τον Χριστό για τριάκοντα αργύρια!

Μέχρις εκεί το ξέρουμε καλά το θέμα. Αυτή είναι η άμεση και αβασάνιστη απάντη­ση, τυ­φλοσούρτης. Δεν ρωτήσαμε βεβαίως το γιατί πρόδωσε, αν και αυτό επίσης είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Τα τριάκοντα αργύρια είναι μια αφελέστατη απάντηση που ικα­νοποιεί τους πιστούς με την πλύση εγκεφάλου που έχουν υποστεί από μωρά παιδιά. Βεβαίως τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια και πολλά τροπάρια της Μεγάλης Εβ­δομάδας δικαιολογούν την προδοσία με το να χώσουν μέσα στα κείμενα τα τριάκοντα αργύ­ρια. Δηλαδή ο Ιού­δας πρόδωσε τον Ιησού Χριστό επειδή νόσησε από φιλαργυρία. «Τότε Ιούδας ο δυσσεβής φιλαργυρίας νοσήσας εσκοτίζετο» (τροπάριο). Δεν πείθει αυτή η δι­και­ο­λο­γία κανέναν αμερόληπτο ερευνητή. Τα τριάκοντα αργύρια είναι μια φτηνή δικαιο­λο­γία που αντλείται από την Πα­λαιά Διαθήκη, επειδή σύμφωνα με τον Θεϊκό Μωσαϊκό Νόμο, ένας Εβραίος διατιμούσε την αξία ενός δούλου ή δούλης, φονευθέντος ή ταχ­θέντος ισοβίως στον Γιαχβέ, στη φτηνή τιμή των τριάντα ή πενήντα αργυρών νομισ­μάτων σεκέλ, (Έξοδος 21: 32, Λευιτικόν 27: 3-4, κ. ά.), και έτσι θέλησαν να παρουσιά­σουν άλλη μια πλασμένη (ψευδο)προφητεία.

Τα Ευαγγέλια και οι θεολό­γοι φρόντι­σαν να βρούνε και άλλες θε­ό­πνευστες δι­και­ολογίες:

1) Η προδο­σία έγινε για να εκπ­ληρωθούν οι γραφές και να επαληθευθούν οι προκαθορισμένες προφητείες της Εβραϊκής Πα­λαιάς Δια­θή­κης. Τώρα ποιες προφητείες, τρέχα βρες τις και διαπίστωσε αν πράγματι έχουν να κά­νουν καθόλου με τις χρισ­τιανικές αφ­η­γή­σεις των Ευαγγελίων. Αυτά που παρουσιάζουν ως προφητείες είναι παραποιήσεις των Εβραϊκών Γραφών και δεν έχουν απολύτως τίποτα να κάνουν με τις χριστιανικές αφ­η­γή­σεις. Οι χριστι­α­νοί όμως διαφήμι­σαν ψευδώς ότι πρόκειται για προφητείες, βασισμένοι στην αγραμ­ματοσύνη του πλήθους και μετά στην απαγόρευση της μελέτης των γρα­φών.

2) Ο Θε­ός Γιαχβέ είχε θείο σχέδιο για την σω­τηρία του ανθρωπίνου γέ­νους από τη γεμάτη αγάπη αρχική κατάρα του εναντίον των πρω­τοπ­λά­στων. Παρά τα παχιά λόγια για την ελευ­θέ­ρα βούληση, ο Ιού­δας και η προ­δοσία του ήταν προκαθορισμένο μέρος του θεί­ου σχεδίου.

3) Έτσι ήθελε ο Θεός Γιαχ­βέ να παιχθεί το θείο δράμα στο θέατρο της σωτηρίας κ.λπ.

Το ερώτημα εδώ έγκειται ως εξής: Βάσει των τεσσάρων κανονικών Ευαγ­γελίων σε τί συνί­στατο, ποιά ήταν δηλαδή τα στοιχεία που περιείχε, η προδοσία του Ιούδα; Πρωτίστως, ο Ιούδας πρόδωσε τον Χριστό ως τί; Ως εγκληματία, ως ληστή, ως στασιαστή, ως τί τέλος πάντων; Απαιτείται σαφής και αβίαστη απάντηση που βασίζε­ται καθαρά στις αφη­γή­σεις και στα στοιχεία που παραθέτουν τα τέσσερα κανονικά και «θεόπνευστα» Ευαγγέλια κι όχι ένας κατάλογος από εικασίες με όλα εκείνα τα: «Ίσως αυτό, αλλά όχι το άλ­λο» και ένα σωρό από υπο­θέσεις: «Αυτό μπορεί να έγινε κάπως έτσι, αλλά όχι αλλιώς» κ.λπ., σαν όλες αυτές τις απολογητικές απαντήσεις που συνεχώς δίνουν οι «θεοφώτι­στοι» θεολό­γοι και απολογητές όταν φτάνει ο κόμ­πος στο χτένι. Η εφεύρεση δικαιολογιών για να δικαιολογήσει κα­νείς οτιδήποτε, είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο.

Όταν κάποιος προδώ­σει έναν συν­άνθρωπό του, για οποιουσδήποτε λόγους, στις αρχές ή τις μυστικές υπη­ρεσίες ενός κρά­τους ή κυβέρνησης ή δικτατορίας, κλπ., η προδοσία του περιέχει τα εξής στοι­χεία:

1) Ο προδότης που πράττει την προδοσία (κατάδοση στις αρχές) προδίδει πάντα τον άλλον ως κάτι. Π.χ. κακοποιό, λη­στή, στασιαστή, αναρχικό, κομμουνιστή, φασί­στα, τρομοκράτη, ανατρεπτικό κ.λπ.

2) Αν ο προδιδόμενος είναι άγνωστος φυσιογνωμικά, τότε ο προδότης φροντίζει να περιγράψει όσο πιο λεπτομερέστερα γίνεται την μορφή του· πως φαίνεται και πως μοιάζει ο άνθρωπος αυτός κ.λπ., ή δίνοντας ακόμα και φωτογραφία του. Έτσι με αυτή την περιγραφή να καθίσταται δυνατόν να αναγνωρισθεί και να συλληφθεί με την πρώτη ευκαιρία.

3) Αν κρύβεται ο άνθρωπος αυτός, ο προδότης μαρτυρά που μένει, που συχνάζει, ποι­ες ώρες πηγαίνει σε ορισμένα μέρη, κ.λπ., για να καιροφυλακτήσουν και να τον πιάσουν.

4) Αν έχει μυστικά σχέδια, τρομοκρατικές ενέργειες, υποχθόνιους και ανατρεπτι­κούς σκοπούς ή έχει διαπράξει εγκλήματα, ο προδότης φροντίζει να μάθει όλα αυτά και να τα μαρτυρή­σει.

5) Ο προδότης μαρτυρά και τον τρόπο με τον οποίο ο προδιδόμενος σκέπτεται, πως δρα, πως κι­νεί­ται, πως στρατο­λογεί άλλους, κ.λπ.

Τέτοια απάντηση που να περιέχει τέτοια στοιχεία στα Ευαγγέλια δεν υπάρ­χει. Αν­τιθέ­τως τα Ευαγγέλια παρέχουν πλείστα όσα στοιχεία που ανατρέπουν κατηγορη­ματικώς τα ανω­τέρω πέντε στοιχεία που αναφέρονται. Ο Ιησούς ήταν κάθε μέρα μαζί με τον κόσμο και τις ιουδαϊκές αρχές. Μυστικά δεν είχε. Ήταν δηλαδή μια προδοσία εντελώς αχρείαστη και για τους Ιουδαίους και για τους Ρωμαίους. Όλοι τον ξέρανε πολύ καλά και μπο­ρού­σαν να τον βρούνε πολύ εύκολα. Κήρυττε και δίδασκε χωρίς μυστικά. Κάθε μέρα τσα­κωνόταν με τους αρχιερείς, γραμματείς, φαρισαίους και εμ­πόρους μέσα στον ναό. Παντού δίδα­σκε, έκανε θαύματα, τέρατα και σημεία. Τα τρία πρώτα, τα συν­ο­πτικά, Ευαγ­γέ­λια μας λέ­νε ότι όταν η σπείρα με τους αρχιερείς και αξιωματούχους των Ιουδαίων συνελάμ­βαναν τον Ιησού μέσα στη νύχτα, αυτός παρα­ξενεύτηκε και τους είπε: «Μα καλά, κάθε μέρα ήμουν στον ναό μαζί σας δι­δά­σκων... και δεν απλώσατε χέρια πάνω μου να με συλ­λά­βετε και τώρα ήλθατε μέσα στην νύ­χ­τα με ξύλα και μαχαίρια... να με πιάσετε σαν λη­στή...». Το «Κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο μας λέει ότι, ο Ιησούς είπε στις ιουδαϊκές αρχές: «Eγώ μίλησα φανερά στον κόσμο. Tην διδαχή μου εγώ την έκανα πάντοτε μέσα στη συναγωγή και μέσα στον ναό, όπου συγκεντρώνονται οι Iουδαίοι, και δε δίδαξα τίποτε στα κρυφά...» (18: 20-21).
 
Το «Κατά Μάρκον» μας παρέχει ακόμα εκείνους τους δύο χαρι­τω­μέ­νους και ξεκάρφωτους στίχους (14: 51-52) για το επεισόδιο του «γυμνού νέου» που πετάχτηκε μέσα στο σκοτάδι κ.λπ. Τί να ήθελε άραγε ο γυμνός νεα­νίσκος εκεί­νη την ώρα της νύχτας να εμπλακεί με τους αρχιερείς και μια σπείρα 100 Ρωμαίων λογ­χο­φό­ρων;... Ο Ματθαίος αν και θεωρείται πιο κοντά στα «γεγονότα» δεν μας λέει τίποτα για τα στοιχεία που περιείχε η προδοσία του Ιούδα. Δηλαδή τέσσερις έγραψαν, δύο από τους οποίους (ο Ματ­θαίος και ο Ιωάννης) ήταν μέσα στην ομάδα των δώδεκα και άρα αυ­τόπτες μάρ­τυ­ρες, και όμως δεν στάθηκαν αρκετοί και ικανοί να μας δώσουν πλήρεις, ακριβείς και αλληλοστηριζόμενες πληροφο­ρίες για ένα τόσο φυσικό και σοβαρό ερώτημα. Δεν αναφέρει κανένας τους ούτε το στοιχει­ώ­δες συ­σ­τατικό της προ­οσίας που αβίαστα απαιτεί μια ειλικρινής και φυσιο­λο­γική έκ­θεση των πραγμάτων σε τέτοιες περι­πτώ­σεις. Δηλαδή το, ως τί ο Ιούδας πρόδωσε τον Χρι­στό. Ως ληστή, ως βλάσφημο, ως στασιαστή, ως τί τέλος πάντων... Περί­ερ­γα πράγ­μα­τα, διό­τι στην περίπτωση του Ιού­δα των Ευαγγελίων η προδοσία εί­ναι ξαφνι­κή, κατα­στρο­φι­κή και χω­ρίς γνωστό και συγκεκριμένο κίνητρο.

Μαζί με αυτήν την ερώτηση ανακύπτουν και οι εξής βασικές και σοβαρές επί μέρους ερωτήσεις:

1) Γιατί ένα τόσο πενιχρό ποσό των τριάκοντα αργυρίων ήταν ικανό να τον πεί­σει να κάνει μια τέτοια προδοσία εναντίον τού τόσο καλού, αγίου και θαυματουργού διδασκάλου του;

2) Γιατί οι άλλοι ένδεκα μαθητές δεν τον συνέλαβαν αμέσως μόλις ο Ιησούς τον απεκάλυψε ανοιχτά και φα­νερά κατά τον Μυστικό Δείπνο;

3) Σε τι χρειαζόταν ο Ιούδας για να ταυτοποιήσει, διά φιλήματος, την αναγνώρι­ση ενός πάρα πολύ γνωστού ανδρός και που όλοι ήξεραν καλά τα μέρη στα οποία σύ­χναζε;

4) Γιατί δεν τον έφεραν, έστω και αναγκαστικώς, σαν μάρτυρα στη δίκη, αλλά έφε­ραν ψευδομάρτυρες;

Όπως φαίνεται οι άγνωστοι και ανώνυμοι συγγραφείς των Ευαγγελίων ενεπ­λά­κησαν σε μυθοπλασίες και σκόπιμες επαληθεύσεις δήθεν προφητειών ή αντανακ­λάσεις άλλων ιστοριών και μύθων. Έτσι έπρεπε να αυτοσχεδιάσουν και να κατασ­κευ­άσουν τη μορφή του Ιούδα η οποία θα εξυπηρετούσε τις μυθοπλασίες τις οποίες σέρβιραν στον αμόρφωτο, κακόμοιρο και αφελή κοσμάκη. Όμως καμία από αυτές τις παραπάνω χον­δρικές αντιρρήσεις (τεθείσες υπό μορφήν ερωτήσεων για τον αντι­κειμενικό μελετητή) δεν επιτρέπεται να εισέλθει στο θείο δράμα των Ευαγ­γε­λίων. Οι αφηγήσεις των Ευαγ­γε­λί­ων απαιτούν την δημιουργία ενός ισχυρότατου ξαφνικού σοκ μαζί με μία τραγική έξαρση συναι­σθη­ματισμού. Με κανένα τρόπο δεν αφήνουν χώρο στη λογική, στον ορθολογισμό και στην απαγωγική μέθοδο «αι­τίας και αποτε­λέσ­μα­τος».

Επί τη ευκαιρία τίθενται και οι εξής ερωτήσεις για τις οποίες απαιτούνται απαν­τή­σεις βασισμένες στα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια και αποδεδειγμένες από τα γρα­πτά των Ευαγγελίων και της ιστορίας του Χριστιανισμού:

1) Ποιός τελικά κατεδίκασε τον Ιησού; Ποιός δηλαδή εξέδωσε και ποιος ανα­κοί­νω­σε την τελική καταδικα­στική απόφαση; Ποιά είναι η σαφής απάντηση των «θεόπνευστων» Ευαγγελίων;
  • Το ιουδαϊκό συνέδριο (δικαστήριο σαν­χεν­τρίν αποτελούμενο από 71 μέλη);
  • Ο Καϊάφας;
  • Ο Άννας;
  • Ο Πιλάτος;
  • Ο Ηρώδης Αντίπας;
  • Ο όχ­λος;
  • Όλοι τους;
  • Κάποιος άλλος;
  • Κανένας;
  • Τελικά ποιός;
2) Για ποιόν, έστω τυπικό, λόγο καταδικάστηκε ο Ιησούς στην εσχάτη των ποι­νών και μά­λιστα διά της φρικτής ρωμαϊκής σταυρώσεως; Ποιο ήταν δηλαδή το έγκλημά του του για το οποίο κατεδικάσθηκε εις θάνατον; Τί έγραψε κάτω στα επίσημα πρα­κτικά της δίκης ο γραμ­μα­τέας του δικαστηρίου που απο­φά­σισε (ή οι γραμματείς των δικαστη­ρί­ων που αποφάσισαν) αυτή τη καταδικαστική από­φαση;
  • Το ότι απεκάλεσε τον εαυ­τόν του υιόν του Θεού (Γιαχβέ);
  • Το ότι δεν τηρούσε τον Μωσαϊκό Νόμο;
  • Το ότι βλαστήμησε τον Θεόν (Γιαχβέ) με το να αποκαλέσει τον εαυτόν του υι­όν του Θεού και άλλα τέτοια παρεμφερή;
  • Το ότι ανέστησε τον Λάζαρο; (Σημειώσετε ότι η ανά­στα­ση του Λαζάρου ανα­φέ­ρε­ται μόνο στον Ιωάννη. Οι υπόλοιποι ευαγγελιστές καίτοι αυ­τό­πτες μάρ­τυρες δεν την θεώρησαν τόσο σπουδαία για να την αναφέρουν).
  • Το ότι είπε ψέματα για το γκρέμισμα και την ανοικοδόμηση του ναού του Σολο­μώντος εν­τός τριών ημερών, με χέρια ή χωρίς χέρια, με θεϊκές δυνάμεις που μόνο αυτός κατείχε;
  • Το ότι έδιωξε τους εμπόρους από τον ναό;
  • Οι συχνοί πυκνοί τσακωμοί του με τους αρχιερείς, γραμματείς και φαρισαίους που συνοδεύονταν με ισχυρά και ασύστολα υβρεολόγια;
  • Η ζήλια, το μίσος και ο φθόνος των Εβραίων αρχόντων εναντίον του;
  • Η αντιπαλότητά του με τον τετράρχη βασιλέα της Γαλιλαίας Ηρώδη Αντίπα;
  • Το ότι συνωμότησε και εστράφη κατά της ρωμαϊκής αρχής;
  • Το ότι ωθού­σε τον κόσμο στο να πλη­ρώ­νει ή στο να μην πληρώνει φόρους στους Ρωμαίους;
  • Το ότι απεκάλεσε τον εαυτόν του βασιλέα του Ισραήλ;
  • Το ότι δεν σέβονταν τον καί­σαρα;
  • Το ότι ήταν πολύ συμφερότερο να καταδικαστεί ένας άνδρας (εδώ ο Ιησούς) εις θάνατον από το να απολεσθεί ολόκληρος ο λαός του Ισραήλ στα χέρια του ρωμα­ϊκού στρατού;
3) Πως πέθανε ο Ιούδας;
  • Κρεμάστηκε, όπως αναφέρει το «Κατά Ματθαίον» (27: 5), εκπληρώνοντας έτσι την προφητεία του Ιερεμία (;) την οποία φαίνεται να είχε κατά νου ο συγγραφέας (27: 9-10);*
  • Έπεσε μπρούμυτα, άνοιξε η κοιλιά του και ξεχύθηκαν τα σπλάχνα του, όπως αναφέρουν οι «Πράξεις Αποστόλων» (1: 18);**
Κι ένα τελευταίο, θεολογικής φύσεως ερώτημα: Αφού ο Ιούδας ήταν μέρος ενός θείου σχεδίου*** (άρα δεν είχε το δικαίωμα επιλογής), γιατί θεωρείται κυριολεκτικώς «προδότης»;
------------------------
* Οι σύγχρονοι ιστορικοί τείνουν να θεωρούν ότι η περιγραφή του Ματθαίου είναι μια μιδρασική έκθεση που επιτρέπει στον συγγραφέα να παρουσιάσει το γεγονός ως επαλήθευση προφητικών αποσπασμάτων της Παλαιάς Διαθήκης. Υποστηρίζουν ότι ο συγγραφέας προσέθεσε φανταστικές λεπτομέρειες, όπως τα τριάντα αργύρια και το κρέμασμα του Ιούδα, σε μια παλαιότερη παράδοση για τον θάνατό του. Η αναφορά του Ματθαίου στο θάνατο του Ιούδα ως εκπλήρωση της «προφητείας του Ιερεμία» έχει προκαλέσει μια αντιπαράθεση, καθώς σαφώς παραφράζει μια ιστορία από το Βιβλίο του Ζαχαρία (Ζαχαρίας, 11: 12-13), που αναφέρεται στην επιστροφή μιας πληρωμής τριάντα αργυρίων. Πολλοί συγγραφείς, όπως ο Αυγουστίνος Ιππώνος, ο Ιερώνυμος και ο Ιωάννης Καλβίνος συμπέραναν πως αυτό ήταν ένα προφανές λάθος. Ωστόσο, κάποιοι σύγχρονοι συγγραφείς έχουν υποστηρίξει ότι ο ευαγγελιστής είχε στο νου του όντως κάποιο απόσπασμα από τον Ιερεμία, όπως τα κεφάλαια 18 και 19, τα οποία αναφέρονται σε έναν κεραμοποιό και ένα σημείο ταφής, και το κεφάλαιο 32, που αναφέρεται σε ένα σημείο ταφής και ένα κεραμικό σκεύος.
** Αρκετοί χριστιανοί απολογητές, διαπιστώνοντας την αντίφαση των δυο εκδοχών του θανάτου του Ιούδα, όπως αυτός αναφέρεται στα Ευαγγέλια, επιχειρούν ένα «πάντρεμα» των δυο αυτών εκδοχών, ως εξής: Κρεμάστηκε κι αφού έσπασε το σκοινί άνοιξε το σώμα του με την πρόσκρουσή του στο έδαφος.
*** Στο απόκρυφο μάλιστα «Ευαγγέλιο του Ιούδα», ο ίδιος ο Ιησούς φέρεται να εγκωμιάζει τον Ιούδα, για τον πολύ σημαντικό ρόλο που έχει σ' αυτό το «θείο σχέδιο», λέγοντάς του: «Εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς (που έχουν βαπτιστεί). Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει».

Οι διαφορετικές παραδόσεις περί του Ιούδα

Πρόλογος 

Έχουμε ξαναγράψει και στο παρελθόν, ότι προκειμένου να εντοπίσουμε τις διαφορετικές εκδοχές στα υποτιθέμενα «γεγονότα» της Καινής Διαθήκης, πρέπει να εξετάζουμε τα κείμενα ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, και εκ παραλλήλου. Δηλαδή, δεν πρέπει να έχουμε ως δεδομένο κάτι το οποίο δεν αναφέρεται στο κείμενο που διαβάζουμε, αλλά παρ' όλα αυτά, να ερμηνεύουμε με βάση αυτό, επειδή αναφέρεται σε άλλο βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Είναι μία πλάνη στην οποία πέφτουμε συχνά, διότι έχουμε τα διαφορετικά επί μέρους βιβλία της Καινής Διαθήκης σε ένα.

Όμως, βάση των ειδικών, τα βιβλία αυτά:

α) γράφτηκαν μετά από πολλές δεκαετίες σε σχέση με αυτά που αφηγούνται,

β) γράφτηκαν από μη αυτόπτες,
γ) απευθύνονται σε διαφορετικές κοινότητες, και
δ) δεν γράφτηκαν με το σκεπτικό ότι κάποια στιγμή θα έμπαιναν δίπλα-δίπλα για να συγκριθούν.

Σε αυτά, ας συνυπολογίσουμε και τα άλλα βιβλία που κυκλοφορούσαν (επιστολές, «αποκαλύψεις», ευαγγέλια, πράξεις αποστόλων), τα οποία αποκηρύχθηκαν αργότερα από τους «νικητές» πρωτο-ορθοδόξους.

Έχοντας λοιπόν την ψευδή αίσθηση ότι πρόκειται περί ενός ενιαίου βιβλίου, και ότι το ένα επί μέρους βιβλίο «συμπληρώνει» το άλλο, δεν κατανοούμε πραγματικά αυτό που λέει το κείμενο, αλλά αυτό που εμείς έχουμε στο μυαλό μας.

Προκειμένου να γεφυρώσουμε τα χάσματα και να δικαιολογήσουμε τις διαφορές, τελικά κατασκευάζουμε ένα «νέο ευαγγέλιο», το δικό μας. Το οποίο μπορεί μεν να συνδυάζει τα τέσσερα ευαγγέλια, αλλά συγκρούεται αναπόφευκτα με τουλάχιστον ένα από αυτά.

Θα δώσω ένα παράδειγμα, για να γίνω περισσότερο κατανοητός. Ας δούμε τι λένε τα τέσσερα ευαγγέλια σχετικά με τις μυροφόρες που επισκέπτονται τον τάφο του Ιησού, αναφορικά με τον αριθμό των μυροφόρων και με το πότε πήγαν.

Σύμφωνα με το «Κατά Ματθαίον», πήγαν δύο· η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, «τη επιφωσκουση», όταν δηλαδή άρχιζε να φωτίζει αμυδρά (28: 1).
Σύμφωνα με το «Κατά Μάρκον», πήγαν τρείς· η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία του Ιακώβου, και η Σαλώμη, «ανατείλαντος του ηλίου» (16: 1).
Σύμφωνα με το «Κατά Λουκάν», πήγαν αρκετές. Η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα, η Μαρία του Ιακώβου, και κάποιες άλλες που δεν κατονομάζονται, «όρθρου βαθέως». (24: 1.10).
Σύμφωνα με το «Κατά Ιωάννην», πήγε η Μαρία η Μαγδαληνή, «σκοτία έτι ούσης» (20: 1).

Ένας πιστός θα προσπαθήσει να συνδυάσει όλα τα παραπάνω στοιχεία, με την δικαιολογία ότι ο κάθε ευαγγελιστής καταγράφει μέρος της «ιστορίας». Όμως, λέγοντας αυτό, φτιάχνει -χωρίς απαραίτητα να το συνειδητοποιεί- ένα νέο ευαγγέλιο, κατά την εκδοχή του. Προσπαθήστε να τα συνδυάσετε και μόνοι σας. Στο τέλος θα έχετε φτιάξει μια νέα «ιστορία». Μάλιστα, θα έχετε αναγκαστεί ίσως να προσθέσετε στοιχεία που δεν αναφέρονται πουθενά. Για παράδειγμα, προκειμένου να δικαιολογήσετε τον αριθμό των μυροφόρων, θα μπορούσατε να πείτε ότι η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε την πρώτη φορά ενώ ήταν σκοτάδι (όπως αναφέρεται στο «Κατά Ιωάννην»), αλλά μετά έφυγε και επέστρεψε φέρνοντας την Μαρία του Ιακώβου και την Σαλώμη. Και στο μεταξύ, είχε ανατείλει ο ήλιος, όπως αναφέρεται στο «Κατά Μάρκον». Αυτό όμως που θα ισχυριστείτε, δεν αναφέρεται σε κανένα ευαγγέλιο, και συγκρούεται με τις ίδιες τις αφηγήσεις των ευαγγελίων, που δείχνουν τις μυροφόρες να επισκέπτονται τον τάφο μόνο μία φορά.

ΔΕΣ: ΤΟ ΚΟΥΙΖ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ!

Το ίδιο μπορεί να εφαρμοστεί σε δεκάδες σημεία των διηγήσεων των ευαγγελίων.

Περί του Ιούδα

Για το πρόσωπο του Ιούδα υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές-παραδόσεις στα κείμενα των πρώτων χριστιανών. Θα εξετάσουμε τις αναφορές, θα εντοπίσουμε τις διαφορές, και θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε πως δημιουργήθηκε η παράδοση περί του Ιούδα και πως εμπλουτίστηκε.

Ο Παύλος αγνοεί την προδοσία (όπως και πολλά άλλα)

Κατά γενική ομολογία των ειδικών, ο Παύλος είναι ο πρώτος χριστιανός του οποίου διαθέτουμε κείμενα. Οι επιστολές του προηγούνται της συγγραφής των ευαγγελίων. Οι «Πράξεις των Αποστόλων», γράφονται σε ακόμα μεταγενέστερη εποχή, έχοντας ωστόσο σημεία που απηχούν αρχαιότερες παραδόσεις των ευαγγελίων.

Ο Παύλος φαίνεται ότι δεν γνώριζε καμία παράδοση σχετικά με τον Ιούδα και την προδοσία ή για τον θάνατο του Ιούδα. Και η μαρτυρία του είναι σημαντική, όχι μόνο από χρονολογικής απόψεως, αλλά διότι ο ίδιος επικαλείται την παράδοση που παρέλαβε. Δηλαδή, δεν εκφράζει την προσωπική του άποψη απλά.

Υπάρχουν δύο μόνο σημεία, σε ολόκληρη την επιστολογραφία του. Στην επιστολή του την πρώτη «προς Κορινθίους», αναφέρει σχετικά τα εξής:

«Παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ο και παρέλαβον ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς και ότι ετάφη και ότι εγήγερται τη ημέρα τη τρίτη κατά τας γραφάς και ότι ώφθη Κηφά είτα τοις δώδεκα» (15: 3-5).

Ο Παύλος είναι σαφής, ότι ο Ιησούς μετά την υποτιθέμενη «ανάστασή» του, φανερώθηκε στους δώδεκα. Αν ο Ιούδας είχε αυτοκτονήσει, θα έπρεπε να γράψει ότι εμφανίστηκε στους έντεκα. Ο Ματθίας που κληρώθηκε στην θέση του Ιούδα, κληρώθηκε μετά την υποτιθέμενη «ανάληψη» του Ιησού (Πράξεις Αποστόλων, 1: 9-26).

Στην ίδια επιστολή, γράφει επίσης:

«εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου ο και παρέδωκα υμίν ότι ο Κύριος Ιησούς εν τη νυκτί η παρεδίδετο έλαβεν άρτον…» (κεφ. 11:23).

Αν δούμε το εδάφιο προσεκτικά, ο Παύλος δεν αναφέρεται σε «προδοσία», αλλά στην νύχτα που «παρεδίδετο» ο Ιησούς. Αν γνώριζε περί «προδοσίας», θα το έγραφε.

Αργότερα, άρχισε η καταγραφή των θρύλων και των «ιστοριών» που κυκλοφορούσαν μεταξύ των οπαδών του Ιησού. Αυτά, ονομάστηκαν «ευαγγέλια».

Ένας από τους ακολούθους του Ιησού, ο Ιούδας, πάει στους αρχιερείς

Από την συγγραφή των ευαγγελίων και μετά, μπαίνει το στοιχείο της προδοσίας του Ιούδα.

Αργότερα, και ο φρικτός θάνατός του.

Θα εξετάσουμε τα τρία συνοπτικά ευαγγέλια μεταξύ τους, κατά χρονική σειρά συγγραφής, και το τέταρτο ξεχωριστά. Με βάση τους ειδικούς, πρώτο ευαγγέλιο θεωρείται το «Κατά Μάρκον», δεύτερο το «Κατά Ματθαίον», τρίτο το «Κατά Λουκάν», τέταρτο το «Κατά Ιωάννην». Είναι άγνωστο από πού παίρνει στοιχεία ο «Μάρκος». Πολύ πιθανόν, να υπήρχαν κάποια χαμένα αρχεία (οι ειδικοί τα λένε πηγή «Q»), και σε συνδυασμό με τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν, να έγραψε το ευαγγέλιο. Ο «Ματθαίος» βασίζεται κατά πολύ στον «Μάρκο». Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι ότι κατά κανόνα προσθέτει στα γραφόμενα του «Μάρκου». Έχει όμως και άλλη πηγή (οι ειδικοί την ονομάζουν πηγή «Μ») και είναι όσα αναφέρονται μόνο στο «Κατά Ματθαίον» (π.χ., η τελική κρίση).

 Ο «Λουκάς» βασίζεται στους δύο προηγούμενους και προσπαθεί είτε να αγνοήσει ή να διορθώσει τις υπερβολές του «Ματθαίου». Για παράδειγμα, δεν αναφέρει καθόλου την ανάσταση των νεκρών που έγινε όταν πέθανε ο Ιησούς, ούτε την είσοδό τους στην Ιερουσαλήμ όταν αναστήθηκε ο Ιησούς, μετά από τρις μέρες. Βασίζεται όμως και σε μία άλλη πηγή (οι ειδικοί την λένε πηγή «Λ»), και είναι όσα αναφέρονται μόνο στο «Κατά Λουκάν» (π.χ., η παραβολή του ασώτου). Το «Κατά Ιωάννην» είναι ξεχωριστό και δεν στηρίζεται στους συνοπτικούς. Για αυτό και όταν οι «συνοπτικοί» έχουν τον Ιησού να πειράζεται στην έρημο, αμέσως μετά αφότου βαπτίστηκε στον Ιορδάνη, ο «Ιωάννης» τον έχει στον γάμο της Κανά.

Στο «Κατά Μάρκον» ευαγγέλιο, ο Ιούδας πάει στους αρχιερείς για να παραδώσει τον Ιησού, χωρίς ο συγγραφέας να εξηγεί το γιατί. Αφού το ακούν οι αρχιερείς, τότε του υποσχέθηκαν να του δώσουν χρήματα.

«και Ιούδας ο Ισκαριώτης εις των δώδεκα απήλθεν προς τους αρχιερείς ίνα αυτόν παραδοί αυτοίς· οι δε ακούσαντες εχάρησαν και επηγγείλαντο αυτώ αργύριον δούναι και εζήτει πως αυτόν ευκαίρως παραδοί» (Κατά Μάρκον, 14: 10-11).

Ο συγγραφέας του «Κατά Ματθαίον», παίρνει την ιστορία και προσθέτει κάποια στοιχεία, προσπαθώντας να την βελτιώσει. Αυτό το κάνει στο μεγαλύτερο μέρος του ευαγγελίου του. Μάλιστα, επιχειρεί να παρουσιάσει τον Ιησού ως τον αναμενόμενο Μεσσία που «προφητεύεται» στην Παλαιά Διαθήκη. Και για τον σκοπό του, δεν διστάζει να παραποιήσει τα κείμενα, να τα ερμηνεύσει κατά το δοκούν, και να εφεύρει «προφητείες» εκ του μηδενός. Έτσι λοιπόν, ο συγγραφέας του «Κατά Ματθαίον», δίδει το κίνητρο. Κάτι που έλειπε από το προηγούμενο ευαγγέλιο. Ήταν τα χρήματα.

Ο Ιούδας πήγε στους αρχιερείς και ζήτησε χρήματα για να προδώσει τον Ιησού.

«τότε πορευθείς εις των δώδεκα ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης προς τους αρχιερείς· είπεν τι θέλετε μοι δούναι καγώ υμίν παραδώσω αυτόν· οι δε έστησαν αυτώ τριάκοντα αργύρια» (Κατά Ματθαίον, 26: 14-15).

Είναι διαφορετικό να πηγαίνει ο Ιούδας στους αρχιερείς για να τους παραδώσει τον Ιησού και εκείνοι να του προσφέρουν χρήματα, και διαφορετικό να πηγαίνει ο Ιούδας στους αρχιερείς και να τους ζητά χρήματα για να τους τον παραδώσει.

Ο συγγραφέας του «Κατά Λουκά», φαίνεται ότι θεωρεί κακό το σενάριο του «Ματθαίου». Κρατάει το σενάριο του «Μάρκου», αλλά προσπαθεί να αιτιολογήσει την στάση του Ιούδα, που οφείλετε στον «σατανά». Έτσι, «μπήκε ο Σατανάς στον Ιούδα», πήγε ο Ιούδας στους αρχιερείς και στους στρατηγούς, και εκείνοι του είπαν ότι θα του δώσουν τα χρήματα.

«εισήλθεν δε σατανάς εις Ιούδαν τον καλούμενον Ισκαριώτη όντα εκ του αριθμού των δώδεκα και απελθών συνελάλησεν τοις αρχιερεύσιν και στρατηγοίς το πως αυτοίς παραδώ αυτόν και εχάρησαν και συνέθεντο αυτώ αργύριον δούναι» (Κατά Λουκάν, 22: 3-5).

Ο συγγραφέας του «Κατά Ιωάννην» δεν αναφέρει την σκηνή, αλλά αρκείται στο ότι ο «σατανάς» είχε βάλει στην καρδιά του Ιούδα να τον προδώσει. Όμως, δίνει μια διαφορετική προσέγγιση του θέματος. Βάζει τον Ιησού να λέει στην προσευχή του:

«Ότε ήμην μετ’ αυτών εν τω κόσμω εγώ ετήρουν αυτούς εν τω ονόματί σου ους δέδωκας μοι και εφύλαξα και ουδείς εξ αυτών απώλετο ει μη ο υιός της απωλείας ίνα πληρωθή η γραφή πληρωθή» (17: 12).

Ποια γραφή έλεγε ότι ο Μεσσίας θα προδίδονταν; Καμία. Για αυτό και δεν παραπέμπει πουθενά. Τώρα, αν συνδυάσουμε αυτά, με αυτά που φέρεται να λέει σε άλλο κεφάλαιο (του ιδίου ευαγγελίου), ο Ιησούς διάλεξε… τον προδότη του.

«Ουχ υμείς με εξελέξασθε αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς» (15: 16). Είναι παρών και ο Ιούδας.

Στον «Μυστικό Δείπνο»

Στους τρεις συνοπτικούς, ο Ιησούς αναφέρει ότι ένας από τους δώδεκα θα τον πρόδιδε. Και αυτό αναφέρεται στον λεγόμενο «Μυστικό Δείπνο», που ήταν ταυτόχρονα και ο Πασχαλινός, κατά τους συνοπτικούς. Στο «Κατά Ιωάννην», αναφέρεται η προδοσία, αλλά ο δείπνος δεν είναι Πασχαλινός. Διότι αναφέρεται σαφέστατα στο «Κατά Ιωάννην», ότι οι αρχιερείς «ουκ εισήλθον εις το πραιτώριον ίνα μη μιανθώσιν αλλά ίνα φάγωσιν το πάσχα» (18: 28). Που σημαίνει ότι, ο Ιησούς πεθαίνει πριν το Πάσχα και συνεπώς ο τελευταίος δείπνος που περιγράφει ο «Ιωάννης» δεν είναι Πασχαλινός. Οι τρεις συνοπτικοί όμως αναφέρονται στον τελευταίο δείπνο ως Πασχαλινό. Από την στιγμή που πάντα το Πάσχα ήταν στις 14 Νισάν, κατά τους συνοπτικούς έπεφτε την Πέμπτη την χρονιά εκείνη, ενώ κατά τον «Ιωάννη»14 Νισάν ήταν Παρασκευή. Το Πασχαλινό δείπνο τελούνταν το βράδυ, από 14 προς 15 Νισάν (οι Εβραίοι μετρούν την μέρα από την δύση του ηλίου μέχρι την δύση της επόμενης μέρας). Συνεπώς, αναφέρονται σε διαφορετική χρονιά οι συνοπτικοί και σε διαφορετική ο «Ιωάννης».

Στο «Κατά Μάρκον» αναφέρεται:

«Ανακειμένων αυτών και εσθιόντων ο Ιησούς είπεν· αμήν λέγω υμίν ότι εις εξ υμών παραδώσει με ο εσθίων μετ εμού· ήρξαντο λυπείσθαι και λέγειν αυτώ εις κατά εις· μήτι εγώ; ο δε είπεν αυτοίς· εις των δώδεκα ο εμβαπτόμενος μετ εμού εις το τρυβλίον· οτι ο μεν υιός του ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί αυτού· ουαί δε τω ανθρώπω εκείνω δι ου ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται· καλόν αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος» (Κατά Μάρκον, 14: 18-21).

Στο «Κατά Ματθαίον»:

«Εσθιόντων αυτών είπεν αμήν λέγω υμιν ότι εις εξ υμών παραδώσει με και λυπούμενοι σφόδρα ήρξαντο λέγειν αυτώ εις έκαστος μήτι εγώ ειμί κύριε; ο δε αποκριθείς είπεν· ο εμβάψας μετ εμού την χείρα εν τω τρυβλίω ύυτος με παραδώσει· ο μεν υιός του ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί αυτού· ουαί δε τω ανθρώπω εκείνω δι ου ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται· καλόν ην αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος· αποκριθείς δε Ιούδας ο παραδιδούς αυτόν· είπεν μήτι εγώ ειμί ραββί; λέγει αυτώ· συ είπας» (Κατά Ματθαίον, 26: 21-25).

Ο συγγραφέας δεν αρκείται στα γραφόμενα του «Κατά Μάρκον». Αν και ο συγγραφέας μιλάει συνεσκιασμένα, εφόσον όλοι βουτούσαν στο «τρυβλίον», ο συγγραφέας του «Κατά Ματθαίον» προσπαθεί να δραματοποιήσει την κατάσταση παρουσιάζοντας τον Ιούδα να ρωτάει με θράσος, αν ήταν αυτός ο προδότης. Και ο Ιησούς με την απάντησή του, ουσιαστικά τον αποκαλύπτει. Βέβαια, οι υπόλοιποι παρουσιάζονται σαν να μην έχουν καταλάβει.

Ο συγγραφέας του «Κατά Λουκάν», καταλαβαίνει ότι όσα λιγότερα γράφει σχετικά, τόσο καλύτερα είναι. Για αυτό, απλά αρκείται στο να γράψει: «Ότι ο Υιός μεν του ανθρώπου κατά το ωρισμένον πορεύεται πλην ουαί τω ανθρώπω εκείνω δι’ ου παραδίδοται» (22: 22).

Στο «Κατά Ιωάννην» ο Ιησούς αναγγέλλει ότι ένας από τους δώδεκα θα τον παραδώσει. Μάλιστα, παρουσιάζει τον απόστολο Ιωάννη, να πέφτει στο στήθος του Ιησού και να ρωτά ιδιαιτέρως, ποιος είναι ο προδότης. Περίεργη οικειότητα, εφόσον παραείναι τολμηρό να ακουμπάει ένας άνδρας το κεφάλι του στο στήθος ενός άλλου άνδρα.

Και ο Ιησούς απάντησε:

«Εκείνος εστίν ω εγώ βάψω το ψωμίον και δώσω αυτώ· βάψας ουν το ψωμίον δίδωσι Ιούδα Σίμωνος Ισκαριώτου· και μετά το ψωμίον τότε εισήλθεν εις εκείνον ο σατανάς· λέγει ουν αυτώ ο Ιησούς· ο ποιείς ποίησον τάχιον· τούτο ουδείς έγνω των ανακειμένων προς τι είπεν αυτώ» (13: 26-28).

Παρατηρούμε, ότι το «σημείο» που δίνει ο Ιησούς, είναι διαφορετικό από ότι στα άλλα ευαγγέλια. Επίσης, παρότι αποκαλύπτει ξεκάθαρα τον προδότη, οι υπόλοιποι εξακολουθούν... να μην καταλαβαίνουν. Ακόμα, ο Ιησούς του λέει, ότι κάνει, να το κάνει γρηγορότερα.

Ο τόπος της προδοσίας και το φιλί του Ιούδα

Η αφήγηση του συγγραφέα του «Κατά Μάρκον», είναι μάλλον απλή. Ο Ιούδας με το όχλο, βρίσκει τον Ιησού με τους υπόλοιπους μαθητές. Δίνει φιλί στον Ιησού, προκειμένου να τον αναγνωρίσουν. Ο Πέτρος βγάζει το μαχαίρι και κόβει το αφτί του δούλου του αρχιερέα. Δεν λέει τίποτα στον Πέτρο, και απευθυνόμενος στον όχλο, τους λέει ότι αυτά γίνονται για να εκπληρωθούν οι Γραφές.

Αξιοπρόσεκτα είναι τα εξής:
1) Πώς ήξερε ο Ιούδας τον τόπο που θα έβρισκε τον Ιησού την συγκεκριμένη ώρα;
2) Πώς ο Ιησούς βγάζει βόλτα τους μαθητές, εφόσον απαγορεύονταν μετά το πασχαλινό δείπνο η έξοδος από την οικεία; (Έξοδος, 12: 22-25).
3) Γιατί χρειάζονταν το φιλί του Ιούδα, για να αναγνωρίσουν τον Ιησού; Αφού τον ήξεραν. Αφού τους το λέει και ο ίδιος· «καθ ημέραν ήμην προς υμας εν τω ιερώ διδάσκων και ουκ εκρατήσατε με» (Κατά Μάρκον, 14: 49).
4) Ο Πέτρος κουβαλούσε μαχαίρι μαζί του, με το οποίο δεν δίστασε να κόψει το αφτί του δούλου.
5) Να εκπληρωθούν, ποιές γραφές ακριβώς;

Ο συγγραφέας του «Κατά Ματθαίον», ως συνήθως, προσθέτει στα γραφόμενα του «Κατά Μάρκον». Παρουσιάζει τον Ιησού να νουθετεί τον Πέτρο, λέγοντάς του, «απόστρεψον την μάχαιραν σου εις τον τόπον αυτής· πάντες γαρ οι λαβόντες μάχαιραν εν μαχαίρη απολούνται» (26: 52)

Του λέει όμως και άλλα, πιο εντυπωσιακά. «η δοκείς ότι ου δύναμαι παρακαλέσαι τον πατέρα μου και παραστήσει μοι άρτι πλείους η δώδεκα λεγεώνας αγγέλων». (26: 53). Αλλά, δεν το κάνει, γιατί πρέπει να εκπληρωθούν οι Γραφές...

Ο συγγραφέας του «Κατά Λουκάν» ευαγγελίου, βάζει όλους τους μαθητές να ρωτάνε τον Ιησού, αν θα έπρεπε να κτυπήσουν με μαχαίρι. Αυτό δείχνει ότι όλοι οπλοφορούσαν. Ο Πέτρος μπαίνει μπροστά και κόβει το αφτί του δούλου, το οποίο στην συνέχεια ο Ιησούς του το κολλά. Δεν αναφέρονται τα εντυπωσιακά περί αγγέλων που αναφέρονται στο «Κατά Ματθαίον».

Ο συγγραφέας του «Κατά Ιωάννην» ευαγγελίου, βάζει τον Ιησού να ρωτά τον όχλο, ποιον ζητάει. Ο όχλος απάντησε ότι ζητάει τον Ιησού. Και ο Ιησούς τους λέει ότι είναι ο ίδιος! Αυτοί έπεσαν κάτω. Για δεύτερη φορά, ρώτησε ο Ιησούς ποιον θέλουν. Και του ξαναλένε, τον Ιησού. Αυτή τη φορά, δεν έπεσαν κάτω. Δεν αναφέρεται κανένα φιλί του Ιούδα ως σημείο αναγνωρίσεως. Εδώ, ο ίδιος ο Ιησούς τους συστήθηκε. Είναι ξεκάθαρα, τελείως διαφορετική η περιγραφή από ότι στους συνοπτικούς (18: 2-9).

Ο θάνατος του Ιούδα

Αλλά και για αυτό το «γεγονός», υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές. Και φαίνεται ότι δεν υπήρχε ομοιομορφία (και) σε αυτήν την παράδοση, καθώς αναφέρεται μόνο στον «Κατά Ματθαίον» και στις «Πράξεις», αλλά πάλι χωρίς να συμφωνούν. Είναι πολύ περίεργο να μην καταγράφεται ο θάνατος του Ιούδα στα υπόλοιπα ευαγγέλια. Οι εκκλησιαστικοί, συνήθως τις ημέρες του χριστιανικού Πάσχα, συγκρίνουν τις δύο πτώσεις· του Πέτρου και του Ιούδα. Είναι μια από τις πιο δημοφιλείς συγκρίσεις που «κοσμούν» τα χριστιανικά κηρύγματα. Και όμως, αγνοείται από μερίδα κοινοτήτων.

Στο «Κατά Ματθαίον», μεταμελείται ο Ιούδας, επιστρέφει τα αργύρια, και πάει να κρεμαστεί. Επειδή όμως τα χρήματα ήταν αντίτιμο προδοσίας, οι ιερείς αποφάσισαν με αυτά να αγοράσουν έναν αγρό για να θάβουν εκεί τους ξένους. Και συνεχίζει, λέγοντας ο άγνωστος συγγραφέας του ευαγγελίου, ότι εκπληρώθηκε μία «προφητεία» του Ιερεμία ότι «έλαβον τα τριάκοντα αργύρια την τιμήν του τετιμημένου ον ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ και έδωκαν αυτά εις τον αγρόν του κεραμέως καθά συνέταξεν μοι Κύριος» (27: 3-10).

Η ρήση βέβαια αυτή, ούτε στον Ιερεμία βρίσκεται, ούτε είναι «προφητική», και το κυριότερο, δεν είναι έτσι. Ο «Ματθαίος» καταφεύγει στην πλαστογραφία και στην παραποίηση, όπως κάνει σε ανάλογες δήθεν «προφητικές» ρήσεις της Π. Διαθήκης.

Συγκεκριμένα, βρίσκεται στον Ζαχαρία, στο κεφάλαιο 11, και αναφέρεται σε καταστροφές στον Λίβανο και σε «πρόβατα της σφαγής», στο ότι ο Θεός παραδίδει τους ανθρώπους σε αλληλοσφαγές, εγκαταλείποντας την φροντίδα του. Και λέει: «και γνώσονται οι Χαναναίοι τα πρόβατα τα φυλασσόμενα διότι λόγος Κυρίου εστίν και ερώ προς αυτούς· ει καλόν ενώπιον υμών εστίν δότε στήσαντες τον μισθόν μου η απείπασθε και έστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα αργυρούς και είπεν Κύριος προς με· κάθες αυτούς εις το χωνευτήριον και σκέψαι ει δόκιμον εστίν ον τρόπον εδοκιμάσθην υπέρ αυτών και έλαβον τους τριάκοντα αργυρούς και ενέβαλον αυτούς εις τον οίκον Κυρίου εις το χωνευτήριον (Ζαχαρίας, 11: 11-13).

Οι Χαναναίοι δίνουν τριάντα αργύρια στον Ζαχαρία, και ο Θεός του λέει να τα βάλει στο χωνευτήριο που βρίσκεται στον «οίκο του Κυρίου». Ο «Ματθαίος» όμως λέει ότι οι αρχιερείς πήραν τα τριάντα αργύρια από τον Ιούδα και τα έδωσαν για τον αγρό. Καμία σχέση δηλαδή!

Ο συγγραφέας των Πράξεων αναφέρει μία άλλη παράδοση για τον θάνατο του Ιούδα. Ο Ιούδας απέκτησε αγρό από τα λεφτά της προδοσίας «και πρηνής γενόμενος ελάκησεν μεσός και εξεχύθη πάντα τα σπλάχνα αυτού» (Πράξεις, 1: 18).

Δεν αναφέρει ότι έπεσε από ψηλά, αν υποθέσουμε ότι κρεμάστηκε. Επίσης, αναφέρει ότι αγόρασε αγρό. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να επιστρέψει το ποσό που πήρε πίσω στους ιερείς. Ακόμα, όπως φαίνεται, σκοτώθηκε στο χωράφι του.

Μέσω του Απολλιναρίου, μαθαίνουμε μια επιπλέον εκδοχή, που μαρτυρείται από τον Παπία. Βέβαια, και ο Παπίας δεν ήταν μπροστά, αλλά το μαθαίνει από τον Ιωάννη.

Γράφει ο Απολλινάριος:

«Μεγάλο παράδειγμα ασέβειας παρουσίασε στον κόσμο ο Ιούδας, διότι πρήσθηκε τόσο πολύ η σάρκα του, ώστε όχι μόνον εκείνος να μην μπορεί να περάσει απ’ εκεί όπου εύκολα μπορεί να περνά μία άμαξα, αλλ’ ούτε και αυτός όνο ο όγκος της κεφαλής του. Γιατί λέγουν, ότι τα μεν βλέφαρά των οφθαλμών του πρήσθηκαν τόσο πολύ, ώστε ο ίδιος μεν να μην μπορεί να βλέπει καθόλου το φως, τα δε μάτια του να μην μπορούν να φαίνονται από ιατρό ούτε με διόπτρες· τόσο πολύ βάθος είχαν από την εξωτερική επιφάνεια· το δε αιδοίο του φαινόταν αηδέστερο και μεγαλύτερο από κάθε ασχημοσύνη και όλο το σώμα του έρρεε πύον και ήταν γεμάτο από σκώληκες, προκαλώντας έτσι την αηδία. Λέγουν δε ότι ύστερα από πολλά βάσανα και τιμωρίες πέθανε σε ιδιαίτερο τόπο και ότι από τη δυσοσμία ο τόπος έχει γίνει μέχρι σήμερα έρημος και ακατοίκητος, αλλά ότι ούτε μέχρι σήμερα μπορεί κανείς να περάσει τον τόπο εκείνο, αν δεν φράξει την μύτη του με τα χέρια. Τόσο πολύ διασκορπίστηκε στη γη η δυσοσμία εκ του σώματός του» (Αποστολικοί Πατέρες, τ. Α΄, σ. 209).

Τέλος, θα αναφέρουμε και μία άλλη παράδοση που διαφέρει κατά πολύ και που κυκλοφορούσε μεταξύ άλλων χριστιανικών ομάδων. Σύμφωνα με αυτή, ο Ιούδας βοήθησε στην εκπλήρωση του πόθου του Ιησού να εξέλθει από το «αμαρτωλό» σώμα και να επιστρέψει από εκεί που ήρθε. Υπάρχει στο «Ευαγγέλιο του Ιούδα», και αναφέρεται στην σχέση και στην συνεργασία προδότη και προδομένου.

«Η απόκρυφη διήγηση της αποκάλυψης που φανέρωσε ο Ιησούς σε συνομιλία με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη στη διάρκεια μιας εβδομάδας τρείς ημέρες προτού να εορτάσει το Πάσχα» (σ. 23).

«Αλλά εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς. Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει. Προτού γεννηθείς έχει υψωθεί, η οργή σου έχει ανάψει, ο αστέρας σου φάνηκε με λαμπρότητα» (σ. 47)

«Οι αρχιερείς τους παραπονιόταν επειδή αυτός είχε εισέλθει στον ξενώνα για ην προσευχή του. Αλλά κάποιοι γραμματείς τον παρακολουθούσαν προσεκτικά με σκοπό να τον συλλάβουν κατά τη διάρκεια της προσευχής, γιατί φοβούνταν τους ανθρώπους, αφού είχε θεωρηθεί απ’ όλους προφήτης. Πλησίασαν τον Ιούδα και του είπαν, Τι κάνεις εδώ; Είσαι μαθητής του Ιησού. Ο Ιούδας τους απάντησε όπως επιθυμούσαν. Και έλαβε μερικά χρήματα και τον παρέδωσε σ’ αυτούς» (σ. 49) [Το ευαγγέλιο του Ιούδα, Ρόντολφ Κάσερ, Μάρβιν Μαϊερ, Γκρέγκορ Βούρστ, Εκδόσεις National Geographic, έκδοση 2006].