Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τῶν πρὸς Ἀλέξανδρον συνθηκῶν (1-9)

[1] Ἄξιον ἀποδέχεσθαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, σφόδρα τῶν τοῖς ὅρκοις καὶ ταῖς συνθήκαις διακελευομένων ἐμμένειν, εἴπερ αὐτὸ πεπεισμένοι ποιοῦσιν· οἶμαι γὰρ οὐδὲν οὕτω τοῖς δημοκρατουμένοις πρέπειν ὡς περὶ τὸ ἴσον καὶ τὸ δίκαιον σπουδάζειν. δεῖ τοίνυν τοὺς λίαν ἐπ᾽ αὐτὰ παρακαλοῦντας μὴ τῷ μὲν λόγῳ καταχρωμένους ἐνοχλεῖν, πάντα δὲ μᾶλλον πράττειν, ἀλλ᾽ ὑπομείναντας νυνὶ τὸν ἐξετασμὸν ἢ καὶ τὸ λοιπὸν πειθομένους ὑμᾶς ἔχειν περὶ αὐτῶν, ἢ παραχωρήσαντας ἐᾶν συμβουλεύειν τοὺς ἀληθέστερα περὶ τῶν δικαίων ἀποφαινομένους,

[2] ἵν᾽ ἢ ἑκόντες ἀδικούμενοι ἀνέχησθε καὶ αὐτὸ τοῦτο χαρίζησθε τῷ ἀδικοῦντι, ἢ προελόμενοι περὶ πλείστου ποιήσασθαι τὸ δίκαιον ἀνεγκλήτως πρὸς ἅπαντας χρῆσθε τῷ συμφέροντι μηκέτι μέλλοντες. ἐξ αὐτῶν δὲ τῶν συνθηκῶν καὶ τῶν ὅρκων σκεψαμένους τῶν περὶ τῆς κοινῆς εἰρήνης ἔξεστιν ἰδεῖν ἤδη, τίνες εἰσὶν οἱ παραβεβηκότες. ὡς δὲ περὶ μεγάλων συντόμως διδάξω.

[3] Εἰ δή τις ἐρωτήσειεν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἐπὶ τίνι ἂν μάλιστ᾽ ἀγανακτήσαιτ᾽ εἴ τις ἀναγκάζοι, οἶμαι ἄν, εἰ ἦσαν κατὰ τὸν νυνὶ χρόνον οἱ Πεισιστρατίδαι καί τις ἐβιάζετο κατάγειν αὐτοὺς δευρί, ἁρπάσαντας ἂν ὑμᾶς τὰ ὅπλα πάντα κίνδυνον ὑπομεῖναι ἀντὶ τοῦ παραδέξασθαι, ἢ πεισθέντας γε δουλεύειν ἀντὶ τῶν ἀργυρωνήτων, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὸν μὲν οἰκέτην οὐδεὶς ἂν ἑκὼν ἀποκτείνειε, τοὺς δὲ τυραννουμένους ἀκρίτους ἔστιν ὁρᾶν ἀπολλυμένους ἅμα καὶ ὑβριζομένους εἰς παῖδας καὶ γυναῖκας.

[4] παρὰ τοὺς ὅρκους τοίνυν καὶ τὰς συνθήκας τὰς ἐν τῇ κοινῇ εἰρήνῃ γεγραμμένας Ἀλέξανδρος εἰς Μεσσήνην καταγαγὼν τοὺς Φιλιάδου παῖδας, ὄντας τυράννους, ἆρ᾽ ἐφρόντισε τοῦ δικαίου, ἀλλ᾽ οὐκ ἐχρήσατο τῷ αὑτοῦ ἤθει τῷ τυραννικῷ, βραχὺ φροντίσας ὑμῶν καὶ τῆς κοινῆς ὁμολογίας;

[5] οὐ δὴ δεῖ, εἰ μέν τις ὑμᾶς ταῦτα βιάζοιτο, μάλιστ᾽ ἀγανακτῆσαι, εἰ δ᾽ ἑτέρωθί που γέγονε παρὰ τοὺς πρὸς ὑμᾶς ὅρκους, μὴ φυλάξασθαι, καὶ ἡμῖν μὲν διακελεύεσθαί τινας ἐνταυθὶ ἐμμένειν τοῖς ὅρκοις, τοῖς δ᾽ αὐτοὺς οὕτω περιβοήτως ἀνῃρηκόσι καταλείπειν ταύτην τὴν ἐξουσίαν.

[6] ἀλλ᾽ οὐχ οἷόν τε ταῦθ᾽ οὕτως ἔχειν, ἐὰν βούλησθε τῷ δικαίῳ χρῆσθαι· καὶ γὰρ ἔτι προσγέγραπται ἐν ταῖς συνθήκαις πολέμιον εἶναι τὸν ἐκεῖν᾽ ἅπερ Ἀλέξανδρος ποιοῦντα ἅπασι τοῖς τῆς εἰρήνης κοινωνοῦσι, καὶ τὴν χώραν αὐτοῦ, καὶ στρατεύεσθαι ἐπ᾽ αὐτὸν ἅπαντας. οὐκοῦν ἐὰν ποιῶμεν τὰ συγκείμενα, πολεμίῳ χρησόμεθα τῷ καταγαγόντι.

[7] ἀλλὰ γὰρ εἴποιεν ἂν οἱ τυραννίζοντες οὗτοι, ὅτι πρὶν τὰς συνθήκας γενέσθαι ἐτυράννουν Μεσσηνίων οἱ Φιλιάδου παῖδες· διὸ καὶ καταγαγεῖν τὸν Ἀλέξανδρον αὐτούς. ἀλλὰ καταγέλαστος ὁ λόγος, τοὺς μὲν ἐκ Λέσβου τυράννους, οἷον ἐξ Ἀντίσσης καὶ Ἐρέσου, ἐκβαλεῖν ὡς ἀδικήματος ὄντος τοῦ πολιτεύματος, τοὺς πρὸ τῶν ὁμολογιῶν τυραννήσαντας, ἐν δὲ Μεσσήνῃ μηδὲν οἴεσθαι διαφέρειν, τῆς αὐτῆς δυσχερείας ὑπαρχούσης.

[8] ἔπειτα καὶ ἐπιτάττει ἡ συνθήκη εὐθὺς ἐν ἀρχῇ ἐλευθέρους εἶναι καὶ αὐτονόμους τοὺς Ἕλληνας. διὸ καὶ πῶς οὐχ ὑπεράτοπον, ἡγεῖσθαι μὲν τῶν συνθηκῶν τὸ αὐτονόμους εἶναι καὶ ἐλευθέρους, τὸν δ᾽ εἰς δουλείαν ἀγαγόντα μὴ οἴεσθαι τἀναντία ταῖς κοιναῖς ὁμολογίαις διαπεπρᾶχθαι; οὐκοῦν ἀναγκαῖόν ἐστιν ἡμῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἴπερ ταῖς συνθήκαις καὶ τοῖς ὅρκοις ἐμμενοῦμεν καὶ τὰ δίκαια ποιήσομεν, ἐφ᾽ ἃ ὑμᾶς παρακαλοῦσι, καθάπερ ἄρτι εἶπον, λαβοῦσι τὰ ὅπλα στρατεύεσθαι ἐπὶ τοὺς παραβεβηκότας μετὰ τῶν βουλομένων.

[9] ἢ νομίζετε τὸν μὲν καιρόν ποτ᾽ ἰσχύειν καὶ ἄνευ τοῦ δικαίου τὸ συμφέρον πράττειν· νυνὶ δ᾽, ὅτ᾽ εἰς ταὐτὸν τὸ δίκαιον ἅμα καὶ ὁ καιρὸς καὶ τὸ συμφέρον συνδεδράμηκεν, ἄλλον ἄρα τινὰ χρόνον ἀναμενεῖτε τῆς ἰδίας ἐλευθερίας ἅμα καὶ τῆς τῶν ἄλλων Ἑλλήνων ἀντιλαβέσθαι;

***
[1] Αθηναίοι, αξίζει να αποδέχεστε ανεπιφύλακτα όσους σας προτρέπουν να μένετε πιστοί στους όρκους και στις συνθήκες, αρκεί βέβαια να είναι πεπεισμένοι πάνω σ᾽ αυτό που κάνουν. Γιατί νομίζω ότι σε ανθρώπους που έχουν δημοκρατικό πολίτευμα τίποτε δεν ταιριάζει τόσο πολύ όσο το να φροντίζουν για την ισότητα και το δίκαιο. Γι᾽ αυτό λοιπόν, όσοι σας προτρέπουν με τόση επιμονή να κρατήσετε τέτοια στάση, δεν πρέπει να σας κουράζουν κάνοντας κατάχρηση των λόγων, και από την άλλη με τις πράξεις τους να κάνουν τα αντίθετα, αλλά, δεχόμενοι τώρα να εξετάζεται αναλυτικά το καθετί, ή να σας έχουν πείσει σχετικά με αυτά και για το μέλλον ή αλλιώς να παραχωρήσουν τη θέση τους και να αφήσουν να σας συμβουλεύουν όσοι μπορούν να αποκαλύψουν πιο αληθινά περί του τι είναι δίκαιο.

[2] Έτσι, ή θα ανέχεστε να αδικείσθε με τη θέλησή σας και θα δώσετε αυτήν ακριβώς την ικανοποίηση σ᾽ αυτόν που σας αδικεί, ή βάζοντας το δίκαιο πάνω από όλα θα επιδιώκετε το συμφέρον για όλους χωρίς άλλες καθυστερήσεις και χωρίς τον κίνδυνο να κατηγορηθείτε. Αλλά, αν κρίνετε με βάση τους ίδιους τους όρους της συνθήκης και τους όρκους που αφορούν την κοινή ειρήνη, μπορείτε να δείτε αμέσως ποιοι είναι οι παραβάτες. Ότι πρόκειται για σοβαρές παραβάσεις, θα σας εξηγήσω με συντομία.

[3] Αν λοιπόν σας ρωτούσε κάποιος, Αθηναίοι, ποιος εξαναγκασμός θα σας προκαλούσε τη μεγαλύτερη αγανάκτηση, πιστεύω ότι, αν ζούσαν σήμερα οι γιοι του Πεισιστράτου και σας ανάγκαζε κάποιος να τους φέρετε πίσω δια της βίας, θα παίρνατε τα όπλα και θα υπομένατε κάθε κίνδυνο παρά θα δεχόσασταν να επιστρέψουν από την εξορία, ή, αν είχατε πεισθεί, θα ζούσατε σαν δούλοι αγορασμένοι σε σκλαβοπάζαρα, και πολύ χειρότερα μάλιστα, καθόσον κανένας δεν θα σκότωνε σκόπιμα το δούλο του, ενώ είναι δυνατόν να δει κανείς όσους βρίσκονται κάτω από τυραννικό καθεστώς να αφανίζονται χωρίς να περνούν από δίκη και να εξευτελίζονται μπροστά στα παιδιά και στις γυναίκες τους.

[4] Όταν λοιπόν ο Αλέξανδρος επανέφερε από την εξορία στη Μεσσήνη τους γιους του Φιλιάδη, τους τυράννους, παραβιάζοντας τους όρκους και τους όρους που περιλαμβάνονται στην κοινή ειρήνη, φρόντισε άραγε για το δίκαιο και δεν συμπεριφέρθηκε σύμφωνα με το χαρακτήρα του τον τυραννικό, αδιαφορώντας για σας και για την κοινή συνθήκη;

[5] Είναι λάθος λοιπόν να αγανακτείτε υπερβολικά, αν κάποιος σας εξανάγκαζε να δεχτείτε αυτά, αλλά να μη λάβετε τα μέτρα σας, αν αυτά έχουν γίνει σε κάποιο άλλο μέρος κατά παράβαση των όρκων που έχουν δοθεί σε σας, και ακόμη κάποιοι εδώ στην Αθήνα να μας πιέζουν συνεχώς να μείνουμε πιστοί στους όρκους, και από την άλλη να παραχωρούν το δικαίωμα να δρουν, όπως θέλουν, σ᾽ αυτούς που με τόσο σκανδαλώδη τρόπο τους έχουν καταπατήσει.

[6] Αλλά, αν θέλετε να εφαρμόσετε το δίκαιο, δεν είναι δυνατόν αυτά να παραμείνουν έτσι, καθόσον έχει συμπεριληφθεί στις συνθήκες μια προσθήκη, που προβλέπει να θεωρείται εχθρός όλων αυτών που συμμετέχουν στην ειρήνη όποιος ενεργεί όπως ο Αλέξανδρος, ο ίδιος και η χώρα του, και όλοι να εκστρατεύουν εναντίον του. Συνεπώς, αν εφαρμόσουμε τις συμφωνίες, οφείλουμε να θεωρήσουμε εχθρό αυτόν που επανέφερε τους τυράννους.

[7] Αλλά θα πουν αυτοί εδώ οι υπέρμαχοι της τυραννίδας ότι οι γιοι του Φιλιάδη ήταν τύραννοι και πριν γίνουν οι συνθήκες· γι᾽ αυτό και τους επανέφερε ο Αλέξανδρος. Το επιχείρημα όμως αυτό είναι πέρα για πέρα γελοίο· τους τυράννους όμως της Λέσβου δηλαδή —εννοώ τους τυράννους της Άντισσας και της Ερεσού— τους έδιωξαν, επειδή η εξουσία τους θεωρήθηκε παράνομη, μόλο που κυβέρνησαν πριν από τις συνθήκες, ενώ για τη Μεσσήνη έκριναν ότι η τυραννίδα δεν παίζει κανένα ρόλο, μολονότι και εκεί επικρατεί το ίδιο σκληρό καθεστώς.

[8] Εξάλλου, και η συνθήκη ευθύς εξαρχής ορίζει να είναι ελεύθεροι και αυτόνομοι οι Έλληνες. Επομένως, πώς δεν είναι εντελώς παράλογο να προηγείται στις συνθήκες ο όρος να είναι ελεύθεροι και αυτόνομοι, και από την άλλη να μη θεωρούμε ότι έχει διαπράξει τα αντίθετα προς τις κοινές συμφωνίες αυτός που οδηγεί τους Έλληνες σε δουλεία; Άρα, αν είμαστε αποφασισμένοι να μείνουμε πιστοί στους όρκους και στις συνθήκες και να κάνουμε ό,τι είναι δίκαιο, πράγμα για το οποίο σας προτρέπουν, όπως είπα προηγουμένως, είναι επιτακτική ανάγκη να πάρουμε τα όπλα και να εκστρατεύσουμε μαζί με όσους θέλουν να μας ακολουθήσουν εναντίον αυτών που τις έχουν παραβιάσει.

[9] Ή μήπως πιστεύετε ότι η κατάλληλη περίσταση δίνει κάποτε τη δυνατότητα να ενεργούν οι άνθρωποι προς το συμφέρον τους, ακόμη και χωρίς να έχουν το δίκαιο με το μέρος τους, ενώ αυτή τη στιγμή, που συντρέχουν όλα, δίκαιο, κατάλληλη περίσταση και συμφέρον, θα περιμένετε κάποιαν άλλη χρονική περίοδο για να διεκδικήσετε την ελευθερία τη δική σας και όλων των άλλων Ελλήνων;

Ο Αριστοτέλης και η πολιτική ως ολοκλήρωση κάθε τέχνης και κάθε επιστήμης

Ο Αριστοτέλης ξεκινά το έργο του «Ηθικά Νικομάχεια» θέτοντας την τελεολογία ως βάση για την ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς: «Κάθε τεχνική δεξιότητα και κάθε γνωστική δραστηριότητα, παρόμοια και κάθε πράξη και κάθε διαδικασία επιλογής και προτίμησης έχει για στόχο της – κατά την παραδοχή όλων – κάποιο αγαθό. Σωστά, επομένως, είπαν για το αγαθό πως είναι αυτό που αποτελεί το στόχο όλων των πραγμάτων». (1094a 1, 1-3).
 
Με άλλα λόγια, καμία ενέργεια δε γίνεται άσκοπα. Όλες οι πράξεις αποβλέπουν σε κάτι, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι θα είναι ωφέλιμο, ότι δηλαδή θα εξυπηρετήσει κάποια ανάγκη είτε άμεση είτε μελλοντική. Κι όσο κι αν οι κοινές ανάγκες επιβάλλουν την εκπλήρωση κοινών στόχων (η καθολικά αποδεκτή ανάγκη για στέγαση ή μετακίνηση είναι το κίνητρο για την απόκτηση ενός σπιτιού ή ενός αυτοκινήτου, ως αναγνώριση της  αδιαπραγμάτευτης εκπλήρωσης του τελικού τους σκοπού), δεν αναιρείται η υποκειμενικότητα της οπτικής γωνίας κάθε ανθρώπου, αφού σε επιμέρους περιπτώσεις  αυτό που κάποιος θεωρεί ωφέλιμο μπορεί κάποιος άλλος να το απαξιώνει. Όμως, οι όποιες διαφωνίες σε σχέση με την προτεραιότητα του σκοπού που εξυπηρετείται δεν αλλάζουν την ουσία των κινήτρων της ανθρώπινης δράσης, που σε τελική ανάλυση δεν μπορεί παρά να είναι χρησιμοθηρική.
 
Η έννοια τέλος είναι η ολοκλήρωση του σκοπού, ο οποίος εξαρχής κινεί τη δράση. Η τελεολογία είναι η αντίληψη ότι κάθε ον είναι πλασμένο από τη φύση να εκπληρώσει το σκοπό για χάρη του οποίου υπάρχει. Κάθε πλάσμα, δηλαδή, είναι προορισμένο να φτάσει στην τέλεια κατάστασή του και να εκπληρώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σκοπό για τον οποίο είναι πλασμένο. Κι ακριβώς το ίδιο ισχύει για όλες τις τέχνες και όλες τις επιστήμες: «Δεδομένου, τώρα, ότι υπάρχουν πολλών ειδών πράξεις και πολλών ειδών τέχνες κι επιστήμες, δεν μπορεί παρά να είναι πολλά και τα τέλη· το τέλος π. χ. της ιατρικής είναι η υγεία, την ναυπηγικής το πλοίο, της στρατηγικής η νίκη, της διαχείρισης του σπιτικού ο πλούτος». (1094a 1, 7 – 11).
 
Από τη στιγμή που όλες οι τέχνες και οι επιστήμες εκπληρώνουν ένα σκοπό, είναι δεδομένο ότι διαρκώς εξελίσσονται προκειμένου να τον πετύχουν όσο το δυνατό πληρέστερα, δηλαδή ολοκληρωμένα. Κι αυτή είναι η έννοια της ολοκλήρωσης στο έργο του Αριστοτέλη, που έχει να κάνει με το εάν και κατά πόσο κάθε ενέργεια κατορθώνει να φτάσει στον τελικό της σκοπό, αφού μόνο έτσι ολοκληρώνεται, οδηγείται δηλαδή στο τέλος της.
 
Το ζήτημα είναι ότι τις περισσότερες φορές οι τέχνες δε λειτουργούν αυτοτελώς, αλλά εντάσσονται σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο, σε μια συνολικότερη δράση μέσα στην οποία καλούνται να παίξουν το δικό τους ρόλο: «Όπου λοιπόν αυτού του είδους τέχνες/επιστήμες κατατάσσονται κάτω από μιαν ορισμένη τέχνη/επιστήμη (η χαλινοποιητική π. χ., κατατάσσεται κάτω από την ιππευτική τέχνη – το ίδιο και όλες οι άλλες τέχνες, όσες κατασκευάζουν ιππευτικά εργαλεία· η ιππευτική πάλι τέχνη – μαζί και κάθε πολεμική πράξη – κατατάσσεται κάτω από τη στρατηγική τέχνη, και με τον ίδιο τρόπο άλλες τέχνες/επιστήμες κατατάσσονται κάτω από μιαν άλλη τέχνη/επιστήμη), σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τα τέλη των υπερ-κείμενων τεχνών/επιστημών πρέπει να θεωρούνται (άρα και να επιλέγονται ως) μεγαλύτερης αξίας από τα τέλη των υπο-κείμενων τεχνών/επιστημών· ο λόγος είναι ότι τα τέλη των υπο-κείμενων τεχνών/επιστημών τα επιδιώκουμε ενόψει των τελών των υπερ-κείμενων τεχνών/επιστημών». (1094a 1, 11-18).
 
Με δεδομένο ότι όλες οι τέχνες και οι επιστήμες υπάγονται ως μέρη σ’ ένα συνολικότερο τελικό οικοδόμημα, γίνεται αντιληπτό ότι τα τέλη των επιμέρους τεχνών/επιστημών, δεν είναι παρά τα κομμάτια που συμπληρώνουν το ευρύτερο τέλος του όλου οικοδομήματος. Από αυτή την άποψη, το τέλος αυτό, που ολοκληρώνεται με τη σύνθεση όλων των μεμονωμένων τελών κάθε τέχνης και επιστήμης, είναι το υπέρτατο τέλος, το οποίο θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι το υπέρτατο αγαθό: «Αν λοιπόν πράγματι υπάρχει κάποιο τέλος σε όλες τις πράξεις μας, ένα τέλος που το θέλουμε γι’ αυτό το ίδιο και όλα τα άλλα για χάρη του, και αν δεν επιδιώκουμε το καθετί για χάρη κάποιου άλλου πράγματος (γιατί τότε θα φτάναμε, βέβαια, στο άπειρο, με αποτέλεσμα η επιθυμία και η προσπάθειά μας να είναι κενή περιεχομένου και μάταιη), είναι φανερό ότι αυτό το τέλος είναι το αγαθό, και μάλιστα το υπέρτατο αγαθό». (1094a 2, 1-5).
 
Αυτό που μένει είναι να βρεθεί ποια είναι αυτή η ανώτατη τέχνη/επιστήμη που περιλαμβάνει όλες τις άλλες και χρησιμοποιεί τα τέλη τους ως ξεχωριστά εργαλεία για την επίτευξη του δικού της τέλους. Ο Αριστοτέλης θα απαντήσει ευθέως: «Αυτού του είδους τέχνη/επιστήμη φαίνεται πως είναι η πολιτική, αφού αυτή ορίζει ποιες τέχνες/επιστήμες πρέπει να καλλιεργούνται σε μια πόλη, με ποιες πρέπει να ασχολείται ο κάθε επιμέρους πολίτης και ως ποιο βαθμό· βλέπουμε επίσης ότι από τις διάφορες τέχνες/επιστήμες, αυτές που συγκεντρώνουν επάνω τους την πιο μεγάλη εκτίμηση του κόσμου, είναι υπο-κείμενες σ’ αυτήν, π. χ. η στρατηγική, η οικιακή διαχείριση, η ρητορική». (1094a 2, 11-13, 1094b 2, 1-3).
 
Με άλλα λόγια, η πολιτική είναι το τέλος όλων των άλλων τεχνών/επιστημών και κατ’ επέκταση αποτελεί το υπέρτατο αγαθό για την άνθρωπο: «Δεδομένου επίσης ότι η πολιτική κάνει χρήση των υπόλοιπων “πρακτικών” τεχνών/επιστημών, και δεδομένου ότι η πολιτική ορίζει με τους νόμους της τι πρέπει να κάνουμε και τι όχι, το τέλος της πρέπει, σκέφτομαι, να περιέχει τα τέλη όλων των άλλων τεχνών/επιστημών. Συμπέρασμα: αυτό το τέλος θα πρέπει να είναι το αγαθό για τον άνθρωπο». (1094b 2, 3-7).
 
Όταν λοιπόν ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για πολιτική, αναφέρεται πρωτίστως στους νόμους και στο «τι πρέπει να κάνουμε και τι όχι». Με δυο λόγια, δεν αναφέρεται στην πολιτική με την έννοια της δεινότητας, δηλαδή της ικανότητας του πολιτικού άνδρα που είναι σε θέση να ξεχωρίζει στην πολιτική σκηνή ασκώντας επιρροή στους άλλους με τη δύναμη του λόγου, αλλά με την έννοια της συνύπαρξης, δηλαδή της πολιτικής αρετής που πρέπει να έχουν όλοι οι πολίτες προκειμένου να επιτευχθεί η αρμονική συμβίωση. Είναι φανερό ότι για τον Αριστοτέλη αυτό που προέχει είναι η πόλη. Ο άνθρωπος ως πολιτικό ον από τη φύση (όπως καταδεικνύει στο έργο του «Πολιτικά») είναι αδύνατο να βρει ευτυχία μακριά από τους άλλους ανθρώπους. Η συνύπαρξη αποτελεί γι’ αυτόν μοναδική λύση, αφού μόνο έτσι μπορεί να φτάσει στην ευτυχία.
 
Αυτός είναι και ο λόγος που το τέλος της πόλης τίθεται ψηλότερα από οποιοδήποτε άλλο τέλος, καθώς η συλλογικότητα κρίνεται υπεράνω οποιασδήποτε ατομικότητας: «Ακόμα και αν αυτό είναι έτσι το ίδιο για το άτομο και για την πόλη, το τέλος/αγαθό της πόλης εμφανίζεται, βέβαια, σαν κάτι το σημαντικότερο και τελειότερο και για να το επιδιώξει κανείς και για να το διαφυλάξει». (1094b 2, 7-9).
 
Κι εδώ, βέβαια, δε γίνεται λόγος για την τυφλή υποταγή του πολίτη σε μια πόλη που ορίζει όλες τις συμπεριφορές. Μια τέτοια αντίληψη είναι κατάφωρα στρεβλή, αφού αντί να οδηγήσει τους πολίτες στην ευτυχία, τους συνθλίβει καταπιέζοντας τις επιθυμίες τους. Η πόλη στοχεύει στην απελευθέρωση των πολιτών ενθαρρύνοντας την προσωπική τους ολοκλήρωση, η οποία θα συμβάλει θετικά και στο σύνολο. Με άλλα λόγια, με την ενθάρρυνση και την καλλιέργεια των δεξιοτήτων κάθε πολίτη ξεχωριστά ανοίγει ο δρόμος για το τέλος σε ατομικό επίπεδο, ως ξεχωριστό λιθαράκι για το συνολικό τέλος, το οποίο αφορά ολόκληρη την πόλη. Κι αν πρέπει να το πούμε αλλιώς, η ολοκλήρωση του πολίτη, μέσω των ασχολιών που εκείνος επιλέγει, αποτελεί την ευτυχία σε ατομικό επίπεδο, που λειτουργεί ως προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της πόλης, δηλαδή την ευτυχία σε συλλογικό επίπεδο, που είναι η ύψιστη μορφή ευτυχίας.
 
Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης δείχνει ιδιαίτερο σεβασμό στην ατομική επιθυμία, γιατί ενδιαφέρεται για το προσωπικό τέλος κάθε ανθρώπου: «δεν είναι καθόλου λίγο να το επιδιώξει και να το πετύχει και ένα μόνο άτομο, για ένα ολόκληρο όμως έθνος και για ολόκληρες πόλεις το πράγμα είναι πιο ωραίο και πιο θεάρεστο». (1094b 2, 9-11). Κι αυτή ακριβώς είναι η χρυσή τομή που θέλει να διαφυλάξει ο Αριστοτέλης: η συνοχή της πόλης, που τίθεται ως άμεση προτεραιότητα, χωρίς όμως να καταπιέζεται κανένας πολίτης. Γι’ αυτό «δεν είναι καθόλου λίγο» η τελείωση του πολίτη ατομικά, αλλά αυτό πρέπει να συμπλέει με την τελείωση της πόλης ως σύνολο.
 
Το ότι η τελεολογική ανωτερότητα της πόλης θα επιβάλει τη θυσία του ατόμου, αν αυτό χρειαστεί (σε περίπτωση που η πόλη βρεθεί σε πόλεμο το άτομο οφείλει να θυσιαστεί για τη σωτηρία της), δε μειώνει την τεράστια σημασία της ολοκλήρωσης κάθε πολίτη σε ατομικό επίπεδο. Εξάλλου, αυτό είναι και το νόημα της πόλης: η παροχή της αυτάρκειας σε όλα τα επίπεδα (όχι μόνο σε υλικά αγαθά), που θα οδηγήσει τους πολίτες στην κατάκτηση της ευτυχίας, δηλαδή στην ατομική ολοκλήρωση. Η προτεραιότητα της πόλης που μεταφράζεται σε καταπίεση, δηλαδή σε άρνηση της ατομικότητας αποτελεί στρέβλωση, καθώς αναιρείται η ουσία της, που δεν είναι άλλη από την ευτυχία όλων των πολιτών.
 
Η διασφάλιση αυτής της ισορροπίας είναι ζήτημα της πολιτικής, η οποία έχει να κάνει με την οργάνωση της κοινωνίας σ’ αυτό το πλαίσιο. Γι’ αυτό η πολιτική είναι ανώτερη από όλες τις τέχνες κι όλες τις επιστήμες, γιατί αν αποτύχει, η πόλη θα κινδυνέψει με διάλυση, κι αν η πόλη διαλυθεί τότε όλες οι άλλες τέχνες (στρατηγική, ρητορική, οικιακή διαχείριση, ιατρική κλπ) ματαιώνονται. (Αλήθεια, τι νόημα έχει ένας γιατρός ή ένας στρατηγός όταν ζουν ολομόναχοι εκτός πόλης;) Ο νόμος είναι το καθοριστικό στοιχείο που θα εξασφαλίσει την αρμονία της συλλογικότητας. Θα καθορίσει δηλαδή τους τρόπους της σύμπλευσης του ατομικού με το συλλογικό τέλος. Όταν το ατομικό τέλος προσφέρει και στο συλλογικό, είναι θεμιτό κι επαινείται. Όταν όμως υπονομεύει το συμφέρον της πόλης είναι επιβλαβές και διώκεται. Ο ρήτορας που είναι λαοπλάνος και συμβουλεύει πράγματα που θα ζημιώσουν την πόλη για προσωπικό όφελος είναι κατακριτέος, γιατί το δικό του τέλος έρχεται σε αντίθεση με εκείνο της πόλης. Το ίδιο κι ο κλέφτης ή αυτός που διαπράττει εγκλήματα κάθε είδους. Το τέλος αυτών δε χρειάζεται στην πόλη. Γι’ αυτό και τίθεται εκτός νόμου. Κι αυτή είναι η οπτική της προτεραιότητας που δίνει ο Αριστοτέλης στην πόλη· όχι της επιβολής ή του καταναγκασμού που οδηγεί τον πολίτη στο ανελεύθερο.
 
Γι’ αυτό και σέβεται απολύτως τη διαφορετικότητα των απόψεων που μπορεί να υπάρχουν πάνω στο θέμα της διαχείρισης των πολιτικών θεμάτων. Ο σεβασμός στη διαφορετικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από το σεβασμό κάθε ατομικότητας που δικαιούται να έχει προσωπική γνώμη: «Ενσχέσει με τις όμορφες και δίκαιες πράξεις, με τις οποίες ασχολείται, ως γνωστόν, η πολιτική επιστήμη, υπάρχει τόση διαφορά και τόση ποικιλία γνωμών, ώστε φτάσαμε να θεωρούμε ότι υπάρχουν ως αποτέλεσμα συμβάσεων και όχι εκ φύσεως. Παρόμοια ποικιλία γνωμών υπάρχει και στα αγαθά, για το λόγο ότι πολλοί έχουν βλαφτεί στο παρελθόν από αυτά· υπήρξαν πράγματι άνθρωποι που καταστράφηκαν από τον πλούτο τους, όπως και άλλοι που καταστράφηκαν από την αντρεία τους». (1094b 3, 4-9).
 
Η φράση «φτάσαμε να θεωρούμε ότι υπάρχουν ως αποτέλεσμα συμβάσεων» (εννοείται οι όμορφες και δίκαιες πράξεις) απευθύνεται προφανώς στους σοφιστές, οι οποίοι πίστευαν ότι η πόλη δεν είναι από τη φύση, αλλά αποτέλεσμα σύμβασης προκειμένου να μην αφανιστούν οι άνθρωποι από τα θηρία, καθώς σε ατομικό επίπεδο η επιβίωση ήταν πολύ δύσκολη (αν όχι ανέφικτη) μέσα σε μια φύση εχθρική. Ο Αριστοτέλης απορρίπτει συνολικά αυτή την άποψη υποστηρίζοντας ότι η πόλη δημιουργήθηκε από τη φυσική παρόρμηση του ανθρώπου να ζήσει μαζί με τους άλλους. Ως φύσει πολιτικό ον, ο άνθρωπος θα δημιουργούσε πόλεις σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν δεν κινδύνευε καθόλου από τα θηρία.
 
Κι αυτός είναι επιπλέον λόγος που καταδεικνύει τη σπουδαιότητα της πολιτικής, αφού η πολιτική διασφαλίζει την ύπαρξη της πόλης, δηλαδή την εξασφάλιση ότι ο άνθρωπος θα ζήσει σύμφωνα με τη φύση του. Το ζήτημα είναι ότι η πολιτική δεν αποτελεί μετρήσιμο μέγεθος, γεγονός που επηρεάζει ολόκληρη τη μεθοδολογία της προσέγγισής της: «Μιλώντας λοιπόν για τέτοιου είδους θέματα και με τέτοιο σκεπτικό, πρέπει να μένουνε ευχαριστημένοι αν καταφέρνουμε να δείξουμε την αλήθεια με τρόπο χοντρικό και σχηματικό· μιλώντας για πράγματα που μόνο γενικά και όχι πάντα είναι αληθινά, πρέπει να μένουμε ευχαριστημένοι όταν φτάνουμε σε ανάλογα συμπεράσματα». (1094b 3, 10-13).
 
Κι αναλόγως πρέπει να πράξουν και οι δέκτες: «Με το ίδιο πνεύμα όμως πρέπει να γίνονται αποδεκτές οι σχετικές κρίσεις και από τους ακροατές: ο μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος πρέπει να ζητάει σε κάθε περιοχή έρευνας τόση ακρίβεια όση επιτρέπει η φύση του θέματος· προφανώς είναι το ίδιο παράλογο να δεχόμαστε πιθανολογικούς συλλογισμούς από έναν μαθηματικό και να ζητούμε επιστημονικές αποδείξεις από έναν ρήτορα». (1094b 3, 10-19).
 
Η άποψη ότι η πολιτική δεν αποτελεί κάτι απολύτως μετρήσιμο, όπως τα μαθηματικά, και κατ’ επέκταση δεν μπορεί κανείς να προσεγγίσει το θέμα παρά μόνο καταδεικνύοντας τις γενικές του γραμμές (η άποψη, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια αν μιλάμε για την πολιτική), δεν είναι μόνο το στίγμα της μετριοπαθούς στάσης ενός φιλοσόφου που από θέση αρχής μπορεί να δεχτεί αντιρρήσεις, αλλά και η ειλικρίνεια του ανθρώπου που τοποθετείται πάνω σε ένα θέμα γνωρίζοντας ότι είναι αδύνατο να το μετατρέψει σε μέγεθος τόσο χειροπιαστό, ώστε να καταδείξει τους απόλυτους κανόνες της λειτουργίας του. Κατά συνέπεια, όποιος παρουσιάζεται ως κάτοχος της απόλυτης αλήθειας σε πολιτικά θέματα είναι ή φανατικός ή απατεώνας.
 
Το βέβαιο είναι ότι η πολιτική δεν αποτελεί θεωρητική γνώση που μπορεί να χρησιμεύσει αν το φέρουν οι περιστάσεις, αλλά πράξη που εφαρμόζεται καθημερινά. Γι’ αυτό και δεν είναι τόσο προσιτή στους νέους, οι οποίοι λόγω απειρίας είναι πολύ δύσκολο να την κατανοήσουν: «Αυτός είναι ο λόγος που ο νέος άνθρωπος δεν είναι κατάλληλος ακροατής/σπουδαστής, όταν πρόκειται για μαθήματα πολιτικής τέχνης και επιστήμης· γιατί ο νέος δεν έχει ακόμη πείρα της ζωής, όμως οι λόγοι στην πολιτική ξεκινούν από τη ζωή και αυτήν έχουν για θέμα τους». (1095a 3, 2-4). Κι όχι μόνο αυτό: «Έπειτα ο νέος άνθρωπος, έχοντας την τάση να ακολουθεί τα πάθη του, ακούει μάταια και δίχως καμιά ωφέλεια αυτά τα μαθήματα, γιατί ο στόχος εδώ δεν είναι η γνώση αλλά η πράξη». (1095a 3, 5-7).
 
Κι αυτή ακριβώς είναι η ουσία της πολιτικής τέχνης: δε σχετίζεται απλά με θεωρητικές γνώσεις που θα μπορούσε να τις σπουδάσει κανείς, αλλά έχει να κάνει με την καθημερινή ζωή του ανθρώπου, καθώς είναι αλληλένδετη με τις πράξεις που προβαίνει κανείς σε καθημερινή βάση. Όμως, οι πράξεις έχουν να κάνουν με τα πάθη των ανθρώπων. Από αυτή την άποψη, η πολιτική σχετίζεται αναγκαστικά με την ηθική καλλιέργεια του πολίτη, δηλαδή με το κατά πόσο κατάφερε να τροχίσει τα πάθη του βελτιώνοντας τον εαυτό του. Κι αυτό δεν είναι θέμα εκπαίδευσης, με την έννοια της κατανόησης και διαχείρισης πληροφοριών πάνω σε ένα θέμα. Είναι κάτι βαθύτερο και πολύ πιο ουσιαστικό. Είναι θέμα παιδείας. Ο εκπαιδευμένος σε κάτι δε σημαίνει ότι είναι και πεπαιδευμένος, αφού όποιος κατέχει βαθιές γνώσεις και στο πιο εξειδικευμένο επιστημονικό θέμα δε σημαίνει ότι έχει καταφέρει να χαλιναγωγήσει τα πάθη του.
 
Γι’ αυτό το λόγο δεν είναι μόνο οι νέοι που κρίνονται ακατάλληλοι για την πολιτική τέχνη: «Ούτε έχει καμιά σημασία αν το άτομο για το οποίο μιλούμε είναι νεαρό στην ηλικία ή ανώριμο από την πλευρά του χαρακτήρα· γιατί η έλλειψη δεν έχει να κάνει με τα χρόνια, αλλά με το ότι το άτομο αυτό ζει κάτω από την επήρεια των παθών του και κάτω από αυτήν την επήρεια επιδιώκει ό,τι επιδιώκει». (1095a 3, 7-9).
 
Κι αυτός είναι ο λόγος που η γνώση δεν μπορεί να οδηγήσει στην κατανόηση της πολιτικής, που νοείται μόνο ως υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος. Ο μοναδικός δρόμος που θα οδηγήσει στην πολιτική αρετή είναι η καλλιέργεια των παθών μας, δηλαδή η διάπλαση του ηθικού χαρακτήρα: «Γι’ αυτού του είδους τα άτομα η γνώση δε σημαίνει καμιά ωφέλεια – ακριβώς όπως για τα άτομα που δεν έχουν τη δύναμη να ελέγχουν τον εαυτό τους· για τους ανθρώπους όμως που τις επιθυμίες και τις πράξεις τους τις κατευθύνουν κάποιοι λογικοί κανόνες, η γνώση αυτών των πραγμάτων είναι εξαιρετικά ωφέλιμη». (1095a 3, 10-13).
 
Ο Αριστοτέλης θέτει το ζήτημα της πολιτικής αρετής στην ορθή του βάση από την εισαγωγή του στα «Ηθικά Νικομάχεια». Η πολιτική έχει να κάνει πρωτίστως με την ηθική καλλιέργεια, κι αντιστρόφως η ηθική καλλιέργεια των πολιτών είναι θέμα εξόχως πολιτικό. Αν θέλει κάποιος να αλλάξει την κοινωνία, οφείλει πρώτα να αλλάξει τον εαυτό του. Να μάθει δηλαδή να αναζητά την ατομική του ολοκλήρωση (τέλος) μέσα στα όρια της ηθικής αρετής, ώστε να συμπλέει και με την ολοκλήρωση (τέλος) της πόλης. Η απόκτηση της ηθικής αρετής εκλαμβάνεται από τον Αριστοτέλη ως ύψιστη πολιτική πράξη καθιστώντας σαφές ότι η ηθική φιλοσοφία είναι κομμάτι (ή ακόμη καλύτερα προϋπόθεση) της πολιτικής φιλοσοφίας.
 
Από αυτή την άποψη τα «Ηθικά Νικομάχεια» είναι πρωτίστως έργο πολιτικό: «Οι παρατηρήσεις μας αυτές ενσχέσει με τον ακροατή/σπουδαστή, ενσχέσει με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνει δεκτή η πραγματεία μας και ενσχέσει με το θέμα της έρευνάς μας ας θεωρηθούν ικανοποιητικός εισαγωγικός λόγος». (1095a 3, 13-15).
 
Αριστοτέλης: «Ηθικά Νικομάχεια»

Η συνταγή της ευτυχίας

Υπάρχει ευτυχία; Και αν υπάρχει, τι είναι; Είναι κάπου γραμμένη n συνταγή της;

H ευτυχία είναι ιδιότητα του νου µας. Και ο νους μας ελέγχεται από τα σκέψη μας και φιλοξενείται στο περιεχόμενο του κρανίου μας, στον εγκέφαλό μας.

Μπορούμε να βρούµε την ευτυχία αν σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε τη νόηση όπως χρησιμοποιούμε έναν εξελιγμένο υπερ-υπολογιστή για... να παίζουµε παιχνίδια, από τα οποία κινδυνεύουμε να μολυνθούμε με επικίνδυνους ιούς. Δε γνωρίζουμε παρά ελάχιστα πραγµατα για τον προγραµματισμό και τη λειτουργία του εγκεφάλου μας. Παρ' όλη την άγνοιά μας όμως, φερόμαστε ως ειδήμονες της ζωής. Αλλά τη ζωή μόνο ο εγκέφαλος είναι σε θέση να τη μετουσιώνει, για λογαριασμό µας, σε υγεία και ευτυχία.

Πώς µπορούμε όμως να χρησιμοποιήσουμε (να «πειράξουμε», όπως λένε στη γλώσσα των υπολογιστών) κάποιες λειτουργίες του εγκεφάλου μας για να τις ενεργοποιήσουμε ώστε να μας οδηγήσουν στην ευτυχία και στη γνήσια απόλαυση;

Μόνο αν απαλλάξουμε τον εγκέφαλό μας από τις σκέψεις που μας πιέζουν.

Έχει αποδειχτεί από την επιστήμη της νευροφυσιολογίας ότι από τη στιγμή της γέννησής μας ο εγκέφαλος μπορεί να βιώνει όλα τα είδη απόλαυσης. Υπάρχει, επομένως, ένας μηχανισμός ευτυχίας προ-εγκαταστημένος στον εγκέφαλό μας από τον Δημιουργό. Είναι εγγενής ιδιότητα, γεννιόμαστε με αυτήν και τη φέρουμε σε όλη τη διάρκεια της ζωής µας. Ο μηχανισμός της απόλαυσης υπάρχει σε όλα τα θηλαστικά και αποτελείται από νευρικά κυκλώματα. Ο άνθρωπος είναι το μόνο θηλαστικό που μπορεί να δίνει νόηµα στο βίωμα της απόλαυσης και να κατανοεί το νόημα αυτού του βιώματος χρησιμοποιώντας τις ανώτερες πνευματικές του ικανότητες.

Για τι είδους απόλαυση-ευτυχία μιλάμε, όμως; Με τι µοιάζει αυτή n κατάσταση; Στην ιστορία και στις παραδόσεις έγινε κατά καιρούς γνωστή ως µέθεξη, φώτιση, αναγέννηση, νιρβάνα και άλλα που περιγράφουν κάθε φορά το αίσθημα της ένωσης του ανθρώπου με το σύμπαν, με τον Θεό. Πρόκειται για τη σηµαντικότερη εμπειρία που μπορεί, να βιώσει o άνθρωπος στη ζωή του.

Γεννιέται λοιπόν το ερώτημα: με ποιο τρόπο θα μπορέσουμε να βιώσουμε αυτή την εμπειρία σήμερα, μέσα στην πραγματικότητα της καθημερινής μας ζωής;

Ο τρόπος είναι ένας και μοναδικός: να αφήνουμε τη ροή της κοσμικής πληροφορίας να εισχωρήσει ελεύθερα και ανεμπόδιστα στον εγκέφαλό μας, χωρίς να παρεμποδίζεται από άχρηστες σκέψεις. Μόνο τότε εκείνος, με τη σειρά του, θα είναι σε θέση να επιτελεί το έργο του, δηλαδή να δίνει στο κάθε κύτταρο του σώματός μας τις σωστές πληροφορίες για τη λειτουργία και τη θρέψη του.

Όταν επιτρέπουμε να συμβαίνει αυτό, βρισκόμαστε σε αρμονία με το σύμπαν, άρα είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι. Η λέξη αρμονία προέρχεται από το αρμός - αρμόζω - συνταιριάζω τα (φαινομενικά μόνο) διαφορετικά μέρη - συστατικά του όλου. Στο παζλ του σύμπαντος όλα τα κομματάκια είναι αρμοσμένα μεταξύ τους, επειδή μόνο τότε μπορούν να συνεργάζονται για τον υπέρτατο σκοπό, δηλαδή την αρμονία. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο Σωκράτης περιέγραψε την Αρμονία ως το «Αγαθό», που είναι κυρίαρχο στον κοσμικό χώρο. O Χριστός αργότερα το «Αγαθό» αυτό το Ονόμασε «ΑΓΑΠΗ».

Μόνο κάτω από τη συνθήκη της Αγάπης μπορεί ο άνθρωπος να αυξάνει κατά τις εμπειρίες του, δηλαδή να εξελίσσεται πνευματικά και να προσφέρει απόλαυση στον εαυτό του, στο είδος του, συμβάλλοντας δημιουργικά στη ζωή.

Όταν λοιπόν αυξανόμαστε μέσα από τις δράσεις, τις σκέψεις και τις σχέσεις μας, υπηρετούμε το συμπαντικό σχέδιο και ανταμειβόμαστε γι' αυτό, επειδή τότε η Δημιουργία μάς επιτρέπει να έρθουµε σε επαφή, να συντονιστούμε με τη συχνότητα της ΑΓΑΠΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ, που είναι η συχνότητα στην οποία πάλλεται το σύμπαν. Από τις συχνότητες αυτές, μόνο ο άνθρωπος έχει αποσυντονιστεί.

Απ' όλα τα γνωστά είδη της γης, μόνο ο άνθρωπος μπορεί να αυξάνεται (δηλαδή να «ανοίγει» το νου του), γιατί έχει στις αποσκευές του το κατάλληλο γι' αυτόν το σκοπό εργαλείο: τους πρόσθιους η κογχιοµετωπιαίους λοβούς, που είναι η έδρα των ανώτερων πνευματικών λειτουργιών.

Και η αύξηση συμβαίνει όταν, χρησιμοποιώντας αυτές τις λειτουργίες, ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΜΕ ΑΞΙΑ στην πληροφορία που προσλαμβάνουμε από τις αισθήσεις μας.

Αφού λοιπόν η σύνδεση με, την ΑΓΑΠΗ είναι η φυσική µας κατάσταση,, πώς γίνεται να µην µπορούμε να είμαστε συνέχεια συντονισμένοι μαζί της; Πώς έχουμε καταφέρει να βρισκόμαστε στον αντίθετο πόλο της, που είναι ο φόβος:

Ο φόβος και άλλες αρνητικές ψυχικές καταστάσεις είναι πράγµατα που βιώνει ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Είναι σηµαντικό να κατανοήσουμε ότι η αγάπη δεν είναι συναίσθημα. Είναι αίσθημα, είναι καθαρή κατάσταση, μαθηµατικό µέγεθος με αποτέλεσµα, είναι κραδασμός είναι πληρότητα, είναι το κύριο χαρακτηριστικό της μεγάλης αρμονίας. Και για να υπενθυμίσουμε τη διαφορά μεταξύ αισθήματος και συναισθήματος, τονίζουμε ότι το αίσθημα είναι η καθαρή πληροφορία των αισθήσεων, που μας φέρνει την απόλαυση και μας οδηγεί στην ευτυχία. Ως συναίσθημα, από την άλλη μεριά, ορίζεται η επεξεργασία της πληροφορίας που μας φέρνει την απόλαυση και μας οδηγεί στην ευτυχία. Ως συναίσθημα, από την άλλη μεριά, ορίζεται η επεξεργασία της πληροφορίας που μας δίνουν οι αισθήσεις μας (συν + αίσθηση). Το συναίσθημα, δηλαδή, είναι η επεξεργασία των αισθήσεων μέσα από την εμμονική σκέψη, που μας δημιουργεί αναστάτωση και ανησυχία. Προσθέτουμε στην πληροφόρηση που παίρνουμε από τις αισθήσεις μας κάποια υποκειμενικό στοιχεία της προσωπικότητας μας με βάση τον γενετικό τύπο μας, τη δικιά μας ατομική πορεία στη ζωή και τα προσωπικά μας βιώματα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι κανένα συναίσθημα δεν είναι αντικειμενικό, αφού είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας και ερμηνείας. Κάθε άνθρωπος έχει δώσει τη δική του υποκειμενική ερμηνεία, σύμφωνα με τον τύπο του και τα ιδιαίτερα προσωπικά του χαρακτηριστικά.

Για να μπορέσουμε να βρεθούμε στην Αρμονία θα πρέπει να βγούμε από τον φόβο. Όταν το κατορθώσουμε, θα βρεθούμε αυτόματα στην Ευτυχία, επειδή ευτυχία σημαίνει αγάπη. Και η αγάπη είναι η μοναδική φυσική κατάσταση των πραγμάτων για τον άνθρωπο. Η αγάπη στην οποία αναφέρομαι δεν είναι αφηρημένη, θεωρητική ή ποιητική κατάσταση.

Αντίθετα, με τη βοήθεια της ιατρικής, είναι επιστημονικά μετρήσιμη κατάσταση μέσω των τιμών των ζωτικών λειτουργιών του οργανισμού μας. Επειδή, όταν ζούμε την αγάπη, ο οργανισμός µας είναι απολύτως υγιής.

Ποιος όμως είναι ο παράγοντας που καθορίζει και ρυθμίζει τις βασικές ζωτικές λειτουργίες του οργανισμού μας; Την απάντηση τη γνώριζαν και τη δίδασκαν οι κλασικοί Έλληνες φιλόσοφοι. Αυτός ο παράγοντας είναι ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Αντικατοπτρίζοντας τη συμπαντική δομή, έχει ως αποστολή να συντονίζει την υλική μας υπόσταση με την αρμονία του σύμπαντος.

Τολμήστε να ξεβολευτείτε από την ασφάλειά σας

Όλοι έχουμε ξεκινήσει ένα νέο εγχείρημα, κρίνοντας στην πορεία πως ίσως δεν άξιζε να το επιχειρήσουμε εξαρχής. Πόσες φορές, αλήθεια, έχετε πιστέψει πως στην πραγματικότητα δεν άξιζε να αφήσετε την ασφάλειά σας γιατί το νέο αυτό εγχείρημα δεν το είχατε δει ποτέ σοβαρά ή πιστέψατε πως βασιζόταν σε μια παράτολμη ιδέα;

Μερικές φορές, από την άλλη, μπορεί να έχετε ξεκινήσει την υλοποίηση ενός σχεδίου τόσο παράτολμου που η μόνη σας επιλογή είναι να το συνεχίσετε μόνο και μόνο για να δείτε πού θα σας οδηγήσει.

Είτε το πιστεύετε είτε όχι, παρόμοιες καταστάσεις μπορεί τελικά να αποδειχθούν ωφέλιμες για τη ζωή μας. Η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία μάς έχει «προικίσει» με το να είμαστε εκ φύσεως δεκτικοί σε νέες εμπειρίες που οδηγούν στην απόκτηση νέων δεξιοτήτων. Και αυτό είναι, πράγματι, θαυμάσιο. Μέσω αυτής της οδού ανακαλύπτουμε την ευτυχία και ισορροπούμε συναισθηματικά.
 
Ποια ήταν, λοιπόν, η τελευταία φορά που ακούσατε την καρδιά σας, κάνατε πράγματα που ποτέ δεν πιστεύατε πως θα τολμούσατε και απλώς περάσατε καλά;

Στο σημερινό άρθρο θα θέλαμε να στρέψουμε την προσοχή σας σε αυτό ακριβώς το θέμα.

Όλα όσα ξεκινούν αυθόρμητα και μοιάζουν παράτολμα

Πάρτε ως παράδειγμα το ξεκίνημα μιας σχέσης με κάποιον που μοιάζει να είναι εκ διαμέτρου αντίθετος με εσάς. Με κάποιον που του αρέσουν διαφορετικά πράγματα, έχει διαφορετική προσωπικότητα, αλλά, για έναν περίεργο λόγο, σας ταιριάζει πολύ συναισθηματικά και σας οδηγεί σε μια σχέση στοργής, αγάπης και πάθους. Παραδείγματα σαν αυτό, είναι χωρίς αμφιβολία εξαιρετικά έντονα και υπέροχα.

Μπορούμε να βρούμε την ευτυχία στο λιγότερο πιθανό μέρος που πιστεύαμε πως θα τη βρούμε, στο πρόσωπο των πιο αταίριαστων με εμάς ανθρώπων και τη στιγμή που ποτέ δεν πιστεύαμε ως κατάλληλη. Καθένας έχει να αφηγηθεί μια τέτοια προσωπική ιστορία. Καθένας μπορεί να αναγνωρίσει πολλά αντίστοιχα στοιχεία στη δική του ζωή.

Υπάρχουν, ωστόσο, αρκετές παράμετροι τις οποίες οφείλουμε να λάβουμε υπόψη. Γιατί, είτε το πιστεύετε είτε όχι, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που διστάζουν να ακολουθήσουν το συναίσθημά τους, να παρασυρθούν και να επιτρέψουν στον εαυτό τους να ζήσει αυτές τις εμπειρίες που συμβαίνουν σπάνια στη ζωή. Για να μπορέσει κάποιος να τις ζήσει στην πραγματικότητα απαιτούνται μια σειρά από ικανότητες.

Θα εξηγήσουμε τι εννοούμε παρακάτω.
 
Η σημασία τού να εγκαταλείπετε την ασφάλειά σας
Μέχρι τώρα μιλήσαμε αρκετά για την ανάγκη να αφήνουμε κάποιες φορές τον έλεγχο. Μαζί με το να ζει κανείς τη στιγμή και να έχει πλήρη συνείδηση του τι συμβαίνει γύρω του, το να παρασέρνεται κάποιος είναι αυτό που, αδιαμφισβήτητα, θα τον οδηγήσει στην ευτυχία.
  • Υπάρχουν φορές που παρουσιάζεται μια απροσδόκητη ευκαιρία. Παρ’ όλα αυτά την αφήνουμε να φύγει γιατί δεν τολμάμε να κάνουμε κάτι εξαιτίας του φόβου και των δεύτερων σκέψεων πως δεν παίρνουμε τη σωστή απόφαση. Αργότερα, βέβαια, συνειδητοποιούμε πως επρόκειτο για μια καλή ευκαιρία. Η διαπίστωση αυτή μας οδηγεί τελικά να νιώθουμε τόσο μετανιωμένοι για όλες αυτές τις ευκαιρίες που μας προσπέρασαν.
  • Δεν προτείνουμε, βέβαια, να λειτουργεί κάποιος χωρίς πρώτα να σκέφτεται. Ούτε πως είναι σωστό να εκτελεί κάτι που διακινδυνεύει την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του. Η μόνη συμβουλή είναι να γίνετε δεκτικοί σε νέες εμπειρίες και να τολμήσετε να απομακρυνθείτε από την ασφάλειά σας και το οικείο αλλά προβλέψιμο πεδίο της.
Και αυτό γιατί θα υπάρχουν μετέωρα βήματα που αξίζει να κάνουμε. Παρ’ όλα αυτά πρέπει πάντα να οπλιζόμαστε με θάρρος για να τα κάνουμε.

Το να αφήνουμε αυτό που είναι γνωστό, βολικό και ασφαλές για εμάς προϋποθέτει την εμπιστοσύνη στον ίδιο μας τον εαυτό. Συνεπάγεται επίσης πως κατανοούμε ότι για να βρούμε την ευτυχία χρειάζεται να επιστρατεύσουμε λιγάκι κουράγιο, ακόμα και λίγο παραλογισμό.

Επειδή τα γνωστά μονοπάτια δεν οδηγούν πάντα εκεί όπου περιμένουμε

Κανείς μας δεν γνωρίζει με σιγουριά ποιο μονοπάτι να ακολουθήσει, ποιους ανθρώπους να αποφύγει και ποιες ευκαιρίες είναι αυτές που πρέπει να αδράξει.
Με δεδομένο, λοιπόν, ότι τίποτα δεν είναι βέβαιο και τα πάντα μπορούν να συμβούν σε αυτή τη ζωή, γιατί δεν τολμούμε να ρισκάρουμε;

Στην πραγματικότητα, ο κύκλος της ζωής μας, η ταυτότητά μας και οι προσωπικές μας διαδρομές είναι συνυφασμένες με κάθε απόφαση που παίρνουμε και κάθε λάθος που κάνουμε.
  • Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα καλύτερα μονοπάτια είναι πάντα χαραγμένα έξω από την περιοχή που νιώθουμε βολεμένοι και ασφαλείς. Δυστυχώς, μερικές φορές μπορεί να περάσουμε σχεδόν όλη τη ζωή μας μέσα σε αυτή την «ασφαλή» περιοχή. Το αποτέλεσμα είναι να επαναλαμβάνουμε στερεοτυπικά την ίδια ρουτίνα, διαιωνίζοντας τη δυστυχία μας.
  • Αν βρίσκετε πως αυτό που ζείτε τώρα δεν σας κάνει ευτυχισμένους, μη διστάσετε να ξεστρατίσετε από την ασφάλειά σας. Μπορεί να έχετε τη δυνατότητα ελέγχου και πρόβλεψης όλων όσα βρίσκονται σε αυτή τη ζώνη βολέματος. Τίποτα, όμως, μέσα σε αυτή την περιοχή, που κυριαρχούν η βολή και η ασφάλειά σας, δεν μπορεί να σας ικανοποιήσει.
  • Αυτό που βρίσκεται έξω από την ασφαλή περιοχή μπορεί μας τρομάζει, να μας δελεάζει, ακόμα και να φαντάζει απερίσκεπτο. Μερικές φορές, ωστόσο, όλα αυτά τα νέα συναισθήματα είναι ό,τι ακριβώς χρειάζονται όλες μας οι λύπες για να γιατρευτούν.

Αυτό που ξεκινά αυθόρμητα καταλήγει να γίνει όλη μας η ύπαρξη

Αναλογιστείτε αυτό το παράδειγμα. Κάποιος σάς προτείνει να φτιάξετε κάτι. Για παράδειγμα, ένα επιδόρπιο ή και ένα ρούχο. Όταν το φτιάξετε, όλοι σας επαινούν για αυτό. Έτσι, αποφασίζετε να αφιερώσετε τη ζωή σας σε αυτό το χόμπι ή την τέχνη. Και αυτό σιγά σιγά γίνεται μέρος της ζωής σας, ή γιατί όχι, ακόμα και η ίδια η δουλειά σας.
  • Υπάρχουν φορές στη ζωή μας που μας συμβαίνουν τυχαία πράγματα και στην αρχή δεν τους δίνουμε πολλή σημασία. Μετά από λίγο, όμως, συνειδητοποιούμε πως αυτό που μας έχει συμβεί δεν είναι ούτε παράλογο ούτε τυχαίο.
Κάνοντας στροφή 360 μοιρών, μάλιστα, συνειδητοποιούμε πως ίσως είναι το καλύτερο πράγμα που μπορεί να έχουμε ζήσει σε ολόκληρη τη ζωή μας.

Για να ζήσουμε, λοιπόν, αυτές τις συγκινήσεις, πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση και να εμπιστευόμαστε το ένστικτό μας. Το μόνο ικανό να μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε την αληθινή μας αξία είναι η αυτοπεποίθηση.

Μην το ξεχνάτε ποτέ αυτό.

Απαιτεί πολύ χρόνο η ανάπτυξη

«ΑN ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΣΑΝ ΚΑΤΙ ΑΦΥΣΙΚΟ, κάτι που δεν θα έπρεπε να μας συμβαίνει, τότε δεν είναι καθόλου παράξενο να ψάχνουμε να βρούμε κάποιον ο οποίος ευθύνεται για τη δυστυχία μας. Ο θύτης μπορεί να είναι το κράτος, το εκπαιδευτικό σύστημα, οι καταπιεστικοί γονείς, μια δυσλειτουργική οικογένεια, το άλλο φύλο ή ο άστοργος σύντροφός μας. Ο κίνδυνος όμως που προκύπτει από τη συνεχιζόμενη απόδοση της ευθύνης και τη διατήρηση της θέσης του θύματος είναι η διαιώνιση της δυστυχίας μας -μέσα από τα επίμονα συναισθήματα θυμού, απογοήτευσης και αποστροφής».

«ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΟΚΑΛΟΥΜΕ οι ίδιοι τη δυστυχία μας, με το να αρνούμεθα να εγκαταλείψουμε το παρελθόν. Αν προσδιορίσουμε την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας με τα δεδομένα που είχε το παρουσιαστικό μας παλιότερα ή με τα δεδομένα αυτών που μπορούσαμε παλιά να κάνουμε και που δεν μπορούμε πια να κάνουμε τώρα, μπορούμε να στοιχηματίσουμε με βεβαιότητα ότι με αυτές τις αντιλήψεις δεν πρόκειται να γινόμαστε πιο ευτυχισμένοι καθώς θα μεγαλώνουμε».

«Η ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΝΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ μπορεί να γίνει από τα πιο ισχυρά και αποτελεσματικά όπλα που έχουμε για να μας βοηθήσουν να ανταποκριθούμε στα προβλήματα της καθημερινής ζωής. Πρέπει να συνειδητοποιήσει κανείς ότι κάθε φαινόμενο, κάθε συμβάν, έχει διαφορετικές όψεις. Συμβαίνει συχνά όταν ανακύπτουν προβλήματα να περιορίζεται σημαντικά η θέασή μας. Όλη μας η προσοχή επικεντρώνεται στη στενοχώρια μας για το πρόβλημα και ίσως έχουμε την αίσθηση ότι είμαστε οι μόνοι που αντιμετωπίζουμε τέτοιες δυσκολίες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ένα είδος αυτοαπορρόφησης, που κάνει το πρόβλημα να φαίνεται πολύ μεγάλο».

«ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΙΣ ΥΠΟΜΟΝΗ και ανεκτικότητα απέναντι στους εχθρούς σου, τότε όλα τα άλλα έρχονται πολύ πιο εύκολα -η συμπόνια σου απέναντι σε όλους τους άλλους αρχίζει να ρέει με φυσικότητα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ενδυνάμωση από εκείνη της υπομονής, ακριβώς όπως δεν υπάρχει χειρότερο βάσανο από το μίσος. Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει να εντείνει κανείς τις προσπάθειές του όσο μπορεί, ώστε να μην τρέφει μίσος απέναντι στον εχθρό του, αλλά μάλλον να χρησιμοποιήσει την κάθε δυσκολία ως μια ευκαιρία για να αναπτύξει την άσκησή του στην υπομονή και την ανεκτικότητα. Στην πραγματικότητα, ο εχθρός είναι μια αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της υπομονής».

«ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ, ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΠΡΙΝ ή μετά από άσχημες εμπειρίες δυστυχίας, μπορούμε να στοχαζόμαστε πάνω στη δυστυχία, προσπαθώντας να κατανοήσουμε το νόημά της. Και ο χρόνος και η προσπάθεια που καταβάλλουμε αναζητώντας το νόημα της δυστυχίας θα μας ανταμείψουν πλουσιοπάροχα όταν αρχίσει να μας χτυπάει το κακό».

«ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΣΕ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ακριβώς μέσα στο πνεύμα μας. Για να περιορίσουμε τη δυστυχία του πόνου, χρειάζεται να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στον πόνο του πόνου και στον πόνο που δημιουργούμε με τις σκέψεις μας γύρω από τον πόνο. Φόβος, θυμός, ενοχή, μοναξιά και η αίσθηση ότι είμαστε αβοήθητοι, όλα αυτά είναι νοητικές και συγκινησιακές αντιδράσεις που μπορούν να εντατικοποιήσουν τον πόνο».

«ΑΠΑΙΤΕΙ ΠΟΛΥ ΧΡΟΝΟ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ της κατάλληλης συμπεριφοράς και των συνηθειών εκείνων του νου που συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων μας. Απαιτεί επίσης πολύ χρόνο για να εγκαθιδρυθούν οι νέες εκείνες συνήθειες που θα προσφέρουν την ευτυχία. Δεν υπάρχει τρόπος να παραγνωρίσουμε αυτά τα απαραίτητα συστατικά, όπως η αποφασιστικότητα, η προσπάθεια και ο χρόνος. Αυτά είναι τα πραγματικά μυστικά για την κατάκτηση της ευτυχίας».

Γεμάτα υγρούς υδρογονάνθρακες τα φαράγγια του Τιτάνα

TitanΣε μία μεγάλη λιμνοθάλασσα μεθανίου καταλήγουν ορισμένα από τα βαθιά φαράγγια στον Τιτάνα, τον μεγαλύτερο δορυφόρο του Κρονου, είναι γεμάτα με υγρούς υδρογονάνθρακες. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τους μικρότερους παραπόταμους ενός εκτεταμένου δικτύου ποταμών που καταλήγουν στην περιοχή αυτή της «Λιγείας Θάλασσας» (Ligeia Mare).
 
Η θάλασσα Ligeia Mare του Τιτάνα έχει έκταση εκτοντάδων χιλιομέτρων και βάθος περίπου 150 μέτρων

Αναλύοντας τα στοιχεία του ραντάρ του σκάφους «Κασίνι» που είχε περάσει πάνω από τον δορυφόρο το 2013, οι αστρονόμοι έχουν πλέον τις πρώτες άμεσες ενδείξεις πως αυτά τα φαράγγια, που έχουν πλάτος έως ένα χιλιόμετρο, βάθος 240 έως 570 μέτρα και πλαγιές με απότομες κλίσεις άνω των 40 μοιρών (ιδανικές για ριψοκίνδυνο σκι!), γεμίζουν με μεθάνιο και άλλους υδρονάνθρακες.
Το πυκνότερο δίκτυο οκτώ φαραγγιών καταλήγει στον μήκους 400 χιλιομέτρων ποταμό Vid Flumina, ο οποίος με τη σειρά του χύνεται στη λιμνοθάλασσα μεθανίου Ligeia Mare, τη δεύτερη μεγαλύτερη του Τιτάνα.
 
Σε μερικά φαράγγια, η στάθμη των υγρών υδρογονανθράκων βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τη Ligeia Mare, ενώ σε άλλα είναι δεκάδες μέτρα ψηλότερα, πράγμα που οι επιστήμονες αποδίδουν σε μικρότερους παραπόταμους, οι οποίοι τροφοδοτούν τα φαράγγια με μεθάνιο και άλλους υδρογονάνθρακες.
 
titan-seaΟι θάλασσες υδρογονανθράκων του Τιτάνα εντοπίσθηκαν για πρώτη φορά το 2006. Ο Τιτάνας είναι το μοναδικό σώμα – εκτός από τη Γη – στο ηλιακό μας σύστημα, που η επιφάνεια του εμφανίζει συνεχή διάβρωση από γεωλογικές διαδικασίες ευρείας κλίμακας.
 
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον πλανητικό επιστήμονα Βαλέριο Ποτζιάλι του Πανεπιστημίου «Λα Σαπιέντσα» της Ρώμης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Geophysical Research Letters» της Αμερικανικής Γεωφυσικής Ένωσης, επεσήμαναν ότι ο πυθμένας των φαραγγιών είναι εντυπωσιακά επίπεδος.
 
«Η Γη είναι ζεστή και βραχώδης, με ποταμούς νερού, ενώ ο Τιτάν είναι κρύος και παγωμένος, με ποταμούς μεθανίου. Παρόλα αυτά, είναι εντυπωσιακό πόσο παρόμοια χαρακτηριστικά συναντάμε στους δύο κόσμους», δήλωσε ο ‘Αλεξ Χέις του Πανεπιστημίου Κορνέλ της Νέας Υόρκης.
 
Το Cassini, μια κοινή αποστολή της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας, (NASA), της Ευρωπαϊκής (ESΑ) και της Ιταλικής, ξεκίνησε την αποστολή του 1997 και έκτοτε επέτρεψε στους επιστήμονες να μελετήσουν από κοντά τον Κρόνο και το μεγάλο σύστημα των δακτυλίων και των δορυφόρων του.
 
Οι θάλασσες (ή μεγάλες λίμνες) υδρογονανθράκων του Τιτάνα εντοπίσθηκαν για πρώτη φορά το 2006. Ο Τιτάν είναι το μοναδικό σώμα -εκτός από τη Γη- στο ηλιακό μας σύστημα, που η επιφάνεια του εμφανίζει συνεχή διάβρωση από γεωλογικές διαδικασίες ευρείας κλίμακας, οι οποίες, μεταξύ άλλων, οδηγούν στη δημιουργία τεράστιων φαραγγιών. Μεγάλα φαράγγια υπάρχουν και αλλού, όπως στον ‘Αρη (Vallis Marineris), όμως μόνο στον Τιτάνα μερικά από αυτά είναι ακόμη γεμάτα με υγρό. Οι επιστήμονες μάλιστα πιστεύουν ότι υπάρχουν πολλά μικρότερα φαράγγια, που δεν έχουν καταφέρει ακόμη να παρατηρήσουν.
 
Ligeia Mare
Τον Ιούνιο 2014 έκπληξη προκάλεσε στους αστρονόμους ένα μεγάλο μυστηριώδες «αντικείμενο», το οποίο ονόμασαν «μαγικό νησί» και το οποίο εμφανίστηκε από το πουθενά και εξίσου ξαφνικά εξαφανίστηκε.Αυτό εντοπίστηκε στη δεύτερη μεγαλύτερα θάλασσα υδρογονανθράκων του Τιτάνα, του μεγαλύτερου δορυφόρου του Κρόνου και δεύτερου μεγαλύτερου στο ηλιακό μας σύστημα.
 
Η εν λόγω θάλασσα (Ligeia Mare) του Τιτάνα, που έχει έκταση εκτοντάδων χιλιομέτρων και βάθος περίπου 150 μέτρων, φαινόταν απολύτως ήρεμη, ώσπου αιφνιδίως το διαστημικό σκάφος «Κασίνι» της NASA,τον Ιούλιο του 2013, φωτογράφισε ένα φωτεινό χαρακτηριστικό, το οποίο όμως δεν φαινόταν πια στις εικόνες ραντάρ που «τράβηξε» μετά μερικές μέρες το «Κασίνι», το οποία εξερευνά το σύστημα του Κρόνου και των φεγγαριών του από το 2004.Οι επιστήμονες δεν μπορούν να εξηγήσουν τι συμβαίνει.
 
Ο Τιτάνας είναι το μόνο σώμα εκτός της Γης, όπου έχουν βρεθεί υγρά (αλλά όχι νερό) στην επιφάνειά του. Οι λίμνες και οι θάλασσές του αποτελούνται από κρύους υγρούς υδρογονάνθρακες (με θερμοκρασία έως μείον 180 βαθμούς Κελσίου), όπως αιθάνιο, μεθάνιο και προπάνιο. Εκτιμάται ότι ο δορυφόρος διαθέτει εκατοντάδες φορές περισσότερα αποθέματα φυσικού αερίου και άλλων υδρογονανθράκων σε σχέση με τη Γη.
 
Είναι, δε, ο μόνος δορυφόρος στο ηλιακό σύστημα με σύννεφα και με μια ατμόσφαιρα πυκνή και ομιχλώδη, ενώ η βαρύτητά του είναι τόσο μικρή, που ένας άνθρωπος θα μπορούσε εύκολα να πετάξει στον αέρα, αν είχε φτερά. Η επιφάνεια είναι γεμάτη από «αμμόλοφους» όπως της Γης, μόνο που η «άμμος» είναι στην πραγματικότητα υδρογονάνθρακες. Επιπλέον, ο Τιτάνας έχει ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κλίμα, με δυνατούς ανέμους και βροχές υδρογονανθράκων.
 
Όσον αφορά τις πιθανές εξηγήσεις για το «μαγικό νησί», που είχε μήκος περίπου 20 χιλομέτρων και πλάτος δέκα, μπορεί να οφείλεται σε κύματα που προκλήθηκαν από δυνατούς περιοδικούς ανέμους, οι οποίοι μετά σταμάτησαν, ή σε μεγάλες φουσκάλες αερίων που αναδύθηκαν στην επιφάνεια από κάποιο ηφαίστειο στο βυθό ή σε στερεά υλικά που αρχικά επέπλεαν και μετά βυθίστηκαν ή σε παγόβουνο από μεθάνιο και αιθάνιο, που αποκόπηκε από την ακτή.
 
Παρόμοια χαρακτηριστικά έχουν καταγραφεί και σε άλλες περιοχές της Ligeia Mare, καθώς και στην Kraken Mare- και αποτελούν παραδείγματα αποδεδειγμένα ενεργών διαδικασιών στις λίμνες και τις θάλασσες του Τιτάνα, κάτι που δείχνει ότι πρόκειται για δυναμικά, μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα και όχι στατικά, και αυτό αυξάνει τις πιθανότητες ύπαρξης κάποιας μορφής ζωής- όσο περίεργη και αν είναι αυτή.
 
Κάτω από το παγωμένο κέλυφος μπορεί να υπάρχει ένας τεράστιος ωκεανός νερού σε υγρή μορφή. Θα μπορούσε να έχει εμφανιστεί ζωή σε αυτόν τον κόσμο; Για πολλούς στην επιστημονική κοινότητα, ο Τιτάνας θεωρείται ως το μέρος στο οποίο θα έπρεπε να ψάξει κανείς για “περίεργη ζωή”- ζωή διαφορετική με οποιαδήποτε άλλη γνωρίζουμε, που μπορεί να προήλθε από μεθάνιο σε υγρή μορφή αντί για νερό σε υγρή μορφή».

Για να μην οδηγηθεί η θλίψη σε κατάθλιψη

Τι είναι η θλίψη: Η θλίψη αποτελεί ένα φυσιολογικό συναίσθημα, αναμενόμενο σε περιστάσεις όπου εμφανίζεται μια δυσκολία, όπως ένας χωρισμός ή μια απόλυση. Η θλίψη μπορεί να συνοδεύεται από τάση για κλάμα, μειωμένη όρεξη για δραστηριότητες ή για ψυχαγωγία. Μέσα από το στάδιο της θλίψης έρχεται κανείς αντιμέτωπος με τη δυσάρεστη πραγματικότητα και τις συνέπειές της και οδηγείται σταδιακά στην αποδοχή της κατάστασης. Έτσι, το συναίσθημα της θλίψης υποχωρεί.

Τι είναι η κατάθλιψη: Η κατάθλιψη αποτελεί μια ψυχική διαταραχή που εμφανίζεται όταν το συναίσθημα της θλίψης είναι εξαιρετικά έντονο, συχνό, διαρκεί μεγάλο χρονικό διάστημα και έχει επιπτώσεις στη λειτουργικότητα και την καθημερινότητα του ατόμου. Αν αισθάνεστε ότι δεν έχετε διάθεση για καμία δραστηριότητα, δεν θέλετε να εργαστείτε, να κοιμηθείτε, να βγείτε από το σπίτι, να κάνετε κάτι ευχάριστο, αν δεν όρεξη να φάτε, αν κλαίτε διαρκώς και σας φαίνονται όλα δύσκολα και μάταια, τότε πιθανόν να αντιμετωπίζετε τη διαταραχή της κατάθλιψης και χρειάζεστε μια περαιτέρω αξιολόγηση και θεραπεία από ειδικό ψυχικής υγείας.

Αν τα συμπτώματα που βιώνετε είναι περιορισμένα και δεν εντάσσονται στην κλινική διαταραχή της κατάθλιψης, μπορείτε να βοηθήσετε τον εαυτό σας να ξεπεράσει αυτή τη μελαγχολία, ακολουθώντας κάποιες από τις παρακάτω συστάσεις:

1. Αναγνωρίστε το πρόβλημα. Καταγράψτε ποιο γεγονός σας στενοχωρεί και τι σκέψεις κάνετε γύρω από αυτό. Μήπως αξιολογείτε υπερβολικά αρνητικά το πρόβλημα αυτό; Μήπως εστιάζετε μόνο στην αρνητική του πλευρά; Προσπαθήστε να σκεφτείτε ρεαλιστικά αισιόδοξα σε σχέση με το πρόβλημα που σας απασχολεί και η διάθεσή σας θα βελτιωθεί.

2. Βρείτε λύσεις. Χρησιμοποιήστε το μυαλό σας, τη φαντασία σας ή τη βοήθεια των δικών σας ανθρώπων και καταγράψτε εναλλακτικές λύσεις σε αυτό που σας απασχολεί. Δοκιμάστε τη σταδιακή εφαρμογή των λύσεων αυτών και θα νιώσετε ότι βγαίνετε από το αδιέξοδο.

3. Κοινωνικοποιηθείτε. Η επαφή με τους ανθρώπους που σας αγαπούν και σας καταλαβαίνουν θα σας βοηθήσει να συζητήσετε, να μοιραστείτε σκέψεις και συναισθήματα, αλλά και να εκτονωθείτε. Μετά από μια περίοδο ενδοσκόπησης, η συναναστροφή με κόσμο, γνωστό και άγνωστο, θα σας ξανα-εντάξει στη ζωή

4. Προσθέστε δραστηριότητες. Η πλήξη είναι από μόνη της ικανή να οδηγήσει κάποιον στη θλίψη. Βάλτε στο πρόγραμμά σας μια φυσική δραστηριότητα, γυμναστική, χορό ή κάποιο χόμπι. Η ενασχόληση με μια δημιουργική και ευχάριστη δραστηριότητα θα αποσπάσει τα μυαλό σας από τις δυσάρεστες σκέψεις, θα σας χαρίσει χαρά και ευεξία και θα σας τονώσει το αίσθημα της παραγωγικότητας

5. Περιποιηθείτε τον εαυτό σας. Ακόμα και μια μικρή αλλαγή στην εξωτερική σας εμφάνιση, θα βελτιώσει δραστικά τη διάθεσή σας και θα βοηθήσει να ανέβει η αυτοπεποίθησή σας

6. Ανανεώστε το χώρο σας. Υπάρχουν αρκετές, οικονομικές λύσεις για να ανανεώσετε το χώρο σας, όπως το να προσθέσετε χρώμα στους τοίχους, που θα σας βοηθήσουν να αισθανθείτε ότι αυξάνεται η διάθεσή σας όταν επιστρέφετε στο σπίτι σας

7. Φροντίστε τους άλλους. Όταν έχουμε μελαγχολία, γινόμαστε εγωκεντρικοί και δεν σκεφτόμαστε τους συνανθρώπους μας. Αν όμως βγούμε από τον μικρόκοσμό μας και ενδιαφερθούμε για τους ανθρώπους που ζουν δίπλα μας, προσφέροντας φροντίδα, θα αισθανθούμε χαρά στο πολλαπλάσιο

8. Τέλος, θυμηθείτε ότι αξίζετε μικρές στιγμές ευτυχίας καθημερινά. Προσφέρετε στον εαυτό σας το δώρο της χαράς, της αγάπης, το γέλιο και την όρεξη για την ίδια τη ζωή

Ο ρόλος και η σημασία της Μουσικής στην Αρχαία Ελλάδα

Ι. Εισαγωγή

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι οι Αρχαίοι Έλληνες ανέπτυξαν μία ιδιαίτερη σοφία, τόσο στις σκέψεις όσο και στα έργα τους. Οι ίδιοι προσέφεραν τα μέγιστα στις επιστήμες, τις τέχνες, τα γράμματα, ακόμη και στην αποκωδικοποίηση των διαφόρων πολιτειακών συστημάτων. Όμως, τι γνωρίζουμε για την θέση της μουσικής στην αρχαία ελληνική κοινωνία; Ποιος ήταν ο ρόλος και η σημασία της στην ζωή εκείνων των ανθρώπων; Με τον όρο μουσική στην αρχαία Ελλάδα εννοούσαν εκείνη την σύνθετη τέχνη η οποία συμπεριλάμβανε το Μέλος (μελωδία), την Όρχηση (κίνηση, χορός) και τον Λόγο (ποίηση). Βλέπουμε δηλαδή ότι της απέδιδαν μία τρισυπόστατη διάσταση. Οι απαρχές της μουσικής ανιχνεύονται στις θρησκευτικές τελετές όπου έδεναν ο ρυθμός με την μελωδία και το τραγούδι. Η μουσική ήταν παρούσα σε διάφορες πτυχές της καθημερινής ζωής. Ο ρόλος της ήταν σημαντικός στις θρησκευτικές εορτές, στους γάμους, στις κηδείες, στους αθλητικούς αγώνες, στους δραματικούς αγώνες, στα γυμναστήρια, στον πόλεμο και σε πλείστες άλλες καθημερινές ασχολίες. Ως στοιχείο του πολιτισμού δεν ήταν απλά μια μορφή τέχνης και αυτοέκφρασης αλλά και ένα δομικό στοιχείο στην εκπαίδευση, άρρηκτα συνυφασμένο με την αρετή και την φιλοσοφία. Με το παρόν πόνημα θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε τον ρόλο και την σημασία που απέδιδαν στην μουσική οι Αρχαίοι Έλληνες, σύμφωνα με τα όσα αντλούμε από τις αρχαίες πηγές. Συγκεκριμένα θα αναφερθούμε στις λογοτεχνικές πηγές, στις φιλολογικές, αλλά και στην μαρτυρία του εικαστικού υλικού. Επιπρόσθετα θα ασχοληθούμε με τις διάφορες διχογνωμίες και αντικρούσεις σε σχέση με το πως προσέγγιζαν την έννοια της μουσικής στην Αρχαία Ελλάδα.

ΙΙ. Λογοτεχνικές Πηγές
Οι πρώτες λογοτεχνικές μαρτυρίες ανάγονται στον Όμηρο ο οποίος τοποθετείται στην γεωμετρική εποχή. Είναι γεγονός ότι κατά την εποχή του (8ος π.Χ. αι.), συντελείται μια ταχύτατη άνοδος στον ελληνικό πολιτισμό που οδηγεί, γύρω στο 700 π.Χ. σε μια σημαντικότατη άνθιση. Η αρχαιότερη μορφή μουσικής είναι η κυρίαρχη ποίηση της εποχής αυτής, το Έπος, ένα μακροσκελές αφηγηματικό ηρωικό τραγούδι που έψαλλε στα συμπόσια ηγεμόνων ένας τεχνίτης τραγουδιστής, ο αοιδός, υμνώντας: «τα έργα των θεών και τις σπουδαίες πράξεις των ηρώων.» Τα Ομηρικά Έπη τα οποία απαρτίζονται από την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια», λόγω περιεχομένου, ονομάζονται «Ηρωϊκά Έπη». Η μελωδική αφήγηση των αοιδών δηλώνεται στην αρχή και των δύο ηρωικών επών. Η Ιλιάδα ξεκινά με την παραγγελία προς την θεά να τραγουδήσει την οργή του Αχχιλέα: «Μήνιν άειδε, θεά, Πηληϊάδεω Αχιλήος…». Όπως και η Οδύσσεια επικαλείται την Μούσα για να διηγηθεί τις περιπέτειες του Οδυσσέα: «Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα πολύτροπον, ος μάλα πολλά πλάγχθη…» Από την παράθεση των δύο προοιμίων είναι πρόδηλο το γεγονός ότι η μουσική αποτελεί θεία επινόηση. Επιπρόσθετα οι αοιδοί, ως πρόδρομοι των φιλοσόφων, είχαν ως κύρια δραστηριότητα τη δράση και τη θέαση, την πράξη και τη θεωρία, οι οποίες συμπλέκονται μεταξύ τους με έναν ξεχωριστό τρόπο.

Στην Ιλιάδα, ως το καθαυτό πολεμικό έπος, η μουσική δεν απαντάται συχνά. Όποτε όμως συμβαίνει αυτό, την συναντάμε τόσο αναμεταξύ των θεών όσο και στη ζωή των ανθρώπων. Έτσι από την μία βλέπουμε τον Απόλλωνα να παίζει την φόρμιγγά του, ενώ από την άλλη ο Αχιλλέας πράττει ακριβώς το ίδιο, προκειμένου να διασκεδάσει την οργή του. Πολλές πληροφορίες για τα μουσικά δρώμενα της εποχής, επίσης, αντλούμε από την περιγραφή των παραστάσεων στην περίφημη ασπίδα του Μυρμιδόνα πολεμάρχου. Στην Οδύσσεια τώρα, ο Όμηρος επισημαίνει τον πρωτεύοντα ρόλο των Μουσών στην μουσική και το τραγούδι. Το επισημάναμε άλλωστε με την αναφορά μας στο προοίμιο της Οδύσσειας. Εδώ κυριαρχούν οι αοιδοί όπως ο Δημόδοκος, ο Φήμιος κι άλλοι, οι οποίοι καλούνται στις αυλές των βασιλιάδων να τραγουδήσουν από τη μία τις πράξεις των θεών και από την άλλη τα πολεμικά κατορθώματα των ηρώων, παίζοντας τη φόρμιγγα για συνοδεία. Επιπλέον, παρουσιάζονται οι μνηστήρες να τραγουδούν και να χορεύουν στο παλάτι του Οδυσσέα. Παράλληλα, το τραγούδι εμφανίζεται να μαγεύει, διά μέσου των σειρήνων, αλλά και να χρησιμοποιείται ως συνοδευτικό στον χώρο της εργασίας, όπως στις περιπτώσεις της Κίρκης και της Καλυψούς οι οποίες υφαίνουν τραγουδώντας, και μάλιστα με «ωραία φωνή».

Στην εποχή μετά τον Όμηρο, οι ραψωδοί κρατώντας τις χαρακτηριστικές τους ράβδους, ταξίδευαν ανά την Ελλάδα και απήγγειλαν κομμάτια των ομηρικών επών, καθώς και δικούς τους στίχους, δίχως την συνοδεία μουσικών οργάνων. Ταυτόχρονα, το προοίμιο εξελίσσεται σε αυτόνομο μουσικό κομμάτι. Ο Ησίοδος με τα Διδακτικά Έπη του, την «Θεογονία» και το «Έργα και Ημέραι», λίγο μετά τον Όμηρο, αποτελεί άλλη μία λογοτεχνική πηγή πληροφοριών για την σημασία που είχε η μουσική στην Αρχαία Ελλάδα. Η μουσική, ως η ανώτερη εκδήλωση του αφηρημένου στον κόσμο της νοητής πραγματικότητας, αποτέλεσε την βασική πηγή αποκάλυψης συμβολικών δυνάμεων του θείου. Στα έργα του Ησιόδου οι Μούσες τραγουδούν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, τη γένεση των θεών και επομένως, τη γένεση του ζωντανού και έλλογου κόσμου. Παρατηρούμε επομένως ότι ο ποιητής τονίζει περισσότερο τη θεϊκή προέλευση του μουσικού φαινομένου. Η θεία πηγή της μουσικής φαίνεται έντονα στο προοίμιο της Θεογονίας: «Μουσάων Ελικωνιάδων αρχώμεθ’ αείδειν…». Οι Μούσες οι Ελικωνιάδες ξεκινούν το τραγούδι. Στην πραγματικότητα, όπως αναφέρει παρακάτω ο ίδιος, είναι εκείνες που του δίνουν την έμπνευση. Το ίδιο άλλωστε κάνουν με κάθε θνητό στον οποίο δίδουν το θείο χάρισμα της μελωδικής απαγγελίας. Αλλά και στο «Έργα και Ημέραι» ξεκινά το ποίημα με την επίκλησή του στις Μούσες από την Πιερία: «Μούσαι Πιερίηθεν αοιδήσιν κλείουσαι δεύτε, δι’ εννέπετε, σφέτερον πατέρ’ υμνείουσαι…»

Περίπου την ίδια περίοδο με τα έπη, εμφανίστηκε ένα είδος μουσικών συνθέσεων οι οποίες ονομάστηκαν Νόμοι. Τα τραγούδια των Νόμων, ανάλογα με την θεότητα που υμνούσαν, διακρινόντουσαν σε νόμους του Δία, νόμους του Απόλλωνα, νόμους της Αθηνάς, νόμους του Διονύσου κ.τ.λ. Η ονομασία Νόμοι δόθηκε επειδή η σύνθεσή τους έπρεπε να βασίζεται σε έναν εκ των προτέρων δεσμευτικό μουσικό τύπο. Δεν παρείχαν δηλαδή ελευθερία απομάκρυνσης από τις αρχές τους. Υπήρχαν τέσσερις κατηγορίες νόμων με βάση τα όργανα:

α) οι κιθαρωδικοί που επινοήθηκαν από τον Τέρπανδρο
β) οι αυλωδικοί των οποίων επινοητής ήταν ο Πολύμνηστος
γ) οι αυλητικοί
δ) οι κιθαριστικοί.

 Επιπλέον, με βάση τον τόπο ή τον συνθέτη χωρίζονταν σε:

1. Βοιωτικό νόμο
2. Αιολικό νόμο
3. Πυθικό
4. Πολυμνήστειο
5. Τερπάνδριο και διαφόρους άλλους.

Μετά την Γεωμετρική περίοδο ακολουθεί η Αρχαϊκή που διαρκεί από τον 7ο έως τον 5ο αιώνα π.Χ. Την εποχή αυτή εμφανίζεται ένα διαφορετικό είδος ποίησης από το έπος. Πρόκειται για την Λυρική ποίηση. Η ονομασία «Λυρική» δόθηκε από τους λογίους των ελληνιστικών χρόνων γιατί ακριβώς οι ποιητές-συνθέτες τραγουδούσαν τις δημιουργίες τους με την συνοδεία λύρας, είτε μόνης, είτε σε συνδυασμό με τον αυλό. Κατά συνέπεια, οι ποιητές λειτουργούσαν παράλληλα και ως μουσικοί. Το ποιητικό αυτό είδος άκμασε στην Λέσβο με πρώτο τον Τέρπανδρο ο οποίος, όπως είδαμε παραπάνω, είναι ο επινοητής του κιθαρωδικού νόμου. Άλλοι εκπρόσωποι της λυρικής ποίησης ήταν ο Αρχίλοχος ο Πάριος, η Σαπφώ από την Λέσβο, ο επίσης Λέσβιος Αλκαίος, ο Μίμνερμος, ο Ανακρέων, ο Στησίχορος, ο Πίνδαρος και άλλοι. Στα λυρικά ποιήματα ο στίχος σχηματίζει μια ενότητα μουσικής και λόγου. Οι ρυθμοί των στίχων βασίζονται σε ποσοτική εναλλαγή βραχείων και μακρών συλλαβών, οι οποίες αντιστοιχούν με την άρση και τη θέση του ποδιού στην χορευτική κίνηση. Η Λυρική ποίηση έχει τις ρίζες της στη θρησκευτική λατρεία (Παιάνες), σε κοινωνικές εκδηλώσεις όπως ο γάμος ή οι νεκρώσιμες τελετές (Υμέναιοι, Θρήνοι, Ελεγείες) και σε τραγούδια που συνδέονται με έθιμα. Διακρινόταν σε δύο διαφορετικά είδη: Την Μονωδία ή μονωδιακή λυρική και τη Χορική λυρική. Στις αρχές του 6ου π.Χ αιώνα, προστίθεται στους Δελφικούς αγώνες οι αυλητικοί οι οποίοι συνίσταντο σε μουσική με την συνοδεία αυλού δίχως τραγούδι. Λίγο μετά εντάσσονται και οι κιθαριστικοί με την συνοδεία Λύρας.

Ο πρώτος χορικός ποιητής είναι ο Αλκμάν που έζησε τον 7ο π.Χ αιώνα. Ο Αλκμάν θεωρείται ο πατέρας της σπαρτιατικής κλασικής χορικής μουσικής. Έγραψε πολλούς ύμνους, παρθένια, υπορχήματα, παιάνες και σκόλια. Αντιλαμβανόταν τα λόγια του ποιήματος, την μουσική και το χορό ως μία άρρηκτη ενότητα. Έχουν σωθεί αρκετοί στίχοι των ποιημάτων του. Με τον Σιμωνίδη καθιερώνονται τα επινίκια, ενώ ο τελευταίος μεγάλος λυρικός ποιητής είναι ο Πίνδαρος. Ο Πίνδαρος, ο οποίος γεννήθηκε στην Θήβα, θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Συνέθεσε επινίκια, -όπως ο Πυθιόνικος που είναι το αρχαιότερο το οποίο σώζεται-, παιάνες, ύμνους, διθυράμβους, προσόδια, παρθένια, θρήνους και άλλα. Ως προς τον χαρακτήρα των έργων του, έμεινε πιστός στην παράδοση και με το απλό, σεμνό και συνάμα μεγαλόπρεπο ύφος του κέρδισε τον πανελλήνιο σεβασμό.

Ένα είδος σύντομου λυρικού άσματος, το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην μετέπειτα διαμόρφωση της Αρχαίας Ελληνικής μουσικής ήταν το Σκόλιον. Το είδος αυτό ξεκίνησε ως ένα αυτοσχέδιο ποίημα που τραγουδιόταν στα συμπόσια. Ο καθένας από τους συνδαιτυμόνες του συμποσίου, όταν τελείωνε το τραγούδι του έδινε την σειρά του στον επόμενο, προσφέροντας του ταυτόχρονα τη λύρα ή ένα κλωνάρι μυρτιάς. Με τον καιρό το σκόλιον, από αυτοσχέδιο ποίημα, διαμορφώθηκε σε πραγματική καλλιτεχνική δημιουργία και οδήγησε γύρω στον 6ο π.Χ αιώνα στην περαιτέρω ανάπτυξη της λυρικής ποίησης. Μετά το Σκόλιον θα εξετάσουμε τον Διθύραμβο ο οποίος ήταν ένα χορικό τραγούδι προς τιμήν του Διονύσου. Η εκτέλεση του γινόταν από μια ομάδα ανδρών με τη συνοδεία αυλού. Οι διθύραμβοι μιλούσαν για την γέννηση του Διονύσου, τους άθλους του, τους πολεμικούς θριάμβους του, καθώς και για τις χαρές της ανέμελης ζωής του. Στην Αττική, στις περιοχές των Μεσογείων, οι αμπελουργοί την εποχή του τρύγου τιμούσαν τον θεό Διόνυσο με συγκεκριμένες γιορτές και πανηγύρια που σιγά σιγά έλαβαν έναν πάνδημο χαρακτήρα. Η ομάδα των τραγουδιστών και χορευτών οι οποίοι συμμετείχαν, ονομαζόταν θίασος. Με την πάροδο των χρόνων, ο προεξάρχων του διθυράμβου σταδιακά αποσχίστηκε από τον χορό και άρχισε να συνομιλεί μαζί του ενσαρκώνοντας πρόσωπα του μύθου. Με αυτόν τον τρόπο θεωρήθηκε ο πρόδρομος του υποκριτή. Καθώς ο διάλογος αυτός συνοδευόταν από μιμητικές αναπαραστάσεις, ο διθύραμβος έπαψε σταδιακά να αποτελεί αφήγηση πράξεων και μετατράπηκε σε αναπαράσταση πράξεων. Έτσι φθάνουμε στην γέννηση του θεάτρου. Έξοχους διθυράμβους συνέθεσε ο Αρίων για τον τύραννο της Κορίνθου Περίανδρο.

Το Δράμα εισάγεται με πρώτο τον Θέσπι, ο οποίος εισήγαγε τον πρώτο υποκριτή. Με τον όρο δραματική ποίηση, βεβαίως, συμπεριλαμβάνεται τόσο η τραγωδία όσο και το σατυρικό δράμα, καθώς και η κωμωδία. Να σημειώσουμε ότι το δράμα αποτελεί αποκλειστικά ελληνική επινόηση και δεν απαντάται σε άλλους αρχαίους πολιτισμούς. Μετά τον Θέσπι εμφανίζονται και άλλοι δραματουργοί όπως ο Χοιρίλος, ο Πρατίνας, ο Φρύνιχος και οι τρεις μεγάλοι τραγικοί: Ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης. Στην κωμωδία έχουμε τον κορυφαίο της Αττικής κωμωδίας τον Αριστοφάνη. Όλοι τους συντελούν στην εξέλιξη και διαμόρφωση του δράματος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε πως όταν μιλάμε για το αρχαιοελληνικό δράμα θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι επρόκειτο για μια τελετουργία όπου η μουσική έπαιζε θεμελιακό ρόλο. Από την μουσική απαγγελία περνάμε στα στάσιμα, τους κομμούς, τα εμβόλιμα χορικά που έψαλλαν ο χορός και οι υποκριτές με την συνοδεία αυλού. Το τραγούδι του χορού συνοδευόταν με αρμονικές κινήσεις, ένα είδος εκφραστικού ή μιμικού χορού. Να τονίσουμε επίσης την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική διαρρύθμιση του θεάτρου η οποία δημιουργούσε μια αρμονική ακουστική θέση και σχέση με το περιβάλλον. Μπορούμε να πούμε ότι η μουσική κατά τον 5ο αιώνα π.Χ κορυφώνεται, στοχεύοντας στην υποκειμενική έκφραση. Μετά τα μέσα του 5ου η μουσική αρχίζει αργά αλλά σταθερά να παρακμάζει. Από εκεί που αποτελούσε κοινό κτήμα κάθε πολίτη, μετατρέπεται σε δραστηριότητα λίγων δεξιοτεχνών. Στους αλεξανδρινούς χρόνους, το κέντρο βάρους της μουσικής δραστηριότητας μεταφέρεται εκτός Ελλάδος, στην Αντιόχεια και την Αλεξάνδρεια όπου αποτελεί, κατά κύριο λόγο, αντικείμενο διατριβών.

ΙΙΙ. Φιλολογικές Πηγές
Εκτός των λογοτεχνικών πηγών, υπάρχουν πολλές φιλολογικές μαρτυρίες για την μουσική από τους Αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Θα ξεκινήσουμε με τις απόψεις των Πυθαγορείων, τις οποίες γνωρίζουμε από αναφορές άλλων συγγραφέων. Είναι αλήθεια ότι ο Πυθαγόρας και οι μαθητές του έθεσαν τις βάσεις της μουσικής θεωρίας και της μουσικής ακουστικής, προβαίνοντες στην πρώτη θεωρητική τεκμηρίωση των ηχητικών σχέσεων μέσα από την ανάπτυξη της έννοιας του αρμονικού κοσμοειδώλου. Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ότι η αρμονία, ως ανεξάντλητη και άφθαρτη, αποτελούσε το ιδεατό εκείνο σημείο, γύρω από το οποίο συσπειρώνεται η κοσμική ύλη. Η νομοτέλεια αυτή της αρμονίας της φύσης έχει τις αρχές της στους αριθμούς. Το αρχικό κοσμικό συστατικό υλικό ταυτίζεται με τους αριθμούς. Η σύνθεση της ίδιας της φύσης ακολουθεί το μαθηματικό μοντέλο των αριθμών. Έτσι διατύπωσαν την γενικότερη θεωρία τους, σύμφωνα με την οποία τα στοιχεία του υλικού σύμπαντος είναι στην ουσία αριθμοί ή απομιμήσεις αυτών. Κατά τον ίδιο τρόπο, εφαρμόζοντας τις αντίστοιχες μαθηματικές αναλογίες, δημιουργούνται οι μουσικές αναλογίες. Επομένως, η μουσική ανάγεται σε ένα είδος μαθηματικής επιστήμης. Μάλιστα οι Πυθαγόρειοι την κατατάσσουν στην δεύτερη θέση, κατά σειρά σπουδαιότητας. Στην πρώτη θέση τοποθετούν την Αριθμητική, στην τρίτη την Γεωμετρία και στην τέταρτη την Αστρονομία.

Οι Πυθαγόρειοι, επίσης, ήταν της άποψης ότι η ζωή αποτελεί η ίδια βάσανο και τιμωρία για παλαιότερα αμαρτήματα. Μόνο μια ζωή αγνότητας, στέρησης και διαρκούς άσκησης μπορεί να σώσει την ψυχή από το μίασμα της σάρκας και να της εξασφαλίσει καλύτερη τύχη μετά θάνατον. Κατά συνέπεια, η μουσική αποτελεί τεχνική, που σε συνδυασμό με ορισμένους αυστηρούς κανόνες διαβίωσης, βοηθάει στην κάθαρση της ψυχής. Στο πλαίσιο αυτό ακολουθούσαν καθημερινό πρόγραμμα θεραπείας μέσω της μουσικής. Έτσι η μουσική πριν από την κατάκλισή τους τούς βοηθούσε να απαλλαγούν από τις ταραχές και τους θορύβους της ημέρας και να έχουν ελαφρύ ύπνο. Ακόμη, κατά την έγερση εκτελούσαν ειδικά άσματα με την συνοδεία λύρας, τα οποία αποσκοπούσαν στην απομάκρυνση της νυχτερινής νωχέλειας και την παράλληλη προετοιμασία των απαιτήσεων της ημέρας. Οι πειραματικές αποδείξεις του Πυθαγόρα μέσα από την χρήση του μονόχορδου, καθώς και ο συσχετισμός της σωστής επιλογής με τον επιτυχή συνδυασμό τρόπων και ρυθμών κατέστησε δυνατό τον συνδυασμό της εγκοσμιότητας με την υπερβατικότητα.

Ο Πλάτωνας, από την μεριά του, θεωρούσε ότι η μουσική συμβάλλει στη διαμόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα (κάτι που άλλωστε πίστευαν και οι Πυθαγόρειοι). Για τον λόγο αυτό, η μουσική παιδεία έπρεπε να αποτελεί απαραίτητο στοιχείο στην εκπαίδευση των παιδιών. Για τον ίδιο ο ρυθμός και η αρμονία εισδύουν βαθιά στα μύχια της ψυχής και της ασκούν ισχυρότατη επίδραση, φέρνοντας μαζί τους και προσφέροντας ομορφιά. Σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία οι αιτίες των διαταραχών της ψυχής οφείλονται στις δυσαρμονικές κινήσεις της. Συνεπώς η θεραπεία τους επιτυγχάνεται εξισορροπώντας ρυθμικά την ανταγωνιστική κίνηση σώματος και ψυχής. Στον Τίμαιο ο Πλάτωνας αναφέρεται στην συγγένεια αρμονίας και ψυχικής κατάστασης και θεωρεί ότι η πρώτη μας δόθηκε από τις Μούσες ως σύμμαχος ενάντια στην δυσαρμονική φορά της ψυχής. Με αυτόν τον τρόπο θα οδηγήσει την ψυχή σε τάξη και συμφωνία με τον εαυτό της. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί και ο ρυθμός. Μας βοηθάει να παλέψουμε την εσωτερική τάση που έχουμε για απουσία μέτρου και έλλειψη χάρης. Από την άλλη, στους Νόμους, δίνει μία ακόμη εξήγηση για τις αιτίες του δυσαρμονικού τρόπου κίνησης της ψυχής που ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και στην διανοητική ταραχή. Συγκεκριμένα προβάλλει τον φόβο ο οποίος προέρχεται από κάποια ταπεινή συνήθεια της ψυχής. Ισχυρίζεται λοιπόν ο φιλόσοφος ότι στη θεραπεία μιας τέτοιας διαταραχής η μουσική και ο χορός, ειδικά ο έντονος χορός, μπορούν να έχουν ευεργετικό ρόλο. Η εξήγηση που δίνει είναι ότι ένα δυνατό εξωτερικό ερέθισμα χαρίζει ψυχική γαλήνη και ηρεμία.

Ο Αριστοτέλης, μαθητής του Πλάτωνα, συμφωνεί και εκείνος για την παιδαγωγική σημασία της μουσικής. Προβάλλει ως επιχειρήματα το γεγονός ότι, αφενός μεν η μουσική διασκεδάζει και ξεκουράζει αφετέρου δε επιδρά στην ηθική διαμόρφωση του χαρακτήρα. Επιπρόσθετα, προσφέρει διανοητική και αισθητική απόλαυση και συμβάλλει στην κάθαρση. Πιστεύει ακράδαντα ότι οι μελωδίες γεννούν αναμφίβολα ηθικά συναισθήματα. Το ίδιο θεωρεί ότι συμβαίνει και με τους ρυθμούς. Άλλοι από αυτούς φέρνουν ηρεμία, ενώ άλλοι συνταράσσουν την ψυχή. Επομένως, θεωρεί ότι με βάση τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι η μουσική έχει την δύναμη να διαμορφώνει το ήθος της ψυχής. Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος, θέτοντας έναν ορισμό για την Μουσική στο έργο του «Περί Ποιητικής» τονίζει ότι οι μουσικές τέχνες (ποίηση, μουσική, όρχηση), οι οποίες ενεργούν διά μέσου της ακοής, μιμούνται τα ψυχικά συναισθήματα και τις πράξεις μέσω του ρυθμού, του λόγου και των μελωδικών διαδοχών. Για τον ίδιο, ο ρόλος της μουσικής έγκειται στο γεγονός ότι εξεγείρει την ψυχή του ακροατή, το αίσθημα και τις ιδέες με στόχο να διευκολύνουν την πλήρη κατανόηση του ποιητικού έργου.

Μετά την εξέταση των απόψεων για τον ρόλο και την σημασία της μουσικής, των δύο κορυφαίων διανοητών της αρχαιότητας θα σταθούμε στον Αριστόξενο. Μαθητής του Αριστοτέλη, ο Αριστόξενος διαφώνησε με την έως τότε επικρατούσα πυθαγόρεια αντίληψη περί της μουσικής. Η αντικειμενικότητα και η επιστημονική επιχειρηματολογία του Σταγειρίτη φιλοσόφου είχε τον αντίκτυπο της στην εξέλιξη της μουσικής θεωρίας από τον Αριστόξενο. Στα δύο του έργα «Ρυθμικά στοιχεία» και «Αρμονικά» άρχισε να δίνει βασική σημασία, όχι στις μαθηματικές αναζητήσεις, αλλά στην πραγματική ακουστική σχέση ανάμεσα στους ήχους. Με κατηγορηματικό τρόπο αποκρούει την οικοδόμηση της μουσικής αποκλειστικά πάνω σε μαθηματικούς υπολογισμούς. Η διαφοροποίηση του Αριστόξενου είχε να κάνει με το γεγονός ότι ανήγαγε ως αποφασιστικό στοιχείο την αισθητική αντίληψη, αφού σε πρώτη φάση εκτιμηθεί και ταξινομηθεί από τον νου. Κατά συνέπεια θέτει σε δεύτερη μοίρα το ιδεατό και προκρίνει το υπαρκτό και επιστητό. Εν ολίγοις, το αριστοξενικό δόγμα πρεσβεύει την άποψη ότι η μουσική ανήκει αποκλειστικά στους μουσικούς δημιουργούς, το αυτί (ους) των οποίων αποτελεί τον ύπατο και τελικό κριτή. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημάνουμε το γεγονός ότι ως γνήσιος μαθητής του Αριστοτέλη, οι κανόνες που θέσπισε ο Αριστόξενος αφορούν την πράξη ως μεθοδική περιγραφή της και δεν συνιστούν καθαρή θεωρία. Με τη διαμετρικά αντίθετη αντίληψη του Αριστόξενου περί μουσικής, από εκείνη των Πυθαγορείων, δημιουργήθηκε μία νέα σχολή σκέψης σε σχέση με την μουσική. Όσοι ακολουθούσαν την μέχρι τότε Πυθαγόρεια προσέγγιση ονομάζονταν «κανονικοί» ή «μαθηματικοί». Αντιστοίχως εκείνοι οι οποίοι συντάσσονταν με την Αριστοξένεια οπτική πήραν την ονομασία «ακουστικοί» ή «ακουσματικοί» και «αρμονικοί». Στην ουσία η αντίθεση μεταξύ των δύο αντικατοπτρίζει την ευρύτερη αντίθεση ανάμεσα σε ιδεαλιστές και ρεαλιστές. Επιπρόσθετα, ανάλογα με τις εκάστοτε πολιτειακές αλλαγές στις ελληνικές πόλεις, πλειοψηφούσε πότε η μία προσέγγιση πότε η άλλη.

IV. Εικαστικό Υλικό
Εκτός των λογοτεχνικών και φιλολογικών πηγών, μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες από τις μαρτυρίες εικαστικού υλικού που βρέθηκε στις ανασκαφές. Τέτοιο υλικό αποτελούν τα αγγεία, τα γλυπτά, τα αγάλματα, οι στήλες, τα ειδώλια, τα νομίσματα, οι επιγραφές, τα χειρόγραφα και άλλα αντικείμενα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον βρίσκουμε στο επίνητρο το οποίο βρίσκεται στο μουσείο της Ελευσίνας. Πρόκειται για ένα κομμάτι ξύλου ή δέρματος το οποίο τοποθετούσαν οι γυναίκες στο γόνατό τους ώστε να στηρίξουν το αδράκτι. Το συγκεκριμένο αποτελεί ένα θραύσμα στο οποίο παριστάνεται η φιγούρα μιας αμαζόνας η οποία σαλπίζει προς τις συντρόφους της. Οι συλλαβές που είναι γραμμένες γύρω της αποτελούν ένα δείγμα μουσικής σημειογραφίας.Στις λίγες ανάγλυφες επιγραφές που έχουν σωθεί περιέχονται ποιητικά κείμενα, με συνοδεία μουσικών συμβόλων. Πρόκειται για τους δύο μεγάλους Δελφικούς ύμνους, την επιγραφή στα Μύλασα της Καρίας, στην Επίδαυρο και την στήλη του Σεικίλου. Οι δύο μεγάλοι δελφικοί ύμνοι είναι το σημαντικότερο σωζόμενο κατάλοιπο από την αρχαία παράδοση. Χαραγμένοι σε στήλες που βρίσκονταν στον Θησαυρό των Αθηναίων στους Δελφούς, οι επιγραφές αυτές μας διασώζουν σημαντικά αποσπάσματα της Αρχαίας Μουσικής. Αναφορικά με την στήλη του Σεικίλου, πρόκειται για το μοναδικό πλήρως σωζόμενο μουσικό κείμενο της αρχαιότητας. Αποτελείται από έναν μικρό κίονα με εγχάρακτο κάποιο ποίημα με το οποίο σχολιάζεται το νόημα της ζωής, εγκωμιάζοντας ειδικότερα την ευζωία. Πρόκειται για μια ενδεικτική σύνθεση της Αρχαίας Ελληνικής μουσικής, η οποία την καθιστά πολύτιμη. Εκτός των επιγραφών συναντάμε και κάποια χειρόγραφα που έχουν βρεθεί στην Οξύρρυγχο της Αιγύπτου. Ο συνολικός τους αριθμός είναι 54 και έχουν καταστεί αντικείμενο μελέτης. Επίσης, έχουν σωθεί κάποιοι πάπυροι με αποσπάσματα από αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Πρόκειται για αποσπάσματα από τραγωδίες του Ευριπίδη και κάποιοι στίχοι από τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη.

V. Συμπεράσματα
Από την μελέτη των διαφόρων λογοτεχνικών, φιλολογικών και εικαστικών πηγών, αντλήσαμε χρήσιμα συμπεράσματα για τον ρόλο και τη σημασία της μουσικής στην Αρχαία Ελλάδα. Η χρήση της ήταν πολυδιάστατη και είχε άμεση σχέση με την ποίηση και το χορό. Ήδη από τα Ομηρικά Έπη μαθαίνουμε ότι οι αοιδοί απάγγελλαν τα έπη συνοδεία μουσικής, ενώ η λυρική ποίηση πήρε αυτό το προσωνύμιο επειδή η απαγγελία της γινόταν με συνοδεία λύρας. Η μουσική συνδέθηκε στενά με την θρησκεία, καθότι οι απαρχές της ανάγονται στον ρυθμό και τη μελωδία με τραγούδι και κίνηση από τις θρησκευτικές τελετές.. Εξάλλου στις τέσσερις μεγάλες Πανελλήνιες εορτές, δηλαδή τα Ολύμπια, τα Πύθια, τα Νέμεα και τα Ίσθμια διεξάγονταν, παράλληλα με τους αθλητικούς, μουσικοί αγώνες. Αναπόφευκτα οι πιο διαδεδομένοι τύποι τραγουδιών ήταν τα θρησκευτικά άσματα όπως ο διθύραμβος, προς τιμήν του θεού Διονύσου και ο παιάνας, το ιερό άσμα του Απόλλωνα. Από τον διθύραμβο, άλλωστε, γεννήθηκε το Αττικό Δράμα το οποίο δέσποσε τον 5ο π.Χ αιώνα και μέσω του οποίου κορυφώθηκε η Αρχαιοελληνική Μουσική. Επιπλέον, η μουσική συνόδευε και πολλές άλλες κοινωνικές δραστηριότητες, όπως οι πολεμικές συνθέσεις εμψύχωναν για τον πόλεμο, την εργασία, τα συμπόσια, τους γάμους, τις κηδείες. Αλλά και στην ιδιωτική ζωή το συναίσθημα του Έρωτος εκδηλωνόταν με τραγούδια. Τα παιδιά επίσης άκουγαν νανουρίσματα από την βρεφική τους ηλικία είτε από την μητέρα τους είτε από την τροφό τους.

Η μουσική όμως κατέστη αντικείμενο φιλοσοφικής διερεύνησης από τους κορυφαίους Αρχαίους Έλληνες διανοητές. Από τον Πυθαγόρα και τους μαθητές του μέχρι τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, επιχειρήθηκε μια διεξοδική ανάλυση του μουσικού φαινομένου. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η έντονη διαφοροποίηση του αριστοτελικού Αριστόξενου, ο οποίος έθεσε σε νέες βάσεις την θεώρηση της μουσικής. Ο ίδιος απέρριψε την μαθηματική της δομή και έθεσε σε πρώτο πλάνο, προκειμένου να κατανοηθεί, την πρωτοκαθεδρία των αισθήσεων με κυρίαρχη εκείνη της ακοής.

Τέλος είδαμε ότι πολύτιμες μαρτυρίες μας προσφέρει το εικαστικό υλικό από τις διάφορες ανασκαφές στην προσπάθειά μας να ανασυνθέσουμε το αρχαιοελληνικό μουσικό παρελθόν.

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τῶν ἐν Χερρονήσῳ (76-77)

[76] Ἐν κεφαλαίῳ δ᾽ ἃ λέγω φράσας καταβῆναι βούλομαι. χρήματ᾽ εἰσφέρειν φημὶ δεῖν· τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν συνέχειν, ἐπανορθοῦντας εἴ τι δοκεῖ μὴ καλῶς ἔχειν, μὴ ὅσοις ἄν τις αἰτιάσηται τὸ ὅλον καταλύοντας· πρέσβεις ἐκπέμπειν πανταχοῖ τοὺς διδάξοντας, νουθετήσοντας, πράξοντας· παρὰ πάντα ταῦτα τοὺς ἐπὶ τοῖς πράγμασι δωροδοκοῦντας κολάζειν καὶ μισεῖν πανταχοῦ, ἵν᾽ οἱ μέτριοι καὶ δικαίους αὑτοὺς παρέχοντες εὖ βεβουλεῦσθαι δοκῶσι καὶ τοῖς ἄλλοις καὶ ἑαυτοῖς.

[77] ἂν οὕτω τοῖς πράγμασι χρῆσθε καὶ παύσησθ᾽ ὀλιγωροῦντες ἁπάντων, ἴσως ἄν, ἴσως καὶ νῦν ἔτι βελτίω γένοιτο. εἰ μέντοι καθεδεῖσθε, ἄχρι τοῦ θορυβῆσαι καὶ ἐπαινέσαι σπουδάζοντες, ἐὰν δὲ δέῃ τι ποιεῖν ἀναδυόμενοι, οὐχ ὁρῶ λόγον ὅστις ἄνευ τοῦ ποιεῖν ὑμᾶς ἃ προσήκει δυνήσεται τὴν πόλιν σῶσαι.

***
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
[76] Επιθυμώ να κατεβώ από το βήμα, αφού προηγουμένως συνοψίσω τις προτάσεις μου. Υποστηρίζω ότι πρέπει να καταβάλετε τις εισφορές· να διατηρήσετε το εκστρατευτικό σώμα που έχετε συγκροτημένο, διορθώνοντας ό,τι κατά τη γνώμη σας δεν είναι σωστό και όχι διαλύοντάς το συνολικά εξαιτίας πιθανών κατηγοριών που θα διατυπώσει κάποιος. Να στείλετε παντού πρέσβεις, οι οποίοι θα ενημερώσουν, θα νουθετήσουν, θα προβούν σε ενέργειες. Πέρα από όλα αυτά, να τιμωρήσετε όσους πολιτικούς δωροδοκούνται και να τους μισείτε, όπου και αν βρίσκονται, για να φανεί ότι οι μετρημένοι και δίκαιοι άνθρωποι έχουν πάρει σωστές αποφάσεις, τόσο για τους άλλους όσο και για τον εαυτό τους.

[77] Αν χειριστείτε κατ᾽ αυτόν τον τρόπο τις πολιτικές υποθέσεις και πάψετε να αδιαφορείτε για όλα, ίσως, ναι ίσως ακόμη και τώρα βελτιωθεί η κατάσταση. Αν όμως κάθεστε εδώ περιορίζοντας το ενδιαφέρον σας σε αποδοκιμασίες και επιδοκιμασίες των ομιλητών, αλλά κάνετε πίσω, κάθε φορά που πρέπει να κάνετε κάτι, δεν βλέπω να υπάρχει καμιά αγόρευση ικανή να σώσει την πόλη, χωρίς εσείς να κάνετε το χρέος σας.

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Σ’ αὐ­τό το άρθρο θά προ­σπα­θή­σου­με, ὅ­σο μπο­ροῦ­με πιό συγ­κε­κρι­μέ­να, νά φω­τί­σου­με τό πρό­βλη­μα ποι­ά εἶ­ναι τά δι­δάγ­μα­τα πού θε­ω­ροῦ­με πώς προ­σφέ­ρει ἡ ἀρ­χαί­α ἐ­πι­στή­μη στή σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χή.
 
Πρῶ­τα ἀ­π’ ὁ­λα ὑ­πο­στη­ρί­ζου­με πώς ἡ ἀν­θρώ­πι­νη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα πού λέ­γε­ται ἐ­πι­στή­μη δέν ἐμ­φα­νί­στη­κε σάν τρό­πος σκέ­ψης γιά τά πράγ­μα­τα, τέ­τοι­ος πού νά μπο­ρεῖ νά δί­νει ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κή ἀ­πάν­τη­ση μέ τό λό­γο γιά ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε πρό­βλη­μα πού ἐμ­φα­νί­ζε­ται, μά σάν τρό­πος σκέ­ψης γιά τά πράγ­μα­τα πού μᾶς δί­νει τή δυ­να­τό­τη­τα νά τά χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με γιά ἐ­πι­θυ­μη­τούς σκο­πούς. Ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή σκέ­ψη δι­α­φέ­ρει ἀ­πό τούς ἄλ­λους τρό­πους σκέ­ψης στό ὅ­τι ἡ ἀ­ξι­ο­πι­στί­α της ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται στήν πρά­ξη. Αὐ­τή μας τήν ἄ­πο­ψη, γι’ αὐ­τό τό ζή­τη­μα, μπο­ροῦ­με νά τήν ἐκ­φρά­σου­με μέ τά λό­για ἑ­νός Γάλ­λου συγ­γρα­φέ­α πού τό ἔρ­γο του φαί­νε­ται πώς δέν ἔ­γι­νε ἀ­πο­δε­κτό στήν πα­τρί­δα του :
 
«Ταυ­τό­χρο­να μέ τή θρη­σκευ­τι­κή σκέ­ψη», γρά­φει δ Felix Sartiaux «ὁ­μως πο­λύ πιό ἀρ­γά, ἐ­πει­δή ἀ­παι­τοῦν­ται πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρες προ­σπά­θει­ες, ἡ ἐ­πι­στη­μοι­κή σκέ­ψη ξε­κό­βει ἀ­πό τή νο­ο­τρο­πί­α τῆς μα­γεί­ας καί τοῦ μυ­στι­κι­σμοῦ πού χα­ρα­κτή­ρι­ζε τόν πρω­τό­γο­νο ἄν­θρω­πο. ¨Ο ἄν­θρω­πος μέ τή χει­ρω­να­κτι­κή ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α, μέ τήν κα­τα­σκευ­ή ἀν­τι­κει­μέ­νων γιά προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο σκο­πό, χά­ρη στήν κλί­ση του ν’ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τά πράγ­μα­τα μέ πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα, ἀρ­χί­ζει νά ξε­χω­ρί­ζει, νά τα­ξι­νο­μεῖ καί νά προ­σέ­χει τί σχέ­σεις πού εἶ­ναι ἀ­νε­ξάρ­τη­τες ἀ­πό τή φαν­τα­σί­α του. Ἀρ­χί­ζει νά κα­τα­λα­βαί­νει πώς τά πραγ­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα δέν ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται στίς ἱ­ε­ρο­τε­λε­στί­ες, πώς τά πράγ­μα­τα δέ συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται ὁ­πως τά πνεύ­μα­τα. Ἄν δι­α­τη­ροῦ­σε τούς μύ­θους τῆς μα­γεί­ας καί τούς θρη­σκευ­τι­κούς μύ­θους, πο­τέ δέ θά μπο­ροῦ­σε νά κά­νει κά­τι. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἀ­πό τήν πιό πα­λιά ἐ­πο­χή, σκό­τω­νε πραγ­μα­τι­κά τά ζῶ­α κι ἐ­πί­σης τά ἐ­ξη­μέ­ρω­νε, καλ­λι­ερ­γοῦ­σε φυ­τά, ἔ­βγα­ζε μέ­ταλ­λα ἀ­πό τά ὀ­ρυ­κτά, καί κα­τα­σκεύ­α­ζε Ἀν­τι­κεί­με­να γιά σκο­πούς πού ὁ ἴ­διος εἶ­χε κα­θο­ρί­σει. Αὐ­τές οἱ δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, ὁ­ποι­ες κι ἄν ἦ­ταν οἱ πα­ρα­στά­σεις πού τίς συ­νό­δευ­αν, ἦ­ταν πε­τυ­χη­μέ­νες ἐ­νέρ­γει­ες. Ὁ ἄν­θρω­πος, συ­νει­δη­τά ἤ ὄ­χι, κα­τα­νό­η­σε τίς σω­στές σχέ­σεις καί τίς ὑ­πό­τα­ξε. Ἡ ὕ­παρ­ξη τῆς τε­χνι­κῆς - πού ἔ­χει τίς ρί­ζες της στήν πα­λαι­ο­λι­θι­κή ἐ­πο­χή - δεί­χνει πώς καί στήν πιό πρω­τό­γο­νη σκέ­ψη ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἴ­χνη ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ πνεύ­μα­τος» (Morale Kantienne et morale humaine, Paris 1917, σ 254).
 
Στούς ἀρ­χαί­ους πο­λι­τι­σμούς τῆς Ἐγ­γύς Ἀ­να­το­λῆς αὐ­τός ὁ ἐ­πι­στη­μο­νικ­δς τρό­πος τῆς σκέ­ψης σχε­δόν μό­λις καί με­τά βί­ας πε­τυ­χη­μέ­να ἐ­φαρ­μό­στη­κε στή σφαί­ρα τῆς τε­χνι­κῆς. Ὅ­μως ὑ­πῆρ­χε πλά­ϊ στή μυ­θο­λο­γι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ σύμ­παν­τος. Αὐ­τή ἡ μυ­θο­λο­γι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ σύμ­παν­τος ἐμ­φα­νί­στη­κε καί δι­α­δό­θη­κε στό σῶ­μα τῶν ἱ­ε­ρέ­ων καί σέ με­γά­λο βαθ­μό ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σε πο­λι­τι­κούς σκο­πούς. Οἱ τε­χνί­τες πού ἡ δου­λειά τους ἔ­κλι­νε τά σπέρ­μα­τα τῆς ἐ­πι­στή­μης, ἀ­σχο­λι­όν­του­σαν μέ τήν ὕ­λη. Οἱ ἱ­ε­ρεῖς πού τό κα­θῆ­κον τους ἦ­ταν ἡ δι­α­τή­ρη­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς δι­άρ­θρω­σης, ἀ­σχο­λι­όν­του­σαν κυ­ρί­ως μέ τήν ἐ­πι­τή­ρη­ση τῶν ἀν­θρώ­πων. Οἱ ἀ­νάγ­κες τα­ῆς ἐ­πι­τή­ρη­σης τῶν ἀν­θρώ­πων δη­μι­ουρ­γή­σα­νε τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς δι­α­τή­ρη­σης τῶν μυ­θο­λο­γι­κῶν ἑρ­μη­νει­ῶν γιά τά με­γά­λα φαι­νό­με­να τῆς φύ­σης - γιά τίς κι­νή­σεις τῶν οὐ­ρά­νι­ων σω­μά­των, για τή δι­α­δο­χή τῶν ἐ­πο­χῶν τοῦ χρό­νου, γιά τή βλά­στη­ση, γιά τίς ἀ­νω­μα­λί­ες ἤ τή βι­αι­ό­τη­τα τῆς φύ­σης.
 
Ἡ Ἰ­δι­αί­τε­ρη πρω­το­τυ­πί­α τῶν στο­χα­στῶν τῆς Ἰ­ω­νί­ας ἦ­ταν πώς χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­νε γιά τήν ἑρ­μη­νεί­α τῶν κι­νή­σε­ων τῶν οὐ­ρα­νί­ων σω­μά­των καί τῶν με­γά­λων φυ­σι­κῶν φαι­νο­μέ­νων ἕ­να τρό­πο σκέ­ψης πού πή­γα­ζε ἀ­πό τή γνώ­ση πού εἴ­χα­νε στίς τέ­χνες. Εὐ­νο­ϊ­κές πο­λι­τι­κές πε­ρι­στά­σεις τούς τό ἐ­πέ­τρε­ψαν. Ἐ­κρο­σω­πού­σα­νε ἕ­να νέ­ο στοι­χεῖ­ο, τή νέ­α τά­ξη τῶν πα­ρα­γω­γῶν καί τῶν ἐμ­πό­ρων πού φέρ­να­νε μί­α προ­σω­ρι­νή εἰ­ρή­νη κι εὐ­τυ­χί­α στήν κοι­νω­νί­α, στήν ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη κοι­νω­νί­α ἀ­πό τούς ἀ­γῶ­νες ἀ­νά­με­σα στήν ἀ­ρι­στο­κρα­τί­α τῆς γῆς καί στούς ἀ­παλ­λο­τρι­ω­μέ­νους ἀ­γρό­τες. Ἐ­πει­δή κυ­ρι­αρ­χού­σα­νε μέ­σα στήν κοι­νω­νί­α, κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε ἐ­πί­σης κι ὁ τρό­πος τῆς σκέ­ψης τους. Αἰ­σθά­νον­ταν τήν πο­λι­τι­κή τους ἐ­ξου­σί­α στα­θε­ρή κ γι’ αὐ­τό δέ φο­βη­θή­κα­νε ν’ ἀλ­λά­ξου­νε τίς πα­λι­ές μυ­θο­λο­γι­κές ἑρ­μη­νεῖ­ες γιά τή φύ­ση καί νά τίς ἀν­τι­κα­τα­στή­σου­νε μέ μιά ἑρ­μη­νεί­α γιά τά «ἐ­πά­νω πράγ­μα­τα» πού πή­γα­ζε ἀ­πό τ πρα­κτι­κή πεί­ρα πού εἴ­χα­νε ἀ­πο­κτή­σει ἀ­πό τά ἐ­πί­γεια πράγ­μα­τα.
 
Ὁ Σό­λω­νας, στίς ἀρ­χές τοῦ ἕ­κτου αἰ­ώ­να, ἔ­βα­λε στήν Ἀτ­τι­κή τήν οἰ­κο­νο­μι­κή βά­ση αὐ­τοῦ τοῦ τρό­που ἀν­τί­λη­ψης τοῦ κό­σμου. Ὁ Σό­λω­νας ἦ­ταν ἔμ­πο­ρας πού κλή­θη­κε νά βγά­λει τήν Ἀ­θή­να ἀ­πό τό ἀ­δι­έ­ξο­δο πού τῆς δη­μι­ούρ­γη­σε ὁ συ­νη­θι σμέ­νος ἀ­γώ­νας ἀ­νά­με­σα στούς γαι­ο­κτή­μο­νες καί στούς χω­ρι­κούς. Μέ τήν εἰ­σα­γω­γή τῶν βι­ο­μη­χα­νι­κῶν τε­χνι­κῶν κλά­δων ἔ­δω­σε στή χώ­ρα τίς οἰ­κο­νο­μι­κές δυ­να­τό­τη­τες καί προ­σπά­θη­σε νά μά­θει ὁ κά­θε Ἀ­θη­ναῖ­ος στό παι­δί του κά­ποι­α τέ­χνη. Ἡ Ἀ­θή­να, ὅ­ταν ἔ­γι­νε δη­μο­κρα­τί­α, ἦ­ταν μιά βι­ο­μη­χα­νι­κή καί ἐμ­πο­ρι­κή πό­λη στό κέν­τρο μί­ας ἀ­γρο­τι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς.
 
«Εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρον νά ση­μει­ώ­σου­με», γρά­φει δ W.H Jones, «πώς ἡ τέ­χνη ξε­χώ­ρι­σε ἀ­πό τήν ἐ­πι­στή­μη τό­τε μο­νά­χα ὅ­ταν ἡ ἑλ­λη­νι­κή σκέ­ψη εἶ­χε πιά ξε­πε­ρά­σει τό ζε­νίθ της». Στά μι­σά τοῦ με­γά­λου πέμ­πτου αἰ­ώ­να, στήν ἀ­πό­κο­ρύ­φω­ση τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Πε­ρι­κλῆ, αὐ­τός δ δι­α­χω­ρι­σμός δέν εἶ­χε ἀ­κό­μα πα­ρου­σια­στεῖ στήν Ἀ­θή­να. Σ’ αὐ­τή τήν ἐ­πο­χη ὁ ἐρ­γα­ζό­με­νος γλύ­πτης Φει­δί­ας ἤ ὁ ἐρ­γα­ζό­με­νος ἀρ­χι­τέ­κτο­νας Ἰ­κτῖ­νος ἦ­ταν τό κό­σμη­μα τῆς κα­λύ­τε­ρης κοι­νω­νί­ας. Αὐ­τή ἡ ἄ­πο­ψη ἀν­τι­κα­θρε­πτί­ζε­ται στά κα­λύ­τε­ρα λο­γο­τε­χνι­κά ἔρ­γα ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς.
 
Ἔ­τσι λ.χ. ὁ Αἰ­σχύ­λος - πού δη­μι­ούρ­γη­σε τό ἔρ­γο του στό τέ­λος τοῦ πρώ­του μι­σοῦ τοῦ πέμ­πτου αἰ­ώ­να - δί­νει μέ τό στό­μα τοῦ Προ­μη­θέ­α πού δί­δα­ξε τή φω­τιά μιά ὑ­πέ­ρο­χη πε­ρι­γρα­φι­κή εἰ­κό­να γιά τό ρό­λο τῆς τε­χνι­κῆς στήν ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α. Ὁ ἄν­θρω­πος, λέ­ει ὁ Προ­μη­θέ­ας, εἶ­χε στήν ἀρ­χή τό­σο λί­γο μυα­λό ὅ­σο κι ἕ­να μω­ρό. Εἶ­χε μά­τια, μά δέν ἔ­βλε­πε. Εἶ­χε ἀ­φτιά κι ὅ­μως δέν ἄ­κου­γε. Ζοῦ­σε μέ­σα σ’ ἕ­να κό­σμο ὀ­νεί­ρων καί φαν­τα­σι­ώ­σε­ων ἴ­σα­με πού ὁ Προ­μη­θέ­ας τοῦ χά­ρι­σε τή λο­γι­κή καί τήν ἱ­κα­νό­τη­τα τῆς ἀν­τί­λη­ψης. Σέ τί ὠ­φε­λοῦ­σε αὐ­τό τό δῶ­ρο τῆς ἀν­τί­λη­ψης ; Στό ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος πού ζοῦ­σε προ­η­γού­με­να σάν ἔν­το­μο μέ­σα στίς σκο­τει­νές ὑ­πό­γει­ες σπη­λι­ές, χω­ρίς νά εἶ­ναι ἱ­κα­νός νά φτιά­χνει πλί­θους καί χω­ρίς νά γνω­ρί­ζει τήν τέ­χνη τοῦ μα­ραγ­γοῦ, τώ­ρα ζεῖ σ’ ὡ­ραῖ­α ἡ­λι­ό­λου­στα σπί­τια. Προ­η­γού­με­να δέν ἡ­ξε­ρε νά προ­βλἐ­ψει τό χει­μώ­να, τήν ἄ­νοι­ξη, τό κα­λο­καί­ρι. Τώ­ρα ἔ­μα­θε νά δι­α­βά­ζει τ’ ἄ­στρα κι ἔ­φτια­ξε τό ἡ­με­ρο­λό­γιο. Προ­η­γού­με­να δέν ἡ­ξε­ρε οὔ­τε νά λο­γα­ριά­ζει, οὔ­τε καί νά γρά­φει. Τώ­ρα ἔ­χει ἀ­ριθ­μη­τι­κό σύ­στη­μα κι ἀλ­φά­βη­το. Προ­η­γού­με­να μο­χθοῦ­σε σάν τά ζε­μέ­να ζῶ­α, τώ­ρα μέ­ρε­ψε τ’ ἄ­γρια ζῶ­α γιά νά κου­βα­λᾶ­νε τά φορ­τί­α καί τίς πα­νο­πλί­ες. Προ­η­γού­με­να δέν τά κα­τά­φερ­νε νά κο­λυμ­πά­ει στή θά­λασ­σα, νά γι­α­τρεύ­ε­ται ὅ­ταν ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος, ἤ καί νά προ­βλέ­πει τό μέλ­λον. Τώ­ρα ἔ­χει τά λι­νά πα­νιά, τά θε­ρα­πευ­τι­κά βό­τα­να καί τήν τέ­χνη τῆς πρό­βλε­ψης. Σάν ἀ­πο­κο­ρύ­φω­ση ὅ­λων αὐ­τῶν κα­τά­κτη­σε τούς θα­μέ­νους κά­τω ἀ­πό τή γῆ θη­σαυ­ρούς, τό χρυ­σά­φι, τ’ ἀ­σή­μι, τό χαλ­κό, τό σί­δε­ρο. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ἔκ­θε­ση πού δί­νει ὁ Αἰ­σχύ­λος στόν Προ­μη­θέ­α του γιά τήν ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Γι’ αὐ­τόν ἡ κα­τά­χτη­ση τῆς τε­χνι­κῆς εἶ­ναι ἀ­δι­α­χώ­ρι­στη ἀ­πό τήν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς νο­η­μο­σύ­νης. Τοῦ ἦ­ταν ἀ­δι­α­νό­η­τη ἡ ἰ­δέ­α μί­ας ὄ­χι ἐ­φαρ­μο­σμέ­νης ἐ­πι­στή­μης.
 
Με­ρι­κά χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα δ Σο­φο­κλῆς στήν Ἀν­τι­γό­νη του καί πά­λι ἀ­να­κι­νεῖ τό θέ­μα τῆς τε­χνο­λο­γι­κῆς ἐ­φευ­ρε­τι­κό­τη­τας τοῦ ἀν­θρώ­που. Θαυ­μα­στά, εἶ­ναι πολ­λά πράγ­μα­τα, λέ­ει, μά δέν ὑ­πάρ­χει πιό θαυ­μα­στό πράγ­μα ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν ἄν­θρω­πο. Αὐ­τός εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη πού δι­α­σχί­ζει τή θά­λασ­σα. Ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ τούς δυ­να­τούς ἀ­έ­ρη­δες γιά νά τόν με­τα­φέ­ρου­νε πά­νω ἀ­πό τά με­γά­λα κύ­μα­τα πού ἀ­πει­λοῦ­νε νά τόν κα­τα­πιοῦν. Χρό­νια τώ­ρα τό μου­λά­ρι, αὐ­τό τό δυ­να­τό ζῶ­ο πού βγῆ­κε ἀ­πό τ’ ἄ­λο­γο, τρα­βά­ει τ’ ἄ­ρο­τρό του κι ὀρ­γώ­νει τό χῶ­μα τῆς Γῆς, τῆς πιό ἀρ­χαί­ας θε­ᾶς. Μέ τήν ἀ­νώ­τε­ρη νο­η­μο­σύ­νη του τρα­βά­ει στίς πα­γί­δες καί τά δί­χτυ­α του ζῶ­α, που­λιά καί ψά­ρια. Δά­μα­σε κι ὑ­πό­τα­ξε τ’ ἄ­λο­γο μέ τή δα­σύ­τρι­χη χαί­τη καί τόν ἀ­κα­τά­βλη­το βου­νή­σιο ταῦ­ρο. Ἔ­μα­θε νά μι­λά­ει, νά σκέ­πτε­ται καί νά συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται πο­λι­τι­σμέ­να. Ἔ­κτι­σε τά σπί­τια γιά νά προ­στα­τευ­τεῖ ἀ­πό τή πα­γω­νιά καί τή βρο­χή. Γιά ὅ­λα - ἐ­κτός ἀ­πό τό θά­να­το - βρῆ­κε φάρ­μα­κο. Μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα καί νά γι­α­τρέ­ψει τίς ἀρ­ρώ­στι­ες. Ἡ ἐ­φευ­ρε­τι­κό­τη­τά του στίς τέ­χνες, ἄν κι ἄλ­λο­τε τοῦ βγαί­νει σέ κα­κό κι ἄλ­λο­τε σέ κα­λό, μαρ­τυ­ρά­ει ἀ­φάν­τα­στη σο­φί­α.
 
Δώ­σα­με μί­α πε­ζή πα­ρά­φρα­ση τῆς ποί­η­σης πού δέ με­τα­γλω­τί­ζε­ται καί πού ἐκ­φρά­ζει τό με­γά­λο φό­ρο τι­μῆς πρός τήν ἐ­φευ­ρε­τι­κό­τη­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δι­ά­νοι­ας. Του­λά­χι­στο φω­τί­σα­με τό πε­ρι­ε­χό­με­νό της. Ἡ ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Σο­φο­κλῆ γιά τ’ ἀν­θρώ­πι­να ἐ­πι­τεύγ­μα­τα ταυ­τί­ζε­ται μ’ ἐ­κεί­νη τοῦ Αἰ­σχύ­λου. Ὅ­μως, ἐ­νῶ τό ὑ­λι­κό τα­ῆς τρα­γω­δί­ας του ὑ­πο­χρε­ώ­νει τόν Αἰ­σχύ­λο ν’ ἀ­πο­δώ­σει τίς ἀ­να­κα­λύ­ψεις ὅ­λων τῶν τε­χνῶν στόν Προ­μη­θέ­α, ὁ Σο­φο­κλῆς ἀ­νοι­κτά δι­α­κη­ρύσ­σει πώς ὅ­λα αὐ­τά εἶ­ναι ἐ­πι­τεύγ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που. Αὐ­τό φυ­σι­κά οὔ­τε ὁ Αἰ­σχύ­λος τ’ ἀρ­νι­ό­τα­νε. Τήν ἴ­δια γνώ­μη εἶ­χε κι ὁ σύγ­χρο­νός τους φι­λό­σο­φος, ὁ Ἀ­να­ξα­γό­ρας πού ζοῦ­σε κι αὐ­τός στήν Ἀ­θή­να τοῦ Πε­ρι­κλῆ. Δί­δα­ξε πώς ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­γι­νε σο­φός για­τί ἀ­πό­κτη­σε δυ­ό ἱ­κα­νά χέ­ρια.
 
Δέν εἶ­ναι εὔ­κο­λο ἀ­πό τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα τῆς ἀρ­χαί­ας φι­λο­λο­γί­ας νά φω­τι­στεῖ ὁ­λό­πλευ­ρα ἡ μέ­θο­δος ἐ­κεί­νων τῶν φι­λο­σό­φων - ἐ­πι­στη­μό­νων πού βλέ­πα­νε στήν τε­χνι­κή τό κλει­δί γιά τήν κα­τα­νό­η­ση τῶν ἐ­νερ­γει­ῶν τῆς φύ­σης. Μιά ὅ­μως πραγ­μα­τεί­α πού ἐ­ξε­τά­σα­με λε­πτο­με­ρεια­κά, το­νί­ζει τή συμ­βο­λή πού εἴ­χα­νε οἱ μά­γει­ροι γιά τήν κα­τα­νό­η­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὑ­πό­στα­σης καί τῆς φύ­σης γε­νι­κά. Ἀ­νά­με­σα στ’ ἄλ­λα πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­να­φέ­ρα­με τήν προ­σπά­θεια τοῦ Ἐμ­πε­δο­κλῆ νά φω­τί­σει τή σχέ­ση πού ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα στήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἀ­τμό­σφαι­ρα καί στήν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ αἵ­μα­τος στ’ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα μέ τή βο­ή­θεια τῆς κλε­ψύ­δρας. Αὐ­τό τό πεί­ρα­μα ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε ἐ­πί­σης τό συμ­πέ­ρα­σμα πώς οἱ βα­σι­κές φυ­σι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες, ἡ ἀλ­λη­λο­ε­πί­δρα­ση τῶν στοι­χεί­ων, δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται ἔ­ξω ἀ­πό τά πλαί­σια τῆς ἀν­τί­λη­ψης τῶν αἰ­σθή­σε­ων. Τό κα­θῆ­κον τοῦ ἐ­πι­στή­μο­να ἦ­ταν τώ­ρα μέ βά­ση τίς ὁ­ρα­τές νά συμ­πε­ρά­νει τίς κρυμ­μέ­νες δι­α­δι­κα­σί­ες. Δι­α­σώ­θη­κε κι ἄλ­λο ἕ­να ἔρ­γο τῆς σχο­λῆς τοῦ Ἱπ­πό­κρα­τη κι ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο βλέ­που­με πώς ὁ δο­κι­μα­σμέ­νος ἐ­πι­στή­μο­νας προ­σπα­θεῖ νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει αὐ­τή τή μέ­θο­δο. Φαί­νε­ται πώς αὐ­τή ἡ πραγ­μα­τεί­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τό δι­ευ­θυν­τή τοῦ Γυ­μνα­σί­ου πού ἔ­ζη­σε στά τέ­λη τοῦ πέμ­πτου αἰ­ώ­να. Πί­στευ­ε πώς ἡ ὑ­πό­στα­ση τοῦ ἀν­θρώ­πού εἶ­ναι ἕ­να μίγ­μα φω­τιᾶς καί νε­ροῦ. Ἡ δυ­σκο­λί­α του βρι­σκό­τα­νε στό ὅ­τι τά δυ­ό αὐ­τά στοι­χεῖ­α ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α ἐ­ξαρ­τι­ῶν­ται οἱ ζω­τι­κές ἐκ­δή­λω­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που - τό ἴ­διο ὅ­πως κι ὁ ἀ­έ­ρας πού ἐ­ρευ­νή­θη­κε ἀ­πό τόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ - εἶ­ναι πο­λύ λε­πτά γιά νά μπο­ρεῖ ἄ­με­σα νά τά ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὁ ἄν­θρω­πος. Μέ ποι­ό τρό­πο ξε­περ­νά­ει αὐ­τή του τή δυ­σκο­λί­α; Εἶ­ναι φα­νε­ρό πώς ἦ­ταν μα­θη­τής τοῦ Ἠ­ρά­κλει­του, τοῦ Ἐμ­πε­δο­κλῆ καί τοῦ Ἀ­να­ξα­γό­ρα πού στίς ἀ­πό­ψεις τους γιά τό σύμ­παν βρή­κα­με πολ­λά ἴ­χνη τῆς ἐ­πί­δρα­σης τῆς τε­χνι­κῆς. Ὅ­πως αὐ­τοί οἱ κο­σμο­λό­γοι χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­νε πολ­λές ἔν­νοι­ες βγάλ- μέ­νες ἀ­πό τήν τε­χνι­κή γιά νά ἐ­ξη­γή­σου­νε τό σύμ­παν, ἔ­τσι κι ὁ για­τρός μας γυ­ρεύ­ει νά ἐ­ξη­γή­σει τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μέ τήν τε­χνι­κή. Ὅ­πως κι οἱ πρό­γο­νοί του πού χρη­σι­μο­ποι­ού­σα­νε τήν ἴ­δια μέ­θο­δο, λέ­ει κι αὐ­τός πολ­λές ἀ­νο­η­σί­ες. Ἐ­μᾶς ὅ­μως δέν μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρου­νε τ’ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, μά ἡ μέ­θο­δος.
 
Πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα δι­α­κη­ρύτ­τει τή γε­νι­κή του ἀρ­χή. Μπο­ροῦ­με, λέ­ει, νά πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τίς ἀ­ό­ρα­τες δι­α­δι­κα­σί­ες τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης ἄν προ­σέ­ξου­με τίς ὁ­ρα­τές δι­α­δι­κα­σί­ες τῆς τε­χνι­κῆς. Στούς ἀν­θρώ­πους ξε­φεύ­γει αὐ­το τό στοι­χεῖ­ο, ἐ­πει­δή δέν κα­τα­λα­βαί­νου­νε πώς οἱ τε­χνι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες πού συ­νει­δη­τά ἐ­λέγ­χον­ται ἀ­π’ αὐ­τούς ἀ­πο­τε­λοῦ­νε ἀν­τι­γρα­φή τῶν ἀ­συ­νει­δή­των δι­α­δι­κα­σι­ῶν τοῦ ἀν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος. Οἱ θε­οί, μᾶς ἐ­ξη­γεῖ, μά­θα­νε τούς ἀν­θρώ­πους ν’ ἀν­τι­γρά­φου­νε μέ τίς τέ­χνες τους τίς λει­τουρ­γί­ες τοῦ σώ­μα­τός τους. Οἱ ἄν­θρω­ποι κα­τα­λα­βαί­νου­νε τίς τέ­χνες (δη­λα­δή τίς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­νε μ’ ἐ­πι­τυ­χί­α) , ὅ­μως δέν κα­τα­νο­οῦ­νε ποι­όν οἱ τέ­χνες ἀν­τι­γρά­φου­νε, θά ἔ­πρε­πε νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­νε τό γε­γο­νός πώς οἱ τέ­χνες εἶ­ναι τό κλει­δί γιά τήν κα­τα­νό­η­ση τῶν κρυμ­μέ­νων δι­α­δι­κα­σι­ῶν τῆς φύ­σης.
 
Ἐ­δῶ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό νά πά­ρου­με ὑ­πό­ψη μας τί θε­ω­ρεῖ ὁ συγ­γρα­φέ­ας «κα­τα­νό­η­ση». Δέ θε­ω­ρεῖ τήν ἱ­κα­νό­τη­τα τῆς ἐ­ξή­γη­σης μέ τό λό­γο, μά θε­ω­ρεῖ τήν ἱ­κα­νό­τη­τα τῆς συ­νει­δη­τῆς δρά­σης γιά τήν ἐ­πί­τευ­ξη ἑ­νός συγ­κε­κρι­μέ­νου σκο­πού. Θέ­λει ν’ ἀ­σχο­λη­θεῖ μέ τ’ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα μέ σκο­πό νά δι­α­τη­ρή­σει καί νά κα­λυ­τε­ρέ­ψει τήν ὑ­γεί­α του. Εἶ­ναι πει­σμέ­νος πώς μπο­ρε­ΐ ἀ­πό τίς ὑ­πάρ­χου­σες σ’ ἐ­φαρ­μο­γή τέ­χνες νά βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα γιά τήν και­νούρ­για τέ­χνη τῆς ὑ- γι­ει­νῆς πού προ­σπα­θεῖ νά δη­μι­ουρ­γή­σει. Στρέ­φει τήν προ­σο­χή του στίς τέ­χνες τοῦ σι­δε­ρᾶ, τοῦ ὑ­φάν­τη, τοῦ λευ­κα­στή, τοῦ μα­ραγ­κοῦ, τοῦ χτί­στη, τοῦ μου­σι­κοῦ, τοῦ μά­γει­ρα, τοῦ βυρ­σο­δέ­ψη, τοῦ κα­λα­θά, τοῦ χρυ­σω­τή, τοῦ ἀ­ση­μω­τή, τοῦ γλύ­πτη, τοῦ ἀγ­γει­ο­πλά­στη καί τοῦ γρα­φέ­α. Φαί­νε­ται πώς ἡ κύ­ρια ἰ­δέ­α του εἶ­ναι πώς ἄν ἐ­νερ­γή­σου­με σω­στά γιά τίς ἀν­τι­λη­πτές πλευ­ρές τῶν πραγ­μά­των, τό­τε ἀ­να­πό­φευ­κτα θά μᾶς φα­νε­ρω­θοῦ­νε κι οἱ ἀ­ό­ρα­τες δι­α­δι­κα­σί­ες πού ἀ­να­ζη­τοῦ­με.
 
Κά­τω ἀ­π’ αὐ­τό τό πρῖ­σμα βλέ­πει νά ὑ­πάρ­χει μιά ἀ­να­λο­γί­α ἀ­νά­με­σα σ’ ὁ­ρι­σμέ­νες φυ­σι­ο­λο­γι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες καί στήν τέ­χνη τῆς πρό­βλε­ψης. Ὁ μάν­της προ­σέ­χει τά ἀν­τι­λη­πτά πράγ­μα­τα, δη­λα­δή τά γε­γο­νό­τα πού συμ­βαί­νουν, κι ἀ­π’ αὐ­τά μπο­ρεῖ νά προ­βλέ­ψει τά ἀ­ό­ρα­τα, δη­λα­δή τά μελ­λον­τι­κά γε­γο­νό­τα. Πα­ρό­μοι­α ἕ­νας ἄν­δρας καί μιά γυ­ναί­κα κά­νον­τας μιά ἐ­νέρ­γεια τοῦ πα­ρόν­τος - τήν ἐ­ρω­τι­κή πε­ρί­πτυ­ξή τους - ἀρ­χί­ζου­νε μιά δι­α­δι­κα­σί­α πού ἔ­χει γιά μελ­λον­τι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σμα τή γέν­νη­ση ἑ­νός παι­διοῦ. Ἔ­τσι, ὑ­πο­στη­ρί­ζει, πρέ­πει νά ἐλ­πί­ζου­με πώς μπο­ροῦ­με ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψου­με καί τήν πο­ρεί­α μί­ας δι­α­δι­κα­σί­ας πού θ’ ἀρ­χί­ζει στό πα­ρόν καί πού θά ἔ­χει γιά μελ­λον­τι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σμα τήν ὑ­γεί­α.
 
Προ­σπα­θεῖ νά πλη­σιά­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο τήν ἀ­πάν­τη­ση πά­νω σ’ αὐ­τό τό θέ­μα μέ τή με­λέ­τη τῆς πα­ρα­γω­γῆς τῶν σι­δε­ρέ­νι­ων ἐρ­γα­λεί­ων. Σύμ­φω­να μέ τή γνώ­μη του, ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μίγ­μα φω­τιᾶς καί νε­ροῦ. Ἡ φω­τιά καί τό νε­ρό εἶ­ναι ἐ­πί­σης τά βα­σι­κά στοι­χεῖ­α τοῦ χυ­το­σί­δε­ρου. Ὁ σι­δε­ράς ὅ­ταν φυ­σά­ει τή φω­τιά πά­νω στό σί­δε­ρο, βγά­ζει ἀ­π’ αὐ­τό τήν «τρο­φή» κι’ ἔ­τσι αὐ­τό γί­νε­ται «χα­λα­ρό» κι εὐ­λύ­γι­στο. Με­τά τό σφυ­ρη­λα­τεῖ, τό συγ­κολ­λά­ει καί τό «βά­φει» μέ νε­ρό. Τό «βά­ψι­μο» τοῦ ἐ­πι­στρέ­φει τήν «τρο­φή». Τό ἴ­διο γί­νε­ται κι ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος γυ­μνά­ζε­ται. Μέ τήν ἀ­να­πνο­ή φουν­τώ­νει μέ­σα του τή φω­τιά πού κα­τα­να­λώ­νει τήν τρο­φή. Ὅ­ταν γί­νει «χα­λα­ρός» εἶ­ναι κτυ­πη­μέ­νος, εὐ­κο­λο­δι­ά­πλα­στος καί κα­θα­ρι­σμέ­νος. Με­τά πού θά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τό νε­ρό (δη­λα­δή τή τρο­φή), ἀ­πο­κτά­ει καί πά­λι δύ­να­μη.
 
Δέν πρό­κει­ται ἐ­δῶ νά συ­νε­χί­σου­με τήν πε­ρι­γρα­φή τῶν ἀ­να­λο­γι­ῶν πού ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται πώς ὑ­πάρ­χου­νε ἀ­νά­με­σα στήν ὑ­γι­ει­νή δι­α­τρο­φή καί σέ πολ­λές ἄλ­λες τέ­χνες πού ἀ­να­φέ­ρα­με. Εἶ­ναι πο­λύ φαν­τα­στι­κές. Ὅ­μως θά ἦ­ταν λά­θος νά νο­μί­σου­με πώς χά­νου­νε κά­θε ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ἀ­ξί­α. Μο­νά­χα αὐ­τός πού δέ γνω­ρί­ζει τίς τε­ρά­στι­ες δυ­σκο­λί­ες πού συ­ναν­τᾶ στά πρῶ­τα βή­μα­τά της κά­θε ἐ­πι­στή­μη, μο­νά­χα αὐ­τός πού δέ ξέ­ρει πώς ἡ ἀρ­χή κά­θε ἐ­πι­στή­μης συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πό δι­ε­ρευ­νη­τι­κές καί πει­ρα­μα­τι­κές σκέ­ψεις, μο­νά­χα, αὐ­τός μπό- ρεῖ νά πέ­σει σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο λά­θος. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας μᾶς προ­τεί­νει νά δο­κι­μά­σου­με πολ­λά πράγ­μα­τα γιά τ’ ἀν­θρώ­πι­να σώ­μα­τα. Τή γυ­μνα­στι­κή, τό λου­τρό, τό μα­σάζ, τήν κα­θα­ρι­ό­τη­τα καί τή δί­αι­τα πού μᾶς ἀ­να­φέ­ρει δέν εἶ­ναι κα­θό­λου ἄ­χρη­στα πράγ­μα­τα. Συγ­κρί­νον­τας τίς ἄλ­λες τέ­χνες μέ τή δι­κή του προ­σπα­θεῖ νά ξε­κα­θα­ρί­σει τί ὁ ἴ­διος κά­νει. Ὅ­μως ἐ­μεῖς ἐ­δῶ ἀ­σχο­λι­ό­μα­στε κυ­ρί­ως μέ τή μέ­θο­δό του κι ὄ­χι μέ τ’ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα πού πέ­τυ­χε. Ὅ­σο πιό φαν­τα­στι­κές εἶ­ναι οἱ ἀ­να­λο­γί­ες πού ἀ­να­φέ­ρει πώς ὑ­πάρ­χου­νε ἀ­νά­με­σα στίς φυ­σι­ο­λο­γι­κές λει­τουρ­γί­ες καί στήν τε­χνι­κή, τό­σο πιό ση­μαν­τι­κό γί­νε­ται τό γε­γο­νός πώς ὁ συγ­γρα­φέ­ας μας μπο­ρεῖ καί χρη­σι­μο­ποι­εῖ αὐ­τή τή μέ­θο­δο. Ἄν βρί­σκον­ταν στόν πιό πρω­τό­γο­νο βαθ­μό ἐ­ξέ­λι­ξης, τό­τε θά θε­ω­ροῦ­σε πώς τό σῶ­μα εἶ­ναι ἡ κα­τοι­κί­α τῶν πνευ­μά­των καί θά ἦ­ταν κι ἀ­νά­λο­γη ἡ πε­ρι­γρα­φή του. Αὐ­τός ὅ­μως ἔ­χει τή γνώ­μη πώς ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φυ­σι­ο­λο­γί­α μοιά­ζει μέ τή δου­λειά τοῦ σι­δε­ρᾶ, τοῦ λευ­κα­στή, τοῦ ἀγ­γει­ο­πλά­στη καί μέ βά­ση αὐ­τή του τή γνώ­μη κά­νει τήν πε­ρι­γρα­φή του. Ἡ πρω­τό­γο­νη ἀν­τί­λη­ψη γιά τή φύ­ση ἀ­να­μορ­φώ­θη­κε ἀ­πό τήν ἴ­δια τή δύ­να­μη ἐ­κει­νη πού ἀ­να­μόρ­φω­σε καί τήν κοι­νω­νί­α, δη­λα­δή ἀ­πό τή χρη­σι­μο­ποί­η­ση τῆς πα­ρα­γω­γι­κῆς τε­χνι­κῆς.
 
Ποι­ά εἶ­ναι ἡ προ­σφο­ρά αὐ­τοῦ τοῦ τρό­που ἑρ­μη­νεί­ας ; Για­τί ἀ­πό­κτη­σε τό­σο με­γά­λη ση­μα­σί­α γιά τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἐ­πι­στή­μης ; Ὁ Πλά­τω­νας σέ με­ρι­κές πλευ­ρές τῆς θε­ω­ρί­ας του ἔ­φτα­σε ἴ­σα­με τό μῦ­θο. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ἔ­κα­νε τό ἴ­διο μέ τά Με­τα­φυ­σι­κά του ὅ­που ὑ­πο­στη­ρί­ζει πώς ἡ ἀ­λη­θι­νή ἐ­πι­στή­μη δέν εἶ­χε πο­τέ τί­πο­τα τό κοι­νό μέ τήν πα­ρα­γω­γή καί λέ­ει πώς ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τῶν μύ­θων εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἐ­πι­στή­μης. Δυ­στυ­χῶς εἴ­μα­στε ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νά πού­με πώς ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν της ἀρ­χαί­ας σκέ­ψης ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά συμ­φω­νεῖ μέ τοῦ Πλά­τω­να τήν πρά­ξη καί μέ τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη τή γνώ­μη. Για­τί λοι­πόν ἐ­μεῖς δέ συμ­φω­νοῦ­με; Ὁ μύ­θος δέ μπο­ρεῖ ν’ ἀ­πο­δει­χτεῖ καί κα­τά συ­νέ­πεια δέ μπο­ρεῖ καί νά δδη­γή­σει στή γνώ­ση. Ἀν­τί­θε­τα, οἱ σκέ­ψεις πού πη­γά­ζου­νε ἀ­πό τήν τε­χνι­κή πάν­το­τε δο­κι­μά­στη­καν κι ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­καν στήν πρά­ξη. Θά ἦ­ταν σω­στό νά χα­ρα­κτη­ρί­σου­με τούς μύ­θους τοῦ Πλά­τω­να καί τῶν προ­γό­νων του στήν Αἴ­γυ­πτο καί τή Βα­βυ­λω­νί­α, σάν ἀν­τι­λή­ψεις γιά τή φύ­ση πού ἔ­χου­νε ἀ­ξί­α μο­νά­χα γιά τήν κυ­ρι­αρ­χί­α πά­νω στούς ἀν­θρώ­πους. Οἱ ἀν­τι­λή­ψεις γιά τή φύ­ση πού πη­γά­ζου­νε ἀ­πό τή τε­χνι­κή εἴ­χα­νε ἀ­ξί­α γιά τήν κυ­ρι­αρ­χί­α τοῦ ἀν­θρώ­που πά­νω στήν ὕ­λη. Αὐ­τό ση­μαί­νει πώς εἶ­ναι οἱ ἴ­δι­ες ἐ­πι­στή­μη.
 
Στήν πιό πρώ­ϊ­μη ἐ­πο­χή τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς σκέ­ψης, ὅ­ταν δέν ξε­χω­ρι­ζό­τα­νε ἡ ἐ­πι­στή­μη ἀ­πό τήν τε­χνι­κή, ἦ­ταν ἡ ἐ­πι­στή­μη ἕ­νας τρό­πος πού ἔ­δει­χνε πώς ἕ­να πράγ­μα εἶ­χε γί­νει. Στόν Πλά­τω­να εἶ­χε ὁ­μως γί­νει τρό­πος γιά τήν ἀ­πό­κτη­ση τῆς πο­λυ­μά­θειας, πρᾶγ­μα πού σή­μαι­νε πώς ὅ­ταν κά­τι δέ μπο­ροῦ­σε νά ἐ­πι­βε­βαι­ω­θεῖ στήν πρά­ξη, τό­τε ἔ­φτα­νε νά συ­ζη­τη­θεῖ αὐ­τό ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κά. Αὐ­τό τό και­νούρ­γιο εἶ­δος τῆς «ἐ­πι­στή­μης», ὅ­πως καί ὁ προ­η­γού­με­νος τρό­πος τῆς ἑρ­μη­νεί­ας μέ βά­ση τήν τε­χνι­κή, ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἀλ­λα­γῆς στόν χα­ρα­κτή­ρα τῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ ἱ­στο­ρι­κοί πού ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ τήν κοι­νω­νι­κή ἐ­ξέ­λι­ξη δια­ρκῶς ἀ­κό­μα συ­ζη­τᾶ­νε τό πρό­βλη­μα σέ ποι­ό βαθ­μό τήν ἔ­πο­χη τοῦ Πλά­τω­να ἡ πα­ρα­γω­γι­κή τε­χνι­κή εἶ­χε πέ­σει στά χέ­ρια τῶν δού­λων. Γιά τό δι­κό μας θέ­μα δέ χρει­ά­ζε­ται μί­α ἀ­πό­λυ­τα ἀ­κρι­βο­λό­γα ἀ­πάν­τη­ση. Φτά­νει νά ποῦ­με πώς γιά τόν Πλά­τω­να καί γιά τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ἦ­ταν φυ­σι­κό κι ἐ­πι­τα­κτι­κό ζή­τη­μα ἡ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τοῦ πο­λί­τη ἀ­πό τή χει­ρο­να­κτι­κή δου­λειά κι ἀ­κό­μα κι ἀ­πό τήν ἄ­με­ση ἐ­πι­στα­σί­α του πά­νω στούς ἐρ­γα­ζό­με­νους. Θέ­λα­νε νά δη­μι­ουρ­γή­σου­νε μιά ἐ­πι­στή­μη γιά τούς πο­λί­τες τέ­τοι­α πού νά μήν εἶ­ναι ὑπ­χρε­ω­μέ­νοι νά ἔρ­χον­ται σ’ ἄ­με­ση σχέ­ση μέ τό φυ­σι­κό κό­σμο. Ἑ­πό­με­νο λοι­πόν ἦ­ταν νά μήν ὑ­πάρ­χει στίς ἑρ­μη­νεῖ­ες τους θέ­ση γιά τίς ἔν­νοι­ες πού πη­γά­ζα­νε ἀ­πό τήν τε­χνι­κή. Σκο­πός τῆς ἐ­πι­στή­μης τούς ἦ­ταν νά δί­νε­ται σω­στή ἀ­πάν­τη­ση σέ κά­θε ρώ­τη­μα πού τούς ἔμ­παι­νε. Ἡ ὀρ­θό­τη­τα τῆς ἀ­πάν­τη­σης ἐ­ξαρ­τι­ό­τα­νε ἀ­πό τή λο­γι­κή συ­νο­χή της. Αὐ­τό φυ­σι­κά δέν ἦ­ταν μο­νά­χα βλα­βε­ρό. Οἱ τε­ρά­στι­ες πρό­ο­δοι πού γί­να­νε στά μα­θη­μα­τι­κά ἀ­πό τόν Πλά­τω­να καί χά­ρη στήν ἐ­πί­δρα­ση τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας, με­τα­μορ­φώ­σα­νε τήν ἔν­νοι­α τοῦ σύμ­παν­τος. Οἱ Ἴ­ω­νες εἴ­χα­νε τό­σο λα­θε­μέ­νη ἀν­τι­λη­ψη γιά τά με­γέ­θη καί τίς ἀ­πο­στά­σεις τῶν οὐ­ρα­νί­ων σω­μά­των πού ἡ ἀ­στρο­λο­γί­α τους δέν ἦ­ταν δυ­να­τό νά ξε­χω­ρι­στε­ΐ ἀ­πό τή με­τε­ω­ρο­λο­γί­α. Ἀν­τί­θε­τα, οἱ μα­θη­μα­τι­κοί γρή­γο­ρα ξε­κα­θα­ρί­σα­νε πώς ὁ κό­σμος μας δέν εἶ­ναι πα­ρά μιά μι­κρή κη­λί­δα μέ­σα στό τε­ρά­στιο χῶ­ρο τοῦ σύμ­παν­τος. Οἱ Ἴ­ω­νες, γό­νι­μοι σέ ἰ­δέ­ες, ἐ­λά­χι­στα ἀ­να­πτύ­ξα­νε τήν ἱ­κα­νό­τη­τα τῆς ἀ­νά­λυ­σης τῶν λο­γι­κῶν τους συμ­πε­ρα­σμά­των. Μπρο­στά σέ μιά καί μό­νο κα­λή σε­λί­δα τῆς λο­γι­κῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη, ὁ κό­σμος τῶν συ­ζη­τή­σε­ών τους φαί­νε­ται τό­σο πρω­τό­γο­νος, ὅ­σο πρω­τό­γο­νος φαί­νε­ται κι ὁ κό­σμος τους τοῦ ἥ­λιου, τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, καί τῶν ἄ­στρων μπρο­στά στούς μα­θη­μα­τι­κούς. Ὅ­μως, πα­ρ’ ὅ­λες αὐ­τές τίς προ­ό­δους στά μα­θη­μα­τι­κά καί τή λο­γι­κή, ἡ δι­α­κο­πῆ τῶν δη­μι­ουρ­γι­κῶν σχέ­σε­ων τῆς ἐ­πι­στή­μης μέ τήν τε­χνι­κή ἦ­ταν ἕ­να βα­ρύ πλῆγ­μα σέ βά­ρος της, πλῆγ­μα πού δέ γι­α­τρεύ­τη­κε σ’ ὅ­λό τό δι­ά­στη­μα τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας καί τοῦ με­σαί­ω­να.
 
Ἡ και­νούρ­για ἀν­τί­λη­ψη γιά τήν ἐ­πι­στή­μη πού ἐκ­δη­λώ­θη­κε μέ τόν Πλά­το)νά καί τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη εἶ­χε τήν κα­τα­γω­γή της στή νέ­α δι­άρ­θρω­ση τῆς κοι­νω­νί­ας πού χω­ρί­ζον­ταν σέ πο­λί­τες καί δού­λους. Παν­τοῦ, σ’ ὅ­λό τό ἔρ­γο τοῦ Πλά­τω­να, ἀν­τι­κα­θρε­πτί­ζε­ται αὐ­τή ἡ βα­σι­κή δι­χο­τό­μη­ση πού πή­γα­ζε ἀ­πό τόν κοι­νω­νι­κό δι­α­χω­ρι­σμό. Στήν ἀ­να­πτυγ­μέ­νη θε­ω­ρί­α τῆς δου­λεί­ας ὁ δοῦ­λος δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ταν γιά λο­γι­κή ὕ­παρ­ξη. Μο­νά­χα ὁ κύ­ριος ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νος μέ τή λο­γι­κή. Ὁ δοῦ­λος μπο­ροῦ­σε νά εἶ­χε «σω­στή γνώ­μη» μο­νά­χα ἄν τη­ροῦ­σε ἀ­πό­λυ­τα τίς ἐν­το­λές τοῦ κυ­ρί­ου του. Αὐ­τή ἡ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στόν κύ­ριο καί στό δοῦ­λο εἶ­ναι βα­σι­κό στοι­χεῖ­ο τῆς σκέ­ψης τοῦ Πλά­τω­να σ’ δλούς τούς το­μεῖς.
 
Ἄς δοῦ­με πρῶ­τα τόν πο­λι­τι­κό το­μέ­α. Ἐ­δῶ ἡ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τόν πού κυ­βερ­νά­ει καί σ’ αὐ­τόν πού κυ­βερ­νι­έ­ται πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἀ­πό τόν Πλά­τω­να σά σχέ­ση ἀ­νά­με­σα σέ κύ­ριο καί σέ δοῦ­λο. Ἡ κυ­βέρ­νη­ση πρέ­πει νά κά­νει τό κα­λό γιά κεί­νους πού κυ­βερ­νι­οῦν­ται, ὅ­μως δέ χρει­ά­ζε­ται νά ἔ­χει τή συγ­κα­τά­θε­σή τους. Οἱ βα­σι­λι­κοί του ἄν­δρες, οἱ φω­τι­σμέ­νοι ἀ­ρι­στο­κρά­τες πού πρέ­πει νά κυ­βερ­νᾶ­νε, δέν εἶ­ναι πα­ρά μί­α μι­κρή μει­ο­ψη­φί­α στό σύ­νο­λο τοῦ πλη­θυ­σμοῦ. Ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι, ἴ­σα­με ἕ­να βαθ­μό, δοῦ­λοι πού μο­να­δι­κό τους κα­θῆ­κον ἔ­χου­νε νά ἐ­κτε­λοῦ­νε μη­χα­νι­κά τίς δι­α­τα­γές τῶν ἀ­νώ­τε­ρών τους. Ὁ χει­ρο­να­κτι­κά ἐρ­γα­ζό­με­νος, ἄν ἀ­φε­θεῖ κύ­ριος τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του, δέ θά μπο­ρέ­σει νά κυ­βερ­νη­θεῖ, θά κυ­βερ­νι­έ­ται ἀ­πό τίς ὀ­ρέ­ξεις του. Γιά τόν Πλά­τω­να, ἀν­τι­κα­νο­νι­κά ἡ κύ­ρια δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τοῦ χει­ρο­να­κτι­κά ἐρ­γα­ζό­με­νου ἦ­ταν συγ­κεν­τρω­μέ­νη ὄ­χι στά χέ­ρια μά στό στο­μά­χι καί στά νε­φρά. Οἱ τε­χνί­τες ἀ­πέ­ναν­τι στούς φι­λό­σο­φους ἔ­χου­νε τήν ἴ­δια σχέ­ση πού ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα στούς δού­λους καί στούς κυ­ρί­ους. Δέν ὑ­πάρ­χει καμ­μιά δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στήν τέ­χνη τοῦ δου­λο­κτή­τη καί στήν τέ­χνη τοῦ βα­σι­λιᾶ. Ἡ δι­α­φο­ρά τους βρί­σκε­ται στήν ἔ­κτα­ση τῆς ἐ­πί­δρα­σής τους. Μιά τέ­τοι­α θε­ω­ρί­α δι­α­δο­σε δ Πλά­τω­νας στήν πό­λη πού ὁ Σό­λω­νας εἶ­χε κα­θι­ε­ρώ­σει σά βά­ση τῆς δη­μο­κρα­τι­κῆς της ζω­ῆς τή δι­ά­δο­ση τῶν τε­χνῶν.
 
Ἡ ψυ­χο­λο­γί­α, ἡ φυ­σι­ο­λο­γί­α κι ἡ ἡ­θι­κη τοῦ Πλά­τω­να κι οἱ τρεῖς βρί­σκον­ται σ’ ἁρ­μο­νί­α μ’ αὐ­τή τή θε­ώ­ρη­ση τῶν πραγ­μά­των. Στήν Πο­λι­τεί­α ὁ Πλά­τω­νας μι­λά­ει γιά τρί­α στρώ­μα­τα - γιά τούς κυ­βερ­νῆ­τες, γιά τούς φύ­λα­κες (στρα­τι­ῶ­τες κι’ ἀ­στυ­νο­μι­κούς καί γιά τούς πα­ρα­γω­γούς. Ἡ ἀ­να­φο­ρά στό τρί­το στρῶ­μα δέ ση­μαί­νει πε­ρέ­κλι­ση ἀ­πό τή βα­σι­κή σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στόν κύ­ριο καί στό δοῦ­λο, ἐ­πει­δή τό κύ­ριο κα­θῆ­κον πού ἔ­χου­νε οἱ φύ­λα­κες εἶ­ναι ἡ ἐ­ξα­σφά­λι­ση τῆς δι­α­κυ­βέρ­νη­σης τῶν πα­ρα­γω­γῶν ἀ­πό τούς κυ­βερ­νῆ­τες. Πα­ρό­μοι­α συν­θέ­τει καί τήν ψυ­χή ἀ­πό τρί­α μέ­ρη, ἀ­πό τή λο­γι­κή, τό πνεῦ­μα καί τά πά­θη. Ἡ λο­γι­κή ἀ­νή­κει στούς κυ­βερ­νῆ­τες, τό πνεῦ­μα στούς φύ­λα­κες καί τά πά­θη στούς πα­ρα­γω­γούς. Ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς βλέ­που­με τήν κοι­νω­νι­κή ση­μα­σί­α τῆς ἀ­πόρ­ρι­ψης τῆς ἄ­πο­ψης τοῦ Ἀ­να­ξα­γό­ρα πώς τά χέ­ρια ὑ­πήρ­ξα­νε τό κύ­ριο ὄρ­γα­νο γιά τή δη­μι­ουρ­γί­α τῆς νό­η­σης. Οἱ ἐρ­γα­ζό­με­νοι δέν εἶ­ναι ἡ προ­σω­πο­ποί­η­ση τῆς χει­ρο­να­κτι­κῆς δε­ξι­ο­τε­χνί­ας, μά τῶν πα­θῶν. Ἄν συγ­κρί­νου­με τόν Πλά­τω­να μέ τόν Αἰ­σχύ­λο καί τό Σο­φο­κλῆ, τό­τε βλέ­που­με κα­θα­ρά τί με­γά­λη ἀλ­λα­γή εἶ­χε γί­νει.
 
Τή φυ­σι­ο­λο­γι­κή εἰ­κό­να αὐ­τῆς της ψυ­χο­λο­γί­ας τῶν τά­ξε­ων μᾶς τή δί­νει λε­πτο­με­ρεια­κά ὁ Τί­μαι­ος. Ἡ κε­φα­λή εἶ­ναι χω­ρι­σμέ­νη ἀ­πό τόν κορ­μό μέ τό λαι­μό κι’ αὐ­τό γιά νά μή μο­λύ­νε­ται τό θεῖ­ο μέ­ρος τῆς ψυ­χῆς πού κα­τοι­κεῖ στό κε­φά­λι ἀ­πό τή συγ­χρώ­τη­σή του μέ τό θνη­τό μέ­ρος πού κα­τοι­κεῖ στόν κορ­μό. Ὁ ἴ­διος ὁ κορ­μός χω­ρί­ζε­ται μέ τό δι­ά­φραγ­μα σέ δυ­ό μέ­ρη. Ἔ­τσι τά γυ­ναι­κεί­α καί δου­λι­κά στοι­χεῖ­α τῆς ψυ­χῆς κα­τοι­κοῦ­νε στό κά­τω μέ­ρος, ἐ­νῶ τ’ ἀν­δρι­κά πνευ­μα­τι­κά στοι­χεῖ­α στό πά­νω μέ­ρος γιά ν’ ἀ­κοῦ­νε τους δι­α­λο­γι­σμούς τῆς λο­γι­κῆς καί νά μπο­ροῦ­νε νά ἑ­νώ­νον­ται μα­ζί της γιά τήν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῶν πα­θῶν. Τό ἠ­θι­κό σύ­στη­μα πού πά­νω του στη­ρι­ζό­τα­νε μιά τέ­τοι­α φυ­σι­ο­λο­γί­α ἦ­ταν σκλη­ρό καί που­ρι­τα­νι­κό. Ἀ­νά­με­σα στήν ψυ­χή καί στό σῶ­μα ὑ­πήρ­χα­νε αὐ­στη­ρά δι­α­χω­ρι­στι­κά ὁ­ρια. Ἡ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στήν ψυ­χή καί στό σῶ­μα εἶ­ναι πα­ρό­μοι­α μέ τή σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στόν κύ­ριο καί στό δοῦ­λο. Γι’ αὐ­τό κι ἡ ἀν­τί­λη­ψη πώς βά­ση τῆς ἡ­θι­κῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς πρέ­πει νά εἶ­ναι ἡ συμ­με­το­χή τοῦ πνεύ­μα­τος στά σω­μα­τι­κά αἰ­σθή­μα­τα τῆς χα­ρᾶς καί τοῦ πό­νου ἦ­ταν τό ἴ­διο ὕ­πο­πτη μέ τήν ἰ­δέ­α πώς οἱ μά­ζες θά ἔ­πρε­πε νά παίρ­νου­νε μέ­ρος στή δι­α­μόρ­φω­ση τῶν νό­μων.
 
Μέ τόν ἴ­διο τρό­πο ἀρ­χί­ζει ὁ Πλά­τω­νας τήν ἑρ­μη­νεί­α του γιά τή δι­άρ­θρω­ση τοῦ σύμ­παν­τος. Τό πνεῦ­μα κι’ ἡ ὕ­λη βρί­σκον­ται σ’ ἀν­τί­θε­ση ἀ­νά­με­σά τους, ἔ­τσι ὅ­πως συμ­βαί­νει καί μέ τόν κύ­ριο καί τό δοῦ­λο. Ἄν μέ­σα στή φύ­ση πα­ρου­σι­ά­ζε­ται κά­ποι­α εὐ­τα­ξί­α ἡ ὀ­μορ­φιά, αὐ­τό συμ­βαί­νει για­τί τό πνεῦ­μα βά­ζει σέ τά­ξη τήν ὕ­λη πού βα­σι­κά βρί­σκε­ται σ’ ἀ­τα­ξί­α. Ἀ­π’ αὐ­τό βγαί­νει τό συμ­πέ­ρα­σμα πώς ὁ σω­στός δρό­μος γιά τήν ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι ὁ δρό­μος τῆς λο­γι­κῆς καί σέ κα­μιά πε­ρί­πτω­ση ὁ δρό­μος τῆς ἀν­τί­λη­ψης τῶν αἰ­σθή­σε­ων. Ἡ λο­γι­κή μας φέρ­νει σ’ ἄ­με­ση ἐ­πα­φή μέ τό πνεῦ­μα πού ἐ­πι­βάλ­λει τήν τά­ξη στήν ὕ­λη. Στόν κό­σμο τῶν φαι­νο­μέ­νων - πού μ’ αὐ­τόν ἔρ­χον­ται οἱ αἰ­σθή­σεις σ’ ἐ­πα­φή - ἡ τά­ξη αὐ­τή δέν εἶ­ναι τέ­λεια.
 
Αὐ­τή ἡ νέ­α ἀν­τί­λη­ψη γιά τή σχέ­ση πού ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα στό πνεῦ­μα καί στήν ὕ­λη σή­μαι­νε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή ἀ­πο­μά­κρυν­ση ἀ­πό τήν πρω­ταρ­χι­κή ὑ­πό­θε­ση τῆς πα­λιᾶς σχο­λῆς τῶν φυ­σι­ο­κρα­τῶν φι­λο­σό­φων. Ἡ πα­λι­ό­τε­ρη ἄ­πο­ψη ἦ­ταν πώς στόν ὑ­λι­κό κό­σμο ὑ­πάρ­χει μιά ἀ­ναγ­κα­στι­κή τά­ξη κι’ ὅ­τι τ’ ἀν­θρώ­πι­νο πνεῦ­μα μπο­ρεῖ νά κα­τα­νο­ή­σει τήν ἀ­λή­θεια, ὅ­ταν κα­τα­νο­ή­σει αὐ­τή τήν ἀ­ναγ­κα­στι­κή τά­ξη. Αὐ­τή τήν τά­ξη μπο­ροῦ­με νά τή συλ­λά­βου­με μο­νά­χα μέ τήν ἀν­τί­λη­ψη τῶν αἰ­σθή­σε­ων. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη πεί­ρα πού εἶ­χε κερ­δη­θεῖ μέ τήν τε­χνι­κή γί­νον­ταν ἡ βά­ση γιά τήν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου. Γιά τόν Πλά­τω­να ὅ­μως πραγ­μα­τι­κή ἐ­πι­στή­μη ἦ­ταν μο­νά­χα ἡ θε­ο­λο­γί­α. Αὐ­τή ἔ­χει γιά κα­θῆ­κον της νά ἐ­ξη­γεῖ τά φαι­νό­με­να κά­τω ἀ­πό τό φῶς τῶν σκο­πῶν πού μ’ αὐ­τούς προ­σπα­θεῖ τό πνεῦ­μα νά βάλ­λει τά πάν­τα σέ τά­ξη, μιά κι’ αὐ­τός εἶ­ναι ὁ προ­ο­ρι­σμός του. Κι’ αὐ­τόν τόν προ­ο­ρι­σμό τόν ἀ­να­κα­λύ­πτου­με μέ τή λο­γι­κή κι’ ὄ­χι μέ τήν πα­ρα­τή­ρη­ση. Δέν εἶ­ναι ἡ πρα­κτι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, μά ἡ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α γιά τούς σκο­πούς πού μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει τήν ἀ­λή­θεια.
 
Αὐ­τή ἡ πε­ρί­ερ­γη και­νούρ­για ἄ­πο­ψη πού ἔ­βλε­πε τήν ὕ­λη σάν πη­γή τῆς ἀ­κα­τα­στα­σί­ας, ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἐ­πί­σης καί στή φι­λο­σο­φί­α τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη. «Ἡ ὕ­λη εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη γιά τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­νω­μα­λί­ες», ἔ­τσι δι­α­τύ­πω­σε τή θέ­ση τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ὁ D.M. Balme (Greek cience and mechanism). Πα­ράλ­λη­λα ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας ση­μει­ώ­νει πώς ἡ θέ­ση αὐ­τή σή­μαι­νε ρι­ζι­κή ἀ­πο­μά­κρυν­ση ἀ­πό τήν ἰ­ω­νι­κή ἄ­πο­ψη. Ὅ­μως ὁ ἐ­ρευ­νη­τής δέ μπο­ρε­ΐ νά δώ­σει ἀ­πάν­τη­ση κι’ οὔ­τε θά κα­τα­φέ­ρει νά τή δώ­σει μί­α κι’ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά τή ψά­χνει σέ λα­θε­μέ­νο χῶ­ρο. Τό κλει­δί γιά τήν ἑρ­μη­νεί­α τῆς πε­ρί­ερ­γης ἄ­πο­ψης τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη γιά τήν ὕ­λη δέ βρί­σκε­ται στίς φυ­σι­κές τους με­λέ­τες, μά στά Πο­λι­τι­κά του. Ὅ­πως καί στόν Πλά­τω­να ἡ βά­ση κά­θε σκέ­ψης του εἶ­ναι ἡ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στ’ ἀ­φεν­τι­κό καί στό δοῦ­λο.
 
Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης, ὅ­πως εἶ­ναι γνω­στό, ὑ­πε­ρά­σπι­ζε τή δου­λεί­α σά φυ­σι­ο­λο­γι­κή κα­τά­στα­ση. Μέ τό νά τήν ὀ­νο­μά­ζει φυ­σι­ο­λο­γι­κή κα­τά­στα­ση, ἤ­θε­λε νά πεῖ πώς αὐ­τή ἐκ­φρά­ζει τό ὑ­πό­δειγ­μα πού κυ­ρια­ρχεῖ σ’ ὅ­λη τή φύ­ση. Πα­ρα­θέ­του­με τά ἴ­δια τά λό­για τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη: «Σέ κά­θε σύν­θε­το πράγ­μα πάν­το­τε θά βροῦ­με ἕ­να κυ­ρί­αρ­χο πα­ρά­γον­τα κι’ ἕ­να πού κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται κι’ αὐ­τή ἡ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ἰ­δι­ό­τη­τα τῶν ζων­τα­νῶν πραγ­μά­των πη­γά­ζει ἀ­πό τό σύ­νο­λο τῆς φύ­σης» (Πο­λι­τι­κά 1254 α). Δέ θά πρέ­πει νά πα­ρα­συρ­θοῦ­με ἀ­πό τήν κα­κή λο­γι­κή. Εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά ὑ­πο­θέ­σου­με πώς ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης πραγ­μα­τι­κά θε­ω­ροῦ­σε τόν κύ­ριο κα­ϊ τό δοῦ­λο γιά «σύν­θε­τα πράγ­μα­τα». Ὅ­λη ἡ λο­γι­κή τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη γιά τή δι­καί­ω­ση τῆς δου­λεί­ας εἶ­ναι κα­κή. Ὅ­πως ἀ­πό και­ρό πα­ρα­τή­ρη­σε ο Μον­τε­σκι­έ: «ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­πο­δεί­ξει πώς ἡ δου­λεί­α εἶ­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κή κα­τά­στα­ση, ὅ­μως τά λό­για του δέν τ’ ἀ­πο­δει­κνύ­ουν». Ἐ­μᾶς ἐ­δῶ δέ μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ ἀ­πό­πει­ρά του νά δι­και­ώ­σει τή δου­λεί­α, μά ἡ ἐ­πί­δρα­ση πού εἶ­χε ἡ ἀ­πό­πει­ρα αὐ­τή πά­νω στήν ἐ­πι­στή­μη. Βλέ­πει στή σχέ­ση πού ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα στόν κύ­ριο καί στό δοῦ­λο τό ὑ­πό­δειγ­μα πού κυ­ρια­ρχεῖ σ’ ὁ­λό­κλη­ρη τή φύ­ση. Βλέ­πει τήν ὕ­λη νά εἶ­ναι ἀ­νυ­πό­τα­κτη, ἄ­τα­κτη καί ν’ ἀν­τι­στέ­κε­ται καί θε­ω­ρεῖ τή Φύ­ση ἤ τό Πνεῦ­μα τό φο­ρέ­α πού δί­νει τόν τε­λι­κό σκο­πό στήν ὕ­λη. Οἱ ἰ­δι­ό­τη­τες πού δί­νει ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης στήν ὕ­λη μᾶς εἶ­ναι αἰ­νιγ­μα­τι­κές, ἄν δέν τίς δοῦ­με σάν ἰ­δι­ό­τη­τες πού δί­νει στούς δού­λους.
 
Ἡ γνω­στή του θε­ω­ρί­α γιά τά τέσ­σε­ρα εἴ­δη αἴ­τι­ων πη­γά­ζου­νε ἀ­π’ αὐ­τή ἀ­κρι­βῶς τήν ἄ­πο­ψή του γιά τή σχέ­ση πού ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα στήν ὕ­λη καί στή φύ­ση. Σύμ­φω­να μέ τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη, οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἴ­ω­νες φι­λό­σο­φοι παίρ­να­νε ὑ­πό­ψή τους μο­νά­χα τήν ὑ­λι­κή αἰ­τί­α καί γι’ αὐ­τό δη­μι­ουρ­γή­σα­νε μο­νά­χα μί­α ἁ­πλο­ϊ­κή «μα­ση­μέ­νη» ἐ­πι­στή­μη. Τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω δέ μπο­ροῦ­σε νά πε­ρι­μέ­νει κα­νείς μί­α κι’ ἀ­σχο­λη­θή­κα­νε μο­νά­χα μέ τό ὑ­πο­τα­κτι­κό, τό δου­λι­κό μέ­ρος τῶν πραγ­μά­των. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης προ­τεί­νει ἄλ­λα τρί­α εἴ­δη αἰ­τί­ας, τή δρα­στι­κή, τήν τυ­πι­κή καί τήν τε­λι­κή. Μ’ αὐ­τά τά εἴ­δη τῶν αἰ­τι­ῶν ἐ­ξη­γεῖ μέ ποι­ό τρό­πο ἡ φύ­ση ἐ­πι­βάλ­λει τούς σκο­πούς στήν ἀ­ναρ­χού­με­νη ὕ­λη. Ἡ ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη γιά τήν ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι πώς αὐ­τή ἔ­χει γιά κα­θῆ­κον της: νά κα­τα­νο­εῖ τόν τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἡ φύ­ση, ὅ­μοι­α ὅ­πως ὁ κύ­ριος πού ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νο σκο­πό, ἐ­πι­βάλ­λει στήν ὕ­λη τή θέ­λη­σή της. Ἡ ὕ­λη κα­μιά φο­ρά ἐ­ξε­γεί­ρε­ται, δέ μπο­ρεῖ ὅ­μως - ὅ­πως κι’ ὁ δού­λος - νά κα­τα­φέ­ρει τί­πο­τα ἄν δέν κα­θο­δη­γεῖ­ται ἀ­πό τήν ἀ­νώ­τε­ρη θέ­λη­ση. Φτά­νει ἴ­σα­με νά ἰ­σχυ­ρι­στεῖ πώς ἡ δυ­σκο­λί­α στό νά ξε­χω­ρι­στεῖ φυ­σι­κά ὁ δοῦ­λος ἀ­πό τόν κύ­ριο πη­γά­ζει ἀ­πό τήν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα τῆς φύ­σης νά ἐ­πι­βάλ­λει τή θέ­λη­σή της στήν ὕ­λη. Ἡ Φύ­ση ἔ­χει γιά σκο­πό της τή δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νός τύ­που ἀν­θρώ­που πού ἀ­μέ­σως νά φαί­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι χω­ρίς μυα­λό, πώς εἶ­ναι «ἔμ­ψυ­χη μη­χα­νή». Δέν τό κα­τα­φέρ­νει ὁ­μως αὐ­τό ἐ­πει­δή ἡ ὕ­λη εἶ­ναι ἀ­τί­θα­ση. Γι’ αὐ­τό ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης προ­σπα­θεῖ με­ρι­κά νά δι­ορ­θώ­σει αὐ­τή τήν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα τῆς φύ­σης μέ τήν πο­λι­τι­κή τοῦ τέ­χνη. Ἄν οἱ ἄν­θρω­ποι πού εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση τούς δοῦ­λοι δέ τό γνω­ρί­ζου­νε, τό­τε εἶ­ναι φυ­σι­κό πράγ­μα οἱ κύ­ριοι νά τούς κά­νου­νε νά τ’ ἀν­τι­λη­φθοῦ­νε.
 
Σ’ ἕ­να ἀ­πό τά προ­η­γού­με­να άρθρα ἀ­πο­δεί­ξα­με τί συ­νέ­πει­ες εἶ­χε γιά τήν ἀ­στρο­νο­μί­α ἡ χρη­σι­μο­ποί­η­ση ἰ­δε­ῶν πού πάρ­θη­καν ἀ­πό τόν πο­λί­τι­κο - θρη­σκευ­τι­κό το­μέ­α. Ἐ­δῶ ἔ­χου­με κι’ ἄλ­λες ἀ­πο­δεί­ξεις. Ἡ πα­λιά ἰ­ω­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη γιά τήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή τά­ξη πού ὑ­πάρ­χει στή φύ­ση ἔ­βγαι­νε μέ­σα ἀ­πό τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα. Ὁ ἄν­θρω­πος, ἄν ἡ­θε­λε νά εἶ­χε ἐ­πι­τυ­χί­α στόν το­μέ­α τῆς τε­χνι­κῆς, ἔ­πρε­πε νά προ­σαρ­μο­στεῖ στήν ὁ­μα­λή συμ­πε­ρι­φο­ρά τῆς φύ­σης. Τήν πρώ­τη ἀν­τί­λη­ψη γιά τήν ὁ­μα­λό­τη­τα πού ἐ­πι­κρα­τεῖ στή φύ­ση δέν τή δη­μι­ούρ­γη­σε στόν ἄν­θρω­πο ἡ κί­νη­ση τῶν οὐ­ρα­νί­ων σω­μά­των, μά ἡ πεί­ρα πού δια­ρχῶς ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ταν καί πού ἔ­δει­χνε πώς τά πράγ­μα­τα συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται μ’ ἕ­να δι­κό τους τρό­πο. Κι’ αὐ­τή ἡ πεί­ρα ἔ­λε­γε πώς δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά πά­ρου­με σύ­κα ἀ­πό τά γα­ϊ­δου­ράγ­κα­θα, πώς γιά νά πα­ρά­γου­με τό πιό σκλη­ρό μπροῦν­τζο πρέ­πει νά ἀ­να­μί­ξου­με ἕ­να μέ­ρος κασ­σί­τε­ρου μέ δέ­κα μέ­ρη χαλ­κοῦ καί πώς δέ θά πε­τύ­χου­με τήν πιό ψη­λή ὀ­κτά­βα ἄν δέ δι­χο­το­μή­σου­με τή χορ­δή. Ἡ ἀν­τί­λη­ψη πώς ἡ φύ­ση εἶ­ναι ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στα ποι­κι­λό­μορ­φη κι’ ἐ­φευ­ρε­τι­κή, μά πα­ράλ­λη­λα κι’ ἀ­νυ­πο­χώ­ρη­τη στούς νό­μους της, εἶ­ναι ἀν­τί­λη­ψη τῶν τε­χνι­κῶν πού προ­σπα­θού­σα­νε νά κυ­ρι­αρ­χή­σου­νε πά­νω στήν ὕ­λη. Ἡ και­νούρ­για ἀν­τί­λη­ψη γιά τή φύ­ση πού τή θε­ω­ροῦ­σε σά μί­α δύ­να­μη μέ κα­θο­ρι­σμέ­νο σκο­πό πού ἐ­πι­βάλ­λει τή θέ­λη­σή της στόν ὑ­πο­τα­κτι­κό της, στήν ἀ­τί­θα­ση ὕ­λη, εἶ­ναι ἀν­τί­λη­ψη τοῦ κυ­ρί­ου πού ἐ­ξου­σί­α­ζε τούς δού­λους.
 
J. S. Morrison πα­ρα­τη­ρεῖ γιά τόν Πρω­τα­γό­ρα πώς: «τό πιό ση­μαν­τι­κό εἶ­ναι ἡ πο­λι­τι­κή ἄ­πο­ψη τοῦ Ἕλ­λη­να φι­λό­σο­φου γιά τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κι’ ἄν πο­τέ μπο­ρέ­σου­με νά βροῦ­με τά κλει­δί γιά τήν κα­τα­νό­η­ση τῆς ἀ­φη­ρη­μέ­νης σκέ­ψης του, τό­τε θά τό βροῦ­με ἐ­δῶ» . Αὐ­τή ἡ γνώ­μη πε­ρι­έ­χει μέ­σα τῆς μιά ση­μαν­τι­κή ἀ­λή­θεια, ὄ­χι ὁ­μως κι’ ὁ­λό­κλη­ρη τήν ἀ­λή­θεια. Στήν πε­ρί­ο­δο τῆς φι­λο­σο­φί­ας ἀ­πό τό Θα­λῆ ἴ­σα­με τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη - πού σύν­το­μα ἐ­ξε­τά­σα­με - ἔ­χει ἀ­πό τήν ἀρ­χαι­ό­τη­τα ἀ­να­γνω­ρι­στεῖ πώς ὑ­πήρ­χα­νε δυ­ό ρεύ­μα­τα, τό θρη­σκευ­τι­κό καί τό ἐ­πι­στη­μο­νι­κό. Ἡ πραγ­μα­τι­κή ὅ­μως ση­μα­σί­α αὐ­τοῦ του δι­α­χω­ρι­σμοῦ δέν ἔ­γι­νε πάν­τα ἀν­τι­λη­πτή. Ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή πα­ρά­δο­ση, πα­ρά τήν ἀ­φη­ρη­μέ­νη θε­ω­ρη­τι­κή ἐ­πέν­δυ­ση, ἔ­κλει­νε μέ­σα της τή γνή­σια πα­ρα­τή­ρη­ση τήν ἐ­πι­βε­βαι­ω­μέ­νη ἀ­πό τήν πρά­ξη. Αὐ­τή ἦ­ταν κι ἡ δι­α­φο­ρο­ποι­ός ἰ­δι­ό­τη­τά της. Στή θρη­σκευ­τι­κή πα­ρά­δο­ση - πού θά ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νά τήν ὀ­νο­μά­ζου­με πο­λι­τι­κό - θρη­σκευ­τι­κή ὑ­πε­ρί­σχυ­ε ἡ ἀν­τί­λη­ψη τῆς εὐ­νο­μί­ας πού πή­γα­ζε ἀ­πό τήν κοι­νω­νι­κή δι­άρ­θρω­ση. Αὐ­τή ἡ ἀν­τί­λη­ψη τῆς εὐ­νο­μί­ας δέν μπο­ρεῖ νά χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ μέ τόν ὅ­ρο ἐ­πι­στή­μη για­τί δέν πε­ρι­έ­χει σχε­δόν κα­μιά πα­ρα­τή­ρη­ση καί για­τί δέν εἶ­ναι δυ­να­τή ἡ ἐ­πι­βε­βαί­ω­σή της μέ­σα στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Σ’ αὐ­τή τήν πα­ρά­δο­ση ἀ­νή­κει ἡ θε­ο­λο­γι­κή ἀ­στρο­νο­μί­α τοῦ Πυ­θα­γό­ρα, τοῦ Πλά­τω­να καί τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη. Σ’ αὐ­τή τήν ἀν­τί­λη­ψη τῆς εὐ­νο­μί­ας πρέ­πει νά συμ­πε­ρι­λά­βου­με καί τήν ἰ­δέ­α πού εἴ­χα­νε ὁ Πλά­τω­νας κι’ ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης γιά τήν ὕ­λη καί πού τή θε­ω­ρού­σα­νε ὑ­πό­δειγ­μα τῆς ἀ­τα­ξί­ας καί τῆς ἀ­νο­μί­ας, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα κα­τα­νο­ού­σα­νε τήν πραγ­μα­τι­κή ἐ­πι­στή­μη σάν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ σκο­ποῦ τῆς Φύ­σης. Ἡ θε­ο­λο­γι­κή ἀ­στρο­νο­μί­α κι’ ἡ τε­λε­ο­λο­γι­κή φυ­σι­κή εἶ­ναι λα­θε­μέ­νη ἐ­πι­στή­μη πού βγῆ­κε μέ­σα ἀ­πό τίς πο­λι­τι­κές ἀ­νάγ­κες - ἀ­πό τό πρό­βλη­μα τῆς ἡ­γε­μο­νί­ας πά­νω στίς μά­ζες καί στούς δού­λους. «Εἶ­ναι λά­θος ν’ ἀ­να­κα­τέ­βου­με τή φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α μέ τή νο­μο­θε­σί­αν, ση­μει­ώ­νει λα­κω­νι­κά ὁ Ἐ­πί­κου­ρος στήν πα­ρά­γρα­φο ἐ­κεί­νη ὅ­που ἀ­πορ­ρί­πτει τή θε­ο­λο­γι­κή ἀ­στρο­νο­μί­α τοῦ Πλά­τω­να καί μέ σα­φή­νεια δεί­χνει τήν πη­γή τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας της.
 
Ἔ­τσι ὁ­λο­κλη­ρώ­σα­με τή σύν­το­μη ἀ­να­δρο­μή μας. Θέ­σα­με ἕ­να πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο στό­χο καί γνω­ρί­ζου­με πο­λύ κα­λά πώς δέν τόν πε­τύ­χα­με τέ­λεια. Δώ­σα­με μιά πε­ρι­λη­πτι­κή εἰ­κό­να γιά τή συμ­βο­λή πού εἴ­χα­νε στήν ἐ­πι­στή­μη πολ­λοί ἔ­ξο­χοι ἄν­δρες: ὁ Θα­λῆς, ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος, ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης, ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος, ὁ Πυ­θα­γό­ρας, ὁ Παρ­με­νί­δης, ὁ Ἐμ­πε­δο­κλῆς, ὁ Ἀ­να­ξα­γό­ρας, ὁ Δη­μό­κρι­τος, ὁ Σω­κρά­της, ὁ Πλά­τω­νας, ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης κι οἱ ἀ­νώ­νυ­μοι συγ­γρα­φεῖς τῶν ἔρ­γων τῆς σχο­λῆς τοῦ Ἱπ­πό­κρα­τη. Ἡ γο­η­τεί­α τῆς σκέ­ψης τους δέν πει­ρά­χτη­κε ἀ­πό τό χρό­νο. Ὅ­μως δέ θά πε­τυ­χαί­να­με τό στό­χο μας καί δέ θά δεί­χνα­με τή ση­μα­σί­α πού ἔ­χει ἡ ἔλ­λη­νι­κή ἐ­πι­στή­μη γιά μας, ἄν δέ φω­τί­ζα­με πα­ράλ­λη­λα τή στε­νή σχέ­ση πού ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα στήν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς ἐπ­στη­μο­νι­κής θε­ω­ρί­ας καί στήν πρά­ξη καί σ’ ὅ­λη τήν κοι­νω­νι­κή ζω­ή τῆς δο­σμέ­νης ἐ­πο­χής, σχέ­ση πού ἐ­λά­χι­στα ἔ­χει ἐ­κτι­μη­θεῖ ἀ­πό τούς ἱ­στο­ρι­κούς.. Ἀ­σφα­λῶς, σύν­το­μα, θά γρα­φτοῦ­νε κα­λύ­τε­ρα ἔρ­γα γιά τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­πι­στή­μης. Ὅ­μως ὑ­πο­χρε­ω­τι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση γι’ αὐ­τό εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη γνώ­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς ἀρ­χαί­ας τε­χνι­κῆς καί τῆς ἐ­πί­δρα­σής της πά­νω στή ζω­ή τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης.
 
Ἡ κα­τα­νό­η­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­πι­στή­μης δέ θά προ­ω­θη­θεῖ ἄν οἱ ἱ­στο­ρι­κοί, ἀν­τί ν’ ἀ­να­κα­λύ­πτου­νε τήν ἱ­στο­ρι­κή κα­τα­γω­γή τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν θε­ω­ρι­ῶν, σπα­τα­λᾶ­νε τή ζω­τι­κό­τη­τά τους στό πρό­βλη­μα κα­τά πό­σο ἄν δέν ὑ­πήρ­χα­νε οἱ Ἕλ­λη­νες - ὑ­πάρ­ξεις προι­κι­σμέ­νες μέ ἐ­ξαι­ρε­τι­κή θε­ω­ρη­τι­κή με­γα­λο­φυ­ΐ­α - θά μπο­ρού­σα­με νά πη­δή­ξου­με αἰ­ῶ­νες καί νά φτά­σου­με στήν ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς σύγ­χρο­νης ἐ­πι­στή­μης. Λ. χ. ἄν ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης λέ­ει πώς ἡ ὕ­λη δέ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται μ’ εὐ­νο­μί­α, δέ θά εἶ­ναι σο­φό ἄν κά­ποι­ος προ­σπα­θή­σει νά ἐ­ξη­γή­σει αὐ­τό σάν πρό­βλε­ψη τῆς νε­ό­τε­ρης θε­ω­ρί­ας τοῦ ἀ­κα­θό­ρι­στου. Ἡ ὀρ­θό­τε­ρη ἑρ­μη­νεί­α βρί­σκε­ται πιό κον­τά μας. Ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ἐ­πι­στή­μης πρέ­πει νά εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά ἱ­στο­ρι­κή.