Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ: ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ TOY ΣΟΦΟΥ ME ΤΙΣ ΜΟΥΣΕΣ

Μετά τον Παρμενίδη, ο στοχαστής που πρώτος εισηγήθηκε μια νέα πρακτική του μύθου υπήρξε ο Εμπεδοκλής από τον Ακράγαντα (490-430). Από το έργο του διασώζονται πολυάριθμα αποσπάσματα, εκατόν πενήντα περίπου, τετρα­κόσιοι πενήντα στίχοι στο σύνολό τους, στους οποίους πρέπει στο εξής να προ­σθέτουμε εβδομήντα επιπλέον στίχους τους οποίους ανακάλυψε πρόσφατα ο συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών Alain Martin και βρίσκονται υ­πό έκδοση. Πρόκειται για μια σημαντική ανακάλυψη που συμπληρώνει λεπτο­μερώς ορισμένες ιδέες σχετικά με το γίγνεσθαι. Παρόλο που ο πάπυρος δεν προβλέπεται να αλλάξει την οπτική μας πάνω στη σκέψη του Εμπεδοκλή, θα μπορούσε να μας διαφωτίσει σχετικά με τη δική του πρακτική του μύθου.

Ο Εμπεδοκλής ανέτρεξε στις Μούσες που τον ενέπνεαν και ακόμη αντιστρατεύτηκε τον Παρμενίδη προσπαθώντας να εδραιώσει τη δυνατότητα ενός λόγου «μη απατηλού» (fr. 17, 25). Η πεποίθηση ότι ο τρόπος με τον οποίο α­σκούσε τη σοφία προσιδίαζε σε αυτόν των Ιώνων, παρακάμπτοντας τον εκκο­λαπτόμενο φιλόσοφο και στηρίζοντας το μυθικό του έργο στις Μούσες, εγείρει μια σειρά ερωτημάτων. Η πρώτη διαπίστωση απορρέει σαφώς από το έργο του: ο Εμπεδοκλής, αντίθετα από τον Παρμενίδη, παρουσιάζεται ως σοφός που μεταδίδει στον μαθητή του Παυσανία μια γνώση χάρη στην οποία κανείς δεν θα μπορέσει να τον ξεπεράσει (fr. 1· 2, 9· 3, 8· 15). Στο ίδιο πλαίσιο, κάνει επί­σης την απολογία της τεχνικής, την οποία ασκεί ως μηχανικός (είχε κατα­σκευάσει συστήματα άρδευσης και αντιανεμικά φράγματα) και ιατρός (καυ­χιόταν ότι είχε αναστήσει έναν νεκρό). Η πρακτική αυτή σκοπιά, ξένη στον Παρμενίδη, τον ώθησε να συμπληρώσει το ποίημά του Περί Φύσεως με ένα άλ­λο, που έμεινε γνωστό ως Καθαρμοί. Τίποτε ωστόσο δεν μας διαβεβαιώνει ότι τα δύο αυτά ποιήματα δεν αποτελούν ένα μοναδικό, αν τουλάχιστον δεχτούμε ότι η φυσική του Εμπεδοκλή εγκρύπτει πυθαγόρειες δομές που παραπέμπουν στην αρχή της μετενσάρκωσης. Εν πάση περιπτώσει, αυτό μοιάζει να είναι το συμπέρασμα στο οποίο μπορούμε να καταλήξουμε υστέρα από τις πρόσφατες ανακαλύψεις, που ερμηνεύονται υπό ένα νέο πρίσμα (βλ. A. Martin). Εάν δε προσθέσουμε την οπτική που υποστηρίζω, σύμφωνα με την οποία ο μύθος δύναται να συνενώσει πράγματα που δεν έχουν απαραιτήτως αντικειμενικούς δε­σμούς μεταξύ τους, η ενότητα του κειμένου δεν θα έπρεπε ουσιαστικά να αποτελεί ζήτημα. Εάν η σκηνοθεσία του καθαρμού δεν είναι ανεξάρτητη από την τοποθέτηση υπέρ της μετενσάρκωσης, τότε οι κύκλοι της ζωής δεν είναι λιγότερο φυσικοί, με αποτέλεσμα η μυθική προσέγγιση του γίγνεσθαι να μπορεί να συμπλησιάσει τη φύση με τον καθαρμό, όπως ήδη συμβαίνει στον πυθαγορισμό. Εντούτοις ο πυθαγορισμός του Εμπεδοκλή μοιάζει περιορισμένος: συμ­φωνεί περισσότερο με τη σοφία παρά με τη φιλοσοφία. Τούτο εξηγεί μάλλον γιατί επανέρχεται στις Μούσες, όπως ορισμένοι πυθαγόρειοι, με σκοπό όμως να προαγάγει τον «σοφό» που διδάσκει στον μαθητή του (Παυσανία). Εξ ου και η νέα αυτή εναλλακτική της επανεφαρμογής του μύθου, κατά το παράδειγ­μα του Παρμενίδη, τροποποιώντας όμως ριζικά τα δεδομένα του.

Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ο θαυμασμός του Εμπεδοκλή για την τεχνική, μιας και η «σοφία» με την αρχαϊκή σημασία του όρου συμπεριλάμβανε και την τεχνική, και μάλιστα εξέφραζε πρώτα από όλα την τεχνική επιδεξιότητα. Φτά­νει κατά πάσα πιθανότητα στο αποκορύφωμά της με τον μύθο των αυτομάτων, που επανεμφανίζεται στη ραψωδία Ρ της Ιλιάδας, όπου περιγράφεται το εργα­στήρι του Ήφαιστου με τα τελειοποιημένα αυτόματά του: τους φυσητήρες, τους τρίποδες που κατασκευάζει ώστε να μεταφέρουν από μόνοι τους τα μηνύματα στις συνελεύσεις των θεών, και τις θεραπαινίδες από χρυσό που, προικισμένες με ανθρώπινο νου, κατέχουν τον λόγο. Ο Ήφαιστος, η Αθηνά, ακόμη και ο Προμηθέας, φωτίζονται στην Αρχαιότητα από την άλω της σοφίας, συνήθως ό­μως σε σχέση με τεχνικά και σπανιότερα με θεωρητικά επιτεύγματα. Την προ­αγωγή της τεχνικής, που ενισχύεται εκείνα τα χρόνια από τον μύθο του Προμη­θέα, την ξαναβρίσκουμε αργότερα στους σοφιστές, οι οποίοι συστήνονται ως σοφοί - ο Πρωταγόρας θεωρούνταν εφευρέτης του σαμαριού για τη διευκόλυν­ση των αχθοφόρων (τύλη), ενώ ο Ιππίας καυχιόταν συνεχώς ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα με τα χέρια του - ή σε ορισμένους ατομικούς, όπως ο Δημόκρι­τος, που πίστευε ότι τα αντικείμενα που κατασκεύαζε η τεχνολογία ήταν αντι­κείμενα της φωτιάς. Σε κάποια χωρία που αποδίδονται στους Καθαρμούς ο Ε­μπεδοκλής κάνει επίσης νύξη για τη δόξα που έχει κερδίσει χάρη στα τεχνολο­γικά επιτεύγματα και τη σοφία του, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να τον θεω­ρούν ικανό να επιλύει κάθε τους πρόβλημα και να τους παρέχει τρόπους να α­ποκτήσουν πλούτη. Παραδέχεται ωστόσο ότι ορισμένοι κερδίζουν τιμές που δεν τους αξίζουν, εκμεταλλευόμενοι τον πόνο και την εξαθλίωση που μαστί­ζουν τους ανθρώπους. Γι’ αυτό μας προειδοποιεί ότι ο λόγος του δεν θα είναι ευχάριστος, μια και η αλήθεια είναι πάντοτε επώδυνη. Όμως για ποια αλήθεια πρόκειται άραγε;

Υπάρχει, ισχυρίζεται ο Εμπεδοκλής, ένα αρχαίο διάταγμα των θεών το ο­ποίο εξαγγέλλει η Ανάγκη, σύμφωνα με το οποίο ορισμένες πράξεις -όπως η αι­ματοχυσία, η επιορκία και άλλες ομοειδείς- εξορίζουν τον δράστη τους ανάμεσα στους φριχτούς δαίμονες και τον υποχρεώνουν να περιπλανάται «δέκα χιλιάδες εποχές» (ώραι) μακριά από τους μακάριους θεούς και να υφίσταται τους κύ­κλους της μετενσάρκωσης παίρνοντας κάθε λογής θνητή μορφή, από την απλού­στερη έως την πιο τερατώδη. Η εικόνα όμως που έχουν διαμορφώσει οι θνητοί για τον «σοφό» που είναι ο ίδιος δείχνει πως αγνοούν ότι ανήκει στο είδος των εξόριστων που εμπιστεύτηκαν το μανιασμένο μίσος, καθώς και ότι είχε υπάρξει αγόρι, κορίτσι, φυτό, πουλί και βουβό ψάρι, θρηνώντας τη μοίρα που του έλαχε στον παράξενο τόπο τον ερημωμένο από κάθε χαρά. Εφεξής το ερώτημα που τί­θεται είναι να μάθουμε ποιες γνήσιες τιμές και ποια ευτυχία στερήθηκε για να ακολουθήσει τον δρόμο της εξορίας. Με άλλα λόγια, η διαδικασία της μετενσάρ­κωσης, την οποία καταφανώς παραδέχεται ο Εμπεδοκλής και μάλιστα ομολογεί ότι την έχει βιώσει, αποτελεί σημάδι κάποιου κακού και μάρτυρα της δυστυχίας, δύο συνθηκών με τις οποίες ο άνθρωπος υποχρεούται να έρθει αντιμέτωπος.

Προκειμένου να επιτύχει αυτόν τον καθαρμό, ο Εμπεδοκλής ακολουθεί το πρότυπο ενός ανθρώπου (ενδεχομένως του Πυθαγόρα) ο οποίος διέθετε απε­ριόριστες γνώσεις και ήταν ικανός να πράττει σοφά σε όλους τους τομείς, σε βαθμό που πέτυχε με τη δύναμη της σκέψης του να συλλάβει γεγονότα του πα­ρελθόντος που εκτείνονταν σε πολλές ανθρώπινες γενιές. Έτσι διανοίγεται η οδός της Αγάπης, η οποία νοείται μονάχα εάν κανείς κατακτήσει τη γονιμότητα των θείων σκέψεων και μπορεί να διακρίνει την πραγματική τους φύση. Καθώς όμως δεν είναι δυνατόν να έχουμε άμεση πρόσβαση στη θεία γνώση, δέον είναι αρχικά να απελευθερωθούμε από τον ανθρωπομορφισμό που είχε ήδη στηλιτεύσει ο Ξενοφάνης, με σκοπό να δούμε ότι ο Θεός μοιάζει με νόηση που δια­τρέχει τον πραγματικό κόσμο στο σύνολό του (fr. 134).

Ο Εμπεδοκλής στηρίζει την ιδέα αυτήν στον πυρήνα του ποιήματος του Πε­ρί Φύσεως, που διαγράφει τις φυσικές συνθήκες της βασιλείας της Αγάπης. Χά­ρη σε αυτήν ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει τις συνθήκες υπό τις οποίες πράτ­τει και να καταφέρει να απαλλαγεί από τη βίαιη ζωή που κυβερνά το Μίσος και ωθεί τους ανθρώπους στον αλληλοσπαραγμό. Η Αγάπη βοηθά στην εξύψω­ση του ανθρώπου μέσω της σοφίας, και άλλους τους κάνει μάντεις, άλλους ρα­ψωδούς, άλλους ιατρούς, ούτως ώστε να βρεθούν στην πρώτη γραμμή επί Γης και εν συνεχεία να ξαναγεννηθούν ως τιμημένοι θεοί (fr. 146). Η εξύμνηση του σοφού περνά, συνεπώς, μέσα από την ενεστώσα δράση, αλλά καθαιρείται μετά θάνατον, προκειμένου η επιστροφή του στη ζωή να του προσδώσει μια δόξα α­γνότερη, όχι πλέον κερδίζοντας μάταιες τιμές, αλλά επιτυγχάνοντας μια εγγύ­τητα μεταξύ των ανθρώπων. Έτσι λοιπόν, όταν πια θα μοιράζονται την εστία και την τράπεζα των άλλων αθανάτων μακριά από τις δυστυχίες, δεν θα έχουν πλέον τίποτε να φοβηθούν (fr. 147). Ενώ αυτό το συμπέρασμα του Εμπεδοκλή οδηγεί σε σχάση με τον πυθαγορισμό, ταυτόχρονα πραγματοποιεί μια σύνθεση του πυθαγορισμού και της νόησης των σοφών, ακριβώς επειδή παραδέχεται την πιθανότητα μιας σοφίας που θεοποιεί τον άνθρωπο. Σύμφωνα δηλαδή με τον Εμπεδοκλή, ο άνθρωπος δύναται μέσω της σοφίας να διανύσει τον κύκλο της μετενσάρκωσης φτάνοντας ως τη θέωση. Η σοφία αυτή, που πραγματώνε­ται με τον έλεγχο της Φύσης στο σύνολό της, εξασφαλίζει στον γνώστη την οδό της σωτηρίας. Εάν αυτή η παρατήρηση αποδεικνυόταν ορθή, θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με μια απόπειρα του σοφού να προσδώσει στη σοφία τη δύναμη που της είχε αποστερήσει ο πυθαγορισμός: να μην αρκεστεί να γίνει ένας δαί­μονας στο παιχνίδι της ζωής. αλλά να φτάσει, ει δυνατόν, στη θέωση. Στην εν λόγω αποκατάσταση της σοφίας των Ιώνων φαίνεται πως οδηγεί η πίστη του Ε­μπεδοκλή στην τεχνολογία, περνώντας όμως μέσω της πυθαγόρειας εναλλακτι­κής διάστασης. Ο μύθος ξαναδίνει νόημα σε ό,τι είναι θείο.

Ωστόσο την ανάλυση του Εμπεδοκλή διέπει λιγότερο το σχήμα της αγάπης και περισσότερο η αντικειμενοποίησή του ως υπόβαθρου του πραγματικού - που βρίσκεται σε εξέλιξη και άρχεται από τις τέσσερις θεϊκές ρίζες: τον Δία (φωτιά), την Ήρα (γη), τον Αϊδωνέα (αέρα) και τη Νήστη (νερό). Οι δρόμοι των παραπάνω διασταυρώνονται διαρκώς και περιπλέκονται μεταξύ τους, μένο­ντας όμως αναλλοίωτοι, και άρα λόγω της διαρκούς τους κίνησης μοιάζουν «α­κίνητοι», καθώς ούτε τους προστίθεται ούτε τους λείπει κάτι ώστε να υποστούν κάποια αλλαγή. Αυτή η σταθεροποίηση του υπόβαθρου, που εντούτοις εγκρύπτει την αυτονομία καθεμιάς από τις οντότητες που βρίσκονται στη ρίζα κάθε πράγματος, θα έπρεπε θεωρητικά να ευνοεί τη διάκρισή τους και να καταλήγει σε έναν κόσμο χαοτικό -απότοκο του Μίσους εάν δεν υπάκουε στον νόμο του Ενός- όπου κυριαρχεί ο Σφαίρος, που κινείται όμοια με τον εαυτό του μέσα στη μοναχική του επανάσταση και εμφανίζεται ως ο κοσμογονικός εγγυητής της Α­γάπης. Αρνούμενος τη φύση ως άνθηση που ξεκινά από μια ενική βάση και θεω­ρώντας την απλώς ένα «όνομα» που το εμπνεύστηκαν οι Ίωνες στοχαστές, ο σο­φός από τον Ακράγαντα εξετάζει τη δημιουργία του Ενός με αφετηρία το πολ­λαπλό και τον διαχωρισμό του Ενός ως δημιουργό του πολλαπλού. Ο κύκλος του γίγνεσθαι κατά πάσα πιθανότητα πραγματοποιείται στον Σφαίρο, ο τελευ­ταίος όμως εμφανίζεται στην πληρότητά του μονάχα όταν είναι Εν, όταν ορίζε­ται από την καθαρή ενότητα πέρα από κάθε διαχωρισμό. Επομένως, έρχεται σε αντίθεση με την οριακή κατάσταση όπου οι τέσσερις ρίζες διαχωρίζονταν εντε­λώς, με αποτέλεσμα η γένεση των πραγμάτων να επισυμβαίνει μονάχα σε ένα ενδιάμεσο διάστημα, όπου η κυριαρχία της Αγάπης και του Μίσους καταφέρνει να ισορροπήσει, παρόλο που το καθένα άρχει εναλλάξ.

Οι ερμηνευτές συνεχίζουν ακόμη να συζητούν έντονα περί της σημασίας του γίγνεσθαι, κυρίως θέλοντας να μάθουν εάν υπάρχουν ή όχι ακραίες σφαιρικές φάσεις, καθώς και ποιες είναι οι ενδιάμεσες καταστάσεις του γίγνεσθαι. Η α­πάντηση είναι δύσκολη, μιας και τα υπάρχοντα αποσπάσματα δεν επεξηγούν σχετικά. Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι πρόκειται για μύθο, γεγονός που στη συνέχεια επέτρεψε στους νεοπλατωνικούς να επανεντάξουν τη σκέψη του Εμπεδοκλή σε ένα αιώνιο σύστημα, όπου η Αγάπη αντιστοιχούσε σε έναν ιδανι­κό και νοητό κόσμο και το Μίσος στον αισθητό και εν τω γίγνεσθαι κόσμο που μας περιβάλλει. Γι’ αυτό πιστεύω πως μια ουσιαστική απάντηση θα δοθεί μονά­χα όταν θα έχουμε διαφωτίσει τις διαφορετικές αρχαϊκές πρακτικές του μύθου. Ωστόσο μπορούμε να πούμε ήδη ότι με την παρώθηση της Αγάπης, που αναφύε­ται από το κέντρο, όλα τα πράγματα συνενώνονται στο Εν, ενώ όταν κυβερνά το Μίσος, που ξεκινά από την περιφέρεια και επεκτείνεται προς το κέντρο, όλα διασκορπίζονται, τα πράγματα και οι άνθρωποι απομονώνονται, προκαλώντας αντιθέσεις, βιαιότητες και πολέμους. Στο μεταξύ τους διάστημα, θα μπορούσα­με να πούμε, οι επιμέρους κύκλοι του γίγνεσθαι υπαγορεύονται από τη συμφω­νία ή την ασυμφωνία, ανάλογα με τη δύναμη που κυριαρχεί κάθε φορά. Μπο­ρούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι η σοφία συνίσταται στην κατανόηση της πραγ­ματικής υπόστασης αυτών των γίγνεσθαι, προκειμένου να καταλάβουμε τον ε­νεργητικό ρόλο της Αγάπης και την ικανότητα που έχει ο άνθρωπος να εναρμο­νίζεται με την Αγάπη και να μην επιτρέπει να παρεισφρέουν στη ζωή του άν­θρωποι «εφήμεροι» που άγονται και φέρονται από το μίσος, ζουν δίχως να σκέ­φτονται την επαύριον και υπομένουν τα πλήγματα της μοίρας. Έτσι, επικαλού­μενος τις Μούσες, ο σοφός παρακαλεί να του φανερώσουν τους νόμους που θα βοηθήσουν τον άνθρωπο να εξυψωθεί προς τη σοφία. Επανέρχεται, άρα, στην ησιοδική αντίληψη της δυνατής για τον άνθρωπο ανάτασης, όχι πια δουλεύο­ντας τη γη, αλλά με την πράξη που εμπνέει η αγάπη εις βάρος του μίσους.

Το μήνυμα είναι νέο: ολοκληρώνει το κίνημα που εγκαινίασε η δελφική ιδεο­λογία, το οποίο ο Εμπεδοκλής επιχείρησε να ξαναθέσει όχι πλέον στον στενό πολιτικό τομέα αλλά και στο πλαίσιο της ατομικής δράσης, για να μπορέσει ο άνθρωπος να φτάσει τη θέωση. Βλέποντας στην ύπαρξή τους μονάχα ένα μέρος της Ζωής, οι άνθρωποι, υποστηρίζει ο Εμπεδοκλής, κινούνται και σκορπίζονται σαν καπνός, αφήνονται να βουτηχτούν στο κακό που τους παρασύρει στους ζο­φερούς κύκλους της μετενσάρκωσης, χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας. Διατρέχουν έτσι τον κίνδυνο να μη δουν ότι υπάρχει η δυνατότητα ενός άλλον τρόπου ζωής, όπου μπορεί κανείς, ακολουθώντας τους δρόμους της Αγάπης, να εντάξει τους κύκλους της ζωής όπως οι θεοί, ακολουθώντας την κίνηση του Σφαίρου.

Η γενική ανάλυση του Εμπεδοκλή εμπνέεται σαφώς από τον Παρμενίδη, μιας και εισάγει -όπως και εκείνος- μια φυσική της ανάμιξης και του διαχωρι­σμού, συμπληρώνοντας τις θεμελιώδεις οντότητες και συγκεντρώνοντάς τις σε τέσσερις θεϊκές ρίζες: Γη, Νερό, Αέρα, Φωτιά. Οι τέσσερις αυτές οντότητες θα μετεξελιχθούν στα τέσσερα στοιχεία της αρχαίας και μεσαιωνικής φυσικής, γε­γονός που καθιστά αδιαμφισβήτητη την ιστοριακή σημασία της σκέψης του. Α­πό την άλλη όμως, η ανάλυσή του απομακρύνεται σαφώς από εκείνη του Ελεάτη και περισσότερο ασπάζεται τα ηθικά διδάγματα του πυθαγορισμού, όπου ε­πανέρχεται για να εξασφαλίσει εγκυρότητα στις αρχές του, καθώς τοποθετεί τον κύκλο της μετενσάρκωσης στην τάξη μιας πιθανής μεταμόρφωσης του σο­φού σε θεό και υποθέτει, μέσω της αντικειμενοποίησης της Αγάπης, το ενδεχό­μενο μιας κοινωνικής και πολιτικής ειρήνης. Θεωρώντας, σε αντιδιαστολή με τον Παρμενίδη, ότι ο λόγος του δεν είναι απατηλός, εξαλείφει την ανθρώπινη περατότητα, την οποία παραδεχόταν ο Ελεάτης, καθώς και τη θεμελίωση του Είναι στον άνθρωπο ως προϋπόθεση της νόησης (το Είναι καθίσταται άχρηστο, μιας και την ακινησία εξασφαλίζει η κυκλική και διαρκής κίνηση των τεσσά­ρων στοιχείων). Φέρνοντας, από την άλλη, σε πρώτο πλάνο την Αγάπη ως προϋπόθεση μιας ενότητας, ο Εμπεδοκλής δρομολογεί μια ιδέα που θα κυριαρ­χήσει στο πνεύμα των μεταπλατωνικών φιλοσόφων, και συγκεκριμένα την ιδέα μιας εμμενούς πραγματικότητας όπου βασιλεύει η ενότητα και η ομόνοια. Εάν αληθεύει ότι τα τεχνολογικά επιτεύγματα για τα οποία επαίρεται -των οποίων το εύρος προβλήθηκε ανεπαρκώς- συνηγορούν υπέρ της επιστροφής στη «σο­φία» και ορίζουν ιστοριακά τη μοντερνικότητα, τότε η προαγωγή του θέματος της αγάπης ανοίγει τον δρόμο στην πλατωνική και χριστιανική σκέψη, που θα την αναγάγουν σε κεντρική τους έννοια. Στο μεταξύ η αραβική σκέψη, που α­ντλεί από τις πηγές μιας απόκρυφης ιστορίας, της αλχημείας, εκλαμβάνει τον Εμπεδοκλή ως κορυφαία μορφή - γεγονός που δίνει την ευκαιρία στους εξηγη­τές να μιλήσουν για τη νεοεμπεδόκλεια σκέψη, την οποία και θεωρούν ληξιαρ­χική πράξη γέννησης της ισλαμικής φιλοσοφίας στην Ισπανία.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου