Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας

Αρχαΐζουσα - καθαρεύουσα: από το Βυζάντιο μέχρι σήμερα

Δείγματα της αρχαιότροπης γλώσσας που χρησιμοποιήθηκε σε όλες τις μορφές λόγου κατά τη βυζαντινή περίοδο και μετά - μέχρι σήμερα.

Ρωμανός ο Μελωδός· 6ος αι.

Ἡ παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει,

καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει·

ἄγγελοι μετὰ ποιμένων δοξολογοῦσι,

μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι·

δι' ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη

παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

ὑπερούσιον: που είναι πέρα και πάνω από την ύλη | τίκτει: γεννά | προσάγει: προσφέρει


Ιωάννης Δαμασκηνός· 8ος αι.

Τῷ ὁσιοτάτῳ καὶ θεοτιμήτῳ πατρὶ Κοσμᾷ, ἁγιωτάτῳ ἐπισκόπῳ τοῦ Μαϊουμᾶ, ἐλάχιστος μοναχὸς καὶ πρεσβύτερος ἐν Κυρίῳ χαίρειν. Τὸ μὲν στενὸν τῆς διανοίας καὶ τὸ ἄπορον τῆς γλώσσης τῆς ἐμαυτοῦ ἐπιστάμενος, ὤκνουν, ὦ μακάριε, τοῖς ὑπέρ δύναμιν ἐγχειρεῖν καὶ τῶν ἀδυνάτων κατατολμᾶν.

Στον αγιότατο και τιμημένο από τον Θεό πατέρα Κοσμά, αγιότατο επίσκοπο του Μαϊουμά, εγώ ο ταπεινός μοναχός και ιερέας απευθύνω χαιρετισμό στο όνομα του Κυρίου. Γνωρίζοντας τους περιορισμούς του μυαλού μου και τις ανεπάρκειες της γλώσσας μου, δίσταζα, μακάριε, να επιχειρήσω πράγματα πέρα από τις δυνάμεις μου και να τολμήσω τα αδύνατα.

Μιχαήλ Χωνιάτης· 12ος αι. (Ο καλός επίσκοπος είναι απογοητευμένος που το αθηναϊκό ποίμνιό του δεν κατάλαβε την, ακόμη αρχαϊκότερη, πρώτη ομιλία του.)

Ἔναγχος τὰ εἰσιτήρια ὑμῖν προσφθεγξάμενος σχέδιά τινα καὶ ἀπέριττα πάνυ τι καὶ ἀφιλότιμα, ὅμως ἔδοξα μὴ συνετά λέγειν ἤ ἄλλως ὁμόγλωττα ἀλλ' ὡς ἀπὸ διαλέκτου περσικῆς ἤ σκυθικῆς. Διὰ ταῦτα οὐ μόνον τῶν νοημάτων ἐκλύσας τὸν τόνον τελέως ἀλλὰ καὶ τὴν ἁρμονίαν τῆς ἑρμηνείας χαλάσας, οὕτως ἀφελῶς ὑμῖν καὶ σαφῶς ὡμίλησα καὶ τὴν τροφὴν παρεθέμην ἀλησμένην, μᾶλλον δὲ διεμασησάμην, ὑμῖν ὡς αἱ τίτθαι τοῖς βρέφεσι.

Πρόσφατα, στην εναρκτήρια ομιλία μου σας ανακοίνωσα κάποιες πρόχειρες σκέψεις μου, πολύ λιτές και καθόλου φιλόδοξες, μου φάνηκε όμως ότι δεν μιλούσα κατανοητά ή την ίδια γλώσσα με σας αλλά ότι εκφραζόμουν στα περσικά ή στα σκυθικά. Γι' αυτό, (τώρα) όχι μόνο χαλάρωσα εντελώς την ένταση των νοημάτων αλλά κατέστρεψα και την αρμονία της ερμηνείας και σας μίλησα τόσο απλοϊκά και με τόση σαφήνεια και σας πρόσφερα το φαΐ αλεσμένο, ή καλύτερα μασημένο, όπως το προσφέρουν οι παραμάνες στα μωρά.

Ιωάννης Αναγνώστης. Θρήνος για την άλωση της Θεσσαλονίκης· 1430

Ὦ χρόνε, οἷα τίκτεις ἐξαίφνης καὶ μεταβολὰς οἷας ἐναπεργάζῃ τοῖς πράγμασι. Ὦ πόλις, ἡ πρὶν μὲν ὥσπερ ναῦς ἐξ οὐρίας πλέουσα, ἔπειτα δὲ καταιγίδος δεινῆς ἐγερθείσης κακῶς συντριβεῖσα καὶ τὸν ἐναποκείμενον πλοῦτον ἀποβαλοῦσα καὶ ἀπολέσασα.

Ω Χρόνε, τί πράγματα γεννάς ξαφνικά και τί μετατροπές δημιουργείς! Ω Πόλη, που πριν έπλεες σαν πλοίο με ούριο άνεμο, για να συντριβείς κατόπιν, όταν σηκώθηκε φοβερή καταιγίδα, και να στερηθείς και να χάσεις τα πλούτη σου!

Γράμμα στον σουλτάνο Βαγιαζίτ Β΄· 1486

Βασιλεῖ βασιλέων μεγίστῳ τε καὶ ὑψίστῳ χαμαὶ προσκυνεῖν τε καὶ ποδοφιλεῖν ὑγιαίνειν τε καὶ χαίρειν καὶ εὖ πράττειν.

εὖ πράττειν: να είναι καλά, ευτυχισμένος

Ματθαίος Δεβαρής. Το νεκρό σκυλάκι· 2ο μισό του 16ου αι.

Σπανίολον σκύλακα ξανθότριχα περδικοθήραν,

κίρκων ὀξυπετῶν πρόδρομον ἰχνελάτην,

Ἀγροτέρα σοι, Μᾶρκε, ἀγασσαμένη κατέπεφνε,

μὴ καὶ ἐν ἀγροσύναις σὺ μόνος εὖχος ἔχῃς.


Το σκυλάκι το ισπανικό το ξανθότριχο, που κυνηγούσε τις πέρδικες και ιχνηλατώντας άνοιγε τον δρόμο στα γοργόφτερα γεράκια, η κυνηγήτρα η Αρτεμη, Μάρκε, σου το σκότωσε, από φθόνο μήπως, και στα κυνήγια ακόμα, εσύ μονάχα έχεις τη δόξα.

Χριστόφορος Περραιβός. Επίθεση του Αλή πασά στο Σούλι· 1815

Εἰς αὐτὴν τὴν μεγαλόψυχον ὁρμὴν τῶν γυναικῶν μὴ ἠμπορῶντας νὰ ἀντισταθοῦν οἱ Ἀγαρηνοὶ ἐστράφησαν εἰς τὰ ὀπίσω τρομασμένοι καὶ ἐθυσιάζοντο εἰς τὴν φυγὴν ἀπὸ τὰ ἐλεύθερα καὶ ἀσπιθοβολοῦντα σπαθία τῶν γυναικῶν καὶ ανδρῶν τοῦ Σουλίου. Ὁ δὲ Άλῆ πασᾶς, βλέποντας τὴν συμφορὰν καὶ ροπὴν τοῦ στρατεύματός του μακρόθεν, κατέκοπτε καὶ ἐξερίζωνε τὰ μαλλία του καὶ πάραυτα ἐκαβαλίκευσε καὶ ἔτρεχε δρομαίως εἰς τὰ Ἰωάννινα, τόσον ὁποὺ ἔσκασε δύο ἄλογα. Τόσος φόβος καὶ τρόμος εἶχεν ἔμβει εἰς τὰς καρδίας των, ὁποὺ ὅσοι ἐσώθησαν (μόλις τὸ ἥμισυ στράτευμα) καὶ ἔφθασαν εἰς Ἰωάννινα, ἔστρεφαν τὰ ὀμμάτιά τους ὀπίσω καὶ ἐκοίταζαν μήπως ἀκόμη τοὺς κυνηγοῦν οἱ Σουλιῶται.

ροπήν: φυγή, υποχώρηση | κατέκοπτε: τραβολογούσε | δρομαίως: γρήγορα

Ανδρέας Κάλβος. Το ξημέρωμα της λευτεριάς· 1824

Εἰς τὰ φρικτὰ βασίλεια

ὁμοιάζει τοῦ θανάτου

ἡ φύσις ὅλη· ἐκεῖθεν

ἦχος ποτὲ δὲν ἔρχεται

ὕμνων ἤ θρήνων.

Ἀλλὰ τῶν μακαρίων

στάβλων ἰδοὺ τὰ ἠῷα

κάγκελα ᾑ Ὧραι ἀνοίγουσιν,

ἰδοὺ τὰ ἀκάμαντα ἄλογα

τοῦ Ἡλίου ἐκβαίνουν.

Χρυσά, φλογώδη, καίουσι

τοὺς δρόμους τοῦ ἀέρος

τὰ ἁμιλλητήρια πέταλα·

τοὺς οὐρανοὺς φωτίζουσι

λάμπουσαι ᾑ χαῖται.


ἐκεῖθεν: από κει | μακαρίων: θεϊκών | ἠῷα: ανατολικά | : οι = το θηλυκό άρθρο στην ονομ. πληθ., σύμφωνα με την ορθογραφία της εποχής | ἀκάμαντα: ακούραστα | ἐκβαίνουν: βγαίνουν έξω | ἁμιλλητήρια: που ανήκουν σε άλογα αγώνων, ταχύτατα

Αλέξανδρος Σούτσος. Λάθος εκτίμηση, λάθος προφητεία· 1833

Ὁ Κάλβος καὶ ὁ Σαλομός, ὠδοποιοὶ μεγάλοι,

κ' οἱ δύο παρημέλησαν τῆς γλώσσης μας τὰ κάλλη·

ἰδέαι ὅμως πλούσιαι, πτωχὰ ἐνδεδυμέναι,

δὲν εἶναι δι' αἰώνιον ζωὴν προωρισμέναι.


Σαλομός: Σολωμός | ὠδοποιοί: συνθέτες ωδών, μελωδικών ποιημάτων

Εμμανουήλ Ροΐδης. Δυο ερωτευμένοι ρεμβάζουν· 1866

Ὁ δίσκος τῆς Ἑκάτης, περικυκλούμενος ὑπὸ νεφῶν διαφανῶν ὡς σεμνὴ παρθένος ὑπὸ τῶν νυκτικῶν πέπλων της, ἔλαμπεν ἀκίνητος εἰς ὕψος ἀκαταμέτρητον, ἐπιχέων ἐπὶ τῶν ἀθανάτων ἐκείνων μαρμάρων λάμψιν λευκὴν καὶ ἀμυδράν . Αἱ στῆλαι τοῦ Ὀλυμπιείου, τὸ ρεῦμα τοῦ Ἰλισσοῦ, τὰ γλαυκὰ κύματα τοῦ Φαλήρου, οἱ ἐλαιῶνες, αἱ ροδοδάφναι, αἱ κορυφαὶ τῶν λόφων στεφόμεναι ὑπὸ ἐκκλησιῶν ἤ μνημείων, πάντα ταῦτα περιέσφιγγον τήν ὄρασιν τῶν δύο νεανίσκων διὰ ζώνης καὶ αὐτοῦ τοῦ κεστοῦ τῆς Ἀφροδίτης θελκτικωτέρας, ἡ δὲ ἡδονὴ ἣν ἠσθάνοντο ἐκ τοῦ πανοράματος τούτου καθίστατο διπλασία, διότι μεθυσμένοι ὄντες ἔβλεπον τά πάντα διπλᾶ.

τῆς Ἑκάτης: της σελήνης | ἐπιχέων: χύνοντας | κεστοῦ: κεντημένης ζώνης

Κλέων Ραγκαβής. Τα χάλια της γλώσσας μας· 1877

Ἡ ἡμετέρα γλῶσσα ἐστίν εἰς κατάστασιν ῥευστήν, πάσας δεχόμενη τὰς ἀποχρώσεις, ἀπὸ τῆς μιξοβαρβάρου κ' ἐκ παντοίων συντριμμάτων συγκειμένης διαλέκτου ἣν κοινῶς ὁμιλοῦμεν μέχρι τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς. Βαίνομεν πρὸς τὴν ἀρχαίαν, καθαρίζομεν, ἐξευγενίζομεν τὴν ὑπὸ τῶν αἰώνων τῆς δουλείας καὶ ἀγνοίας καταστραφεῖσαν θείαν ἡμῶν φωνήν, καὶ φθάσομεν ποτέ εἰς μεταίχμιόν τι μεταξὺ τῆς Ἀτθίδος καὶ τοῦ νεωτέρου ἀναλυτικοῦ πνεύματος. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἐν τῇ παρούσῃ αὐτῆς καταστάσει, ἐστὶ χάος ἀδιεξήγητον, καὶ ἀπαιτεῖται ἡ θυσία ὁλοκλήρου βίου ἵνα ἐν μέρει δαμάσῃ τις αὐτήν.

ἐκ παντοίων: από κάθε είδους | συγκειμένης: αποτελούμενης | φθάσομεν ποτέ: θα φτάσουμε κάποτε | τι: κάποιο | Ἀτθίδος: αττικής (διαλέκτου) | ἀδιεξήγητον: ατέλειωτο, ανεξάντλητο | τις: κάποιος

Αχιλλεύς Παράσχος. Αθηναϊκό στενό· 1880

Ὑπάρχει εἰς ἀπόκεντρον τῶν Ἀθηνῶν γωνίαν

λευκὸς δρομίσκος, σκιερὸς καὶ πλήρης μυστηρίου·

χλοάζει τὸ κατώφλιον εἰς πᾶσαν του οἰκίαν

καὶ τέμνεται ὑπὸ μικροῦ εἰς δύο ρυακίου.

Δὲν βλέπεις μέγαρα λαμπρὰ εκεῖ, ἀλλὰ ὡραίας

μικρὰς οἰκίας, ταπεινάς, χιόνος λευκοτέρας,

καὶ πρὸ αὐτῶν ἐδῶ κι ἐκεῖ ἀνθούσας πασχαλέας,

αἵτινες μύρον χύνουσι λεπτόν εἰς τοὺς ἀέρας.


χλοάζει: είναι καταπράσινο | ταπεινάς: χαμηλές

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το τέλος της φόνισσας· 1903

Τὰ κύματα ἐφούσκωναν ἀγρίως, ὡς νὰ εἶχον πάθος. Ἐκάλυψαν τοὺς μυκτῆρας καὶ τὰ ὦτά της. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ βλέμμα τῆς Φραγκογιαννοῦς ἀντίκρισε τὸ Μποστάνι, τὴν ἕρημον βορειοδυτικὴν ἀκτήν, ὅπου τῆς εἶχον δώσει ὡς προῖκα ἕνα ἀγρόν, ὅταν, νεάνιδα, τὴν ὑπάνδρευσαν καὶ τὴν ἐκουκούλωσαν, καὶ τὴν ἔκαμαν νύφην οἱ γονεῖς της.

- Ὤ! νά τὸ προικιό μου! εἶπε.

Αὐταὶ ὑπῆρξαν αἱ τελευταῖαι λέξεις της. Ἡ γραία Χαδούλα εὖρε τὸν θάνατον εἰς τὸ πέραμα τοῦ Ἁγίου Σώστη, εἰς τὸν λαιμὸν τὸν ἐνώνοντα τὸν βράχον τοῦ ἑρημητηρίου μὲ τὴν ξηράν, εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου, μεταξὺ τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης.


μυκτήρας: ρουθούνια

Εμμανούλ Στ. Λυκούδης. Άφιξη στη Φθειρία· 1920

Μετ' ὀλίγον εἰσηρχόμην εἰς τὴν κωμόπολιν, συρόμενος ὑπὸ τοῦ ἀγωγιάτου μου ἀπὸ τὸ καπίστρι, διὰ τῆς μεσολαβήσεως, ἐννοεῖται, τοῦ λαιμοῦ τοῦ ὑπ' ἐμὲ ἡμιόνου.

Μοὶ ἐπεφυλάσσετο δὲ ἐνθουσιώδης ὑποδοχή, ὡς προεδήλουν αἱ λυσσαλέαι ὑλακαὶ τῶν σκύλων καὶ οἱ ἐμμανεῖς λιθοβολισμοὶ τῆς τρυφερᾶς γενεᾶς τῆς Φθειρίας, τῶν νεαρῶν αὐτῆς βλαστῶν καὶ χρηστῶν ἐλπίδων, ἥτις ἔπαιζε τὴν ὥραν ἐκείνην εἰς τὰ πρόθυρα τῆς κωμοπόλεως.

Ἀπετελεῖτο δὲ ἡ νέα αὕτη γενεὰ ἀπὸ ἐσμὸν μικρῶν δαιμόνων ἀνυποδήτων, τὸ πρόσωπον, τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας τῶν ὁποίων οὐδέποτε περιύβρισε τοῦ ὕδατος ἡ επαφή, ἐνῶ ἡ κόμη των κατὰ γλοιώδεις τολύπας ἐπιστέφει τὰς μικρὰς κεφαλάς των.


ὑλακαί: γαβγίσματα | εμμανεῖς: μανιασμένοι | Φθειρίας: φθείρ = ψείρα | ἐσμόν: σμήνος, ομάδα | τολύπας: τσουλούφια | ἐπιστέφει: στεφανώνει

Πέτρος Συλλέκτης, «Πλεονεκτήματα και προϋποθέσεις της διά καταπόσεως ομβρέλλας αυτοκτονίας»· 2004

Ένας πρωτότυπος και αποτελεσματικός τρόπος δι' αυτοκτονίαν είναι ο διά της καταπόσεως ομβρέλλας. Καταπίνετε την ομβρέλλαν και εν συνεχείᾳ την ανοίγετε. Με το άνοιγμα της ομβρέλλας προκαλούνται διάφορα πράγματα εις έν των ευαισθήτων μερών του ανθρωπίνου σώματος, δηλονότι την κοιλίαν. Τα πράγματα αυτά είναι εύκολον να τα φαντασθεί ο αναγνώστης και δεν κρίνω σκόπιμον να λάβω τον χρόνον του διά να περιγράψω εν λεπτομερείᾳ τα αποτελέσματα του ανοίγματος της ομβρέλλας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου