Κυριακή 2 Ιουνίου 2019

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἀσπὶς Ἡρακλέους (1-29)

Γέννηση του Ηρακλή

1 Ἢ οἵη προλιποῦσα δόμους καὶ πατρίδα γαῖαν
ἤλυθεν ἐς Θήβας μετ᾽ ἀρήιον Ἀμφιτρύωνα
Ἀλκμήνη, θυγάτηρ λαοσσόου Ἠλεκτρύωνος·
ἥ ῥα γυναικῶν φῦλον ἐκαίνυτο θηλυτεράων
5 εἴδεΐ τε μεγέθει τε· νόον γε μὲν οὔ τις ἔριζε
τάων ἃς θνηταὶ θνητοῖς τέκον εὐνηθεῖσαι.
τῆς καὶ ἀπὸ κρῆθεν βλεφάρων τ᾽ ἄπο κυανεάων
τοῖον ἄηθ᾽ οἷόν τε πολυχρύσου Ἀφροδίτης.
ἣ δὲ καὶ ὣς κατὰ θυμὸν ἑὸν τίεσκεν ἀκοίτην,
10 ὡς οὔ πώ τις ἔτισε γυναικῶν θηλυτεράων·
ἦ μέν οἱ πατέρ᾽ ἐσθλὸν ἀπέκτανε ἶφι δαμάσσας,
χωσάμενος περὶ βουσί· λιπὼν δ᾽ ὅγε πατρίδα γαῖαν
ἐς Θήβας ἱκέτευσε φερεσσακέας Καδμείους.
ἔνθ᾽ ὅ γε δώματ᾽ ἔναιε σὺν αἰδοίῃ παρακοίτι
15 νόσφιν ἄτερ φιλότητος ἐφιμέρου, οὐδέ οἱ ἦεν
πρὶν λεχέων ἐπιβῆναι ἐυσφύρου Ἠλεκτρυώνης
πρίν γε φόνον τείσαιτο κασιγνήτων μεγαθύμων
ἧς ἀλόχου, μαλερῷ δὲ καταφλέξαι πυρὶ κώμας
ἀνδρῶν ἡρώων Ταφίων ἰδὲ Τηλεβοάων.
20 τὼς γάρ οἱ διέκειτο, θεοὶ δ᾽ ἐπὶ μάρτυροι ἦσαν·
τῶν ὅ γ᾽ ὀπίζετο μῆνιν, ἐπείγετο δ᾽ ὅττι τάχιστα
ἐκτελέσαι μέγα ἔργον, ὅ οἱ Διόθεν θέμις ἦεν.
τῷ δ᾽ ἅμα ἱέμενοι πολέμοιό τε φυλόπιδός τε
Βοιωτοὶ πλήξιπποι, ὑπὲρ σακέων πνείοντες,
25 Λοκροί τ᾽ ἀγχέμαχοι καὶ Φωκῆες μεγάθυμοι
ἕσποντ᾽· ἦρχε δὲ τοῖσιν ἐὺς πάις Ἀλκαίοιο
κυδιόων λαοῖσι. πατὴρ δ᾽ ἀνδρῶν τε θεῶν τε
ἄλλην μῆτιν ὕφαινε μετὰ φρεσίν, ὥς ῥα θεοῖσιν
ἀνδράσι τ᾽ ἀλφηστῇσιν ἀρῆς ἀλκτῆρα φυτεύσαι.


***
1 Ή σαν αυτήν που πίσω της παλάτι αφήνοντας, τη γη την πατρική
ήρθε στη Θήβα με τον πολεμικό τον Αμφιτρύωνα,
η Αλκμήνη, κόρη του Ηλεκτρύωνα που ξεσηκώνει το στρατό για μάχη.
Ήταν αυτή ξεχωριστή στην ομορφιά και το παράστημα
στων γυναικών το γένος μέσα. Καμιά τους δεν την έφτανε στο νου
απ᾽ όσες γεννηθήκανε από θνητές που με θνητούς πλαγιάσαν.
Απ᾽ το κεφάλι της, από τα κυανά της μάτια
έπνεε σαν της πολύχρυσης της Αφροδίτης γλύκα.
Μα κι έτσι, μες στην καρδιά τον άντρα της τιμούσε,
10 όσο ποτέ τον άντρα της δεν τίμησε καμιά γυναίκα.
Κι όμως, εκείνος το γενναίο πατέρα της τον σκότωσε νικώντας τον με βία,
για κάποια βόδια θυμωμένος. Κι άφησε αυτός την πατρική του γη
και πήγε ικέτης στους ασπιδοφόρους τους Καδμείους, στη Θήβα.
Σπίτι είχε εκεί μαζί με τη σεβάσμια γυναίκα του,
μα δίχως έρωτα μαζί της ποθητό να κάνει. Τι δεν του έπρεπε
στην κλίνη ν᾽ ανεβεί της κόρης του Ηλεκτρύωνα με τους ωραίους τούς αστραγάλους,
προτού να εκδικηθεί το θάνατο των αδερφών της, που ᾽χαν καρδιά γενναία,
και με φωτιά ολέθρια τις κώμες κατακάψει
των Ταφίων και Τηλεβόων ηρώων.
20 Αυτή τη συμφωνία είχε κάνει κι ήτανε μάρτυρες οι θεοί σ᾽ αυτήν.
Φοβόταν την οργή τους και βιαζόταν όσο πιο γρήγορα
το μέγα έργο να εκτελέσει που ο Δίας του ᾽χε ορίσει.
Κι αυτόν τον συνοδεύανε, με πόθο για μάχη και για πόλεμο,
αρματηλάτες Βοιωτοί που ξεφυσούν επάνω απ᾽ τις ασπίδες τους,
Λοκροί που σώμα με σώμα πολεμούν και γενναιόκαρδοι
Φωκείς. Τους οδηγούσε του Αλκαίου ο γενναίος γιος,
περήφανος για το στρατό του. Μα ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, ο Δίας,
στο νου του άλλο σχέδιο ύφαινε: πώς δηλαδή να σπείρει γιο,
προστάτη απ᾽ το κακό και των θεών και των ανθρώπων που παλεύουν για τη ζήση.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου