Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Η σεξουαλική έκφραση ως εργαλείο της εξουσίας

Σχετική εικόναΑποκωδικοποιώντας το σύστημα της σεξουαλικότητας - Η σεξουαλική έκφραση ως εργαλείο της εξουσίας. Με αφετηριακό σημείο ότι σεξουαλικότητα και φύλο δεν είναι φυσικά δεδομένα, προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε τα «πώς» και «γιατί» της σύστασης και διαπλοκής τους με κοινωνικά δεδομένα, εντοπίζοντας στον πυρήνα της αναζήτησης τη συγκρότηση του υποκειμένου της νεωτερικότητας.
 
Η έννοια του υποκειμένου όπως γεννιέται στην εποχή του διαφωτισμού παρουσιάζει ομοιότητες με την έννοια του πολίτη της αρχαίας Ελλάδας. Ο παραλληλισμός αυτός είναι χρήσιμος για την κατανόηση της σχέσης του υποκειμένου με τον εαυτό του από τη νεωτερικότητα και μετά – σχέση που συνδέεται με τη σεξουαλικότητα και εκφράζεται σ' αυτή.
 
Για να θεωρηθεί «πραγματικός άνδρας», ο άνδρας στην αρχαία Ελλάδα έπρεπε να αποκτήσει μια εξουσία πάνω στον εαυτό του, ώστε να εξουσιάζει και τους άλλους. Αυτή η σχέση με τον εαυτό καθορίστηκε και μέσω της σχέσης του με τη σεξουαλικότητα, καθώς, αυτοκυριαρχούμενος, κατάφερνε να αποκτήσει την αναγκαία αίσθηση ανδρισμού, την οποία εξασκούσε πάνω στους σεξουαλικούς του συντρόφους.
 
Η σχέση του μαζί τους βασιζόταν σε μια ιεραρχία και προσανατολιζόταν ηθικά στο ιδανικό του ενεργητικού πόθου. Μ' αυτή την έννοια, η διάκριση δεν ετίθετο στο επίπεδο του ομοφυλόφιλου / ετεροφυλόφιλου, αλλά σ' αυτό του παθητικού / ενεργητικού, του αποδεκτού / αξιοκατάκριτου, μεταξύ μετρημένης διαχείρισης και άμετρης υπερβολής. Ο ελεύθερος πολίτης-άνδρας έπρεπε να καταλαμβάνει την ενεργητική θέση, οι μη ελεύθεροι και οι γυναίκες την παθητική.
 
Μόνο στον ανήλικο ελεύθερο άνδρα επιτρεπόταν να πάρει τη θέση του παθητικού, ποθητού αντικειμένου. Αλλά ακόμη και το νεαρό αγόρι έπρεπε να αποφεύγει να του συμπεριφέρονται σαν παιχνίδι και να το εξουσιάζουν.
 
Δεν έπρεπε να γίνει «πειθήνιο όργανο» στις ηδονές του άλλου και να νικηθεί ή να παραδοθεί αμαχητί. Επειδή ο ανήλικος άνδρας ήταν εκτεθειμένος στον κίνδυνο της παθητικότητας, δεν έπρεπε να την ενσωματώσει συνειδητά στη χαρακτηροδομή του. Η ενηλικίωσή του καθοριζόταν από την απώθηση αυτών ακριβώς των παθητικών συμπεριφορών.
 
Το καρτεσιανό υποκείμενο...
Το πέρασμα στον Διαφωτισμό συντελείται με έντονους κοινωνικούς μετασχηματισμούς και ανακατατάξεις κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα, με χαρακτηριστικά την ιδεολογία περί απελευθέρωσης του ανθρώπου από τους καταναγκασμούς της φύσης, την κυριαρχία του πάνω σ' αυτήν μέσω των θετικών επιστημών, καθώς και την απελευθέρωσή του από τη μοναρχική κυριαρχία και τον εκκλησιαστικό δογματισμό μέσω του έλλογου ξεπεράσματος της άγνοιας.
 
Όλα αυτά βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους τον 18ο αιώνα, με την παγίωση της αστικής καπιταλιστικής κοινωνίας, της λογοκρατίας και της μηχανιστικής σκέψης, και τις συνακόλουθες μορφές κοινωνικών σχέσεων που παρήγαγε αυτό το πλαίσιο.
 
Ο ορθός λόγος (πάνω στον οποίο υποτίθεται πως είχε οικοδομηθεί η νέα μορφή κοινωνίας) έγινε προϋπόθεση για να αποκτήσει κανείς την ιδιότητα του υποκειμένου: Το υποκείμενο-φορέας του Λόγου έπρεπε να υποταχθεί αυτοβούλως στο Κράτος προκειμένου να πραγματωθεί ως ελεύθερο άτομο, αφού μόνο όποιος μπορούσε να αυτοκυριαρχηθεί θεωρούνταν ικανός να κυριαρχήσει και πάνω στους άλλους, να διαχειριστεί την περιουσία και να λειτουργήσει σαν αρχηγός της οικογένειας – δομές και ρόλοι που επέβαλλαν οι αστικές καπιταλιστικές σχέσεις.
 
Η αίσθηση του καθήκοντος επένδυσε την έννοια της ελευθερίας του πολίτη της νέας κοινωνίας. Η εδραίωση του ορθολογισμού, συστατικού στοιχείου του καπιταλισμού που γεννιέται εκείνη την περίοδο, καθιστά το Λόγο εργαλείο για τη διατήρηση της τάξης μέσω του εσωτερικευμένου ελέγχου των υποκειμένων.
 
Παράλληλα, η ιεραρχική σχέση άνδρα-γυναίκας, παγιωμένη μέσα στους αιώνες θεοκρατικών κοινωνιών που είχαν προηγηθεί, μετασχηματίζεται σε μια νέα μορφή πατριαρχίας, την οποία ο Διαφωτισμός νομιμοποιεί πλήρως: ο άνδρας συνιστά την «πρόοδο», καθώς ταυτίζεται με το Λόγο, αφετηρία του ξεπεράσματος της φύσης, με την οποία ταυτίζεται απαξιωτικά η γυναίκα.
 
Έτσι ο «οικουμενικός άνθρωπος», όπως συγκροτείται την περίοδο του Διαφωτισμού, είναι ένα αρσενικό, έλλογο ον, ικανό να κυριαρχήσει στον εαυτό του και στους άλλους. Στη διαδικασία συγκρότησης του υποκειμένου της νεωτερικότητας, ο ανδρισμός εδραιώνεται ως η νόρμα για το ανθρώπινο, εφόσον η δυτική κοσμοθεώρηση συνδέει απόλυτα τη λογική με την ανδρική ταυτότητα.
 
Η λογική σκέψη ως αποκλειστικό προνόμιο των ανδρών είναι η ιδεολογική βάση πάνω στην οποία δομήθηκε η ανδρική ανωτερότητα στην κοινωνική ζωή.Σ' αυτά τα συμφραζόμενα, το συναίσθημα απορρίπτεται ως αυθεντική πηγή γνώσης, μια που με την τελευταία ταυτίζεται μόνο η λογική. Το συναίσθημα ισοδυναμεί με αδυναμία και θηλυκότητα, στοιχεία που βρίσκονται στον αντίποδα της αίσθησης ανδρικής ταυτότητας.
 
Τα ιεραρχικά δίπολα στη λογοκρατία της νεωτερικότητας υπερασπίζονται τον έλεγχο του νόμου επί του σώματος μέσω των επιστημών, τη μελέτη του εξωτερικού κόσμου και των αντικειμένων, όχι των ατομικοτήτων, με συνέπεια την καλλιέργεια της άγνοιας για τον εαυτό, άγνοια που στιγματίζει τα βιώματα και τις σχέσεις.
 
Επιπρόσθετα, η επικράτηση του προτεσταντισμού κληροδοτεί, μεταξύ άλλων, και την πεποίθηση ότι η λογική σκέψη οφείλει να αποκαλύπτει την «κακή» και «ζωώδη» φύση που ενυπάρχει στον άνθρωπο, ώστε να τον ωθήσει σε μια ηθική ζωή, ριζικά διαχωρισμένη από τα ένστικτα που την καθιστούν ανελεύθερη.
 
Με την καρτεσιανή και προτεσταντική ρήξη νου και σώματος, οι άνδρες αποξενώθηκαν κι άλλο από το σωματικό τους βίωμα, γιατί αυτό αποτελούσε μέρος ενός φυσικού κόσμου που έμαθαν να φοβούνται και να απεχθάνονται. Αντιλαμβάνονταν την ανθρωπινότητά τους μόνο απ' τη στιγμή που μπορούσαν να τιθασεύσουν τον φυσικό κόσμο και να κυριαρχούν πάνω στα πάθη τους.
 
Μέσα σ' αυτό το «σύμπαν», οι επιθυμίες και τα συναισθήματα εμφανίζονται απειλητικά. Δρώντας από μια αίσθηση καθήκοντος, οι άνδρες θεωρούν εαυτόν ικανό να ελέγξει το συναίσθημα και να πραγματώσει το υποτιθέμενο ελεύθερο υποκείμενο, με τις γυναίκες να έχουν πρόσβαση σε αυτή την ελευθερία μόνο αποδεχόμενες την υποταγή τους στους άνδρες.
 
Έτσι θεσμίζεται η εσωτερική σύνδεση της ανδρικής ταυτότητας και της αίσθησης του αυτοελέγχου, ως μορφή κυριαρχίας πάνω στον συναισθηματικό κόσμο.
 
Σύμφωνα με τον Ρουσσώ, έναν από τους κύριους ιδεολογικούς φορείς του Διαφωτισμού, «ο άνδρας είναι αρσενικό μόνο σε ορισμένες περιστάσεις, η γυναίκα όμως είναι θηλυκό σε όλη της τη ζωή». Ο προορισμός της είναι να μεγαλώνει παιδιά, να ικανοποιεί και να υποτάσσεται στον άνδρα, όπως «προστάζει η φύση».
 
Όσο για τη σεξουαλικότητα, στον «Αιμίλιο ή περί αγωγής» διατείνεται πως και τα δύο φύλα είναι προικισμένα με αχαλίνωτα πάθη, όμως ο άνδρας προικίστηκε με λογική και η γυναίκα με σεμνοτυφία, ώστε να τα χαλιναγωγούν. Ενδεδειγμένη κοινωνική συμπεριφορά για τη γυναίκα είναι να συνδυάζει το πάθος, την θελκτικότητα και τον αισθησιασμό με την ευσυνείδητη αγνότητα.
 
Οι γυναίκες, τις οποίες ο Ρουσσώ ορίζει ως αποκλειστικά σεξουαλικά πλάσματα, θεωρούνται μέσα σ' αυτό το πλαίσιο πειρασμός που οδηγεί τον άνδρα σε παρέκκλιση από το μονοπάτι της λογικής και της ηθικής, με το ξύπνημα της σεξουαλικότητάς του. Αυτό σημαίνει την αποποίηση κάθε ευθύνης για οποιαδήποτε εκδοχή της ανδρικής σεξουαλικότητας, εφόσον, εάν ο άνδρας διεγερθεί, υποτίθεται πως βγαίνει από τον έλεγχο της λογικής.
...και το «άλλο» του
Σε αντίθεση με την εικόνα του πάντα ικανού και με αυτοέλεγχο άνδρα, οι γυναίκες τόσο στην αρχαιότητα, όσο και στην αστική κοινωνία είχαν περιορισμούς στην έκφραση της σεξουαλικότητάς τους (π.χ. απαγόρευση εξωγαμιαίων σχέσεων). Ο άνδρας κρατούσε ρόλο επιτηρητή, αφού έπρεπε να κυριαρχεί στη γυναίκα εξίσου όπως σε σπίτι, παιδιά και δούλους.
 
Η γυναίκα δεν είχε πρόσβαση σε ένα αυτόνομο καθεστώς υποκειμένου. Έπρεπε να είναι «ενάρετη», χαρακτηριστικό που πάντα σχετιζόταν με τον άνδρα και ουσιαστικά συνίστατο στην υποταγή της σ΄ αυτόν. Ο αυτοέλεγχος δεν απαιτούνταν με τον ίδιο τρόπο από άνδρες και γυναίκες: Εκείνη ήταν υποχρεωμένη να υπόκειται σε αυτοέλεγχο προκειμένου να αρέσει στον άνδρα, διαφορετικά αυτός είχε το δικαίωμα να την διώξει.
 
Εκείνος, αντιθέτως, όφειλε να αυτοκυριαρχείται, δηλαδή να έχει σεξουαλική εγκράτεια, προκειμένου να κυριαρχήσει πάνω σ' αυτούς που δεν μπορούσαν να πετύχουν τον ίδιο βαθμό αυτοελέγχου. Όσον αφορά τη γυναίκα, δεν επρόκειτο για εγκράτεια, αλλά για υπακοή και προσαρμογή στις ανδρικές απαγορεύσεις και προσταγές.
 
Ο όρκος πίστης στο γάμο αποτελούσε τυπικά καθήκον και των δύο συζύγων, αλλά κατ' ουσίαν οι άνδρες υφίσταντο λιγότερες κυρώσεις από τις γυναίκες ή ακόμη και καθόλου. Ήταν ηθικά νομιμοποιημένοι να έχουν σεξουαλικές σχέσεις με υπηρέτριες (ή να τις βιάζουν), με πόρνες και με ερωμένες, και βεβαίως τους επιτρέπονταν οι σεξουαλικές επαφές πριν το γάμο.
 
Αντιθέτως, η γυναίκα από την εξουσία του πατέρα παραδιδόταν στον σύζυγο. Αν έκανε εξώγαμο παιδί, στιγματιζόταν και έχανε τη δυνατότητα να παντρευτεί. Πριν το γάμο δεν είχε σεξουαλική ζωή και μετά το γάμο είχε παιδιά: αυτή ήταν η ηθική μορφή της πληθυσμιακής πολιτικής, η οποία πάντα ρύθμιζε τη σεξουαλικότητα των γυναικών, όχι των ανδρών.
 
Για την αντισύλληψη εξάλλου χρησιμοποιούνταν η διακεκομμένη συνουσία που άφηνε τον έλεγχο αποκλειστικά στον άνδρα. Είτε ως αγία είτε ως πόρνη, ο άνδρας έπρεπε να την κρατήσει υπό τον έλεγχό του.
 
Επιπλέον, ο άνδρας όφειλε να οριοθετηθεί από την ομοφυλοφιλία, η οποία από τον 18ο αιώνα πλέον τιμωρείται. Εκτός από το φόβο της αρρώστιας και του εκφυλισμού, υπήρχε ο φόβος της εκθήλυνσης. Στην αστική κοινωνία η ομοφυλοφιλία θεωρήθηκε όχι πια σαν μια μορφή σεξουαλικότητας μεταξύ άλλων, αλλά σαν το τελείως άλλο σχετικά με τη σωστή, ανδρική σεξουαλικότητα.
 
Έτσι επιβλήθηκε η πλήρης απώθηση του φαντασιακού της ομοφυλόφιλης σεξουαλικότητας για τον άνδρα. Μιας και ολόκληρη η ομοφυλοφιλία ταυτίστηκε με το «παθητικό», ο αστός άνδρας έπρεπε να απαρνηθεί την ομοφυλοφιλία ολοκληρωτικά.
 
Όσο για τη γυναικεία ομοφυλόφιλη σεξουαλικότητα, απλώς δεν θεωρήθηκε μορφή σεξουαλικότητας: εφόσον δεν συμμετέχουν άνδρες, είναι σαν να μην υπάρχει.