Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Παραβολή των ταλάντων. Μια καραμπινάτη χριστιανική απάτη

Η παραβολή αναφέρεται στην αξιοποίηση των ταλάντων που έδωσε κάποιος άρχοντας σε τρεις δούλους του, για όσο καιρό θα έλειπε από τον οίκο του. Κι όταν επέστρεψε παρατήρησε τον καθένα σύμφωνα με το πώς αυτοί διαχειρίστηκαν τα τάλαντα που τους είχε δώσει. Ποιος δηλαδή τα αυγάτισε και κατά πόσο (στην συνέχεια μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την παραβολή).

ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ

Ενώ η παραβολή, στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο αρχίζει από το 19, 11 και τελειώνει στο 19, 27, σε κάθε κήρυγμα, σε κάθε χριστιανική ιστοσελίδα στο διαδίκτυο, σε κάθε σχολικό εγχειρίδιο… την τελειώνουν άπαντες στον στοίχο 19, 26!

Παραλείπουν όλοι δηλαδή τον τελευταίο στοίχο, τον 27, το επιμύθιο, δηλαδή το ρεζουμέ της παραβολής! Γιατί αυτό; Διότι ο στοίχος αυτός τινάζει ολόκληρο το χριστιανικό οικοδόμημα στον αέρα. Το περίφημο: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν…».

ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΙ ΜΑΣ ΛΕΕΙ ΣΤΟΝ ΣΤΟΙΧΟ ΑΥΤΟΝ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

κατά Λουκάν (19.27): «πλήν τους εχθρούς μου εκείνους τους μη θελήσαντές με βασιλεύσαι επ’ αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου».

Δηλαδή όποιος δεν υποταχθεί σε μένα να τον φέρεται μπροστά μου και να τον κατασφάξετε!!!

Μάλιστα, αυτό λέει και στα ίσια.

Κι επειδή όλοι οι χριστιανοί επιμένουν ότι το χωρίο είναι παραβολικό, θα τους αφήσουμε κατά μέρος για να μάθουμε τι ακριβώς είναι από τον μέγιστο των θεολόγων και αγίων:
Η βρωμερή λοιπόν ψυχή του Χρυσόστομου, φοβούμενη μήπως κάποιος χριστιανός εκλάβει την ιστορία αυτή σαν παραβολική, προβαίνει στην εξής διευκρίνηση:

«Λόγος κατά Ιουδαίων» τόμος 34 σελ. 107 «… πράγμα που έπαθαν και οι Ιουδαίοι, οι οποίοι, αφού κατέστησαν τους εαυτούς τους άχρηστους για εργασία έγιναν κατάλληλοι για σφαγή» (οι Ιουδαίοι ουδέποτε δέχτηκαν τον Χριστό ως Μεσσία). Και συνεχίζει ο άγιος «Γι’ αυτό και ο Χριστός έλεγε: τους εχθρούς μου που δεν θέλησαν να βασιλεύσω σ’ αυτούς οδηγήστε τους εδώ και κατασφάξετέ τους».

Τώρα θα μυρίσουμε, από το χρυσό του στόμα, τη μεγαλύτερη βρωμιά και δυσωδία που έχει ξεστομίσει ποτέ άνθρωπος σ’ αυτή τη γη: το ανθρώπινο αυτό κτήνος, δεν έχει σταματημό στον κατήφορο της απανθρωπιά του.

Συνεχίζει λοιπόν ως εξής: «Κι αν ακόμη φονεύσει κάποιος κατά το θέλημα του θεού, ο φόνος αυτός είναι από κάθε φιλανθρωπία καλύτερος, ενώ αν κάποιος από λύπη δείξη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία, παρά το θέλημα του θεού, θα μπορούσε η φειδώ αυτή να αποβή πιο μιαρή από οποιοδήποτε φόνο»!!!

Ασφαλώς πρόκειται για την ιδρυτική διακήρυξη της γενοκτονίας. Για έναν ορισμό της από θετική αλλά και από αρνητική θέση. Όταν ο ταύρος πιάνεται για τα καλά κι από τα δύο κέρατα. Αρκεί ο άγιος να δηλώσει ότι η δολοφονία των ανθρώπων, τους οποίους αυτός μισεί, είναι θέλημα του θεού του. Πράγματι ο κακούργος αυτός Χρυσόστομος χρηματοδότησε ορδές χριστιανών για να δολοφονήσουν Έλληνες και να καταστρέψουν ιερά, ναούς και δημόσια κτίρια του Ελληνισμού.

Η θεωρία όμως θέλει και το παράδειγμά της: «Λόγος κατά Ιουδαίων Δ΄» σελ. 199, «Ο Φινεές λοιπόν, που διέπραξε σε μια στιγμή δύο φόνους, φονεύοντας έναν άνδρα και μια γυναίκα, τιμήθηκε με το αξίωμα της ιεροσύνης, ενώ αυτός όχι μόνον δεν μόλυνε με το αίμα τα χέρια του αλλά καθαρώτερα τα έκαμε». Αυτός είναι ο πατέρας και θεωρητικός των Ιεροεξεταστών του μεσαίωνα. Δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά αμφιβολία.

ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ:

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ

Ιωάννης (15: 6): «Ἐὰν μή τις μένῃἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται».Ιησούς. («Εάν κάποιος δεν μείνει ενωμένος μαζί μου, πετιέται έξω σαν το ξεραμένο κλήμα και αυτά τα μαζεύουν και τα βάζουν στη φωτιά και καίγονται»).

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ:

«εν πυρί φλογός, διδόντος εκδίκησιν τοις µη ειδόσι Θεόν και τοις µη υπακούουσι τω ευαγγελίω του Κυρίου ηµών Ιησού Χριστού, οίτινες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον από προσώπου του Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού,»

«Θα φανερωθή δε με φλόγα πυρός και θα αποδώση την δικαίαν τιμωρίαν εις εκείνους, που δεν θέλουν να γνωρίζουν τον Θεόν και να υπακούουν στο Ευαγγέλιον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». (Απόστολος Παύλος, Προς Θεσσαλονικείς 1: 8-9)

ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ

Λουκ. 19,11        Ἀκουόντων δὲ αὐτῶν ταῦτα προσθεὶς εἶπε παραβολήν, διὰ τὸ ἐγγὺς αὐτὸν εἶναι Ἱερουσαλὴμ καὶ δοκεῖν αὐτοὺς ὅτι παραχρῆμα μέλλει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀναφαίνεσθαι·
Λουκ. 19,11               Ενώ δε εκείνοι ήκουαν αυτά τα λόγια, τους είπε μίαν παραβολήν· και τούτο επειδή ενόμιζαν ότι τώρα που πλησιάζει ο διδάσκαλος εις την Ιερουσαλήμ, θα φανερωθή με όλην της την δόξαν η βασιλεία του Θεού.
Λουκ. 19,12        εἶπεν οὖν· ἄνθρωπός τις εὐγενὴς ἐπορεύθη εἰς χώραν μακρὰν λαβεῖν ἑαυτῷ βασιλείαν καὶ ὑποστρέψαι.
Λουκ. 19,12               Είπε λοιπόν· “ένας άνθρωπος ευγενούς καταγωγής, επήγεν εις μακρυνήν χώραν, δια να πάρη βασιλείαν και κατόπιν να επιστρέψη.
Λουκ. 19,13        καλέσας δὲ δέκα δούλους ἑαυτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς δέκα μνᾶς καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· πραγματεύσασθε ἐν ᾧ ἔρχομαι.
Λουκ. 19,13               Αφού δε εκάλεσε δέκα δούλους του, τους έδωσε δέκα μνας, μίαν στον καθένα, δηλαδή εκατό περίπου δραχμάς της εποχής εκείνης, και τους είπε· Εμπορευθήτε με τα χρήματα αυτά, έως ότου έλθω, οπότε και θα μου δώσετε λογαριασμόν.
Λουκ. 19,14        οἱ δὲ πολῖται αὐτοῦ ἐμίσουν αὐτόν, καὶ ἀπέστειλαν πρεσβείαν ὀπίσω αὐτοῦ λέγοντες· οὐ θέλομεν τοῦτον βασιλεῦσαι ἐφ᾿ ἡμᾶς.
Λουκ. 19,14               Οι συμπολίται του όμως τον εμισούσαν και αμέσως μόλις αυτός ανεχώρησε, έστειλαν μίαν επιτρπήν και έλεγαν· Δεν θέλομεν να γίνη αυτός βασιλεύς μας.
Λουκ. 19,15        καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐπανελθεῖν αὐτὸν λαβόντα τὴν βασιλείαν, καὶ εἶπε φωνηθῆναι αὐτῷ τοὺς δούλους τούτους οἷς ἔδωκε τὸ ἀργύριον, ἵνα ἐπιγνῷ τίς τί διεπραγματεύσατο.
Λουκ. 19,15               Και όταν αυτός επέστρεψε, αφού πλέον είχε λάβει την βασιλείαν, είπε να φωνάξουν τους δούλους του, στους οποίους είχε δώσει τα χρήματα δια να μάθη τι ο καθένας των εμπορεύθηκε και τι εκέρδησε.
Λουκ. 19,16        παρεγένετο δὲ ὁ πρῶτος λέγων· κύριε, ἡ μνᾶ σου προσειργάσατο δέκα μνᾶς.
Λουκ. 19,16               Ηρθε ο πρώτος και είπε· Κυριε, η μνα σου εκέρδησε δέκα άλλας μνας.
Λουκ. 19,17        καὶ εἶπεν αὐτῷ· εὖ, ἀγαθὲ δοῦλε! ὅτι ἐν ἐλαχίστῳ πιστὸς ἐγένου, ἴσθι ἐξουσίαν ἔχων ἐπάνω δέκα πόλεων.
Λουκ. 19,17               Και είπεν εις αυτόν ο Κυριος· Εύγε καλέ και πιστέ δούλε. Επειδή δε εδείχθης εις τα ολίγα, που σου έδωσα, αξιόπιστος, σου δίνω τώρα εξουσίαν επάνω εις δέκα πόλεις.
Λουκ. 19,18        καὶ ἦλθεν ὁ δεύτερος λέγων· κύριε, ἡ μνᾶ σου ἐποίησε πέντε μνᾶς.
Λουκ. 19,18               Και ήλθεν ο δεύτερος λέγων· Κυριε, η μνα σου έφερε ως κέρδος άλλας πέντε μνας.
Λουκ. 19,19        εἶπε δὲ καὶ τούτῳ· καὶ σὺ γίνου ἐπάνω πέντε πόλεων.
Λουκ. 19,19               Είπε και στον πιστόν αυτόν δούλον ο κύριος· και συ γίνε διοικητής επάνω εις πέντε πόλεις.
Λουκ. 19,20        καὶ ἕτερος ἦλθε λέγων· κύριε, ἰδοὺ ἡ μνᾶ σου, ἣν εἶχον ἀποκειμένην ἐν σουδαρίῳ.
Λουκ. 19,20              Και άλλος δούλος ήλθε λέγων· Κύριε, ιδού η μνα, που μου έδωσες, την οποίαν είχα φυλαγμένην και ασφαλισμένην εις ένα μανδήλι.
Λουκ. 19,21        ἐφοβούμην γάρ σε, ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρὸς εἶ· αἴρεις ὃ οὐκ ἔθηκας, καὶ θερίζεις ὃ οὐκ ἔσπειρας, καὶ συνάγεις ὅθεν οὐ διεσκόρπισας.
Λουκ. 19,21               Την εφύλαττα δια να σου την επιστρέψω ασφαλώς, επειδή σε εφοβούμην, διότι είσαι άνθρωπος σκληρός και απαιτητικός. Παίρνεις ως ιδικόν σου, εκείνο που δεν έδωσες και θερίζεις χωράφι που δεν έσπειρες, και μαζεύεις εις αλώνι, στο οποίον δεν εσκόρπισες και δεν ελύχνισες.
Λουκ. 19,22        λέγει αὐτῷ· ἐκ τοῦ στόματός σου κρινῶ σε, πονηρὲ δοῦλε. ᾔδεις ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρός εἰμι ἐγώ, αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα, καὶ θερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα, καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισα·
Λουκ. 19,22              Είπε δε προς αυτόν ο κύριος· Από τα λόγια σου θα σε κρίνω, πονηρέ δούλε. Εγνώριζες ότι εγώ είμαι άνθρωπος αυστηρός, που παίρνω ο,τι δεν έβαλα, και θερίζω εκεί που δεν έσπειρα και μαζεύω εκεί που δεν ελίχνισα.
Λουκ. 19,23        καὶ διατί οὐκ ἔδωκας τὸ ἀργύριόν μου ἐπὶ τὴν τράπεζαν, καὶ ἐγὼ ἐλθὼν σὺν τόκῳ ἂν ἔπραξα αὐτό;
Λουκ. 19,23              Τοτε, διατί δεν έδωσες το χρήμα μου εις την τράπεζαν, ώστε όταν εγώ θα ηρχόμην, να το εισέπραττα μαζή με τον τόκον;
Λουκ. 19,24        καὶ τοῖς παρεστῶσιν εἶπεν. ἄρατε ἀπ᾿ αὐτοῦ τὴν μνᾶν καὶ δότε τῷ τὰς δέκα μνᾶς ἔχοντι.
Λουκ. 19,24              Και εις εκείνους, που εστέκοντο εκεί κοντά είπε· Πάρτε από αυτόν την μναν και δώστε την εις εκείνον που έχει τας δέκα μνας.
Λουκ. 19,25        καὶ εἶπον αὐτῷ· κύριε, ἔχει δέκα μνᾶς.
Λουκ. 19,25              Και εκείνοι του είπαν· Κυριε έχει δέκα μνας.
Λουκ. 19,26        λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι παντὶ τῷ ἔχοντι δοθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Λουκ. 19,26              Καμετε όπως σας είπα. Διότι σας λέγω τούτο· εις εκείνον που έχει τα χαρίσματα και τα καλλιεργεί και τα χρησιμοποιεί όπως πρέπει, θα δοθή ακόμη περισσότερον. Από εκείνον όμως που δεν έχει ούτε ελάχιστον καλόν έργον να παρουσιάση, θα του αφαιρεθή και το μικρόν χάρισμα, που έχει.
Λουκ. 19,27        πλὴν τοὺς ἐχθρούς μου ἐκείνους, τοὺς μὴ θελήσαντάς με βασιλεῦσαι ἐπ᾿ αὐτούς, ἀγάγετε ὧδε καὶ κατασφάξατε αὐτοὺς ἔμπροσθέν μου.
Λουκ. 19,27              Οσον δε δια τους εχθρούς μου εκείνους που δεν με ήθελαν βασιλέα των, φέρετέ τους εδώ και κατασφάξατέ τους εμπρός μου”.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου