Τρίτη 4 Απριλίου 2017

Η εκπαίδευση και η νομιμοποίησή της μέσω της αποδοτικότητας

Αποτέλεσμα εικόνας για current trends in information technologyΌσο για την άλλη άποψη της γνώσης, δηλαδή την μετάδοση, ήτοι την εκπαίδευση, φαίνεται εύκολο να περιγράψουμε τον τρόπο που την επηρεάζει η κυριαρχία του κριτηρίου της αποδοτικότητας.
 
Αφού έχει γίνει δεκτή η ιδέα των επιβεβαιωμένων γνώσεων, το ζήτημα της μετάδοσης τους υποδιαιρείται πραγματολογικά σε μια σειρά ερωτήσεων: ποιος μεταδίδει; τι; σε ποιόν; με τι μέσο; με ποια μορφή; με ποιο αποτέλεσμα; Μιά ολόκληρη πανεπιστημιακή πολιτική έχει σχηματιστεί από ένα συνεκτικό σύνολο αποκρίσεων σε αυτές τις ερωτήσεις.
 
Όταν το καίριο κριτήριο είναι η αποδοτικότητα του υποτιθέμενου κοινωνικού συστήματος, δηλαδή όταν υιοθετούμε την προοπτική της θεωρίας των συστημάτων, κάνουμε την ανώτερη εκπαίδευση υποσύστημα του κοινωνικού συστήματος και εφαρμόζουμε το ίδιο κριτήριο της αποδοτικότητας στην λύση του καθενός από αυτά τα προβλήματα.
 
Το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτύχουμε είναι η μεγαλύτερη συνεισφορά της ανώτερης εκπαίδευσης στην καλύτερη αποδοτικότητα του κοινωνικού συστήματος. Θα πρέπει λοιπόν να διαμορφώσει αρμοδιότητες που είναι απαραίτητες σε αυτήν την τελευταία. Τούτες είναι δύο ειδών. Οι μεν προορίζονται ιδιαίτερα να αντιμετωπίσουν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Ποικίλλουν ανάλογα με τις αμοιβαίες «ειδικότητες» που τα κράτη-έθνη ή τα μεγάλα Ιδρύματα της εκπαίδευσης μπορούν να πωλήσουν στην παγκόσμια αγορά. Αν η γενική μας υπόθεση είναι σωστή, τότε θα αυξηθεί ή ζήτηση εμπειρογνωμόνων, ανώτερων και μέσων στελεχών των πρωτοποριακών τομέων που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτής της μελέτης και που είναι οι πρωταγωνιστές των επερχόμενων χρόνων: όσοι γνωστικοί κλάδοι σχετίζονται με την «τηλεματική» παιδεία (ειδικοί της πληροφορικής, της κυβερνητικής, της γλωσσολογίας, της μαθηματικής, της λογικής) θα πρέπει να αποκτήσουν μιαν προτεραιότητα αναφορικά με την εκπαίδευση. Πόσο μάλλον που ο πολλαπλασιασμός αυτών των εμπειρογνωμόνων θα έπρεπε να επιταχύνει τις προόδους της έρευνας σε άλλους τομείς της γνώσης, όπως είδαμε να συμβαίνει στην ιατρική και στην βιολογία.
 
Από την άλλη μεριά, η ανώτερη εκπαίδευση, πάντα μέσα στην ίδια γενική υπόθεση, θα έπρεπε να εξακολουθήσει να προσφέρει στο κοινωνικό σύστημα τις αρμοδιότητες που αντιστοιχούν στις ιδιάζουσες απαιτήσεις της, που αποσκοπούν στην διατήρηση της εσωτερικής συνοχής της. Προηγουμένως, αυτό το έργο περιλάμβανε τον σχηματισμό και την διάδοση ενός γενικού μοντέλου ζωής, το όποιο νομιμοποιούσε τις περισσότερες φορές την αφήγηση της χειραφέτησης. Μέσα στο πλαίσιο της απονομιμοποίησης, τα πανεπιστήμια και τα Ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης καλούνται στο εξής να διαπλάσουν αρμοδιότητες και όχι πλέον Ιδεώδη: τόσοι γιατροί, τόσοι καθηγητές αυτού ή του άλλου γνωστικού κλάδου, τόσοι μηχανικοί, τόσοι διοικητικοί κτλ. Η μετάδοση γνώσεων δεν εμφανίζεται πλέον σα να αποσκοπεί στην διαμόρφωση μιας ελίτ ικανής να καθοδηγήσει το έθνος στην χειραφέτηση του, προσφέρει στο σύστημα τους παίκτες που είναι ικανοί να παίξουν κατάλληλα τον ρόλο τους μέσα στις πραγματολογικές θέσεις που έχουν ανάγκη οι θεσμοί.
 
Αν οι σκοποί της ανώτερης εκπαίδευσης είναι λειτουργικοί, τότε τι συμβαίνει με τους δέκτες; Ο φοιτητής έχει ήδη αλλάξει και θα πρέπει να αλλάξει ακόμα. Δεν είναι πλέον ένας νέος που βγαίνει από τις «φιλελεύθερες μειοψηφίες» και γνοιάζεται άμεσα ή έμμεσα για το μέγα έργο της κοινωνικής προόδου που εννοείται ως χειραφέτηση. Με αυτή την έννοια το «δημοκρατικό» πανεπιστήμιο που δεν ασκεί επιλογή για την είσοδο σαυτό, που στοιχίζει λίγο στον φοιτητή και στην κοινωνία (αν υπολογίσουμε το κόστος κατά φοιτητή) που όμως δέχεται πολυάριθμες έγγραφες και που πρότυπο του ήταν το πανεπιστήμιο του χειραφετητικού ανθρωπισμού, σήμερα εμφανίζεται ελάχιστα αποδοτικό. Η ανώτερη εκπαίδευση έχει υποστεί ήδη μιαν σπουδαία μεταβολή, η οποία κατευθύνεται από διοικητικά μέτρα και συνάμα από μια κοινωνική ζήτηση ελάχιστα ελεγχόμενη και προερχόμενη από νέους χρήστες, με την τάση να διαχωρίσει τις λειτουργίες της σε δυο μεγάλες κατηγορίες υπηρεσιών.
 
Με τη λειτουργία της επαγγελματοποίησης, η ανώτερη εκπαίδευση απευθύνεται ακόμα σε νέους προερχόμενους από φιλεύθερες ελίτ, στις όποιες έχει μεταδοθεί η αρμοδιότητα που κρίνει αναγκαία το επάγγελμα· σαυτούς προστίθενται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο (για παράδειγμα, τα τεχνολογικά ινστιτούτα), άλλα σύμφωνα με το ίδιο διαλεκτικό μοντέλο, δέκτες νέων γνώσεων πού συνδέονται με τις νέες τεχνικές και τεχνολογίες και που είναι επίσης νέοι μη «δραστηριοποιημένοι» ακόμη.
 
Πέρα από αυτές τις δύο κατηγορίες φοιτητών, που αναπαράγουν την «επαγγελματική ιντελλιγκέντσια» και την «τεχνική ιντελλιγκέντσια», οι άλλοι νέοι, όσοι κυκλοφορούν στο πανεπιστήμιο, είναι στην πλειονότητα τους άνεργοι που δεν υπολογίζονται στις στατιστικές της αναζήτησης εργασίας. Όντως είναι υπεράριθμοι σε σχέση με τους απόφοιτους των γνωστικών κλάδων, μέσα στους οποίους τους βρίσκουμε (φιλολογία και επιστήμες του ανθρώπου). Ανήκουν στην πραγματικότητα, παρά την ηλικία τους, στη νέα κατηγορία των δεκτών της μετάδοσης της γνώσης.
 
Γιατί, πλάι σε αυτή την επαγγελματοποιητική λειτουργία, το πανεπιστήμιο αρχίζει ή θα έπρεπε να αρχίσει να παίζει ένα νέο ρόλο μέσα στο πλαίσιο της βελτίωσης των αποδόσεων του συστήματος, δηλ. τον ρόλο της επιμόρφωσης ή της διαρκούς εκπαίδευσης. Πέρα από τα πανεπιστήμια, τα τμήματα ή τα ινστιτούτα με επαγγελματική αποστολή, η γνώση δεν μεταδίδεται ούτε θα μεταδίδεται πλέον μαζικά και άπαξ δια παντός σε νέους πριν λάβουν ενεργό μέρος στην ζωή· μεταδίδεται και θα μεταδίδεται «με παραγγελία από τον κατάλογο» σε ενήλικους που ήδη είναι ενεργοί ή περιμένουν να ενεργοποιηθούν, για να βελτιώσουν την αρμοδιότητα τους και την προαγωγή τους, αλλά επίσης και για να αποκτήσουν πληροφορίες, γλώσσες και γλωσσικά παιχνίδια που τους επιτρέπουν να διευρύνουν τον ορίζοντα της επαγγελματικής τους ζωής και να αρθρώσουν την τεχνική και ηθική τους εμπειρία. η νέα τροπή που έλαβε η μετάδοση της γνώσης έχει κι αυτή τις συγκρούσεις της. Γιατί, όσο είναι συμφέρον του συστήματος, και κατά συνέπεια εκείνων που μέσα του λαμβάνουν τις «αποφάσεις», να ενθαρρύνουν την επαγγελματική προαγωγή, αφού αυτή δεν μπορεί παρά να βελτιώνει τις αποδόσεις του συνόλου, άλλο τόσο ο πειραματισμός πάνω στους λόγους, τους θεσμούς και τις αξίες, συνοδευόμενος από αναπόδραστες «ανωμαλίες» στο εγκύκλιο πρόγραμμα, στον έλεγχο της γνώσης και στην παιδαγωγική, χωρίς να μιλήσουμε για τις κοινωνικοπολιτικές μεταπτώσεις, εμφανίζεται ως ελάχιστα λειτουργικός και βλέπει να μην του δίνεται η παραμικρή πίστωση εν ονόματι της σοβαρότητας του συστήματος. Εντούτοις, αυτό που διαγράφεται εδώ είναι ένας δρόμος εξόδου από τον λειτουργισμό εξίσου λίγο αμελητέος όσο και ο λειτουργισμός που τον χάραξε. Μπορούμε όμως να φανταστούμε ότι η ευθύνη γιαυτό θα ανατεθεί σε εξωπανεπιστημιακά δίκτυα. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η αρχή της αποδοτικότητας, έστω και αν δεν επιτρέπει να αποφασίσουμε σαφώς σε όλες τις περιπτώσεις για την ενδεδειγμένη πολιτική, έχει ως σφαιρική συνέπεια την υποταγή των ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στις εξουσίες. Από την στιγμή που η γνώση δεν εμπεριέχει πλέον τον σκοπό της ως πραγμάτωση της ιδέας ή ως χειραφέτηση των ανθρώπων, η μετάδοση της ξεφεύγει από την αποκλειστική υπευθυνότητα των λογίων ή των φοιτητών. Η ιδέα της «πανεπιστημιακής ελευθερίας» ανήκει σήμερα σε άλλη εποχή. Οι «αυτονομίες» που αναγνωρίζονται στα πανεπιστήμια μετά από την κρίση που γνώρισαν κατά τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, είναι ασήμαντη σε σύγκριση με το χοντρό γεγονός ότι τα συμβούλια των διδασκόντων σχεδόν πουθενά δεν έχουν την δύναμη να αποφασίσουν για το μέρος του προϋπολογισμού που δικαιούται το ίδρυμα τους. Η μόνη δύναμη που έχουν είναι να κατανέμουν το ποσό που τους χορηγείται, και μάλιστα μόνο τα υπόλοιπά του.
 
Τώρα, τι μεταδίδεται στην ανώτερη εκπαίδευση; Εφόσον πρόκειται για επαγγελματοποίηση, και από σκοπιά στενά λειτουργιστική, το ουσιώδες του μεταδόσιμου συνίσταται σένα νέο οργανωμένο απόθεμα γνώσεων. Η εφαρμογή νέων τεχνικών σε αυτό το απόθεμα μπορεί να έχει σοβαρότατη επίπτωση πάνω στο επικοινωνιακό υπόβαθρο της διδασκαλίας. Τούτο το τελευταίο δεν φαίνεται να συμπίπτει απαραίτητα μένα μάθημα πού διδάσκεται δια ζώσης από έναν καθηγητή μπροστά σέ βουβούς φοιτητές, ενώ οι ερωτήσεις γίνονται στα «φροντιστήρια» που διευθύνονται από έναν βοηθό. Στον βαθμό που οι γνώσεις μπορούν να μεταφραστούν στην γλώσσα της πληροφορικής και στον βαθμό που ο παραδοσιακός δάσκαλος μπορεί να εξομοιωθεί με μιά μνήμη, η διδακτική μπορεί να ανατεθεί σε μηχανές που συνδέουν τις κλασικές μνήμες (βιβλιοθήκες κτλ.) καθώς και τις τράπεζες στοιχείων με νοήμονα τερματικά που τίθενται στην διάθεση των φοιτητών.
 
Η παιδαγωγική δεν θα υποφέρει κατανάγκην από αυτό, γιατί μολαταύτα θα έπρεπε να διδαχθεί κάτι στους φοιτητές: όχι τα περιεχόμενα, άλλα την χρήση των τερματικών, δηλαδή από την μιά μεριά των νέων γλωσσών, και από την άλλη μιά πιο εκλεπτυσμένη χρησιμοποίηση αυτού του γλωσσικού παιχνιδιού που είναι η ερωτηματοθεσία: που να απευθυνθεί η ερώτηση, δηλαδή ποια είναι ή κατάλληλη μνήμη για κείνο που θέλουμε να μάθουμε; Πώς να την διατυπώσουμε για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις; Μέσα σε αυτή την προοπτική μια στοιχειώδης κατάρτιση στην πληροφορική, και ιδιαίτερα στην τηλεματική, θα έπρεπε απαραιτήτων να αποτελεί μέρος μιας ανώτερης εκπαίδευσης, με την ίδια έννοια που θεωρείται απαραίτητη για παράδειγμα η κατάκτηση της τρέχουσας χρήσης μιας ξένης γλώσσας.
 
Μόνο μέσα στην προοπτική των μεγάλων αφηγήσεων της νομιμοποίησης (ζωή του πνεύματος και/ή χειραφέτηση της ανθρωπότητας) μπορεί να φανεί ελαττωματική, και μάλιστα ανυπόφορη, η μερική αντικατάσταση των διδασκόντων από μηχανές. Είναι όμως πιθανό ότι αυτές οι αφηγήσεις δεν συνιστούν πλέον το κύριο κίνητρο του ενδιαφέροντος για την γνώση. Αν το κίνητρο είναι η ισχύς, τότε αυτή η έποψη της κλασικής διδακτικής παύει να είναι καίρια. Η ρητή ή όχι ερώτηση πού τίθεται από τον επαγγελματικά προσανατολισμένο φοιτητή, από το κράτος ή από το ίδρυμα της ανώτερης εκπαίδευσης δεν είναι πιά: αληθεύει; αλλά: σε τι χρησιμεύει; Μέσα στο πλαίσιο της εμπορευματοποίησης της γνώσης, αυτή η τελευταία ερώτηση τις περισσότερες φορές σημαίνει: μπορεί να πουληθεί; Και μέσα στο πλαίσιο της αύξησης της ισχύος: είναι αποτελεσματικό; Ωστόσο η κατοχή μιας ικανότητας για απόδοση φαίνεται να μπορεί να πωληθεί μέσα στις συνθήκες που περιγράψαμε παραπάνω, και είναι αποτελεσματική εξ ορισμού. Εκείνο πού δεν πουλιέται πιά, είναι η αρμοδιότητα σύμφωνα με άλλα κριτήρια, όπως το αληθές/ψευδές, το δίκαιο/άδικο κτλ., και προφανώς η εν γένει αδύναμη αποδοτικότητα.
 
Η προοπτική μιας πλατειάς αγοράς λειτουργικών αρμοδιοτήτων είναι ανοιχτή. Οι κάτοχοι αυτού του είδους γνώσης είναι και θα είναι το αντικείμενο της προσφοράς, ήτοι ο στόχος της πολιτικής του δελεασμού. Από αυτήν την άποψη, δεν αγγέλλεται πλέον το τέλος της γνώσης. Απεναντίας, η Εγκυκλοπαίδεια της αύριον είναι οι τράπεζες των στοιχείων. Αυτές ξεπερνούν την ικανότητα κάθε χρήστη. Είναι η «φύση» για τον μεταμοντέρνο άνθρωπο. Εντούτοις θα σημειώσουμε ότι ή διδακτική δεν συνίσταται μόνο στην μετάδοση πληροφοριών και ότι η αρμοδιότητα, έστω και αποδοτική, δεν συμπυκνώνεται στην κατοχή μιας καλής μνήμης των δεδομένων ή σε μιά καλή ικανότητα πρόσβασης στις μνήμες-μηχανές. Είναι κοινότοπο να υπογραμμίζουμε την σπουδαιότητα της ικανότητας να ενεργοποιούνται τα καίρια δεδομένα για το υπό επίλυση πρόβλημα «εδώ και τώρα» και να συντονίζονται σε μιαν αποτελεσματική στρατηγική.
 
Ενόσω το παιχνίδι είναι ατελές από πλευράς πληροφόρησης, υπερτερεί όποιος μπορεί να αποκτήσει συμπληρωματική πληροφόρηση. Εξ ορισμού αυτή είναι η περίπτωση ενός φοιτητή που μαθαίνει. Αλλά, στα παιχνίδια της πλήρους πληροφόρησης, η καλύτερη αποδοτικότητα εξ υποθέσεως δεν μπορεί να συνίσταται στην απόκτηση ενός τέτοιου συμπληρώματος. Προκύπτει από μιά νέα διάταξη των δεδομένων, που συγκροτούν καθαυτό μιά «κίνηση». Αυτή η νέα διάταξη επιτυγχάνεται τις περισσότερες φορές με την συνάρτηση σειρών από δεδομένα, τα όποια μέχρι τότε νομίζονταν ανεξάρτητα. Μπορούμε να αποκαλέσουμε φαντασία αυτή την ικανότητα της συνολικής συνάρθρωσης πραγμάτων πού πριν ήταν χωρισμένα. Η ταχύτητα είναι μία της ιδιότητα.
 
Επιτρέπεται όμως να φανταστούμε τον κόσμο της μεταμοντέρνας γνώσης σα να διέπεται από ένα παιχνίδι πλήρους πληροφόρησης, με την έννοια ότι τα δεδομένα είναι καταρχήν προσιτά σε όλους τους εμπειρογνώμονες: δεν υπάρχει επιστημονικό μυστικό. Η επαύξηση της αποδοτικότητας, με ίση αρμοδιότητα, μέσα στην παραγωγή της γνώσης, και όχι πλέον στην απόκτηση της, εξαρτάται λοιπόν τελικά από αυτή την «φαντασία» πού επιτρέπει είτε την πραγμάτωση μιας νέας «κίνησης», είτε την αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού.
 
Αν η εκπαίδευση οφείλει να εξασφαλίσει όχι μόνο την αναπαραγωγή των αρμοδιοτήτων, άλλα και την πρόοδο τους, θα έπρεπε κατά συνέπεια ή μετάδοση της γνώσης να μην περιορίζεται στην μετάδοση πληροφοριών, άλλα να περιλαμβάνει την εκμάθηση όλων των μεθοδεύσεων, των ικανών να βελτιώσουν την ικανότητα σύζευξης πεδίων που η παραδοσιακή οργάνωση των γνώσεων τα απομονώνει ζηλόφθονα. Το σύνθημα της διεπιστημονικότητας πού κυκλοφόρησε κυρίως μετά από την κρίση του 68, αλλά είχε προβληθεί πολύ πρωτύτερα, φαίνεται να οδηγεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Προσέκρουσε, λένε, στον πανεπιστημιακό φεουδαρχισμό. Προσέκρουσε όμως σε πολύ περισσότερα πράγματα.
 
Μέσα στο πανεπιστημιακό μοντέλο του Humboldt, κάθε επιστήμη κατέχει την θέση της μέσα σε ένα σύστημα που αποτελεί την κορωνίδα της θεωρίας. Η παραβίαση των ορίων μιας επιστήμης από μιαν άλλη μόνο συγχύσεις μπορεί να προκαλέσει, «παράσιτα» μέσα στο σύστημα. Οι συνεργασίες μπορούν να επιτελεστούν μόνο στο θεωρητικό επίπεδο, μέσα στο κεφάλι των φιλοσόφων. Αντίθετα, η ιδέα της διεπιστημονικότητας ανήκει στην εποχή της απονομιμοποίησης και στον βεβιασμένο εμπειρισμό της. Η σχέση με την γνώση δεν είναι η σχέση της πραγμάτωσης της ζωής του πνεύματος ή της χειραφέτησης της πραγματικότητας· είναι η σχέση των χρηστών ενός περίπλοκου θεωρητικού και υλικού οπλοστασίου και εκείνων που επωφελούνται από αυτές τις επιδόσεις του. Δεν διαθέτουν μιά μεταγλώσσα ούτε μιαν μετααφήγηση για να διατυπώσουν την σκοπιμότητα και την καλή χρήση της. Αλλά έχουν το brain storming για να ενισχύσουν τις αποδόσεις της.
 
Η καταξίωση της ομαδικής εργασίας ανήκει σαυτήν την κατίσχυση του κριτηρίου της αποδοτικότητας μέσα στην γνώση. Γιατί σε ό,τι έχει σχέση με το να πεις αλήθεια ή να επιβάλεις τα δίκαιο, ο αριθμός δεν παίζει κανένα ρόλο· παίζει κάποιον ρόλο, αν η δικαιοσύνη και η αλήθεια βλέπονται με τους όρους της πιθανότερης επιτυχίας. Πράγματι, γενικά οι αποδόσεις βελτιώνονται από την συλλογική εργασία, υπό τους όρους που οι κοινωνικές επιστήμες έχουν καθορίσει από πολύν καιρό. Για να πούμε την αλήθεια, έχουν κυρίως πιστοποιήσει την επιτυχία της για την αποδοτικότητα μέσα στο πλαίσιο ενός δεδομένου μοντέλου, δηλαδή για την εκτέλεση ενός έργου· η βελτίωση φαίνεται λιγότερο βέβαιη όταν πρόκειται να «φανταστούμε» νέα μοντέλα, δηλαδή για την σύλληψη. Υπάρχουν καθώς φαίνεται παραδείγματα. Αλλά παραμένει δύσκολο να ξεχωρίσουμε ό,τι ανήκει στα διαθέσιμα της ομάδας και ό,τι οφείλεται στην ευφυΐα των μελών της.
 
Θα παρατηρήσει κανείς ότι αυτός ο προσανατολισμός άφορα περισσότερο την παραγωγή της γνώσης (έρευνα) παρά την μετάδοση της. Είναι αφηρημένο, και πιθανώς ολέθριο, να τις χωρίσουμε εντελώς, ακόμα και μέσα στο πλαίσιο του λειτουργισμού και της επαγγελματοποίησης. Εντούτοις η λύση, προς την οποία προσανατολίζονται έμπρακτα οι θεσμοί της γνώσης σόλον τον κόσμο, συνίσταται στον διαχωρισμό αυτών των δύο όψεων της διδακτικής, δηλ. της «απλής» αναπαραγωγής και της «διευρυμένης» αναπαραγωγής, διακρίνοντας οντότητες πάσης φύσεως, είτε πρόκειται για θεσμούς, για επίπεδα ή κύκλους μέσα στους θεσμούς, για συνομάδωση θεσμών, για συνομαδώσεις γνωστικών κλάδων, από τους όποιους οι μεν προορίζονται για την επιλογή και την αναπαραγωγή των επαγγελματικών αρμοδιοτήτων, ενώ άλλοι στην προαγωγή και στην «ενθάρρυνση» πνευμάτων με «φαντασία». Οι δίαυλοι μεταβίβασης, πού βρίσκονται στην διάθεση των πρώτων, μπορεί να απλοποιηθούν και να μαζικοποιηθούν· οι άλλοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις μικρές ομάδες που λειτουργούν μέσα σε έναν αριστοκρατικό εξισωτισμό. Δεν έχει σημασία αν αυτές οι τελευταίες αποτελούν ή δεν αποτελούν επισήμως μέρος των πανεπιστημίων.
 
Άλλα το βέβαιο είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις η απονομιμοποίηση και η κυριαρχία της αποδοτικότητας χτυπούν την καμπάνα της εποχής του Καθηγητή: αυτός δεν έχει περισσότερες αρμοδιότητες από τα δίκτυα μνήμης που μεταβιβάζουν την καθιδρυμένη γνώση ούτε είναι πιο αρμόδιος από τις διεπιστημονικές ομάδες για να φανταστεί νέες κινήσεις ή νέα παιχνίδια.

Αυτοί που μόνο Παίρνουν

Επειδή η αγάπη είναι οικουμενικά αναγκαία, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που προσπαθούν να την εξασφαλίσουν. Την απαιτούν από τους άλλους, χωρίς να την προσφέρουν οι ίδιοι σε αντάλλαγμα.

Είμαστε σίγουροι ότι καταλαβαίνουμε για τι είδους ανθρώπους μιλάμε. Αυτούς που συνήθως μας λένε: «Περίμενα τηλεφώνημά σου. Γιατί δεν με πήρες;» Οι άνθρωποι αυτοί αποζητούν το τρυφερό συναίσθημα που προκύπτει από τη γνώση ότι ένας άλλος άνθρωπος θέλει/αισθάνεται την ανάγκη να τους μιλήσει.

Είμαστε επίσης σίγουροι ότι έχουμε συναντήσει το είδος του ανθρώπου που καταστρέφει μια συζήτηση. Σε μια συζήτηση κοινού ενδιαφέροντος, ο καθένας ακούει και λέει τη γνώμη του εναλλάξ. Σταδιακά όμως, αυτό το άτομο αρχίζει να κυριαρχεί στην κουβέντα αραδιάζοντας κατεβατά από ιστορίες για το πόσο υπέροχη είναι η δουλειά του, πόσο υπέροχα είναι τα παιδιά της και πόσο εκπληκτικό είναι το καινούριο, πανάκριβο αυτοκίνητό του. Πολύ σύντομα εμείς οι υπόλοιποι βγαίνουμε νοκ άουτ καθώς το άτομο αυτό, κυριολεκτικά μεθυσμένο από τον εαυτό του, συνεχίζει το μονότονο μονόλογό του ρίχνοντάς μας απλώς μια ματιά πού και πού, σαν για να βεβαιωθεί ότι έχουμε θαμπωθεί από το μεγαλείο του.

Αυτοί οι δυστυχισμένοι άνθρωποι έχουν τόσο χαμηλή αυτοεκτίμηση, που αναγκάζονται να μας επιβάλουν να τους θαυμάζουμε. Και όσο περισσότερο μας απομακρύνει η συμπεριφορά τους, τόσο περισσότερο επιμένουν. Τελικά, γίνονται τόσο ανυπόφοροι που κανένας δεν τους αντέχει πια.

Η έλλειψη της αγάπης, σε οποιονδήποτε βαθμό, προκαλεί πόνο. Η νευρωτική συμπεριφορά, ακόμη και οι πνευματικές διαταραχές, συχνά οφείλονται σε έλλειψη αγάπης. Μελέτες έχουν δείξει ότι σωματικές ασθένειες, σε ποσοστό μέχρι και 87%, μπορούν να προκληθούν από το γεγονός ότι ο ασθενής δεν έχει πάρει ή δεν έχει γνωρίσει στη ζωή του αρκετή αγάπη.

Όταν δεν έχουμε αγάπη, κλονίζεται η κρίση μας. Γινόμαστε ανεπαρκείς και ανίκανοι. Στρεφόμαστε προς τον εαυτό μας και όσο η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθησή μας συρρικνώνονται, τόσο θεριεύουν οι φόβοι μας. Στην έσχατη περίπτωση, η έλλειψη αγάπης μπορεί να οδηγήσει το άτομο μέχρι και σε κατατονία.

Το μοναδικό γιατρικό είναι περισσότερη αγάπη. Για να μπορέσουμε να δεχόμαστε περισσότερη αγάπη, πρέπει να διευκολύνουμε τη διαδικασία εκπέμποντας ο καθένας μας περισσότερη αγάπη.

Παρμενίδη ποίηση

ParmenidisΗ φιλοσοφία του Παρμενίδη εμπεριέχεται σε ένα αποκαλυπτικό ποίημα, γραμμένο σε δακτυλικό εξάμετρο, από το οποίο ευτυχώς διασώθηκαν τα πιο σημαντικά μέρη. Στο ποίημα ένας νέος (ο ίδιος ο Παρμενίδης) διηγείται τη μύησή του στη φιλοσοφία από μια θεά, η οποία αναλαμβάνει να τον κρατήσει μακριά από τις κοινές αντιλήψεις των ανθρώπων, «όπου αληθινή εμπιστοσύνη δεν υπάρχει», και να τον οδηγήσει στην «ατρόμητη καρδιά της ολοστρόγγυλης αλήθειας».

Το ποίημα του Παρμενίδη χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο εκτενές προοίμιο, σε καθαρά επική γλώσσα, περιγράφεται η ανάβαση του νέου προς τις πύλες της Ημέρας και της Νύκτας, όπου θα συναντήσει τη θεά. Το δεύτερο και κύριο μέρος του ποιήματος είναι ο λόγος της θεάς [Α] για τη φύση της αλήθειας. Το τρίτο και πιο αινιγματικό, από το οποίο έχουν σωθεί λίγα αποσπάσματα, θα πρέπει να ήταν μάλλον μια ανάπλαση κοσμολογικών αντιλήψεων που θυμίζουν προγενέστερους φιλοσόφους.
 
Στα χρόνια του Παρμενίδη ο φιλόσοφος είναι ακόμη ελεύθερος να εκφραστεί μέσα από το είδος του λόγου που ο ίδιος θεωρεί πρόσφορο. Η φιλοσοφική πραγματεία σε πεζό λόγο, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, θα καθιερωθεί μόνο μετά τον Αριστοτέλη. Το γεγονός λοιπόν ότι ο Παρμενίδης επιλέγει τον ποιητικό λόγο, την ίδια στιγμή που ο Ηράκλειτος εκφράζεται με χρησμούς και οι Πυθαγόρειοι αποφεύγουν τη γραφή, έχει σημασία.

Η γλώσσα του έπους δεν είναι απλώς υποβλητική, είναι η γλώσσα της παιδείας και της θρησκείας των Ελλήνων, η γλώσσα μέσα από την οποία οι Έλληνες έχουν εμπεδώσει την κοινή τους καταγωγή και τις κοινές τους αξίες. Ο Παρμενίδης εντάσσει τον εαυτό του στην παράδοση του Όμηρου και του Ησίοδου. Φιλοδοξεί μέσα από την καθιερωμένη οδό να μεταδώσει ένα νέο μήνυμα παιδείας: ο φιλοσοφικός λόγος μπορεί να αντικαταστήσει τον μύθο.
 
Τη θέση της Μούσας του ποιητή παίρνει τώρα η θεά του Παρμενίδη. Ο λόγος της είναι υποβλητικός και δογματικός, είναι η ίδια η αποκάλυψη μιας μοναδικής Αλήθειας. Είναι όμως ταυτοχρόνως ένας λόγος συνεκτικός και αποδεικτικός, ένας λόγος που μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο αν αφυπνιστεί η λογική ικανότητα και το κριτικό πνεύμα του αποδέκτη. Αυτή είναι άλλωστε και η συμβουλή της στον νεαρό Παρμενίδη:
 
«Να κρίνεις με τον λόγο τον επίμαχο έλεγχο που εγώ πρότεινα» (απόσπ. 7).
 
Οι αρχαίοι δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα τα ποιητικά χαρίσματα του Παρμενίδη. Τον θεωρούσαν μεγάλο φιλόσοφο αλλά μέτριο ποιητή. Οι αφηρημένες έννοιες και οι αποδεικτικοί συλλογισμοί της Παρμενίδειας φιλοσοφίας ασφυκτιούν μέσα στο περίβλημα της επικής ποίησης. Η φιλοσοφία έπρεπε να βρει τον δικό της τρόπο έκφρασης.
 
Η θεωρία του Παρμενίδη, είναι διάχυτη από την αμφιβολία, κατά πόσο οι αισθήσεις μπορούν να μας δώσουν την αντικειμενική αλήθεια. Ακόμα και ο Ηράκλειτος αναρωτιόταν για την αντικειμενικότητα της Λογικής. Τις φιλοσοφικές του ιδέες και τις προσπάθειές του να ερμηνεύσει τον κόσμο εκθέτει στο φιλοσοφικό ποίημά του «Περί φύσεως» από το οποίο σώθηκαν μόνο αποσπάσματα.
 
Κατά την θεωρία του το ον είναι αδιατάρακτο και αγέννητο και μέσα στην ενότητά του διαλύεται ο κόσμος των φαινομένων και εντυπώσεων. Άρα, το αληθινό ον είναι διαφορετικό απ` αυτό που μας δίνουν οι αισθήσεις και η επιστήμη της γνώσης διαφορετική από την υποκειμενική γνώμη. Είναι ο φιλόσοφος του Είναι,σε αντιπαραβολή με τον Ηράκλειτο που είναι ο φιλόσοφος του Γίγνεσθαι.
 
Θεωρεί ότι ο κόσμος αποτελείται από ένα σύνολο πολλαπλών φαινομένων, στον κόσμο αυτόν το κάθε φαινόμενο ή αντικείμενο είναι κάτι και παράλληλα δεν είναι κάτι άλλο, δηλαδή το καθετί μέσα στον κόσμο έχει τη δική του φύση, τις δικές του ιδιότητες, τα δικά του κύρια χαρακτηριστικά.
 
Σ` αυτό το σκεπτικό στηρίζει τη θέση του πάνω στο Είναι και Μη Είναι των πραγμάτων. Καθετί συνεπώς Είναι και συγχρόνως δεν Είναι. Γι’ αυτό και για τον Παρμενίδη, δεν υπάρχειούτε γένεση ούτε φθορά.Η πολλαπλότητα των αντικειμένων είναι μόνο μια δοξασία. Αληθινό είναι μόνο ό,τι μπορεί να εκφραστεί με το Είναι. Η γνώση φτάνει μέχρι την πλήρη αντίληψη του όντος, από τη στιγμή που και η νόηση είναι ταυτόσημη με την ύπαρξη, δηλ. μπορεί να νοήσει κανείς ό,τι είναι αληθινά υπαρκτό.
 
Τα κύρια στοιχεία της σύνθεσης του κόσμου είναι το θερμό και το αντίθετό του ψυχρό. Το θερμό μέσα στη σφαίρα που συνθέτει τον κόσμο κατέχει τη θέση του όντος. Ο Παρμενίδης εκθέτει τη φιλοσοφία του σε έμμετρο λόγο (δακτυλικό εξάμετρο), επιθυμώντας πιθανώς να την παρουσιάσει ως αποτέλεσμα θείας αποκάλυψης. Στο προoίμιο του ποιήματoς περιγράφεται το ταξίδι του ποιητή πάνω σε άρμα, καθοδηγούμενο από κόρες του ΄Ηλιου σε μια ανώνυμη θεά. Ακολουθεί η Αλήθεια, στην οποία μιλά η θεά επιχειρώντας μια προσέγγιση της καρδιάς της αλήθειας.
 
«αλλά ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα θα έπρεπε να είναι απολύτως δεκτά, όλα δεκτά στο σύνολό τους ως όντα».
 
Παρουσιάζοντας τα φαινόμενα ως όντα, εισάγεται στο ποίημα το Είναι και γεννιέται εκείνος ο κλάδος της φιλοσοφίας που ονομάζεται Οντολογία, δηλαδή λόγος περί του όντος, περί του Είναι. Σε αντίθεση με τους Ίωνες ο Παρμενίδης δεν ρωτά για το τι των όντων, αλλά στρέφει την προσοχή μας στο Είναι.
 
Με τον όρο Οντολογία αναφερόμαστε στο λόγο περί του όντος ή στην επιστήμη του όντος, τη φιλοσοφική αναζήτηση που εξετάζει τις αρχές της ύπαρξης και συγκρότησης του Όντος, μελετά τη φύση και την ουσία των Όντων (Ον= αυτό που πραγματικά υπάρχει, καθετί που έχει υπόσταση). Στη φιλοσοφία η έρευνα της φύσης του όντος γίνεται σε διάκριση από το φαινόμενο.
 
Όταν η οντολογία αναδεικνύει την ουσία, σε σχέση με τα επιμέρους όντα, τότε αποκαλείται ουσιοκρατία, ουσιολογική οντολογία, ουσιοκρατική οντολογία ή σπανιότερα, εσενσιαλισμός (essentialismus) από τη λατινική λέξη essentia (ουσία).
 
Όταν η οντολογία προκρίνει το πρόσωπο έναντι της ουσίας, τότε ονομάζεται προσωποκρατία, προσωποκεντρισμός, περσοναλισμός (personalismus) ή προσωποκρατική οντολογία.  Όταν η οντολογία δίνει προτεραιότητα στο άτομο έναντι του προσώπου, τότε ονομάζεται ατομοκρατική οντολογία ή ατομοκρατία.
 
Σε ένα άλλο απόσπασμα ο Παρμενίδης αντιδιαστέλλει το Είναι, την ύπαρξη των όντων, με το μηδέν και το απορρίπτει, μη αποδεχόμενος τη σύλληψη του απόλυτου μηδενός ως αντίθετου στο Είναι.

Παρόλο που αναφέρει αρχικά τις δύο οδούς του είναι και του μηδενός, ως τις μόνες που μπορούν να νοηθούν, σπεύδει να υπογραμμίσει ότι η οδός του «Είναι» είναι η μόνη αληθινή και ότι μόνον το «Είναι» μπορεί να αποτελέσει αυθεντικό αντικείμενο της νόησης. Η νόηση εδώ δεν εξαρτάται βέβαια από τις αισθήσεις, ούτε τις λέξεις, αλλά εισδύει στη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων.
Άσχετα από τη μεταβολή των εξωτερικών πραγμάτων το «Είναι» που αφορά αδιακρίτως κάθε ον, αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο της Αλήθειας, η οποία δεν αρνείται τον Κόσμο και την πολλαπλότητα, την κίνηση και την πολυμορφία, αλλά υπογραμμίζει την «ΕΝΟΤΗΤΑ» και συνέχεια που τον διέπει, αν φυσικά τον δούμε γεμάτο από το «Είναι».
 
Ο μονισμός της Αλήθειας και ο δυισμός της Δόξας δε βρίσκονται σε αντίθεση, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται και συνδέονται στενά. Η Αλήθεια ασχολείται με το Αμετάβλητο «Είναι» ενώ η Δόξα με το Κοσμικό «Γίγνεσθαι».  Ανάμεσα στα δύο τμήματα το τμήμα της Αλήθειας ήταν εκείνο που επηρέασε την εξέλιξη της ελληνικής φιλοσοφίας περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο προσωκρατικό κείμενο. Η επίδρασή του είναι εμφανής τόσο στους μεταγενέστρεους προσωκρατικούς όσο και στο έργο του Πλάτωνα [ Πυθαγόρη] και του Αριστοτέλη.
Στα κείμενά του παρουσιάζεται, ο Ελεάτης φιλόσοφος, πως έρχεται με μια άμαξα από τον ουρανό και συνομιλεί, αναπτύσσοντας τις φιλοσοφικές του απόψεις, όχι με θνητό αλλά με μια θεά. Αποδίδει με τον τρόπο αυτό την πνευματική δύναμη των απόψεων του.
 
Ο λόγος του είναι αρχέγονος:
 
Εἰ δ΄ ἄγ΄ ἐγὼν ἐρέω, κόμισαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας,
αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιός εἰσι νοῆσαι•
ἡ μὲν ὅπως ἔστιν τε καὶ ὡς οὐκ ἔστι μὴ εἶναι,
Πειθοῦς ἐστι κέλευθος• ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ•
ἡ δ΄ ὡς οὐκ ἔστιν τε καὶ ὡς χρεών ἐστι μὴ εἶναι,
τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν•
οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τό γε μὴ ἐὸν – οὐ γὰρ ἀνυστόν -
οὔτε φράσαις.
[Εμπρός λοιπόν, εγώ θα σου μιλώ, κι εσύ σκέψου, αφού ακούσεις
τον λόγο μου, ποιοι μόνοι δρόμοι έρευνας μπορούν να είναι προσιτοί στη νόηση
ο ένας, πως το Είναι υπάρχει και δεν μπορεί να μην υπάρχει,
είναι ο δρόμος της Πειθούς• γιατί ακολουθεί την αλήθεια•
ο άλλος όμως πως δεν υπάρχει και πως είναι ανάγκη να μην υπάρχει•
αυτό το μονοπάτι, σου λέω, είναι εντελώς απρόσιτο/μη-γνωρίσιμο•
γιατί ούτε να γνωρίσεις θα μπορούσες το μη ον, κάτι δηλαδή το
ανέφικτο• ούτε να το εκφράσεις, να το πεις.]
 
Και πιο κάτω με στοχασμό μεταφυσικό:
«Χρὴ τὸ λέγειν τε νοεῖν τ΄ ἐὸν ἔμμεναι• ἔστι γὰρ εἶναι,
μηδὲν δ΄ οὐκ ἔστιν•»
[Είναι απαραίτητο να λέγεται και να νοείται πως το Ον υπάρχει.
Γιατί το Είναι, η ουσία του σύμπαντος υπάρχει. Το μηδέν όμως δεν υπάρχει.]
Είναι ακριβώς η αντιγραφή του Καρτέσιου, που κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή διανόηση:
‘ex nihilo nihil fit’ [από το τίποτε δεν δημιουργείται τίποτε.]

ή κατά Παρμενίδη – δύο χιλιάδες χρόνια πριν τον Καρτέσιο:
« ἔστι γὰρ εἶναι,
μηδὲν δ΄ οὐκ ἔστιν•»
[Δηλαδή,  δεν υπάρχει γένεση ούτε φθορά.
Γιατί η γένεση προϋποθέτει μια κατάσταση «Μη Είναι»
που μεταβαίνει στην κατάσταση του «Είναι»
και αντίστροφα για τη φθορά (θάνατο).]
 
Για το ίδιο το σύμπαν θα εκφράσει την άποψη:
«πῶς γαῖα καὶ ἥλιος ἠδὲ σελήνη
αἰθήρ τε ξυνὸς γάλα τ΄ οὐράνιον καὶ ὄλυμπος
ἔσχατος ἠδ΄ ἄστρων θερμὸν μένος ὡρμήθησαν
γίγνεσθαι.»
[η γη, ο ήλιος και η σελήνη, ο κοινός αέρας αλλά και ο ουράνιος γαλαξίας κι ο Όλυμπος ο έσχατος (το απάτητο σύμπαν, δηλαδή) και τα φλέγοντα αστέρια διεγέρθηκαν, μπήκαν βίαια σε κίνηση.]
Η γλώσσα της φιλοσοφίας:  Αρκεί η αρχή της ταυτότητας για να κάνει κανείς φιλοσοφία; Πόσο μακριά μπορεί να πάει κανείς μόνο με αυτή την αρχή; Ας παρακολουθήσουμε τον βασικό συλλογισμό του Παρμενίδη.
 
«Ένας πια μόνο λόγος για οδό απομένει: ότιείναι.Και υπάρχουν σημάδια σ᾽ αυτή την οδό πάμπολλα, ότι το ον είναι αγέννητο και άφθαρτο, όλο και μοναδικό, ακλόνητο και πλήρες. Ούτε ποτέ ήταν ούτε θα είναι, γιατί είναι τώρα όλο μαζί, ένα, συνεχές. Γιατί ποια γέννησή του θα αναζητούσες; Από τα πού και προς πού να αυξήθηκε; Ούτε θα σ᾽ αφήσω από το μη ον να πεις ή να σκεφτείς· γιατί δεν είναι δυνατό να πεις ή να σκεφτείς ότι δεν είναι. Ποια ανάγκη θα το έκανε αργότερα ή νωρίτερα να αυξηθεί, ενώ θα είχε αρχίσει από το τίποτε; Επομένως, πρέπει είτε να είναι εντελώς είτε να μην είναι καθόλου.» Παρμενίδης, απόσπ. 8.1-11
 
Ο Παρμενίδης έχει ήδη δείξει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι για κάτι που δεν υπάρχει, για το μη ον, δεν μπορεί κανείς να πει τίποτε. Και δεύτερον, ότι για κάτι υπαρκτό, για το ον, μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα μόνο ότι Είναι. Από την πιστοποίηση του όντος ο Παρμενίδης εξάγει τις βασικές του ιδιότητες: το ον είναι αγέννητο και ανώλεθρο, μοναδικό, ακίνητο, πλήρες, συνεχές.
 
Στο χωρίο επάνω αποδεικνύεται γιατί το ον δεν μπορεί να έχει γεννηθεί. Με παρόμοιο συλλογισμό ο Παρμενίδης θα αποδείξει ότι το ον δεν έχει θάνατο (είναι ανώλεθρο), δεν έχει κίνηση και μεταβολή (είναι αμετάβλητο), δεν έχει μέρη (είναι πλήρες και συνεχές), δεν αποτελεί μέρος μιας δυάδας (είναι μοναδικό). Πώς γίνονται αυτές οι αποδείξεις;
 
Όταν λέμε για κάποιο πράγμα ότι έχει γεννηθεί, εννοούμε ότι αυτό το πράγμα προηγουμένως δεν υπήρχε. Γέννηση είναι η μετάβαση από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Αυτές οι δύο καταστάσεις είναι όμως μεταξύ τους ασυμβίβαστες. Κατά τον Παρμενίδη, κάτι υπάρχει ή δεν υπάρχει. Δεν μπορεί ταυτοχρόνως να υπάρχει και να μην υπάρχει. Για την ανυπαρξία έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να πω τίποτε. Μπορώ να μιλήσω μόνο για την ύπαρξη. Άρα, αν κάτι υπάρχει, δεν μπορεί να έχει γεννηθεί. Το ον είναι αγέννητο.
 
Η βασική σκέψη του Παρμενίδη είναι ότι, αν δεχτούμε την οποιαδήποτε μεταβολή (είτε αυτή είναι γέννηση είτε φθορά είτε κίνηση είτε διαίρεση), πέφτουμε κατ᾽ ανάγκην σε αντίφαση.

Αναγκαζόμαστε να ισχυριστούμε ότι την ίδια χρονική στιγμή κάτι υπάρχει και δεν υπάρχει, κάτι είναι Α και όχι Α. Σκεφτείτε μια μεταβολή στο χρώμα ενός αντικειμένου. Όταν λέμε ότι κάτι από άσπρο έγινε μαύρο, δεχόμαστε ότι σε μια δεδομένη χρονική στιγμή το ίδιο πράγμα ήταν και άσπρο και μαύρο.
 
Αυτό όμως είναι αντιφατικό. Ή σκεφτείτε την κίνηση ενός αντικειμένου σε μια ευθεία γραμμή. Για να πούμε ότι το αντικείμενο αυτό κινείται, πρέπει να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται ταυτοχρόνως στο σημείο Α της γραμμής και στο αμέσως επόμενο σημείο Β. Αυτό όμως είναι αδύνατο. Τα παράδοξα που προκύπτουν από την εφαρμογή της αρχής της ταυτότητας στην κίνηση θα τα αναπτύξει με ιδιαίτερη επιδεξιότητα ο Ζήνων, ο μαθητής του Παρμενίδη και θα αποτελέσουν περίφημους φιλοσοφικούς γρίφους σε όλη την αρχαιότητα.
 
Ο κόσμος του Παρμενίδη είναι ένα σύνολο αιώνιων, ακίνητων και αδιαίρετων οντοτήτων. Καθώς μάλιστα ο Παρμενίδης μιλά για το «ον» αδιακρίτως, και το ίδιο το σύμπαν θα πρέπει να θεωρηθεί μια κλειστή, αιώνια και αμετάβλητη ολότητα. Αμετάβλητες οντότητες μέσα σε ένα αμετάβλητο σύμπαν. Πόσο διατεθειμένοι είμαστε να αποδεχτούμε έναν τόσο παράδοξο κόσμο; Έναν κόσμο ξένο προς τον δικό μας, έναν κόσμο από όπου «η γέννηση έχει σβηστεί, ενώ για τη φθορά κανείς ποτέ δεν άκουσε» Θαυμάζει κανείς τη συλλογιστική δεινότητα του Παρμενίδη, αντιλαμβάνεται (ή υποψιάζεται) ότι κάτι πολύ σημαντικό έχει πει, διστάζει ωστόσο να τον ακολουθήσει στα συμπεράσματά του.
 
Αυτή ήταν και η στάση των μεταγενέστερων φιλοσόφων. Από τον Εμπεδοκλή και τον Δημόκριτο ως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, όλοι θα προσπαθήσουν να απαντήσουν στην πρόκληση του Παρμενίδη. Η φιλοσοφία μετά τον Παρμενίδη διαθέτει επιτέλους τη δική της γλώσσα, χρησιμοποιεί έννοιες και συλλογισμούς, απεχθάνεται τις λογικές αντιφάσεις, τείνει προς τον αποδεικτικό λόγο. Δεν θέλει όμως και να αποστρέψει το βλέμμα της από την έκδηλη πραγματικότητα της μεταβολής.
 
Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε σίγουρα δεν είναι ο αμετάβλητος κόσμος του Παρμενίδη. Η σκέψη μας όμως έχει παρμενίδεια χαρακτηριστικά. Όταν μιλώ για την έννοια της ισότητας ή για το γεωμετρικό τρίγωνο δεν μπορώ παρά να ακολουθήσω τον Παρμενίδη: το γεωμετρικό τρίγωνο δεν έχει γεννηθεί ποτέ, δεν μεταβάλλεται και δεν θα πεθάνει. Το φυσικό όμως περιβάλλον, οι ψυχικές μου διεργασίες και τα ηθικά μου προβλήματα ούτε αγέννητα είναι ούτε αμετάβλητα.
 
Ένας συμβιβασμός είναι τελικά αναγκαίος. Ο Παρμενίδης αναγνωρίζεται από τον Πλάτωνα ως ένας από τους ιδρυτές του ορθολογισμού και ένας από τους σημαντικότερους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους. Μπορεί βασίμως να θεωρηθεί και δίκαια, ως ο πατέρας της κλασικής μεταφυσικής.
 
ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ - ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ
 
Οι φορβάδες που
µε πηγαίνουν
µέχρι εκεί που φτάνει ο πόθος
µου επιτάχυναν, και µ’
έφεραν στον φηµισµένο δρόµο
του δαίµονα, που από τις πόλεις εξυψώνει όσους γνωρίζουν.
Εκεί οδηγήθηκα. Εκεί οι συνετές φορβάδες
µ’ έφεραν τεντώνοντας απ’ την ταχύτητα το άρµα. Μπροστά
µας κόρες προπορεύονταν.
Κι ο άξονας µες στα βραχιόλια, πυρωµένος, έτριζε –
σφιγµένος κι απ’ τις δυο
µεριές από τους τορνευτούς τροχούς-
καθώς οι κόρες του Ήλιου έσπευδαν,
εγκαταλείποντας τα δώµατα της Νύχτας προς το φως
σπρώχνοντας µε το χέρι πίσω απ’ το κεφάλι το πέπλο τους.
Εκεί είναι οι πύλες των οδών της νύχτας και της
µέρας, έχοντας πάνω τους υπέρθυρο και κάτω τους κατώφλι πέτρινο.
ψηλά στον αέρα, σφραγισµένες
µε µεγάλες θύρες και σύρτες απανωτούς, που εποπτεύει η τιµωρός ∆ικαιοσύνη.
Αυτήν, µιλώντας
µε περίσκεψη και λόγια απατηλά
την παρέσυραν, ωθώντας τον σύρτη τον βαλανωτό
τις πύλες να ελευθερώσει. Κι έτσι, καθώς οι ολόχαλκοι άξονες
γύριζαν στα βραχιόλια, τα πιασµένα
µε σφήνες και καρφιά,
οι πύλες άνοιγαν στο χάσµα το αχανές.
Ευθύς, µέσα απ’ τις πύλες, στο δρόµο τον αµαξιτό,
πέρασαν κόρες και φορβάδες και άρµα.
Και η θεά
µε υποδέχτηκε θερµά, πήρε στο χέρι της το χέρι µου
το δεξί, και µε αυτά τα λόγια
µε προσφώνησε:
«Νέε, που συνοδεύεσαι από αθάνατους ηνίοχους
και που οι φορβάδες σ’ έφεραν εδώ στο δώµα µου,
σε χαιρετώ. ∆εν σ’ έστειλε µοίρα κακή σ’ αυτό τον δρόµο
που από τους ανθρώπους είναι απάτητος, αλλά το ορθό
και το δίκαιο. Χρειάζεται όλα να τα µάθεις,
και τον πυρήνα τον ήρεµο της ολοστρόγγυλης
αλήθειας και τις ανάξιες πίστης δοξασίες των θνητών.
Αλλά και τούτο ακόµη: περνώντας µέσα απ’ όλα να ελέγχεις
πώς πρέπει να είναι αυτά που θεωρούνται ότι έτσι είναι.
II
Λοιπόν, θα σου ανακοινώσω τώρα –
κι εσύ µετάφερε όσα θ’ ακούσεις- ποιοι είναι οι µόνοι νοητοί δρόµοι της έρευνας.
Ο ένας, το ότι είναι και ότι δεν υπάρχει µη είναι,
αποτελεί τον δρόµο της Πειθούς –
γιατί η Αλήθεια την ακολουθεί-,
ο άλλος, πως δεν είναι και ότι όφειλε µη είναι,
αυτός, σου λέω, ο δρόµος είναι µονοπάτι αγνωσίας,
γιατί ούτε να γνωρίσεις µπορείς το µη ον –
κάτι ανέφικτο-,
ούτε να το εκφράσεις.
III

γιατί εκείνο που
µπορεί να νοηθεί συγχρόνως είναι
IV
Πρόσεξε όµως, αν και απόντα παρόντα είναι, βέβαια, στον νου
γιατί δεν αποκόπτεται η συνέχεια του όντος µε το ον
ούτε όταν µε τάξη διασκορπίζεται οπουδήποτε και οπωσδήποτε
ούτε όταν συγκεντρώνεται.
V
για µένα είναι αδιάφορο το από πού θ’ αρχίσω.
αφού σ’ αυτό θα καταλήξω πάλι.
VI
Πρέπει, αναγκαία, αυτό που λέγεται και που νοείται ον να είναι
Γιατί το είναι υπάρχει, αλλά όµως δεν υπάρχει το µηδέν.
ετούτο σε καλώ να αναλογιστείς. Από αυτόν τον πρώτο δρόµο έρευνας σε <αποτρέπω>,
αλλά και από τον άλλον στον οποίο οι ανήξεροι
άνθρωποι περιπλανώνται, δίγνωµοι. γιατί στα στήθια τους η
αµηχανία κατέχει την πλανηµένη σκέψη τους κι όλοι τους παραδέρνουν.
Κουφοί, τυφλοί και έκπληκτοι, άκριτα στίφη που νοµίζουν
ότι το είναι και το µη είναι ταυτίζονται και δεν ταυτίζονται
και όλοι τους ακολουθούν τροχιά παλίνδροµη.
VII
Γιατί ουδέποτε θ’ αποδειχθεί ότι υπάρχουν τα µη όντα.
αλλά εσύ αποµάκρυνε την σκέψη σου από τον δρόµο αυτό της έρευνας
ούτε η συνήθεια, απ’ την µεγάλη πείρα σου, να σε ωθήσει σ’ αυτόν
αφήνοντας το βλέµµα και την ακοή σου να περιφέρονται άσκοπα
την γλώσσα σου να θορυβεί, αλλά κρίνε λογικά την πολυµέτωπη κριτική που ανέπτυξα.
VIII
δρόµος µοναδικός που αποµένει να συζητήσουµε: ότι είναι. Σ’ αυτόν υπάρχουν σήµατα
πολλά ότι το ον είναι αγέννητο και ανώλεθρο
ακέραιο και ατάρακτο, αιώνιο και ατελεύτητο.
Ούτε ήταν, ούτε θα γίνει, επειδή υπάρχει τώρα, όλο
µαζί ένα, συνεχές. Γιατί τι είδους γέννηση να του αποδώσεις,
πώς και από πού αναπτύχθηκε; ∆εν θα σου επιτρέψω να σκεφτείς
ή και να πεις, εκ του µη όντος. Γιατί ούτε να λεχθεί ούτε να νοηθείείναι δυνατόν
το ότι δεν είναι. Τι τάχα το υποχρέωσε, ούτε νωρίτερα ούτε αργότερα, ν’ αναπτυχθεί, αρχίζοντας απ’ το µηδέν;
Έτσι, ή πρέπει πλήρες να έγινε, ή καθόλου.
Ποτέ η δύναµη της γνώσης δεν θ’ αφήσει,  απ’ το µη ον
κάτι να δηµιουργηθεί δίπλα σ’ αυτό.
Γι’ αυτό και η ∆ικαιοσύνη δεν επέτρεψε ούτε να γεννηθεί ούτε ν’ αφανιστεί
– αφήνοντας να χαλαρώσουν τα ηνία-
αλλά το συγκρατεί. Και η απόφασή µας εξαρτάται από τούτο:
είναι ή δεν είναι; Κρίθηκε όµως αναγκαίο
τον ένα δρόµο να αφήσουµε, που είναι ανώνυµος και α-νόητος
-γιατί δεν είναι αληθινός-,
ενώ ο άλλος είναι αληθινός και υπάρχει.
Πώς θα µπορούσε έπειτα το ον να αφανιστεί; και πώς θα εδηµιουργείτο;
Γιατί δεν είναι αν έγινε, ή αν πρόκειται να γίνει.
Έτσι, έσβησε η γένεση και ούτε λόγος για αφανισµό.
Ούτε είναι διαιρετό γιατί είναι οµοιόµορφο.
Ούτε υπάρχει κάπου περισσότερο, που θα εµπόδιζε την συνοχή του,
ούτε κάπου λιγότερο, αλλά είναι όλο πλήρες από ον.
Γι’ αυτό και όλο είναι συνεχές. Γιατί το ον πλησιάζει και εφάπτεται στο ον.
Αλλά ακίνητο, δεµένο ισχυρά στα πέρατα,
υπάρχει, δίχως τέλος και αρχή, γιατί η γένεση και ο αφανισµός
εκδιώχθηκαν µακριά, τ’ απώθησε η πίστη η αληθινή.
Το ίδιο µένοντας, στο ίδιο µέρος, στον εαυτό του κείται
κι έτσι σταθερό θα παραµένει. Γιατί η παντοδύναµη Ανάγκη
το κρατάει δέσµιο, στα όρια µέσα που το περικλείουν.
∆εν είναι, άρα, θεµιτό να θεωρείται ατελές το ον
τίποτα δεν του λείπει –
αλλιώς όλα θα του έλειπαν.
Το ίδιο είναι το νοείν κι εκείνο για το οποίο υπάρχει νόηµα.
Γιατί χωρίς το ον, µέσα στο οποίο λέγεται
δεν θά βρεις το νοείν. Ούτε ήταν [ή] είναι ή θα είναι
άλλο εκτός από το ον, αφού η Μοίρα το δέσµευσε
να µένει ενιαίο και ακίνητο. Γι’ αυτό όλα όσα θεσπίζουν
οι θνητοί νοµίζοντάς τα αληθινά, ονόµατα είναι:
πως τάχα δηµιουργείται και αφανίζεται, ότι είναι και δεν είναι
ότι αλλάζει την θέση του και το λαµπρό του χρώµα.
Αλλά αφού έχει έσχατο όριο είναι πεπερασµένο από παντού,
όµοιο µε όγκο σφαίρας ολοστρόγγυλης που εκτείνεται
απ’ το κέντρο προς τα έξω ισοδύναµη. Γιατί, υποχρεωτικά,
ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο µπορεί να βρίσκεται εδώ ή εκεί.
Και ούτε είναι µη ον, ώστε να εµποδίζεται να ενωθεί
µε το όµοιό του, ούτε είναι ον λιγότερο εδώ
και περισσότερο εκεί, επειδή είναι ολόκληρο ακέραιο.
από παντού ίσο, λοιπόν, εκτείνεται οµοιόµορφα στα πέρατά του.
Κλείνω εδώ τα άξια πίστης λόγια και τις σκέψεις µου
για την αλήθεια. Από εδώ και πέρα των θνητών
τις δοξασίες µάθε, ακούγοντας την πλανερή διάταξη των λόγων
µου.
Καθιερώθηκε να ονοµάζουν δύο
µορφές ενώ την µία δεν θα έπρεπε
-εδώ είναι που πλανώνται-,
και τις θεώρησαν αντίθετης δοµής, τους έβαλαν σηµάδια
διαφορετικά. από την µια το αιθέριο πυρ της φλόγας,
ήπιο πυρ, ανάλαφρο, παντού το ίδιο
µε τον εαυτό του, αλλά όχι ίδιο
µε το άλλο, αλλά και το άλλο αντίθετο σ’ αυτό,
νύχτα ανεξιχνίαστη, δοµή πυκνή, βαριά.
Όλη αυτή την διάταξη σου εκθέτω, όπως φαίνεται νά ‘ναι,
ώστε ποτέ, γνώµες θνητών να µη σε παρασύρουν.
IX
Αλλά επειδή όλα ονοµάστηκαν νύχτα και φως
και ό,τι αντιστοιχεί στις δυνάµεις τους, δόθηκε στο καθένα
είναι όλα γεµάτα φως και νύχτα σκοτεινή,
που είναι ίσα και τα δυο, αφού ούτε στ’ να ούτε στ’ άλλο το
µηδέν µετέχει.
X
Αλλά και την φύση του αιθέρα θα γνωρίσεις και όλους τους
αστερισµούς µέσα σ’ αυτόν, και του λαµπρού πυρσού του ήλιου
τα ολέθρια έργα και από που προήλθαν.
αλλά και τις πράξεις τις περιπλανώµενες της στρογγυλόµατης
σελήνης και την φύση της, αλλά και τον γύρω ουρανό,
από που γεννήθηκε, και πώς η Ανάγκη οδηγώντας τον, τον
δέσµευσε τα πέρατα των άστρων να συγκρατεί.
XI
πώς γη, και ήλιος και σελήνη,
και ο κοινός σ’ όλους αιθέρας, κι ο γαλαξίας, κι ο ‘Ολυµπος
ο έσχατος και η θερµή των άστρων δύναµη, ορµητικά
γεννήθηκαν
XII
Οι στενότεροι δακτύλιοι γεµάτοι αµιγή φωτιά
και οι επόµενοι γεµάτοι νύχτα
µε λίγες φλόγες ν’ αναπηδούν.
Κι ανάµεσα σε όλα η θεότητα που κυβερνά τα πάντα
γιατί αρχηγεύει στην
µίξη και την τροµερή γέννα
στέλνοντας το θηλυκό να ζευγαρώσει
µε τ’ αρσενικό
και αντίστροφα, το αρσενικό
µε το θηλυκό.
XIII
πρώτιστο όλων των θεών τον Έρωτα επινόησε

νυκτολαµπές, περιπλανώµενο γύρω απ’ την γη, αλλότριο φως

XV
πάντοτε ατενίζοντας τις ακτίνες του ήλιου

XVI
Όπως είναι, κάθε φορά, η αναλογία
µίξεως των πολυπλάνητων
µελών ανάλογα βρίσκεται και νους του ανθρώπου. γιατί το ίδιο είναι
αυτό που στους ανθρώπους σκέφτεται: η φύση των
µελών τους και στον καθένα και σε όλους.
το επιπρόσθετο είναι η σκέψη.
XVII
δεξιά τ’ αγόρια, τα κορίτσια αριστερά

XIX
Έτσι, κατά τις δοξασίες των ανθρώπων έγιναν αυτά και είναι τώρα
και αφού αναπτυχθούν, θα πάψουν κάποτε να υπάρχουν.
Οι άνθρωποι καθιέρωσαν ένα όνοµα διακριτικό για το καθένα.

Η ατραπός της γνώσης

«Πιστέψτε εκείνους που ψάχνουν την αλήθεια και αμφισβητήστε εκείνους που τη βρήκαν».
Όταν κάποιος βαδίζει την «ατραπό» της γνώσης, αρχίζει να «γνωρίζει» σταδιακά, με αποτέλεσμα οι σκέψεις και οι γνώσεις του, να αλληλοσυγκρούονται. Κάθε βήμα της μάθησης του μοιάζει με ένα νέο νοητικό άθλο, μία καινούργια πρόσκληση και αποκάλυψη, μία ανοδική σκάλα, στο βάθος της οποίας λάμπει αμυδρά ένα φως..

Στην διαδρομή, θα συνειδητοποιήσει πως οι γνώσεις που «φαινομενικά κατέκτησε», δεν είναι στην πραγματικότητα ποτέ κτήμα του, καθώς είναι γνώσεις και σκέψεις άλλων, δεν υπάρχει «νοητική παρθενογένεση», εκτός ελαχίστων περιπτώσεων. Είναι η στιγμή που αντιλαμβάνεται, πως ότι «νόμιζε ότι γνώριζε», δεν αφορούσε πραγματικές γνώσεις, αλλά απόψεις …

Εάν επιμείνει στις αναζητήσεις του με όλο του το 'είναι', τα δόγματα σταδιακά θα εξαφανιστούν, καθώς , όλοι οι δρόμοι ενώνονται στην πηγή τους. Η «χωριστικότητα» είναι ανθρώπινη και μόνο ανάγκη. Είναι το σημείο εκείνο, που θα γνωρίζει, πότε και με ποιο τρόπο, θα πρέπει να χρησιμοποιεί τη γνώση του, η οποία θα είναι πλέον βίωμα, με διαύγεια, και όραμα και επίγνωση, για ένα καλύτερο και δικαιότερο κόσμο.Είναι το κομβικό εκείνο σημείο, στο οποίο δεν θα συγχρονίζεται απλά με τον «ανώτερο σκοπό» του, αλλά θα «μεταβάλλεται» ο ίδιος, στο αντικείμενο της αναζήτησης του (αυτογνωσία). Για να επιτευχθεί αυτό...

Το καλύτερο διεγερτικό στο σεξ είναι τα καλά προκαταρκτικά

Η σεξουαλική σου ζωή είναι τόσο σημαντική, που μπορεί να καθορίσει πολλά πράγματα μέσα στην καθημερινότητά σου, αλλά και μετέπειτα. Δεν είναι εγωιστικό να θέλεις να κάνεις καλό σεξ, ίσα-ίσα που αυτό πρέπει να ψάχνεις. Διότι όπως και να το κάνεις, η ζωή είναι μικρή και μία και δεν έχεις χρόνο για κακό σεξ. Αυτό δε σημαίνει πως δεν πρέπει να δοκιμάζεις. Όταν δοκιμάζεις κρίνεις και το πιο σημαντικό ξέρεις πώς να γίνεις ακόμη καλύτερος.
Ποιο είναι το μυστικό όμως για το καλό σεξ; Τι θα σε κάνει εκείνη τη στιγμή, να διεγείρεις τη φαντασία σου ακόμη περισσότερο; Μα η αγωνία φυσικά. Πάει τρελάθηκε ο συγγραφέας σκέφτεσαι. Αλλά αν το καλοσκεφτείς αυτό είναι το κλειδί, να κρατάς τον άλλο σε αγωνία. Να σε βλέπει και να σφίγγεται το στομάχι του, διότι δεν μπορεί να σε έχει εκείνη τη στιγμή που σε θέλει. Αν του δώσεις κατευθείαν αυτό για το οποίο καίγεται, δε θα τον κάνεις να φτάσει στην ηδονή που λαχταράει. Ναι, γιατί έτσι έχει μάθει ο άνθρωπος. Να του αρέσει πιο πολύ, όταν παιδεύεται γι’ αυτό που θέλει. Ας πούμε πως νιώθει κατακτητής κι είναι πιο γλυκό το αποτέλεσμα.

Ε λοιπόν, τι είναι το καλύτερο διεγερτικό στο σεξ; Τα καλά προκαταρκτικά φυσικά. Συνήθως απλώς τα προσπερνάς ή τα βαριέσαι, μόνο και μόνο επειδή είσαι ανυπόμονος και μετά αναρωτιέσαι τι δεν πήγε καλά. Μα ειλικρινά περνάς στο κυρίως γεύμα, χωρίς να έχεις πάρει ορεκτικό, χωρίς να έχεις παίξει πρώτα με την όρεξή σου; Τα προκαταρκτικά είναι αυτά που θα σε απογειώσουν στο σεξ. Κανε το χρόνο να σταματήσει εκεί, δώσε έμφαση στη στιγμή, βάλε τη φαντασία σου να οργιάσει και βρες τρόπο πώς θα κάνεις τα προκαταρκτικά πιο ενδιαφέροντα, ακόμη και να κρατήσουν πιο πολύ απ’ το συνηθισμένο. Πείραξε το ταίρι σου, τσίγκλισέ το. Κάνε το ν’ ανυπομονεί για το κυρίως που λέγαμε πριν. Βασάνισέ το πιο πολύ, βασάνισε το μυαλό του.

Δώσε στον άλλον απλά ένα δείγμα, φίλα το ταίρι σου παντού, διέγειρέ του κάθε κύτταρο του κορμιού του, αλλά πάντα με μέτρο. Φτάσε σ’ ένα σημείο που δε θ’ αντέχει άλλο κι αποτραβήξου, μην υποκύψεις στα παρακάλια, γιατί το μόνο σίγουρο είναι ότι θα σε παρακαλάει. Βγάλε του τα ρούχα αργά, βασανιστικά και φιληθείτε. Ακόμη καλύτερα καθίστε απέναντι ο ένας απ’ τον άλλον και βγάλτε τα ρούχα σας, χαμογελώντας πονηρά και χωρίς ν’ αγγίζεστε. Εκεί πραγματικά ο άλλος δε θ’ αντέξει την απόσταση που σας χωρίζει κι ας είναι μηδαμινή.

Η αναμονή είναι εκνευριστική πολλές φορές, αλλά αν τη χρησιμοποιήσεις σωστά είναι μαγική και δε θα χάσεις. Καλά, δεν είπαμε να τον έχεις τον άλλο και να το βασανίζεις επί τρεις ώρες το θέμα. Μη του βγάλεις και το λάδι. Απλώς παίξε λίγο περισσότερο με το χρόνο. Κάντε νάζια ο ένας στον άλλον. Άφησε την φαντασία σου να οργιάσει και μη νιώθεις ντροπές κι ενοχές.

Σκέψου τα one night stands, γιατί πετυχαίνουν τόσο πολύ; Διότι δεν υπάρχει ντροπή κι αφήνεσαι ελεύθερος. Ερέθισε το σύντροφό σου λίγο ακόμη, φτάσε σε σημείο που δε θα αντέχει άλλο. Το μόνο που θα σκέφτεται είναι πόσο υπέροχο θα είναι το μετά, αφού το πριν ήταν θεαματικό.

Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για την τέλεια απόλαυση!