Κυριακή 2 Μαΐου 2021

Η Ελληνική Αρχαιότητα: ΙV. ΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ 7. Η ρωμαϊκή ηγεμονία

7.4. Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή


Ο αυτοκράτορας Νέρων (54-68) ήταν θαυμαστής των ελληνικών τεχνών. Σε μια προσπάθεια να βελτιώσει τις σχέσεις των Ελλήνων με τη Ρώμη αλλά και να δοξαστεί ο ίδιος, επισκέφθηκε την Αχαΐα, την επαρχία που περιλάμβανε και την Αθήνα. Μια από τις σημαντικότερες εντολές του ήταν να διορυχθεί ο Ισθμός της Κορίνθου: πρώτος αυτός έσκαψε τη γη με αξίνα και μετέφερε στους ώμους του ένα κοφίνι με χώμα. Στη διάρκεια της παραμονής του πήρε μέρος σε όλους τους αγώνες. Για να το πετύχει, διέταξε να πραγματοποιηθούν την ίδια χρονιά ακόμη και αυτοί που τελούνταν σε διαφορετικά έτη και καθιέρωσε μουσικούς διαγωνισμούς στην Ολυμπία. Τραγούδησε επίσης σε παραστάσεις τραγωδίας. Σε πολλά μέρη εμφανίστηκε ως ηνίοχος. Σε όλες τις περιπτώσεις αναδείχθηκε νικητής. Αναχωρώντας, για να εκφράσει την ικανοποίησή του, απέδωσε σε όλη την επαρχία την ελευθερία της, αναγγέλλοντας ο ίδιος την ευεργεσία του στην εορτή των Ισθμίων. (Επρόκειτο ασφαλώς για μια συμβολική διακήρυξη, χωρίς πολιτικό περιεχόμενο.) Μόνο στα Ελευσίνια μυστήρια δεν τόλμησε να προσέλθει, καθώς αποκλείονταν οι ανθρωποκτόνοι και αυτός είχε δολοφονήσει, μεταξύ άλλων, τη μητέρα του. Ο Ρωμαίος ιστορικός Σουητώνιος, που κατέγραψε με βαθιά περιφρόνηση τις λεπτομέρειες, σημειώνει πάντως ότι ο αυτοκράτορας είχε και τους θαυμαστές του. Υπήρχαν άνθρωποι που μετά τον θάνατό του στόλιζαν τον τάφο του με λουλούδια για πολύ καιρό. Μολονότι οι συγκλητικοί τον απεχθάνονταν, ορισμένες επαρχίες κράτησαν από αυτόν μια καλή ανάμνηση. Ορισμένοι τον περίμεναν να ξαναζωντανέψει και να επιστρέψει.

Λίγο πριν πάρει την εξουσία ο Νέρων, είχε φτάσει στην Αθήνα ένας εξελληνισμένος Ιουδαίος που τον έλεγαν Παύλο

Ο Παύλος είχε φτάσει στην Αθήνα από τη Μακεδονία, διασχίζοντας τη Μικρά Ασία και περνώντας από τους Φιλίππους, τη Θεσσαλονίκη και τη Βέροια, αλλά μόνο στην Κόρινθο φαίνεται ότι σημείωσε κάποια επιτυχία. Η πόλη είχε ανοικοδομηθεί μόλις εκατό χρόνια νωρίτερα, και η πλειονότητα των κατοίκων της είχαν έρθει από διάφορα άλλα μέρη. Πολλοί ήταν εξελληνισμένοι Ρωμαίοι. Στο Κατά Ιωάννην ευαγγέλιο ο Κριτής για τον οποίο μιλούσε ο Παύλος αποκαλείται ἄμπελος ἀληθινή και έτσι όλοι οι Έλληνες θα κατανοούσαν ότι επρόκειτο για έναν νέο Διόνυσο, μυστηριακό και απελευθερωτικό. Αλλά ο Παύλος προτίμησε να κηρύξει το ευαγγέλιο του Ιησού με λόγια που γνώριζε ότι θα ήταν σκάνδαλον για τους Ιουδαίους και μωρία για τους Έλληνες: επέμενε έτσι να διδάσκει για ἐσταυρωμένον Χριστόν, δηλαδή έναν ακόμα Μεσσία, ο οποίος πέθανε και αναστήθηκε από τους νεκρούς. Όταν το άκουσαν αυτό οι Αθηναίοι έφυγαν γρήγορα, οι περισσότεροι χλευάζοντας.

Οι χριστιανοί, όπως ονομάστηκαν αυτοί που αποδέχθηκαν τη διδασκαλία, δεν είχαν διάθεση να συγκρουστούν με τις αρχές, τοπικές ή ρωμαϊκές. Ήταν ωστόσο βέβαιοι ότι η επερχόμενη κρίση θα έθετε τέρμα όχι μόνο στην εξουσία των Ρωμαίων αλλά και στον κόσμο ολόκληρο. Ορισμένοι, όπως ο Ιωάννης που έγραψε την Αποκάλυψη, οραματίστηκαν τους βασιλείς της γης (προφανώς και τον Ρωμαίο αυτοκράτορα) να κλαίνε και να θρηνούν. Η αμαρτωλή Βαβυλώνα, δηλαδή η Ρώμη, θα χανόταν σύντομα, διότι οι έμποροί της ήταν μεγιστάνες της γης και διότι τα μάγια της είχαν πλανέψει όλα τα έθνη.

Πολύ γρήγορα διαμορφώθηκαν μικρές ομάδες πιστών σε διάφορες πόλεις της αυτοκρατορίας. Μια από τις δυναμικότερες βρισκόταν στην ίδια τη Ρώμη, όπου συνέρρεαν όλα τα «φοβερά» και «επαίσχυντα» και γίνονταν του συρμού, όπως παρατηρεί ο Τάκιτος. Η χριστιανική κοινότητα περιλάμβανε μέλη της αυτοκρατορικής αυλής, δούλους και απελεύθερους του αυτοκράτορα, επίσης τεχνίτες και ανθρώπους από κάθε κοινωνική τάξη, πένητες και ευπόρους. Μόνο η υψηλή αριστοκρατία παρέμενε παντελώς ασυγκίνητη, όπως επίσης ασυγκίνητοι παρέμειναν και οι ταπεινοί δούλοι, που δεν έβλεπαν στη νέα θρησκεία μια απελευθερωτική δύναμη.

Οι μεγάλες μάζες του πληθυσμού ήταν συχνά εχθρικές προς τη νέα διδαχή. Ο χριστιανισμός δεν ήταν μια ακόμη λατρεία που μπορούσε να προστεθεί στο πολυθεϊστικό και ανεκτικό θρησκευτικό σύστημα της αυτοκρατορίας. Πρέσβευε έναν αδιάλλακτο μονοθεϊσμό και απέκλειε κάθε άλλη μορφή λατρείας. Με πείσμα και πάθος καταδίκαζε όλες σχεδόν τις θρησκευτικές παραδόσεις των λαών ως ειδωλολατρία και δεισιδαιμονία. Δεν επέτρεπε στους πιστούς να συμμετέχουν στις εορτές και τις καθιερωμένες θυσίες, να στεφανώνουν με άνθη τα αγάλματα των θεών ή να στεφανώνονται οι ίδιοι, όπως συνηθιζόταν.

Όταν το 64 ξέσπασε στη Ρώμη μια μεγάλη και καταστρεπτική πυρκαγιά, ο Νέρων, κατηγόρησε τους χριστιανούς. Όπως εξηγεί ο Τάκιτος, η κατηγορία έγινε εύκολα πιστευτή, επειδή οι χριστιανοί ήταν ήδη μισητοί για τις «αχρειότητές» τους. Πολλοί βασανίστηκαν και θανατώθηκαν, όχι απλώς για την πυρκαγιά, αλλά και για «το μίσος τους προς το ανθρώπινο γένος». Ο ιστορικός εννοούσε, προφανώς, το μίσος τους για τις κοινές δοξασίες των πολλών. Ως Ρωμαίος πολίτης, ο ίδιος ο Παύλος είχε οδηγηθεί στη Ρώμη για να δικαστεί, επειδή με τη διδασκαλία του δίχαζε τον ιουδαϊκό λαό και διατάρασσε την κοινωνική τάξη.

Το 66 ξέσπασε στην Ιουδαία μια τρομερή εξέγερση εναντίον των Ρωμαίων και έγινε φανερό τι φοβούνταν οι ιουδαϊκές αρχές που είχαν παραδώσει τον Ιησού στον Πόντιο Πιλάτο, τον τοπικό έπαρχο. Ο πόλεμος που ακολούθησε ήταν τόσο σφοδρός και διεξήχθη με τέτοιο πείσμα, ώστε χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια για να κατασταλεί, και άλλα τρία για να εξαλειφθεί τελείως. Ο στρατηγός Βεσπασιανός, που αργότερα έγινε αυτοκράτορας (69-79), κινητοποίησε 60.000 άνδρες, και ο γιος του Τίτος, που έγινε επίσης αυτοκράτορας (79-81), ακόμη περισσότερους. Ο Φλάβιος Ιώσηπος, που αφηγήθηκε στα ελληνικά την ιστορία του πολέμου όταν πια είχε καταστεί Ρωμαίος πολίτης, ισχυρίζεται, ασφαλώς με κάποια υπερβολή, ότι ο συνολικός αριθμός των αιχμαλώτων που πιάστηκαν σε όλη τη διάρκεια του πολέμου έφτασε τις 97.000 και όσων αφανίστηκαν, μόνο κατά την πολιορκία της Ιερουσαλήμ, το 1.100.000. Πολλοί από τους αιχμαλώτους στάλθηκαν στον Ισθμό για να εργαστούν στη διώρυγα.

Η συντριβή του παλαιστινιακού ιουδαϊσμού έδωσε νέα ορμή στις χριστιανικές κοινότητες. Οι χριστιανοί εξέλαβαν την πυρπόληση και κατεδάφιση του Ναού ως θεοδικία για τη σταύρωση και την άρνηση των Ιουδαίων να δεχτούν τον απεσταλμένο του Θεού. Στράφηκαν έτσι συστηματικότερα προς τον ελληνικό και τον ρωμαϊκό κόσμο. Οι περισσότεροι άλλωστε μιλούσαν ελληνικά και εργάζονταν για τη θεμελίωση μιας νέας θρησκείας.

Ο Δίων από την Προύσα, γνωστός ως Χρυσόστομος, Έλληνας ρήτορας και στοχαστής, πέρασε μεγάλο μέρος της πολυτάραχης ζωής του ταξιδεύοντας. Παρά τις καλές του σχέσεις με την αυτοκρατορική αυλή, δυσαρέστησε τον αυτοκράτορα Δομιτιανό και εξορίστηκε, όχι μόνο από την Ιταλία αλλά και από τον τόπο καταγωγής του, τη Βιθυνία. Περιπλανώμενος σε μέρη που δεν συνήθιζαν να πηγαίνουν οι μορφωμένοι άνδρες της εποχής του, διδάχτηκε από βαρβάρους και αγρότες. Έμαθε τον κόσμο καλά και ακόνισε την κριτική του σκέψη. Προβληματίστηκε πάνω στην κοινωνική τάξη και την κοινωνική ιεραρχία και αμφισβήτησε πολλές από τις πολιτισμικές αξίες που άλλοι θεωρούσαν δεδομένες. Η ριζοσπαστική του προδιάθεση τον οδήγησε σε στάσεις ζωής αρκετά ακραίες και κάποτε ανατρεπτικές. Ένα από τα ταξίδια του τον κατηύθυνε στο κέντρο της Ελλάδας, όπως του φάνηκε. Από τον τόπο όπου βρέθηκε είδε ολόκληρο τον κόσμο, όπως κοιτά κανείς μια πλούσια θέα μέσα από μικρό παράθυρο. Για να καταγράψει τις σκέψεις του συνέθεσε ένα μυθιστορηματικό δοκίμιο.

Με σκοπό να κατανοήσουν τον κόσμο, διάφοροι μορφωμένοι άνδρες επισκέπτονταν την Αθήνα, που παρέμενε για την Ελλάδα κέντρο γεωγραφικό και συνάμα μορφωτικό. Ανατρεπτικός καθώς ήταν, ο Δίων χαρακτήρισε κέντρο ένα ξεχασμένο νησί που δεν διέθετε φιλοσοφικές σχολές. Άλλωστε, στα Κοίλα της νότιας Εύβοιας, στα στενά του Καφηρέα, όπου τον έριξε η μοίρα, σπάνια μετέβαινε κάποιος οικειοθελώς. Ο Δίων έφτασε ως ναυαγός.

Τύχη αγαθή διασταύρωσε τα βήματά του με τα βήματα ενός κυνηγού. Στο σπίτι του βρήκε καταφύγιο, όσο χρειαζόταν για να συνέλθει. Ανηφορίζοντας με τον ξεναγό του από την παραλία στο ύψωμα, όπου βρίσκονταν οι καλύβες της φιλοξενίας, πρόλαβε να συζητήσει και να προβληματιστεί.

Τα ελληνικά νησιά είναι κάποτε ένας ολόκληρος κόσμος. Αποκομμένα από τις άλλες στεριές, αναπαράγουν σε μικρογραφία όλες τις βασικές παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις. Όπως στους άλλους τόπους όπου κατοικούσαν Έλληνες και Ρωμαίοι, στη νότια Εύβοια μια βαθιά διαχωριστική γραμμή ξεχώριζε τους κατοίκους της πόλης από τους κατοίκους των χωριών. Η πόλη ήταν το κέντρο της διοίκησης και του πολιτισμού. Εκεί συγκεντρώνονταν οι φόροι, γινόταν η απονομή της δικαιοσύνης και λαμβάνονταν οι σημαντικές αποφάσεις. Μια αξιοπρεπής πόλη προστατευόταν από γερό τείχος και πύργους. Μέσα στο τείχος ήταν συγκεντρωμένα πολλά και μεγάλα σπίτια. Καθώς ήταν συχνά παραλιακή, μια πόλη διέθετε λιμάνι για τα πλοία. Στην αγορά συγκεντρωνόταν το πλήθος για το καθημερινό εμπόριο και την ανταλλαγή πληροφοριών. Το θέατρο ήταν τόπος διασκέδασης αλλά και συνεδρίασης. Συναθροισμένοι εκεί οι πολίτες άκουγαν τους ρήτορες και ψήφιζαν για τα τοπικά ζητήματα που τους αφορούσαν. Οι περισσότεροι από αυτούς διέθεταν γη, άλλοι κοντά και άλλοι μακριά από την πόλη. Βασική τους μέριμνα ήταν η καλλιέργεια των κτημάτων και η εκτροφή ζώων. Αρκετοί ήταν τεχνίτες και έμποροι.

Το χωριό ήταν μια παραγωγική μονάδα. Τα σπίτια ήταν μικρά, το εμπόριο περιορισμένο. Από το χωριό όμως αγόραζε η πόλη τα βασικά είδη διατροφής. Μέρος των κερδών επέστρεφε στην πόλη με τη μορφή ενοικίων και φόρων. Χωριό και πόλη διατηρούσαν την επαφή τους κυρίως με την κυκλοφορία του χρήματος. Αυτό που τα χώριζε ήταν πρωτίστως ο πολιτισμός.

Ο κυνηγός που φιλοξένησε τον Δίωνα ήταν και αυτός ένα είδος ναυαγού, αλλά της στεριάς. Ο πατέρας του έβοσκε τα βόδια ενός πλούσιου γαιοκτήμονα. Όταν ο γαιοκτήμονας πέθανε και η περιουσία του δημεύτηκε -οι φήμες έλεγαν ότι τον ξέκανε ο αυτοκράτορας για να την ιδιοποιηθεί-, δύο οικογένειες εργατών βρέθηκαν απλήρωτοι και άνεργοι. Αντί να συνωστιστούν στην αφιλόξενη πόλη ή να εγκατασταθούν άκληροι στο χωριό, επέλεξαν να παραμείνουν με τα παιδιά τους στα βουνά και τους λόγγους, εκεί όπου άλλοτε φρόντιζαν τα ξένα κοπάδια. Έκτισαν καλύβες, καλλιέργησαν ένα μικρό κομμάτι γης και εξέθρεψαν λίγα δικά τους ζωντανά. Με την επιλογή τους εκείνη βρέθηκαν έξω από τις οργανωμένες κοινότητες: ξωμάχοι και ερημίτες.

Αλλά το χρήμα είναι μεγάλη κινητήρια δύναμη. Οι άνθρωποι της πόλης ανακάλυψαν την ύπαρξη των ερημιτών, αναζητώντας τους διαφεύγοντες φόρους. Δεν είχαν σκοπό να επιτρέψουν τη δωρεάν εκμετάλλευση δημόσιας γης. Για να υπερασπιστεί τη θέση του, ο κυνηγός αναγκάστηκε να εμφανιστεί στην πόλη ως υπόδικος. Η επίσκεψη ήταν απρόσμενη, βίαιη και διδακτική.

Ο κυνηγός βρέθηκε στην πόλη ως απόλυτα ξένος. Δεν ήξερε τίποτε από τείχη, δημόσια κτίρια, ψηλά σπίτια ή ανθρώπινο συνωστισμό. Δεν είχε ιδέα τι σημαίνει δίκη - μολονότι μπορούσε να υποπτευτεί τι σημαίνει καταδίκη. Δικαζόμενος, βίωσε την παρουσία του στο θέατρο της πόλης ως θέαμα. Βρισκόταν στο κέντρο της ορχήστρας, όπως ο ηθοποιός. Οι δικαστές τριγύρω του ωρύονταν ως ανικανοποίητοι θεατές που διψούσαν περισσότερο για αίμα παρά για απονομή δικαιοσύνης. Για καλή του τύχη, βρήκε πειστικούς προστάτες - ανάμεσά τους έναν άνθρωπο τον οποίο είχε άλλοτε περιθάλψει με καλοσύνη και ανιδιοτέλεια. Έτσι διέφυγε τον άμεσο κίνδυνο, ξέφυγε από τον πολιτισμό και επέστρεψε στις καλύβες του. Από τα πολλά που είχε μάθει, ένα συγκράτησε περισσότερο: προτιμούσε τη ζωή του ερημίτη. Ο πολιτισμός της πόλης δεν τον είχε κερδίσει.

Η αναχώρηση του Δίωνα ήταν τόσο βίαιη όσο και η άφιξή του. Ο κόσμος που τον ανέμενε παρέμενε περίπλοκος, απαιτητικός, μοχθηρός και υποκριτικός. Ο Δίων συλλογίστηκε τους γάμους στις πόλεις με τις προξενήτρες, τις έρευνες για την περιουσία και το γένος των μελλονύμφων, τις προίκες και τα έδνα, τις υποσχέσεις και τις απάτες, τα ομόλογα και τα συμφωνητικά, τις λοιδορίες και τις απέχθειες (ακόμη και την ώρα του γάμου).

Η ερωτική ζωή στις πόλεις ήταν, στην πραγματικότητα, πολύ χειρότερη. Ο Δίων συλλογίστηκε την πορνεία. Κανένας σοφός στην εποχή του δεν είχε βρει την ευκαιρία ή τη βούληση να ψέξει, όπως αυτός, όχι μόνο τον πορνοβοσκό αλλά και τον πελάτη του. Με λόγια απλά και κοφτά αυτός καυτηρίασε τους ανέραστους έρωτες, την αιχμαλωσία και το εμπόριο σωμάτων γυναικών και παιδιών, τα ρυπαρά οικήματα, την άσκοπη και άκαρπη συμπλοκή των σωμάτων που δεν οδηγεί στη γέννηση αλλά στη φθορά, την υποβολή ανθρώπων που αισχύνονται σε έργα αναίσχυντα, μόνο και μόνο για να ικανοποιηθούν οι λυσσασμένοι και οι ακόλαστοι. Επρόκειτο για ένα ακόμη σύμπτωμα της μαζικής υποδούλωσης απροστάτευτων αμάχων.

Ο Δίων αναπόλησε τη μικρή κοινότητα των κυνηγών. Τι καλά που θα ήταν αν ο πολιτισμός των πόλεων μπορούσε να διδαχτεί κάτι από αυτή την απλότητα και αγνότητα της ζωής στην απόμερη γωνιά ενός μισοξεχασμένου νησιού!

Ο Πλίνιος ο νεότερος ήταν διοικητής στην επαρχία της Βιθυνίας και του Πόντου, απεσταλμένος του αυτοκράτορα Τραϊανού (98-117). Γύρω στο 112 ανέλαβε να δικάσει χριστιανούς της επαρχίας του. Επειδή δεν γνώριζε τις μεθόδους και τα όρια που έπρεπε να τηρήσει στην ανάκριση ή την τιμωρία τους, απευθύνθηκε στον αυτοκράτορα. Αγνοούσε εάν όφειλε να καταδικάσει κάποιον μόνο για τη χριστιανική του ιδιότητα ή για εγκλήματα που ενδεχομένως είχε διαπράξει. Εκείνο που γνώριζε ήταν ότι πολλοί στην επαρχία του κατηγορούσαν τους χριστιανούς - κυκλοφορούσε μάλιστα ένα ανώνυμο φυλλάδιο με πολλά ονόματα. Από τις ανακρίσεις του είχε διαπιστώσει ότι δεν υπήρχε έγκλημα παρά μόνο κοινή θρησκευτική λατρεία μια συγκεκριμένη ημέρα (προφανώς Κυριακή), πριν από το χάραμα, όπου οι συναθροισμένοι έψελναν ύμνους στον Χριστό «σαν να ήταν θεός». Μετά χωρίζονταν και ξαναβρίσκονταν αργότερα για να φάνε μαζί ένα απλό και λιτό γεύμα. Στη θρησκευτική αυτή κοινότητα συμμετείχαν, όπως διαπίστωσε, άτομα κάθε ηλικίας, τάξης και φύλου, όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στα χωριά. Από την άρνησή τους να πάρουν μέρος στις θυσίες, οι ναοί είχαν ερημώσει και οι εορτασμοί είχαν διακοπεί. Αλλά ο αποφασιστικός τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε την κατάσταση επανέφερε τη θρησκευτική τάξη.

Ο Τραϊανός απάντησε ότι δεν ήταν δυνατόν να επιβληθεί γενικός νόμος σε τέτοιου είδους θέματα. Τους χριστιανούς δεν έπρεπε να τους αναζητούν οι αρχές, αλλά να τους δικάζουν και να τους τιμωρούν μόνο εάν προσάγονταν από ιδιώτες σε δίκη και κρίνονταν ένοχοι. Επίσης τα ανώνυμα φυλλάδια δεν έπρεπε να γίνονται αποδεκτά. Η δικαιοσύνη απαιτούσε μόνο επώνυμες καταγγελίες. Οι αυτοκρατορικές αρχές είχαν αρχίσει να παίρνουν σοβαρά υπόψη τους τη νέα θρησκεία. Την έβλεπαν να αποκτά οπαδούς αλλά και να προκαλεί πολλές εχθρότητες. Δεν ήξεραν πώς ακριβώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, αντιλαμβάνονταν ωστόσο ότι δεν μπορούσαν πλέον να αδιαφορούν.

Ο αυτοκράτορας Αδριανός (117-138) ήταν μεγάλος φιλέλληνας, με φιλολογικές σπουδές στα λατινικά και τα ελληνικά. Είχε μάλιστα και τις προσωπικές του προτιμήσεις, εφόσον στη θέση του Ομήρου έβαζε τον ποιητή Αντίμαχο (τον οποίο πάντως ορισμένοι Αλεξανδρινοί γραμματικοί τοποθετούσαν δεύτερο μετά τον Όμηρο στην επική ποίηση). Όταν έφτασε στην Αθήνα, ο Αδριανός έγινε δεκτός στα μυστήρια. Σε άλλη του επίσκεψη διέταξε να ολοκληρωθεί ο ημιτελής ναός του Ολυμπίου Διός, στον οποίο τοποθέτησε και τον δικό του ανδριάντα. Προήδρευσε στον εορτασμό των Διονυσίων και έλαβε τον τίτλο του επώνυμου άρχοντα. Ευνόησε την Αθήνα με πολλούς τρόπους, εφόσον την προμήθευσε με σιτάρι και έθεσε όρια στη φορολογία που επιτρεπόταν να της επιβληθεί. Οι αναμνήσεις από τη ζωή του ήταν ακόμη ζωντανές όταν ένας Ρωμαίος αριστοκράτης από τη Βιθυνία με ελληνικές καταβολές, ο μεγάλος ιστορικός Δίων Κάσσιος, συνέταξε στα ελληνικά την ιστορία του.

Στην προσπάθειά του να εξουδετερώσει πλήρως τους Ιουδαίους, ο Αδριανός απαγόρευσε την περιτομή, μετονόμασε την Ιερουσαλήμ σε Αιλία Καπιτωλίνα και ανέγειρε στη θέση του πυρπολημένου Ναού ένα ιερό αφιερωμένο στον Δία. Προκάλεσε έτσι γύρω στο 132 μια νέα βίαιη εξέγερση, αυτή τη φορά όχι μόνο στην Ιουδαία αλλά και σε άλλες επαρχίες. Σε αυτή μάλιστα προσχώρησαν διάφορα άλλα έθνη που επιθυμούσαν να απαλλαγούν από τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Για την καταστολή της χρειάστηκε να σφαγιαστούν 580.000 άνθρωποι, πέρα από όσους πέθαναν από την πείνα, τις αρρώστιες και τις πυρκαγιές. Οι Ιουδαίοι υποχρεώθηκαν να απομακρυνθούν τελείως από την κοιτίδα τους.

Ο Περεγρίνος καταγόταν από το Πάριο, ελληνική πόλη του Ελλησπόντου. Κατηγορήθηκε για πατροκτονία και εγκατέλειψε την πατρίδα του, αναζητώντας την τύχη του στην Παλαιστίνη. Εκεί προσχώρησε στον χριστιανισμό και αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή. Όταν φυλακίστηκε, η κοινότητα του συμπαραστάθηκε με κάθε δυνατό μέσο. Μετά την αποφυλάκισή του, πάντως, δεν έδειξε τον σεβασμό που όφειλε στα χριστιανικά ήθη (ίσως έφαγε από τα απαγορευμένα εἰδωλόθυτα, τα κρέατα που θυσιάζονταν στους θεούς) και αποβλήθηκε από την κοινότητα. Σπούδασε στην Αίγυπτο και πήγε στη Ρώμη, όπου άρχισε να καταφέρεται εναντίον των αρχών και ιδιαιτέρως εναντίον του αυτοκράτορα Αντωνίνου του Ευσεβούς (138-161). Στο τέλος εκδιώχθηκε και κατέφυγε στην Ελλάδα, συνεχίζοντας τα αντιρωμαϊκά του κηρύγματα και προτρέποντας τους Έλληνες να ξεσηκωθούν. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες στράφηκε με πάθος εναντίον του Ηρώδη του Αττικού, που διέθετε τεράστιο κύρος, και κινδύνεψε από το οργισμένο πλήθος. Μεγαλύτερη επιτυχία σημείωσε στην Αθήνα, όπου απέκτησε αρκετούς μαθητές. Στους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες προανήγγειλε ότι θα πυρποληθεί για να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από τον φόβο του θανάτου. Πράγματι, το 161 ρίχτηκε στην πυρά, κρατώντας δάδα και επικαλούμενος τους μητρώους και πατρώους δαίμονες να τον δεχτούν ευμενώς. Τα πλήθη παρατηρούσαν εκστατικά.

Η περίεργη και ακατανόητη αυτή διαδρομή αφήνει πολλά ερωτηματικά. Ούτε ο Λουκιανός, που αφηγήθηκε την ιστορία, κατάφερε να βγάλει πολύ νόημα. Θεώρησε ως κίνητρο τη φιλοχρηματία και τη ματαιοδοξία και ειρωνεύτηκε όλες τις πράξεις και τα λόγια του Περεγρίνου.

Αλλά ο Περεγρίνος ενδέχεται να αντιπροσωπεύει την εποχή του περισσότερο από όσο αφήνουν να διαφανεί οι επιθέσεις εναντίον του. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ευκολία με την οποία μετακινήθηκε μεταξύ ακραίων εκδοχών θρησκείας και φιλοσοφίας. Στην ασκητική προδιάθεσή του ο Περεγρίνος προσέδωσε και μια έντονα αντιρωμαΐκή διάσταση. Την εποχή εκείνη άλλωστε ξέσπασε στη ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας μια εξέγερση εναντίον των Ρωμαίων, που σημαίνει ότι ο Περεγρίνος δεν βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τα αισθήματα του ακροατηρίου του. Η εξέγερση πάντως εκείνη κατεστάλη εύκολα από τον Αντωνίνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου