Ο Χριστιανισμός παρουσιάζεται συχνά ως ηθικό και πνευματικό πρότυπο, με κεντρικό χαρακτήρα τον λεγόμενο Ιησού Χριστό, όπως παρουσιάζεται στα «κανονικά» χριστιανικά Ευαγγέλια. Ο Ιησούς καλεί τους ανθρώπους να αγαπούν τους εχθρούς τους, να συγχωρούν αδιάλειπτα, να ζουν με ταπείνωση και πίστη, να αποσυνδεθούν από τα υλικά αγαθά και να ελπίζουν σε μια μελλοντική βασιλεία του Θεού. Η ηθική διάσταση αυτών των διδασκαλιών είναι αδιαμφισβήτητη, αλλά η λογική και ιστορική ανάλυση αποκαλύπτει ότι η εφαρμογή τους στην καθημερινή ζωή ήταν ανέφικτη ήδη στην εποχή τους και παραμένει ανεφάρμοστη μέχρι σήμερα.
Οι διδασκαλίες που εμφανίζονται στα Ευαγγέλια περιέχουν ενδογενείς αντιφάσεις και πρακτικές αδυναμίες.
- Η απόλυτη αγάπη και η συνεχής συγχώρεση χωρίς όρια, παρά την ηθική τους αξία, δημιουργούν πρακτικά αδιέξοδα.
- Πώς μπορεί ο άνθρωπος να προστατευθεί από την εκμετάλλευση αν δεν θέτει όρια στην ανοχή του, αν συγχωρεί πάντοτε και δεν αντιδρά;
- Η συνεχής και απόλυτη ταπείνωση που επαινείται στα Ευαγγέλια περιορίζει την ικανότητα δράσης, ηγεσίας και υπεράσπισης προσωπικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ευνοώντας με τον τρόπο αυτό δομές άσκησης εξουσίας.
- Παράλληλα, η πίστη σε θαύματα και υπερφυσικά γεγονότα (όπως η ανάσταση και παρθενογένεση) συγκρούεται με την εμπειρική παρατήρηση και τη λογική κρίση.
- Η διττή έννοια της βασιλείας του Θεού, ως ταυτόχρονα παρούσα και μελλοντική, δημιουργεί ασάφεια ως προς την καθημερινή συμπεριφορά, και η πλήρης απομάκρυνση από τα υλικά αγαθά και τις κοινωνικές ανάγκες καθιστά τις διδασκαλίες ανέφικτες σε οποιαδήποτε κοινωνία, ιδίως τις σύγχρονες σύνθετες κοινωνίες.
Ακόμη και στον κόσμο του πρώτου αιώνα που χαρακτηρίζεται από δεισιδαιμονίες, οι διδασκαλίες αυτές ήταν αδύνατο να εφαρμοστούν. Η εκτέλεση του Ιησού αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα του πώς το Ευαγγελικό αφήγημα εξυπηρετεί κυρίως θεολογικούς σκοπούς και δεν μπορούσε να επιβιώσει ως πρακτική οδηγία ζωής χωρίς τροποποιήσεις. Τα Ευαγγέλια που γράφτηκαν δεκαετίες μετά τα φερόμενα γεγονότα, παρουσιάζουν έναν Ιησού που αφενός κηρύττει, αφετέρου γίνεται αντικείμενο μυθοπλαστικών αφηγήσεων, με στόχο κυρίως την ενίσχυση της πίστης και όχι την ακριβή ιστορική καταγραφή. Τα αφηγήματα περί παρθενογένεσης, θαυμάτων και ανάστασης δεν μπορούν να θεωρηθούν ιστορικά αποδεδειγμένα γεγονότα, καθιστώντας την εικόνα του Ιησού περισσότερο ιδεατή και θεολογική παρά ιστορικά ακριβή.
Σύμφωνα με τις αφηγήσεις στα Ευαγγέλια, ο Ιησούς δεν διαπράττει κανένα σοβαρό πολιτικό ή ποινικό έγκλημα. Η κατηγορία ότι ήταν «βασιλέας των Ιουδαίων» φαίνεται κατασκευασμένη για να δικαιολογήσει την εκτέλεση και να ενισχύσει το θεολογικό μήνυμα της θυσίας. Η παρουσία ενός διστακτικού αλλά τελικά υποχωρούντος Ρωμαίου Έπαρχου, η προδοσία του Ιούδα και οι δραματικές σκηνές της δίκης και της σταύρωσης συνθέτουν ένα θεατρικό μοτίβο που υπηρετεί κυρίως θεολογικούς σκοπούς, ήτοι την ανάδειξη της θυσίας, της αθωότητας και της υπερφυσικής σημασίας του Ιησού και όχι την προβολή μιας πρακτικής οδηγίας ζωής. Η ιστορική πιθανότητα μιας τέτοιας καταδίκης, υπό κανονική Ρωμαϊκή διοίκηση, είναι ιδιαίτερα αμφίβολη, και το γεγονός ότι παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη ενισχύει το στοιχείο της μυθοπλασίας που διατρέχει τα Ευαγγέλια τα οποία δεν μπορούν σε καμία περίπτωση αντικειμενικά-επιστημονικά να θεωρηθούν ως πιστή ιστορική καταγραφή. Η ικανότητα να διαχωρίζεις τα παραμύθια από την πραγματικότητα είναι αυτό που διαχωρίζει τους άθεους από τους θεϊστές.
Ο Παύλος ανέλαβε τον μετασχηματισμό του Χριστιανισμού από ένα ηθικό και κοινωνικό κήρυγμα σε ένα πλήρως θεολογικό σύστημα. Η σωτηρία μέσω πίστης και υπερφυσικής πρόνοιας αντικατέστησε την ηθική δράση και την προσωπική ευθύνη, ενώ η μεταθανάτια σωτηρία έγινε το κεντρικό ζητούμενο. Ο Χριστιανισμός, έτσι, μετατράπηκε σε ένα ιδεολογικό και θεολογικό σύστημα, που υπερβαίνει την εμπειρική πραγματικότητα και τη λογική, εστιάζοντας στην πίστη παρά στη ζωή εδώ και τώρα. Έτσι, ο Χριστιανισμός γίνεται δογματική θρησκεία και όχι πρακτικός οδηγός ζωής ή κοινωνικής δράσης. Η πίστη αντικαθιστά την εμπειρία και την λογική, και η υπερφυσική σωτηρία αντικαθιστά την προσωπική ευθύνη και την κοινωνική συμμετοχή.
Σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό, οι Ελληνικές φιλοσοφίες προσέφεραν συνεκτικά και πρακτικά εφαρμόσιμα συστήματα ζωής προσανατολισμένα στη ζωή του ανθρώπου εδώ και τώρα. Οι Στωικοί δίδασκαν αυτοκυριαρχία και ψυχική γαλήνη ανεξαρτήτως των εξωτερικών συνθηκών. Οι Επικούρειοι αναζητούσαν την ηδονή στην έλλειψη πόνου και ταραχής και την ψυχική ισορροπία μέσω λογικής και μέτρου. Οι Πλατωνικοί και οι Αριστοτελικοί στόχευαν στην ηθική τελειοποίηση και την κοινωνική αρμονία προτείνοντας πολιτικές λύσεις, ενώ οι Πυθαγόρειοι επιδίωκαν αρμονία ψυχής και σώματος μέσω γνώσης και πειθαρχίας. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φιλοσοφιών είναι η αυτοβελτίωση, η λογική, η εμπειρική παρατήρηση και η πειθαρχία, στοιχεία που κάνουν τις διδασκαλίες τους εφαρμόσιμες στην προσωπική και κοινωνική ζωή. Ο Χριστιανισμός, αντίθετα, στηρίζεται σε πίστη και υπερφυσικά ιδεώδη, καθιστώντας τον ανεφάρμοστο στην καθημερινή πρακτική.
Τυχόν ισχυρισμός περί ομοιότητας, σε επίπεδο δομής και ουσίας, μεταξύ της χριστιανικής διδασκαλίας και της ελληνικής φιλοσοφίας δεν αντέχει σε φιλοσοφική και ιστορική ανάλυση και τεκμηρίωση.
Ιστορικά, η εξάπλωση του Χριστιανισμού δεν οφείλεται κυρίως στη δύναμη των ιδεών του και της πειθούς, αλλά και στη χρήση βίας και κοινωνικού καταναγκασμού. Κατά την επικράτησή του στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και αργότερα στην Ευρώπη, εφαρμόστηκαν εκτελέσεις, διωγμοί και εξαναγκαστικά μέσα, και κοινωνικός έλεγχος, πρακτικές που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το υποτιθέμενο μήνυμα αγάπης και μη βίας, αποδεικνύοντας ότι η ιστορική επιβίωση και επικράτηση του Χριστιανισμού στηρίχτηκε έτσι, όχι μόνο στον θεολογικό μετασχηματισμό και στη δύναμη της πίστης, αλλά και στην ικανότητα επιβολής μέσω κοινωνικής και πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος.
Συνολικά, από καθαρά λογική, ιστορική και πρακτική σκοπιά, ο Χριστιανισμός εμφανίζεται ως ένα ιδεαλιστικό και θεολογικό σύστημα, και λιγότερο ως οδηγός για την καθημερινή ζωή ή την κοινωνική συμπεριφορά. Η ιστορική του επικράτηση οφείλεται κυρίως στον θεολογικό μετασχηματισμό μέσω του Παύλου και στην κοινωνική επιβολή δια της ισχύος, ενώ οι αρχικές διδασκαλίες του Ιησού αν και παρουσιάζονται ως κανόνες υψηλής ηθικής είναι φύσει αδύνατες και παρέμειναν - και παραμένουν - ανεφάρμοστες στην πράξη, αποκαλύπτοντας έτσι τη σύγκρουση ανάμεσα στην ιδεατή διδασκαλία και την πράξη.
Στον αντίποδα βρίσκεται η Ελληνική φιλοσοφία που παραμένει διαχρονική και παρέχει συνεκτικά και λογικά εργαλεία για ζωή και κοινωνική συμπεριφορά. Ο Χριστιανισμός δεν παρέχει πρακτικά εργαλεία για ζωή, ηθική ή κοινωνική αρμονία, αλλά βασίζεται σε πίστη, υπερφυσικά ιδεώδη, θεολογικό μετασχηματισμό και δόγματα, μυθοπλαστικά αφηγήματα και κοινωνικό καταναγκασμό γεγονός που καθιστά την ιστορική και πρακτική του αξία περιορισμένη και αντιφατική.
Η αφήγηση της εκτέλεσης του Ιησού, η δομή της πίστης και η υπερφυσική σωτηρία αποδεικνύουν ότι ο Χριστιανισμός είναι ένα σύστημα δυσχερώς εφαρμόσιμο, θεολογικό και μυθοπλαστικό, περισσότερο για να υπηρετήσει πίστη και θεολογικό σκοπό και με αυτά να ασκήσει με «φόβο θεού» έλεγχο στην κοινωνία παρά για να προσφέρει πρακτική καθοδήγηση στον άνθρωπο.
Σύμφωνα με τις αφηγήσεις στα Ευαγγέλια, ο Ιησούς δεν διαπράττει κανένα σοβαρό πολιτικό ή ποινικό έγκλημα. Η κατηγορία ότι ήταν «βασιλέας των Ιουδαίων» φαίνεται κατασκευασμένη για να δικαιολογήσει την εκτέλεση και να ενισχύσει το θεολογικό μήνυμα της θυσίας. Η παρουσία ενός διστακτικού αλλά τελικά υποχωρούντος Ρωμαίου Έπαρχου, η προδοσία του Ιούδα και οι δραματικές σκηνές της δίκης και της σταύρωσης συνθέτουν ένα θεατρικό μοτίβο που υπηρετεί κυρίως θεολογικούς σκοπούς, ήτοι την ανάδειξη της θυσίας, της αθωότητας και της υπερφυσικής σημασίας του Ιησού και όχι την προβολή μιας πρακτικής οδηγίας ζωής. Η ιστορική πιθανότητα μιας τέτοιας καταδίκης, υπό κανονική Ρωμαϊκή διοίκηση, είναι ιδιαίτερα αμφίβολη, και το γεγονός ότι παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη ενισχύει το στοιχείο της μυθοπλασίας που διατρέχει τα Ευαγγέλια τα οποία δεν μπορούν σε καμία περίπτωση αντικειμενικά-επιστημονικά να θεωρηθούν ως πιστή ιστορική καταγραφή. Η ικανότητα να διαχωρίζεις τα παραμύθια από την πραγματικότητα είναι αυτό που διαχωρίζει τους άθεους από τους θεϊστές.
Ο Παύλος ανέλαβε τον μετασχηματισμό του Χριστιανισμού από ένα ηθικό και κοινωνικό κήρυγμα σε ένα πλήρως θεολογικό σύστημα. Η σωτηρία μέσω πίστης και υπερφυσικής πρόνοιας αντικατέστησε την ηθική δράση και την προσωπική ευθύνη, ενώ η μεταθανάτια σωτηρία έγινε το κεντρικό ζητούμενο. Ο Χριστιανισμός, έτσι, μετατράπηκε σε ένα ιδεολογικό και θεολογικό σύστημα, που υπερβαίνει την εμπειρική πραγματικότητα και τη λογική, εστιάζοντας στην πίστη παρά στη ζωή εδώ και τώρα. Έτσι, ο Χριστιανισμός γίνεται δογματική θρησκεία και όχι πρακτικός οδηγός ζωής ή κοινωνικής δράσης. Η πίστη αντικαθιστά την εμπειρία και την λογική, και η υπερφυσική σωτηρία αντικαθιστά την προσωπική ευθύνη και την κοινωνική συμμετοχή.
Σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό, οι Ελληνικές φιλοσοφίες προσέφεραν συνεκτικά και πρακτικά εφαρμόσιμα συστήματα ζωής προσανατολισμένα στη ζωή του ανθρώπου εδώ και τώρα. Οι Στωικοί δίδασκαν αυτοκυριαρχία και ψυχική γαλήνη ανεξαρτήτως των εξωτερικών συνθηκών. Οι Επικούρειοι αναζητούσαν την ηδονή στην έλλειψη πόνου και ταραχής και την ψυχική ισορροπία μέσω λογικής και μέτρου. Οι Πλατωνικοί και οι Αριστοτελικοί στόχευαν στην ηθική τελειοποίηση και την κοινωνική αρμονία προτείνοντας πολιτικές λύσεις, ενώ οι Πυθαγόρειοι επιδίωκαν αρμονία ψυχής και σώματος μέσω γνώσης και πειθαρχίας. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φιλοσοφιών είναι η αυτοβελτίωση, η λογική, η εμπειρική παρατήρηση και η πειθαρχία, στοιχεία που κάνουν τις διδασκαλίες τους εφαρμόσιμες στην προσωπική και κοινωνική ζωή. Ο Χριστιανισμός, αντίθετα, στηρίζεται σε πίστη και υπερφυσικά ιδεώδη, καθιστώντας τον ανεφάρμοστο στην καθημερινή πρακτική.
Τυχόν ισχυρισμός περί ομοιότητας, σε επίπεδο δομής και ουσίας, μεταξύ της χριστιανικής διδασκαλίας και της ελληνικής φιλοσοφίας δεν αντέχει σε φιλοσοφική και ιστορική ανάλυση και τεκμηρίωση.
Ιστορικά, η εξάπλωση του Χριστιανισμού δεν οφείλεται κυρίως στη δύναμη των ιδεών του και της πειθούς, αλλά και στη χρήση βίας και κοινωνικού καταναγκασμού. Κατά την επικράτησή του στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και αργότερα στην Ευρώπη, εφαρμόστηκαν εκτελέσεις, διωγμοί και εξαναγκαστικά μέσα, και κοινωνικός έλεγχος, πρακτικές που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το υποτιθέμενο μήνυμα αγάπης και μη βίας, αποδεικνύοντας ότι η ιστορική επιβίωση και επικράτηση του Χριστιανισμού στηρίχτηκε έτσι, όχι μόνο στον θεολογικό μετασχηματισμό και στη δύναμη της πίστης, αλλά και στην ικανότητα επιβολής μέσω κοινωνικής και πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος.
Συνολικά, από καθαρά λογική, ιστορική και πρακτική σκοπιά, ο Χριστιανισμός εμφανίζεται ως ένα ιδεαλιστικό και θεολογικό σύστημα, και λιγότερο ως οδηγός για την καθημερινή ζωή ή την κοινωνική συμπεριφορά. Η ιστορική του επικράτηση οφείλεται κυρίως στον θεολογικό μετασχηματισμό μέσω του Παύλου και στην κοινωνική επιβολή δια της ισχύος, ενώ οι αρχικές διδασκαλίες του Ιησού αν και παρουσιάζονται ως κανόνες υψηλής ηθικής είναι φύσει αδύνατες και παρέμειναν - και παραμένουν - ανεφάρμοστες στην πράξη, αποκαλύπτοντας έτσι τη σύγκρουση ανάμεσα στην ιδεατή διδασκαλία και την πράξη.
Στον αντίποδα βρίσκεται η Ελληνική φιλοσοφία που παραμένει διαχρονική και παρέχει συνεκτικά και λογικά εργαλεία για ζωή και κοινωνική συμπεριφορά. Ο Χριστιανισμός δεν παρέχει πρακτικά εργαλεία για ζωή, ηθική ή κοινωνική αρμονία, αλλά βασίζεται σε πίστη, υπερφυσικά ιδεώδη, θεολογικό μετασχηματισμό και δόγματα, μυθοπλαστικά αφηγήματα και κοινωνικό καταναγκασμό γεγονός που καθιστά την ιστορική και πρακτική του αξία περιορισμένη και αντιφατική.
Η αφήγηση της εκτέλεσης του Ιησού, η δομή της πίστης και η υπερφυσική σωτηρία αποδεικνύουν ότι ο Χριστιανισμός είναι ένα σύστημα δυσχερώς εφαρμόσιμο, θεολογικό και μυθοπλαστικό, περισσότερο για να υπηρετήσει πίστη και θεολογικό σκοπό και με αυτά να ασκήσει με «φόβο θεού» έλεγχο στην κοινωνία παρά για να προσφέρει πρακτική καθοδήγηση στον άνθρωπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου