Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ο Αριστοτέλης και τα αίτια που προξενούν την κίνηση στα ζώα

Πλησιάζοντας στην ολοκλήρωση της Περί Ψυχής διερεύνησης ο Αριστοτέλης διερωτάται: «τι είναι αυτό που κινεί το ζώο στο χώρο;» (432b 8-9). Και συμπληρώνει: «Γιατί την κίνηση της ανάπτυξης και της φθοράς, που υπάρχει σε όλα τα έμβια όντα, θα φαινόταν να την προκαλεί η γεννητική και η θρεπτική ικανότητα, που την έχουν όλα» (432b 9-11).

Με άλλα λόγια, ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται στην έννοια της κίνησης με τον τρόπο που ο ίδιος έχει ορίσει, δηλαδή ως εξέλιξη που σηματοδοτεί τη γέννηση και τη φθορά, αλλά με την ακριβή σημασία της κινητικής δυνατότητας στο χώρο: «Σχετικά, όμως, με την κίνηση στο χώρο, πρέπει να εξετάσουμε τι είναι εκείνο που δίνει στο ζώο την πορευτική του κίνηση» (432b 14-15).

Το βέβαιο είναι ότι η δύναμη της ψυχής που κινεί το ζώο δε σχετίζεται με το θρεπτικό της κομμάτι: «Ότι δεν είναι η θρεπτική ικανότητα είναι φανερό· γιατί πάντα η κίνηση αυτή γίνεται για κάποιο σκοπό και συνοδεύεται είτε από φαντασία είτε από επιθυμία· αφού κανένα ζώο δεν κινείται, που δεν επιθυμεί ή δεν αποφεύγει κάτι, παρά μόνο με τη βία» (432b 15-18).

Η κίνηση των ζώων (όπως και των ανθρώπων θα μπορούσε να πει κανείς) οφείλεται πρωτίστως στην επιθυμία είτε με τη μορφή του επιδιωκόμενου σκοπού είτε με την αποφυγή του ανεπιθύμητου. Το λιοντάρι θα κινηθεί σκοπεύοντας να πιάσει τη γαζέλα, αλλά και η γαζέλα, επίσης, θα κινηθεί προκειμένου να μην την κατασπαράξουν. Και οι δύο ενέργειες αφορούν την επιθυμία άλλοτε με τη μορφή της πραγμάτωσης κι άλλοτε με τη μορφή της αποφυγής.

Από τη στιγμή που γίνεται παραδεκτό ότι η επιθυμία προκαλεί την κίνηση είναι φανερό ότι το θρεπτικό μέρος της ψυχής είναι αμέτοχο, αφού το ζήτημα δεν αφορά ούτε τη γέννηση ούτε την αύξηση του ζώου, όσο κι αν ο επιδιωκόμενος σκοπός εν τέλει έχει να κάνει με την τροφή. Γιατί το θρεπτικό κομμάτι έχει να κάνει με την καθαρά βιολογική υπόσταση, όπως τις κινήσεις του στομαχιού κατά τη χώνεψη, κι όχι το σχεδιασμό της εξασφάλισης της τροφής, που έγκειται στις δυνατότητες του νου.

Εξάλλου, αν η κίνηση σχετιζόταν με το θρεπτικό κομμάτι της ψυχής θα αφορούσε και τα φυτά, που, επίσης, έχουν θρεπτικό κομμάτι, καθώς τρέφονται και αναπτύσσονται: «Επιπλέον, [αν ήταν έτσι], και τα φυτά θα μπορούσαν να κινηθούν και θα είχαν κάποιο μέρος που θα ήταν όργανο για την κίνηση αυτή» (432b 19-20).

Το τελεολογικό δεδομένο που θέλει τη φύση να μην κάνει τίποτε χωρίς σκοπό καθιστά σαφές ότι αν η κίνηση αφορούσε το θρεπτικό κομμάτι θα εξασφαλιζόταν και στα φυτά και θα υπήρχε ασφαλώς και η σωματική εκδοχή της με τη μορφή του οργάνου που θα τα κινούσε. Κάτι τέτοιο, όμως, δε συμβαίνει, αφού τα φυτά δεν κινούνται στο χώρο και, φυσικά, δε διαθέτουν πόδια για να το κάνουν αυτό.

Ο Αριστοτέλης θα συνεχίσει με την ίδια μέθοδο: «Με τον ίδιο τρόπο, όμως, ούτε για την αισθητική ικανότητα πρόκειται· γιατί υπάρχουν πολλά ζώα που έχουν βέβαια αίσθηση, αλλά παραμένουν στάσιμα και είναι ακίνητα σε όλη τους τη ζωή. Αν, λοιπόν, η φύση δεν κάνει τίποτε μάταια ούτε παραλείπει κάτι από τα αναγκαία, εκτός από τις περιπτώσεις των ανάπηρων και των ατελών όντων (τα ζώα αυτού του είδους, όμως, είναι τέλεια και δεν είναι ατελή· και απόδειξη είναι ότι έχουν την ικανότητα της αναπαραγωγής και περνούν από την ωριμότητα στην παρακμή) θα είχαν έτσι και τα μέρη που μπορούν να χρησιμεύσουν ως όργανα για την πορεία» (432b 20-27).

Το παράδειγμα των ζώων που δεν κινούνται αντιστοιχεί με εκείνο των φυτών, κι όπως χρησιμοποίησε τα φυτά για να αποδείξει ότι η κίνηση δε σχετίζεται με το θρεπτικό κομμάτι της ψυχής, έτσι χρησιμοποιεί τα στάσιμα ζώα για να αποδείξει ότι δε σχετίζεται ούτε με τις αισθήσεις. Η χρήση της τελεολογίας, για μια ακόμη φορά, καθιστά σαφές ότι αν η κίνηση αφορούσε τις αισθήσεις θα εξασφαλιζόταν και στα ακίνητα όντα, αφού οι αισθήσεις που διαθέτουν θα την επέβαλλαν ως κάτι αλληλένδετο μαζί τους.

Αυτό που μένει να διερευνηθεί είναι η σχέση του νου με την κίνηση: «Αλλά, όμως, ούτε το λογιστικό και αυτό που ονομάζουμε νου δίνει την κίνηση· γιατί ο θεωρητικός νους δε σκέφτεται τίποτε πρακτικό ούτε λέει τίποτε για εκείνο που πρέπει να αποφεύγουμε και εκείνο που πρέπει να επιδιώκουμε, ενώ η κίνηση χαρακτηρίζει ένα ον που είτε αποφεύγει κάτι είτε επιδιώκει κάτι» (432b 28-31).

Ο θεωρητικός νους δε σχετίζεται με τα πρακτικά θέματα της ζωής κι ως εκ τούτου δεν αφορά τόσο την επιδίωξη ή την αποφυγή. Ο θεωρητικός νους συνδεόμενος περισσότερο με τη γνώση και τη φιλοσοφική διερεύνηση των πραγμάτων καταγίνεται πρωτίστως με επιστημονικά ή καλλιτεχνικά θέματα, που ως αφηρημένες εκδοχές του επιστητού δεν επιβάλλουν την κίνηση.

Μπορεί κανείς να κάνει τις βαθύτερες φιλοσοφικές σκέψεις ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Το ότι η κίνηση του σώματος μπορεί (ως ένα βαθμό) να βοηθά τη σκέψη (μην ξεχνάμε ότι ο Αριστοτέλης εισάγει την περιπατητική σχολή) δεν αλλάζει την ουσία του συλλογισμού που καθιστά αυτού του είδους τη σκέψη να λειτουργεί αυτόνομα από τη σωματική κίνηση. Όχι όμως αυτόνομα από τη σωματική υπόσταση που θα την παράξει, καθώς το σώμα μπορεί να επηρεάσει τη σκέψη. Η σωματική εξάντληση εμποδίζει τη δράση του θεωρητικού νου (μπορεί κανείς να σκέφτεται περπατώντας, αλλά όχι τρέχοντας με όλες του τις δυνάμεις).

Όμως, ακόμη κι αν ο θεωρητικός νους στραφεί φαντασιακά σε καταστάσεις που μπορεί να επιφέρουν χαρά ή φόβο (που σχετίζονται με την επιδίωξη ή την αποφυγή) και πάλι δε συνδέεται αναγκαστικά με την κίνηση: «Ούτε όταν σκέφτεται κάτι τέτοιο προστάζει να το αποφύγουμε ή να το επιδιώξουμε· όπως, για παράδειγμα, πολλές φορές σκέφτεται κάτι φοβερό ή ευχάριστο, αλλά δεν προστάζει να φύγουμε και κινείται μόνο η καρδιά» (432b 31-33 και 433a 1).

Κι όχι μόνο αυτό: «Έπειτα, ακόμη κι αν ο νους επιτάσσει και η σκέψη λέει να αποφεύγουμε ή να επιδιώκουμε κάτι, το υποκείμενο δεν κινείται, αλλά ενεργεί σύμφωνα με την επιθυμία του, όπως ο ακρατής» (433a 2-4). Φυσικά, ο λόγος γίνεται στο πλαίσιο της συνειδητής σκέψης κι όχι στην έλλειψη συνείδησης που μπορεί να υπάρχει στην κατάσταση του ύπνου που συνοδεύεται από όνειρα.

Ωστόσο, το γεγονός ότι δεν προκαλείται κατ’ ανάγκη κίνηση, ακόμη κι όταν ο θεωρητικός νους επιτάσσει την αποφυγή ή την επιδίωξη κάποιου πράγματος, δίνοντας προτεραιότητα στη δράση της επιθυμίας, δε σημαίνει ότι και η επιθυμία είναι πάντοτε σε θέση να επιφέρει κίνηση. Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Όμως ούτε η επιθυμία είναι υπεύθυνη γι’ αυτό το είδος της κίνησης· γιατί οι εγκρατείς άνθρωποι, παρόλο που ορέγονται και επιθυμούν, δεν κάνουν αυτά που ορέγονται, αλλά ακολουθούν το λόγο» (433a 7-10).

Αποδεχόμενοι ότι ούτε η επιθυμία από μόνη της είναι ικανή να προξενήσει την κίνηση στο χώρο ούτε όμως και ο νους γίνεται αντιληπτό ότι η κίνηση προκαλείται από τη συνδυασμό των δύο επιδράσεων, που είναι σε θέση να κινητοποιήσουν τα όντα. Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: «φαίνεται ότι δύο ικανότητες δίνουν την κίνηση, είτε η επιθυμία είτε ο νους, αν κάποιος θεωρήσει τη φαντασία ως ένα είδος νόησης· γιατί πολλές φορές οι άνθρωποι, παρόλο που γνωρίζουν, ακολουθούν τις φαντασίες τους, ενώ στα άλλα ζώα δεν υπάρχει ούτε νόηση ούτε λογισμός, αλλά μόνο φαντασία. Τα δύο αυτά, επομένως, ο νους και η επιθυμία, είναι που προκαλούν την κίνηση στο χώρο» (433a 11-16).

Εκλαμβάνοντας τη φαντασία ως ένα είδος νόησης και αποδεχόμενοι ότι τα ζώα στερούνται λογισμού γίνεται αντιληπτό πως η κίνηση των ζώων δεν μπορεί να αφορά το θεωρητικό νου, αλλά τον πρακτικό, που ενεργοποιεί τη φαντασία και παρακινείται από την επιθυμία, κατευθυνόμενος, όμως, από ερεθίσματα που αφορούν πρωτίστως τον εξωτερικό κόσμο. «Σκοπός του πρακτικού νου είναι η εξωτερική δράση και η περιστασιακή επίτευξη ενός στόχου. Αντίθετα, ο θεωρητικός νους βρίσκει το σκοπό του στη δική του δραστηριότητα και στοχεύει στο αναγκαίο».

Η αποσαφήνιση ότι ο πρακτικός νους αφορά την «περιστασιακή επίτευξη ενός στόχου» καταδεικνύει ότι δεν έχει το βάθος του θεωρητικού νου και καταγίνεται με ζητήματα που αφορούν την πρόσκαιρη καθημερινότητα. Φυσικά, αυτός ο νους ανταποκρίνεται και στις δυνατότητες των ζώων, αφού θα ήταν μάλλον παράλογο να αποδεχτεί κανείς ότι τα ζώα έχουν θεωρητικό νου: «Και εννοώ το νου που σκέφτεται για κάποιο σκοπό, δηλαδή τον πρακτικό, ο οποίος διαφέρει από το θεωρητικό νου στο σκοπό. Κάθε επιθυμία, εξάλλου, έχει κάποιο σκοπό· γιατί το αντικείμενο της επιθυμίας είναι η αρχή του πρακτικού νου· και το τελευταίο σημείο της πορείας του πρακτικού νου είναι η αφετηρία για την πράξη» (433a 16-19).

Σε τελική ανάλυση η κίνηση οφείλεται στο αντικείμενο της επιθυμίας που ερεθίζει το νου προκειμένου να βρει λύσεις για την απόκτησή του. Η ποιότητα της επιθυμίας αυτής ή το κατά πόσο πράγματι είναι ωφέλιμη ή βλαβερή δεν αφορά τον πρακτικό νου.

Έτσι κι αλλιώς, τα ζώα δεν έχουν τη δυνατότητα να προβούν σε τέτοιες σκέψεις. Ο πρακτικός τους νους υπόκειται περισσότερο στην επινόηση μηχανισμών για την εκπλήρωση των ενστικτώδικων επιθυμιών τους: «εύλογα φαίνεται πως αυτά τα δύο δίνουν την κίνηση, η επιθυμία και η πρακτική σκέψη· πράγματι, κινεί το αντικείμενο της επιθυμίας, και γι’ αυτό κινεί η σκέψη, επειδή αφετηρία της είναι το αντικείμενο της επιθυμίας» (133a 20-22).

Για να συμπληρωθεί αμέσως: «Το ίδιο και η φαντασία· όταν κινεί, δεν κινεί χωρίς επιθυμία. Γιατί αν δύο έδιναν την κίνηση, ο νους και η επιθυμία, θα το έκαναν με κάποιο κοινό χαρακτήρα τους. Τώρα, όμως, είναι φανερό ότι ο νους δεν κινεί χωρίς επιθυμία (γιατί η βούληση είναι επιθυμία· κι όταν το υποκείμενο κινείται σύμφωνα με το λογισμό, κινείται και σύμφωνα με τη βούληση) ενώ η επιθυμία κινεί και αντίθετα προς το λογισμό· αφού και η όρεξη είναι είδος επιθυμίας. Ο νους, βέβαια, είναι πάντα ορθός· ενώ η επιθυμία και η φαντασία είναι και ορθή και εσφαλμένη» (133a 23-31).

Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορεί κανείς να εγγυηθεί την ποιότητα της επιθυμίας κι ως εκ τούτου τα αποτελέσματα που θα επέλθουν από την κίνηση. Κι ακριβώς αυτό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει και ο ακρατής άνθρωπος, που επιμένοντας στην ευχαρίστηση της πρόσκαιρης επιθυμίας αδυνατεί να ελέγξει την ποιότητά της και τα πιθανά αρνητικά αποτελέσματα που μπορεί να επιφέρει στο μέλλον η εκπλήρωσή της.

Θα έλεγε κανείς ότι ο ακρατής είναι εγκλωβισμένος στον πρακτικό νου εγκαταλείποντας τον εαυτό του στο ζωώδες: «ο νους, πράγματι, προστάζει να αντιστεκόμαστε αποβλέποντας στο μέλλον, ενώ η επιθυμία μάς σπρώχνει σε αυτό που είναι ήδη μπροστά μας· γιατί εκείνο που αυτή τη στιγμή είναι ευχάριστο, φαίνεται απόλυτα ευχάριστο και απόλυτα καλό, επειδή δε βλέπουμε το μέλλον» (433b 8-11).

Φυσικά, μια τέτοια λογική διεργασία που να αναλύει τα μελλοντικά οφέλη δεν μπορεί παρά να απευθύνεται πρωτίστως στους ανθρώπους. Τα ζώα (σχεδόν στο σύνολό τους) είναι αδύνατο να προβούν σε τέτοιους υπολογισμούς. Η επιθυμία τους (και για την ακρίβεια το αντικείμενο της επιθυμίας τους) είναι ικανό να καθορίσει όλες τους τις κινήσεις.

Αυτό που μένει είναι ο τελικός διαχωρισμός των πραγμάτων που εμπλέκονται σε κάθε κίνηση: «Αφού, όμως, σε κάθε κίνηση υπάρχουν τρία πράγματα: ένα αυτό που κινεί, δεύτερο εκείνο με το οποίο κινεί και τρίτο εκείνο που κινείται· ακόμη, αφού εκείνο που κινεί είναι διττό: αφενός αυτό που είναι ακίνητο, και αφετέρου αυτό που κινεί και κινείται· συνεπάγεται ότι το ακίνητο είναι το πρακτικό αγαθό, ενώ εκείνο που κινεί και κινείται είναι το επιθυμητικό (γιατί εκείνο που κινείται, κινείται στο βαθμό που επιθυμεί και η επιθυμία είναι ένα είδος κίνησης ή κάποια ενέργεια) και εκείνο που κινείται είναι το ζώο» (433b 15-21).

Η παραδοχή ότι η επιθυμία είναι μορφή ενέργειας καθιστά σαφές ότι η κίνηση είναι πραγμάτωση της ενέργειας αυτής, η οποία θα στραφεί προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα που έχει εκ των προτέρων οριστεί. Το πρακτικό αγαθό που επιδιώκεται είναι ακίνητο, ως έκφραση της επιθυμίας, ενώ σε κίνηση βρίσκεται το επιθυμητικό, το οποίο θα κινηθεί προς την κατεύθυνση του αγαθού που διεγείρει την επιθυμία.

Όσο για τη φράση «εκείνο με το οποίο κινεί» δεν μπορεί παρά να εννοεί τα θέλγητρα του αγαθού που το κάνουν επιθυμητό. Κι όσο πιο ισχυρά είναι τα θέλγητρα, τόσο πιο έντονη και η κίνηση που θα επέλθει. Από κει και πέρα «… το όργανο με το οποίο κινεί η επιθυμία, αυτό, πια, είναι σωματικό· γι’ αυτό πρέπει να το εξετάσουμε στις κοινές λειτουργίες της ψυχής και του σώματος» (433b 21-23).

Το τελικό συμπέρασμα είναι έτοιμο να διατυπωθεί: «Γενικά, λοιπόν, το ζώο ως επιθυμητικό κινεί μόνο του τον εαυτό του· δεν μπορεί, όμως, να είναι επιθυμητικό χωρίς να έχει φαντασία· και κάθε φαντασία είναι είτε λογική είτε αισθητική. Αυτή την τελευταία, λοιπόν, την έχουν και τα ζώα» (433b 30-33).

Επιθυμία χωρίς φαντασία είναι αδύνατο να εκδηλωθεί, κι αφού τα ζώα λογική δεν έχουν, η φαντασία τους περιορίζεται στα ερεθίσματα των αισθήσεων. Βρισκόμαστε ακριβώς στον πυρήνα όλων των ενεργειών τους. Δεν υπάρχει κίνησή τους που να μην οριοθετείται μέσα σε αυτό το πλαίσιο.

Αριστοτέλης, Περί Ψυχής

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου