Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2022

Αίας ο Τελαμώνιος

«Όλα τα μυστηριώδη ο μακρύς και αγέραστος χρόνος αποκαλύπτει και πάλι όσα είναι φανερά κι αποκαλύφθηκαν καταφέρνει να τα σκεπάσει με το πέπλο του μυστηρίου.»
Σοφοκλέους. Αίας μαστιγοφόρος.

Ο Αίας ο Τελαμώνιος ή Τελαμωνιάδης αναφέρεται ως γιος του Τελαμώνος και της Περιβοίας· ο πατέρας του ήταν βασιλιάς της Σαλαμίνας και η μητέρα του θυγατέρα του Πελοπίδου Αλκάθου, του βασιλιά των Μεγάρων· άλλοι λένε ότι με την Ευρύβια του Πορθάονος γέννησε ο Τελαμών τον Αίαντα. Συνήθως καταγράφεται ως Αίας ο Μέγας ή Σαλαμίνιος, ενίοτε και άνευ επιθέτου, σκέτο Αίας, επισημότερος ων του Αίαντος του Λοκρού.[1]

«Των Αχαιών ο πύργος»

Ήταν κάλλιστος το είδος και συχνά τον αποκαλούσαν μέγαν και πελώριον: «Κι αυτός ποιος είναι ο αρχοντοκάμωτος, τρανός Αργίτης, που όλους / τους άλλους ξεπερνάει στο ανάριμμα και στους φαρδιούς τους ώμους;» / Κι η αρχοντογέννητη του απάντησε μακρομαντούσα Ελένη: «Ο Αίαντας είναι ο σαραντάπηχος· των Αχαιών ο πύργος.»[2] Ο Αίας εμφανίζεται μεγαλόσωμος και ψηλός, ώστε αι κορυφαί των άλλων ηρώων έφταναν μόνον μέχρι των ώμων αυτού· οι Φρύγες διηγούνταν ότι ο τάφος του ανοίχτηκε από τη θάλασσα και η μύλη[3] που αποκαλύφτηκε ήταν μεγάλη σαν δίσκος. Περιγράφεται ακόμη ως πλατύστηθος, μελανόθριξ, μελάγχρους, μεγαλόφωνος και λαμπρόφωνος· όμματα δε είχε σοβαρά και γένια ωραία· ο χαρακτήρας του ήταν ωραίος μεν, καταπληκτικός δε όταν εξαγριωνόταν και μόνον ο Αχιλλέας υπερέβαινεν αυτού κατά πάντα, εκτός του ύψους.[4] Άλλοι τον παρουσιάζουν οργίλο, αυστηρό και κατά κάποιον τρόπο αδιάφορο προς τους θεούς, γι’ αυτό και ο πατέρας του τον συμβούλευε συνεχώς περί τούτου. Φιλότιμος, αληθής και πρακτικός εμάχετο αείποτε με τους ανδρείους και πολεμικούς ηγεμόνες των Μυσών και των Λυκίων· ουδέποτε καταδεχόταν να συλήσει τα σώματα των σκοτωμένων, λέγοντας ότι το φονεύειν τον εχθρόν είναι ανδρός έργον, το δε αρπάζειν τα όπλα του είναι έργον ληστού.[5]Ο Αίας ο Τελαμώνιος ή Τελαμωνιάδης αναφέρεται ως γιος του Τελαμώνος και της Περιβοίας· ο πατέρας του ήταν βασιλιάς της Σαλαμίνας και η μητέρα του θυγατέρα του Πελοπίδου Αλκάθου, του βασιλιά των Μεγάρων· άλλοι λένε ότι με την Ευρύβια του Πορθάονος γέννησε ο Τελαμών τον Αίαντα.

Όπως διαβάζουμε στην Ιλιάδα, ο Αίας, -καθώς ήτο και αυτός μνηστήρ της Ελένης– κατέπλευσε με 12 πλοία στην Τροία, δηλαδή με 600 περίπου μαχητές, και ήταν ο γενναιότερος άνδρας των Αχαιών, μετά τον Αχιλλέα: Ο Αίας από τη Σαλαμίνα οδηγούσε δώδεκα καράβια που τα έφερε / και τα έβαλε να σταθούν εκεί που στέκονταν οι φάλαγγες των Αθηναίων.[6] Έχοντας εμπιστοσύνη στην ανδρεία του, ανείλκυσε τα πλοία του σε χώρο λίαν επικίνδυνο, στην εσχατιά του στρατοπέδου των Αχαιών· την αντίθετη άκρη κατείχε ο Αχιλλέας με τους Μυρμιδόνες του.

Κατά πρώτον εστάλη ο Αίας στην χερσόνησο της Θράκης, προκειμένου να εξασφαλίσει εφόδια για το στρατόπεδο των Αχαιών· εκεί ανάγκασε τον Πολυμήστορα να παραδώσει στους Έλληνες τον γιο του Πριάμου, Πολύδωρο· έλαβε ακόμη πολλά χρήματα και τρόφιμα για έναν χρόνο. Σύμφωνα πάλι με τους ποιητές, στη διάρκεια του Τρωικού Πολέμου, ο Αίας εκστράτευσε κατά της χώρας του Φρυγός Τεύθραντος, την λεηλάτησε, σκότωσε τον ίδιο τον Τεύθραντα σε μονομαχία και πήρε ως αιχμάλωτη την κόρη του, Τεκμήσσαν, με την οποία γέννησε τον Ευρυσάκη· ωστόσο, άλλοι αναφέρουν ότι μητέρα του Ευρυσάκη ήταν η Γλαύκη, η γυναίκα του Αίαντος· άλλοι θεωρούν την Γλαύκη ως παλλακίδα του και λένε ότι με την Τέκμησσα ο Αίας απέκτησε τον Αιαντίδη. Για τον Αιαντίδη ουδέν άλλο αναφέρεται· ο Ευρυσάκης γέννησε τον Φίλαιον, όστις ήλθεν εις Αθήνας και εγράφη Αθηναίος, έδωκε δε και τη Σαλαμίνα εις τους Αθηναίους. Από τον Φίλαιο κατάγονται ο Μιλτιάδης, ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός που οδήγησε τους Αθηναίους στην ιστορική μάχη του Μαραθώνα, και ο Αλκιβιάδης, όθεν και ο Αλκιβιάδης εκαλείτο και Ευρυσακίδης.[7]

Αρίστευσε και στις μάχες εναντίον των Αμαζόνων και του Μέμνονος, όπως φαίνεται σε πολλά έργα της αρχαίας τέχνης. Στο Ίλιον, εκτός των άλλων, σκότωσε 28 επίσημους Τρώες και μονομάχησε με τον γενναίο Έκτορα:[8] «Τέτοιος ασκώθη κι ο Αίας ο γίγαντας, των Αχαιών ο πύργος, / χαμογελώντας με άγριο πρόσωπο· κι εχύθη με μεγάλες / μπρος δρασκελιές, το μακρογίσκιωτο κοντάρι του κουνώντας. / Κι οι Αργίτες χάρηκαν θωρώντας τον, όμως οι Τρώες ένιωσαν / απ’ άγριο φόβο να τους λύνουνται κάτω μεριά τα γόνα. / Ακόμα και στα στήθη του Έχτορα βαριά η καρδιά χτυπούσε, / όμως να φύγει πια δε δύνουνταν, μια κι είχε αντροκαλέσει, / κι ουδέ και να χωθεί γυρίζοντας μέσα στους Τρώες τους άλλους.» Η μονομαχία τελειώνει αναίμακτα, αφού επενέβησαν ο Ταλθύβιος, «των χαλκάρματων των Αχαιών ο κράχτης», και ο Ιδαίος, αγγελιοφόρος των Τρώων: Σκολνάτε πια και μην παλεύετε, παιδιά μου· την αγάπη / ίσα του Δία κι οι δυο σας έχετε του νεφελοστοιβάχτη· / είστε κι οι δυο τρανοί πολέμαρχοι και το κατέχουμε όλοι. / Πλακώνει η νύχτα, ας γένει η χάρη της· καλό να την ακούμε. Ως τελευταία γενναία πράξη του μνημονεύεται η βίαιη μάχη γύρω από το νεκρό σώμα του Αχιλλέως· ο Αίας μετέφερε τον νεκρό ήρωα στα καράβια των Αχαιών.

Ο Μέγας Αίας εκπροσωπεί τον τέλειο τύπο της πολεμικής αρετής: δεινός και ακατανίκητος ως μαχητής αλλά και μεγάθυμος, άδολος και προσηνής μετά τη μάχη. Στην Ιλιάδα, (Ι624-642) ο ισόθεος («ἀντίθεος») Τελαμωνιάδης καλεί -μάταια- τον Αχιλλέα να επιστρέψει στον πόλεμο: Γλύκανε καν τώρα την οργή σου, / σεβάσου ακόμα και το σπίτι σου· στη στέγη σου από κάτω, / σταλμένοι απ᾿ το στρατό, βρισκόμαστε· πιο γκαρδιακοί σου φίλοι / και πιο ακριβοί μαθές δε βρίσκουνται μες στους Αργίτες άλλοι.

Αλλά ο Αχιλλέας δεν αλλάζει γνώμη: Αίαντα, πολέμαρχε αρχοντόγεννε και υγιέ του Τελαμώνα, / λίγο-πολύ σωστά τα λόγια σου, δεν έχουμε άλλη γνώμη.» Και λίγο παρακάτω: «…δε θα με νοιάξει για τον πόλεμο τον αιματοβαμμένο, / προτού στων Μυρμιδόνων τ᾿ άρμενα και στα καλύβια φτάσει / ο μέγας Έχτορας, του αντρόκαρδου του Πρίαμου ο γιος, χαλνώντας / πλήθος Αργίτες και κορώνοντας τα πλοία, να γίνουν στάχτη. / Όμως μπροστά στο μαύρο μου άρμενο και στο καλύβι εμένα, / ο Έχτορας λέω, κι ας είναι η λύσσα του τρανή, θα σταματήσει..

Όταν ο γιος του Πηλέα θύμωσε με τον Αγαμέμνονα και αποσύρθηκε στη σκηνή του (άχθος αρούρης), ο Τελαμωνιάδης πολέμησε γενναία τους Τρώες και συχνά τούς έτρεψε σε φυγή· ολομόναχος αντιμετωπίζει το πλήθος των πολεμιστών που επιχειρούν να βάλουν φωτιά στα καράβια των Αχαιών: …παρόμοια και το μέγαν Αίαντα, το γιο του Τελαμώνα, / παίρναν ξοπίσω οι Τρώες οι αντρόκαρδοι κι οι ξακουστοί συμμάχοι, / και του κάρφωναν τα κοντάρια τους στου σκουταριού τη μέση· / κι εκείνος μια γυρνούσε κι έστεκε, την πλήθιαν αντριγιά του / θυμάμενος, κι ευτύς αντίσκοφτε των αλογάδων Τρωών / τις φάλαγγες, και μια ανάφευγε τη ράχη του γυρνώντας. / Έτσι το δρόμο απ’ όλους έκοβε προς τα γοργά καράβια, / και μόνος πολεμούσε ανάμεσα στους Τρώες και στους Αργίτες.[9] 

Αήττητος σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, δίνει άγρια μάχη μπροστά στο νεκρό σώμα του Πάτροκλου: Κι ο Αίας με το φαρδύ σκουτάρι του τον Πάτροκλο σκεπάζει / κι εστάθη ομπρός, ως στέκει λιόντισσα στα λιονταρόπουλά της, / που αγριμολόοι στο δάσος πέτυχαν, καθώς τα σεργιανίζει, / κι αυτή, μεθώντας απ’ την πλήθια της τη λύσσα, ρίχνει κάτω / αλάκερό της τ’ απανώφρυδο, σκεπάζοντας τα μάτια· / όμοια στεκόταν ο Αίας στον Πάτροκλο μπροστά τον αντρειωμένο, / κι ο γιος του Ατρέα τού παραστέκουνταν από την άλλη, ο γαύρος / Μενέλαος, και βαθύς ανέβαινε στα σωθικά του ο πόνος.[10]

Και άλλοι ποιητές αναφέρουν τον Τελαμωνιάδη ως τον άριστο των ανδρών που εκστράτευσαν εναντίον της Τροίας· ο Πίνδαρος τον αποκαλεί «άγλωσσον μεν, ήτορ δ’ άλκιμον». Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης σημειώνει: Λόγον δε αισχρόν ούτε αυτός είπε ποτέ, ούτε άλλος ετόλμα ειπείν, παρόντος αυτού. Εις τοιαύτην δε τιμήν είχον αυτόν πάντες οι Έλληνες, ώστε υπεξανίσταντο και αυτοί οι ηγεμόνες, ότε διέβαινεν. Όθεν ότε εμάνη, έδραμον εις πάντα τα μαντεία περί θεραπείας, αλλά εστάθη αδύνατον. Είχε φιλίαν άκραν με τον Αχιλλέα και Παλαμήδην και ποτέ δεν εφθόνησεν ούτε τον Αχιλλέα ούτε άλλον τινά.[11] Σώζονται και τα εξής επίθετά του: Αιακίδης, Αρηίος, Αντίθεος, Αμύμων, Αυτοσφαγής, Ατάρβητος, Βαρύς, Βουγαίος, Δαΐφρων, Διογενής, Θρασύς, Θούριος, Καρτερός, Καρτερόθυμος, Μέγας, Μεγαλήτωρ, Όμβριμος, Πελώριος, Σακεσφόρος, Τελαμώνιος, Τρικόρυθος, Φέρασπις.

Αλλά οι περισσότεροι μετά τον Όμηρο, και ιδίως οι τραγικοί, παρέστησαν αλλιώς τον χαρακτήρα του ήρωα. Σε μεταγενέστερους μύθους, ο άμεμπτος πολεμιστής της Ιλιάδας, αν και ουδέποτε ξεστόμισε υβριστικά ή ακόλαστα λόγια, παρουσιάζεται ως «εξοργίσας τους θεούς»: «δίδει δίκην ασεβείας και ύβρεως δια αυτόχειρος θανάτου.»[12] Ο Σοφοκλής αναφέρει ότι ο Αίας φάνηκε τουλάχιστον δυο φορές ασεβής· την πρώτη φορά, όταν ο πατέρας του τον αποχαιρέτησε λέγοντάς του ότι πρέπει να νικά «υπό τη σκέπη των θεών βαδίζων», ο Αίας απάντησε ότι «με τη βοήθεια των θεών μόνο οι άναδροι νικάνε»· δεύτερη φορά φάνηκε υβριστής προς την Αθηνά, όταν η κόρη του Δία τον παρακινούσε να πολεμήσει τους εχθρούς: «Δέσποινά μου, στους άλλους Έλληνες πήγαινε· κι εκείνους τρέξε να βοηθήσεις· εδώ που είμ’ εγώ, είναι αδύνατο να χάσουμε τη νίκη.»

Οι Ρωμαίοι συγγραφείς τον περιγράφουν ως αλαζόνα και οξύθυμο άνδρα· η «μανία» του παρουσιάζεται ως αντίστοιχη με την «μήνιν» του Αχιλλέως. Εμυθολογείτο δε ότι ο Αίας ήταν κι αυτός άτρωτος στο άλλο σώμα, εκτός από τις μασχάλες ή άλλο μέρος· όταν ήταν ακόμη βρέφος, ο Ηρακλής τον σκέπασε με τη λεοντή του και παρακάλεσε τον Δία να τον κάνει γενναίο σαν λιοντάρι και αθάνατο· ωστόσο, παρέμεινε τρωτός στο μέρος που δεν καλύφθηκε, λόγω της φαρέτρας του τόξου. Ο μύθος είναι γνωστός και στον Αισχύλο·[13] στην τραγωδία του, «Θρήσσες», ο Αίας δεν μπορεί ν’ αυτοκτονήσει, μεχρισότου «παρούσα δαίμων» τού υπέδειξε ακριβώς το σημείο που έπρεπε να πλήξει.

Ο Αίας αυτοκτόνησε με το ξίφος που τού είχε χαρίσει ο Έκτορας· ο Αχιλλέας, λίγο αργότερα, θα δέσει το σώμα του Έκτορα στο άρμα με τη ζώνη που του φιλοδώρησε ο Τελαμώνιος μετά την μονομαχία: «Εκείνοι οι δυο τους και πολέμησαν σε καρδιοφάουσα αμάχη, / και πάλε πριν χωρίσουν μόνιασαν και φύγαν φιλιωμένοι.» / Είπε, και παίρνει ασημοκάρφωτο σπαθί και του χαρίζει· / μες στο θηκάρι του, που εκρέμουνταν από λουρί πανώριο. / Κι ο Αίας ζουνάρι λαμπροπόρφυρο στον Έχτορα χαρίζει.[14] Στην τραγωδία του, «Αίας Μαστιγοφόρος», ο Σοφοκλής γράφει: Διότι εγώ, από τη μέρα που δέχθηκα από τα χέρια του Έκτορα το όπλο ετούτο, ως δώρο εχθρού, ουδέποτε με δόξασαν οι Έλληνες. Είναι λοιπόν αληθής η παροιμία των θνητών, ότι άδωρα πάντοτε και ατελέσφορα είναι τα δώρα των εχθρών.[15]

«Αιάντειος γέλως»

Για τον θάνατο του Αίαντος καταγράφονται πολλοί μύθοι· όπως αναφέρθηκε, στην Οδύσσεια, ο Αίας οδηγείται στον θάνατο λόγω της άδικης κρίσης περί των όπλων του Αχιλλέως· «αιάντειος γέλως» είναι το γέλιο του τρελού, ο καγχασμός των φρενοβλαβών· στην τραγωδία του Σοφοκλέους, «Αίας Μαστιγοφόρος», ο ήρωας της Ιλιάδας, «μανείς δια την άδικον κρίσιν», άρχισε να κατασφάζει τα ποίμνια των Αχαιών, «συντιθείς γέλων πολύν»[16] και αυτοκτονεί, μόλις έρχεται στα συγκαλά του. Στο ίδιο έργο, η θεά Αθηνά παρουσιάζεται στον Οδυσσέα και του αποκαλύπτει ότι ο Αίας είχε σκοπό να σκοτώσει κρυφίως τη νύχτα τους Ατρείδες, αλλά δεν τον άφησε: Εγώ τον εμπόδισα, σκιές φρούδες και ανύπαρκτα φαντάσματα ρίχνοντας μπρος στα μάτια του, δίνοντας τροφή στην αθεράπευτη χαρά του· και προς τα ποίμνια, τ’ αμοίραστα αυτά λάφυρα που τα φυλάγαν οι βοσκοί, την άπληστη μανία του έστρεψα.[17] Ολόκληρος ο στρατός των Αχαιών, λησμονώντας τ’ ανδραγαθήματά του, θέλει να σκοτώσει τον Αίαντα: Η κόρη του Διός, η ανδρεία θεά, οικτρώς με βασανίζει και με ταλαιπωρεί. Πού μπορεί κάποιος να ξεφύγει; Πού να πάει και πού να μείνει; Ω με τις πράξεις μου η εκδίκησή μου καταστράφηκε· βρίσκομαι δίπλα σε μικρά θηρία και όλος ο στρατός συνωμοτεί εναντίον μου, ζητώντας να με φονεύσει.[18]

«Μα οι άλλες εκεί στέκανε οι ψυχές των πεθαμένων, / θλιμμένες, και τον πόνο της η καθεμιά ρωτούσε. / Μόνε η ψυχή του Αίαντα, του γιου του Τελαμώνα, / στεκότανε παράμερα, μ’ εμένα χολιασμένη, / που νίκησα στα πλοία κοντά στην κρίση που είχε στήσει / για του Αχιλλέα τ’ άρματα η σεβαστή του η μάνα, / [κι οι Τρωαδίτες κρίνανε μαζί με την Παλλάδα]. / Μακάρι να μην κέρδιζα, τότες, τέτοιο βραβείο, / τι εκείνα τ’ άρματα έχωσαν στη γης τέτοιο λεβέντη, / τον Αίαντα, που σ’ ομορφιά και σ’ έργα ξεπερνούσε / τους άλλους Δαναούς, εξόν τον δοξαστό Αχιλλέα.»[24]

Αφού η Θέτις τέλεσε τους επικήδειους αγώνες, αποφάσισε να δοθούν τ’ άρματα του νεκρού Αχιλλέα στον «ανδρειότατον» των Ελλήνων. Κριτές ορίστηκαν οι Τρωαδίτες και η Αθηνά («παῖδες δὲ Τρώων δίκασαν καὶ Παλλὰς Ἀθήνη»)· ο Αθανάσιος Σταγειρίτης γράφει: Μετά δε τον θάνατον του Αχιλλέως εφιλονείκησαν με τον Οδυσσέα δια τα όπλα αυτού, επειδή αυτοί έσωσαν αυτά, κομίσαντες το σώμα εις το στρατόπεδον.[19] Ο μεν Αίας έλεγε ότι τού ανήκουν, επειδή και συγγενής του Αχιλλέως ήταν και χρησιμότερος φάνηκε στον πόλεμο. Ο δε Οδυσσέας, έχων δικαίωμα την ευγλωττίαν και την δολιότηταν, κατέπεισε την εκκλησία να ρωτήσουν τους αιχμαλώτους ποιος έβλαψε περισσότερο τους Τρώες· εκείνοι απάντησαν ότι μεγαλύτερη ζημιά τούς έκανε η πανουργία του Οδυσσέως παρά η ανδρεία του Αίαντος· κι έτσι τα όπλα πέρασαν στα χέρια του πολυμήχανου ήρωα. Ο Αίας έπεσε εις άκραν μελαγχολίαν δια την περιφρόνησιν της αρετής και την προτίμησιν της κακίας, ώστε εμάνη κι έσφαζε τα πρόβατα, νομίζοντας ότι σφάζει τους Έλληνες· μάλιστα έδεσε το κριάρι, το μετέφερε στη σκηνή του και το μαστίγωσε, πιστεύοντας ότι τιμωρεί τον Οδυσσέα. Εντωμεταξύ, οι Τρώες έτρεμαν ακόμη περισσότερο με τη μανία του, φοβούμενοι μήπως ορμήξει και συντρίψει το τείχος τους.

«Αίαντα, του μεγάλου γιε του Τελαμώνα, αλήθεια, / μήτε νεκρός δε μου έμελλες το χόλιασμα ν’ αφήσεις / για τ’ άρματα που κέρδισα, τ’ αναθεματισμένα; / Για το κακό των Αργιτών οι θεοί τα κάμαν όλα, / και τέτοιον πύργο χάσαμε· κι όλοι θρηνούμε τώρα / οι Δαναοί κι εσένανε με του Πηλέα τον γόνο· / μα άλλος δεν είναι αφορμή παρά ο Δίας μονάχος, / που φοβερά των Δαναών τ’ αρματωμένα ασκέρια / οχτρεύτηκε, και σου όρισε τη μοίρα του θανάτου.»[25]

Αναφέρονται και άλλοι μύθοι σχετικά με το τέλος του ήρωα: λαβωμένος από τον Πάρη σύρθηκε μέχρι τα καράβια αιμόφυρτος και ξεψύχησε ή τον σκότωσαν οι Τρώες ρίχνοντας του βώλους και κομμάτια πηλού, διότι δεν ήταν τρωτός δια σιδήρου·[20] ο Ψευδοδίκτυς μυθολογεί ότι ο Αίαντας φονεύτηκε, αφού συγκρούστηκε με τους Ατρείδες για την τύχη της ωραίας Ελένης· σύμφωνα με άλλους συγγραφείς, ο Αγαμέμνων, ο Μενέλαος και ο Οδυσσέας τον εφόνευσαν την νύκτα μυστικώς στη σκηνή του. Όπως και να ‘χει, επικράτησε η γνώμη του Σοφοκλή.

Κατά τη μυθολογία, στην Σαλαμίνα βλάστησε και άνθος, όμοιον του Υακίνθου, όπερ σχηματίζει τα γράμματα «Αίας», Αιάντειον καλούμενον.

Άπαντες οι Έλληνες τον έκλαψαν, δια την ανδρείαν και την επιείκιάν του· λέγεται ότι για λίγο καιρό απέκρυψαν την αυτοχειρία του, για να μην αποθρασύνονται οι Τρωαδίτες. Και ο ίδιος ο Οδυσσέας μετάνιωσε κι έκλαψε πικρότατα για το τέλος του ανδρείου πολεμιστή· μάλιστα πρόσφερε τα όπλα που κέρδισε μπροστά στο νεκρό σώμα του Αίαντος, ίνα ενταφιασθή με αυτά και να παύσει την οργή εναντίον του. Σύμφωνα με άλλες πηγές, τα κύματα της θάλασσας έφεραν την αρματωσιά του Αχιλλέα δίπλα στον τάφο του Αίαντα, όταν ο γιος του Λαέρτη ναυάγησε στη Σικελία.[21] Οι Έλληνες έκοψαν και τα μαλλιά τους, την πενθητήριον κόμην, ως ένδειξη μεγάλου πένθους· ο δε Αθηναίος Μενεσθεύς εκφώνησε λόγο επικήδειο, επειδή έκτοτε είχαν οι Αθηναίοι αυτή τη συνήθεια. Τον Αίαντα έθαψε ο αδελφός του, ο Τεύκρος[22] ή ο ανιψιός του, ο Πύρρος, στο ακρωτήριο Ροίτιο της Τρωάδας, απέναντι από τον τάφο του Αχιλλέα.

Οι Σαλαμίνιοι τίμησαν τον Αίαντα ως θεό, κτίσαντες ναόν αυτού· γιόρταζαν ακόμη τα Αιάντεια, μια γιορτή προς τιμήν του ήρωα, και φιλοτέχνησαν τη μορφή του σε άγαλμα εξ εβένου. Κατά τη μυθολογία, στην Σαλαμίνα βλάστησε και άνθος, όμοιον του Υακίνθου, όπερ σχηματίζει τα γράμματα «Αίας», Αιάντειον καλούμενον. Και οι Αθηναίοι τίμησαν τον ήρωα, ονομάσαντες και μίαν φυλήν απ’ αυτού (Αἰαντίς ή Αιαντίδα φυλή). Ομοίως απέδωσαν τιμές και στον γιο του, τον Ευρυσάκη, κτίσαντες βωμόν αυτού.[23] Μετά τη νίκη εναντίον των Περσών στη Σαλαμίνα (480 π.Χ.), οι Έλληνες αφιέρωσαν στον ναό του Αίαντος μια τριήρη περσική και μέρος των λαφύρων, επειδή εφάνη κι αυτός βοηθός στην συντριβή του στόλου των βαρβάρων.
-----------------------------
[1] Αθανάσιος Σταγειρίτης. Ωγυγία ή Αρχαιολογία. Τόμος Πέμπτος. Εν τη τυπογραφία του Ιωάνν. Βαρθ. Τσβεκίου. Εν Βιέννη της Αούστριας, 1820. Σελ. 64,65.

[2] Στο πρωτότυπο: «ἕρκος Ἀχαιῶν». Ιλιάδα Γ229. Μετάφραση των Καζαντζάκη-Κακριδή.

[3] = το οστό του γόνατος.

[4] Αθανάσιος Σταγειρίτης. Ωγυγία ή Αρχαιολογία. Τόμος Πέμπτος. Εν τη τυπογραφία του Ιωάνν. Βαρθ. Τσβεκίου. Εν Βιέννη της Αούστριας, 1820. Σελ. 68.

[5] Αθανάσιος Σταγειρίτης. Ωγυγία ή Αρχαιολογία. Τόμος Πέμπτος. Εν τη τυπογραφία του Ιωάνν. Βαρθ. Τσβεκίου. Εν Βιέννη της Αούστριας, 1820. Σελ. 68.

[6] Ιλιάδα, Β557,558. «Αἴας δ᾽ ἐκ Σαλαμῖνος ἄγεν δυοκαίδεκα νῆας, / στῆσε δ᾽ ἄγων ἵν᾽ Ἀθηναίων ἵσταντο φάλαγγες.» Μετάφραση των Καζαντζάκη-Κακριδή.

[7] Αθανάσιος Σταγειρίτης. Ωγυγία ή Αρχαιολογία. Τόμος Πέμπτος. Εν τη τυπογραφία του Ιωάνν. Βαρθ. Τσβεκίου. Εν Βιέννη της Αούστριας, 1820. Σελ. 69.

[9] Ιλιάδα Λ545. 

[10] Ιλιάδα Ρ132.

[11] Αθανάσιος Σταγειρίτης. Ωγυγία ή Αρχαιολογία. Τόμος Πέμπτος. Εν τη τυπογραφία του Ιωάνν. Βαρθ. Τσβεκίου. Εν Βιέννη της Αούστριας, 1820. Σελ. 68.

[12] Λεξικόν εγκυκλοπαιδικόν. Εκδιδόμενον επιμελεία Ν. Γ. Πολίτου. Μπαρτ και Χιρστ εκδόται. Αθήνα. 1889- 1898. Λήμμα «Αίας».

[13] Κατά τη μυθολογία, ο Τελαμών, ενώ ήταν ακόμη άτεκνος και θυσίαζε στον Δία, συνάντησε τον Ηρακλή, που επέστρεφε από τον φόνο του λιονταριού της Νεμέας· ο Τελαμών τον κάλεσε να θυσιάσει, φορώντας την λεοντή του· καθώς έκανε τη θυσία ο Ηρακλής, ένας αετός εμφανίστηκε στον ουρανό, ολοφάνερο σημάδι του Δία. Ο ήρωας είπε ότι το παιδί που θα γεννηθεί θα είναι αγόρι και αρχικώς ο Αίας ονομάστηκε Αετός. Αργότερα, όταν ήταν ακόμη βρέφος, ο Ηρακλής ήρθε πάλι στη Σαλαμίνα και τον σκέπασε με τη λεοντή του, για να γίνει άτρωτος· ωστόσο, στον αυχένα ή στα πλευρά έμεινε τρωτός, επειδή δεν κάλυψε η λεοντή το μέρος εκείνο. Έπειτα του χάρισε το δέρμα του λιονταριού.

[14] Η301-305.

[15] Σοφοκλέους. Αίας μαστιγοφόρος. Υπό. Δ. Νικολαΐδου και Χ. Γρηγορά. Εκ του Τυπογραφείου της Επταλόφου. Κωνσταντινούπολη, 1868. Απόδοση στα νέα ελληνικά.

[16] Λεξικόν εγκυκλοπαιδικόν. Εκδιδόμενον επιμελεία Ν. Γ. Πολίτου. Μπαρτ και Χιρστ εκδόται. Αθήνα. 1889- 1898. Λήμμα «Αίας».

[17] Σοφοκλέους. Αίας μαστιγοφόρος. Υπό. Δ. Νικολαΐδου και Χ. Γρηγορά. Εκ του Τυπογραφείου της Επταλόφου. Κωνσταντινούπολη, 1868.

[18] Σοφοκλέους. Αίας μαστιγοφόρος. Υπό. Δ. Νικολαΐδου και Χ. Γρηγορά. Εκ του Τυπογραφείου της Επταλόφου. Κωνσταντινούπολη, 1868. Απόδοση στα νέα Ελληνικά.

[19] Αθανάσιος Σταγειρίτης. Ωγυγία ή Αρχαιολογία. Τόμος Πέμπτος. Εν τη τυπογραφία του Ιωάνν. Βαρθ. Τσβεκίου. Εν Βιέννη της Αούστριας, 1820. Σελ. 66.

[20] Κατ’ άλλους, οι Τρωαδίτες έλαβαν χρησμό να τον σκοτώσουν σκεπάζοντάς τον με πηλό, επειδή ήταν άτρωτος στα όπλα.

[21] Αθανάσιος Σταγειρίτης. Ωγυγία ή Αρχαιολογία. Τόμος Πέμπτος. Εν τη τυπογραφία του Ιωάνν. Βαρθ. Τσβεκίου. Εν Βιέννη της Αούστριας, 1820. Σελ. 67.

[22] Ο Τεύκρος ήταν αδερφός του Αίαντος αλλά όχι ομομήτριος, αφού ο Τελαμών έλαβε και δεύτερη γυναίκα, την Ησιόνη.

[23] Αθανάσιος Σταγειρίτης. Ωγυγία ή Αρχαιολογία. Τόμος Πέμπτος. Εν τη τυπογραφία του Ιωάνν. Βαρθ. Τσβεκίου. Εν Βιέννη της Αούστριας, 1820. Σελ. 67.

[24] Οδύσσεια λ’541-555. «Νέκυια». 

[25] Οδύσσεια λ’553-567. «Νέκυια» 

[26] Οδύσσεια λ’553-567.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου