Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020

Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑΕΙ ΤΟΝ ΕΡΑΣΤΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ

Ένας ξένος που θα επισκεπτόταν την Αρχαία Αθήνα θα περίμενε ότι η σύζυγος ενός υψηλά ιστάμενου κυβερνητικού αξιωματούχου θα εξαιρούταν από τις χειρωνακτικές εργασίες του νοικοκυριού, όπως για παράδειγμα από τη μεταφορά νερού.

Όμως αυτό οφείλεται στο ότι οι πιο πολλοί επισκέπτες δεν μπορούν να καταλάβουν πώς λειτουργεί η αθηναϊκή δημοκρατία. Στα περισσότερα μέρη οι δημοτικοί σύμβουλοι είναι πλούσιοι αριστοκράτες με γερές διασυνδέσεις. Για να γίνεις δημοτικός σύμβουλος στην Αθήνα, αρκεί να είσαι άνδρας πολίτης και να έχεις σφυγμό.

Στην Αθήνα οι δημοτικές υπηρεσίες στελεχώνονται εκ περιτροπής. Όλοι οι άντρες αναλαμβάνουν κάποιο δημόσιο αξίωμα τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους. Υπάρχουν 500 έδρες στη βουλή (το κυβερνητικό σώμα της αθηναϊκής Εκκλησίας του Δήμου) και τα μέλη της αλλάζουν εκ περιτροπής κάθε χρόνο. Η ιδιότητα του μέλους δεν είναι ανανεώσιμη, οπότε κάθε άτομο αναλαμβάνει θητεία μία φορά.

Ένα εν υπηρεσία μέλος της βουλής είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο. Συνήθως διορίζεται σε μια από τις πολλές επιτροπές που ρυθμίζουν τα ζητήματα της καθημερινότητας, επιβλέπει άλλους αξιωματούχους και φροντίζει έτσι ώστε τα κονδύλια που κατανέμονται στο ναυτικό και τα δημόσια κτήρια, για παράδειγμα, να αξιοποιούνται κατάλληλα.

Ο σύζυγος της Τυμίλας είναι σε μια επιτροπή που εκδίδει ψηφίσματα για την εξωτερική πολιτική. Τα ψηφίσματα αυτά παρουσιάζονται στην Εκκλησία του Δήμου, συζητιούνται και, αν εγκριθούν, γίνονται νόμοι. Έτσι, παρόλο που ο σύζυγος της Τυμίλας είναι μεσίτης στο επάγγελμα και ανήκει στην κατώτερη μεσαία τάξη, αυτή τη στιγμή παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της αθηναϊκής πολιτικής. Κι όσο εκείνος ασχολείται μ’ αυτό, η Τυμίλα κουβαλάει νερό.

Η Τυμίλα μεταφέρει νερό μαζί με τη μοναδική υπηρέτρια του σπιτιού. Παρόλο που οι υδρίες, τα αγγεία που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά του νερού, είναι απίστευτα βαριές, η Τυμίλα απολαμβάνει αυτή τη δουλειά γιατί έχει την ευκαιρία να βγει από το σπίτι. Ο σύζυγος της Τυμίλας θα προτιμούσε η γυναίκα του να είναι μια καθωσπρέπει κυρία, ο κόσμος της οποίας τελειώνει στην εξώπορτα του σπιτιού της. Θα πρέπει να αφήνει το σπίτι της μόνο περιστασιακά, για τις θρησκευτικές γιορτές, ή να πηγαίνει πάντα με συνοδεία, κουκουλωμένη και φρουρούμενη, σε άλλα σπίτια για να κάνει παρέα με άλλες συζύγους.

Ευτυχώς, λόγω της έλλειψης γυναικείου υπηρετικού προσωπικού, η Τυμίλα πρέπει οπωσδήποτε να βγαίνει για ψώνια, για να αδειάσει τις ακαθαρσίες και, φυσικά, για να φέρει νερό. Έτσι, στέκεται στην ουρά στην Εννεάκρουνο πηγή, μαζί με τη Φώτιδα, την υπηρέτρια της, με τις άδειες υδρίες τους.

Καθώς η Τυμίλα περιμένει στον κρουνό που έχει διαλέξει, δεν χάνει την ευκαιρία να κουτσομπολέψει με φίλες της, που γεμίζουν κι αυτές τις υδρίες τους.

Τώρα, καθώς πλησιάζουν στο σπίτι, η Τυμίλα λέει: «Φώτιδα, όταν πάμε σπίτι, ρίξε το νερό σου στη δεξαμενή. Ύστερα θα σου δώσω χρήματα να αγοράσεις φαγητό. Θέλω αυγά, τυρί και ελιές. Τα αυγά να τα πάρεις από την Αλήθεια, τη γυναίκα που έχει κότες στον κήπο της. Τα πουλάει με έκπτωση. Πάρε κι ένα κεφάλι κατσικίσιο τυρί από τον πάγκο του Διοφάνη, δίπλα στο ηρώο του Μενεσθέα. Αρέσει στον άνδρα μου».

Η νεαρή υπηρέτρια ξινίζει τα μούτρα της, αλλά η Τυμίλα την αγνοεί. Για να ψωνίσει από δύο διαφορετικές τοποθεσίες, θα της πάρει τουλάχιστον μέχρι την ώρα του μεσημεριανού γεύματος, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει στα άλλα καθήκοντά της. Η Τυμίλα δεν δείχνει να νοιάζεται. Για δύο ώρες, ενώ ο σύζυγός της βρίσκεται στη βουλή και η υπηρέτρια τρέχει στην πόλη, η Τυμίλα θα είναι μόνη της στο σπίτι. Όχι εντελώς μόνη. Αν ο όμορφος άγνωστος κρατήσει τον λόγο του, θα έχει παρέα. Υπέροχη, απαγορευμένη παρέα.

Αναρωτιέται ποιος να είναι εκείνος ο πανέμορφος νεαρός με την άνετη συμπεριφορά και την έντονη γοητεία. Αναμφίβολα είναι πλούσιος, γιατί ο χιτώνας του ήταν από λεπτό ύφασμα, με μικρές χρυσές ακρίδες κεντημένες στο κάτω μέρος. Την είχε πλησιάσει με μεγάλη αυτοπεποίθηση όταν ήταν μόνη της σ’ ένα σοκάκι, καθώς επέστρεφε από την πηγή.

Μια άλλη γυναίκα μπορεί να έβαζε τις φωνές – αλλά μπορεί και όχι. Όπως λένε στην Αθήνα, η ευυπόληπτη γυναίκα είναι εκείνη για την οποία δεν μιλά ποτέ κανείς, είτε επαινετικά είτε αρνητικά. Κα μία γυναίκα δεν θέλει να τραβάει την προσοχή. Ωστόσο, η Τυμίλα όχι μόνο δεν ούρλιαξε, αλλά ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό στις προτάσεις του άγνωστου άνδρα. Ήταν το πιο ευχάριστο πράγμα που της είχε συμβεί εδώ και χρόνια, γιατί η Τυμίλα πλήττει αφόρητα.

Όπως πολλά κορίτσια στην Αθήνα, παντρεύτηκε σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων έναν άνδρα με τα διπλά και βάλε χρόνια. Η Τυμίλα θεωρεί ότι είναι καλός σύζυγος. Επειδή η οικογένειά της έχει κάποια μακρινή συγγένεια με το αριστοκρατικό σόι των Φιλαΐδων, ο σύζυγός της είχε δεχτεί να πάρει λιγότερη προίκα, πράγμα σημαντικό για μια οικογένεια που ήθελε να παντρέψει την τρίτη κόρη της.

Η Τυμίλα μοιράζεται το κρεβάτι του άνδρα της, όπου ερωτοτροπούν χλιαρά. Ύστερα από τρία άκαρπα χρόνια, είναι απογοητευτικά προφανές ότι η σύλληψη ενός παιδιού θα είναι μια αργή διαδικασία με αβέβαιη έκβαση, και η Τυμίλα θέλει πολύ ένα παιδί. Η ίδια παραδέχεται ότι αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι η ανατροφή μιας κόρης θα της δώσει κάτι να κάνει πέρα από το να υφαίνει, να μαγειρεύει και να κάνει δουλειές του σπιτιού ασταμάτητα, με μόνη συντροφιά την κατσουφιασμένη Φώτιδα.

Ο άντρας της συνήθως γυρίζει αργά στο σπίτι, συχνά αφού νυχτώσει, και τρώει το δείπνο του σιωπηλός προτού αποσυρθεί μαζί της στο κρεβάτι. Η Τυμίλα είναι σίγουρη ότι ο άντρας της έχει ερωμένη, μια γυναίκα πιο κοντά στην ηλικία του, με την οποία κάνει παρέα και συζητά για πράγματα που δεν μπορεί να συζητήσει μαζί της. Ωστόσο, δεν τη δέρνει και της δίνει ένα γενναιόδωρο επίδομα για τα έξοδα του νοικοκυριού, επομένως η Τυμίλα θεωρεί τον εαυτό της τυχερό. Μόνο που δεν αισθάνεται έτσι.

Τώρα όμως κάποιος ενδιαφέρεται για εκείνη, και μάλιστα -ανατριχιάζει από έξαψη στη σκέψη-ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το κορμί της. Όταν ήταν ανύπαντρη, της έλεγαν συχνά ότι ήταν πολύ όμορφη, αλλά μέχρι να συναντήσει τον υπέροχο άγνωστο δεν είχε ονειρευτεί ποτέ της ότι κάποιος θα ήταν τόσο θρασύς ώστε να το πει αυτό σε μια παντρεμένη γυναίκα.

Κοιτάζει πάνω-κάτω τον δρόμο γεμάτη προσδοκία. Κανένας. Στη συνοικία Λίμναι, όπου μένει, οι δρόμοι είναι στενοί, με πολλές στροφές, οπότε, για να παρηγορηθεί η Τυμίλα, σκέφτεται ότι ο άγνωστος μπορεί να κρύβεται κάπου εκεί κοντά. Περιμένει ανυπόμονα, ενώ η Φώτιδα ανοίγει τη βαριά εξώπορτα και βγαίνει στη μικρή αυλή.

Η Τυμίλα ακούει μια απαλή φωνή σχεδόν μέσα στο αυτί της. Αναπηδάει γυρίζοντας από την άλλη και το αδράχτι της πέφτει στο πάτωμα. Ο πανέμορφος άγνωστος είναι δίπλα της και της χαμογελάει. «Α! Πώς μπήκες μέσα;»

Ο άγνωστος μειδιά. «Σκαρφάλωσα στον πίσω τοίχο απ’ το σοκάκι, έτρεξα πάνω στη στέγη και πήδηξα στο μπαλκόνι σου. Σε περιμένω εδώ και ώρα, καίγομαι για σένα».

Αν εξαιρέσουμε τον σύζυγό της, η Τυμίλα δεν έχει βρεθεί ποτέ της τόσο κοντά με άντρα. Ο άντρας της βρομάει ιδρωτίλα ακόμα και τον χειμώνα, ενώ αυτός εδώ έχει το βαθύ, γαλακτώδες άρωμα του σανταλόξυλου. Οι μύες στο στέρνο και την κοιλιά του είναι γεροί και γραμμωμένοι στο άγγιγμά της. Η Τυμίλα νιώθει κακιά, σαν τη θρυλική Κλυταιμνήστρα, που πρόδωσε τον άντρα της, τον Αγαμέμνονα, αλλά το συναίσθημα της είναι ευχάριστο.

«Έλα», τον παροτρύνει. «Δεν έχουμε πολλή ώρα».
Ο άγνωστος τραβιέται πίσω βασανιστικά. «Και ο άντρας σου; Αν γυρίσει και μας πιάσει στα πράσα, μπορεί να με σφάξει επιτόπου ο νόμος του το επιτρέπει».

Η Τυμίλα βάζει τα γέλια στη σκέψη του ηλικιωμένου συζύγου της να ορμάει σε κάποιον πιο ισχυρό αντίπαλο. Ο σύζυγός της δεν θα είχε καμία ελπίδα απέναντι στον μυώδη νεαρό.

«Πιο πολύ θα ‘πρεπε να ανησυχείς για τα ραπανάκια», λέει χαμογελώντας πονηρά. Ένα από τους τρόπους με τους οποίους τιμωρούν παραδοσιακά τους μοιχούς στην Αθήνα, τον οποίο βέβαια δεν έχει δει ποτέ της η χαϊδεμένη Τυμίλα, είναι να σέρνουν τον μοιχό στην Αγορά και να του καίνε τους όρχεις με καυτή στάχτη. Ύστερα τον σοδομίζουν με ένα ραπανάκι, και η τιμωρία αυτή λέγεται «ραφανίδωσις». Αυτό δεν είναι απλώς οδυνηρό για το θύμα, αλλά μπορεί να του προκαλέσει και μόνιμη βλάβη.

Ωστόσο, ο άγνωστος δεν αποθαρρύνεται. Η Τυμίλα εντυπωσιάζεται αλλά δεν εκπλήσσεται καθόλου από την ευκολία με την οποία της βγάζει τον χιτώνα της. Φαίνεται να έχει εμπειρία σ’ αυτό. Παρ’ όλα αυτά, είναι το πιο ωραίο ρούχο της και δεν θέλει να τσαλακωθεί πέφτοντας στο ξύλινο πάτωμα. Τον κρεμάει στο πλαίσιο του αργαλειού και ξαπλώνει σιγά-σιγά κάτω. Ύστερα, ρίχνει μια ματιά πίσω της, περιμένοντας με ανυπομονησία.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Αθηναίων νομικών , η αποπλάνηση είναι χειρότερη από τον βιασμό. Στην περίπτωση του βιασμού, το τραύμα είναι προσωρινό, αλλά η αποπλάνηση απειλεί να αποξενώσει για πάντα μια γυναίκα από τον σύζυγό της. Φυσικά, αυτοί οι νομικοί είναι Αθηναίοι ανδρες, ανίκανοι να βιώσουν οι ίδιοι το τραύμα του βιασμού, οι οποίοι όμως συχνά βασανίζονται στη σκέψη μιας άπιστης συζύγου.

Ένας παντρεμένος Αθηναίος μπορεί νόμιμα να πλαγιάσει με πόρνες ή να διατηρεί μακροχρόνια σχέση με όποια θέλει, αρκεί να μην πρόκειται για Αθηναία πολίτη της καλής κοινωνίας. Ωστόσο, αν μια Αθηναία φιλήσει έναν άντρα που δεν είναι ο σύζυγός της, χωρίς να κάνει τίποτα παραπάνω, τότε διαπράττει «μοιχεία», ακόμα κι αν είναι ανύπαντρη. Με αυτά τα κριτήρια, αυτή τη στιγμή η Τυμίλα διαπράττει μοιχεία. Γι’ αυτό έχει σταθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να δει αμέσως όποιον μπει από την αυλόπορτα.

Ύστερα χύνει αρωματισμένο νερό σε μια λεκάνη για να καθαριστούν και γενικά να ευπρεπιστούν. Για άλλη μια φορά, ο εραστής της αποδεικνύεται εντυπωσιακά έμπειρος και ταχύτατος. Είναι ντυμένος και έτοιμος να φύγει πριν προλάβει η Τυμίλα να σηκώσει από κάτω τον χιτώνα της. Ρίχνει μια τελευταία ματιά ολόγυρα στο δωμάτιο μπας κι έχει ξεχάσει κάτι που ίσως να τον προδώσει και πηγαίνει γρήγορα στο μπαλκόνι, αγνοώντας την Τυμίλα.

Έχει ήδη κρεμαστεί από ένα από τα ξύλινα δοκάρια της οροφής, όταν εκείνη τον ρωτάει: «Θα σε ξαναδώ;» Η Τυμίλα δεν ξέρει στ’ αλήθεια ούτε η ίδια τι απάντηση θέλει να ακούσει. Ο άγνωστος σκύβει προς το μέρος της κι εκείνη παρατηρεί τους εντυπωσιακά φουσκωμένους και μαυρισμένους δικέφαλούς του. Το χαμόγελό του είναι αγγελικό.
«Όχι», της λέει και φεύγει.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου