Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Δ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1201 - 1204)

Η Δ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ

Γενικά - Εισαγωγή

Η Δ' Σταυροφορία (1201 - 1204) είχε στόχο την κατάληψη της Ιερουσαλήμ μέσω μιας εισβολής στην Αίγυπτο, αλλά παρέκκλινε από το στόχο της και οι Σταυροφόροι κατέλαβαν τελικά την Κωνσταντινούπολη, καταλύοντας τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ιδρύοντας τη Λατινική Αυτοκρατορία. Ως ιστορικό γεγονός, η Δ' Σταυροφορία αποτέλεσε ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ιστορικό φαινόμενο, το οποίο υπήρξε αποτέλεσμα διάφορων συμφερόντων και συναισθημάτων: θρησκευτικά αισθήματα, ελπίδες των Σταυροφόρων για ηθική ανταμοιβή και επιθυμία για κέρδη και περιπέτειες και υλικά κέρδη από την άλλη πλευρά...

Όμως, η επικράτηση των υλικών συμφερόντων, η οποία ήταν αισθητή και στις προηγούμενες Σταυροφορίες, εκδηλώθηκε ξεκάθαρα κατά την Δ’ Σταυροφορία με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204.

Η Πολιτική Κατάσταση Πριν την Έναρξη της Δ' Σταυροφορίας

Οι Άγιοι Τόποι

Την εποχή εκείνη η Παλαιστίνη ανήκε στην Αιγυπτιακή δυναστεία των Αγιουβιδών. Μετά τον θάνατο όμως του Σαλαδίνου (Μάρτιος 1193), τα μέλη της δυναστείας ήλθαν σε εμφύλια σύγκρουση. Η εξέλιξη αυτή φαίνονταν ότι ήταν ευνοϊκή για την επιτυχή έκβαση μιας επικείμενης Σταυροφορίας.

Μάλιστα την εποχή εκείνη στα χέρια των Σταυροφόρων είχαν μείνει μόνο, δύο αξιόλογες πόλεις: η Αντιόχεια (στη Συρία) και η Τρίπολη (στην Παλαιστίνη), καθώς και ένα παραλιακό κάστρο, η Άκρα. Ήταν επομένως επιτακτική η κήρυξη Σταυροφορίας για την επανάκτηση των υπόλοιπων Αγίων Τόπων (κυρίως των Ιεροσολύμων).
 
Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία

Τo έτoς πριν την έναρξη της Δ' Σταυροφορίας στο Βυζάντιο επικρατούσε γενικός αναβρασμός και ατμόσφαιρα εμφυλίου πολέμου, η οποία οφειλόταν στις ανεπαρκείς ικανότητες τις Αυτοκρατορικής δυναστείας των Αγγέλων. Στην Πελοπόννησο, ο τοπικός άρχοντας Λέων Σγουρός είχε αποστατήσει, και με έδρα το Άργος επέκτεινε την κυριαρχία του βόρεια, μέχρι την κεντρική Εύβοια και τη Λάρισα. Στη Ρόδο αποστάτησε ο τοπικός άρχοντας, Λέων Γαβαλάς. 

Στην Μικρά Ασία σημαντικό υπήρξε το κίνημα του Θεόδωρου Λάσκαρη στη Βιθυνία. Στον Πόντο, τον Απρίλιο του 1204, η Τραπεζούντα καταλήφθηκε με Γεωργιανό στρατό από τον εγγονό του Ανδρόνικου, Αλέξιο Α', ο οποίος ίδρυσε εκεί στη συνέχεια την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Η περιοχή της Σμύρνης, είχε αποσπαστεί από το Βυζάντιο από το 1198. Η περιοχή της Φιλαδέλφειας το 1203 αποστάτησε με επικεφαλής τον τοπικό της άρχοντα. Η Αττάλεια είχε και αυτή ανεξάρτητο δικό της κυβερνήτη, κάποιον Ιταλό τυχοδιώκτη. Η άλλοτε ισχυρή κεντρική εξουσία της Αυτοκρατορίας ήταν πια σκιώδης.
 
Η Δύση μετά την Γ’ Σταυροφορία

Κατά τα τέλη του 12ου αιώνα και κυρίως την εποχή που Αυτοκράτορας της (Γερμανικής) Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Ερρίκου Στ', η επιρροή των Γερμανών ήταν αισθητή στην Ιταλία, ενώ τα σχέδια του απειλούνταν από το Βυζάντιο. Ο νέος Πάπας, που εξελέγη το 1198, Ιννοκέντιος Γ', έστρεψε την προσοχή του στην πλήρη αποκατάσταση της παπικής εξουσίας, στην οποία αποτελούσαν εμπόδιο οι εκάστοτε Γερμανοί Αυτοκράτορες και στην τοποθέτησή του ως αρχηγού κατά του Ισλάμ σε επικείμενη Σταυροφορία. 

Οι πόλεις της Ιταλίας, αντιδρώντας στην Γερμανική επιρροή, βρίσκονταν στο πλευρό του Πάπα. Θεωρώντας ως εχθρό του Παπισμού και της Ιταλίας την Γερμανική Αυτοκρατορική δυναστεία των Χοενστάουφεν, ο Πάπας άρχιζε να υποστηρίζει την αντίπαλη φατριά του Όθωνα του Μπράουνσβαϊχ. 

Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας, Αλέξιος Γ’ πιστεύοντας πως θα μπορούσε να αποτελέσει το Βυζάντιο ένα κοσμικό κράτος, απέστειλε επιστολή στον Πάπα λέγοντας ότι μονό αυτός, ως απόγονος της γνήσιας οικουμενικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θα ήταν δυνατό να επιβληθεί πολιτικά σε όλο τον δυτικό κόσμο. Στην πραγματικότητα, η πολύπλοκη εσωτερική και εξωτερική κατάσταση του Βυζαντίου δεν άφηνε καμία ελπίδα για την επιτυχία τόσο φιλόδοξων σχεδίων.

Προπαρασκευή

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της Δ’ Σταυροφορίας δύο χαρακτήρες έπαιξαν σημαντικό ρόλο: ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ ως αντιπρόσωπος του πνευματικού παράγοντα και ο δόγης Ερρίκος Δάνδολος, ως εκπρόσωπος του κοσμικού παράγοντα, που έδινε προτεραιότητα στους υλιστικούς εμπορικούς σκοπούς. Ο κόμης Θεοβάλδος Γ' της Καμπανίας εξελέγη αρχηγός του στρατού των Σταυροφόρων, αλλά πέθανε ξαφνικά πριν αρχίσει η Σταυροφορία. Ως νέος ηγέτης εκλέχθηκε ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός, έτσι η αρχηγία περιήλθε σε Ιταλό πρίγκιπα.

Προηγούμενα Γεγονότα

Μετά την αποτυχία της Γ' Σταυροφορίας, δεν υπήρχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην Ευρώπη για μια νέα Σταυροφορία ενάντια στους Μωαμεθανούς. Η Ιερουσαλήμ ήταν κάτω από τον έλεγχο της δυναστείας των Αγιουβιδών, οι οποίοι κυβερνούσαν όλη τη Συρία και την Αίγυπτο εκτός από μερικές πόλεις στην ακτή, τις οποίες ήλεγχε ακόμη, το σταυροφορικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, με πρωτεύουσά του την Άκρα. Η Γ' Σταυροφορία είχε επίσης εγκαθιδρύσει ένα Βασίλειο στην Κύπρο.
 

Η Δ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

Το Χρονικό της Σταυροφορίας 

Τον Νοέμβριο του 1199, ο Κόμης Thibaut της Champagne κάλεσε τους φίλους και τους γείτονές του σε ένα κονταροχτύπημα στον πύργο του στο Ecri επί του Aisne. Όταν τελείωσαν τ' αγωνίσματα, η συνομιλία μεταξύ των αρχόντων γύρισε στην ανάγκη μιας νέας Σταυροφορίας. Ήταν ένα ζήτημα για το οποίο ο κόμης ενδιαφερόταν πολύ, επειδή ήταν ανιψιός του Λεοντόκαρδου και του Philip Augustus και αδελφός του κόμη Henry που είχε βασιλεύσει στην Παλαιστίνη. 

Σύμφωνα με δική του υπόδειξη, κάλεσαν έναν περιοδεύοντα ιεροκήρυκα, τον Fulk de Neuilly, να μιλήσει στους προσκεκλημένους. Ενθουσιασμένη από την ευγλωττία του, ολόκληρη η ομήγυρη υποσχέθηκε να πάρει το σταυρό. Ένας αγγελιαφόρος ξεκίνησε για να αναφέρει την ευλαβή απόφαση στον Πάπα. Ο Innocent III ήταν στον Παπικό θρόνο επί ένα έτος και κάτι. Τον κατείχε με πάθος η φιλοδοξία να επιβάλει την υπερβατική εξουσία της Αγίας Έδρας, αλλά συγχρόνως ήταν συνετός, με ευρείες βλέψεις, με καθαρό μυαλό, ένας δικηγόρος που ήθελε νομική βάση για τις διεκδικήσεις του και ένας πολιτικός έτοιμος να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε όργανο εύρισκε πρόχειρο. 

Είχε ανησυχήσει από την κατάσταση στην Ανατολή. Μια από τις πρώτες του πράξεις ήταν να εκφράσει δημοσία την επιθυμία του για μια νέα Σταυροφορία, και το 1199 έγραψε στον Πατριάρχη Aymar της Ιερουσαλήμ να του ζητήσει μια λεπτομερή έκθεση για το Φραγκικό βασίλειο. Οι βασιλείς της Ιερουσαλήμ ήσαν υποτελείς του και η επιθυμία του να τους βοηθήσει είχε αυξηθεί από τη δραστήρια πολιτική του αυτοκράτορα Henry VI, η εκ μέρους του οποίου απονομή στεμμάτων στην Κύπρο και στην Αρμενία ήταν μια έμμεση πρόκληση κατά της παπικής εξουσίας σ' αυτές τις περιοχές. 

Η πείρα είχε αποδείξει ότι βασιλείς και Αυτοκράτορες δεν ήσαν εξαιρετικά επιθυμητοί σε σταυροφορικές εκστρατείες. Η μόνη Σταυροφορία που σημείωσε πλήρη επιτυχία ήταν η Πρώτη, στην οποία δεν είχε συμμετάσχει κανένα εστεμμένο κεφάλι. Μια Σταυροφορία από Βαρόνους, κατά το μέλλον, θα απέφευγε τις βασιλικές και εθνικές αντιζηλίες που τόσο είχαν βλάψει τη Δεύτερη και την Τρίτη Σταυροφορία. Οι ζηλοτυπίες που θα προέκυπταν θα ήσαν μικρές και θα μπορούσαν εύκολα να διευθετηθούν από έναν ικανό Παπικό αντιπρόσωπο. Γι' αυτό το λόγο ο Innocent δέχτηκε θερμά την είδηση από την Champagne. 

Το κίνημα που άρχισε ο Thibaut όχι μόνο θα έφερνε ουσιαστική βοήθεια στην Ανατολή, αλλά επίσης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση της ενότητας της Χριστιανοσύνης υπό τη Ρώμη. Η στιγμή ήταν καλά διαλεγμένη για την Αγία Έδρα. Όπως κατά την εποχή της Πρώτης Σταυροφορίας, δεν υπήρχε Αυτοκράτωρ στη Δύση σε θέση να επέμβει. Ο θάνατος του Henry VI τον Σεπτέμβριο του 1197, είχε απαλλάξει την Εκκλησία από έναν πολύ πραγματικό κίνδυνο. Ως γιος του Frederick Barbarossa και σύζυγος της κληρονόμου της Σικελίας, της οποίας η κληρονομιά ήταν σταθερά στα χέρια του από το 1194, ο Henry ήταν ισχυρότερος από κάθε άλλον ηγεμόνα μετά τον Καρλομάγνο.

Είχε μεγάλη αίσθηση αυτού του αξιώματος και είχε σχεδόν κατορθώσει να το καθιερώσει επί κληρονομικής βάσεως. Η απονομή στεμμάτων στην Ανατολή και η απαίτησή του για υποτέλεια εκ μέρους του αιχμάλωτου Λεοντόκαρδου, έδειξε ότι θεωρούσε τον εαυτό του ως "Βασιλέα Βασιλέων". Δεν έκρυβε το μίσος του για το Βυζάντιο, την αρχαία Αυτοκρατορία, της οποίας οι παραδόσεις βρίσκονταν σε ψηλότερο επίπεδο από τις δικές του, ούτε το σκοπό του να πραγματοποιήσει μια Νορμανδική πολιτική για την ίδρυση μιας Μεσογειακής κυριαρχίας η οποία περιλάμβανε μέσα της την καταστροφή του Βυζαντίου. 

Μια Σταυροφορία ήταν αναπόφευκτο μέρος αυτής της πολιτικής. Καθ' όλη τη διάρκεια του 1197 κατάρτισε με προσοχή τα σχέδιά του. Το Γερμανικό εκστρατευτικό σώμα που αποβιβάστηκε αυτό το χρόνο στην Acre επρόκειτο να είναι ο πρόδρομος ενός μεγαλύτερου στρατού τον οποίο θα διοικούσε ο ίδιος. Ο Πάπας Celestine III, ένας φοβισμένος και αναποφάσιστος άνθρωπος, είχε στενοχωρηθεί αλλά δεν έκανε καμία απόπειρα να τον αποτρέψει, αν και του συνέστησε να μην εκδηλώσει άμεση επίθεση κατά της Κωνσταντινουπόλεως, με τον Αυτοκράτορα της οποίας διαπραγματευόταν για ένωση των εκκλησιών. 

Αν ο Henry δεν πέθαινε ξαφνικά στη Μεσσήνη σε ηλικία τριάντα δύο ετών, όταν ακριβώς ετοίμαζε μια μεγάλη αρμάδα για να κατακτήσει την Ανατολή, είναι πιθανόν να κατόρθωνε να γίνει κυρίαρχος όλης της Χριστιανοσύνης. Ο Πάπας Celestine πέθανε λίγους μήνες μετά τον Αυτοκράτορα. Γι' αυτό το λόγο ο Innocent III βρέθηκε χωρίς λαϊκό αντίζηλο κατά την ανάρρησή του. Η χήρα Αυτοκράτειρα Constance έθεσε το Σικελικό της βασίλειο και το μικρό γιο της Frederick υπό τις φροντίδες του. Στη Γερμανία, όπου ο γεννημένος στη Σικελία πρίγκιπας ήταν άγνωστος, ο αδελφός του Henry, Philip της Swabia, κατέλαβε τις οικογενειακές χώρες και διεκδικούσε την Αυτοκρατορία.
 
 
Βρήκε ότι οι εχθροί των Hohenstaufen μόνο προσωρινά είχαν υποχωρήσει. Ο οίκος των Welf πρόβαλε έναν αντίζηλο υποψήφιο, τον Otto von Brunswick. Ο Richard της Αγγλίας είχε σκοτωθεί το Μάρτιο του 1199 και ο αδελφός του Ιωάννης και ο ανιψιός του Αρθούρος διεκδικούσαν την κληρονομιά, με τον βασιλέα Philip της Γαλλίας να παίρνει ενεργό μέρος στη φιλονικία. Με τους βασιλείς της Γαλλίας και της Αγγλίας απασχολημένους κατ' αυτόν τον τρόπο, με τη Γερμανία ταρασσόμενη από εμφύλιο πόλεμο και την παπική εξουσία αποκατεστημένη στη νότια Ιταλία, ο Innocent μπορούσε να προχωρήσει με εμπιστοσύνη στην κήρυξη της Σταυροφορίας του. 

Ως προκαταρκτικό βήμα, άρχισε διαπραγματεύσεις με τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Αλέξιο III για την ένωση των εκκλησιών. Στη Γαλλία ο κυριότερος πράκτωρ του πάπα ως ιεροκήρυκας ήταν ο περιοδεύων Fulk de Neuilly ο οποίος από καιρό επιζητούσε να εμπνεύσει μια σταυροφορία. Ήταν διάσημος για την αφοβία του μπροστά σε ηγεμόνες, όπως όταν διέταξε τον βασιλέα Richard να εγκαταλείψει την αλαζονεία, τη φιλαργυρία και τη φιληδονία του. Κατ' απαίτηση του πάπα περιήλθε τη χώρα πείθοντας τον κόσμο της υπαίθρου ν' ακολουθήσει τους κυρίους του στον Ιερό Πόλεμο. 

Στη Γερμανία, τα κηρύγματα του Μαρτίνου του Pairis ενέπνεαν σχεδόν εξ ίσου τις ίδιες διαθέσεις, αν και εκεί οι ευγενείς ήσαν πολύ βαθιά μπλεγμένοι στον εμφύλιο πόλεμο ώστε να του αφιερώσουν πολλή προσοχή. Αλλά ούτε ο Fulk ούτε ο Μαρτίνος εξήγειραν τον ίδιο ενθουσιασμό με τους ιεροκήρυκες της Πρώτης Σταυροφορίας. Η στρατολογία γινόταν με μεγαλύτερη τάξη και κυρίως περιοριζόταν στους εξαρτώμενους από τους Βαρόνους που είχαν πάρει το Σταυρό και πολλοί από αυτούς τους Βαρόνους είχαν παρακινηθεί όχι τόσο από ευλάβεια όσο από την επιθυμία ν' αποκτήσουν άλλα εδάφη, μακριά από την αυστηρή πειθαρχική δραστηριότητα του βασιλέως Philip Augustus. 

Ο Thibaut της Champagne έγινε γενικά αποδεκτός ως αρχηγός της κινήσεως. Μαζί του ήσαν ο Baldwin IX του Hainault, κόμης of Flanders, και ο αδελφός του Henry, ο Louis κόμης of Blois, ο Godfrey III του Le Perche και ο Simon IV de Montfort και οι αδελφοί τ ων Enguerrand de Boves, Reynald de Νταμπιέρ και Geoffry Villehardouin και πολλοί κατώτεροι άρχοντες από τη βόρεια Γαλλία και τις Κάτω Χώρες. Ο επίσκοπος του Autun ανάγγειλε τη συμμετοχή του με μία ομάδα ιπποτών από την Ωβέρνη. 

Στη Ρηνανία, ο επίσκοπος της Halberstadt και ο κόμης von Katznellenbogen πήραν το σταυρό με πολλούς από τους γείτονές των. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν ευθύς αμέσως διάφοροι μεγιστάνες της βόρειας Ιταλίας, με επικεφαλής τον Boniface μαρκήσιο de Montferrat, του οποίου η συμμετοχή προκάλεσε στον πάπα Innocent τις πρώτες δυσπιστίες για την όλη περιπέτεια· γιατί οι πρίγκιπες de Montferrat ήσαν πιστοί φίλοι και σύμμαχοι των Hohenstaufen.

Η εκστρατεία δεν μπορούσε να οργανωθεί γρήγορα. Το πρώτιστο πρόβλημα ήταν να βρουν πλοία για να τη μεταφέρουν στην Ανατολή· επειδή με την παρακμή του Βυζαντίου, ο χερσαίος δρόμος μεσ' από τη Βαλκανική και την Ανατολία δεν ήταν πλέον χρησιμοποιήσιμος. Αλλά κανένας από τους σταυροφόρους δεν είχε στόλο στη διάθεσή του, εκτός από τον κόμητα της Φλάνδρας· και ο Φλαμανδικός στόλος είχε πλεύσει μόνος του στην Παλαιστίνη υπό τη διοίκηση του Ιωάννου de Νεσλ.

Κατόπιν ήταν το ζήτημα της γενικής στρατηγικής. Ο Richard ο Λεοντόκαρδος είχε πει τη γνώμη του όταν έφυγε από την Παλαιστίνη ότι η Αίγυπτος ήταν το πρώτο σημείο της Σαρακηνής Αυτοκρατορίας. Τελικά αποφασίστηκε ότι η Αίγυπτος έπρεπε να είναι ο αντικειμενικός σκοπός της Σταυροφορίας. Το έτος 1200 ξοδεύτηκε σε διάφορες διαπραγματεύσεις, επί των οποίων ο Innocent προσπάθησε να διατηρήσει κάποιον έλεγχο. Το Μάρτιο του 1201 ο Thibaut της Champagne πέθανε ξαφνικά· και η Σταυροφορία διάλεξε ως αρχηγό στη θέση του τον Boniface de Montferrat. Ήταν μία φυσική εκλογή. 

Ο οίκος των Montferrat είχε σημαντικές σχέσεις με την Ανατολή. Ο πατέρας του Boniface, William είχε πεθάνει ως Παλαιστίνιος Βαρόνος. Από τους αδελφούς του, ο William είχε παντρευτεί τη Sibylla της Ιερουσαλήμ και υπήρξε ο πατέρας του μικρού βασιλέως Baldwin V· ο Renier είχε παντρευτεί την κόρη του Αυτοκράτορα Μανουήλ και είχε δολοφονηθεί στην Κωνσταντινούπολη και ο Conrad υπήρξε ο σωτήρας της Τύρου, ο κυβερνήτης των Αγίων Τόπων και ο πατέρας της παρούσης κληρονόμου.
 
 
Αλλά ο διορισμός του να διοικήσει τους σταυροφόρους προήλθε από την επιρροή του Πάπα Innocent. Ο Boniface ήρθε στη Γαλλία τον Αύγουστο του 1201 και συναντήθηκε με τους ανώτερους συναδέλφους του στη Soissons, όπου αυτοί επικύρωσαν την αρχηγία του. Από εκεί συνέχισε το ταξίδι του στη Γερμανία για να περάσει τους χειμερινούς μήνες με τον παλιό του φίλο Philip της Swabia. Ο Philip της Swabia ενδιαφερόταν κι αυτός για τις ανατολικές υποθέσεις αλλά μάλλον για το Βυζάντιο παρά για τη Συρία. 

Συμμεριζόταν πλήρως την αντιπάθεια που η δυναστεία του αισθανόταν προς τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες. Περίμενε να γίνει σύντομα Αυτοκράτωρ της Δύσεως και ήθελε να πραγματοποιήσει ολόκληρο το πρόγραμμα του αδελφού του Henry. Είχε επί πλέον προσωπικό σύνδεσμο με το Βυζάντιο. Όταν ο Henry VI κατέκτησε τη Σικελία, μεταξύ των αιχμαλώτων του ήταν και η νεαρή χήρα του καθαιρεθέντος Σικελού διαδόχου Roger, Ειρήνη Αγγελίνα, κόρη του Αυτοκράτορα Ισαακίου Αγγέλου, και την έδωσε ως σύζυγο στον Philip. 

Ήταν γάμος από έρωτα και από τον έρωτά του προς αυτή, ο Philip βρέθηκε μπλεγμένος στις δυναστικές έριδες των Αγγέλων. Λίγους μήνες μετά το γάμο του Philip, ο πεθερός του Ισαάκος έχασε το θρόνο του. Η εξουσία δεν είχε αυξήσει τις ικανότητες του Ισαακίου. Οι αξιωματούχοι του ήσαν διεφθαρμένοι και ανεξέλεγκτοι και ο ίδιος πολύ πιο σπάταλος παρ' ό,τι η φτωχή του Αυτοκρατορία μπορούσε να σηκώσει. Είχε χάσει τη μισή Βαλκανική χερσόνησο από ένα ρωμαλέο και απειλητικό Βλαχο-Βουλγαρικό βασίλειο.

Οι Τούρκοι ως το θάνατο του Kilidj Arslan II το 1192, αποσπούσαν συνεχώς εδάφη στην Ανατολία και είχαν αποκόψει το Βυζάντιο από τη νότια ακτή κι από τη Συρία. Όλο και περισσότερα εμπορικά προνόμια είχαν πουληθεί στους Ιταλούς για μετρητό χρήμα. Η επιδεικτική και χωρίς διακριτικότητα λαμπρότητα των γάμων του Αυτοκράτορα με την Ουγγαρέζα πριγκίπισσα Μαργαρίτα, εξαγρίωσε τους βαρύτατα φορολογούμενους υπηκόους του. Η ίδια του η οικογένεια άρχισε να τον εγκαταλείπει και το 1195 ο αδελφός του Αλέξιος οργάνωσε μια επιτυχή ανακτορική συνωμοσία. Ο Ισαάκος τυφλώθηκε και ρίχτηκε στη φυλακή μαζί με το γιο του, το νεώτερο Αλέξιο. 

Ο νέος Αυτοκράτωρ, Αλέξιος III, ήταν λίγο ικανότερος από τον αδελφό του. Έδειξε κάποια διπλωματική δραστηριότητα, επιδιώκοντας τη φιλία του Πάπα με την προσφορά συνομιλιών για εκκλησιαστική ένωση -μια φιλία η οποία θα μπορούσε να τον προστατεύσει από μία επίθεση του Henry VI- και οι ραδιουργίες του συνετέλεσαν στο να διατηρήσουν τους Σελτζούκους ηγεμόνες διηρημένους. Αλλά οι εσωτερικές υποθέσεις είχαν αφεθεί στη σύζυγό του Ευφροσύνη, η οποία ήταν το ίδιο σπάταλη και την υπηρετούσαν οι υπάλληλοι του κράτους κατά τον ίδιο διεφθαρμένο τρόπο όπως και τον ανδράδελφό της Ισαάκιο.

Περί τα τέλη του 1201, ο νέος Αλέξιος, ο γιος του Ισαακίου, διέφυγε από τη φυλακή του στην Κωνσταντινούπολη και κατευθύνθηκε στην αυλή της αδελφής του στη Γερμανία. Ο Philip τον δέχτηκε καλά και τον γνώρισε με τον Boniface de Montferrat. Οι τρεις τους έκαναν συμβούλιο. Ο Αλέξιος ήθελε να πάρει το θρόνο του πατέρα του. Ο Philip ήταν πρόθυμος να τον βοηθήσει προς τον σκοπό να κάνει την ανατολική Αυτοκρατορία υποτελή στη δυτική. Ο Boniface είχε ένα σταυροφορικό στρατό στη διάθεσή του. Δεν θα ήταν ένα πλεονέκτημα για τη Σταυροφορία αν σταματούσε στο δρόμο της για να εκθρονίσει ένα φιλικό προς αυτήν ηγεμόνα στην Κωνσταντινούπολη.

Οι σταυροφόροι στο μεταξύ αναζητούσαν μεταφορικά μέσα για το ταξίδι των δια θαλάσσης. Στις αρχές του 1201, ενώ ο κόμης της Champagne ζούσε ακόμη, άρχισαν διαπραγματεύσεις με την Ενετία και έστειλαν τον Geoffrey Villehardouin εκεί για να κανονίσει τους όρους. Τον Απρίλιο υπεγράφη μια συνθήκη μεταξύ του Godfrey και των Ενετών. Αντί 85000 ασημένιων μάρκων της Κολωνίας, η Βενετία δεχόταν να εφοδιάσει τους σταυροφόρους από τις 28 Ιουνίου 1202 με μεταφορικά μέσα και τρόφιμα επί ένα χρόνο για 4500 ιππότες και τα άλογά τους, 9000 ακολούθους και 20000 πεζούς. 

Επί πλέον η δημοκρατία θ α διέθετε πενήντα γαλέρες για να συνοδεύσουν τη Σταυροφορία, υπό τον όρο ότι οι μισές από τις κατακτήσεις θα δίνονταν στην Ενετία. Μόλις έγινε η συμφωνία, οι σταυροφόροι εκλήθησαν να συγκεντρωθούν στη Βενετία, έτοιμοι ν' αποπλεύσουν για την Αίγυπτο. Μερικοί σταυροφόροι υποψιάστηκαν τη συνθήκη. Ο επίσκοπος του Autun πήρε την ομάδα του και πήγε κατ' ευθείαν από τη Μασσαλία στην Συρία. Άλλοι, υπό τον Reynald de Νταμπιέρ, ανυπομονούσαν για την αργοπορία στη Βενετία και κανόνισαν μόνοι των να πλεύσουν στην Acre.
 
 
Υπήρξε επίσης κάποια δυσαρέσκεια μεταξύ των ταπεινότερων σταυροφόρων για την απόφαση να επιτεθούν κατά της Αιγύπτου. Αυτοί είχαν καταταγεί για ν' απελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους και δεν μπορούσαν να καταλάβουν την έννοια που θα είχε να πάνε οπουδήποτε αλλού. Η δυσαρέσκειά των ενθαρρυνόταν αθόρυβα από τους Ενετούς, οι οποίοι δεν είχαν διάθεση να δώσουν βοήθεια για επίθεση κατά της Αιγύπτου. Ο al-Adil είχε αντιληφθεί καλά τα πλεονεκτήματα που παρείχε στις κτήσεις του το εμπόριο με την Ευρώπη και μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου είχε προσφέρει αξιόλογες εμπορικές παραχωρήσεις στις Ιταλικές πόλεις. 

Την ίδια στιγμή που η Ενετική κυβέρνηση διαπραγματευόταν με τους σταυροφόρους για τη μεταφορά των δυνάμεών των, οι πρέσβεις της βρίσκονταν στο Κάιρο σχεδιάζοντας μια εμπορική συμφωνία με τον αντιβασιλέα του Σουλτάνου, ο οποίος υπέγραψε μια συνθήκη μαζί τους την άνοιξη του 1202, αφού ειδικοί απεσταλμένοι που είχαν σταλεί από τον al-Adil στη Βενετία είχαν πάρει τη διαβεβαίωση από τον Δόγη ότι δεν θα υποστήριζε εκστρατεία εναντίον της Αιγύπτου.

Είναι αβέβαιο αν οι σταυροφόροι κατάλαβαν τις λεπτότητες της Ενετικής διπλωματίας. Αλλά αν κανείς από αυτούς υποψιάστηκε ότι τους είχαν γελάσει, δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Η συνθήκη τους με την Ενετία τους έθεσε εντελώς στην εξουσία της· γιατί δεν μπορούσαν να βρουν τις 85000 μάρκα που είχαν υποσχεθεί. Τον Ιούνιο του 1202 ο στρατός είχε συγκεντρωθεί· αλλά επειδή δεν πληρώνονταν τα χρήματα η δημοκρατία δεν διέθετε τα πλοία. 

Στρατοπεδευμένοι στο μικρό νησί του Αγίου Νικολάου του Λίντο, πιεζόμενοι από τους Ενετούς εμπόρους με τους οποίους είχαν συνάψει χρέη, απειλούμενοι ότι τα εφόδιά τους θα έπαυαν εντελώς να χορηγούνται αν δεν κατέβαλλαν τα χρήματα, οι σταυροφόροι ήσαν πρόθυμοι τον Σεπτέμβριο να δεχτούν οποιουσδήποτε όρους θα επέβαλε η Ενετία. Ο Boniface, ο οποίος ενώθηκε μαζί τους εκείνο το καλοκαίρι, ύστερ' από μία μη ικανοποιητική επίσκεψη στον πάπα στη Ρώμη, ήταν ήδη έτοιμος να συνεργασθεί με τους Ενετούς.

Επί μερικές δεκαετίες κατά το παρελθόν υπήρξε ένας διαλείπων πόλεμος μεταξύ της Δημοκρατίας και του βασιλέως της Ουγγαρίας για τον έλεγχο της Δαλματίας, και η πόλη-κλειδί τής Ζάρας είχε πρόσφατα περάσει στην κατοχή της Ουγγαρίας. Οι σταυροφόροι τώρα ειδοποιήθηκαν ότι η εκστρατεία μπορούσε ν' αρχίσει και η τακτοποίηση τού χρέους ν' αναβληθεί, αν θα ήθελαν να μετάσχουν σε μια προκαταρκτική εκστρατεία για την ανάκτηση της Ζάρας. Ο Πάπας, όταν άκουσε για την πρόταση, έστειλε αμέσως ν' απαγορεύσει την αποδοχή της. 

Αλλ' ό,τι και αν σκέφτονταν για την ηθική της, οι σταυροφόροι δεν μπορούσαν παρά να συμμορφωθούν με αυτή. Η ρύθμιση είχε γίνει στα παρασκήνια μεταξύ του Boniface de Montferrat, ο οποίος είχε ελάχιστους Χριστιανικούς δισταγμούς, και του δόγη της Ενετίας Henry Dandolo. Ο Dandolo ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος άνθρωπος, αλλά η ηλικία δεν είχε σβήσει την ενεργητικότητα και τη φιλοδοξία του. Πριν από τριάντα περίπου χρόνια είχε πάει με μια πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε μπλέξει σε έναν καυγά και είχε χάσει εν μέρει την όρασή του. 

Η εξ αυτού του γεγονότος μνησικακία του κατά των Βυζαντινών είχε αυξηθεί όταν, λίγο μετά την αναρρίχησή του στο δουκικό αξίωμα, το 1193, συνάντησε μερικές δυσκολίες από τον Αυτοκράτορα Αλέξιο III για την ανανέωση των ευνοϊκών εμπορικών όρων που είχαν παραχωρηθεί στους Ενετούς από τον Αυτοκράτορα Ισαάκιο. Γι' αυτό ήταν πρόθυμος να συζητήσει με τον Boniface σχέδια για μια εκστρατεία κατά της Κωνσταντινουπόλεως. 

Αλλά επί του παρόντος έπρεπε να τηρηθεί το πρόσχημα της Σταυροφορίας. Ευθύς ως ενεκρίθη η επίθεση κατά της Ζάρας έγινε μια επίσημη τελετή στη μητρόπολη του Αγίου Μάρκου, όπου ο δόγης, με τους ανωτέρους συμβούλους του, πήραν επιδεικτικά το σταυρό. Ο στόλος απέπλευσε από τη Βενετία στις 8 Νοεμβρίου 1202 και έφθασε στη Ζάρα δύο ημέρες αργότερα. Ύστερ' από μία σφοδρή έφοδο, η πόλη συνθηκολόγησε στις 15 και λεηλατήθηκε απ' άκρου εις άκρον. Τρεις μέρες αργότερα οι Ενετοί και οι Σταυροφόροι ήρθαν σε σύγκρουση κατά τη διανομή των λαφύρων, αλλά η ειρήνη αποκαταστάθηκε.
 
 
Ο δόγης και ο Boniface έκριναν τότε ότι ήταν πολύ αργά και πλησίαζε ο χειμώνας για να διακινδυνεύσουν ταξίδι στην Ανατολή. Το εκστρατευτικό σώμα εγκαταστάθηκε στη Ζάρα για να ξεχειμωνιάσει ενώ οι αρχηγοί του σχεδίαζαν τις μελλοντικές επιχειρήσεις. Όταν η είδηση της λεηλασίας της Ζάρας έφθασε στη Ρώμη, ο πάπας Innocent έμεινε άναυδος. Ήταν απαράδεκτο μια Σταυροφορία, παρά τις διαταγές του, να χρησιμοποιηθεί για επίθεση στα εδάφη ενός πιστού τέκνου της εκκλησίας. Αφόρισε ολόκληρο το εκστρατευτικό σώμα. 

Κατόπιν, αντιληφθείς ότι οι σταυροφόροι υπήρξαν θύματα εκβιασμού, τους συγχώρησε αλλά διατήρησε τον αφορισμό στους Ενετούς. Ο Dandolo παρέμεινε ατάραχος. Δια μέσου του Boniface, βρισκόταν ήδη σε επαφή με τον Philip της Swabia, ένα συνάδελφο στον αφορισμό. Στις αρχές του 1203, ήρθε ένας αγγελιαφόρος από τη Γερμανία στη Ζάρα εκ μέρους του Philip στον Boniface με μια οριστική προσφορά του γυναικάδελφου του Αλεξίου. 

Αν η Σταυροφορία θα πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη και θα τοποθετούσε τον Αλέξιο στον Αυτοκρατορικό θρόνο, τότε ο Αλέξιος θ' αναλάμβανε να πληρώσει στους σταυροφόρους τα χρήματα που εξακολουθούσαν να χρωστούν στους Ενετούς θα τους εφοδίαζε με τ' απαιτούμενα χρήματα και εφόδια για την κατάκτηση της Αιγύπτου, και θα πρόσθετε ένα στρατιωτικό σώμα 10.000 ανδρών από τον Βυζαντινό στρατό, θα πλήρωνε για τη συντήρηση πεντακοσίων ιπποτών που θα παρέμεναν στους Αγίους Τόπους και θα εξασφάλιζε την υποταγή της εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως στη Ρώμη. 

Ο Boniface ανέφερε το ζήτημα στον Dandolo, ο οποίος ενθουσιάστηκε. Αυτό σήμαινε ότι η Ενετία θα έπαιρνε τα χρήματά της και συγχρόνως θα ταπείνωνε τους Έλληνες και θα μπορούσε να ευρύνει και να ενισχύσει τα εμπορικά της προνόμια σ' ολόκληρη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η επίθεση κατά της Αιγύπτου θα μπορούσε εύκολα ν' αναβληθεί γι' αργότερα. Όταν η πρόταση ετέθη υπόψη των σταυροφόρων, υπήρξαν μερικοί που αντέδρασαν, όπως ο Reynald του Μονμιράιγ, ο οποίος θεωρούσε ότι είχαν πάρει το σταυρό για να πολεμήσουν εναντίον των μωαμεθανών και δεν έβλεπε καμία δικαιολογία για άλλη αργοπορία. 

Εγκατέλειψαν το στρατό και έπλευσαν στη Συρία. Άλλοι παρέμειναν με το στρατό διαμαρτυρόμενοι· άλλοι πάλι σώπασαν με επίκαιρες Ενετικές δωροδοκίες. Αλλά ο μέσος σταυροφόρος είχε διδαχθεί να πιστεύει ότι το Βυζάντιο υπήρξε συνεχώς προδοτικό έναντι της Χριστιανοσύνης σε όλους τους ιερούς πολέμους, θα ήταν φρόνιμη και αξιέπαινη πράξη να του επιβάλουν τώρα τη συνεργασία του με τη βία. Οι ευλαβείς άνθρωποι μέσα στο στρατό ήσαν ευτυχείς να βοηθήσουν σε μια πολιτική που θα έφερνε τους σχισματικούς Έλληνες στους κόλπους της εκκλησίας. 

Οι πιο κοσμικοί σκέφτονταν τα πλούτη της Κωνσταντινουπόλεως και τις ευημερούσες επαρχίες της και πρόσμεναν τη δυνατότητα λαφυραγωγίας. Μερικοί από τους βαρόνους, ένας από τους οποίους ήταν και ο Boniface, μπορεί να περίμεναν ακόμα περισσότερα και είχαν υπολογίσει ότι τα κτήματα που υπήρχαν στις ακτές του Αιγαίου, ήσαν πιο πολύ ελκυστικά από εκείνα που θα μπορούσαν να βρεθούν στην ταλαιπωρημένη γη της Συρίας. Όλη η μνησικακία την οποία έτρεφε η Δύση από μακρού εναντίον της ανατολικής χριστιανοσύνης διευκόλυνε τον Dandolo και τον Boniface να παρασύρουν την κοινή γνώμη να τους υποστηρίξει.

Η ανησυχία του Πάπα για τη Σταυροφορία δεν λιγόστεψε όταν έμαθε την απόφαση που είχε πάρει. Ένα σχέδιο που εκπονήθηκε μεταξύ των Ενετών και των φίλων του Philip της Swabia ήταν απίθανο ότι θα περιποιούσε τιμή στην εκκλησία. Επί πλέον είχε γνωρίσει το νέο Αλέξιο και τον είχε ζυγίσει ως έναν ανάξιο νεαρό. Αλλά ήταν πολύ αργά γι' αυτόν να προβεί σε αποτελεσματική διαμαρτυρία και αν η εκτροπή επρόκειτο πραγματικά να εξασφαλίσει ενεργό Βυζαντινή βοήθεια εναντίον των απίστων και συγχρόνως να πετύχει την ένωση των εκκλησιών, θα ήταν δικαιολογημένη. 

Αρκέσθηκε στην έκδοση μιας διαταγής να μη γίνει άλλη επίθεση εναντίον Χριστιανών, εκτός μόνον στην περίπτωση που θα εμπόδιζαν ενεργώς τον ιερό πόλεμο. Όπως φάνηκε από τα πράγματα, θα ήταν φρονιμότερο γι' αυτόν να είχε εκφράσει, οσοδήποτε εις μάτην, φανερή και χωρίς συμβιβασμούς αποδοκιμασία. Στους Έλληνες, πάντοτε υποψιαζόμενους τις Παπικές προθέσεις και αγνοούντες τις περιπλοκές της δυτικής πολιτικής, η χαλαρότητα τής εκ μέρους του καταδίκης φάνηκε ως απόδειξη ότι αυτός ήταν η δύναμη πίσω από την όλη μηχανορραφία.
 

Στις 25 Απριλίου, ο Αλέξιος έφθασε στη Ζάρα από τη Γερμανία και λίγες μέρες αργότερα το εκστρατευτικό σώμα απέπλευσε με μία στάση στο Δυρράχιο, όπου ο Αλέξιος έγινε δεκτός ως Αυτοκράτωρ, και κατόπιν άλλη μία στην Κέρκυρα. Εκεί ο Αλέξιος υπέγραψε επισήμως μια συνθήκη με τους συμμάχους του. Το ταξίδι συνεχίστηκε στις 25 Μαΐου. Ο στόλος παρέκαμψε την Πελοπόννησο και έστρεψε προς βορρά, προς τη νήσο Άνδρο, όπου γέμισε τις υδαταποθήκες των πλοίων με νερό από τις άφθονες πηγές που υπήρχαν εκεί. 

Από την Άνδρο τράβηξε για τα Δαρδανέλια, τα οποία βρήκε ανυπεράσπιστα. Η συγκομιδή στη Θράκη ωρίμαζε. Γι' αυτό οι σταυροφόροι σταμάτησαν στην Άβυδο για να συγκεντρώσουν όσα εφόδια μπορούσαν. Στις 24 Ιουνίου έφθασαν μπρος από την Αυτοκρατορική πρωτεύουσα. Ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος III δεν είχε προβεί σε καμιά προετοιμασία εναντίον της αφίξεώς των. Ο Αυτοκρατορικός στρατός δεν είχε αναλάβει από τις συμφορές των τελευταίων ετών της βασιλείας του Μανουήλ. Ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου μισθοφορικός. Τα Φραγκικά συντάγματα ήσαν προφανώς αφερέγγυα σε μια τέτοια στιγμή. 

Στα Σλαβικά και Πετσενεγικά συντάγματα θα μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη εφ' όσον θα υπήρχαν χρήματα να πληρώνονται τακτικά οι μισθοί των. Η φρουρά των Βαράγγων, που τώρα την αποτελούσαν κυρίως Άγγλοι και Δανοί, είχε παραδόσεις προσωπικής νομιμοφροσύνης προς τον Αυτοκράτορα. Αλλά ο Αλέξιος III δεν ήταν άνθρωπος που ενέπνεε μεγάλη νομιμοφροσύνη στο πρόσωπό του. Ήταν ένας άρπαγας, ο οποίος είχε αποκτήσει το θρόνο του όχι με καμία αξία που είχε επιδείξει ως στρατιωτικός ή πολιτικός αλλά με μία μικρο-ανακτορική συνωμοσία, και είχε αποδειχθεί ότι δεν άξιζε πολλά πράγματα ως κυβερνήτης. 

Δεν ήταν σίγουρος όχι μόνο για το στρατό του αλλά και για τις γενικές διαθέσεις των υπηκόων του. Του φάνηκε ασφαλέστερο να μην κάνει τίποτα. Η Κωνσταντινούπολη είχε αντέξει σε πολλές καταιγίδες πρωτύτερα στους εννέα αιώνες της ιστορίας της· θα μπορούσε ν' αντέξει και σε μια ακόμα. Αφού επετέθησαν χωρίς επιτυχία στη Χαλκηδόνα και στη Χρυσόπολη στην Ασιατική ακτή του Βοσπόρου, οι σταυροφόροι αποβιβάστηκαν στο Γαλατά, στην απέναντι όχθη του Κεράτιου Κόλπου.

Κατέλαβαν την πόλη και κατόρθωσαν να σπάσουν την αλυσίδα που έφραζε την είσοδο του κόλπου και να περάσουν τα πλοία των μέσα στον λιμένα. Ο νέος Αλέξιος τους είχε κάνει να πιστέψουν ότι ολόκληρο το Βυζάντιο θα ξεσηκωνόταν για να τον υποδεχτεί. Με μεγάλη τους έκπληξη βρήκαν τις πύλες της πόλεως κλεισμένες και στρατιώτες να επανδρώνουν τα τείχη. Οι πρώτες τους απόπειρες για έφοδο, που έγιναν από τα πλοία τους εναντίον του τείχους που έβλεπε στον Κεράτιο κόλπο, αποκρούσθηκαν, αλλά ύστερ' από ένα σκληρό αγώνα σ τις 17 Ιουλίου, ο Dandolo και οι Ενετοί δημιούργησαν ένα ρήγμα. 

Ο Αλέξιος III, που είχε εκπλαγεί όσο και οι σταυροφόροι, όταν είδε ότι η πόλη του αμυνόταν, είχε ήδη σκεφθεί τη φυγή· είχε διαβάσει στη Βίβλο πως ο Δαυίδ είχε φύγει προ του Αβεσσαλώμ και έτσι είχε ζήσει για ν' ανακτήσει το θρόνο του. Παίρνοντας μαζί του την ευνοούμενη θυγατέρα του και ένα σάκο με πολύτιμα πετράδια, ξεγλίστρησε από τα τείχη και κατέφυγε στη Μοσυνούπολη της Θράκης. Οι αξιωματούχοι της κυβερνήσεως, όταν έμειναν χωρίς τον Αυτοκράτορα, πήραν μια γρήγορη αλλά έξυπνη απόφαση. 

Έβγαλαν από τη φυλακή τον τυφλό πρώην Αυτοκράτορα Ισαάκιο και τον εγκατέστησαν στο θρόνο ενώ ανάγγειλαν στον Dandolo και στους σταυροφόρους ότι, αφού ο πατέρας του διεκδικητή είχε αποκατασταθεί στο θρόνο, δεν υπήρχε λόγος να συνεχισθεί η μάχη. Ο νέος Αλέξιος είχε ως τότε προτιμήσει ν' αγνοεί την ύπαρξη του πατέρα του, αλλά τώρα δεν μπορούσε να τον απαρνηθεί. Έπεισε τους συμμάχους του να σταματήσουν την επίθεση. Αυτοί όμως έστειλαν μια πρεσβεία μέσα στην πόλη για να δηλώσουν ότι θ' αναγνώριζαν τον Ισαάκιο αν ο γιος του θα γινόταν συναυτοκράτορας και αν και οι δύο μαζί θα εκπλήρωναν τη συνθήκη που ο τελευταίος είχε συνάψει. 

Ο Ισαάκιος υποσχέθηκε να εκτελέσει όλες τις απαιτήσεις των. Την 1η Αύγουστου, σε μία επίσημη τελετή στο ναό της Αγίας Σοφίας όπου ήσαν παρόντες οι ανώτεροι σταυροφόροι βαρόνοι, ο Αλέξιος IV στέφθηκε συμβασιλεύς με τον πατέρα του. Πολύ σύντομα, ο Αλέξιος IV βρήκε ότι ένας Αυτοκράτωρ δεν μπορεί να είναι το ίδιο ανεύθυνος με ένα διεκδικητή. Η απόπειρά του να εξαναγκάσει τον κλήρο της πόλεως να δεχτεί την κυριαρχία της Ρώμης και να εισαγάγει Λατινικές συνήθειες συνάντησε πεισματική σιωπηρή αντίσταση.
 

Ούτε ήταν εύκολο σ' αυτόν να συγκεντρώσει όλα τα χρήματα που είχε υποσχεθεί. Άρχισε τη βασιλεία του κάνοντας πλούσια δώρα στους αρχηγούς των σταυροφόρων των οποίων ερέθιζε κατ' αυτόν τον τρόπο την πλεονεξία. Αλλ' όταν ήρθε η ώρα να πληρώσει στους Ενετούς τα χρήματα που τους χρωστούσαν οι σταυροφόροι, το ταμείο βρέθηκε να μην μπορεί ν' ανταποκριθεί. Κατόπιν τούτου ο Αλέξιος εξήγγειλε νέους φόρους και εξόργισε την Εκκλησία δημεύοντας μεγάλες ποσότητες αργύρου που ανήκαν στην Εκκλησία για να τα κόψει σε νομίσματα για τους Ενετούς. 

Καθ' όλο το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1203, η ατμόσφαιρα στην πόλη γινόταν όλο και πιο τεταμένη. Το θέαμα των αλαζόνων Φράγκων ιπποτών που τριγύριζαν σ τους δρόμους της πόλεως ερέθιζε τους πολίτες. Το εμπόριο είχε σταματήσει. Ομάδες μεθυσμένων Δυτικών στρατιωτών λεηλατούσαν συνεχώς τα χωριά στα προάστια σε τρόπο ώστε η ζωή να μην έχει καμιά ασφάλεια έξω από τα τείχη.

Μια καταστρεπτική πυρκαγιά αποτέφρωσε μια ολόκληρη συνοικία της πόλεως όταν μερικοί Γάλλοι, σε εκδήλωση ευλάβειας, έβαλαν φωτιά στο τζαμί που είχε ιδρυθεί για να χρησιμοποιείται από τους περαστικούς Μωαμεθανούς εμπόρους. Από τη δική τους πλευρά, οι σταυροφόροι ήσαν εξ ίσου δυσαρεστημένοι από τους Βυζαντινούς. Κατέληξαν να πεισθούν ότι η Βυζαντινή κυβέρνηση ήταν τελείως ανίκανη να εκπληρώσει τις υποσχέσεις που είχε δώσει ο Αλέξιος IV. Δεν έρχονταν ούτε οι άνδρες ούτε τα χρήματα που είχε προσφέρει. Σύντομα ο Αλέξιος εγκατέλειψε το χωρίς ελπίδα έργο να ευχαριστήσει τους ξένους του. 

Τους καλούσε πότε πότε σε καμιά γιορτή σ το παλάτι και με τη βοήθειά των έκανε μια σύντομη στρατιωτική εξόρμηση εναντίον του θείου του Αλεξίου III στη Θράκη από όπου επέστρεψε για να πανηγυρίσει ένα θρίαμβο μόλις κέρδισε μια μικρή αψιμαχία. Τις υπόλοιπες ημέρες και νύχτες του περνούσε σε ιδιωτικές διασκεδάσεις. Ο πατέρας του Ισαάκιος, που ήταν τυφλός για να μετέχει στην κυβέρνηση, κλείστηκε μαζί με τους ευνοούμενους αστρολόγους του, των οποίων οι προφητείες δεν του έδιναν διαβεβαιώσεις για το μέλλον. 

Μια ανοιχτή ρήξη ήταν αναπόφευκτη· και ο Dandolo έκανε ό,τι μπορούσε, με τις παράλογες απαιτήσεις τ ου, για να την επιταχύνει. Μόνο δύο άνθρωποι μέσα στην Κωνσταντινούπολη φαίνονταν ικανοί ν' αναλάβουν τον έλεγχο, και οι δύο γαμπροί του πρώην Αυτοκράτορα Αλεξίου III. Ο σύζυγος της Άννας, Θεόδωρος Λάσκαρης, ήταν ένας διακεκριμένος στρατιώτης που είχε οργανώσει την πρώτη αντίσταση εναντίον των Λατίνων. Αλλά μετά την φυγή του πεθερού του είχε αποτραβηχτεί. Ο σύζυγος της Ευδοκίας, Αλέξιος Μούρτζουφλος, αντιθέτως, είχε επιδιώξει την εύνοια του Αλεξίου IV και είχε πάρει τον τίτλο του Πρωτοβεστιαρίου. 

Είχε τώρα γίνει ο αρχηγός των εθνικιστών. Πιθανώς, για να τρομάξει τον Αλέξιο IV και να τον κάνει να φύγει από το θρόνο, οργάνωσε μια εξέγερση τον Ιανουάριο του 1204. Αλλά το μοναδικό συγκεκριμένο αποτέλεσμα αυτής της εξεγέρσεως υπήρξε η καταστροφή του μεγάλου αγάλματος της Αθηνάς, έργου του Φειδία, που ήταν στημένο στην αγορά με μέτωπο προς δυσμάς. Έγινε κομμάτια από τον μεθυσμένο όχλο, επειδή φαινόταν ότι η θεά έκανε νεύματα προς τους εισβολείς.

Το Φεβρουάριο πήγε στο ανάκτορο των Βλαχερνών μια αντιπροσωπεία των σταυροφόρων για ν' αποκτήσει από τον Αλέξιο IV την άμεση εκπλήρωση των υποσχέσεών του. Το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να ομολογήσει την αδυναμία του· και οι απεσταλμένοι παρ' ολίγο να κομματιαστούν από το εξαγριωμένο πλήθος καθώς έβγαιναν από την αίθουσα των ακροάσεων. Κατόπιν ο όχλος έσπευσε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας όπου κήρυξαν τον Αλέξιο έκπτωτο και εξέλεξαν στη θέση του έναν άσημο ευγενή ονομαζόμενο Νικόλαο Καναβό, ο οποίος έτυχε να βρίσκεται εκεί κι ο οποίος επιχείρησε ν' αποποιηθεί την τιμή. 

Τότε ο Μούρτζουφλος εισέβαλε στο παλάτι. Κανένας δεν επιχείρησε να υπερασπίσει τον Αλέξιο IV, ο οποίος ρίχτηκε στη φυλακή και στραγγαλίστηκε εκεί, επαξίως μη θρηνηθείς από κανέναν. Ο πατέρας του Ισαάκιος πέθανε από θλίψη και κακομεταχείριση λίγες μέρες αργότερα. Ο σκιώδης Καναβός ρίχτηκε στη φυλακή και ο Μούρτζουφλος ανέβηκε στο θρόνο ως Αλέξιος V. Η ανακτορική επανάσταση υπήρξε άμεση πρόκληση κατά των σταυροφόρων.
 
 
Οι Ενετοί από καιρό τους παρακινούσαν να εφαρμόσουν τ η μόνη αποτελεσματική λύση που κατά τη γνώμη τους ήταν λογική, δηλαδή να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη εξ εφόδου και να εγκαταστήσουν εκεί ένα Δυτικό ως Αυτοκράτορα. Η συμβουλή των φάνηκε τώρα δικαιολογημένη. Αλλά δεν ήταν εύκολο να εκλέξουν Αυτοκράτορα. Ολόκληρο τον μήνα Μάρτιο γίνονταν συζητήσεις στο Γαλατά. Υπήρχαν μερικοί που πίεζαν για την εκλογή του Philip της Swabia, για να ενωθούν οι δύο Αυτοκρατορίες.

Αλλά ο Philip ήταν πολύ μακριά. Είχε αφορισθεί, και στους Ενετούς δεν άρεσε η ιδέα μιας ισχυρής Αυτοκρατορίας. Ο Boniface de Montferrat ήταν ο προφανής υποψήφιος. Αλλά και εδώ πάλι, παρά τις εκδηλώσεις συμπαθείας εκ μέρους του Dandolo, οι Ενετοί δεν συμφωνούσαν. Ο Boniface ήταν πολύ φιλόδοξος για τα γούστα των. Επί πλέον, είχε σύνδεσμο με τους Γενουάτες. Αποφασίστηκε τελικά ότι μια επιτροπή από έξι Φράγκους και έξι Ενετούς θα εξέλεγε τον Αυτοκράτορα μόλις θα κυριευόταν η πόλη. Εάν, όπως φαινόταν καλύτερο, ο Αυτοκράτωρ επρόκειτο να είναι Φράγκος, τότε θα έπρεπε να εκλεγεί Ενετός ως Πατριάρχης. 

Ο Αυτοκράτωρ θα είχε για τον αυτό του το μεγάλο Αυτοκρατορικό παλάτι και το παλάτι των Βλαχερνών, ένα τέταρτο της πόλεως και την αυτοκρατορία. Τα υπόλοιπα τρία τέταρτα θα μοιράζονταν στα δύο. Το ένα θα έπαιρναν οι Ενετοί και το άλλο οι σταυροφόροι ιππότες για να το μοιράσουν σε φέουδα μεταξύ των. Εκτός από τον δόγη, όλοι οι Τιμαριούχοι θα έδιναν όρκο υποτέλειας στον Αυτοκράτορα. Όλα λοιπόν θα κανονίζονταν έτσι "προς δόξαν του Θεού, του Πάπα και της Αυτοκρατορίας". Η πρόφαση ότι η εκστρατεία επρόκειτο κάποτε να πάει να πολεμήσει τους άπιστους εγκαταλείφθηκε φανερά.

Ο Αλέξιος V ήταν ισχυρός αλλά όχι δημοφιλής κυβερνήτης. Απομάκρυνε όλους τους υπουργούς που θεωρούσε ότι δεν ήσαν πιστοί στο πρόσωπό του, συμπεριλαμβανομένου και του ιστορικού Νικήτα Χωνιάτη ο οποίος τον εκδικήθηκε στην ιστορία του. Έγινε κάποια απόπειρα να επισκευασθούν τα τείχη και να οργανωθεί ο πληθυσμός για την άμυνα της πόλεως. Αλλά οι φρουροί της πόλεως είχαν χάσει το ηθικό τους από τις συνεχείς επαναστάσεις· και δεν είχε ποτέ δοθεί η ευκαιρία να μεταφερθούν στρατεύματα από τις επαρχίες. Επί πλέον, μέσα στην πόλη υπήρχαν προδότες πληρωμένοι από τους Ενετούς. 

Η πρώτη επίθεση των σταυροφόρων, στη 6 Απριλίου, αποκρούστηκε με βαριές απώλειες. Έξι μέρες αργότερα οι σταυροφόροι έκαναν νέα επίθεση. Έγινε ένας απεγνωσμένος αγώνας μέσα στον Κεράτιο, όπου τα Ελληνικά πλοία εις μάτην προσπάθησαν να εμποδίσουν τον Ενετικό στόλο ν' αποβιβάσει στρατεύματα κάτω από τα τείχη της πόλεως. Η κυρία έφοδος εκτοξεύθηκε κατά της συνοικίας των Βλαχερνών όπου τα τείχη κατέβαιναν χαμηλά ως τον Κεράτιο κόλπο. Εκεί δημιουργήθηκε ένα ρήγμα στο εξωτερικό τείχος. 

Οι αμυνόμενοι κρατούσαν στο εσωτερικό τείχος όταν, είτε από τυχαίο γεγονός είτε από προδοσία, ξέσπασε μια πυρκαγιά στην πόλη πίσω τους και τους παγίδευσε μέσα στις φλόγες. Η άμυνά τους κατέρρευσε και οι Φράγκοι και οι Ενετοί ξεχύθηκαν μέσα στην πόλη. Ο Μούρτζουφλος με τη σύζυγό του έφυγε κατά μήκος των τειχών ως τη Χρυσή Πύλη, κοντά στην Προποντίδα, και από εκεί στη Θράκη για να ζητήσει καταφύγιο κοντά στον πεθερό του στη Μοσυνούπολη. Όταν έγινε γνωστόν ότι είχε φύγει, οι υπόλοιποι ευγενείς συγκεντρώθηκαν στην Αγία Σοφία για να προσφέρουν το στέμμα στον Θεόδωρο Λάσκαρη. 

Ο Θεόδωρος αρνήθηκε την κενή τιμή. Βγήκε μαζί με τον πατριάρχη στο Χρυσό Ορόσημο, στην πλατεία μεταξύ της εκκλησίας και του Μεγάλου Παλατιού και μίλησε με πάθος στη φρουρά των Βαράγγων, λέγοντάς τους ότι δεν είχαν τίποτα να κερδίσουν αν παραδίδονταν τώρα σε νέους κυρίους. Αλλά το φρόνημά τους είχε καταπέσει· δεν ήθελαν πια να πολεμήσουν. Γι' αυτό, ο Θεόδωρος και η γυναίκα του και ο Πατριάρχης με πολλούς από την αριστοκρατία, ξεγλίστρησαν στο λιμάνι του παλατιού και μπήκαν σε πλοία να περάσουν στην Ασία.

Έγιναν μερικές αψιμαχίες στους δρόμους καθώς οι εισβολείς άνοιγαν το δρόμο τους μέσ' από την πόλη. Την επομένη το πρωί ο Δόγης και οι αρχηγοί των σταυροφόρων είχαν εγκατασταθεί σ το Μεγάλο Παλάτι και οι στρατιώτες τους πήραν το ελεύθερο, κατά τις τρεις επόμενες ημέρες να λεηλατήσουν την πόλη. Η λεηλασία της Κωνσταντινουπόλεως δεν έχει το αντίστοιχό της στην ιστορία. Επί εννέα αιώνες, η μεγάλη πόλη υπήρξε η πρωτεύουσα του Χριστιανικού πολιτισμού.
 
 
Είχε γεμίσει με έργα τέχνης που είχαν επιζήσει από την αρχαία Ελλάδα και με τα αριστουργήματα των δικών της έξοχων καλλιτεχνών. Οι Ενετοί ήξεραν την αξία αυτών των πραγμάτων. Όπου μπόρεσαν άρπαξαν θησαυρούς και τους μετέφεραν για να στολίσουν τις πλατείες και τις εκκλησίες και τα παλάτια της πόλεώς των. Αλλά οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί είχαν κυριευθεί από μία μανία καταστροφής. 

Ξεχύθηκαν, ένας ωρυόμενος όχλος στους δρόμους και στα σπίτια, αρπάζοντας οτιδήποτε γυάλιζε και καταστρέφοντας ό,τι δεν μπορούσαν να κουβαλήσουν, σταματώντας μόνο για να σκοτώσουν ή για να βιάσουν, ή για ν' ανοίξουν τα κελάρια για να πιουν. Δεν γλίτωσαν ούτε τα μοναστήρια ούτε οι εκκλησίες ούτε οι βιβλιοθήκες. Στην ίδια την Αγία Σοφία έβλεπε κανείς μεθυσμένους στρατιώτες να σχίζουν τις μεταξωτές κουρτίνες και να γκρεμίζουν και να κομματιάζουν το μεγάλο ασημένιο εικονοστάσιο, ενώ ποδοπατούσαν ασεβέστατα άγιες εικόνες και ιερά βιβλία. 

Ενώ έπιναν από τα ιερά σκεύη του θυσιαστηρίου μια πόρνη πήγε και κάθισε στον πατριαρχικό θρόνο και άρχισε να τραγουδάει ένα άσεμνο Γαλλικό τραγούδι. Καλόγριες βιάστηκαν μέσα στα μοναστήρια των. Παλάτια και καλύβες χωρίς καμία διάκριση, παραβιάστηκαν και καταστράφηκαν. Πληγωμένες γυναίκες και παιδιά κείτονταν ετοιμοθάνατες μέσα στους δρόμους. Επί τρεις ημέρες εξακολούθησαν οι φρικιαστικές σκηνές της λεηλασίας και της αιματοχυσίας ώσπου η τεράστια και ωραία πόλη έγινε ένα ερείπιο. 

Ακόμα και οι Σαρακηνοί θα είχαν δείξει περισσότερο οίκτο, αναφωνεί ο ιστορικός Νικήτας, και λέει την αλήθεια. Επί τέλους οι Λατίνοι αρχηγοί κατάλαβαν ότι τόση πολλή καταστροφή δεν ήταν προς όφελος κανενός. Όταν οι στρατιώτες εξαντλήθηκαν από την ασυδοσία τους, αποκαταστάθηκε η τάξη. Όποιος είχε κλέψει πολύτιμα αντικείμενα εξαναγκάστηκε να τα παραδώσει στους Φράγκους ευγενείς. Δυστυχισμένοι πολίτες βασανίστηκαν για ν' αποκαλύψουν τα αγαθά τα οποία είχαν κατορθώσει να κρύψουν. Ακόμα και μετά τόση αλόγιστη καταστροφή, ο όγκος της λείας ήταν καταπληκτικός. 

Κανένας, έγραφε ο Villehardouin, δεν μπόρεσε να μετρήσει το χρυσάφι και το ασήμι, τα πολύτιμα σκεύη και τα κοσμήματα, τα χρυσοκέντητα και μεταξωτά φορέματα, τις γούνες, γκρίζες αλεπούδες και ερμίνες. Και προσθέτει, με το αρμόδιο κύρος του, ότι ποτέ από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος δεν είχαν παρθεί τόσα πολλά από μια πόλη. Όλα μοιράστηκαν σύμφωνα με τη συνθήκη· τρία όγδοα πήγαν στους σταυροφόρους, τρία όγδοα στους Ενετούς και ένα τέταρτο κρατήθηκε για τον μέλλοντα Αυτοκράτορα.

Η επομένη αποστολή ήταν να εκλέξουν έναν Αυτοκράτορα. Ο Boniface de Montferrat ήλπιζε ακόμα ότι θα εκλεγόταν. Για ν' ανυψώσει τη θέση του, είχε διασώσει τη χήρα Αυτοκράτειρα Μαργαρίτα, την Ουγγαρέζα σύζυγο του Ισαακίου, και την είχε αμέσως παντρευτεί. Αλλά οι Ενετοί δεν τον ήθελαν. Υπό την δική τους επιρροή, ο θρόνος δόθηκε σ' ένα λιγότερο αμφισβητούμενο πρίγκιπα, τον Baldwin IX, κόμητα of Flanders και του Hainaut, έναν άνθρωπο από μεγάλη οικογένεια και με πολύ πλούτο, αλλά πιο αδύναμο και πιο ευχείριστο. Ο τίτλος του επρόκειτο να είναι πολύ μεγαλύτερος από την πραγματική του εξουσία. 

Πραγματικά, επρόκειτο να είναι επικυρίαρχος όλων των κατακτηθέντων εδαφών, με την δυσοίωνη εξαίρεση εκείνων που παραχωρήθηκαν στο δόγη της Ενετίας. Οι προσωπικές του κτήσεις θα περιλάμβαναν τη Θράκη ως την Τυρολόη και τη Βιθυνία και τη Μυσία ως τον Όλυμπο και μερικά από τα νησιά του Αιγαίου, Σαμοθράκη, Λέσβο, Χίο, Σάμο και Κω. Αλλά η πρωτεύουσά του δεν θα ήταν ολόκληρη δική του γιατί οι Ενετοί απαίτησαν το δικαίωμά των στα τρία όγδοα της Κωνσταντινουπόλεως και πήραν το τμήμα που περιλάμβανε την Αγία Σοφία, όπου ένας Ενετός, ο Θωμάς Μοροζίνης, εγκαταστάθηκε ως πατριάρχης. 

Επί πλέον απαίτησαν εκείνα τα τμήματα της Αυτοκρατορίας τα οποία θα βοηθούσαν τη θαλάσσια κυριαρχία των, τις δυτικές ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας, ολόκληρη την Πελοπόννησο, τη Νάξο, την Άνδρο και την Εύβοια, την Καλλίπολη και τους θρακικούς λιμένες επί της Προποντίδας, και την Αδριανούπολη. Στον Boniface, γι' αποζημίωση που είχε χάσει το θρόνο, έδωσαν μια αβέβαια κτήση στην Ανατολία, την ανατολική και την κεντρική ηπειρωτική Ελλάδα και τη νήσο Κρήτη. 

Αλλά επειδή δεν είχε καμία διάθεση να πάει να κατακτήσει εδάφη στην Ανατολία, ο Boniface ζήτησε αντ' αυτής τη Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη. Ο Baldwin στενοχωρήθηκε, αλλά η κοινή γνώμη τον υποστήριξε, ειδικότερα όταν πρόβαλε κληρονομική διεκδίκηση από τον αδελφό του Renier, ο οποίος είχε παντρευτεί την πορφυρογέννητη Μαρία και κέρδισε με το μέρος του τους Ενετούς πουλώντας τους την Κρήτη. Έγινε βασιλεύς της Θεσσαλονίκης υπό τον Αυτοκράτορα. Κατώτεροι ευγενείς πήραν τιμάρια ανάλογα με το βαθμό και την αξία τους.
 

Στις 16 Μαΐου 1204 ο Baldwin στέφθηκε επισήμως στην Αγία Σοφία. Τ ην 1η Οκτωβρίου, αφού κατέστειλε μια αξίωση του Boniface για ανεξαρτησία, εγκαινίασε την αυλή του στην Κωνσταντινούπολη όπου έδωσε τιμάρια σε εξακόσιους περίπου υποτελείς του. Στο μεταξύ εκπονήθηκε ένα πολίτευμα, βασιζόμενο εν μέρει στις θεωρίες των φεουδαλικών δικηγόρων και εν μέρει σε κείνο που οι σταυροφόροι πίστευαν ότι εφαρμοζόταν στο βασίλειο της Ιερουσαλήμ. 

Ένα συμβούλιο από αρχιτιμαριούχους, βοηθούμενο από τον Ενετό ποδεστά της Κωνσταντινουπόλεως, συμβούλευε τον αυτοκράτορα για πολιτικά ζητήματα, διεύθυνε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και μπορούσε να ακυρώνει τις διοικητικές διαταγές του Αυτοκράτορα. Ένα ανώτατο δικαστήριο με παρόμοια σύνθεση ρύθμιζε τις σχέσεις του με τους υποτελείς του. Ο Αυτοκράτωρ έγινε κάτι περισσότερο από ένας πρόεδρος της βουλής των λόρδων. Λίγα πολιτεύματα υπήρξαν τόσο ανεφάρμοστα όσο αυτό που ενσωματώθηκε στις Ασσίζες της Ρωμανίας.

Η Ρωμανία, όπως οι Λατίνοι ονόμασαν την Αυτοκρατορία των, είχε λίγο περισσότερη πραγματικότητα από την εξουσία του αυτοκράτορα. Πολλές από τις επαρχίες της δεν είχαν ακόμα κατακτηθεί και δεν επρόκειτο ποτέ να κατακτηθούν. Οι Ενετοί, στον ρεαλισμό τους, πήραν μόνο εκείνα που ήξεραν ότι μπορούσαν να κρατήσουν, την Κρήτη και τους λιμένες της Κορώνης και της Μεθώνης στην Πελοπόννησο, και για ένα διάστημα την Κέρκυρα. Τοποθέτησαν υποτελείς κυρίαρχους ενετικής καταγωγής στα νησιά του Αιγαίου, εις δε την Κεφαλληνία και την Εύβοια δέχτηκαν τον όρκο υποτέλειας Λατίνων ηγεμόνων που είχαν εγκατασταθεί εκεί πρωτύτερα. 

Ο Boniface de Montferrat πολύ σύντομα κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας και εγκατέστησε εκεί τους υποτελείς του, έναν Βουργούνδιο, τον Όθωνα de λα Ρος, ως δούκα των Αθηνών και των Θηβών. Η Πελοπόννησος έπεσε σε δύο Γάλλους άρχοντες, τον William de Σαμπλίττ και τον Geoffrey Villehardouin, ανιψιό του χρονογράφου, ο οποίος ίδρυσε μια δυναστεία των πριγκίπων της Αχαΐας. Σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές επαρχίες της αυτοκρατορίας πέρασαν έτσι στα χέρια των Λατίνων. 

Αλλά οι Λατίνοι γελάστηκαν στην πεποίθησή τους ότι η κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως θα τους έδινε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Σε εποχές συμφορών το Ελληνικό πνεύμα εμφανίζεται με το μεγαλύτερο θάρρος και τη μεγαλύτερη ενεργητικότητα. Η απώλεια της βασιλεύουσας οδήγησε στην αρχή στο χάος. Αλλά μέσα σε δύο χρόνια ο ανεξάρτητος Ελληνικός κόσμος αναδιοργανώθηκε σε τρία διάδοχα κράτη. 

Μακριά στην Ανατολή, δύο εγγονοί του Αυτοκράτορα Ανδρόνικου, ο Αλέξιος και ο Δαυίδ Κομνηνοί, με την βοήθεια της θείας των, της μεγάλης βασιλίσσης της Γεωργίας, Θάμαρ, κατέλαβαν την Τραπεζούντα και ίδρυσαν ένα κράτος κατά μήκος των ακτών του Ευξείνου Πόντου στη Μικρά Ασία. Ο Δαυίδ σκοτώθηκε το 1206 ενώ πολεμούσε για να επεκτείνει την εξουσία των προς τον Βόσπορο. 

Αλλά ο Αλέξιος έζησε για να πάρει τον τίτλο του Αυτοκράτορα και να ιδρύσει μια δυναστεία η οποία διήρκεσε δυόμισι αιώνες, αφού έγινε πλούσια από το εμπόριο με την Περσία και την Ανατολή που περνούσε μεσ' από την πρωτεύουσά της, και από τα μεταλλεία αργύρου στα βουνά πίσω απ' αυτήν και διάσημη για την ομορφιά των πριγκιπισσών της. Μακριά, στη Δύση, ένας νόθος των Αγγέλων έγινε δεσπότης της Ηπείρου και ίδρυσε μια δυναστεία η οποία επρόκειτο να καταλύσει το βασίλειο της Θεσσαλονίκης των Montferrat. 

Το πιο ισχυρό από τα τρία ήταν η Αυτοκρατορία που ιδρύθηκε στη Νίκαια από την θυγατέρα του Αλεξίου III Άννα και τον σύζυγο της, Θεόδωρο Λάσκαρη. Οι επιφανέστεροι πολίτες που είχαν διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη, συγκεντρώθηκαν εκεί, γύρω τους. Ο Έλληνας Πατριάρχης, Ιωάννης Καματερός, που είχε καταφύγει στη Θράκη, παραιτήθηκε από το αξίωμά του για να μπορέσει να εκλεγεί, αντ' αυτού ένας ιερεύς που βρισκόταν ήδη στη Νίκαια, ο Μιχαήλ Αιτωρειανός, από τον κλήρο που ήταν εξόριστος από την παλιά Αυτοκρατορική πρωτεύουσα. Τότε ο Μιχαήλ έκανε τη στέψη του Θεοδώρου και της Άννας.

Έτσι, στα μάτια των Ελλήνων η Νίκαια έγινε η πρωτεύουσα της νόμιμης Αυτοκρατορίας. Σε λίγο, ο Θεόδωρος επεξέτεινε την κυριαρχία του στα περισσότερα εδάφη που είχαν αφεθεί στο Βυζάντιο στην Ασία. Πενήντα χρόνια και κάτι αργότερα οι διάδοχοί του θα βασίλευαν και πάλι στην Κωνσταντινούπολη. Οι Λατίνοι λησμόνησαν επίσης τις άλλες φυλές των Βαλκανίων. Η Βλαχο-Βουλγαρική Αυτοκρατορία των αδελφών Ασέν θα είχε πρόθυμα συμμαχήσει μαζί των εναντίον των μισητών Ελλήνων.
 
 
Αλλά ο Λατίνος Αυτοκράτωρ διεκδικούσε εδάφη τα οποία είχε καταλάβει ο Τσάρος Καλογιάννης, και ο Λατίνος πατριάρχης διεκδικούσε εξουσία επάνω στην Ορθόδοξη Βουλγαρική εκκλησία. Η Βουλγαρία αναγκάστηκε να συνάψει μια αφύσικη συμμαχία με τους Έλληνες και στη μάχη της Αδριανουπόλεως το 1405, ο στρατός της Ρωμανίας εκμηδενίστηκε σχεδόν, ο δε Αυτοκράτωρ Baldwin πιάστηκε αιχμάλωτος για να πεθάνει σε κάποιο Βαλκανικό φρούριο. Φάνηκε για μια στιγμή ότι ο επόμενος Αυτοκράτωρ που θα κυβερνούσε στην Κωνσταντινούπολη θα ήταν ο Βούλγαρος Τσάρος. 

Αλλά στο πρόσωπο του αδελφού του Baldwin, Henry, η Λατινική Ανατολή παρήγαγε τον μοναδικό μεγάλο κυβερνήτη της. Η ενεργητικότητα και ανεκτική σοφία που έδειξε κατά την δεκαετή βασιλεία του έσωσαν τη Λατινική Αυτοκρατορία από άμεση καταστροφή· και οι αντιζηλίες μεταξύ των Ελλήνων δυναστών, οι έριδες μεταξύ των και με τους Βουλγάρους, και η παρουσία στο βάθος των Τούρκων, την διατήρησαν στη ζωή ως το 1261. Οι ενθουσιώδεις κατακτητές του 1204 δεν μπόρεσαν να προδούν πόσο κενά θα ήσαν τ' αποτελέσματα της επιχειρήσεώς των, και οι σύγχρονοί των είχαν επίσης θαμπωθεί από την κατάκτηση. 

Στην αρχή υπήρξε ενθουσιασμός σε όλον τον Λατινικό κόσμο. Είναι αλήθεια ότι ο Κλουνιακός σατυρικός Guyot de Provius ρωτούσε στα ποιήματά του γιατί ο Πάπας επέτρεψε μια σταυροφορία που εστράφη εναντίον Χριστιανών και ο Προβηγκιανός Τρουβαδούρος, Guillem Figuera κατηγόρησε δριμύτατα τη Ρώμη για δολιότητα εναντίον των Ελλήνων. Αλλά όταν αυτός έγραφε, η Ρώμη κήρυττε μια σταυροφορία εναντίον των συμπατριωτών του.

Αυτές οι αντιδράσεις ήσαν σπάνιες. Ο Πάπας Innocent παρ' όλη τη δυσπιστία που ένοιωσε για την εκτροπή της Σταυροφορίας προς την Κωνσταντινούπολη, στην αρχή ήταν κατευχαριστημένος. Απαντώντας σε μία εκστατική επιστολή από το νέο Αυτοκράτορα Baldwin που καυχιόταν για τα μεγάλα και πολύτιμα αποτελέσματα του θαύματος που είχε κάνει ο Θεός, ο Innocent έγραψε ότι "έχαιρε εν Κυρίω" και έδωσε την έγκρισή του χωρίς επιφύλαξη. 

Σ' ολόκληρη τη Δύση ακούονταν επαινετικοί "παιάνες" και ο ενθουσιασμός μεγάλωσε όταν άρχισαν να καταφθάνουν πολύτιμα λείψανα στις εκκλησίες της Γαλλίας και του Βελγίου. Ψάλλονταν ύμνοι για να πανηγυρίσουν την πτώση της μεγάλης ανίερης πόλεως, Constantinopolitana Civitas diu profana, της οποίας ξεχύνονταν τώρα οι θησαυροί. Οι Λατίνοι στην Ανατολή πήραν θάρρος από την είδηση. Σίγουρα, με την Κωνσταντινούπολη στα χέρια των συγγενών των, ολόκληρη η στρατηγική των σταυροφοριών θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματική. 

Έφθασαν φήμες ότι οι Μωαμεθανοί είχαν καταληφθεί από τρόμο· και ο πάπας συνέχαιρε τον εαυτό του για την ανησυχία που, όπως είπαν, είχε εκφράσει ο Σουλτάνος της Αιγύπτου. Δεύτερες σκέψεις ήσαν λιγότερο ενθαρρυντικές. Οι δυσπιστίες του πάπα άρχισαν να ξανάρχονται. Η ενσωμάτωση της Ανατολικής Αυτοκρατορίας και της εκκλησίας της μέσα στον κόσμο της Ρωμαϊκής Χριστιανοσύνης υπήρξε ένα σπουδαίο κατόρθωμα αλλά είχε γίνει κατά τρόπο που θα απέφερε διαρκή οφέλη; 

Πήρε περισσότερες πληροφορίες και έμαθε προς μεγάλη του φρίκη για τις βλάσφημες και αιμοχαρείς σκηνές κατά τη λεηλασία της πόλεως. Σκανδαλίστηκε βαθιά ως Χριστιανός και ανησύχησε ως πολιτικός. Τέτοια βάρβαρη βαναυσότητα δεν ήταν η καλύτερη πολιτική για να κερδίσουν τη συμπάθεια της Ανατολικής Χριστιανοσύνης. Έγραψε παλλόμενος από αγανάκτηση στην Κωνσταντινούπολη απαριθμώντας και καταγγέλλοντας τις ωμότητες. Έμαθε επίσης ότι οι κατακτητές είχαν μοιράσει εκεί το κράτος και την εκκλησία με την ησυχία τους, χωρίς ν' αναφερθούν καθόλου στην εξουσία του. 

Τα δικαιώματά του είχαν σκοπίμως αγνοηθεί και μπορούσε να διακρίνει με πόση ανικανότητα είχαν γίνει οι ρυθμίσεις για τη νέα Αυτοκρατορία και πόσο ολοκληρωτικά είχαν οι σταυροφόροι εξαπατηθεί από τους Ενετούς. Κατόπιν αηδίασε όταν άκουσε ότι ο λεγάτος του, Πέτρος de Σαιν Μαρσέλ, είχε εκδώσει ένα διάταγμα που συγχωρούσε όλους όσοι είχαν πάρει το σταυρό που δεν θα έκαναν το ταξίδι για τους Αγίους Τόπους. Η Σταυροφορία αποδείχτηκε μια εκστρατεία της οποίας μοναδικός σκοπός ήταν η κατάκτηση Χριστιανικών εδαφών. Δεν γινόταν τίποτα για να βοηθηθούν οι Χριστιανοί στρατιώτες που πολεμούσαν εναντίον του Ισλάμ.

Οι Φράγκοι στη Συρία είχαν ήδη αντιληφθεί ότι δεν μπορούσαν να ελπίζουν σε καμιά εκστρατεία το 1204. Το καλοκαίρι πέρασε και οι σταυροφόροι εξακολουθούσαν να παραμένουν στην Κωνσταντινούπολη. Τον Σεπτέμβριο, ο βασιλεύς Amalric έκανε μια ανακωχή με τον al-Adil, ξέροντας ότι δεν επρόκειτο τώρα να έρθουν ενισχύσεις. Αλλά πολύ σύντομα φάνηκε ότι οι Λατινικές εγκαταστάσεις βορειότερα θα έκαναν θετική ζημιά στις εγκαταστάσεις στη Συμά.
 
 
Ο Αυτοκράτωρ Baldwin είχε καυχηθεί στον πάπα Innocent ότι πολλοί ιππότες από την Outremer είχαν πάει στη στέψη του· και έκανε ό,τι μπορούσε να τους πείσει να μείνουν μαζί του. Όταν ανακαλύφθηκε ότι υπήρχαν πλούσια και ευχάριστα τιμάρια που μπορούσαν ν' αποκτηθούν κοντά στο Βόσπορο ή στην Ελλάδα, άλλοι ιππότες που είχαν χάσει τα εδάφη των στη Συρία από τους Μωαμεθανούς έσπευσαν στην Κωνσταντινούπολη να τους συναντήσουν. 

Μεταξύ αυτών ήταν και ο Hugh της Τιβεριάδος, ο πρεσβύτερος από τους προγόνους του Raymond της Τριπόλεως και σύζυγος της Μαργαρίτας d'Ibelin, κόρης της Μαρίας Κομνηνής. Τυχοδιώκτες ιππότες από τη Δύση, βρήκαν τώρα άσκοπο να πάνε τόσο μακριά ως το υπερφορτωμένο βασίλειο της Ιερουσαλήμ για ν' αναζητήσουν ένα φέουδο ή μια κληρονόμο. Υπήρχαν καλύτερα εδάφη που μπορούσαν να βρουν στην Ελλάδα. Η κατάκτηση της Κύπρου είχε ήδη προσελκύσει αποίκους από την Συρία. 

Μετά την κατάκτηση της Ρωμανίας, οι νεοσύλλεκτοι για τα στρατιωτικά τάγματα κατέληξαν να είναι σχεδόν οι μόνοι ιππότες που πήγαιναν από την Ευρώπη να υπερασπίσουν τους Αγίους Τόπους. Δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας από την Τέταρτη Σταυροφορία. Όχι μόνο προκάλεσε την καταστροφή ή τον διασκορπισμό των θησαυρών του παρελθόντος, που το Βυζάντιο είχε με ευλάβεια αποθηκεύσει και τον θανάσιμο τραυματισμό ενός πολιτισμού που ήταν ακόμα ενεργός και μεγάλος, αλλά υπήρξε επίσης μια πράξη γιγαντιαίας πολιτικής ανοησίας. 

Δεν πήγε βοήθεια στους Χριστιανούς της Παλαιστίνης. Αντιθέτως τους στέρησε από πιθανούς βοηθούς. Και ανέτρεψε την όλη άμυνα της Χριστιανοσύνης. Αν οι Λατίνοι ήσαν ικανοί να καταλάβουν ολόκληρη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία όπως ήταν αυτή τον καιρό του Αυτοκράτορα Μανουήλ, τότε θα μπορούσαν να δώσουν ισχυρή βοήθεια στο σταυροφορικό κίνημα, αν και Βυζάντιο κυβερνώμενο για τα συμφέροντα της Λατινικής Συρίας δεν θα ευημερούσε για πολύ καιρό. 

Αλλά το Βυζάντιο είχε χάσει εδάφη στην Ανατολία από τότε που πέθανε ο Μανουήλ και οι Λατίνοι δεν μπορούσαν να κατακτήσουν ποτέ όλο αυτό που είχε απομείνει, ενώ η επίθεσή των κατά των Ελλήνων έδωσε περισσότερη ισχύ στους Τούρκους. Ο χερσαίος δρόμος από την Ευρώπη στη Συρία έγινε πιο δύσκολος μετά την Τέταρτη Σταυροφορία και εξ αίτιας της, με τους Έλληνες της Νίκαιας φιλύποπτους και τους Τούρκους εχθρικούς προς τους ταξιδιώτες. Καμία ένοπλη ομάδα από τη Δύση δεν θα επιχειρούσε ξανά το ταξίδι μεσ' από την Ανατολία. 

Ούτε ο θαλάσσιος δρόμος είχε γίνει ευκολότερος, γιατί τα Ιταλικά πλοία τώρα προτιμούσαν να μεταφέρουν επιβάτες στα Ελληνικά νησιά και στο Βόσπορο, παρά στην Acre ή στα Συριακά λιμάνια. Στο ευρύ πέρασμα της παγκόσμιας ιστορίας τα αποτελέσματα υπήρξαν πλήρως καταστροφικά. Από τότε που ιδρύθηκε η Αυτοκρατορία του, το Βυζάντιο υπήρξε ο φρουρός της Ευρώπης εναντίον της άπιστης Ανατολής και του βάρβαρου Βορρά. Τους αντιστάθηκε με τους στρατούς του και τους δάμασε και τους εξημέρωσε με τον πολιτισμό του. 

Είχε περάσει από πολλές αγωνιώδεις περιόδους, όταν είχε φανεί ότι είχε έρθει η τελευταία του ώρα, αλλά ως τότε είχε κατορθώσει να τις ξεπεράσει και να επιζήσει. Στο τέλος του δωδέκατου αιώνα αντιμετώπιζε μια μακρά κρίση, γιατί η ζημιά που είχε γίνει στο ανθρώπινο δυναμικό του και στην οικονομία του από τις Τουρκικές κατακτήσεις άρχισε να φέρνει το πλήρες αποτέλεσμά της ενισχυμένο από την αντιζηλία των Ιταλικών εμπορικών πόλεων. 

Αλλά θα μπορούσε να είχε δείξει και πάλι την αντίδρασή του και ν' ανακτήσει τη Βαλκανική και πολλή από την Ανατολία, και ο πολιτισμός του θα είχε συνεχίσει την αδιάκοπη επίδρασή του επάνω στις τριγύρω χώρες. Ακόμα και οι Σελτζούκοι Τούρκοι θα μπορούσαν να υποκύψουν στη γοητεία του και στο τέλος να είχαν απορροφηθεί για να ανανεώσουν την Αυτοκρατορία. Η ιστορία της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας δείχνει ότι οι Βυζαντινοί δεν είχαν χάσει την αλκή των. Αλλά με την Κωνσταντινούπολη χαμένη η ενότητα του Βυζαντινού κόσμου είχε διασπασθεί και δεν μπόρεσε ποτέ ν' αποκατασταθεί, ακόμα και όταν η ίδια η πρωτεύουσα ανακτήθηκε. 

Υπήρξε μέρος του κατορθώματος της Νίκαιας το ότι κράτησαν τους Σελτζούκους μακριά. Αλλά όταν εμφανίσθηκε μια νέα, πιο ρωμαλέα Τουρκική φυλή, υπό την ηγεσία του λαμπρού οίκου του Οσμάν, ο Ανατολικός Χριστιανικός κόσμος ήταν πάρα πολύ βαθιά διηρημένος για να προβάλει αποτελεσματική αντίσταση. Η ηγεσία του περνούσε αλλού, μακριά από το Μεσογειακό λίκνο του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, στα μακρινά βορειο-ανατολικά, στις αχανείς πεδιάδες της Ρωσίας. Η Δεύτερη Ρώμη παραχωρούσε τη θέση της στη Τρίτη Ρώμη της Μοσχοβίας.
 

Στο μεταξύ είχε καλλιεργηθεί το μίσος μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής Χριστιανοσύνης. Οι αφελείς ελπίδες του Πάπα Innocent και οι αυτάρεσκες καυχησιολογίες των σταυροφόρων ότι είχαν τερματίσει το σχίσμα και είχαν ενώσει την Εκκλησία, δεν είχαν ποτέ πραγματοποιηθεί. Αντιθέτως, η βαρβαρότητά των άφησε μια ανάμνηση η οποία δεν επρόκειτο ποτέ να τους συγχωρηθεί. Αργότερα, Ανατολικοί Χριστιανοί ηγεμόνες μπορεί να υποστήριξαν την ένωση με τη Ρώμη με την ελπιδοφόρο αναμονή ότι η ένωση θα δημιουργούσε ένα ενιαίο μέτωπο εναντίον των Τούρκων. 

Αλλά ο λαός των δεν θα τους ακολουθούσε. Δεν μπορούσε ποτέ να λησμονήσει την Τέταρτη Σταυροφορία. Ήταν ίσως αναπόφευκτο το ότι η Εκκλησία της Ρώμης και οι μεγάλες Εκκλησίες της Ανατολής θα χώριζαν· αλλά ολόκληρο το σταυροφορικό κίνημα είχε δηλητηριάσει τις σχέσεις των, και από εκεί και πέρα, οτιδήποτε κι αν μερικοί ηγεμόνες επεχείρησαν να κατορθώσουν, μέσα στις καρδιές των Ανατολικών Χριστιανών το σχίσμα ήταν ολοκληρωμένο, αθεράπευτο και οριστικό.

Η Ελλάδα και η Δ' Σταυροφορία

Οι ιστορικοί δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε τελικό συμπέρασμα για τους λόγους για τους οποίους άλλαξε πορεία η Δ' Σταυροφορία. Άλλοι θεωρούν, δηλαδή, ότι η αλλαγή πορείας της Σταυροφορίας και η εγκατάσταση στην Κωνσταντινούπολη της Λατινικής Αυτοκρατορίας ήταν ένα σχέδιο προετοιμασμένο από τη Βενετία και ίσως από μερικούς αρχηγούς των Σταυροφόρων, ενώ άλλοι το αποδίδουν σε λάθος της τύχης. 

Ίσως το ασφαλέστερο θα ήταν να πει κανείς ότι οι Ενετοί και οι Σταυροφόροι ευνοούσαν την εγκατάσταση στην Κωνσταντινούπολη φιλικής προς αυτούς κυβερνήσεως και εν συνεχεία μια σειρά απρόβλεπτα γεγονότα, για τα οποία ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η ανικανότητα της οικογένειας των Αγγέλων, οδήγησαν στην τραγωδία της Άλωσης της Πόλης και του διαμελισμού της Αυτοκρατορίας.

Η Δ' Σταυροφορία σημειώνει μια καμπή στην ιστορία του Βυζαντίου, που ως τότε υπήρξε το προπύργιο του Χριστιανισμού εναντίον του Ισλάμ. Από την περίοδο αυτή όμως, που οι Τούρκοι άρχισαν να προωθούνται στη Μικρά Ασία, οι Βυζαντινοί δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τον από την Ανατολή κίνδυνο, παρ' όλο που θα μπορούσαν να είχαν εκμεταλλευτεί τις επιδρομές των Μογγόλων εναντίον των Τούρκων, για να τους εξουθενώσουν. Αλλά το Βυζάντιο είχε καταλήξει πια ένα μικρό κράτος στην Ανατολική Ευρώπη, ανάμεσα σε άλλα, ισχυρότερα, κράτη.

Η Δ' Σταυροφορία όμως αποτελεί καμπή και στην ιστορία των Σταυροφοριών, που ως τότε κατευθύνονταν εναντίον των Μουσουλμάνων και γίνονταν σε συνεργασία με τους Βυζαντινούς, τους οποίους όμως οι Δυτικοί δεν θεωρούσαν σίγουρους συμμάχους: αισθάνονταν απέχθεια και αντιζηλία γι' αυτούς, στα μάτια τους ήταν σχισματικοί, επειδή η Εκκλησία τους δεν υποτάσσονταν στην Παπική εξουσία. Γι' αυτό θεωρούσαν ότι έπρεπε εκείνοι να αναλάβουν την εξουσία στο Βυζάντιο. 

Αλλά παρά τις προσπάθειες των Δυτικών να δικαιώσουν ηθικά το αποτέλεσμα της Δ' Σταυροφορίας, υπήρξε ένα τρομερό λάθος και πολιτικό και στρατηγικό. Οι τελευταίες δεκαετίες του 12ου αιώνα είναι μία περίοδος αδυναμίας για το κουρασμένο, από τα φιλόδοξα σχέδια του Αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού, Βυζάντιο. Έτσι οι Τούρκοι μπόρεσαν να εγκατασταθούν στη Μικρά Ασία και οι Σταυροφόροι δεν μπορούσαν πια να κατευθύνονται προς τη Συρία δια ξηράς.

Ένα πιο σοβαρό αποτέλεσμα της Δ' Σταυροφορίας ήταν ότι θεωρήθηκε ιερό καθήκον των Δυτικών να κρατήσουν την Ανατολική Εκκλησία υπό τον έλεγχο της Ρώμης και να πολεμούν, επομένως, εναντίον των σχισματικών Ελλήνων. Έτσι, αντί να πολεμούν στην Παλαιστίνη, διάφοροι φιλόδοξοι ιππότες μπορούσαν να πολεμούν σε πολύ πιο ευχάριστο περιβάλλον, στην Ελλάδα, εγκαθιστώντας εκεί ηγεμονίες. Και το πιο τρανό παράδειγμα της περίπτωσης αυτής είναι του Γοδεφρείδου Βιλλαρδουίνου, που εγκαταστάθηκε στην Πελοπόννησο και έγινε Πρίγκιπας της Αχαΐας.

Εξακολουθούσαν βέβαια να υπάρχουν Σταυροφόροι παλαιού τύπου, αλλά οι προσπάθειες των Δυτικών συγκεντρώθηκαν στη Λατινική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας και στις ηγεμονίες που ιδρύθηκαν στην Ελλάδα, που την ίδρυσή τους οι Πάπες ενθάρρυναν, πράγμα που έκανε πολλούς ευσεβείς καθολικούς να αντιμετωπίζουν την κατάσταση με πολύ σκεπτικισμό. Όταν, δε, οι Πάπες έφτασαν στο σημείο να κηρύσσουν τον ιερό πόλεμο εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων, τότε και η ιδέα της υψίστης παγκόσμιας Παπικής εξουσίας και το κίνημα των Σταυροφοριών παρήκμασαν.


Η παρακμή όμως των Σταυροφοριών έγινε σταδιακά. Όσο υπήρχε ακόμη κάποια εξουσία των Σταυροφόρων στη Συρία, δηλαδή ως τα 1291 αλλά και λίγο αργότερα, βρίσκονταν Σταυροφόροι πού πήγαιναν να πολεμήσουν εναντίον των απίστων και οργανώθηκαν κάποιες εκστρατείες, συνήθως χωρίς επιτυχία. Παρ' όλο που οι Δυτικοί συνειδητοποίησαν ότι η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης δεν είχε γι' αυτούς πραγματική αξία,πράγμα που οι Ενετοί είχαν διαπιστώσει από νωρίτερα (ενώ οι Γενοβέζοι συμμάχησαν με τους Βυζαντινούς και ανέλαβαν το πολύ αποδοτικό εμπόριο στη Μαύρη Θάλασσα), η απώλειά της, στα 1261, κατάφερε ένα βαρύ κτύπημα στην περηφάνια τους. 

Η κατοχή της Ελλάδας, εν τούτοις, και των νησιών του Αιγαίου είχε γι' αυτούς μεγάλη σημασία, γιατί μπορούσαν να ελέγχουν τους θαλάσσιους δρόμους προς τους Αγίους Τόπους, ακόμη και μετά την τουρκική διείσδυση στη Μικρά Ασία. Και από αυτή την άποψη ίσως και οι ίδιοι οι Έλληνες να επωφελήθηκαν από την παρουσία των Λατίνων σε ορισμένα μέρη, όπως για παράδειγμα από την παρουσία των Ιωαννιτών Ιπποτών στη Ρόδο, που δέχονταν πρώτοι τις τουρκικές επιθέσεις. Ήταν λοιπόν για τους Δυτικούς καίρια η θέση της Ελλάδας για τη συνέχιση των Σταυροφοριών. 

Και επειδή οι Έλληνες ήσαν σχισματικοί στα μάτια τους, θεωρούσαν ιερό καθήκον να καταλάβουν τις χώρες τους και να τους πολεμήσουν, αν διαφωνούσαν. Και όπως πάντα, λαμβάνοντας υπ' όψιν το πρακτικό όφελος, η Βενετία φρόντισε να εξασφαλίσει, κατά τη συμφωνία του διαμελισμού της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στα 1204, τις περιοχές εκείνες που θα εξυπηρετούσαν τα εμπορικά της συμφέροντα, ακόμη και αν δεν μπορούσε εξ αρχής να τις καταλάβει όλες, και περιορίστηκε στα λιμάνια της Μεθώνης και Κορώνης, την Κρήτη και αργότερα το Ναύπλιο, ενώ ενίσχυε τους πολίτες της να καταλάβουν Ελληνικές περιοχές και να ιδρύσουν ανεξάρτητες ηγεμονίες. 

Δεν έχανε όμως έτσι το νομικό δικαίωμα να διεκδικήσει αργότερα οποιαδήποτε από τις περιοχές αυτές έκρινε ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της. Οι υπόλοιπες ηγεμονίες δημιουργήθηκαν από Γενοβέζους αλλά κυρίως από Γάλλους της Βουργουνδίας, όπως οι Βιλλαρδουίνοι της Πελοποννήσου και οι Ντε λα Ρός της Αθήνας και της Θήβας. Παρ' όλο που δεν είναι δυνατόν να αναπτύξει κανείς εδώ την πολύπλοκη ιστορία της Φραγκοκρατίας, οι ηγεμόνες αυτοί στην Ελλάδα πίστευαν ότι υπηρετούσαν, με την εχθρική τους στάση εναντίον των Ορθόδοξων, την υπόθεση των Σταυροφοριών. 

Άλλωστε, διάσταση απόψεων μεταξύ Σταυροφόρων και Βυζαντινών ως προς τους σκοπούς των Σταυροφοριών υπήρχε ήδη από την Α' Σταυροφορία. Οι πρώτοι τις έκαναν για να ανοίξουν οι δρόμοι προς τους Ιερούς Τόπους, οι δεύτεροι για να φύγουν οι Τούρκοι από τη Μικρά Ασία. Την εποχή της Α' Σταυροφορίας ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου δεν είχε τη διάθεση να επεκτείνει τα εδάφη του, ενώ αναγνωρίζονταν ως προστάτης των Ορθόδοξων κατοίκων των Αγίων Τόπων. Οι κάτοικοι έβρισκαν, αργότερα, ότι περνούσαν καλύτερα υπό τους χαλίφες παρά υπό τους Φράγκους. 

Για τους Λατίνους οι Ορθόδοξοι ήσαν πολύ ανεκτικοί απέναντι στους Μουσουλμάνους. Οι ίδιοι πίστευαν στην αξία του πολέμου, ενώ αντίθετα οι Βυζαντινοί προσπαθούσαν πάντα να τον αποφύγουν πιστεύοντας στην αξία της διπλωματίας. Βέβαια και οι Σταυροφόροι, όταν εγκαταστάθηκαν στη Συρία και την Παλαιστίνη, ανακάλυψαν την ανάγκη της διπλωματίας. Αλλά κάθε νέο κύμα Σταυροφόρων έφτανε στους Αγίους Τόπους για να κάνει πόλεμο και αυτό συνέτεινε στην εξαφάνιση των κρατιδίων των Σταυροφόρων εκεί. Σε τέτοιους Σταυροφόρους οι Ορθόδοξοι έμοιαζαν, αναπόφευκτα, αναξιόπιστοι.

Το Σχίσμα έκανε την κατάσταση ακόμη πιο περίπλοκη. Οι Δυτικοί θεωρούσαν ότι έπρεπε να επαναφέρουν τους Ορθόδοξους στην ορθή πίστη, αλλά ότι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο δια της βίας. Μερικοί βέβαια θεωρούσαν ότι αρκούσαν μόνο απειλές, και έτσι κατάφερε ο πάπας Γρηγόριος Ι’, ανάμεσα στα 1271 και 1276, να πείσει τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο να δεχθεί την ένωση των Εκκλησιών και την υποταγή των Ορθόδοξων στη Ρώμη. Δεν ακολούθησαν όμως τον Μιχαήλ οι υπήκοοί του.

Στην Ελλάδα, παρ' όλο που οι Φράγκοι ηγεμόνες ήταν σκληροί απέναντι στους Ορθόδοξους, δεν φαίνεται να ήθελαν πολύ την ένωση των Εκκλησιών, που θα τους υποχρέωνε να αποκαταστήσουν την Ελληνική εκκλησιαστική ιεραρχία, την οποία είχαν αντικαταστήσει με Λατινική. Άλλωστε ο Πάπας Γρηγόριος Ι δεν ήταν δημοφιλής στους Φράγκους πρίγκιπες και ιδιαίτερα στον πιο φιλόδοξο μαχητή για τα Λατινικά συμφέροντα, κατά τον όψιμο 13ο αιώνα, τον Κάρολο του Ανζού, αδελφό του βασιλιά της Γαλλίας Αγίου Λουδοβίκου.

Ο Κάρολος είχε καταφέρει με τη βοήθεια των υποστηρικτών του Πάπα να καταλάβει το θρόνο της Νεάπολης και της Σικελίας από την οικογένεια των Χόχενσταουφεν. Σκόπευε να δημιουργήσει μια Μεσογειακή Αυτοκρατορία. Παρά τα αναμφισβήτητα προσόντα του, ήταν απάνθρωπος. Βέβαια κάλυπτε τις αποικιοκρατικές του φιλοδοξίες με το μανδύα του ιερού πολέμου εναντίον των σχισματικών, που ήταν πιο βολικοί αντίπαλοι από τους απίστους. Ήθελε να αποκαταστήσει τη Λατινική Αυτοκρατορία στην Κωνσταντινούπολη.
 
 
Παρ' όλο, όμως, που ο Πάπας Γρηγόριος Ι’ προσπάθησε να του στρέψει το ενδιαφέρον προς την Ανατολή, βοηθώντας τον να αγοράσει τα δικαιώματα του θρόνου της Ιερουσαλήμ, ο Κάρολος δεν ανέλαβε καμιά επιχείρηση στην Ανατολή. Συμμετείχε σε μία μόνο Σταυροφορία, που οργάνωσε ο αδερφός του, ο Άγιος Λουδοβίκος, τον οποίο ο Κάρολος έπεισε να κατευθυνθεί, όχι εναντίον της Ιερουσαλήμ, αλλά της Τύνιδας. Η εκστρατεία απέτυχε, ο βασιλιάς της Γαλλίας πέθανε,ο στρατός και ο στόλος έπαθαν μεγάλες ζημιές. Αξίζει να σταθεί κανείς σε αυτόν τον βασιλιά που αποτέλεσε τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τους Έλληνες.

Λίγο πριν καταλάβει το θρόνο του ο Κάρολος, οι Βυζαντινοί άρχισαν να ανακαταλαμβάνουν την Πελοπόννησο, από τα τρία μεγάλα κάστρα, τον Μυστρά, τη Μάνη και αυτήν εδώ την ιστορική πόλη της Μονεμβασίας. Υπήρξαν το αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του Πρίγκιπα Γουλιέλμου Β' Βιλλαρδουίνου, πού είχε πιαστεί αιχμάλωτος, μετά τη μάχη στη μακρινή Πελαγονία της Μακεδονίας, από τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο, και παρ' όλο που κρύφτηκε πίσω από ένα σωρό άχυρα, μεταμφιεσμένος, τον αναγνώρισαν από τα προεξέχοντα δόντια του. 

Έτσι οι Βυζαντινοί έθεσαν τη Λακωνία υπό τον έλεγχό τους. Αυτό τρόμαξε τους Λατίνους, και ο Κάρολος, που θεωρούσε τον εαυτό του πρωταγωνιστή, ανέλαβε δράση. Δεν θέλησε όμως να χτυπήσει τη Λακωνία, αλλά θεώρησε ότι παίρνοντας την Πόλη θα υποχρέωνε και τις επαρχίες να παραδοθούν. Οργάνωσε δυνατό στρατό και στόλο, συμμάχησε με τη Βενετία και βέβαια με τον Πάπα και θεωρούσε ότι, παρ' όλο που υπήρχε ακόμη απόγονος των Χόχενσταουφεν (η βασίλισσα της Αραγονίας), δεν κινδύνευε από εχθρούς και ότι δεν θα έβρισκε εμπόδιο στη Σταυροφορία του.

Η πρώτη του εκστρατεία εν τούτοις χρησιμοποιήθηκε, όπως είδαμε, για την ενίσχυση του αδελφού του, Αγίου Λουδοβίκου, με μεγάλες απώλειες. Όταν ετοιμάστηκε άλλη, ο Πάπας Γρηγόριος Ι’, που μόλις είχε επιτύχει την ένωση των Εκκλησιών, την απαγόρευσε. Αλλά ο Πάπας αυτός πέθανε, οι Έλληνες δεν αποδέχθηκαν την ένωση, και έτσι οι επόμενοι Πάπες υποστήριξαν τα σχέδια του Καρόλου, που άρχισε πάλι να ετοιμάζεται για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης.

Δεν υπάρχει χρόνος για να αναφερθούν όλες οι λεπτομέρειες της μεγάλης διεθνούς συνωμοσίας που έσωσε την Κωνσταντινούπολη. Οργανωτής της ήταν ένας Ναπολιτάνος γιατρός που τον χρησιμοποιούσαν όλες οι πλευρές, ήταν όμως έμπιστος των Χόχενσταουφεν. Αυτός βρισκόταν σε στενή επαφή με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο, που αντιμετώπιζε με τρόμο την εκστρατεία του Καρόλου. Η συνωμοσία χρηματοδοτήθηκε από τους Βυζαντινούς και σ' αυτή συνεργάστηκαν οι Γενοβέζοι και η Αυλή της Αραγονίας. 

Οργανώθηκε στη Σικελία,όπου η διοίκηση του Καρόλου παρουσίαζε τις μεγαλύτερες αδυναμίες λόγω της αντιθέσεως των Σικελών στον Κάρολο. Στα 1282 -ενώ είχε συγκεντρωθεί η μεγάλη αρμάδα του Καρόλου του Ανζού στη Μεσσήνη της Σικελίας,για να ξεκινήσει για την Κωνσταντινούπολη- έξω από την εκκλησία όπου είχε συγκεντρωθεί το πλήθος για τον Εσπερινό της Δευτέρας του Πάσχα, η κακή συμπεριφορά ενός Γάλλου λοχία δημιούργησε αναταραχή, που απλώθηκε και οδήγησε στη σφαγή των Γάλλων. 

Μέσα σε μια βδομάδα, όσοι δεν είχαν φύγει από τη Σικελία είχαν σκοτωθεί, εκτός από τη Μεσσήνη, όπου βρίσκονταν ο μισοκατεστραμμένος στόλος του Καρόλου, ο οποίος είχε πια εμπλακεί σε πόλεμο εναντίον της Γένοβας και της Αραγονίας, που κράτησε ως το θάνατο του. Έτσι ματαιώθηκε η εκστρατεία εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Η σφαγή αυτή,που είναι γνωστή ως Σικελικός Εσπερινός, έχει καίρια σημασία για την Ιστορία της Μεσογείου, αλλά κυρίως για την ιστορία των Ελλήνων, την ιστορία του Ελληνισμού. 

Ματαίωσε την τελευταία προσπάθεια για Σταυροφορία εναντίον των Ορθοδόξων και παρ' όλο που οι θεωρητικοί των Σταυροφοριών συνέχισαν να μιλούν για την ανάγκη να υποτάξουν τους Έλληνες στους Λατίνους, δεν εκφράζονταν πια η πρόθεση να οργανωθεί Σταυροφορία και οι Έλληνες αφέθηκαν ήσυχοι στο Βυζάντιο, ενώ στην Πελοπόννησο αντιμετώπιζαν αντίσταση κυρίως από τις εγκατεστημένες εκεί δυνάμεις των Λατίνων.

Μερικοί δυτικοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι, αν είχε διαμορφωθεί ένα ισχυρό Λατινικό κράτος στην Κωνσταντινούπολη, θα είχε μπορέσει να εμποδίσει την Τουρκική προέλαση στην Ευρώπη. Μάλλον όμως θα ήταν αδύνατο να δημιουργηθεί ισχυρό Λατινικό κράτος στην Κωνσταντινούπολη, όπως φάνηκε και από τις δυσκολίες του λατινικού κράτους του πρώιμου 13ου αιώνα και από τις ανεπιτυχείς προσπάθειες του Καρόλου, αλλά και από τη γενική κατάσταση και των Βαλκανίων και της Δυτικής Ευρώπης εκείνη την εποχή.
 
 
Η αδιαφορία εξακολούθησε να υπάρχει, ακόμη κι όταν ο κίνδυνος από την προέλαση των Τούρκων έγινε εμφανής. Το μόνο αποτέλεσμα θα ήταν να πληγωθεί θανάσιμα ο Ελληνικός κόσμος. Η λέξη Σταυροφορία έχει τώρα πια έναν ευγενικό απόηχο. Αλλά η πραγματική ιστορία των Σταυροφοριών δεν συμφωνεί μ' αυτήν την ερμηνεία,της γενναίας προσπάθειας για έναν ευγενικό σκοπό. Αν και οι Σταυροφόροι πίστευαν ότι έφεραν τη θέληση του Θεού, χαρακτηρίζονταν από άγνοια, μισαλλοδοξία και αγριότητα. Ξεκίνησαν για να σώσουν τη Χριστιανοσύνη, αλλά έφεραν μόνο καταστροφή. 

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επωφελήθηκε ίσως από την Α' Σταυροφορία, και αργότερα η ύπαρξη των κρατών των Σταυροφόρων ίσως να έστρεφε την προσοχή των Μουσουλμάνων προς αυτά αποσπώντας την από το Βυζάντιο. Αλλά η Β' και η Γ' Σταυροφορία δεν δημιούργησαν παρά δυσκολίες στο Βυζάντιο, ενώ η Δ' του έκανε μια πληγή, από την οποία δεν στάθηκε δυνατό να αναρρώσει. 

Η αλήθεια είναι ότι, μετά τον Σικελικό Εσπερινό, δεν οργανώθηκε άλλη Σταυροφορία εναντίον των Ελλήνων, παρ' όλο που οι εκκλησιαστικοί υπόσχονταν πάντα πνευματικές ανταμοιβές σε όσους μάχονταν εναντίον των Ορθόδοξων. Στην ίδια την Ελλάδα οι σχέσεις μεταξύ των ηγεμόνων της Φραγκοκρατίας και των Ελλήνων δεν ήταν πάντα κακές. Αλλά υπήρχε πάντα στο βάθος μια έχθρα που την αισθάνονταν ιδιαίτερα όσοι έρχονταν για πρώτη φορά από τη Δύση, μια έχθρα, που εξέφραζε ένα μέρος από το πνεύμα των Σταυροφοριών, όπως είχε καταλήξει τότε πια.

Κύρια Χαρακτηριστικά της Δ' Σταυροφορίας

Κύρια χαρακτηριστικά της σταυροφορίας αυτής είναι τα ακόλουθα:

α) Δεν μετέχει κανένας ηγεμόνας.

β) Μολονότι κηρύ­χθηκε από τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ’ (1198-1216), ουσιαστικά κατευθύνεται από τους Βενετούς.

γ) Χαρακτηρίζεται σαν «παρέκκλιση σταυροφο­ρίας», γιατί, ενώ αρχικά προοριζόταν για την Αίγυπτο, ύστερα στράφηκε κατά της Κωνστα­ντινουπόλεως. εξαιτίας των Βενετών που ήθελαν να κυριαρχήσουν οικονομικά και πολιτικά στην Ανατολή.

δ) Οι σκοποί της εκστρατείας από θρη­σκευτικοί έγιναν, οικονομικοί και πολιτικοί.

Σημαντικά Πρόσωπα της Δ' Σταυροφορίας

* Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ - Θερμός υποστηρικτής της Σταυροφορίας (με στόχο τους Άγιους Τόπους).

* Ο Βονιφάτιος ο Μονφερατικός - Ο ηγέτης της Δ' Σταυροφορίας.

* Ο Δόγης Ερρίκος Δάνδολο - ο ανώτατος άρχων της Γαληνότατης Δημοκρατίας της Βενετίας.

* Ο Ισαάκιος Β' Άγγελος - Βυζαντινός Αυτοκράτορας ο οποίος έχασε το αξίωμά του από τον αδελφό του Αλέξιο Γ' Άγγελο.

* Ο Αλέξιος Δ' Άγγελος - γιος του εξόριστου Αυτοκράτορα Ισαάκ Β' Αγγέλου, ο οποίος έγινε Αυτοκράτορας με τη βοήθεια των σταυροφόρων.

* Ο Αλέξιος Ε' Δούκας ο Μούρτζουφλος, έγινε Αυτοκράτορας, αφού σκότωσε τον Αλέξιο Άγγελο και αντιστάθηκε στους σταυροφόρους.

* Ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας, ο οποίος ορίστηκε από τους Σταυροφόρους ως Λατίνος Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης.

* Ο Όθων ντε λα Ρος, στον οποίο παραχωρήθηκε ένα δουκάτο που περιλάμβανε την Αττική, την ανατολική Στερεά και τη Σαλαμίνα.

Πρωτογενείς Πηγές για τη Δ' Σταυροφορία

* Ο Νικήτας Χωνιάτης ιστορικός του Βυζαντίου, έγραψε για την καταστροφή της Κωσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους.

* Ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος, σταυροφόρος με σημαντική επιρροή, παρών σε όλες τις αποφάσεις που οδήγησαν στην εξέλιξη της Δ' Σταυροφορίας, και ιστορικός.

* Ο Ρόμπερτ του Κλαρύ, σταυροφόρος.

* Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄, μέσω της δριμύτατα επικριτικής επιστολής που έστειλε στον Επίτροπό του στην Ιερουσαλήμ, ο οποίος εγκατέλειψε τη θέση του για να υποστηρίξει τους Σταυροφόρους στην Κωνσταντινούπολη.

Οι Σκοποί της Δ' Σταυροφορίας

* Ο σκοπός του Πάπα Ιννοκέντιου Γ’ ήταν η ανάκτηση των Αγίων Τόπων. Για το σκοπό αυτό υποστήριξε τη συνέχιση των Σταυροφοριών με την ελπίδα να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος της Γ’ Σταυροφορίας.

* Ο σκοπός των Σταυροφόρων ήταν το οικονομικό κέρδος και η δόξα. Χαρακτηριστικό είναι ότι Σταυροφόροι κατά βάση έγιναν όσοι, Γάλλοι κυρίως, ευγενείς δεν είχαν τα πρωτοτόκια των οικογενειών τους, συνεπώς δεν είχαν σημαντικές πιθανότητες να κληρονομήσουν την πατρική τους περιουσία.

* Ο σκοπός των Βενετών ήταν πολύ καθαρά το οικονομικό κέρδος. Όπως αναφέρει ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος, όταν η αντιπροσωπεία των μελλοντικών Σταυροφόρων ζήτησε από τους Βενετούς να τους μεταφέρουν στην Αίγυπτο, αυτοί συμφώνησαν να χρηματοδοτήσουν τα πλοία, πληρώματα και εξοπλισμό με αντάλλαγμα 50% των κερδών από την εκστρατεία

* Ο σκοπός του Αλέξιου Δ’ ήταν η κατάκτηση του θρόνου του Βυζαντίου που είχε χάσει ο πατέρας του, Ισαάκιος Β', από τον αδελφό του και θείο του Αλέξιου Δ', Αλέξιο Γ' το 1195.
 

Η Τελική Πορεία των Σταυροφόρων της Δ' Σταυροφορίας

Αν και στόχος των Σταυροφόρων ήταν η Αίγυπτος (και μέσω αυτής η ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ), τελικά οι Σταυροφόροι επιτέθηκαν εναντίον της:

* Ζάρα, πόλης της σημερινής Κροατίας, με Καθολικό πληθυσμό, για λογαριασμό των Βενετών

* Κωνσταντινούπολης, Χριστιανικής πόλης με Ορθόδοξο πληθυσμό, για λογαριασμό του Αλέξιου Δ’

Οι Σταυροφόροι της Δ΄Σταυροφορίας δεν πολέμησαν ποτέ τους Μουσουλμάνους με εξαίρεση κάποιους μεμονωμένους ιππότες όπως ο Γοδεφρείδος Α' Βιλλαρδουίνος, ανηψιός του Γοδεφρείδου Βιλλαρδουίνου, ο οποίος έφτασε μέχρι την Παλαιστίνη.

Η Δ' Σταυροφορία και οι Επιπτώσεις στα Βαλκάνια

Η Τετάρτη Σταυροφορία, η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 και η Λατινοκρατία, με την ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων και την αλλαγή του πολιτικού χάρτη που προκάλεσαν, δεν αποτελούν ένα αιφνίδιο γεγονός: είναι η κατάληξη σειράς συγκρούσεων και ανταγωνισμών ανάμεσα στη Δυτική Ευρώπη και το Βυζάντιο, που έχουν για αφετηρία από τα τέλη του 11ου αιώνα την τότε αναπτυσσόμενη Δύση και την οικονομική διείσδυση των Ιταλικών πόλεων στην Ανατολική Μεσόγειο. 

Οι στόχοι και τα συμφέροντα των δυτικών δυνάμεων, σε συνάρτηση με τον ανταγωνισμό μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, θα οδηγήσουν νομοτελειακά στη σύγκρουση με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η διεθνής συγκυρία, που συνέβαλε στην πολιτική και οικονομική κάμψη του Βυζαντίου, επηρέασε καίρια και τις πολιτικές εξελίξεις στα Βαλκάνια. Ήδη οι τρεις πρώτες Σταυροφορίες είχαν αναστατώσει τη χερσόνησο του Αίμου και είχαν προκαλέσει σοβαρά πολιτικά προβλήματα, αίσθημα ανασφάλειας στους κατοίκους και ολοένα μεγαλύτερη οικονομική κάμψη. 

Τα απείθαρχα στίφη της Α΄ Σταυροφορίας (1096-97) και ο στρατός των πολεμιστών της Β΄ (1147) και της Γ΄ Σταυροφορίας (1189-90), που διέσχισαν τη χερσόνησο, προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στην εγχώρια γεωργική παραγωγή και κτηνοτροφία και κλόνισαν την επιτόπια διοίκηση. Παράλληλα, οι επιθέσεις και κατακτήσεις των Νορμανδών και των Ούγγρων και οι επιδρομές και λεηλασίες των πειρατών στα παράλια είχαν αναστατώσει την περιοχή. 

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μετά τον θάνατο του Μανουήλ Κομνηνού (1143-1180), περνούσε βαθιά πολιτική κρίση και δεν διέθετε την οικονομική και στρατιωτική δύναμη ούτε την ικανή και ισχυρή ηγεσία για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα  Στα Βαλκάνια εκδηλώθηκαν μετά το 1180 αποστασίες, που άλλαξαν τον πολιτικό χάρτη της περιοχής. Ο μέγας Ζουπάνος της Ράσκιας Στέφανος Νεμάνια (1166-1196) κατόρθωσε να αποτινάξει τη Βυζαντινή κηδεμονία και να ανακηρύξει την ανεξαρτησία της χώρας του θέτοντας τις βάσεις ενός ισχυρού Σερβικού κράτους. 

Στη Βουλγαρία, μετά το 1185, οι δύο αδελφοί Πέτρος και Ασέν, με μεγάλη συμμετοχή Βλάχων και Κουμάνων, επαναστάτησαν εναντίον της Βυζαντινής κυριαρχίας, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την ίδρυση του Β΄ Βουλγαρικού κράτους. Και στις δύο περιπτώσεις οι Σταυροφορίες και η ολοένα μεγαλύτερη οικονομική διείσδυση των Ιταλικών εμπορικών πόλεων επηρέασαν ουσιαστικά τις εξελίξεις. Ενδεικτική της γενικής αστάθειας και της αδυναμίας του Βυζαντίου είναι και η ίδρυση της εφήμερης μικρής ηγεμονίας της Κρόιας στην Κεντρική - Αλβανία (1190-1216).

Κατά την Γ΄ Σταυροφορία η διέλευση του Αυτοκράτορα της Γερμανίας Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα με τον μεγαλύτερο τότε σταυροφορικό στρατό έδωσε την ευκαιρία στον Στέφανο Νεμάνια και τους Βούλγαρους αρχηγούς να επιδιώξουν την υποστήριξή του στον αγώνα τους εναντίον του Βυζαντίου, προσφέροντας σε αντάλλαγμα την στρατιωτική τους βοήθεια. Τα διαβήματα αυτά δεν κατέληξαν πουθενά, είναι ωστόσο ενδεικτικά του κύρους που αντιπροσώπευαν για τα νεοσύστατα Βαλκανικά κράτη οι δυτικές δυνάμεις. Τα επόμενα χρόνια οι επιθέσεις Σέρβων και Βουλγάρων και οι συγκρούσεις με τα Βυζαντινά στρατεύματα συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη ένταση και αμφιρέπουσα έκβαση.

Τελικά ο Αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος (1185-1195) κατόρθωσε να νικήσει τον Νεμάνια και να αποκαταστήσει τη Βυζαντινή παρουσία στις απειλούμενες περιοχές της Θράκης και της Μακεδονίας. Ωστόσο, για μην έχει ανοικτά μέτωπα στη χερσόνησο του Αίμου, αναγκάστηκε να συνάψει ευνοϊκή για τους Σέρβους συνθήκη που αναγνώριζε την κυριαρχία τους σε τμήμα των ήδη κατακτημένων Βυζαντινών εδαφών, και αυτό σήμαινε έμμεσα την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Σερβίας.
 

Η συνθήκη επισφραγίστηκε με το γάμο της ανηψιάς του αυτοκράτορα Ευδοκίας με ιόν δευτερότοκο γιο του Νεμάνια Στέφανο, ο όποιος τιμήθηκε με τον υψηλό Βυζαντινό τίτλο του «Σεβαστοκράτορος». Στη Βουλγαρία μετά τη δολοφονία του Ασέν (1196) και του Πέτρου (1197) ανέλαβε την ηγεσία ο τρίτος Ασενίδης αδελφός Καλογιάν (1197-1207), ο Ιωαννίτζης των Βυζαντινών. Φιλόδοξος και ικανός ηγέτης, ο Ιωαννίτζης εξελίχθηκε σε επικίνδυνο αντίπαλο του Βυζαντίου. 

Η Βυζαντινή εξουσία βρισκόταν τώρα σε ακόμη μεγαλύτερη αδυναμία να αντιμετωπίσει την κατάσταση, καθώς ο κίνδυνος από τη Δύση πλησίασε απειλητικά και ο νέος Αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ (1195-1203), που ανέβηκε στο θρόνο εκθρονίζοντας τον αδελφό του Ισαάκιο, ήταν ανίκανος να ασκήσει στα Βαλκάνια επωφελή για την Αυτοκρατορία πολιτική. 

Έτσι, στην εμφύλια διαμάχη για τη διαδοχή που ξέσπασε στη Σερβία μετά το 1196 ανάμεσα στους γιους του Στέφανου Νεμάνια Vukan, τοπικό ηγεμόνα της Διοκλείας και της Νότιας Δαλματίας, και Στέφανο, τον γαμβρό του Αλεξίου Γ΄, οι δύο αντίπαλοι αδελφοί δεν ζήτησαν την υποστήριξη του Βυζαντίου αλλά των δυτικών δυνάμεων και της Παπικής Εκκλησίας. Στους πολιτικούς χειρισμούς που ακολούθησαν, το Βυζάντιο απουσίαζε. 

Το 1200 ή 1201 ο Στέφανος απέπεμψε με ατιμωτικό τρόπο τη σύζυγό του Ευδοκία, θυγατέρα του Αλεξίου Γ΄, και το γεγονός είναι ενδεικτικό και της αδυναμίας του Βυζαντινού Αυτοκράτορα και του μειωμένου κύρους του Βυζαντίου. Το 1202 ο Vukan αναγνώρισε το πρωτείο του Πάπα και με την υποστήριξη των Ούγγρων ανακηρύχθηκε μέγας Ζουπάνος της Σερβίας υπό την επικυριαρχία της Ουγγαρίας – ρύθμιση που στην πράξη σήμαινε Ουγγρική κηδεμονία και έθιγε την πρόσφατα ανακτημένη ανεξαρτησία της χώρας.

Την ίδια εποχή ο Ιωαννίτζης, που συνήθιζε να αυτοαποκαλείται «Ρωμαιοκτόνος», εξαπέλυσε απηνή διωγμό κατά του Ελληνικού στοιχείου και κυρίως κατά των Ελληνικών πόλεων του Πόντου. Το Βυζάντιο αναγκάστηκε να συνάψει συνθήκη ειρήνης με τους Βουλγάρους (τέλη 1202). Οι όροι της συνθήκης δεν παραδίδονται, φαίνεται όμως ότι σήμανε, σιωπηλά ή ρητά, την αναγνώριση του νέου Βουλγαρικού κράτους. Σε επιστολή του προς τον Πάπα (καλοκαίρι 1203) ο Ιωαννίτζης ισχυριζόταν ότι προσκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να στεφθή Αυτοκράτορας και να λάβει πατριάρχη για το λαό του. 

Καθώς το γεγονός δεν μαρτυρείται από άλλη πηγή, δεν γνωρίζουμε αν ο ισχυρισμός του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή αν δεν πρόκειται για έναν επιδέξιο χειρισμό με σκοπό να επισπεύσει την αναγνώριση της βασιλικής του υπόστασης από τον Πάπα. Γιατί ο Ιωαννίτζης, αφότου ανέλαβε την εξουσία, επιδίωξε συστηματικά να προσεγγίσει την Αγία Έδρα και με αντάλλαγμα την υπαγωγή της Βουλγαρικής Εκκλησίας στη Ρώμη να στεφθή βασιλιάς από την Παπική Εκκλησία. 

Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ (1198-1216), ισχυρή προσωπικότητα, που το κύρος του είχε διεθνώς ενισχυθεί από την πολιτική και οικονομική δραστηριότητα των δυνάμεων της Δύσης, επωφελήθηκε για να επεκτείνει τη δικαιοδοσία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας στις ορθόδοξες χώρες των Βαλκανίων. Ωστόσο, οι διαβουλεύσεις υπήρξαν μακρές και χαρακτηρίζονται από «αμοιβαία καχυποψία». Τελικά ο Πάπας αποδέχθηκε το αίτημα του Ιωαννίτζη και στις 8 Σεπτεμβρίου 1203, έχρισε με Παπικό απεσταλμένο τον επίσκοπο Ζαγοράς, δηλ. Τιρνόβου, «Πριμάτον πάσης Βουλγαρίας και Βλαχίας». 

Η στέψη όμως του ίδιου του Ιωαννίτζη ως «βασιλέα Βουλγάρων και Βλάχων» πραγματοποιήθηκε μετά την Άλωση της Πόλης, στις 8 Νοεμβρίου 1204. Επομένως, ήδη πριν από το 1204 στη χερσόνησο του Αίμου υπήρχε μια γενικότερη αναστάτωση και είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται πολιτικοί μετασχηματισμοί. Σ’ αυτή την έκρυθμη κατάσταση η Τετάρτη Σταυροφορία και η Λατινοκρατία λειτούργησαν σαν καταλύτης και επέσπευσαν τις εξελίξεις. Ο διαμελισμός εξάλλου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προκάλεσε ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων και γενικότερη πολιτική κατάτμηση. 

Οι διασπασμένες Ελληνικές δυνάμεις που ανασυγκροτήθηκαν κυρίως στο κράτος της Ηπείρου και την Αυτοκρατορία της Νικαίας, παράλληλα με τον αγώνα για την εδραίωση της κυριαρχίας τους, θα διεκδικήσουν, κάθε μια για λογαριασμό της, τη Βυζαντινή κληρονομιά με βασικό στόχο την ανάκτηση της Βασιλεύουσας, και θα επιδιώξουν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στα Βαλκανικά πράγματα. Οι νέοι όμως μετασχηματισμοί είχαν ανατρέψει τα ως τώρα δεδομένα. Οι δυτικές δυνάμεις, πολιτικές, θρησκευτικές και οικονομικές, αποτέλεσαν τους ισχυρούς παράγοντες που κυριαρχούσαν στο χώρο της ΝΑ. Ευρώπης.
 
 
Οι ηγεμόνες της Σερβίας και της Βουλγαρίας, στο ξεκίνημα της πολιτικής συγκρότησης των δύο κρατών, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη νέα πραγματικότητα, που επέβαλε ανάλογη προσαρμογή της πολιτικής τους. Έτσι, όταν το 1205 ο Στέφανος Νεμάνιτς ανέκτησε την ηγεσία της χώρας επιχείρησε με πολιτικό ρεαλισμό να ενισχύσει τις σχέσεις του με τις δυτικές δυνάμεις και την Παπική Εκκλησία. Ο γάμος του, γύρω στο 1207, με την Άννα εγγονή του νεκρού πια δόγη της Βενετίας Ερρίκου Δάνδολου, είναι ενδεικτικός των νέων πολιτικών προσανατολισμών. 

Προσαρμογή της πολιτικής στις νέες συνθήκες υπαγόρευε και η γεωπολιτική θέση της Σερβίας, που βρισκόταν ανάμεσα στις Ορθόδοξες και τις Καθολικές δυνάμεις, όπως και ή παρουσία ισχυρών πολιτικών και οικονομικών δυτικών παραγόντων και εμπόρων. Στη Βουλγαρία ο Ιωαννίτζης επιχείρησε να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους σταυροφόρους, επιδιώκοντας να συμμετάσχει στη διανομή των Βυζαντινών εδαφών. Οι σταυροφόροι, που θεωρούσαν τους εαυτούς τους διαδόχους του Βυζαντίου, όχι μόνον απέρριψαν τις προτάσεις του αλλά απείλησαν να καταλύσουν την ανεξαρτησία του Βουλγαρικού κράτους. 

Αυτήν ακριβώς την κρίσιμη για τις σχέσεις του με τους Λατίνους στιγμή, ο Ιωαννίτζης δέχθηκε προτάσεις συμμαχίας από τους Έλληνες της Νότιας Θράκης, που αποφάσισαν να εξεγερθούν εναντίον της σκληρής Λατινικής καταπίεσης και, καθώς δεν είχαν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν μόνοι τους κατακτητές, ζήτησαν τη συνδρομή του μόνου ισχυρού γείτονα. Ο Βούλγαρος ηγεμόνας δέχθηκε ευχαρίστως τις Ελληνικές προτάσεις, που θα απομάκρυναν την εναντίον του Λατινική απειλή και θα του επέτρεπαν να αναμιχθεί προς όφελος του στα πράγματα της Θράκης. 

Η σύμπραξη μεταξύ των Θρακικών πόλεων και του Ιωαννίτζη εναντίον των Λατίνων, η οποία είχε τοπικό και ανεπίσημο χαρακτήρα, υπογράφηκε τον Ιανουάριο του 1205 και τον επόμενο μήνα άρχισε γενική εξέγερση των Θρακικών πόλεων με άμεσα θεαματικά αποτελέσματα Οι Λατίνοι, παρά τις ισχυρές στρατιωτικές ενισχύσεις που μετακάλεσαν από την Μ. Ασία, υπέστησαν μεγάλη ήττα στην Αδριανούπολη και ο συσχετισμός των δυνάμεων ανετράπη. Από αυτή την ανατροπή θέλησε να επωφεληθεί ο Ιωαννίτζης και στράφηκε ταυτόχρονα εναντίον Λατίνων και Ελλήνων. 

Επί μία σχεδόν διετία με στρατό Βουλγάρων και Βλάχων και με τη σύμπραξη των Κουμάνων επιδόθηκε συστηματικά σε εξόντωση του Ελληνικού πληθυσμού της Θράκης και της Μακεδονίας˙ η ύπαιθρος χώρα ερημώθηκε και τα χωριά υπέστησαν μεγάλες καταστροφές, ο πληθυσμός αιχμαλωτίστηκε, εξορίστηκε ή σφαγιάστηκε. Για να αντιμετωπίσουν τον Βουλγαρικό κίνδυνο, οι Έλληνες του Διδυμότειχου και της Αδριανούπολης, όπου είχαν καταφύγει πρόσφυγες από όλες τις κατεστραμμένες Ελληνικές περιοχές, ζήτησαν τη βοήθεια των Λατίνων της Πόλης. 

Μετά τη σύναψη στις 26 Ιουνίου 1206 Ελληνο-Λατινικής συμφωνίας, σταυροφορικός στρατός με την ουσιαστική συμμετοχή των Ελλήνων συγκρούστηκε με τους Βουλγάρους και εκκαθάρισε τη Θράκη. Ο αιφνίδιος θάνατος του Ιωαννίτζη το 1207 κατά την πολιορκία της Λατινοκρατούμενης Θεσσαλονίκης και οι εσωτερικές έριδες για τη διαδοχή απομάκρυναν τον Βουλγαρικό κίνδυνο. Είναι φανερό ότι σ’ αυτή την αναμέτρηση Λατίνων και Βουλγάρων η σύμπραξη των Ελλήνων με τον ένα ή τον άλλο αντίπαλο επηρέασε σοβαρά την έκβαση των επιχειρήσεων. 

Αλλά η εξέγερση των Ελληνικών πόλεων είχε ευρύτερες επιπτώσεις στις πολιτικές εξελίξεις: οι επιχειρήσεις στη Θράκη ανάγκασαν τους Λατίνους να αποσύρουν σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις από τη Μ. Ασία, και αυτό επέτρεψε στην εξόριστη στη Νίκαια Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που διένυε τότε το κρίσιμο στάδιο της κρατικής ανασυγκρότησης, να εδραιώσει την κυριαρχία της, χωρίς την άμεση απειλή σκληρών στρατιωτικών συγκρούσεων με τις δυνάμεις των σταυροφόρων. 

Ο Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρης (1204/7-1222) και κυρίως ο Ιωάννης Γ΄ Βατατζής (1222-1254), με επιτυχή εξωτερική πολιτική και συνετή διοίκηση, κατόρθωσαν σταδιακά να κυριαρχήσουν σε όλη σχεδόν τη Μ. Ασία και να καταστήσουν το εξόριστο κράτος υπολογίσιμη δύναμη στη διεθνή σκηνή, ενώ η Λατινική Αυτοκρατορία δεν διέθετε τις δυνάμεις για να επιβάλει την κυριαρχία της στα Βαλκάνια. Ο Ιωάννης Βατάτζης, παράλληλα με τον κύριο στόχο που ήταν βέβαια η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, θα επιδιώξει να ανακτήσει την επιρροή της Αυτοκρατορίας στη χερσόνησο του Αίμου, κυρίως μέσα από το πνευματικό κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Έτσι η Ορθοδοξία ήταν η μόνη δύναμη που, παρά την πολιτική διάσπαση, μπορούσε να αποκαταστήσει την πνευματική ενότητα των Ορθόδοξων λαών της Βαλκανικής, την οποία είχε κλονίσει η διείσδυση της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Κι αυτό επιδίωξε ο οικουμενικός πατριάρχης, με την πολιτική στήριξη του κράτους της Νικαίας. Παρά τις έντονες αντιδράσεις της αρχιεπισκοπής Αχρίδος που διεκδικούσε σθεναρά την πνευματική δικαιοδοσία της Βαλκανικής, το Οικουμενικό Πατριαρχείο με πολιτικό ρεαλισμό αναγνώρισε το αυτοκέφαλο των ορθόδοξων Εκκλησιών της Σερβίας και της Βουλγαρίας.
 
 
Άλλωστε για τα νεοσύστατα Βαλκανικά κράτη, πέρα από τις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες που οδήγησαν στην προσέγγιση της Ρώμης, η Ορθοδοξία αποτελούσε βασικό στοιχείο της εθνικής τους ταυτότητας. Η περίπτωση της Σερβίας είναι χαρακτηριστική για την προσπάθεια εξισορρόπησης ανάμεσα στην οικονομική και πολιτική παρουσία των δυτικών δυνάμεων και στην ανάγκη ενίσχυσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που ανταποκρινόταν και στο θρησκευτικό συναίσθημα του Σερβικού λαού. 

Έτσι, ενώ το 1217 ή 1218 ο ηγεμόνας της Σερβίας Στέφανος στέφθηκε βασιλεύς από Παπικό λεγάτο –είναι ο Στέφανος Α΄ ο Πρωτόστεπτος (Prvovencani)–, το 1219 ο τριτότοκος γιος του Νεμάνια Σάββας, πού είχε μονάσει στο Άγιο Όρος, μεγάλη πολιτική και εκκλησιαστική μορφή, ταξίδεψε στη Νίκαια και χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Μανουήλ, ο όποιος με Συνοδική Πράξη αναγνώρισε τη Σερβική Εκκλησία ως αυτοκέφαλη, πράξη υψίστης σημασίας που ενίσχυσε διεθνώς όχι μόνο το κύρος του Σερβικού κράτους, αλλά και του εξόριστου Οικουμενικού Πατριαρχείου και του κράτους της Νικαίας.

Ανάλογη ήταν η αντιμετώπιση και στην περίπτωση της Βουλγαρίας, όπου, υστέρα από μια περίοδο εσωτερικών ταραχών, ανέλαβε την εξουσία ο Ιβάν-Ασέν Β΄ (1218-1241). Δυναμικός ηγέτης και πολύ ικανός πολιτικός, αποκατέστησε την νομιμότητα στο εσωτερικό, ενίσχυσε το κύρος του στο εξωτερικό και οδήγησε τη χώρα του στη μεγαλύτερη ακμή της. Στο πλαίσιο της επεκτατικής του πολιτικής συγκρούστηκε με τους Λατίνους και με τον Θεόδωρο Δούκα της Ηπείρου, τον όποιο νίκησε κατά κράτος στη μάχη της Κλοκοτινίτσας (1230). 

Έτσι επεξέτεινε την κυριαρχία του σε περιοχές της Θράκης, της Μακεδονίας και σε τμήμα της Αλβανίας και έγινε σημαντικότατος παράγοντας στη χερσόνησο του Αίμου. Τα νέα όμως δεδομένα κατέστησαν σαφέστερη την αντιλατινική στροφή του και επιτακτική την ανάγκη αναθεώρησης των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η ένωση με τη Ρωμαϊκή Εκκλησία που έγινε επί Ιωαννίτζη δεν εξυπηρετούσε τώρα την πολιτική του. Έτσι ο Ιβάν Ασέν Β΄ επιδίωξε την αποκατάσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη χώρα του και την ανύψωσή της σε Πατριαρχείο, πράξη που άνηκε βέβαια στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. 

Ένα πρώτο βήμα είχε ήδη γίνει μεταξύ των ετών 1224 – 1227, όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναγνώρισε τον πριμάτο Βουλγαρίας ως αρχιεπίσκοπο Τιρνόβου, δηλ. ως ορθόδοξο ιεράρχη υπαγόμενον στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε λίγο ο κοινός αντιλατινικός αγώνας έφερε την ουσιαστική προσέγγιση του Ιβάν Ασέν με τον Ιωάννη Βατάτζη, επωφελή και για τα δύο μέρη. Την άνοιξη του 1235 υπογράφηκε συνθήκη συμμαχίας μεταξύ των δύο κρατών που σφραγίστηκε με τον γάμο του γιου και διαδόχου του Ιωάννη Βατάτζη Θεόδωρου Β' Λάσκαρη με τη θυγατέρα του Ιβάν Ασέν Ελένη. Με την ευκαιρία αυτή και «κατά συγκατάβασιν» αναγορεύτηκε Πατριάρχης και ο Αρχιεπίσκοπος Τιρνόβου. 

Με την αναγνώριση των δύο Βαλκανικών Εκκλησιών αποκαταστάθηκε η πνευματική ενότητα στη χερσόνησο του Αίμου. Όπως επισημαίνει ο D. Obolensky οι Αυτοκράτορες της Νίκαιας «εδραίωσαν τους δεσμούς και τη νομιμοφροσύνη αυτών των λαών προς το Πατριαρχείο σε μια εποχή που η Παπική Εκκλησία και οι σταυροφόροι απειλούσαν ολόκληρο το οικοδόμημα της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης˙ και ταυτόχρονα εμφανίστηκαν στους Σλάβους ηγεμόνες των Βαλκανίων ως οι νόμιμοι ηγέτες της Ορθόδοξης Εκκλησίας» και «αληθινοί θεματοφύλακες της Βυζαντινής κληρονομιάς». 

Αυτοί οι πνευματικοί και πολιτιστικοί δεσμοί ανάμεσα στο Βυζάντιο και τα νέα Βαλκανικά κράτη, παρά τις συνεχείς συγκρούσεις και την πολιτική αντιπαλότητα, θα διατηρηθούν ενισχυμένοι τους επόμενους αιώνες.

Οι Βενετοί στην Κωνσταντινούπολη 

10ος-12ος Αιώνας

Βενετοί έμποροι εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη ήδη από τον 9ο αιώνα, ακολουθώντας τους εμπόρους μιας άλλης Ιταλικής πόλης, του Αμάλφι. Το πρώτο διάταγμα (χρυσόβουλο) με το οποίο παραχωρούνταν προνόμια στους Βενετούς εμπόρους που ταξίδευαν στην Κωνσταντινούπολη εκδόθηκε από τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες Βασίλειο Β΄ (976-1025) και Κωνσταντίνο Η΄ (1025-1028) και χρονολογείται στον Μάρτιο του 992. 

Αποτέλεσε την αρχή μιας σειράς προνομίων που παραχωρούνταν από τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες σε Ιταλούς εμπόρους (από τη Βενετία, τη Γένοβα και την Πίζα) και τα οποία καθόριζαν τη δραστηριότητά τους στα εδάφη της Αυτοκρατορίας και στην πρωτεύουσά της. Αυτό το σχήμα της παραχώρησης προνομίων με διατάγματα, που ίσχυσε μέχρι και την κατάρρευση του Βυζαντίου, υιοθετήθηκε από τους Σλάβους γείτονές του και διατηρήθηκε και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το πιο σημαντικό έγγραφο για την ύπαρξη Ενετικής συνοικίας στην Κωνσταντινούπολη είναι το χρυσόβουλο του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) του 1082.

Εκτός από τους τιμητικούς τίτλους που αποδίδονται στον δόγη και τον Ενετό Πατριάρχη που έδρευε στο Γκράντο (Grado), μεγάλο μέρος του εγγράφου αναφερόταν στον καθορισμό των ορίων της ενετικής συνοικίας. Η συνοικία βρισκόταν ανάμεσα στην πύλη της Δρουγγαρίου Βίγλης (Odunkapi) και στην Εβραϊκή Πύλη δίπλα στην αγορά του Περάματος (το σημερινό Balikbazar – η ψαραγορά), στη νότια ακτή του Κεράτιου Κόλπου, στα βορειοδυτικά της Αγίας Σοφίας, και τη διέσχιζαν τα τείχη της πόλεως.
 

Το μέρος ήταν ονομαστό για μεγάλο διάστημα ως το κέντρο δραστηριότητας των ξένων εμπόρων (κυρίως Εβραίων) στη Βυζαντινή πρωτεύουσα. Η συνοικία περιλάμβανε αρκετά σπίτια, την εκκλησία του Αγίου Ακινδύνου (η οποία ήταν Βενετική πολύ πριν από τη συγκρότηση της συνοικίας), αποθήκες και τρεις προβλήτες για τα Βενετικά πλοία. Το κέντρο της συνοικίας ήταν το Embolon (στοά), που βρισκόταν κοντά στην Εβραϊκή Πύλη και αποτελούνταν από μία στοά με εσωτερικά καταστήματα.

Οι Βενετοί είχαν το προνόμιο να εμπορεύονται δίχως να πληρώνουν το κομμέρκιον ή άλλες εισφορές στα σύνορα της Αυτοκρατορίας. Εκείνη την εποχή ορίστηκε να φυλάσσονται τα μέτρα και τα σταθμά που χρησιμοποιούσαν οι έμποροι της Βενετίας στην εκκλησία του Αγίου Ακινδύνου και οι ιερείς της εκκλησίας να εκτελούν χρέη Νοταρίων. Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός παραχώρησε στους εμπόρους της Πίζας (το έτος 1111) προνόμια και το δικαίωμα σύστασης ξεχωριστής συνοικίας που βρισκόταν στο ίδιο μέρος και συνόρευε με την ενετική. 

Οι επόμενοι Αυτοκράτορες της δυναστείας των Κομνηνών ενίσχυσαν τα προνόμια που δόθηκαν στη Βενετία. Ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός (1118-1143) εξέδωσε χρυσόβουλο το 1126 με το οποίο επικυρώνονταν τα ήδη παραχωρηθέντα προνόμια, και ο Μανουήλ A' Κομνηνός (1143-1180) εξέδωσε άλλο ένα το 1148, βάσει του οποίου επεκτείνονταν τα όρια της Βενετικής συνοικίας, στην οποία προστέθηκε άλλη μια προβλήτα (σκάλα) – η Scala Maior (Scala Sancti Marciani).

Στα τέλη της βασιλείας του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού ξέσπασαν αναταραχές στην Κωνσταντινούπολη οι οποίες εκδήλωναν τα αντιιταλικά αισθήματα του πληθυσμού. Η επιθυμία του συγκεκριμένου Αυτοκράτορα να κάμψει το μονοπώλιο των Βενετών παραχωρώντας εμπορικά προνόμια στη Γένοβα (χρυσόβουλο του 1170) πυροδότησε σειρά εξεγέρσεων στη Βυζαντινή πρωτεύουσα. Σημειώθηκαν επίσης βιαιοπραγίες εναντίον των Γενουατών, που έδωσαν αφορμή κατά τα έτη 1170-1171 για διώξεις και συλλήψεις 10.000 Βενετών εμπόρων από ολόκληρη την Αυτοκρατορία, των οποίων οι περιουσίες κατασχέθηκαν.

Η εχθρότητα συνεχίστηκε για 10 χρόνια περίπου, νέες σφαγές και διωγμοί ακολούθησαν επί Ανδρονίκου Α΄ Κομνηνού και τερματίστηκαν ύστερα από μια σειρά διαπραγματεύσεων και λόγω των επίμονων απαιτήσεων των Βενετών για αποζημιώσεις για τις φθορές. Ο Αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος (1185-1195) εξέδωσε τρία διατάγματα (1187) προς όφελος των Βενετών. Το 1189 (κατά τη διάρκεια τηςΓ΄ Σταυροφορίας) η Βενετική συνοικία επεκτάθηκε σε βάρος της Γενουατικής και της παραχωρήθηκε άλλη μια προβλήτα.

Εκείνη την εποχή η συνοικία περιλάμβανε επίσης το παλάτι του Βοτανειάτη ή Καλαμάνου, όπου βρίσκονταν τα γραφεία της επίσημης διοίκησης. Εφόσον οι έμποροι της Βενετίας είχαν μεγάλα φορολογικά προνόμια, πολλοί άλλοι έμποροι, κυρίως Εβραίοι, προσελκύονταν στη συνοικία. Την εποχή της Δ΄ Σταυροφορίας οι πληροφορίες για την οργάνωση της κοινότητας είναι σπάνιες και τα ονόματα των διορισμένων από τη Βενετία εκπροσώπων δεν αναφέρονται. Τα διατάγματα αναφέρουν απλώς διπλωματικούς απεσταλμένους και δικαστές.

Η Δ' Σταυροφορία και η Λατινική Αυτοκρατορία στην Κωνσταντινούπολη

Η Βενετία συνέβαλε κατεξοχήν στην οργάνωση και τη διεξαγωγή της Δ΄ Σταυροφορίας. Μια μεγάλη φωτιά ξέσπασε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης τον Αύγουστο του 1203 και οι Έλληνες λαφυραγώγησαν τη συνοικία των ξένων εμπόρων. Αμέσως μετά την άλωση της Βυζαντινής πρωτεύουσας στις 12 Απριλίου 1204 και τη λεηλασία της από τους Ενετούς και τους Σταυροφόρους, που μοιράστηκαν τα λάφυρα, εγκαθιδρύθηκε η Λατινική κυριαρχία. 

Ο δόγης Ερρίκος Dandolo (1197-1205) έγινε ο κυβερνήτης του ενός τετάρτου των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (quartae partis et dimidiae totius imperii Romaniae). Μετά το θάνατό του, ο κυβερνήτης των Βενετικών κτήσεων εκλεγόταν από τη Σύγκλητο της Βενετίας και ονομαζόταν Ποτεστάτος (podestà). Στη Λατινική Αυτοκρατορία, ο Βενετός Ποτεστάτος στην Κωνσταντινούπολη (1204-1261) –πρώτος ο Μαρίνος Zeno και μετά από αυτόν ο Ιάκωβος Tiepolo– απέκτησε μεγάλη ισχύ και επιρροή. 

Απέκτησε καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών για ολόκληρη την Αυτοκρατορία και επίσης χειριζόταν εμπορικές και στρατιωτικές υποθέσεις, οργανώνοντας τη ναυτική άμυνα της βραχύβιας Αυτοκρατορίας των Σταυροφόρων. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο ίδιος, παρόλο που δεν του είχαν δοθεί ειδικές εξουσίες από τη Σύγκλητο, έκανε συμφωνίες και εξέδιδε χρυσόβουλα υπογεγραμμένα με κόκκινο μελάνι, όπως συνήθιζαν να κάνουν και οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες  (το 1219 με τον Αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρο A' Λάσκαρη (1204-1222) και το 1220 με τον Σουλτάνο του Ικονίου).
 
 
Ο οργανισμός υπό την εξουσία του ποτεστάτου περιλάμβανε 6 συμβούλους, 5 δικαστές, 2 camerarii (ταμίες) και άλλους αξιωματούχους. Κατά τη διάρκεια της Λατινικής κυριαρχίας πολλές εκκλησίες, τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και στον Γαλατά, στην άλλη όχθη του Κεράτιου Κόλπου, περιήλθαν στην κατοχή των Βενετών και των μελών των Καθολικών ταγμάτων. Οι Βενετοί εκείνη την περίοδο είχαν το μονοπώλιο στο εμπόριο με την Ανατολή και η Βενετική αποικιακή Αυτοκρατορία εδραιώθηκε στην ανατολική Μεσόγειο. 

Το Άλλοθι των Φραγκολατίνων για την Διάλυση της Πόλης

Ενώ τονίζεται η 29η Μαΐου 1453 ως το τέλος της χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας, το κυριότερο γεγονός που κλόνισε την ύπαρξή της ανεπανόρθωτα, και οδήγησε στον οριστικό τερματισμό της υλικής και οικονομικής υπεροχής του κράτους μας σε όλη την Ευρώπη, και τελικά στο 1453, δηλαδή η καταστροφή της Ρωμανίας από τη Δύση, με την Άλωση της Νέας Ρώμης / Κωνσταντινούπολης την 13η Απριλίου 1204 από τους Σταυροφόρους, αποσιωπάται ή δεν του δίνεται η πρέπουσα σημασία. 

Θα έλεγε κανείς, ότι επειδή ο προσανατολισμός του νεοελληνικού κράτους ήταν προς τη Δύση, οι ηγέτες του σκέφτηκαν ότι αυτός ο προσανατολισμός συνεπάγεται απαραίτητα και τη λήθη της ιστορίας, τη λήθη του γεγονότος ότι εξαιτίας της Άλωσης του 1204. Η Ρωμιοσύνη στάθηκε αδύναμη να αντιμετωπίσει τους Τούρκους. Με άλλα λόγια, η Άλωση του 1204 οδήγησε στα 400-600 χρόνια Τουρκοκρατίας, αλλά αυτό το συμπέρασμα απωθήθηκε, πιθανότατα λόγω του ιδεολογικού προσανατολισμού της ηγετικής τάξης του Ελληνικού κράτους. 

Είναι σήμερα γενικά παραδεκτό, πως αυτή ήταν η αιτία της επικράτησης των Τούρκων στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Ένα Ρωμαίικο Κράτος που δεν θα είχε υποστεί την Άλωση του 1204, πιθανότατα θα ανέκαμπτε, όπως είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν άλλωστε, και θα αντιμετώπιζε τους Τούρκους νικηφόρα, όπως και τους Άραβες. Αλλά αυτή η ευκαιρία δεν δόθηκε στην Ρωμιοσύνη. Η ευκαιρία να χτυπηθεί η Ρωμιοσύνη, δεν άργησε να δοθεί στους Φραγκολατίνους. 

Ήδη από τον 12 αιώνα πολλές δεκάδες χιλιάδες από αυτούς υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη. Απολάμβαναν προνόμια και ήταν προκλητικοί προς τους Ρωμιούς της Κωνσταντινούπολης. Ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός παραχώρησε το 1082 υπέρμετρα δικαιώματα που τους έκαναν μισητούς στους Ρωμαίους. Ο Ιωάννης ο Β’ έκανε κάποιες προσπάθειες ώστε θα θέσει τέλος στα προνόμια αυτά. Αλλά η ενέργεια του αυτή, είχε ως αποτέλεσμα εχθροπραξίες από μέρους τους τόσο στο Αιγαίο, όσο και στο Ιόνιο και την Αδριατική. 

Αναγκάστηκε, ο Αυτοκράτορας να ξαναδώσει πίσω τα προνόμια, όταν ο στόλος των Βενετών κινήθηκε εχθρικά προς τα εδάφη της Ρωμανίας. Οι Λατίνοι. είχαν αλλοιώσει πολλές πλευρές της δημόσιας ζωής και οικονομικά διείσδυαν στον εμπορικό / επαγγελματικό ιστό συμβάλλοντας στην παρακμή της Αυτοκρατορίας. Η Ρωμαϊκή οικονομία, πλέον ήταν υποχείριο της δύσης. Ο λαός της Ρωμιοσύνης, αντιστάθηκε στις προκλήσεις τους, με μεγάλες εξεγέρσεις, οι οποίες βάφτηκαν με αίμα. Τον Μάιο του 1182, έγινε η πρώτη εξέγερση κατά των Λατίνων. 

Μια επανάσταση που χαρακτηρίστηκε από σφαγές και εξανδραποδισμούς. Κάτω από την πίεση της κατάστασης ο Ανδρόνικος ο Α’ αναγκάστηκε να υιοθετήσει την αντιλατινική πολιτική. Όπως είναι φυσικό, οι Λατίνοι αντέδρασαν κατά της Ρωμανίας. Η επεκτατική πολιτική τους εκφράστηκε με την επίθεση των Ούγγρων στη Βαλκανική το 1183 καθώς και με την επίθεση των Νορμανδών κατά των Ρωμαϊκών εδαφών το 1185, με αποτέλεσμα την άλωση της Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε νέα επανάσταση του δυσαρεστημένου από τα γεγονότα λαού στη την οποία σφαγιάστηκε ο Ανδρόνικος.

Αυτοκράτορας έγινε ο Iσαάκιος ο B΄ ο Άγγελος. Δυστυχώς, εκείνη την περίοδο, η Ρωμανία έπασχε από ελλιπή ηγεσία Οι Άγγελοι ήταν ίσως η χειρότερη δυναστεία. Ο Παπαρρηγόπουλος λέει “η ολεθρία των Αγγέλων γενεά”. Ο Iσαάκιος προσπάθησε να έρθει σε συνεννόηση με τους Λατίνους και να τους παραχωρήσει ξανά, ευνοϊκή μεταχείριση. Το 1187 επαναφέρει τα προνόμια των Βενετών, οι οποίοι έχουν πλέον την υποχρέωση να μην συνάπτουν συμμαχίες ενάντια στην Αυτοκρατορία. Το 1195 ανατρέπεται ο Ισαακιος από τον Αδελφό του Αλέξιο Γ’ , πράγμα το οποίο κάνει τους Βενετούς σκεπτικούς, αν και τα προνόμια τους ανανεώνονται.

Ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ’ ήταν ο πνευματικός πατέρας της 4ης Σταυροφορίας. Υπήρχε σε αυτήν ένα ανάμεικτο πνεύμα αρρωστημένης θρησκευτικότητας και «ιπποτικής» ιδεολογίας. Έστειλε τους Λατίνους ιεροκήρυκες να προωθήσουν την υπόθεση του ιερού πολέμου στην Δυτική Ευρώπη. την κήρυξη του ιερού πολέμου. Ο Θεοβάλδος ο Γ΄., κόμης της Καμπανίας , κήρυξε τελικά τον (ανίερο) πόλεμο. Οι Σταυροφόροι “Ήταν ένα περίεργο ανακάτωμα από ευσεβείς και θρήσκους άνδρες, αλλά και από αποβράσματα της κοινωνίας, από ανθρώπους, δηλαδή, που ήταν ικανοί για κάθε έγκλημα”.
 
 
Μυριάδες λαού έσπευσαν στο κάλεσμα των κηρύκων της Σταυροφορίας. Η θρησκευτικότητα ήταν πρόσχημα και επικάλυψη της κατάκτησης. Οι ελευθερωτές των Αγίων Τόπων έγιναν κατακτητές της Ανατολής, κοσμικοί και πνευματικοί αφέντες και δυνάστες. Το φεουδαρχικό κλίμα της Φράγκικης Δύσης μεταφυτεύτηκε στην Ανατολή. To συμβούλιο που αποτελείτο από τους Φεουδάρχες οι οποίοι λάμβαναν μέρος στην σταυροφορία αποφάσισε πως η συγκέντρωση θα γινόταν στην Βενετία και κατόπιν θα κατευθύνονταν είτε στην Συρία, είτε στην Αίγυπτο.

Οι σταυροφόροι έπασχαν τόσο από πλευράς οργάνωσης και εξοπλισμού, όσο και στα οικονομικά. Γι’ αυτό συνάψανε συμφωνία με τους Βενετούς, με την οποία θα παρείχετο τροφή και υποστήριξη , έναντι 85.000 μάρκων. Επίσης προσέφεραν και τα μισά εδάφη που θα κατακτούσαν οι σταυροφόροι. Οι περισσότεροι έφτασαν το 1202, αργοπορημένα στην Βενετία. Η οργάνωση, ο εξοπλισμός και τα οικονομικά τους ήταν σε άθλια κατάσταση.

Μια και δεν μπορούσαν να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους , οι σταυροφόροι αναγκάστηκαν να βοηθήσουν τους Βενετούς χτυπώντας εχθρικές πόλεις, ως «πληρωμή». Κατέστρεψαν και λεηλάτησαν την πόλη Ζάρα. Ο Βολταίρος έλεγε ότι η “Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους” δεν ήταν ούτε Αγία, ούτε Ρωμαϊκή ούτε καν Αυτοκρατορία. Η Βενετική “Serenissima Repubblica” (Γαληνότατη Δημοκρατία) κατ’ αναλογία , ούτε γαλήνια, ούτε και Δημοκρατία ήταν. Ήταν ένα κράτος βαθιά ιμπεριαλιστικό, πλουτοκρατικό, αποικιοκρατικό και ρατσιστικό / αριστοκρατικό.

Το Βενετικό κράτος ήταν «εμπορικό». Βεβαίως, δεν γνωρίζουμε αν το να είσαι κλέπτης και κλεπταποδόχος είναι «εμπόριο». Ο Φράγκος σταυροφόρος εντυπωσίασε , κλέβοντας και διαλύοντας την Ρωμιοσύνη. Δεν είναι μόνο τα «ελγίνεια» μάρμαρα που ξέρουμε όλοι. Όποιος έχει επισκεφθεί την Ιταλία, θαυμάζει , στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, τα τέσσερα χάλκινα άλογα που κοσμούν τον εξώστη του ναού, τα οποία κάποτε στόλιζαν τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης. Ακόμα και η βαριά μεγαλοπρεπής χαλύβδινη πόρτα του ναού, κάποτε κοσμούσε την Αγία Σοφία.

Η Βενετία, ξεκίνησε ως μία καθαρά Ρωμαίικη πόλη, αλλά τελικά κατάληξε να αλωθεί πολιτισμικά από τους Φράγκους και να γίνει και αυτή Φραγκική. Αυτό συνέβη, κυρίως, μετά την κατάληψη του Πατριαρχείου Ρώμης από τους Φράγκους. Στα τέλη του 12ου αιώνα όλοι οι Δόγηδες έφεραν τίτλους Ρωμιών αυλικών αξιωματούχων. Το σύστημα χρονολόγησης των εγγράφων παρέμεινε Ρωμαϊκό και συνέχισε να χρησιμοποιεί το Μεσαιωνικό Index, ενώ ως την ενθρόνιση του τελευταίου Βενετού Δόγη το 1789 το τελετουργικό ακολουθούσε αυστηρά τη Ρωμαίικη παράδοση.

Μόνο μετά το 1797, οπότε και εγκαθιδρύθηκε η «Γαληνότατη Δημοκρατία», η Βενετία απέταξε εντελώς τα σύμβολα της Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας. Στην πόλη Ζάρα στην Αδριατική Ακτή, αρχές του 1203, οι σταυροφόροι δέχτηκαν τους αντιπροσώπους του Αλέξιου Δ΄ Αγγελου , υιού του εκθρονισμένου και τυφλωμένου Ισάκιου Β΄ Αγγελου,. Η αδελφή του Αλέξιου είχε παντρευτεί τον βασιλιά της Σουηβίας Φίλιππο. Ο Αλέξιος Δ΄ έχει χαρακτηριστεί ο «Εφιάλτης» της Ρωμανίας. Αυτός έφερε τους Λατίνους Σταυροφόρους στην Κωνσταντινούπολη. Ήθελε να αποκαταστήσει, στον θρόνο, τον πατέρα του Ισαάκιο. 

Συνεργάστηκε όμως, με τους εχθρούς της Αυτοκρατορίας, για να πετύχει τον σκοπό του. Οι Σταυροφόροι δεν μπόρεσαν αν αποφασίσουν, και απέπλευσαν προς Κέρκυρα, όπου ο Αλέξιος επανέλαβε τις προτάσεις του. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο δόγης της Βενετίας Ερρίκος Δάνδολος, ο οποίος έτρεφε μίσος κατά των Ρωμιών. Ο Δάνδολος έγινε Δόγης όταν ήταν 85 ετών. Είχε τυφλωθεί στην Κωνσταντινούπολη , ενώ ήταν επικεφαλής μίας πρεσβείας των Βενετών στον Μανουήλ Α΄ Κομνηνό.

Το 1171, ο Αυτοκράτορας, έχοντας απηυδήσει από την “ανυπόφορη” συμπεριφορά των Βενετών εμπόρων, είχε συλλάβει μερικούς από αυτούς. Ο Δάνδολος θα έλθει, τότε, σε σύγκρουση με τον Μανουήλ Α΄ και σε μια συμπλοκή στην Πόλη, τραυματίστηκε και τυφλώθηκε, σύμφωνα με τον Στήβεν Ράνσιμαν. Έτσι, ο Δάνδολος μισούσε θανάσιμα τους Ρωμιούς και ανέμενε κάποια ευκαιρία, για ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Επόμενο ήταν να «αρπάξει την ευκαιρία» και να ασκήσει και αυτός επιρροή , ώστε η εκστρατεία να κατευθυνθεί προς την Νέα Ρώμη / Κωνσταντινούπολη.

Τα Αποτελέσματα της Δ' Σταυροφορίας

Τα αποτελέσματα της Δ' Σταυροφορίας υπήρξαν μοιραία τόσο για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία όσο και για το μέλλον των Σταυροφοριών. Η Αυτοκρατορία δεν μπορούσε πια να αναλάβει από το κτύπημα που δέχτηκε το 1204, χάνοντας τη σημασία που είχε σαν διεθνής πολιτική δύναμη.
Πολιτικά, η Ανατολική Αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει σαν σύνολο. Στη θέση της ήρθαν μερικά εουδαλικά δυτικά κράτη, ενώ η ίδια ποτέ πια, ούτε και μετά την αποκατάσταση της Αυτοκρατορίας από τους Παλαιολόγους, δεν επανέκτησε την παλιά της λαμπρότητα και επιρροή.

 
Όσον αφορά τη σημασία της Δ' Σταυροφορίας για το γενικό πρόβλημα της κίνησης των Σταυροφόρων, μπορεί να ειπωθεί ότι αποδείχθηκε καθαρά ότι η ιδέα της κίνησης είχε γίνει απολύτως «κοσμική», ενώ συγχρόνως διασπάστηκε το ενιαίο κίνητρο που αρχικά οδήγησε τους λαούς της Δύσης στην Ανατολή. Μετά το 1204, οι Δυτικοί δεν ήταν αναγκασμένοι απλά να κατευθύνουν τις δυνάμεις τους κατά των Μουσουλμάνων, στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. 

Αλλά έπρεπε να τις χρησιμοποιούν συγχρόνως σε μεγάλη έκταση, στις νέες τους κτήσεις, στην περιοχή της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, για τη σταθεροποίηση της δύναμής τους εκεί. Αποτέλεσμα, φυσικά, αυτού του γεγονότος υπήρξε η αναβολή του αγώνα κατά των Μουσουλμάνων στους Αγίους Τόπους.

ΧΑΡΤΕΣ

 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ 


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)