Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (1446-1477)

ΟΙ. καὶ σοί γ᾽ ἐπισκήπτω τε καὶ προστρέψομαι,
τῆς μὲν κατ᾽ οἴκους αὐτὸς ὃν θέλεις τάφον
θοῦ· καὶ γὰρ ὀρθῶς τῶν γε σῶν τελεῖς ὕπερ·
ἐμοῦ δὲ μήποτ᾽ ἀξιωθήτω τόδε
1450 πατρῷον ἄστυ ζῶντος οἰκητοῦ τυχεῖν,
ἀλλ᾽ ἔα με ναίειν ὄρεσιν, ἔνθα κλῄζεται
οὑμὸς Κιθαιρὼν οὗτος, ὃν μήτηρ τέ μοι
πατήρ τ᾽ ἐθέσθην ζῶντε κύριον τάφον,
ἵν᾽ ἐξ ἐκείνων, οἵ μ᾽ ἀπωλλύτην, θάνω.
1455 καίτοι τοσοῦτόν γ᾽ οἶδα, μήτε μ᾽ ἂν νόσον
μήτ᾽ ἄλλο πέρσαι μηδέν· οὐ γὰρ ἄν ποτε
θνῄσκων ἐσώθην, μὴ ᾽πί τῳ δεινῷ κακῷ.
ἀλλ᾽ ἡ μὲν ἡμῶν μοῖρ᾽, ὅποιπερ εἶσ᾽, ἴτω·
παίδων δὲ τῶν μὲν ἀρσένων μή μοι, Κρέον,
1460 προθῇ μέριμναν· ἄνδρες εἰσίν, ὥστε μὴ
σπάνιν ποτὲ σχεῖν, ἔνθ᾽ ἂν ὦσι, τοῦ βίου·
ταῖν δ᾽ ἀθλίαιν οἰκτραῖν τε παρθένοιν ἐμαῖν,
οἷν οὔποθ᾽ ἡμὴ χωρὶς ἐστάθη βορᾶς
τράπεζ᾽ ἄνευ τοῦδ᾽ ἀνδρός, ἀλλ᾽ ὅσων ἐγὼ
1465 ψαύοιμι, πάντων τῶνδ᾽ ἀεὶ μετειχέτην·
τοῖν μοι μέλεσθαι· καὶ μάλιστα μὲν χεροῖν
ψαῦσαί μ᾽ ἔασον κἀποκλαύσασθαι κακά.
ἴθ᾽ ὦναξ,
ἴθ᾽ ὦ γονῇ γενναῖε. χερσί τἂν θιγὼν
1470 δοκοῖμ᾽ ἔχειν σφας, ὥσπερ ἡνίκ᾽ ἔβλεπον.
τί φημί;
οὐ δὴ κλύω που πρὸς θεῶν τοῖν μοι φίλοιν
δακρυρροούντοιν, καί μ᾽ ἐποικτίρας Κρέων
ἔπεμψέ μοι τὰ φίλτατ᾽ ἐκγόνοιν ἐμοῖν;
1475 λέγω τι;
ΚΡ. λέγεις· ἐγὼ γάρ εἰμ᾽ ὁ πορσύνας τάδε,
γνοὺς τὴν παροῦσαν τέρψιν, ἥ σ᾽ εἶχεν, πάλαι.

***
ΟΙΔ. Σ᾽ εκλιπαρώ και σ᾽ εξορκίζω,
δώσε στην πεθαμένη τάφο.
Έχεις το θλιβερό προνόμιο
την αδελφή σου να κηδέψεις.
Εγώ να μην αξιωθώ
να κατοικήσω ζωντανός
1450 στην πατρική μου πόλη.
Άσε με στα βουνά να κατοικώ
και στο δικό μου Κιθαιρώνα.
Η μάνα κι ο πατέρας μου
τότε που ζούσαν ευτυχείς
τον Κιθαιρώνα διάλεξαν
για τάφο μου,
όταν σχεδίαζαν κρυφά το χαλασμό μου.
Ξέρω, δεν ήτανε γραφτό
να με θερίσει αρρώστια·
ο Χάρος με σεβάστηκε και σώθηκα,
γιατί το πεπρωμένο μου αγάπησε τη φρίκη.
Η μοίρα μου το δρόμο της πορεύεται
και πάει χωρίς επιστροφή
στο τέρμα.
Μη μεριμνήσεις, Κρέων, για τ᾽ αγόρια μου·
1460 άντρες στην ωριμότητά τους πια,
όπου κι αν βρεθούν, δε θα διψάσουν.
Όμως τις δυο παρθένες μου,
τις δύστυχες, τις άμοιρες,
που δεν καθίσανε ποτέ τους να γευτούνε
χωρίς τη συντροφιά μου
στο τραπέζι τους,
που μοιραζόμαστε το κάθε τι,
ό,τι κι αν είχα και δεν είχα,
να τις γνοιαστείς.
Άσε με τώρα να τις χαϊδέψω
και να χορτάσω μοιρολογώντας τη συμφορά μου.
Εμπρός, βασιλιά μου,
εμπρός, ευγενική ψυχή,
θα τις αγγίξω με τα χέρια μου
και θα ᾽ναι σα να τις κρατώ,
όπως τις έσφιγγα στην αγκαλιά μου,
1470 τότε που λάμπρυνε το φως τα μάτια μου.
Τί λέω;
Ακούω, θε μου, τις λαχτάρες μου να κλαίνε;
Ο Κρέων με λυπήθηκε
και μου ᾽στειλε
τις δυο μου λατρεμένες θυγατέρες;
Να το πιστέψω;
ΚΡΕ. Να το πιστέψεις.
Το φρόντισα κι αυτό.
Ήξερα τη λαχτάρα σου
και θέλησα να τη χορτάσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου