Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΕΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΩΝ (ΜΕΡΟΣ Α')

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ 

"Το ιδιαίτερο ηθικόν χαρακτηριστικό του Όπλου του Ιππικού απορρέον εκ της Ιππικής εξασκήσεως, ήτις προσδίδουσα το ριψοκίνδυνον, αναπτύσσει άμα την πρωτοβουλίαν, τη ψυχραιμίαν, και την αυτοπεποίθησιν. Το χαρακτηριστικό τούτο επιτρέπει εις τους ηγήτορας του Ιππικού να δρώσιν ανεξαρτήτως, διατηρούντες ακμαίας τας ηθικάς δυνάμεις και αναπτύσσοντες το πνεύμα του επικαίρου". Το ιππικό με τη στενή έννοια ήταν το σώμα του στρατού που μάχονταν έφιππο, δηλαδή ιππεύοντας ίππους. Μερικές φορές ο όρος, σε Ελληνικά συγγράμματα, χρησιμοποιείται και με ευρύτερη έννοια, συμπεριλαμβάνοντας και τη χρήση και άλλων υποζυγίων, όνων, ημιόνων, καμηλών και ελεφάντων, αμαξών και αρμάτων, παρ' όλο που στα τελευταία τα υποζύγια δεν ιππεύονται, αλλά έλκουν οχήματα. Επιπλέον αναπτύχθηκαν από πολλούς στρατούς ειδικά τμήματα αμίππων, δηλαδή τμήματα ελαφρού πεζικού που εκπαιδεύονταν να μάχονται σε συνεργασία με το ιππικό...

Αυτά συνήθως ανήκαν επίσης οργανωτικά και διοικητικά στο σώμα του ιππικού. Στη σύγχρονη εποχή μάλιστα, λίγο πριν το ιππικό καταργηθεί οριστικά στον 20ό αιώνα, δέχτηκε στους κόλπους του μηχανοκίνητες και άλλες μονάδες, συχνά με ταυτόχρονη απουσία πραγματικών έφιππων. Υπήρξε δηλαδή ιππικό χωρίς άλογα. Τέλος τα τεθωρακισμένα, το σώμα που το αντικατέστησε το ιππικό, συχνά έφερε ή και φέρει τον τίτλο «ιππικό τεθωρακισμένων», δηλώνοντας ότι κατά κάποιον τρόπο συνεχίζει την ιστορία του. Αντίθετα, υπήρξαν στρατιωτικές μονάδες που διέθεταν άλογα ή άλλα υποζύγια, χωρίς να ανήκουν στο σώμα του ιππικού. Αναφέρονται οι ακόλουθες περιπτώσεις:

1. Λογιστικής υποστήριξης: Μέχρι τον 20ό αιώνα υποζύγια με άμαξες ή χωρίς μετέφεραν τρόφιμα και άλλα πολεμοφόδια στα πεδία της μάχης στην ξηρά, συμβάλλοντας σημαντικά στην πορεία της με τον ανεφοδιασμό σε υλικό και συχνά απομακρύνοντας τραυματίες. Επίσης με χρήση υποζυγίων συχνά μεταφέρθηκαν πολιορκητικός εξοπλισμός, ακόμη και πλοία.

2. Ιπποκίνητο ή αρματοκίνητο πεζικό: Άλογα, άμαξες ή άρματα μετέφεραν πεζούς που αφίππευαν ή αποβιβάζονταν για να πολεμήσουν πεζοί. Μπορούν να θεωρηθούν ως πρόδρομος του σύγχρονου μηχανοκίνητου πεζικού.

3. Ιπποκίνητο πυροβολικό: Χρησιμοποιούσαν υποζύγια (συνήθως άλογα) για να έλκουν τα πυροβόλα και άμαξες για να μεταφέρουν πυρομαχικά. Συνήθως ανήκαν στο σώμα του πυροβολικού.

4. Επίσης υπήρχαν τμήματα πεζικού που διέθεταν οργανικά τμήματα ιππικού, όπως π.χ. η Ρωμαϊκή λεγεώνα, η οποία διέθετε 300 ιππείς στο «κανονικό» τμήμα της και διαφοροποιούμενο κατά περιοχές και εποχές αριθμό στο «βοηθητικό» (auxilary) τμήμα της.

Σε γενικές γραμμές, το ιππικό ήταν το δεύτερο σε αρχαιότητα (μετά το πεζικό) σώμα στρατού. Είχε γενικά 6 ρόλους:

1. Αναγνώριση (ανιχνευτές).

2. Παρέχοντας πυρά υποστήριξης (ιπποτοξότες, ιππακοντιστές και διάφορα μεταγενέστερα τμήματα με πυροβόλα όπλα).

3. Κρούση (κυρίως βαρύ ιππικό, άρματα, ελέφαντες).

4. Αντιππικό: Αποκρούοντας ενέργειες αντίπαλου ιππικού.

5. Καταδίωξη: Αξιοποιώντας την ταχύτητά του για να καταδιώξει εχθρικά τμήματα που υποχωρούσαν.

6. Επιδρομή: Ενεργώντας βαθιά πίσω από τις εχθρικές γραμμές με σκοπό δολιοφθορές και πρόκληση πανικού και χάους.

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς πρωτοεξημερώθηκε το άλογο ή πότε έγινε η πρώτη ίππευση, όμως γύρω στο 4000 π.Χ. άνθρωποι ίππευαν άλογα στη βόρεια ακτή του Εύξεινου Πόντου. Την ίδια περίπου εποχή στην Αίγυπτο και στη Νοτιοδυτική Ασία εξημερώθηκαν τα γαϊδούρια. Την επόμενη (3η χιλιετία π.Χ.) εξημερώθηκαν οι καμήλες, τόσο οι Βακτριανές στα Ιρανικά οροπέδια, όσο και οι Αραβικές στη Νότια Αραβική Χερσόνησο. Επίσης εξημερώθηκαν οι ελέφαντες στην Ινδία. Από όλα αυτά τα εξημερωμένα ζώα, ο γάιδαρος χρησιμοποιήθηκε μόνο σε ρόλο μεταγωγικού υποζυγίου. Οι καμήλες είδαν και μάχιμη χρήση.

Οι ελέφαντες είχαν σημαντικό ρόλο σε όσους στρατούς τους διέθεταν σε ικανό αριθμό. Το άλογο όμως ήταν ο πρωταγωνιστής του ιππικού μέχρι και τον Β' Π.Π., τόσο ως καθεαυτό ιππικό, όσο και ως σώμα αρμάτων, κυρίως στην αρχή.

ΤΟ ΙΠΠΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ 

Η µεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική εγκυκλοπαίδεια, εκδόσεως 1929, δίνει τον εξής ορισµό για το Ιππικό Πνεύµα:

''Το ιδιαίτερον ηθικόν χαρακτηριστικόν του Όπλου του Ιππικού απορρέον εκ της Ιππικής εξασκήσεως, ήτις προσδίδουσα το ριψοκίνδυνον, αναπτύσει άµα την πρωτοβουλίαν, την ψυχραιµίαν, και την αυτοπεποίθησιν. Το χαρακτηριστικόν τούτο επιτρέπει εις τους ηγήτορας του Ιππικού να δρώσιν ανεξαρτήτως, διατηρούντες ακµαίας τας ηθικός δυνάµεις και αναπτύσσοντες το πνεύµα του επικαίρου''.

Επίσης οι Κανονισµοί Εκστρατείας του Ιππικού έγραφαν:

"Έκαστος αρχηγός, παραλλήλως προς την Εθνικήν διαπαιδαγώγησιν, προσπαθεί να προκαλέση εν τοις υποδεεοτέροις του το πνεύµα της πρωτοβουλίας και του επικαίρου και να ανάπτυξη εις ύψιστον βαθµόν το αίσθηµα της επιθέσεως, το οποίον εν πολέµω είναι ο πρώτος όρος της επιτυχίας". Ανέφεραν δε επιγραµµατικά Επίθεσις άνευ υπολογισµού. Καταδίωξις άνευ αναπαύσεως".

Παράλληλα το ένδοξο παρελθόν της πατρίδας, οι ήρωες του Έθνους, οι ηρωικές σελίδες της Στρατιωτικής Ιστορίας και οι παραδόσεις του Όπλου ανυψώνουν την ψυχή του ιππέα και προσδίνουν σ'αυτόν τη δύναµη ώστε ν' αναπτύσσει την τόλµη, την πρωτοβουλία και την ορµητικότητα σε βαθµό αυτοθυσίας. Η γνώση της Ιστορίας του Όπλου θα συµβάλλει πολύ στην ανάπτυξη του ηθικού και στη διαπαιδαγώγηση των στελεχών και οπλιτών του όπλου. Έτσι θα γίνουν αντάξιοι µε τους προγενέστερους και θα δεχτούν αγόγγυστα κάθε νέα θυσία που η πατρίδα θα ζητήσει.


ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ ΕΜΒΛΗΜΑΤΟΣ

ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ

α. Σπάθες Χιαστί με Πέταλο Αλόγου
Φανερώνει το ιππικό που ελισσόταν έφιππο και μαχόταν έφιππο και πεζό.

β. Άρμα Μάχης
Το κύριο όπλο των τεθωρακισμένων, σύμβολο ισχύος πυρός και κρούσεως και διάδοχος του ιππικού.

ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΜΒΛΗΜΑΤΟΣ

Το έμβλημα συνθέτουν οι χιαστί σπάθες με το πέταλο και το άρμα μάχης σε συνδυασμό με το επιγραφόμενο ηθικό κέλευσμα:

"ΟΠΟΥ Η ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ"

Η δόξα αποκτάται με αυτοθυσία και τόλμη, κερδίζεται με την αποφασιστική συντονισμένη και τολμηρή χρησιμοποίηση των εκάστοτε διατιθεμένων μέσων από αυτούς που έχουν αναπτύξει στο έπακρο τις ηθικές τους δυνάμεις και διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις και εμπειρίες με την εκπαίδευση και την άσκηση. Το καθήκον είναι ανιδιοτελής προσφορά υπηρεσιών στην πατρίδα χωρίς υπολογισμό κόπου και χρόνου. Εδραιώνεται με την πλήρη προσήλωση και αυταπάρνηση και την ενσυνείδητη προσφορά υπηρεσιών.

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΕΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΩΝ 

Αποστολή των Τεθωρακισμένων Μονάδων είναι η εμπλοκή και καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων με την χρησιμοποίηση πυρός, κινήσεως και κρούσεως, σε συνδυασμό με τα άλλα όπλα. Οι μονάδες αρμάτων έχουν τις παρακάτω ικανότητες :
  • Διεξαγάγουν επιχειρήσεις, που απαιτούν μεγάλη ισχύ πυρός, ευκινησία, προστασία θώρακος και ψυχολογική επίδραση.
  • Επίθεσης ή αντεπίθεσης, υπό το εχθρικό πυρ.
  • Καταστροφής εχθρικών Τεθωρακισμένων, δια πυρός.
  • Υποστήριξη μηχανοκινήτων Μονάδων και Μονάδων Πεζικού δια πυρός, κινήσεως και ψυχολογικής επίδρασης.
  • Ταχεία εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων των όπλων μαζικής καταστροφής.
  • Παροχή υποστήριξης με πυρά.
  • Διεξαγωγή επιχειρήσεων κάτω από συνθήκες περιορισμένης ορατότητας με τη χρησιμοποίηση συσκευών επιτηρήσεως.
ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ 

Από την Αρχαιότητα στο Βυζάντιο

Η δηµιουργία του Ιππικού ως Όπλου ανάγεται στην Προϊστορική εποχή. Οι πρώτοι που, αφού εξηµέρωσαν τον ίππο, τον χρησιµοποίησαν σε µάχες ήταν οι Άριοι, κυρίως στις µάχες τους µε τους Σκύθες. Μέσω των Σκυθών και των επιδροµών τους στην Ελληνική χερσόνησο ο ίππος γίνεται γνωστός στην Ελλάδα Οι ίπποι σκορπούν τέτοιο πανικό στους λαούς της Ελλαδικής χερσονήσου, ώστε τους αποδίδονται υπερφυσικές ιδιότητες. Ίσως ο µύθος των Κενταύρων να έχει εδώ την πηγή του, και οι παραστάσεις µαχών ανάµεσα σε πεζούς και Κενταύρους που βρίσκονται στις µετόπες αρχαίων ναών όπως ο Παρθενώνας, να αναπαριστάνουν τις µάχες των κατοίκων της Ελλαδικής Χερσονήσου µε τους Σκύθες.

Στην ιστορική εποχή όλοι οι στρατοί µε τη σειρά τους δηµιουργούν Ιππικό, το οποίο είναι κακώς συντεταγµένο, βαρύ και χρησιµοποιεί τον αργό βηµατισµό. Στον Ελληνικό χώρο το Ιππικό συγκροτείται και αποτελεί µέρος των στρατών µετά την µάχη των Πλαταιών το 479 π.Χ. Οι Θεσσαλοί είναι οι πρώτοι απ' όλους τους Έλληνες που συγκροτούν σώµατα Ιππικού. Στον Στρατό της Σπάρτης υπάρχουν έξι Λόχοι Ιππικού µε 100 άνδρες ο κάθε Λόχος, που υπάγονται στις έξι Μοίρες Μάχης. Οι Αθηναίοι διατηρούν ελάχιστο Ιππικό µέχρι τον Πελοποννησιακό Πόλεµο (431 - 404 π.Χ.). Το σύνολο των Ιππέων τους είναι 100 άνδρες. Κατά τη διάρκεια του πολέµου, ωστόσο, δηµιουργούν σώµα Ιππικού, χωρισµένο σε βαρύ και ελαφρό.

Το βαρύ αποτελείται από 1000 Ιππείς (100 από κάθε µία από τις δέκα φυλές), ενώ το ελαφρό από 200 έφιππους τοξότες. Το Αθηναϊκό Ιππικό διοικείται από 10 Φυλάρχους (Διοικητές Ιλών) και από δύο Ιππάρχους. Γενικά το Ελληνικό Ιππικό διαιρείται σε βαρύ και ελαφρό. Στο βαρύ οι Ιππείς έχουν πανοπλία και οι ίπποι είναι θωρακισµένοι. Στο ελαφρό Ιππικό οι άνδρες απλώς φέρουν τόξο. Καλύτερο Ιππικό στην Ελλάδα θεωρούνταν αυτό των Θεσσαλών, το οποίο ήταν και το µόνο που δεν µαχόταν εν τετραγώνω τάξει", αλλά κατά Ίλες που σχηµάτιζαν τελικά ρόµβο, στις γωνίες του οποίου τοποθετούνταν οι πιο ανδρείοι Ιππείς. Το Θεσσαλικό Ιππικό ήταν αυτό που χρησιµοποίησε ο Επαµεινώνδας για να εφαρµόσει τις καινούργιες και τολµηρές στρατηγικές θεωρίες του.

Στη µάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.) δίνει στο Ιππικό -σε συνδυασµό µε το Πεζικό- επιθετικό ρόλο (µέχρι τότε ήταν βοηθητικός ο ρόλος του), και µε αυτό τον τρόπο τρέπει σε φυγή τον Στρατό των Λακεδαιµονίων. Οι Μακεδόνες διατηρούσαν άριστο Ιππικό και πριν από την περίοδο της βασιλείας του Φιλίππου, του οποίου οι άνδρες στρατολογούνταν από τις εύπορες οικογένειες του κράτους, και χωριζόταν σε βαρύ και ελαφρό. Είχαν διαιρέσει τη Μακεδονία σε 15 ιππικές περιοχές, που η κάθε µία προσέφερε µια Ίλη Βαρέος Ιππικού. Το ελαφρό Ιππικό, 8 Ίλες, στρατολογούνταν από τους Θράκες και τους υπόλοιπους συµµάχους των Μακεδόνων.

Αργότερα ο Μέγας Αλέξανδρος δηµιούργησε και το Ιππικό των Διµάχων (άνδρες µαχόµενοι ανάλογα µε τις ανάγκες είτε πεζοί είτε έφιπποι, οι οποίοι ακολουθούνταν από υπηρέτη που φρόντιζε τον ίππο). Οι Μακεδόνες χρησιµοποιούσαν τον εµβολοειδή ή τριγωνικό σχηµατισµό τον οποίο έµαθαν από τους Θράκες. Την εποχή του Φιλίππου (ο οποίος υπήρξε µαθητής του Επαµεινώνδα), αλλά ιδιαίτερα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το Ιππικό χάνει το βοηθητικό του ρόλο παίρνοντας θέση στρατηγική, και σιγά σιγά αποκτά την ανεξαρτησία του ως Όπλο. Οι Βυζαντινοί, οι οποίοι ακολούθησαν τον τρόπο στρατιωτικής οργάνωσης των Ρωµαίων, διατηρούσαν πολυάριθµο Ιππικό που µαχόταν είτε στα πλευρά της Φάλαγγας είτε στην ουρά της.


Η διαίρεση του Βυζαντινού ιππικού ήταν η ακόλουθη: Το Μέρος που αποτελούνταν από 6.000 - 7.000 Ιππείς. Το Μέρος διαιρούνταν σε 2 Μοίρες µε 3.000 Ιππείς η κάθε µία. Η Μοίρα διαιρούνταν σε Χιλιαρχίες µε 1.000 Ιππείς η κάθε µία. Η Χιλιαρχία διαιρούνταν σε 10 Τάγµατα µε 100 Ιππείς το κάθε Τάγµα. Οι Ιππείς έφεραν ως επιθετικά όπλα βέλη, µακρύ ακόντιο και σπαθί, και ως αµυντικά θώρακα, περικεφαλαία και σιδερένια χειροµάνικα Οι Ίπποι µάχονταν θωρακισµένοι.

Από την Επανάσταση του 1821 στον Ατυχή Πόλεμο του 1897

Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει τακτικός Στρατός στη Ελλάδα, άρα δεν υπήρχε και Σώμα Ιππικού. Το πρώτο Ελληνικό Ιππικό που εμφανίσθηκε από την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι εκείνο που οργάνωσε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στη Φωξάνη της Μολδαβίας, στις αρχές Μαρτίου του 1821. Το Νεοελληνικό Ιππικό συστάθηκε τον Απρίλιο του 1822 με έδρα το Ναύπλιο και διακρίνονταν σε Βαρύ και Ελαφρύ. Το Βαρύ ήταν ο κύριος φορέας της ισχύος κρούσεως στο πεδίο της μάχης, ενώ το Ελαφρύ χρησιμοποιούνταν κυρίως για κάλυψη, ασφάλεια και έρευνα. Το 1825 δημιουργήθηκε Σώμα Ιππικού με έδρα την Αθήνα.

Το 1829 οι Ίλες Ιππικού μετακινήθηκαν στο Άργος όπου και παρέμειναν μέχρι το τέλος της Επανάστασης. Πρώτος διοικητής του Ελληνικού Ιππικού ήταν ο Γάλλος Επίλαρχος Ρεϋνώ Ντε Σαιν ντ' Αντζελύ, ο μετέπειτα Στρατάρχης της Γαλλίας. Με το τέλος του αγώνα άρχισε η προσπάθεια συγκρότησης όλων των τομέων που συντελούν στη λειτουργία ενός σύγχρονου κράτους. Την περίοδο αυτή σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις και στα περί Όπλου δόγματα που επικρατούσαν μέχρι τότε. Συγκεκριμένα από τον πόλεμο της Κριμαίας (1854 - 1855) και έπειτα, άρχισε αλματώδης εξέλιξη των πυροβόλων όπλων, η οποία είχε ως άμεση συνέπεια την κατάργηση του δόγματος του Βαρέως Ιππικού.

Έτσι και στην Ελλάδα το Λογχοφόρο Ιππικό καταργήθηκε το 1866 και η Ιππαρχία Λογχιστών μετασχηματίστηκε σε μονάδα Ελαφρού Ιππικού με την ονομασία "Ιππαρχία Ακροβολιστών". Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 αποτελεί την πρώτη, μετά το 1821, δυναμική αναμέτρηση του νεοσύστατου, μικρού και αδύναμου τότε, Ελληνικού κράτους με την πανίσχυρη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το Ιππικό χρησιμοποιήθηκε σ' αυτό το πόλεμο για την προκάλυψη και συγκέντρωση του Στρατού, ως πυρήνας ανασυντάξεως ανατραπέντων τμημάτων, στην εγκατάσταση προφυλακών, στην έρευνα και σε καθαρά αποστολές μάχης.

Αναδιοργάνωση και Βαλκανικοί Πόλεμοι

Γενικά την περίοδο μετά τον πόλεμο του 1897 και μέχρι το 1909, υπήρξε αναδιοργάνωση του στρατεύματος. Το 1904 βρίσκει τον Ελληνικό Στρατό με τα τρία υφιστάμενα Συντάγματα Ιππικού. Το 1910 δημιουργείται η Διεύθυνση Ιππικού στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Από το 1910 έως το 1912 γίνεται αναδιοργάνωση του Ελληνικού Στρατού κάτω από της οδηγίες Γαλλικής Στρατιωτικής αποστολής. Στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης την 15 / 02 / 1912 συγκροτήθηκε η πρώτη μεγάλη Μονάδα Ιππικού στην Ελλάδα, η Ταξιαρχία Ιππικού.

Α' και Β' Βαλκανικός Πόλεμος

Κατά την διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου (5 / 10 - 30 / 05 / 1913) οι κατά ξηρά Ελληνικές πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων εξελίχθηκαν σε δύο μέτωπα, στο Μακεδονικό (κύριο) και στο Ηπειρωτικό (δευτερεύων). Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος διεξήχθη μεταξύ της Ελλάδας, Σερβίας, Μαυροβουνίου αφενός και Βουλγαρίας αφετέρου. Οι πολεμικές επιχειρήσεις μεταξύ του Ελληνικού Στρατού και της ΙΙης Βουλγαρικής Στρατιάς άρχισαν στις 16 / 06 / 1913 και έληξαν με ανακωχή στις 18 / 07 / 1913. Το κύριο θέατρο των επιχειρήσεων αυτών ήταν η Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία. Η κυριότερη επιχείρηση στην οποία έλαβε μέρος το Ιππικό κατά τη διάρκεια του ήταν η ένδοξη μάχη Κιλκίς - Λαχανά.

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και Μικρασιατική Εκστρατεία

Αν και η συμμετοχή της στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο έγινε καθυστερημένα , η Ελλάδα προσέφερε μεγάλη βοήθεια στους Συμμάχους (Αντάντ), στις μάχες στις οποίες ο Ελληνικός Στρατός έλαβε μέρος, ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου. Το Ιππικό για να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις στη Μακεδονία συμπλήρωσε με δυνάμεις του 1ου Συν/τος το 3ο Σύνταγμα. Το 3ο Σύνταγμα Ιππικού σημείωσε αξιόλογη δράση στη Μακεδονία. Μετείχε σε όλες τις επιχειρήσεις από 10 έως και 17 Σεπτεμβρίου 1918 που ανακοινώθηκε η ανακωχή και η διακοπή των εχθροπραξιών.

Η Μικρασιατική εκστρατεία άρχισε στις 15 / 05 / 1919, ημέρα κατά την οποία τα τμήματα της 1ης Μεραρχίας αποβιβάστηκαν στην Σμύρνη και έληξε στις 05 / 09 / 1922 , οπότε και τα τελευταία στοιχεία του Γ' Σ.Σ. εγκατέλειψαν την Μικρασιατική γη. Η εκστρατεία διήρκεσε τρία χρόνια και τέσσερις μήνες. Το Ιππικό μετείχε σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις που έλαβαν χώρα στη Μικρά Ασία , καθώς και στην κατάληψη της Ανατολικής Θράκης.

Εμφάνιση του Άρματος Μάχης

Ενώ ο Ελληνικός Στρατός προετοιμαζόταν για την Μικρασιατική Εκστρατεία, στην Ευρώπη έκανε την εμφάνιση του το άρμα μάχης. Όταν άρχισε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος οι αντίπαλοι δεν είχαν Τεθωρακισμένα οχήματα. Η μεγάλη ανάπτυξη όμως των μέσων πυρός Πεζικού και Πυροβολικού, επέφερε την ακινησία στο πεδίο της μάχης και τη διεξαγωγή του πολέμου των χαρακωμάτων. Το Σεπτέμβριο του 1914 ο Βρετανός Σ/χης Σουΐντον πρότεινε την κατασκευή τεθωρακισμένων στο Αυτοκρατορικό Συμβούλιο Άμυνας της Βρετανίας, μέλος του οποίου τύγχανε και ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ, ως πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου.

Το άρμα μόλις παρουσιάστηκε στο πεδίο της μάχης το 1916, χρησιμοποιήθηκε με κύρια αποστολή να προηγείται του Πεζικού στην προέλαση και να καταστρέφει τα εχθρικά πολυβόλα, διευκολύνοντας την προώθηση του Πεζικού. Έτσι διαμορφώθηκε ο πρώτος ρόλος του άρματος: Η υποστήριξη του Πεζικού.


Μεσοπόλεμος και Εποποιία του 1940

Μετά τη λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, στη Γαλλία διαμορφώθηκε, κάτω από την επίδραση της πολεμικής πείρας των πεδίων της Δύσεως, νέο δόγμα για το Ιππικό το οποίο αποκρυσταλλώθηκε στο αξίωμα "ελίσσεσθαι εφίππως και μάχεσθαι πεζή". Το νέο αυτό δόγμα του Πεζομάχου Ιππικού έγινε αποδεκτό από το Ελληνικό Ιππικό αμέσως μετά τη συνθήκη της Λωζάννης. Για την καλύτερη αφομοίωση αυτού του Δόγματος εκλήθη Γαλλική Στρατιωτική Εκπαιδευτική Αποστολή που ήρθε το 1925 στη Ελλάδα και κάτω από την καθοδήγηση της εισήχθησαν στο Ιππικό μεταφρασμένοι οι Γαλλικοί Κανονισμοί εκπαιδεύσεως, Τακτικής χρησιμοποιήσεως και εν Εκστρατεία Υπηρεσίας του Ιππικού, υιοθετήθηκε η Γαλλική οργάνωση και οι Γαλλικές συνθέσεις των Μονάδων και εφοδιάστηκε το Ιππικό με όλα τα όπλα του Πεζικού, από χειροβομβίδα μέχρι όλμους.

Σημαντικό γεγονός για την Ιστορία του Όπλου στην περίοδο του Μεσοπολέμου αποτελεί η δημιουργία Τάγματος Αρμάτων Μάχης με έδρα την Αθήνα. Η δύναμη του ήταν δύο άρματα VICKERS - ARMSTRONG των 6 τόνων και δύο αυτοκίνητα αναγνωρίσεως CARDEN - LOYD, τα οποία αγοράστηκαν το 1931. Είχαν επίσης παραγγελθεί άλλα 14 άρματα των 6 - 7 τόνων, πλήρη με τον οπλισμό τους, πυρομαχικά, ανταλλακτικά και επικοινωνίες. Τα άρματα όπως και τα αεροπλάνα παραγγέλθηκαν στην Αγγλία και στην Γαλλία, αλλά οι παραγγελίες δεσμεύτηκαν το 1938 εν όψει του επερχόμενου πολέμου, διότι οι μελλοντικοί αντίπαλοι κρατούσαν το υλικό που κατασκεύαζαν για τις ανάγκες τους.

Αν και η αριθμητική δύναμη του Ιππικού σε σχέση με το σύνολο του Στρατού που προήλθε από την επιστράτευση ήταν μικρή, ήταν επίλεκτο και όλες οι διοικήσεις το αναζητούσαν .Από τις πρώτες στιγμές της εισόδου του στον αγώνα επέδειξε υψηλό φρόνημα, απαράμιλλη ορμητικότητα και αδάμαστο επιθετικό πνεύμα. Εκτός αυτού ήταν η μεγαλύτερη δύναμη Ιππικού που συγκρότησε ο Ελληνικός Στρατός. Τη 12 Φεβρουαρίου 1941 ο Ελληνικός Στρατό απέκτησε τον πρώτο επιχειρησιακό Σχηματισμό Τεθωρακισμένων. Επρόκειτο για την ΧΙΧ Μηχανοκίνητη Μεραρχία η οποία συγκεντρώθηκε και συγκροτήθηκε στην περιοχή της Λάρισας.

Η Μεραρχία διέθετε 27 ελαφρά Βρετανικά και Ιταλικά (λάφυρα πολέμου) άρματα και 77 οχήματα μεταφοράς πεζικού κατανεμημένα σε τρία Μηχανοκίνητα Συντάγματα (191, 192, 193) και αντίστοιχα μηχανοκίνητα μέσα υποστήριξης μάχης. Η Μεραρχία από 29 Μαρτίου εγκαταστάθηκε αμυντικά στη περιοχή Κιλκίς - Λαχανά περιμένοντας την Γερμανική επίθεση. Προσπάθησε να αμυνθεί έναντι των Γερμανικών τεθωρακισμένων με ότι δύναμη της είχε απομείνει μετά τους βομβαρδισμούς των Στούκας πλην όμως ήταν ανώφελο. Η Γερμανοί και πιο μεγάλα άρματα διέθεταν και πιο εκπαιδευμένοι ήταν στη τακτική χρησιμοποίηση των αρμάτων με αποτέλεσμα να ξεπεράσουν το εμπόδιο της Μεραρχίας, όχι όμως τόσο εύκολα όσο αρχικά πίστευαν.

Στη Μέση Ανατολή, όπου μεταφέρθηκε ο αγώνας μετά την ανακωχή, συγκροτήθηκε μια Ίλη Τεθωρακισμένων Αυτοκινήτων που εξοπλίσθηκε με οχήματα τύπου Κάρριερ. Η Ίλη αυτή συμμετείχε στην Μάχη του Ελ Αλαμέιν.

Μεταπολεμική Περίοδος Μέχρι Σήμερα

Το Όπλο του Ιππικού - Τεθωρακισμένων γεννήθηκε την 21η Φεβρουαρίου 1946. Το νέο όπλο αποτέλεσε συνέχεια του Ιππικού και αναπτύχθηκε μετά την 16 Ιουνίου 1946. Συγκροτήθηκε από μόνιμο και έφεδρο προσωπικό που ανήκε στο όπλο του Ιππικού, καθώς και κατώτερους Αξιωματικούς άλλων όπλων. Τα πρώτα σύγχρονα άρματα που έφτασαν στην Ελλάδα το 1946 ήταν τα ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ Mk1 95mm 28t, Βρετανικής κατασκευής και 52 στον αριθμό. Τα άρματα αυτά αποθηκεύτηκαν στο ΚΕΤ και για πάνω από 15 μήνες έμειναν αναξιοποίητα. Τελικά το 1947 στάλθηκαν Αξιωματικοί για εκπαίδευση στην Αγγλική ΣΑΤΘ, οι οποίοι με την επιστροφή τους ενεργοποίησαν τα άρματα και άρχισαν να εκπαιδεύουν πληρώματα.

Περί τα τέλη του 1950 το όπλο παρέλαβε νέα άρματα από τις Η.Π.Α., συνολικά 206 M24 75mm 20t που εξόπλισαν τα 392 και 393 Συντάγματα αρμάτων (Διοίκηση - Ίλη Διοικήσεως - Τρεις Ίλες αρμάτων - 55 άρματα). Το 1952 αποκτήθηκαν οι καταστροφείς αρμάτων M18 105mm 19t, οι οποίοι εξόπλισαν τα νεοσύστατα 397, 398 και 399 Συντάγματα Καταστροφέων Αρμάτων. Το 1957 συγκροτήθηκαν οι πρώτες Επιλαρχίες Αρμάτων με την σημερινή τους μορφή και συγκεκριμένα η 21η και 22α ΕΜΑ (ουλαμοί 5 αρμάτων) που εξοπλίστηκαν με τα νέα άρματα Μ47 90mm 48t που παρελήφθησαν εκείνη την εποχή από τις Η.Π.Α.

Το 1963 παραλαμβάνονται τα πρώτα άρματα Μ48 που αρχίζουν να εξοπλίζουν τις μονάδες της ΧΧ-ΤΘΜ καθώς επίσης και τα πρώτα ΤΟΜΠ Μ113. Ήδη στις μονάδες του Όπλου χρησιμοποιούνται τα ΤΟΜΠ Μ59 και τα ελαφρά τεθωρακισμένα οχήματα MARMON. Αρχίζει η σταδιακή μετακίνηση των αρμάτων Μ47 σε μονάδες που διαθέτουν τους καταστροφείς αρμάτων. Το 1964 είναι η τελευταία χρονιά που η λέξη "Ιππικό" αναγράφεται δίπλα σε όνομα μονάδας του όπλου. Οι Ίλες Τεθωρακισμένου Ιππικού μετονομάζονται σε Ίλες Αναγνωρίσεως και ο τίτλος "Ιππικό" παραμένει μόνο στο όνομα του όπλου και της αντίστοιχης Διεύθυνσης.

Με την είσοδο του ΑΜΧ - 30, το 1970, τα Ελληνικά Τεθωρακισμένα πέρασαν από την εποχή της βενζίνης στην εποχή της πετρελαιοκίνησης. Τα Σώματα Στρατού απέκτησαν Επιλαρχίες Αναγνωρίσεως και η τελευταία μονάδα καταστροφέων αρμάτων η 399 ΕΚΑ παρέλαβε άρματα Μ47 και μετονομάστηκε σε 5η ΕΑΡΜ με έδρα την Κρήτη. Η Ίλη Βασιλικής Φρουράς, η τελευταία έφιππη μονάδα του όπλου, αφού μετονομάστηκε για λίγο χρονικό διάστημα Ίλη Προεδρικής Φρουράς, διαλύθηκε το 1973 και όλο το προσωπικό, υλικό και οι ίπποι της μεταφέρθηκαν στο ΚΕΙΠΠ. Ακολουθεί μια σειρά παραλαβών νέων αρμάτων για τον Ελληνικό Στρατό με ανάλογη κάθε φορά ανασυγκρότηση.

Χαρακτηριστικά αναφέρονται τα παρακάτω: 1977 παραλαβή Μ113, το 1980 έναρξη παραλαβών Μ48 Α5, το 1983 έναρξη παραλαβών LEO 1 GR , 1992 έναρξη προγράμματος εκσυγχρονισμού Μ48 Α5 σε Μ48 Α5 MOLF , 1993 παραλαβές LEO 1 A5 και παραλαβές Μ60 Α1 - Μ60 Α3, 2005 έναρξη παραλαβών LEO 2 A4 και 2006 έναρξη παραλαβών LEO 2 HEL. Το πρώτο άρμα μάχης τύπου LEO2 HEL παραδόθηκε τον Απρίλιο 2006, ενώ μέχρι σήμερα έχουν παραδοθεί όλα τα άρματα. Το όπλο των Τεθωρακισμένων έχει προμηθευτεί από τη σύμβαση προμήθειας του LEO2 HEL και έχει σε χρήση τους παρακάτω εξομοιωτές:

1. Εξομοιωτή Οδηγήσεως LEO2 HEL

Ο εξομοιωτής οδηγήσεως αποτελείται από 2 καμπίνες και εγκαταστάθηκε σε κτίριο του Κέντρου Εξομοίωσης (ΚΕΞ) στην Αλέξανδρούπολη τον Μάρτιο του 2006. Η τελική αποδοχή του συστήματος, καθώς και η ένταξή του στο σύστημα εκπαιδεύσεως έγινε το Φεβρουάριο του 2007.

2. Εξομοιωτή Βολής LEO2 HEL

Το σύστημα εξομοιωτή βολής αποτελείται από 4 πύργους και εγκαταστάθηκε σε κτίριο του Κέντρου Εξομοίωσης (ΚΕΞ) το Δεκέμβριο του 2006. Η τελική αποδοχή του συστήματος, καθώς και η ένταξή του στο σύστημα εκπαιδεύσεως έγινε τον Δεκέμβριο του 2007.


Ιστορία του Μπερέ

Η λέξη Μπερές προέρχεται από την Γαλλική Γλώσσα, ουσιαστικό αρσενικό Beret και είναι ο μάλλινος πίλος των ορεινών κατοίκων της Γασκωνίας, αρχαίας χώρας της μεσημβρινής Γαλλίας η οποία οφείλει τη σημερινή ονομασία της στους Ουάσκωνας ή Βάσκωνας (Βάσκοι). Σε στρατιωτική χρήση με την ακριβώς σημερινή του μορφή ο μπερές κάνει την εμφάνιση του περί το έτος 1644 στους Αγγλικούς Εμφυλίους Πολέμους.

Στα Τεθωρακισμένα ο μπερές υιοθετείται πρώτη φορά από τους Γάλλους Αρματιστές Αξιωματικούς κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο το έτος 1917 και ήταν ιδιαίτερα αρεστός στους βετεράνους οπλίτες με αποτέλεσμα να διαδοθεί αυτόματα σε όλα τα πληρώματα σαν μόδα. Το χρώμα του Μπερέ επιλέχθηκε μαύρο ή μπλε σκούρο καθαρά για εργονομικούς λόγους, διότι οι λεκέδες από τα λάδια και τα γράσα φαίνονταν λιγότερο. Ο Μαύρος Μπερές στον Ελληνικό Στρατό υιοθετείται το 1941 στην Μέση Ανατολή ακολουθώντας την εμφάνιση του Αγγλικού Στρατού. Οι πρώτοι που τον φόρεσαν ήταν τα Ελληνικά πληρώματα των Lynx ΙΙ, Κάρριερς και Μάρμον Χάριγκτον που εκπαιδεύτηκαν και πολέμησαν στην Μέση Ανατολή.

Επισήμως τον Αύγουστο του 1942 συγκροτήθηκε στην Μέση Ανατολή ο Ιερός Λόχος με Διοικητή τον Επίλαρχο Ανδρέα Καλλίνσκη υιοθετώντας ενδυματολογικά τις στολές των Άγγλων Κομάντο με τον διάσημο πράσινο μπερέ. Μπερέ φόρεσαν και πολλοί άνδρες σε όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις στον Ελλαδικό χώρο. Με την απελευθέρωση από την Γερμανική κατοχή ο Μπερές υιοθετείται από τον Ελληνικό Στρατό με διάφορα χρώματα ανάλογα με το όπλο, μαύρο για τα Τεθωρακισμένα, πράσινο για τις Ειδικές Δυνάμεις, μπλε για τους Πεζοναύτες, κόκκινο για την Αεροπορία Στρατού και χακί για τα άλλα όπλα, μέχρι το Μάιο του 1979 οπότε αντικαταστάθηκε με το δίκοχο, εκτός από τα Τεθωρακισμένα την Αεροπορία Στρατού και τις Ειδικές Δυνάμεις.

Μετά το 1945 ο μαύρος μπερές είναι το κάλυμμα της κεφαλής των τεθωρακισμένων δυνάμεων των περισσοτέρων κρατών και θεωρείται ΣΥΜΒΟΛΟ ΕΠΙΛΕΚΤΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ, σε όλο τον κόσμο.

ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΒΑΘΜΟΙ ΤΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ 

Διαίρεση

1) Ενωµοτία 

Καθιερώθηκε για πρώτη φορά στη Σπάρτη την εποχή του Λυκούργου και αποτελούσε τη µικρότερη υποδιαίρεση του Λόχου. Χρησιµοποιήθηκε από το Ιππικό όπου αποτελούσε το µικρότερο οργανικό τµήµα της Ιλης. Κανονικά περιελάµβανε πέντε Ιππείς υπό τη διοίκηση ενός δεκανέα, υπήρχε δε Ενωµοτία ανιχνευτών και Ενωµοτία οπλοπολυβολητών. Οι δύο Ενωµοτίες συγκροτούσαν την οµάδα µάχης. Μεταπολεµικά µε τη συγκρότηση των Τεθωρακισµένων ο όρος καταργήθηκε.

2) Ουλαµός

Τµήµα Ιππικού που διοικούσε αξ/κός (Υπίλαρχος ή Ανθυπίλαρχος) και περιελάµβανε δύο ή περισσότερες οµάδες µάχης. Συνήθως τέσσερις Ουλαµοί αποτελούσαν την Ίλη Ιππικού. Ο όρος διατηρήθηκε και µετά τη δηµιουργία των Τεθωρακισµένων και σήµερα τρεις Ουλαµοί Αρµάτων αποτελούν την Ίλη. Ο Ουλαµός περιελάµβανε πέντε άρµατα µέχρι το 1993, οπότε µετά την αναδιοργάνωση ο Ουλαµός διαθέτει τέσσερα άρµατα.

3) Ηµιλαρχία 

Μισή Ίλη Ιππικού (2 Ουλαµοί). Το τµήµα αυτό δεν υπήρχε στην ειρήνη, αλλά εδηµιουργείτο στον πόλεµο. Για πρώτη φορά αυτό έγινε στους Βαλκανικούς πολέµους, όταν διατέθηκαν Ηµιλαρχίες στις Μεραρχίες Πεζικού ως τµήµατα αναγνωρίσεως κι αυτό συνεχίστηκε µέχρι τη Μικρασιατική εκστρατεία.

4) Ίλη 

Μονάδα του Ιππικού αντίστοιχη µε τον Λόχο στο Πεζικό. Η ονοµασία αυτή προέρχεται από το Θεσσαλικό Ιππικό της Αρχαίας Ελλάδας. Η ονοµασία Ιλη, πιθανώς προέρχεται από κάποιο ηγήτορα του Ιππικού που ονοµαζόταν Ιλίων. Από την εποχή της ονοµατοδοσίας της η Ίλη αποτέλεσε την τακτική µονάδα του Ιππικού σε όλους τους Στρατούς, που διαιρούνταν σε Ίλες µέχρι και την εποχή των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αλλά και µετά την εισαγωγή του όρου "Σύνταγµα" στο Ιππικό, το οποίο αποτελείται από συγκεκριµένο αριθµό Ιλών, η Ίλη δεν έπαψε να αποτελεί την Τακτική Μονάδα του Ιππικού. Ο όρος διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του όπλου ακόµα και µετά την εισαγωγή των αρµάτων µέχρι σήµερα.

5) Επιλαρχία

Ήταν τµήµα κανονικά διοικούµενο από Επίλαρχο και αποτελείτο από οµάδα διοικήσεως και δύο Ίλες. Η ονοµασία αυτή δόθηκε το 1877 αντί της ονοµασίας Μοίρα που εχρησιµοποιείτο από τη σύσταση της (1833). Η ονοµασία αυτή διατηρήθηκε και µετά την είσοδο των αρµάτων µέχρι σήµερα και αποτελεί το ισοδύναµο του Τάγµατος.

6) Οµάδα Αναγνωρίσεως 

Μονάδα Ιππικού αποτελούµενη από αριθµό Ιλών, η οποία χρησιµοποιήθηκε κατά τον Ελληνοΐταλικό πόλεµο ως τµήµα αναγνωρίσεως των Μεραραχιών Πεζικού και των Σωµάτων Στρατού.

7) Ιππαρχία 

Ήταν µονάδα Ιππικού από την αρχαία εποχή. Μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, ο όρος καθιερώθηκε και πάλι το 1860 και αντιστοιχούσε σε Σύνταγµα µέχρι το 1885, οπότε καταργήθηκε.

8) Σύνταγµα 

Αρχαία ονοµασία η οποία υιοθετήθηκε από το Ιππικό µετά την απελευθέρωση, από το 1833 µέχρι το 1860 και από το 1877 και µετά. Διέθετε αριθµό Ιλών αρχικά και Επιλαρχιών στη συνέχεια. Μεταπολεµικά διατηρήθηκε ως όρος µέχρι το 1959, οπότε τα Συντάγµατα αρµάτων ονοµάστηκαν Επιλαρχίες. Ισοδύναµος όρος µε το Σύνταγµα υπήρξε η ∆ιοίκηση Μάχης που υιοθετήθηκε το 1954 και παρέµεινε µέχρι το 1979, όταν οι ΔΜΑ αναπτύχθηκαν σε Τεθωρακισµένες Ταξιαρχίες.

9) Ταξιαρχία 

Σχηµατισµός Ιππικού αποτελούµενος από δύο ή τρία Συντάγµατα. Ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέµων και παρέµεινε µε διάφορες αλλαγές µέχρι το 1940. Μεταπολεµικά µε τη δηµιουργία των Τεθωρακισµένων δεν υπήρχε µέχρι το 1970, οπότε συγκροτήθηκε η πρώτη Τεθωρακισµένη Ταξιαρχία, η XXI ΤΘΤ.


Βαθµοί

1) Επίλαρχος

Κατά την πρώτη συγκρότηση του τακτικού στρατού της Ελλάδος η ονοµασία του βαθµού ήταν Ταγµατάρχης. Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας το 1831 καθόρισε µε διάταγµα όπως ο Ταγµατάρχης του Ιππικού καλείται Ιλάρχης. Το 1833 επί Όθωνος ο Ιλάρχης µετονοµάσθηµε σε Μοίραρχο και αυτή η ονοµασία παρέµεινε µέχρι το 1877 οπότε αφού η Ιππαρχία των ακροβολιστών µετονοµάσθηκε σε Σύνταγµα Ιππικού καθορίσθηκαν οι Επιλαρχίες και ο Μοίραρχος µετονοµάσθηκε σε Επίλαρχο.

2) Ίλαρχος 

Προέρχεται από την λέξη Ίλη και αναφέρεται από τον 5ο π.Χ. αιώνα αποδιδοµένη στον ηγήτορα Ίλης του Θεσσαλικού Ιππικού ενώ ο ηγήτορας Ίλης Ιππικού των υπολοίπων πόλεων εκαλείτο Ιλάρχης. Μετά την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους αν και οι πρώτες µονάδες Ιππικού που σχηµατίσθηκαν ονοµάσθηκαν Ιλες (1825), οι ηγήτορες αυτών ονοµάζονταν Λοχαγοί µέχρι το 1843. Τότε µε Β.Δ. καθορίσθηκε η ονοµασία των Ιλάρχων καθώς και οι ονοµασίες των Υπολοχαγών και Ανθυπολοχαγών του Ιππικού σε Υπιλάρχους και Ανθυπιλάρχους αντίστοιχα που και αυτή παρέµεινε µέχρι σήµερα.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ 

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΠΠΙΚΟ (1000 - 350 π.Χ.)

Η φάλαγγα αποτελούσε βεβαίως το υπέρτατο όπλο των αρχαίων Ελλήνων. Κανένα όπλο όμως από μόνο του δεν αρκεί για την επιτυχία. Στο πεδίο της μάχης, μέχρι τη εποχή του Φιλίππου Β', το ιππικό αποτελούσε βοηθητικό και μόνο όπλο. Αποστολή του ήταν να καλύπτει τα πλευρά της φίλιας φάλαγγας, να ανατρέπει το αντίπαλο ελαφρύ πεζικό που πιθανώς παρενοχλούσε τους φίλιους οπλίτες, να προπορεύεται της φάλαγγας αναγνωρίζοντας και εκκαθαρίζοντας το έδαφος και να καταδιώκει τον ηττημένο εχθρό. Η πλειονότητα των ιππέων δεν έφερε θώρακα. Οι ιππείς ήταν οπλισμένοι με έναν αριθμό ακοντίων και σπαθί.

Αργότερα συγκροτήθηκε και βαρύτερο ιππικό, οι άνδρες του οποίου έφεραν κράνη και θώρακες. Έφεραν επίσης τον ίδιο εξοπλισμό με τους ελαφρούς ιππείς, διαθέτοντες όμως επιπλέον και ένα κοντό δόρυ. Μόνο το Μακεδονικό βαρύ ιππικό ήταν πραγματικό ιππικό κρούσης, οι άνδρες του οποίου δεν έφεραν εκηβόλα όπλα αλλά μακριά λόγχη μήκους 3 - 3,5 μέτρων, το ξυστόν. Στη νότια Ελλάδα, λόγω και της μορφολογίας του εδάφους, δεν ευνοήθηκε η ανάπτυξη ιππικού. Η Αθήνα πολεμά στον Μαραθώνα χωρίς ιππικό. Αλλά και στις Πλαταιές η Ελληνική συμμαχική στρατιά στερείτε υποστήριξης ιππικού. Μετά τα Μηδικά οι πόλεις της νότιας Ελλάδας ανέπτυξαν ολιγάριθμα τμήματα ιππικού.

Οι Αθηναίοι συγκρότησαν ένα τμήμα 1.000 ελαφρών ιππέων και 200 ιπποτοξοτών. Η Σπάρτη θεωρητικά διέθετε ένα τμήμα ιππικού 300 ανδρών, οι άνδρες του οποίου συγκροτούσαν τη βασιλική φρουρά - οι 300 του Λεωνίδα που έπεσαν μαζί του στις Θερμοπύλες. Οι άνδρες αυτοί όμως ουδέποτε πολεμούσαν έφιπποι. Μόλις στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. η Σπάρτη ανέπτυξε το πρώτο πραγματικό τμήμα ιππικού της, δυνάμεως 400 ανδρών. Το ιππικό τάσσονταν ανά ίλες σε τετράγωνους σχηματισμούς ανάλογους της φάλαγγας, με σχετικά μεγάλο βάθος έως 8 ζυγών.

Οι Θεσσαλοί ήταν οι πρώτοι που επινόησαν τον ρομβοειδή σχηματισμό, έναν σχηματισμό που προσέδιδε κινητική ενέργεια στο τμήμα του ιππικού κατά την έφοδο, αλλά παράλληλα επέτρεπε και την ταχεία απεμπλοκή και υποχώρηση του, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Αργότερα ο Φίλιππος της Μακεδονίας επινόησε τον εμβολοειδή σχηματισμό, γνωστό ως σφήνα, ο οποίος δεν ήταν παρά εξέλιξη του θεσσαλικού ρομβοειδούς σχηματισμού. Η σφήνα μπορούσε να είναι απλή -ισοσκελές τρίγωνο με την κορυφή προς τον εχθρό- ή διπλή -πεπλατυσμένος ρόμβος. Η σφήνα ήταν κατ’ εξοχήν επιθετικός σχηματισμός, ιδανικός για χρήση από ιππικό κρούσης όπως το Μακεδονικό των Εταίρων.

Το ιππικό της στρατιάς του Αλεξάνδρου, διακρινόταν σε βαρύ και ελαφρύ. Το βαρύ με τη σειρά του διακρινόταν στο Εταιρικό ιππικό και στο Θεσσαλικό και Νοτιοελληνικό ιππικό. Το ελαφρύ τώρα διακρινόταν επίσης στο Προδρομικό και στο κοινό ελαφρύ ιππικό. Το Εταιρικό ιππικό ήταν συγκροτημένο σε 8 ίλες, δυνάμεως 200 περίπου ανδρών η καθεμία, εκτός της πρώτης, της βασιλικής ίλης, ή αγήματος, η οποία είχε δύναμη 400 ανδρών. Το αυτό ίσχυε και για το Θεσσαλικό ιππικό του Αλεξάνδρου. Οι 7 θεσσαλικές ίλες είχαν δύναμη 200 ανδρών η καθεμία. Η 8η όμως, η λεγόμενη Φαρσαλική, είχε δύναμη 400 ανδρών. Το Νοτιοελληνικό ιππικό ήταν επίσης συγκροτημένο σε ίλες, όχι όμως σταθερής δυνάμεως.

Οι άνδρες του προδρομικού ελαφρού ιππικού ήταν οπλισμένοι με μακρές λόγχες. Οι λοιποί ιππείς ήταν κυρίως ελαφροί ιππακοντιστές και ιπποτοξότες. Το ιππικό ήταν το αγαπημένο όπλο του Αλεξάνδρου. Και τις τρεις μεγάλες νίκες του κατά των Περσών τις πέτυχε με ορμητική επέλαση των εταίρων του, υποστηριζόμενων από τους υπασπιστές και τα ελαφρά σώματα, κατά της Περσικής διάταξης. Η σπουδαιότητα αυτή του ιππικού διατηρήθηκε και στους πρώτους χρόνους των Διαδόχων. Αργότερα, στην περίοδο των Ελληνιστικών βασιλείων, ο ρόλος του ιππικού, ως όπλου κρούσης και κρίσης του αγώνα, περιορίσθηκε αισθητά. Εξαίρεση αποτέλεσε ο Σελευκιδικός στρατός.

Λέγεται μάλιστα ότι ο Αντίοχος Γ', στην περίφημη εκστρατεία του κατά την οποία έφτασε μέχρι το Αφγανιστάν, είχε μαζί του μόνο ιππικό. Ο Αντίοχος ήταν αυτός που καθιέρωσε και έναν νέο τύπο ιππέα, τον κατάφρακτο. Οι κατάφρακτοι ιππείς ήταν θωρακισμένοι, οι ίδιοι και οι ίπποι τους, από κορυφής μέχρις ονύχων.

Γεωμετρική - Αρχαϊκή Εποχή

Στο χώρο του Αιγαίου ο ίππος ως πολεμικό μέσο εμφανίζεται από το 1700 π.Χ. Η αρχική χρήση του ζώου είναι ή έλξις των αρμάτων. Η σπουδαιότητα του ίππου ως πολεμικού μέσου φαίνεται στα ποιήματα του Ομήρου που ονομάζει τους ίππους του Άρη: Πανικό και Φόβο, αλλά και του Ησιόδου που τον επιβεβαιώνει. Οι νομάδες των στεπών ήταν οι πρώτοι που εξέλιξαν την τέχνη της ιππασίας αλλά οι διάδοσις της στη Βαλκανική οφείλεται μάλλον στους Θράκες. Οι αγώνες τον Μινωϊτών και Μυκηναίων να δημιουργήσουν αποικίες στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού στη Θράκη είναι μάλλον η πηγή του μύθου των ανθρωποβόρρων ίππων του Διομήδη. Ο Ηρακλής καταφέρνει τελικά να συλλάβει και να φέρει στις Μυκήνες τα τρομερά ζώα.

Από το μύθο συνάγουμε ότι η διάδοση της ιππικής τέχνης στην Νότιο Ελλάδα ήταν μία μακρά και επίπονη διαδικασία. Ο σχετικός με τη ζώνη της Ιππολύτης άθλος του Ηρακλή μας πληροφορεί ότι οι Έλληνες επηρεάστηκαν πολύ από τους Σκύθες στο θέμα του εξοπλισμού των ίππων. Πολλοί πιστεύουν ότι το ιππικό αρχικά, έπαιζε περισσότερο το ρόλο των ανιχνευτών, καθώς η παράδοση ήθελε τους αριστοκράτες αρματιστές να κυριαρχούν στο πεδίο της μάχης, και τα μικρόσωμα Ελληνικά άλογα δεν μπορούσαν να μεταφέρουν θωρακισμένους άνδρες. Καθώς όμως άρχιζαν αν εμφανίζονται μεγαλύτερα άλογα, οι ένοπλοι ιππείς άρχισαν να κάνουν δυναμικά την παρουσία τους στο πεδίο της μάχης.


Σε αντίθεση με τους αρματιστές που πολεμούσαν οι μισοί, λόγω της ανάγκης ηνιόχου, το σύνολο των ιππέων μπορούσε να εμπλακεί. Η ξαφνική έφοδος μαχητών που είχαν την δεξιότητα να ιππεύουν και να πολεμούν ταυτόχρονα έδωσε βάση στο μύθο των Κενταύρων. Κάποιοι ετυμολογούν τη λέξη Κένταυρος ως «φονεύς ταύρων». Υποστηρίζουν ακόμα ότι οι ιππείς βοήθησαν στην επικράτηση των Δωριέων έναντι των Αχαιών που είχαν σαν έμβλημα τον ταύρο. Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι σχετικοί με την βιαιότητα των Κενταύρων μύθοι έχουν σαν πηγή τους τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι Δωριείς από τους απρόβλεπτους Θράκες ή Σκύθες συμμάχους τους που πολεμούσαν έφιπποι.

Υπάρχει και η άποψης ότι η θεώρησης των Κενταύρων έχει να κάνει με ανιμιστικές τελετές προς τιμήν της Σελήνης που διασώζονταν στην περιοχή της. Θεσσαλίας. Με το χαοτικό τρόπο μάχης να κυριαρχεί στη Γεωμετρική περίοδο το ιππικό μεσουρανούσε. Ο πόλεμος είχε τη μορφή επιδρομών και οι ιππείς ήταν πολύτιμοι στο να τρομοκρατούν του ανοργάνωτους πλέον πεζούς. Ήταν επίσης επιδέξιοι στην αρπαγή κοπαδιών εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο την ευκινησία τους. Ο μύθος των Διοσκούρων που θεωρούνται προστάτες των ιππέων έχει σίγουρα σχέση με τη σημασία που αποδίδετο στο ιππικό.

Ήδη όμως από την εποχή του του Ομήρου επανεμφανίζεται η πυκνή παράταξη που αναχαίτιζε αποτελεσματικά την ορμή του εχθρού. Οι βαριά οπλισμένοι πεζοί που διατηρούσαν τη συνοχή τους μπορούσαν να αναχαιτίσουν του ιππείς. Μέχρι το τέλος τη Αρχαϊκής περιόδου όμως οι οπλίτες ήταν περιορισμένοι στον αριθμό καθώς ήταν σχεδόν όλοι αριστοκράτες και αποτελούσαν μικρό μέρος του συνολικού αριθμού μαχητών. Το ιππικό μπορούσε να αποφύγει το μέτωπο των οπλιτών και επιτεθεί στους ελαφρότερα εξοπλισμένους μαχητές. Αν τους έτρεπε σε φυγή θα αποκάλυπτε τα πλευρά της φάλαγγας με καταστρεπτικά αποτελέσματα.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση που το ιππικό έκρινε την μάχη στη Αρχαϊκή περίοδο ήταν ο πόλεμος μεταξύ Ερέτριας και Χαλκίδας για το Ληλάντιο πεδίο. Οι «ιπποβότες», αριστοκράτες δηλαδή της Χαλκίδας έκλεισαν συμφωνία με τον Θεσσαλό Κλεόμαχο για να έχουν συνδρομή των περίφημων Θεσσαλών ιππέων. Οι Θεσσαλοί νίκησαν το ελαφρότερο ιππικό των Ερετριέων και των συμμάχων τους και μετά πλευροκόπησαν το πεζικό γέρνοντας την πλάστιγγα υπέρ τον Χαλκιδέων. Ο Κλεόμαχος σκοτώθηκε στη μάχη και οι Χαλκιδείς τον τιμούσαν σαν τοπικό ήρωα.

Οι Θεσσαλοί ιππείς γίνονται περιώνυμοι και αρχίζουν να γίνονται αναπόσπαστο μέρος των μισθοφορικών δυνάμεων που υπηρετούν του διάφορους τυράννους που εμφανίζονται κατά την αρχαϊκή περίοδο. Οι πιο διάσημοι είναι οι ιππείς του Κινέα που υπηρετούν τον Πεισίστρατο. Κυριαρχώντας στις Αττικές πεδιάδες εμποδίζουν τις επιδρομές των Αλκμεωνιδών και των συμμάχων τους. Καταφέρνουν μάλιστα να αποκρούσουν τη Λακωνική μόρα της Σκιρίτιδος υπό τον Αγχίμολο με βαριές απώλειες.

Θεσσαλικό Ιππικό

Όπως αναφέρθηκε οι Θεσσαλοί ιππείς έγιναν περιζήτητοι μισθοφόροι. Η Θεσσαλική πεδιάδα ήταν ιδανική περιοχή για την ανάπτυξη ίππων. Η γόνιμη Θεσσαλική γη έκανε πλούσιους τους εντοπίους αριστοκράτες που δημιούργησαν ιπποφορβεία. Μέχρι τον Μεσαίωνα οπότε ανακαλύφθηκε ειδική σαγή που επέτρεπε στη χρήση του ίππου για εργασία, η κατοχή αυτών τον ζώων ήταν προνόμιο των πλουσίων, καθώς δεν υπήρχε άλλη χρήση για τους ίππους πλην του κυνηγιού και του πολέμου. Οι Θεσσαλικές πόλεις σχημάτιζαν μία ομοσπονδία γνωστή ως «Κοινόν των Θεσσαλών». Εξέλεγαν έναν ανώτατο στρατιωτικό διοικητή που ονομάζονταν ταγός, δηλαδή αυτός που τάσσει τους άνδρες - ο ηγήτωρ.

Δύο οικογένειες οι Αλευάδες της Λαρίσης και οι Σκοπάδες της Κραννώνας ανταγωνίζονταν αμείλικτα για το αξίωμα της «ταγείας των Θεσσαλών».Σύμφωνα με ένα απόσπασμα από το απολεσθέν έργο του Αριστοτέλους «Θετταλών Πολιτεία», ο πρώτος ταγός ήταν ο Αλεύας ο Ερυθρός. Αυτός χώρισε τη Θεσσαλία σε τέσσερις περιφέρειες (τετραρχίες). Κάθε τετραρχία διαιρέθηκε σε κλήρους που έκαστος εξ αυτών έπρεπε να παρέχει 40 ιππείς και 80 οπλίτες. Η ισχύς των ιππέων τους έκανε τους Θεσσαλούς επικυρίαρχους των Αινιάνων και των Περραιβών που πολεμούσαν κυρίως ως ελαφροί πεζοί. Οι αντίπαλοι των Θεσσαλών είχαν σοβαρό πρόβλημα καθώς ο οπλιτικός τρόπος μάχης δεν είχε παγιωθεί στους Λοκρούς και τους Φωκείς.

Οι Φωκείς όμως νίκησαν το Θεσσαλικό ιππικό παρά την Υάμπολη με τη χρήση παραλλαγμένων ορυγμάτων. Παρόλα αυτά η Θεσσαλία χάρις στο ιππικό της να υπερασπίσει αποτελεσματικά την εύφορη γη της. Η αντίθεση των Σκοπάδων και τον Αλευάδων προκάλεσε την κατάρρευση της άμυνας στα Τέμπη το 480 π.Χ. αλλά οι Θεσσαλοί γλίτωσαν τις συνέπειες του «Μηδισμού» χάρη στην υποστήριξη των Αθηναίων. Έγιναν λοιπόν σύμμαχοί τους μέχρι την ήττα των τελευταίων στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Η πτώση των Αθηνών άνοιξε την όρεξη των τυράννων των Φερρών για ηγεμονία στην Ελλάδα. Η δύναμη του Θεσσαλικού ιππικού φτάνει του 16000 ιππείς.

Ήταν μια υπολογίσιμη δύναμη για την εξαντλημένη από τις εμφύλιες συγκρούσεις νότια Ελλάδα. Ο τύραννος Ιάσων των Φερρών μάλιστα προσπάθησε να δημιουργήσει στόλο. Αυτό προκάλεσε ανησυχίες στην Αχαιμενική Αυλή. Δεν αποκλείεται λοιπό Περσικός δάκτυλος στη δολοφονίες των Φερραίων αρχόντων αλλά και η χρηματοδότηση των Βοιωτών προκειμένου να τους αντιταχθούν. Η Θεσσαλία σπαρασσόμενη από την εμφύλια σύγκρουση περνά στην κυριαρχία του Φιλίππου Β' και το περίφημο ιππικό της στην υπηρεσία του.

Αθηναϊκό Ιππικό

Αν και οι οι αριστοκρατικές οικογένειες των Αθηνών είχαν την δυνατότητα εκτροφής ίππων, οι Αθηναίοι άργησαν να αναπτύξουν ιππικό. Οι περισσότεροι αριστοκράτες έτρεφαν άλογα για τα άρματά τους ή για αρματοδρομίες. Αν και υπήρξε πρόβλεψη στη νομοθεσία του Σόλωνα για τους πολίτες που λόγω εισοδήματος μπορούσαν να τρέφουν ίππους, (τριακοσιομέδιμνοι) τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά. Οι πρώτοι μάχιμοι ιππείς ίσως ανήκουν στη φρατρία των Παιονιδών του Πεισιστράτου καθώς ο ίππος εμφανίζεται στα εμβλήματα των ασπίδων τους. Οι Αθηναίοι όμως διάγουν την περίοδο των Μηδικών Πολέμων χωρίς την υποστήριξη ιππικού.


Γύρω στο 442 π.Χ. όταν επώνυμος άρχων ήταν ο Δίφιλος, πιθανόν με νόμο του Περικλέους το σώμα το ιππέων αυξάνεται σε χίλιους άνδρες. Πλέον λοιπό των οπλιτών κάθε Αθηναϊκή φυλή ήταν υποχρεωμένη να παράσχει έναν αριθμό ιππέων. Τους ιππείς κάθε φυλής διοικούσε ο φύλαρχος. Οι φύλαρχοι υπάγονταν σε δύο ίππαρχους που είχαν την συνολική διοίκηση του ιππικού και εκλέγονταν κάθε χρόνο. Το ΙΠΠΑΡΧΕΙΟ ήταν κοντά στην Αγορά αλλά μέχρι τώρα είναι άγνωστο που ακριβώς. Τόσο οι άνδρες όσο και οι ίπποι περνούσαν από δοκιμασία κάθε χρόνο. Οι αποτυχόντες διαγράφονταν από τις καταστάσεις των μονάδων. Στη διάρκειά του Πελοποννησιακού Πολέμου και μετά καθιερώθηκε επίδομα μιας δραχμής για τη διατροφή του αλόγου.

Με την είσοδο σε εμπόλεμη υπηρεσία ένα παρείχετο επιπλέον επίδομα (κατάστασις) που όμως έπρεπε να επιστραφεί με την λήξη του πολέμου εκτός και αν το ζώο είχε πεθάνει ή αχρηστευθεί στη διάρκεια που υπηρετούσε. Οι Αθηναίοι είχαν μονάδες βαρέως ιππικού και ελαφρού ιππικού όπου συνήθως υπηρετούσαν οι νεώτεροι σε ηλικία. Στο ελαφρύ ιππικό μπορούμε να κατατάξουμε και τους ιπποτοξότες. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι αυτοί ήταν Σκύθες ή Θράκες με τους δεύτερους λιγότερο πιθανούς. Το Αθηναϊκό ιππικό έδρασε και διακρίθηκε κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Οι ηγήτορες της Αττικής είχαν σοβαρές αμφιβολίες για επικράτησή τους έναντι των Πελοποννησίων οπλιτών ιδιαίτερα των Σπαρτιατών.

Ήταν αποφασισμένοι όμως να μην τους επιτρέψουν να λεηλατούν τη γη της Αττικής ατιμώρητοι. Η λεηλασία της εχθρικής γης γίνονταν από το ελαφρύ πεζικό ή από οπλίτες που είχαν αφήσει το βαρύ οπλισμό τους στο στρατόπεδο. Για να λεηλατήσουν οι Πελοπονήσιοι έπρεπε να διασπαστούν σε μικρές ομάδες. Οι Αθηναίοι εξαπέλυσαν εναντίον τους το ιππικό τους και τους επέφεραν βαριές απώλειες. Οι ομάδες δολιοφθοράς έπρεπε να υποστηρίζονται από τμήματα οπλιτών πίσω από τα οποία κατέφευγαν αν στο μεταξύ δεν τους ενέπλεκαν οι ελαφροί ιππείς και ψιλοί των Αθηναίων. Το βαρύ Αθηναϊκό ιππικό παρείχε υποστήριξη σε περίπτωση που τα ελαφρά τμήματα εδέχοντο πίεση από το βαρύ εχθρικό ιππικό ιδιαίτερα το Βοιωτικό.

Ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο στην παρεμπόδιση των δραστηριοτήτων του στρατοπέδου της Δεκέλειας. Οι ιππείς των Αθηναίων μεταφερόμενοι από το στόλο ήταν διαρκής απειλή για τα Πελοποννησιακά παράλια. Ήταν επίσης χρήσιμοι σε μικρούς αριθμούς για να υποτάξουν του δύστροπους νησιώτες συμμάχους των Αθηναίων που στερούντο επαρκούς οπλιτικού σώματος. Η μεγάλη δοκιμασία για το Αθηναϊκό ιππικό υπήρξε η Σικελική εκστρατεία. Οι Αθηναίοι παρά τις προειδοποιήσεις το Νικία υποτίμησαν τον αντίπαλο.Έστειλαν μάλιστα ιππείς πεζούς με την προοπτική να προμηθευτούν ίππους εκεί. Η καταστροφή υπέσκαψε την Αθηναϊκή ισχύ και φυσικά τις δυνατότητές τους στο ιππικό.

Το κύκνειο άσμα του λαμπρού αυτού σώματος ήταν η μάχη των Ταμυνών στην Εύβοια.

Βοιωτικό Ιππικό

Μετά τη Θεσσαλία, η Βοιωτική πεδιάς ήταν η πλέον κατάλληλη για την εκτροφή ίππων. Το Βοιωτικό ιππικό κάνει την εμφάνιση του στην Αρχαϊκή εποχή με την μάχη του Κερησσού όπου οι Βοιωτοί απέκρουσαν τους Θεσσαλούς. Δυστυχώς αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικό εναντίον των Μεγαριτών και των Φλειούντιων στην μάχη των Πλαταιών πολεμώντας παρά το πλευρό των Περσών. Η ακμή του Βοιωτικού ιππικού αρχίζει με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο όπου συμβάλει στην απόκρουση των Θρακών μισθοφόρων στη Μυκαλησσό. Προσφέρει επίσης σημαντικές υπηρεσίες στο Δήλιο και κατοχυρώνει την Θηβαϊκή κυριαρχία στην Βοιωτική πεδιάδα νικώντας τους Θεσπιείς υπό τον Φοιβίδα που σκοτώνεται στη μάχη.

ΟΙ ιππείς με τα λευκά κράνη είναι πολύτιμο όργανο στα χέρια του Πελοπίδα και αργότερα του Επαμεινώνδα στην εκδίωξη των Σπαρτιατών από τη Βοιωτία και την κατάλυση της ηγεμονίας τους. Σταδιακά όμως αποδεικνύονται κατώτεροι των Θεσσαλών και κατόπιν των Αθηναίων στη Μαντίνεια. Η μάχη της Χαιρώνεια σηματοδοτεί το τέλος του Θηβαϊκού ιππικού που συντρίβεται από τις επελάσεις των Μακεδόνων.

Λακωνικό Ιππικό

Όπως και οι άλλες δυνάμεις στην Αρχαϊκή Ελλάδα έτσι και οι Λακεδαιμόνιοι ανέπτυξαν έφιππους μαχητές. Λόγω της ανάπτυξης των οπλιτικών μεθόδων μάχεσθαι όμως ο τίτλος των ιππέων έγινε απλώς τιμητικός καθώς όλοι οι Λάκωνες μαχητές πολεμούσαν πεζή. Τα άλογα εκτρέφονταν μόνο για συμμετοχή σε αγώνες όπως δείχνει η περίπτωση της πριγκίπισσας Κυνίσκας. Το θέμα της ανάπτυξης έφιππης δύναμης τέθηκε δραματικά με τα γεγονότα της Πύλου. Οι Σπαρτιάτες καταφρονούσαν την έφιππη υπηρεσία. Ο Ξενοφών μας πληροφορεί ότι το Λακωνικό ιππικό ήταν ανεπαρκώς προετοιμασμένο και γι’ αυτό η απόδοσή του ήταν φτωχή.

Μόνο η εισαγωγή μισθοφόρων ιππέων βελτίωσε ελαφρώς την κατάσταση. Αν και κάποια στιγμή ο Αγησίλαος έφτασε να διοικεί 1.500 ιππείς, η πτώση της Σπάρτης έφερε και την εξάλειψη του ιππικού της.

Λοιποί Ιππείς

Το Θρακικό Ιππικό χρήζει μνείας καθώς όπως προαναφέρθηκε οι Θράκες επηρέασαν σημαντικά την εισαγωγή του νοτιότερα. Ο Ευριπίδης στη τραγωδία του Εκάβη ονομάζει τους Θράκες «Ιππικόν έθνος». Ένα κείμενο που αποδίδεται στον Κλήμεντα της Αλεξανδρείας (Στρώματα ΙΕ') κατονομάζει τους Θράκες ως τους πρώτους που χρησιμοποίησαν ασπίδα έφιπποι. Οι περισσότεροι Θράκες ιππείς ήταν μάλλον ιππακοντιστές και χρησιμοποιήθηκαν ευρέως ως Μισθοφόροι στις αποικίες της Μακεδονικής και Θρακικής ακτής. Οι σχεδόν ανεξάντλητες ορδές των Θρακών ιππέων αποτελούσαν πρόβλημα για τους αποίκους μέχρι την υποταγή τους στο Φίλιππο Β'. Αν και αποικίες ήταν πλούσιες οι κάτοικοί τους απέφευγαν τη στρατιωτική υπηρεσία.

Ο Ξενοφών αναφέρει ότι ο Αγησίλαος υποχρέωνε τους πλουσιότερους αποίκους να συντηρήσουν άλογα. Διεκύρηξε όμως ότι μπορούσε κάποιος να αποφύγει να υπηρετήσει ο ίδιος, αρκεί να παρείχε έναν πλήρως εξοπλισμένο ιππέα να υπηρετήσει αντ’ αυτού. Το ιππικό του ήταν τόσο καλής ποιότητας που κατάφερε να αντιπαραταχθεί επιτυχώς στους Θεσσαλούς κατά την επιστροφή του από την Ασία. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι Σελινούντιοι και οι Ακαραγαντίνοι ήταν οι πρώτοι οι ανέπτυξαν ιππικό στα Μεγάλη Ελλάδα. Ο Γέλων των Συρακουσών θα αποκρούσει με τη βοήθεια του ιππικού του τους Καρχηδόνιους. Η αριστοκρατική τάξη των ιππέων στις Συρακούσες αντιμετωπίζονταν με υποψία λόγω των ολιγαρχικών φρονημάτων της.

Αυτό δεν τους εμπόδισε να δυσκολέψουν τρομερά τους Αθηναίους κατά τη διάρκεια τη Σικελικής εκστρατείας. Η συμβολή τους στην τελική συντριβή του Αθηναϊκού στρατού ήταν καταλυτική. Στις Ιταλιωτικές αποικίες οι πολίτες είχαν εγκαταλείψει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και στηρίζονταν σε μισθοφόρους για την άμυνά τους. Θεωρούσαν τους Έλληνες τη κυρίως Ελλάδας απλοϊκούς χωρικούς που τους πλήρωναν για να διακινδυνεύσουν αλλά και τους υποπτεύονταν ως πιθανούς τυράννους. Αξιόλογο ιππικό υπάρχει πλέον στον Τάραντα. Οι Ταραντίνοι ιππείς ήταν βαριά οπλισμένοι και συνοδεύονταν από έναν υπηρέτη που ίσως πολεμούσε και ως ελαφρός ιππέας.


Εξοπλισμός - Τακτικές

Όπως προαναφέρθηκε οι Έλληνες επηρεάστηκαν από τους Σκύθες και τους Θράκες στα θέματα των ίππων και της ιπποσκευής. Οι ίπποι απεικονίζονται να φέρουν χαλινούς στη αγγειογραφία και την γλυπτική. Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο υπάρχουν χαλινοί που μπορούν να προκαλέσουν μεγάλοι δυσφορία σε ατίθασους ίππους αν και ο Ξενοφών διαφωνεί με τη χρήση τους. Η σέλα ήταν γνωστή στους Σκύθες και του Θράκες και κατασκευαζόταν από πίλημα (τσόχα). Η διάδοσή της όμως στους Έλληνες ήταν αργή ίσως λόγω κόστους. Η περισσότεροι ιππείς χρησιμοποιούσαν ένα απλό πανί για ιππεύουν άνετα. Ο Ξενοφώντας αναφέρει ότι μερικοί δεν χρησιμοποιούσαν ούτε αυτό.

Αυτό συνάδει με μερικές απεικονίσεις αλλά καθώς η επαφή της ανθρώπινης σαρκός με το δέρμα του ίππου δημιουργεί προβλήματα, οι ιππείς άρχισαν να χρησιμοποιούν ύφασμα ή προβιές ζώων για να ιππεύουν άνετα. Οι ιππείς που εκτελούν αποστολές βαρέως ιππικού έφεραν μεταλλικούς ή λινούς θώρακες. Ο Ξενοφών συστήνει οι ιππείς να να χρησιμοποιούν επιχειρίδες και να θωρακίζονται και τα άλογα. Αυτό όμως απαιτούσε έξοδα και ήταν σπάνιο. Κατάφρακτο Ελληνικό ιππικό εμφανίζεται μόνο στην Ελληνιστική περίοδο. Επίσης συμβούλευε τη χρήση του Βοιωτικού κράνους. Η ασπίδα φαίνεται ότι ήταν διαδεδομένη παρά τα περί του αντιθέτου γραφόμενα.

Την χρησιμοποιούσαν οι ιππείς της Γεωμετρικής εποχής και οι κλασσικοί Έλληνες μετά την επαφή τους με τους Θράκες και Σκύθες ιππείς. Η μηνοειδής ασπίδα φαίνεται να ήταν αρκετά διαδεδομένη ενώ στην Αρχαϊκή περίοδο φαίνεται να κυριαρχούσε η ασπίδα «βοιωτικού τύπου».Η ασπίδα ήταν πολύτιμη για τους ιππείς που είχαν να αντιπαλέψουν ψιλούς με εκηβόλα όπλα. Στην έφοδο οι ιππείς επιτίθονταν σε παράταξη βάθους 4 ανδρών αν στίχο αλλά γινόταν προσπάθειες για αύξηση του βάρους καθώς οι Πέρσες ιππείς χρησιμοποιούσαν ακόμα πιο πυκνή παράταξη. Ο Ξενοφών συμβούλευε την ταχεία ορμητική έφοδο αλλά και τη σύνεση με τη χρήση προφυλακών και προσεκτική εκλογή του εδάφους.

Άλλη μέθοδος εφόδου ήταν το έμβολο. Ήταν ένα σφηνοειδής σχηματισμός που σκοπό είχε την διάρρηξη της εχθρικής παρατάξεως. Ήταν γνωστός στους Θηβαίους αλλά θεωρείται ότι είναι Σκυθική εφεύρεση και βελτιώθηκε ως ρομβοειδής σχηματισμός που μπορούσε να επιτεθεί σε κάθε κατεύθυνση από τον Ιάσονα των Φερρών. Όπως αναφέραμε παραπάνω η διάδοση του οπλιτικού τρόπου μάχεσθαι περιόρισε το ρόλο των ιππέων στην ανίχνευση, εξουδετέρωση ακροβολιστών και επιδρομές. Αυξήθηκε έτσι η σπουδαιότητα το ελαφρού ιππικού αλλά ξανά-αναπτύχθηκε το βαρύ ιππικό με σκοπό την εξουδετέρωση των αντιπάλων ιππέων. Σταδιακά εξελίχθηκε σε όπλο κρούσης από τον Φίλιππο και τον Μ. Αλέξανδρο στην Ελληνιστική εποχή.

ΤΟ ΙΠΠΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΜΕΧΡΙ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ

Η Επανάσταση του 1821

1. Γενικά

Η Ελληνική επανάσταση υπήρξε το σπουδαιότερο και ενδοξότερο γεγονός της ιστορίας του νεότερου Ελληνισµού. Προετοιµάστηκε και αποφασίστηκε από την Φιλική Εταιρεία, η οποία εξέφρασε µε πίστη και τόλµη την ανάγκη του Έθνους για την απελευθέρωση του. Το 1821, ενώ η Οθωµανική Αυτοκρατορία ήταν ακόµη ισχυρή και στην Ευρώπη επικρατούσε το πνεύµα της Ιεράς Συµµαχίας, οι Έλληνες αποφασίζουν την έναρξη του αγώνα για την απελευθέρωση τους. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κήρυξε την Επανάσταση στην Μολδοβλαχία (Ιάσιο), η οποία, παρά την ανεπιτυχή έκβαση της, αποτέλεσε σπουδαίο αντιπερισπασµό για την Επανάσταση στην κυρίως Ελλάδα.

Στην διάρκεια αυτού του έτους και µετά από µια σειρά επιτυχών µαχών, ελευθερώνονται πολλές περιοχές στη νότια Ελλάδα και την 1η Ιανουαρίου 1822 από την Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, διακηρύσσεται η "πολιτική ύπαρξις και ανεξαρτησία του Ελληνικού Εθνους". Τα επόµενα έτη η Επανάσταση εδραιώνεται και οι γεµάτοι ηρωισµό αγώνες των Ελλήνων αντιστρέφουν το αρνητικό κλίµα που επικρατούσε σχετικά µ' αυτήν στην Ευρώπη και οδηγούν µετά την ναυµαχία του Ναυαρίνου, στην αναγνώριση του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους τον Φεβρουάριο του 1830.

2. Οι Πρώτες Επιχειρήσεις του Ιππικού: Ιερός Λόχος - Μάχη ∆ραγατσανίου

Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση δεν ήταν δυνατό να υπάρχει τακτικός Στρατός στην Ελλάδα, άρα δεν υπήρχε και Σώµα Ιππικού. Το πρώτο Ελληνικό Ιππικό που εµφανίσθηκε από την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι εκείνο που οργάνωσε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στη Φωξάνη της Μολδαβίας, στις αρχές Μαρτίου του 1821. Η δύναµη του ήταν σηµαντική για την εποχή. Αποτελούνταν από 2000 ιππείς. Κάθε ιππέας αναλογούσε σε τρείς πεζούς του Υψηλάντη. Όµως το Ιππικό του στρατού του Υψηλάντη (του "Ιερού Λόχου"), δεν απέδωσε τα ανάλογα µε τη δύναµη του αποτελέσµατα.

Αυτό οφείλεται τόσο στο γεγονός ότι συγκροτήθηκε εσπευσµένα και συνεπώς δεν ήταν κατάλληλα εκπαιδευµένο, όσο και στο ότι δεν υπήρχαν κατάλληλοι αξ/κοί, ούτε κάποιο λογικό σχέδιο δράσης από τον Αλεξ. Υψηλάντη. Έτσι µετά από µιά σειρά µικρές µάχες ο "Ιερός Λόχος", το Σώµα στο οποίο ήταν ενταγµένο και το Ιππικό, έφτασε στην περιοχή του ∆ραγατσανίου στις 05 / 06 / 1821, κουρασµένο και εξαντληµένο από την υπερπροσπάθεια και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες και µε πρόθεση να αναλάβει πολεµικές επιχειρήσεις στις 8 του µηνός, έτσι ώστε να προλάβει να ξεκουραστεί και να ανασυνταχθεί.

Αρχηγός του Σώµατος του Ιππικού ήταν ένα αµφιλεγόµενο πρόσωπο, ο Ίππαρχος Βασίλειος Καραβιάς, ο οποίος είχε λάβει εντολή να µην ξεκινήσει την µάχη χωρίς την πρώτη κίνηση από τον Υψηλάντη. Εκείνος όµως, νοµίζοντας ότι οι Τούρκοι θα αποχωρούσαν, επιτέθηκε επικεφαλής 800 ιππέων, παραβαίνοντας τις διαταγές, κατά του τουρκικού στρατοπέδου στις 07 / 06 / 1821 µε αποτέλεσµα, και αφού τα Τουρκικά τµήµατα δέχθηκαν ενισχύσεις, να ηττηθεί και οι Ιππείς του να διαλυθούν. Σε βοήθεια του σώµατος αυτού κατέφθασε ο Ιερός Λόχος και 100 Ιππείς έµπλεοι ενθουσιασµού, παρά τις ταλαιπωρίες και την πείνα.

Ο Λόχος συνέχισε να πολεµά και µετά την υποχώρηση του Καραβιά και των τελευταίων Ιππέων που του είχαν αποµείνει, αντιφωνάζοντας στις φωνές του Τούρκου Αρχηγού Καρά Φεΐζ που καλούσε τους Ιερολοχίτες να παραδοθούν εγγυώµενος τη ζωή τους, οι Έλληνες δεν παραδίδονται". Οι επελάσεις όµως του Τουρκικού Ιππικού και τα πυκνά πυρά των Τούρκων πυροβολητών αραίωναν συνεχώς τις τάξεις του Ιερού Λόχου, ώστε οι πολεµιστές του αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν χωρίς να σταµατήσουν να µάχονται. Έτσι, υποχώρησαν µέχρι το σηµείο όπου ήταν οχυρωµένος ο Οπλαρχηγός Ιωαννίτσας Χόρκα µε 50 Πανδούρους προστατευόµενος σε φυσικό προµαχώνα, και ο οποίος κατόρθωσε να ανακόψει την πορεία των Τούρκων Ιππέων και πεζών.


Για να τον βοηθήσουν κατέφθασαν και άλλα τµήµατα υπό τον Γιωργάκη Ολύµπιο και τον αρχιµανδρίτη Σέρβο, και χτυπώντας τα άκρα του εχθρού έδωσαν την δυνατότητα στους εναποµείναντες Ιερολοχίτες να διασωθούν. Μετά την µάχη του ∆ραγατσανίου και την καταστολή της επαναστάσεως στις Παραδουνάβιες Ηγεµονίες, διαλύθηκε και το πρώτο αυτό Ελληνικό Ιππικό. Η άτυχη αυτή µάχη θα µπορούσε να µην είχε γίνει αν ο Καραβιάς είχε υπακούσει. Παρά την έκβαση της, όµως, είχε έξοχη ηθική ανταύγεια Όλη η Ευρώπη περιέβαλε µε θαυµασµό και συµπάθεια τους νέους του Ιερού Λόχου που χάθηκαν για τα ιδανικά της Ελευθερίας, "πατρίδος και προγόνων άξιοι. Έµειναν στην Ιστορία όπως υµνήθηκαν από τον Κάλβο: Τάγµα εκλεκτών ηρώων, καύχηµα νέον".

3. Το Τακτικό Ιππικό

Η πρώτη επίσηµη πράξη που αφορούσε το Νεοελληνικό Ιππικό, είναι ο Η' Νόµος περί συστάσεως Τακτικού Στρατού, που θεσπίστηκε από το Βουλευτικό στην Κόρινθο την 01 / 04 / 1822, ο οποίος θα περιλάµβανε εκτός των άλλων Όπλων και Σώµα Ιππικού, το οποίο θα διακρινόταν σε Βαρύ και Ελαφρό. Η διαφοροποίηση αυτή του Ιππικού σε Βαρύ και Ελαφρό, ήταν απολύτως σύµφωνη µε τα τότε ισχύοντα για το Όπλο αυτό δόγµατα, σύµφωνα µε τα οποία το µεν Βαρύ Ιππικό ήταν ο κύριος φορέας της ισχύος κρούσεως στο πεδίο της µάχης, το δε Ελαφρό χρησιµοποιούνταν κυρίως για κάλυψη, ασφάλεια και έρευνα.

Πράγµατι από το 1809, έτος κατά το οποίο ο Ναπολέων ο Α' όπλισε µε λόγχη τα Συντάγµατα του Ελαφρού Πολωνικού Ιππικού, του Ιππικού των Ουλάνων που είχε ιδρύσει προ διετίας, µετατρέποντας έτσι τους Ουλάνους σε Βαρύ Ιππικό, το Βαρύ Ιππικό είχε επανέλθει στο προσκήνιο. Ο Η' Νόµος της 01 / 04 / 1822 παρέµεινε, τουλάχιστον ως προς το Ιππικό, ανενεργός λόγω ελλείψεως των κατάλληλων προσώπων αλλά και των αναγκαίων µέσων. Την χρονιά αυτή µια µικρή δύναµη Ιππέων επάνδρωσε το στρατό του Οδυσσέα Ανδρούτσου στην ανεπιτυχή πολιορκία της Καρύστου. Το ότι η πολιορκία αυτή δεν ευοδώθηκε οφείλεται σε εξωστρατιωτικούς λόγους, και συγκεκριµένα σε διαταγή του Αρείου Πάγου, στις 15 / 02 / 1822, µε την οποία καλούσε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο να αποσυρθεί.

Το έτος 1825, και αφού η ∆ιοίκηση του Ελληνικού Στρατού παραδόθηκε στον Γάλλο Φιλέλληνα Συνταγµατάρχη Φαβιέρο, δηµιουργήθηκε Σώµα Ιππικού µε έδρα την Αθήνα που αποτελούνταν από τρεις Ίλες, µία Λογχιστών, µία Καραβινοφόρων και µία Ανίππων, των ογδόντα ανδρών η κάθε µία. Στο Σώµα αυτό το Βαρύ στοιχείο αντιπροσωπευόταν από την Ίλη των Λογχιστών και το Ελαφρό από την Ίλη των Καραβινοφόρων. Το πρώτο αυτό Ελληνικό Ιππικό είχε ∆ιοικητή τον Γάλλο Επίλαρχο Ρεϋνώ Ντε Σαίν ντ' Αντζελύ, τον µετέπειτα Στρατάρχη της Γαλλίας. Από οικονοµικής πλευράς η θέση του ιππέα ήταν πλεονεκτική έναντι των συναδέλφων του των άλλων Όπλων.

Δικαιούταν, εκτός από το σιτηρέσιο το οποίο έπαιρναν όλοι, µηνιαίο µισθό 25 γρόσσια, έναντι 20 του πυροβολητού και 16 του πεζού. Με βάση δάνειο το οποίο είχε συνοµολογηθεί µε την Αγγλία, το Ιππικό παρήγγειλε στο Λονδίνο 500 στολές Αγγλικού τύπου και µε ανάλογο οπλισµό. Μέχρι να ετοιµαστούν αυτές, φορούσαν την εθνική ενδυµασία. Η καινούρια στολή άρχισε να χρησιµοποιείται από τον Αύγουστο του 1826. Έδρα του Ιππικού αρχικά ήταν το Ναύπλιο, όπου και είχε συγκροτηθεί. Από τον Οκτώβριο του 1825 µεταστάθµευσε στην Αθήνα. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου - αρχές Μαρτίου 1826, το Ιππικό µετείχε στην δεύτερη ατυχή εκστρατεία κατά της Καρύστου υπό τις διαταγές του Φαβιέρου.

Η εκστρατεία εκείνη έλαβε χώρα κάτω από δυσµενείς καιρικές συνθήκες και ελλειπή έως ανύπαρκτη τροφοδοσία του Σώµατος από την µεριά της Διοίκησης. Η γενική δράση του Ιππικού στην εκστρατεία αυτή υπήρξε εξαιρετική, αµαυρώθηκε όµως από την απώλεια της πολεµικής του σηµαίας. Ο σηµαιοφόρος, ηγούµενος του τµήµατος κατά την επέλαση, κυκλώθηκε κατά τη διάρκεια της κρούσεως από πολλούς Ντελήδες. Μη έχοντας άλλο µέσο να αµυνθεί κατά των Τούρκων που τον περιέσφιγγαν, άρχισε να τους χτυπά µε τον κοντό της σηµαίας, τον οποίο µεταχειρίσθηκε ως δόρυ.

Σε µια στιγµή κατά την οποία ο σηµαιοφόρος διαπερνούσε µε το αιχµηρό πέδιλο έναν Τούρκο ιππέα, το πέδιλο σφηνώθηκε στο σώµα του αντιπάλου του και ενώ αυτός προσπαθούσε να το αποσπάσει, κατασπαθίστηκε από τους Ντελήδες και έπεσε νεκρός πάνω στη σηµαία, κοντά στη θέση Λυκόρρευµα. Η απώλεια αυτή της σηµαίας, παρά τον ηρωϊκό θάνατο του σηµαιοφόρου και τη νίκη του Ιππικού που επακολούθησε, έγινε αφορµή να στερηθεί το Ιππικό της τιµής να φέρει σηµαία, µέχρι το 1922. Απογοητευµένος από το ατύχηµα ο Επίλαρχος Ρεϋνώ, παραιτήθηκε µετά την επιστροφή του Εκστρατευτικού Σώµατος στην Στερεά Ελλάδα και επέστρεψε στη Γαλλία.

Στη Διοίκηση τον διαδέχθηκε ο Πορτογάλος Αντώνιος Αλµείδα, ο οποίος βρέθηκε στην ευχάριστη θέση, µέσα στο 1826, να ανδραγαθήσει επικεφαλής του Ιππικού στην Τρίπολη, διαλύοντας ισχυρή εχθρική Φάλαγγα του Τακτικού Αιγυπτιακού Στρατού του Ιµπραήµ Πασά και, λίγο αργότερα, αξιόλογο τµήµα του Αιγυπτιακού πεζικού. Το 1828, όταν Κυβερνήτης ήταν ο Καποδίστριας, η στολή άλλαξε και έγινε παρόµοια µε την τότε Γαλλική από τον Βαυαρό Σ/χη Είδεκ, ο οποίος διαδέχθηκε τον παραιτηθέντα Φαβιέρο στην ∆ιοίκηση του Τακτικού Στρατού. Το 1829 το Ιππικό αποτελείται πλέον από τέσσερις Ίλες, δύο Λογχιστών και δύο Καραβινοφόρων, µε έδρα το Άργος.

Επιθεωρητής του Ιππικού ήταν τότε ο Σχης Αλµέιδα και διοικητής του ο Σ/χης Χατζηχρήστος που προερχόταν από το Άτακτο Ιππικό, µε Υποδιοικητή τον ίδιας προελεύσεως Επχο ∆ηµήτρ. Καλλέργη. Με επικεφαλής το Χατζηχρήστο και υπό την Αρχιστρατηγία του ∆ηµ. Υψηλάντη, 130 Ιππείς λαµβάνουν µέρος στην περίφηµη µάχη της Πέτρας το Σεπτέµβριο του 1829. Η µάχη αυτή αποτελεί και την τελευταία πράξη, τον επίλογο θα µπορούσαµε να πούµε, της Ελληνικής επανάστασης. Οι Έλληνες Ιππείς απέκρουσαν όλες τις επιθέσεις του αριθµητικά µεγαλύτερου Τουρκικού ιππικού και το ανάγκασαν να υποχωρήσει. Οι Τούρκοι συνθηκολόγησαν στις 13 και 14 / 09 / 1829 µε µειονεκτικούς όρους, παραδίδοντας στους Έλληνες µια σειρά στρατηγικών περιοχών.

Η µάχη αυτή µπορεί να θεωρηθεί από τις πιο σηµαντικές, ίσως η σηµαντικότερη της Επανάστασης, γιατί ήταν η πρώτη και η µοναδική φορά που ολόκληρη επίλεκτη εχθρική στρατιά αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει σε ανοικτό πεδίο. Τα κέρδη τόσο από στρατηγική όσο και από ηθική άποψη υπήρξαν πολύ µεγάλα. Με τη µάχη αυτή επίσης τερµατίσθηκε ο στρατιωτικός αγώνας που είχε αρχίσει το έθνος πριν από οχτώµισυ χρόνια στη Μολδοβλαχία µε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Τώρα ένας άλλος Υψηλάντης έκλεισε µε τη λαµπρή νίκη του το µεγάλο αγώνα που άρχισε ο αδελφός του. Στις 27/09/1831 έπεσε, χτυπηµένος από τους δολοφόνους του, ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, ο Ιωάννης Καποδίστριας.

Από τη στιγµή αυτή επικράτησε στη χώρα η αναρχία. Η αναρχία αυτή παρέσυρε στη δίνη της και τον Τακτικό Στρατό, ο οποίος διαλύθηκε. Η πλειοψηφία των στρατιωτών εγκατέλειψαν τις τάξεις του και προσχώρησαν σε συγκροτηθέντα ένοπλα σώµατα.


4. Το Άτακτο Ιππικό

Κατά τη διάρκεια του αγώνα, παράλληλα µε το Τακτικό Ιππικό, οργανώθηκαν και Άτακτα Ιππικά Σώµατα, των οποίων η συµβολή υπήρξε αξιόλογη σε ποικίλες περιστάσεις. Συγκροτήθηκαν δύο τέτοια Άτακτα Ιππικά Σώµατα, γνωστά από τα ονόµατα των αρχηγών τους, αυτό του Χατζηχρήστου και αυτό του Χατζηµιχάλη Νταλιάνη. Ο αγωνιστής Χατζηχρήστος κατάφερε να αιχµαλωτίσει Τουρκικούς ίππους και οργάνωσε τµήµα Λογχοφόρου Ιππικού από 200 ιππείς, Βορειοελλαδίτες στην πλειοψηφία, το οποίο διέποταν από αυστηρή πειθαρχία και έφερε προσεγµένη και λαµπρή στολή. Η Ελληνική Κυβέρνηση ονόµασε το Χατζηχρήστο Ίππαρχο (Συνταγµατάρχη) του Ιππικού αυτού.

Το Ιππικό του Χατζηχρήστου πολέµησε στην Πελοπόννησο, την Στερεά Ελλάδα και την Εύβοια και παντού διακρίθηκε. Ιδίως διακρίθηκε στη µάχη των Θηβών και ιδιαίτερα στην δεύτερη µάχη που έγινε εκεί στις 22 / 06 / 1829. Το πρωί εκείνης της ηµέρας, οι Τούρκοι προερχόµενοι από την Χαλκίδα είχαν την πρόθεση να διασπάσουν τον γύρω από τη Θήβα κλοιό των Ελληνικών Στρατευµάτων υπό τον Στρατάρχη ∆ηµήτριο Υψηλάντη. Έτσι εξεπέλυσαν επίθεση κατά των θέσεων των Ελλήνων στο Μαυροβούνι, στο δρόµο που οδηγεί από τη Θήβα στη Χαλκίδα. Κάτω από το βάρος της σφοδρής επιθέσεως του εχθρικού Πεζικού, οι Έλληνες άρχισαν να κλονίζονται, ενώ το εχθρικό Ιππικό παραταγµένο πίσω από το Πεζικό, ανέµενε διαταγή καταδιώξεως.

Το Ελληνικό Ιππικό από την άλλη, παραταγµένο πίσω από το Πεζικό, εξασφάλιζε την δίοδο προς τον Κιθαιρώνα. Ο Υψηλάντης κατανοώντας την κρισιµότητα της καταστάσεως, έσπευσε να στείλει ενισχύσεις προς τα τµήµατα που κλονίζονταν. Την ίδια στιγµή εφόρµησε και το Τουρκικό Ιππικό. Τότε έφτασε και ο Χατζηχρήστος µε το Ιππικό του και συγκροτήθηκε µικρή µεν, αλλά ισχυρή Ιπποµαχία, κατά την οποία νικήθηκε το Τουρκικό Ιππικό. Επακολούθησε άµεση αντεπίθεση του Ελληνικού Πεζικού και η σίγουρη νίκη των Τούρκων µετατράπηκε σε ήττα κατά κράτος, η οποία τους στοίχισε µαζί µε την αποτυχία της επιχειρήσεως τους και πολλούς νεκρούς, τραυµατίες και αιχµαλώτους, καθώς και την απώλεια δύο σηµαιών.

Ο Ιππαρχος Χατζηµιχάλης Νταλιάνης καταγόταν από το ∆ελβινάκι της Ηπείρου και µε την κήρυξη της Επαναστάσεως επέστρεψε, από την Τεργέστη όπου διέµενε, στην Ελλάδα µε όπλα και χρήµατα. Βλέποντας ότι οι Έλληνες είχαν ανάγκη από Ιππικό, επιδόθηκε µε δικά του µέσα στην συγκρότηση του. Τον Αύγουστο του 1825 µάχονταν επικεφαλής των ιππέων του, ογδόντα τον αριθµό, στην Αλωνίσταινα. Τον Φεβρουάριο του 1826 στρατολόγησε και 800 πεζούς και εκστράτευσε στη Συρία. Όταν επανήλθε τον Μάρτιο του ίδιου έτους έσπευσε στην Κάρυστο, όπου κινδύνευε ο Φαβιέρος µε τους Τακτικούς του και βοήθησε την αποχώρηση τους. Πολέµησε πάλι στην Πελοπόννησο µε τους ιππείς του και στην Ρούµελη υπό τις διαταγές του Καραϊσκάκη.

Πρέπει εδώ να ληφθεί υπόψη ότι η επανάσταση αυτήν την περίοδο βρισκόταν σε δεινή θέση και η νικηφόρα εκστρατεία της Ρούµελης συνέβαλε τα µέγιστα στην ανύψωση του ηθικού των Ελλήνων. Τέλος, αυτό το Ιππικό καταστράφηκε στην Κρήτη, όπου είχε µεταβεί ο Χατζηµιχάλης για να στρατολογήσει πάλι άνδρες, σε φονικότατη µάχη, που έλαβε χώρα στην πεδιάδα του Φραγκοκάστελλου, στις 17 / 05 / 1828, κατά την οποία σκοτώθηκε και ο ίδιος. Χαρακτηριστική της αξίας που αποδίδονταν την εποχή εκείνη στο ρόλο του Άτακτου Ιππικού κατά την διάρκεια των µαχών, είναι η επιστολή που απευθύνει ο Γ. Καραϊσκάκης στο Θ. Κολοκοτρώνη ζητώντας του να τον ενισχύσει µε άτακτους Ιππείς:

"Αδελφέ, ανάγκη πάσα είνε να µε προφθάσης την άτακτον καββελαρίαν που έχετε αυτού, είνε εδώ και η τακτική, κατωρθώνοµεν και µερικούς ακόµη άλογα γερά και πινιτζήδες (ίσως εννοεί κερατζήδες - αγωγιάτες), όπου είνε εις το στρατόπεδον και γίνεται εν σώµα από τριακοσίους και επέκεινα τόσοι φθάνουν δια να κυνηγήσουν τον εχθρόν. Και µέσα εις την Πελοπόννησον γνωρίζω ότι χρησιµεύει η Καβαλλαρία, πολύ περισσότερον όµως θέλει ωφελήσει αν έλθει εδώ και ενωθή µε την τακτικήν, και τότε αφού δώσωµεν του διαβόλου του Κιουταχή ερχόµεθα συσσωµατωµένοι και πίπτοµεν εις τον Ιµπραήµην.

Στρατηγέ και αδελφέ! Ηµείς ηνώθηµεν και η ένωσίς µας θα είνε παντοτεινή. Πρέπει όµως να δείξωµεν εις τους Έλληνας και εις τους ξένους ότι σκοπός της ενώσεως µας είνε το κοινόν της Πατρίδος όφελος. Βοήθησε µας η γενναιότης σου εις αυτήν την εκστατείαν της Ρούµελης, δια να χάσωµεν τον Κιουταχή και ακολούθως σε βοηθώ και εγώ µε την ζωή µου και χάνεται ο Ιµπραήµης''.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1897

Με το τέλος του αγώνα άρχισε η προσπάθεια συγκρότησης όλων των τοµέων που συντελούν στη λειτουργία ενός σύγχρονου κράτους. Η οργάνωση τακτικού Στρατού αποτελεί µια από τις σηµαντικότερες προτεραιότητες. Ως ένα από τα όπλα του, το Ιππικό διέγραψε µια εξελικτική πορεία, η οποία σε γενικές γραµµές είναι η εξής: Το έτος 1833 (09 / 02) εκδόθηκε ∆ιάταγµα περί οργανώσεως του στρατού, συγκροτήσεως Συντάγµατος Λογχοφόρων ιππέων, συγκροτήσεως Λόχου Ζευγιτών. Στις 16 / 05 του ίδιου έτους υπογράφθηκε συνθήκη µε την Βαυαρία µε την οποία αποκτούσε η Ελλάδα το δικαίωµα να προβεί σε στρατολόγηση στην Βαυαρία Στρ. Σώµατος από 3.500 εθελοντές Αξ/κούς και οπλίτες, µε 4ετή υποχρέωση.

Μεταξύ των Μονάδων που θα συγκροτούσαν αυτοί, ήταν και δύο Ίλες Ιππικού. Στο µεταξύ, µέχρι να δηµιουργηθεί ο νέος Στρατός, παρέµεινε στην Ελλάδα το Σώµα του Βασιλικού Βαυαρικού Στρατού, που είχε συνοδεύσει τον Οθωνα κατά την άφιξη του και το οποίο αποτελούνταν από 3500 άνδρες και περιλάµβανε µεταξύ των άλλων και δύο Ίλες Ιππικού των Ουλάνων. Αυτό παρέµεινε για ένα χρόνο µε τον τίτλο του Επικουρικού Σώµατος. Το µέρος του ∆ιατάγµατος το σχετικό µε την συγκρότηση Συντάγµατος Λογχοφόρων Ιππέων, αφορούσε άµεσα στο Ιππικό. Το Σύνταγµα των Λογχοφόρων συγκροτήθηκε από Επιτελείο και έξι Ίλες, µε συνολική δύναµη 39 Αξ/κούς και Ανθ/στές, 642 Οπλίτες και 681 Ιππους.

Είχε την έδρα του στο Άργος και πρώτος διοικητής του υπήρξε ο Επίλαρχος ∆ηµήτρης Καλλέργης. Τα όπλα που χρησιµοποιήθηκαν ήταν τυφέκια Ρωσικά. Η στολή των Λογχοφόρων ήταν µέρος της Γαλλικής βοήθειας και ήταν σε όλα όµοια µε το Γαλλικό υπόδειγµα. Το Σύνταγµα Λογχοφόρων µετονοµάστηκε σε Σύνταγµα Λογχιστών δυνάµει Β.Δ. της 13 / 01 / 1836 και συγκροτήθηκε από Επιτελείο και έξι Ίλες µε συνολική δύναµη 37 Αξ/κούς και Ανθ/στές, 660 Οπλίτες και 634 ίππους. Η διαφορά µεταξύ του αριθµού των Αξ/κών και Οπλιτών και αυτού των ίππων δικαιολογείται από το ότι δεν προβλεπόταν ίππος για τους σιτιστές και τους τεχνίτες των Ιλών σε καιρό ειρήνης. Η µισή δύναµη κάθε Ίλης έφερε Καραβίνες.


Η ουσιώδης διαφορά µεταξύ του Συντάγµατος των Λογχοφόρων και αυτού των Λογχιστών ήταν ότι στους Λογχιστές υπεισήλθε και το Ελαφρό στοιχείο, µε τη µετατροπή τους κατά το ήµισυ σε Καραβινοφόρους. Η Καραβίνη ήταν εµπροσθογεµές αυλακωτό τυφέκιο, το οποίο είχε πιό κοντή κάννη από το αντίστοιχο λείο τυφέκιο του Πεζικού. Οι Καραβίνες που χρησιµοποιούνταν στο Ελληνικό Ιππικό ήταν η Βαυαρική προτύπου 1816 και διαµετρήµατος 14 χσµ. και Αγγλικές διαφόρων τύπων. Κατά την περίοδο 1833 - 1836 αγοράστηκαν ίπποι από την Τουρκία. Επίσης χρησιµοποιήθηκαν και κάποιοι που παραχωρήθηκαν από τα Γαλλικά Στρατεύµατα. Αυτή την περίοδο αγοράστηκαν και ιπποσκευές από τη Βαυαρία και την Αγγλία.

Τότε τέλος ανηγέρθη και ο στρατώνας Ιππικού στο Άργος. Το Σύνταγµα Λογχιστών διαλύθηκε µε το Β.Δ. της 16 / 11 / 1837 και συγκροτήθηκαν δύο αυθύπαρκτες Μοίρες Λογχιστών (στην Αττική και την Αργολίδα), µε τρεις Ίλες δύναµη η κάθε µία. Η κάθε Μοίρα είχε δικό της επιτελείο και δύναµη προσωπικού 19 Αξιωµατικούς, 306 οπλίτες και 277 ίππους. Την επόµενη χρονιά καταργήθηκε µια Ίλη από κάθε Μοίρα. Ο οπλισµός των ανδρών τα χρόνια αυτά αποτελούνταν από καµπυλωτή σπάθη µε σιδερένια λαβή, πιστόλι και µικρή λόγχη, η οποία στη βάση της είχε γαλανόλευκες ταινίες. Το 1843 οι δύο Μοίρες συµπτύχθηκαν σε µία µε δύο Ίλες Λογχιστών και συνολική δύναµη 11 Αξ/κούς, 168 Οπλίτες και 132 ίππους.

Το 1852 προστέθηκε µια ακόµη Ίλη στη Μοίρα µε συνολική δύναµη 325 ανδρών και 277 ίππων. Το 1856 συγκροτήθηκε το Ιπποφορβείο της Αργολίδας µε το νόµο ΤΞΒ' της 18/9/1856, το οποίο αναλάµβανε την εκπαίδευση ανδρών και ίππων. Το Ιπποφορβείο καταργήθηκε µετά από επτά χρόνια, δυνάµει του νόµου ΙΓ της 24 / 11 / 1863. Το 1860 η Μοίρα Λογχιστών µετονοµάστηκε δυνάµει του Β.Δ. της 06 / 09 σε Ιππαρχία και αυξήθηκε ο αριθµός των Ιλών σε τέσσερις. Η κάθε Ίλη αποτελούνταν από 4 αξιωµατικούς και 93 οπλίτες. Το 1861 δηµιουργήθηκε το Ιπποδρόµιο της Φρουράς των Αθηνών που αναλάµβανε την εκπαίδευση των εφίππων Αξιωµατικών στην ιππασία, τη δηµιουργία εκγυµναστών για την ιππασία, την εκγύµναση των καινούργιων ίππων και την εκπαίδευση των νεοσυλλέκτων του Ιππικού.

Για τη θέση του ∆ιευθυντή του Ιπποδροµίου προβλεπόταν Ανώτερος Αξ/κός των έφιππων σωµάτων. Την περίοδο αυτή σηµειώθηκαν σηµαντικές εξελίξεις και στα περί του Όπλου δόγµατα που επικρατούσαν µέχρι τότε. Συγκεκριµένα από τον Κριµαϊκό πόλεµο (1854 - 1855) και έπειτα άρχισε αλµατώδης εξέλιξη των πυροβόλων όπλων, η οποία είχε ως άµεση συνέπεια την κατάργηση του δόγµατος του Βαρέος Ιππικού. Στη Γαλλία ο Αυτοκράτορας Ναπολέων ο Γ' διέλυσε τα Συντάγµατα του Βαρέος Ιππικού των Ουλάνων και δηµιούργησε απ' αυτά τα Συντάγµατα του Ελαφρού Ιππικού των ∆ραγώνων, Κυνηγών και Ουσάρων. Έτσι και στην Ελλάδα το Λογχοφόρο Ιππικό έπαψε να υπάρχει δυνάµει του Β.Δ. της 08 / 11 / 1866.

Με αυτό η Ιππαρχία Λογχιστών µετασχηµατίστηκε σε Ελαφρό Ιππικό, την Ιππαρχία Ακροβολιστών αποτελούµενη από επιτελείο και τέσσερις Ίλες, µε συνολική δύναµη 22 Αξ/κούς, 196 Οπλίτες και 365 Ιππους. Το 1837 προστέθηκε µία ακόµα Ίλη στην Ιππαρχία, αυξάνοντας έτσι τη δύναµη της σε 26 Αξ/κούς, 491 Οπλίτες και 444 ίππους. Η δηµιουργία στη θέση του Βαρέος Ιππικού (των Λογχοφόρων) της Ιππαρχίας των Ακροβολιστών, αποτέλεσε µετάπτωση από το ένα άκρο στο άλλο, γιατί οι Ακροβολιστές ήταν ικανοί µόνο για κοντινή έρευνα και ελαφρά πεζοµαχία. Η στολή των Ακροβολιστών ρυθµίστηκε µε Β.Δ. της 24 / 05 / 1868, µε την κατάργηση της στολής των Ουλάνων και τον καθορισµό της κατά το υπόδειγµα των Ούγγρων Ουσσάρων.

Ο οπλισµός τους αποτελείτο από σπάθη, Καραβίνα (αραβίδα) και πιστόλι Γαλλικού τύπου. Αργότερα (1877) εισήχθη η αραβίδα Γκρά. Το έτος 1868 συγκροτήθηκε µε Β.Δ. της 12 / 12 Βασιλική Φρουρά µε τον τίτλο "Αγηµα", υπό την διοίκηση Στρατηγού ή Συνταγµατάρχη, αποτελούµενη από Επιτελείο, ∆ιλοχία Πεζικού και Ίλη Ιππικού. Η δύναµη της Ίλης ανερχόταν σε 4 Αξ/κούς και 96 Οπλίτες, όλους έφιππους. Μία από τις ιδιοτυπίες του Αγήµατος ήταν ότι οι Υπαξ/κοί του υπερείχαν κατά ένα βαθµό από τους οµοιόβαθµούς τους του υπόλοιπου στρατού και οι στρατιώτες του ήταν ίσοι µε Δεκανείς. Το 1869 διατάχθηκε η ανέγερση στρατώνα Ιππικού στην Αθήνα, στο Πεδίο του Αρεως.

Ο µεγαλοπρεπής αυτός στρατώνας, πρότυπο κτίριο αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα, κατεδαφίστηκε µετά τη διαµόρφωση του Πεδίου σε Άλσος. Με το Νόµο της 27 / 10 / 1871 το σύνολο των εν ενεργεία και σε διαθεσιµότητα Αξ/κών του Ιππικού ανερχόταν σε 25. Με άλλο Νόµο, τον ΧΚΕ του 1877, δηµιουργήθηκε Σύνταγµα Ιππικού. Το Σύνταγµα είχε δύο Επιλαρχίες και πέντε Ιλες. Η δύναµη του ήταν 845 άνδρες και 798 ίπποι. ∆ύο χρόνια αργότερα το Σύνταγµα Ιππικού είχε δύναµη 633 ανδρών και 584 ίππων. Η δύναµη όµως αυτή σε περίοδο πολέµου αυξανόταν µε επίστρατους και συνολικά ήταν 919 άνδρες, 835 ίπποι και 86 µουλάρια. Την περίοδο 1880 - 1881 δηµιουργήθηκαν τρεις αυθύπαρκτες Ιππαρχίες µε πέντε έφιππες Ίλες και µια έµπεδο η κάθε Ιππαρχία

Η συνολική δύναµη ήταν 2.852 άνδρες και 2.487 ίπποι. Ένα χρόνο αργότερα οι Ιππαρχίες έγιναν τέσσερις µε τέσσερις Ίλες η κάθε µία. Η δύναµη τώρα ήταν 1.500 άνδρες και 1.308 Ιππείς. Με τον Νόµο ΑΛΕ της 22 / 06 / 1884 επιτράπηκε η κατάταξη στον στρατό, µε τον βαθµό του Ανθ/γού ή Ανθ/στού, Ελλήνων υπηκόων, οι οποίο είχαν εκπαιδευθεί σε Στρ. Σχολεία ξένων κρατών. Αυτοί κατατάσσονταν και ως υπεράριθµοι Ο Νόµος αυτός χρησιµοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο Ιππικό και βάσει αυτού κατετάγη, για σειρά ετών, µεγάλος αριθµός Αξ/κών στο Ιππικό, που προέρχονταν από της Σχολή της Μοδένας και άλλες Ευρωπαϊκές Σχολές.

Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε το Σχολείο Ιππευτικής στην Αθήνα, στο οποίο συγχωνεύθηκε το Ιπποδρόµιο Φρουράς Αθηνών, µε σκοπό τον καταρτισµό ικανών εκπαιδευτών ιππασίας και εκγυµναστών ίππων. To 1885 δηµιουργήθηκαν (Νόµος ΑΤΓΚ της 31 / 12 / 1885), στη θέση των τριών Ιππαρχιών, το 1ο, 2ο και 3ο Συντάγµατα Ιππικού µε τέσσερις Ίλες το κάθε ένα. Την ίδια χρονιά στο Υπουργείο Στρατιωτικών δηµιουργήθηκε Γραφείο Ιππικού, υπαγόµενο στο Προσωπικό. Κατά το έτος 1886 έγινε εισαγωγή µεγάλου αριθµού ίππων από το εξωτερικό καθώς και προµήθεια κάθε είδους υλικού. Το ίδιο έτος άρχισε η ανέγερση των στρατώνων Ιππικού στη Λάρισα.

Λίγο πριν τη λήξη της επιστρατεύσεως του 1885 / 1886 (λόγω της προσαρτήσεως της Ανατ. Ρωµυλίας από την Βουλγαρία), στην κατάσταση δυνάµεως του Στρατού της 01 / 05 / 1886, το Ιππικό εµφανίζει δύναµη 2.951 Αξκούς και 2.476 ίππους. Το 1888 κατασκευάστηκε στο Πεδίο του Αρεως, κοντά στο στρατώνα, κλειστό Ιπποδρόµιο, το Ιπποδρόµιο Σ/χου Μελεάγρου", το οποίο καταδαφίστηκε την ίδια εποχή µε τον στρατώνα. Την περίοδο 1887 - 1896 το Σώµα του Ιππικού διατήρησε σταθερή τη σύνθεση του. Το 1897, χρονιά πολέµου µε τους Τούρκους, βρίσκει το Ιππικό µε την εξής σύνθεση: Τρία Συντάγµατα µε συνολική δύναµη 10 εφίππων Ιλών και 3 - 5 ανίππων.


Ο ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ 1897

Ο Ελληνοτουρκικός πόλεµος του 1897 αποτελεί την πρώτη, µετά το 1821, δυναµική αναµέτρηση του νεοσύστατου, µικρού και αδύναµου τότε, Ελληνικού κράτους µε την πανίσχυρη Οθωµανική Αυτοκρατορία. Ο πόλεµος που άρχισε στις 04 / 04 / 1897, έληξε µε τη συνθήκη η οποία υπογράφηκε µεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στην Κων/πολη, στις 22 / 12 / 1897. Οι πολεµικές επιχειρήσεις µεταξύ του Ελληνικού Στρατού (υπό τον διάδοχο Κων/νο) και του Τουρκικού (υπό τον Στρατηγό Ετέµ Πασά) διήρκεσαν 34 ηµέρες και διεξήχθησαν σε δύο θέατρα, στο Θεσσαλικό (κύριο) και στο Ηπειρωτικό (δευτερεύον).

Δύο Ελληνικές Μεραρχίες, η Ιη και η ΙΙη, αποτέλεσαν τον στρατό της Θεσαλίας και µία, η ΙΙΙη, τον στρατό της Ηπείρου. Ο στρατός αυτός ήταν απροετοίµαστος για πόλεµο. Στο Ιππικό σηµειωνόταν έλλειψη ίππων, τα δε Συντάγµατα Ιππικού είχαν τη µισή από τη δύναµη τους της ειρηνικής περιόδου και είχαν αναγκαστεί να σχηµατίσουν και άνιππες Ιλες. Το σύνολο του Ελληνικού Ιππικού που παρατάχθηκε κατά τον πόλεµο αυτό, ανήλθε σε 10 έφιππες Ίλες µε δύναµη 970 σπάθες και 5 άνιππες. Η κατανοµή του Ιππικού στα θέατρα επιχειρήσεων ήταν η ακόλουθη:
  • Θεσσαλικό Θέατρο
  • Ηπειρωτικό Θέατρο
Θεσσαλικό Θέατρο

- Το 3ο Σύνταγµα Ιππικού, µε τις 1η, 2η, 3η και 4η Ίλες του. Από 12 / 04 / 1897 (οπότε και οργανώθηκε) προστέθηκε και η 6η Ίλη του. Διοικητής του Συντάγµατος µέχρι 11 / 04 / 1897, ήταν ο Αν/χης Ιππικού Κων. Γαρδικιώτης Γρίβας και από τις απογευµατινές ώρες εκείνης της ηµέρας, ο Επ/χος ∆ηµ. Ζήκος.

- Επιλαρχία του 2ου Συντάγµατος Ιππικού, από την 2η και 3η Ίλη του, υπό τη διοίκηση του Επ/χου Αιµιλίου Καρβούνη. Η 4η Ίλη του 1ου Συντ/τος Ιππικού.

- Πεζοπόρο συγκρότηµα από την 1η, 4η, 5η και 6ή άνιππη Ιλη του 2ου Συν/τος Ιππικού και την 5η άνιππη Ίλη του 3ου Συν/τος Ιππικού υπό τον Επχο Αλεξ. Μεταξά.

Ηπειρωτικό Θέατρο

- Το 1ο Σύνταγµα Ιππικού, µε τις 1η, 2η και 3η Ίλες του και µε Διοικητή τον Επ/χο Αλεξ. Σούτζο. Από 12 / 04 / 1897, η ανώτερη διοίκηση όλου του Ιππικού που δρούσε στην Θεσσαλία, ανατέθηκε στον Αν/χη Ιππικού Κων/νο Γαρδικιώτη Γρίβα. Το Ιππικό χρησιµοποιήθηκε σ' αυτόν τον πόλεµο για την προκάλυψη και συγκέντρωση του Στρατού, ως πυρήνας ανασυντάξεως ανατραπέντων τµηµάτων, στην εγκατάσταση προφυλακών, στην έρευνα και σε καθαρά αποστολές µάχης.

- Το 3ο Σύν/γµα Ιππικού έλαβε µέρος, µε επιτυχία, στη µάχη των ∆ελερίων, στις 11 / 04 / 1897.

- Η 2η Ίλη του 2ου Συν/τος Ιππικού και η 4η και 5η Ίλη του Πεζοπόρου Συγκροτήµατος συµµετείχαν στην πρώτη µάχη κοντά στο Βελεστίνο, στις 15 / 04 / 1897.

- Η 1η, 2η και 3η άνιππες Ίλες έλαβαν µέρος στην δεύτερη µάχη του Βελεστίνου στις 17 και 18 / 04 / 1897.

- Η 4η Ίλη του 1ου Συν/τος Ιππικού και η 1η, 2η και 3η Ίλη του Πεζοπόρου Συγκροτήµατος συµµετείχαν στη µάχη των Φαρσάλων στις 23 / 04 / 1897, ενώ η 3η Ίλη του 2ου Συν/τος βρισκόταν εκεί υπό τις άµεσες διαταγές του Αρχηγείου.

- Η 2η Ίλη του 2ου Συν/τος Ιππικού και η 1η, 2η και 3η Ίλη του Πεζοπόρου Συγκροτήµατος έλαβαν µέρος στην µάχη του Βελεστίνου της 23 και 24 / 04 / 1897.

- Τέλος, όλο το Ιππικό της Θεσσαλίας, 7 έφιππες Ίλες και 5 πεζοπόρες έλαβαν µέρος, συνταγµένες στην πρώτη γραµµή, στην µάχη της Δοµοκού, στις 05 / 05 / 1897.

Είναι αξιοσηµείωτο ότι κατά τη διάρκεια του ατυχούς αυτού πολέµου, στο πεδίο της µάχης διαβιβάστηκε στις 18 / 04 / 1897 στο 3ο Σύνταγµα Ιππικού, η έγγραφη ευαρέσκεια του Αρχιστράτηγου Διάδοχου Κων/νου και ότι το Ιππικό, σε σχέση µε την γενική αταξία που επικρατούσε σ' αυτόν τον πόλεµο, είναι το Όπλο το οποίο επέδειξε την µεγαλύτερη ψυχική αντοχή. .

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1912

Το έτος 1904 βρίσκει τον Ελληνικό Στρατό µε τα τρία υφιστάµενα Συντάγµατα Ιππικού (1ο, 2ο και 3ο), τα οποία αποτελούνταν από τέσσερις Ίλες και δύο οι οποίες αναπτύσσονταν επιστρατευτικά. Σε αυτά προστέθηκε και το 1ο Σύνταγµα Ιππευτικής, το οποίο από το 1910 παύει και πάλι να υπάρχει Τον ίδιο χρόνο (1904) κυρώνονται οι πρώτοι κανονισµοί υπηρεσίας και εκπαίδευσης Ιππικού. Ενα χρόνο µετά οι µονάδες του Ιππικού εφοδιάζονται µε αραβίδες Μάνλιχερ. Το έτος 1906 δηµιουργείται στην Ιππευτική Σχολή το Νοσοκοµείο Κτηνών. Γενικά την περίοδο µετά τον πόλεµο του 1897 και µέχρι το 1909, υπήρξε αναδιοργάνωση του στρατεύµατος, κυρίως από τις κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Θεοτόκη.

Το 1909, και ειδικότερα στις 15 Αυγούστου, εκδηλώθηκε κίνηµα στις τάξεις του Στρατού στο Γουδί. Το κίνηµα αυτό είχε σαν ένα από τους κύριους στόχους του την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισµό του στρατεύµατος. Το έτος 1910 δηµιουργείται η Διεύθυνση Ιππικού στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Στα πλαίσια της αναδιοργανωτικής προσπάθειας που επικράτησε µε το κίνηµα στο Γουδί, φθάνει στην Ελλάδα το 1911, η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή υπό τον Στρατηγό Ιωσήφ Λουδοβίκο Eydoux. Ο Σ/χης του Ιππικού de Tournade ανέλαβε τη διοίκηση του 2ου Συν/τος Ιππικού, µε έδρα την Αθήνα.

Με τις οδηγίες της Γαλλικής Αποστολής καταρτίστηκε ο Οργανισµός του Ενεργού Στρατού (Νόµος 3995 της 07 / 01 / 1912). Αυτός καθόριζε ότι το Ιππικό περιλάµβανε τρία Συν/τα, το 1ο (Λάρισας), το 2ο (Αθηνών) και το 3ο (Καρδίτσας) και ότι από αυτά τα δύο πρώτα θα αποτελούσαν Ταξιαρχία Ιππικού. Από 15 / 02 / 1912, ο νέος οργανισµός του στρατού τέθηκε σ' εφαρµογή και συγκροτήθηκε η πρώτη µεγάλη Μονάδα Ιππικού στην Ελλάδα, η Ταξιαρχία Ιππικού.


Α' - Β' ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ 

Α' ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

1. Γενικά - Διάταξη

Ο Πρώτος Βαλκανικός πόλεµος στον οποίο έλαβαν µέρος η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο αφενός και η Τουρκία αφετέρου, άρχισε στις 05 / 10 / 1912 και έληξε στις 30 / 05 / 1913 µε τη συνθήκη του Λονδίνου. Οι κατά ξηρά Ελληνικές πολεµικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων εξελίχθηκαν σε δύο µέτωπα, στο Μακεδονικό (κύριο) και στο Ηπειρωτικό (δευτερεύον). Αυτές άρχισαν στις 05 / 10 / 1912 και τερµατίστηκαν στο µεν Μακεδονικό µέτωπο µετά από 70 ηµέρες, στις 13 / 12 / 1912, στο δε Ηπειρωτικό µετά από 5 µήνες, στις 05 / 03 / 1913.

Αρχηγός του Ελληνικού Στρατού στη Μακεδονία ήταν ο Πρίγκηπας Διάδοχος Κωνσταντίνος και στην Ήπειρο ο Αντιστράτηγος Κων/νος Σαπουντζάκης µέχρι 11 / 01 / 1913 και στη συνέχεια ο Διάδοχος Κων/νος, ενώ του Τουρκικού οι Χασάν Ταχσίν Πασσάς και Εσσάτ Πασσάς αντίστοιχα. Το Ιππικό µετείχε στον πόλεµο µε τις ακόλουθες δυνάµεις:

Στο Μακεδονικό Μέτωπο:

- Με µία µεγάλη Μονάδα, σαν Ιππικό Στρατιάς, την Ταξιαρχία Ιππικού, η οποία περιλάµβανε το 1ο και το 3ο Συν/µα Ιππικού, µε τέσσερις Ίλες το καθένα και Ουλαµό Πολυβόλων.

- Με έξι Ηµιλαρχίες που προέρχονταν από κατανοµή του 2ου Συν/τος Ιππικού, τις Ι, II (1η Ιλη), III, IV (2η Ιλη), V και VI (3η Ιλη), οι οποίες συγκρότησαν το Μεραρχιακό Ιππικό των αντίστοιχων Μεραρχιών Πεζικού.

Ο στρατός Θεσσαλίας αποτελείτο από επτά Μεραρχίες, αλλά η VII Μεραρχία που παρέµεινε αρχικά στο εσωτερικό και επάνδρωσε το περιχαρακωµένο στρατόπεδο της Λάρισας, δεν είχε Ηµιλαρχία.

Στο Ηπειρωτικό Μέτωπο:

- Μέχρι 12 / 01 / 1913 µε µία Ίλη (την 4η) του 2ου Συν/τος Ιππικού η οποία είχε διατεθεί στον Στρατό της Ηπείρου.

- Από 13 / 01 / 1913 έως 05 / 03 / 1913 µε το Σύνταγµα Ιππικού Ηπείρου που συγκροτήθηκε από την παραπάνω Ιλη, την 3η Ίλη του 1ου Συν/τος και την 3η του 3ου, οι οποίες µεταφέρθηκαν από την Μακεδονία στην Ήπειρο µέσω θαλάσσης. Μετά το τέλος των επιχειρήσεων στην Ήπειρο, το Σύνταγµα αυτό έπαψε να υπάρχει Οι Ίλες του 1ου και του 3ου Συν/τος επέστρεψαν στις Μονάδες τους και η Ίλη του Στρατού Ηπείρου συγκρότησε τις Ηµιλαρχίες της VIII Μεραρχίας, όπως µετονοµάστηκε ο Στρατός Ηπείρου και της νεοσυσταθείσας στην Ήπειρο ΙΧης. Τα Συντάγµατα της Ταξιαρχίας Ιππικού είχαν µεγαλόσωµους ίππους, ενώ οι Ηµιλαρχίες µικρόσωµους.

Στο εσωτερικό συγκροτήθηκε το Έµπεδο Ιππικό Αθηνών. ∆ιοικητής της Ταξιαρχίας Ιππικού αρχικά ήταν ο Υποστράτηγος Αλεξ. Σούτζος, ο ∆ιοικητής του 1ου Συν/τος Ιππικού στην Ήπειρο το 1897. Στις 14 / 10 / 1912 αυτός αντικαταστάθηκε µε διαταγή της Στρατιάς Μακεδονίας από τον Αν/χη Ιππικού Γεωρ. Καραµανλίκη, ο οποίος διατήρησε τη θέση µέχρι 03 / 11 / 1912, οπότε µε νέα διαταγή της Στρατιάς το Στρατηγείο της Ταξιαρχίας έπαψε να υφίσταται και το 1ο και 3ο Σύνταγµα Ιππικού υπάχθηκαν απευθείας σ'αυτήν.

Διοικητής του 1ου Συν/τος Ιππικού κατά τη διάρκεια του πολέµου ήταν ο Αν/χης Ιππικού Κων/νος Ζαχαρακόπουλος και του 3ου ο Αν/χης Ιππικού Π. Πιερράκος Μαυροµιχάλης. Ο τελευταίος, µετά τη λήξη των επιχειρήσεων στη Μακεδονία ανέλαβε την διοίκηση του Συν/τος Ιππικού Ηπείρου.

2. Πολεµικές Επιχειρήσεις

Σε γενικές γραµµές η δράση του Ιππικού στον πόλεµο αυτό κατά Μονάδες έχει ως εξής:

α. Ταξιαρχία Ιππικού

Την παραµονή της έναρξης των εχθροπραξιών η Ταξιαρχία στάθµευε στο Τσιότι (Φαρκαδώνα) και εισήλθε, πρώτο το Ιππικό απ'όλον τον Ελληνικό Στρατό, στο Τουρκικό έδαφος στις 07:00 της 05 / 10 / 1912 και έφτασε µετά από δύο ηµέρες στη Δεσκάτη, όπου έλαβε διαταγή να κινηθεί την µεθεπόµενη προς τα Σέρβια, µε σκοπό να κυκλώσει τον εχθρό που αµυνόταν στη στενωπό του Σαρανταπόρου. Στις 09 / 10 / 1912 άρχισε η διήµερη µάχη του Σαρανταπόρου. Η Ταξιαρχία κινήθηκε σχετικά αργά και δεν κατόρθωσε να φτάσει έγκαιρα στη γέφυρα του Αλιάκµονα και να αποκόψει τον εχθρό που αποχωρούσε ηττηµένος, ο οποίος πέτυχε να διαφύγει προς βορρά.

Στις 11 / 10 / 1912 κατέλαβε την Κοζάνη µε µία Επιλαρχία του 1ου Συν/τος Ιππικού, η οποία στο ύψος του χωριού Πετρωνά διεξήγαγε πεζοµαχία µε εχθρικά τµήµατα και µία του 3ου Συν/τος Ιππικού. Στις 12/10/1912 όλη η Ταξιαρχία έφτασε στην Κοζάνη. Την εποµένη έφτασε στο Κόµανο, όπου αντικαταστάθηκε ο Διοικητής της Υπ/τγος Αλεξ. Σούτζος από τον Αν/χη Ιππικού Γ. Καραµανλίκη. Η Ταξιαρχία µε νέα διοίκηση παρέµεινε µέχρι τις 16 Οκτωβρίου στο Κόµανο εµπλεκόµενη σε κάποιες αψιµαχίες και δεν µπορούσε να προχωρήσει βορειότερα, κάλυπτε όµως µαζί µε την V Μεραραχία το αριστερό και τα νώτα της Στρατιάς που κινούνταν προς τα δεξιά.

Από 17 / 10 / 1912 µέχρι 27 / 10 / 1912 κινήθηκε, κατόπιν διαταγής και µέσω της στενωπού του Τριποτάµου έφτασε στον Λαγκαδά. Στις 29 / 10 / 1912 διατάχθηκε να αποστείλει το 3ο Σύνταγµα Ιππικού προς τις Σέρρες. Το Σύνταγµα αυτό είχε µόνο τρείς Ίλες γιατί η 4η Ίλη του είχε διατεθεί στην V Μεραρχία και βρισκόταν στη ∆υτική Μακεδονία. Στις 30 / 10 / 1912 έφτασε στη Θεσσαλονίκη απ'οπου αναχώρησε την εποµένη και έφτασε στο Σανδάλι, ανατολικά της Εδεσσας, κοντά στον Μογλένιτσα ποταµό. Στις 03 / 11 / 1912 το Στρατηγείο της Ταξιαρχίας έπαψε να υφίσταται και τα Συν/τα υπάχθηκαν απευθείας στη Στρατιά.

β. Το 1ο Σύνταγµα Ιππικού

Αυτό από το Σανδάλι κινήθηκε δυτικά στις 04 / 11 / 1912 και στις 07 / 11 / 1912 κατέλαβε την Φλώρινα προλαβαίνοντας το Σερβικό Ιππικό που έσπευδε προς αυτή, συλλαµβάνοντας πολυάριθµους αιχµαλώτους και κατάσχοντας µεγάλες ποσότητες πολεµικού υλικού. Το Γενικό Στρατηγείο συνεχάρη τον ∆ιοικητή του Συντάγµατος για την επιτυχία αυτή. Στη συνέχεια στις 12 / 11 / 1912 κατέλαβε την Καστοριά και στις 16 / 11 την Μπίγλιστα. Από 19 / 11 / 1912 υπάχθηκε στο Τµήµα Στρατιάς που συγκροτήθηκε από την III, IV και VI Μεραρχία και διακρίθηκε στον αγώνα για την κατάληψη της Κορυτσάς, την οποία τελικά κατέλαβε η III Ηµιλαρχία στις 07 / 12 / 1912. Στις 15 / 12 / 1912 το 1ο Σύνταγµα επανήλθε στην Φλώρινα και στις 19 / 12 / 1912 µεταφέρθηκε στη Θεσ/νίκη.


γ. Το 3ο Σύνταγµα Ιππικού

Αναχώρησε από το Λαγκαδά στις 29 / 10 / 1912 και έφτασε στις 31 / 10 / 1912 στις Σέρρες, τις οποίες είχε καταλάβει ο Βουλγαρικός στρατός από τις 22 / 10 / 1912 και παρέµεινε εκεί ως φιλοξενούµενο, σε αντάλλαγµα των Βουλγαρικών τµηµάτων που φιλοξενούνταν στη θεσ/νίκη. Στις 11 / 05 / 1913 εν όψει της ρήξης µε τη Βουλγαρία η 1η Επιλαρχία, η οποία µόνη είχε παραµείνει στις Σέρρες, αποχώρησε παρά την ύποπτη επιµονή των Βουλγάρων να συνεχίσουν να την φιλοξενούν.

δ. Σύνταγµα Ιππικού Ηπείρου

Στις 13 / 01 / 1913 αποβιβάστηκαν στην Πρέβεζα δύο Ίλες, η 3η του 1ου Συν/τος Ιππικού και η 3η και ο Ουλαµός Πολ/λων του 3ου Συν/τος Ιππικού, υπό τη διοίκηση του Αν/χη Ιππικού Π. Πιερράκου Μαυροµιχάλη. Στο τµήµα αυτό προστέθηκε και η προϋπάρχουσα στην Ήπειρο 1η Ίλη του 2ου Συν/τος Ιππικού και συγκροτήθηκε έτσι µία προσωρινή Μονάδα, το Σύνταγµα Ιππικού Ηπείρου. Το Σύνταγµα Ιππικού Ηπείρου στάθµευσε στην περιοχή Πρεβέζης-Λούρου µέχρι 16 / 02 / 1913. Μετά από δύο ηµέρες όµως προωθήθηκε προς βορρά, έτσι ώστε στις 19 / 02 / 1913, ηµέρα ενάρξεως της γενικής επιθέσεως κατά των Ιωαννίνων να βρίσκεται στο Χάνι Εµίν-Αγά, όπου ήταν το Στρατηγείο του Αρχιστράτηγου ∆ιάδοχου Κων/νου.

Στις 21 / 02 / 1913 το Σύνταγµα Ιππικού Ηπείρου εισήλθε στα Ιωάννινα και στη συνέχεια, προβαίνοντας σε καταδίωξη προς βορειοδυτικά, κατέλαβε τα ∆ολιανά (27 / 02 / 1913), το ∆ελβινάκι (28 / 02 / 1913), το Αργυρόκαστρο (03 / 03 / 1913) και το Τεπελένι (05 / 03 / 1913), καταφέρνοντας να συλλάβει πλήθος αιχµαλώτων και να κατασχέσει πολυάριθµο πολεµικό υλικό. Στις 31 / 03 / 1913 οι Ίλες του 1ου και 3ου Συν/τος Ιππικού, επιβιβάστηκαν στους Αγίους Σαράντα και επανήλθαν στις Μονάδες τους διαλύοντας το Σύνταγµα Ιππικού Ηπείρου.

Β' ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

1. Γενικά - Διάταξη

Ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεµος διεξήχθη µεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Μαυροβουνίου αφενός και Βουλγαρίας αφετέρου. Άρχισε χωρίς να προηγηθεί κήρυξη του στις 16 / 06 / 1913. Στις 27 / 06 / 1913 στον πόλεµο κατά της Βουλγαρίας εισήλθε και η Ρουµανία, ενώ ακολούθησε και η Τουρκία στις 29 / 06 / 1913. Ο πόλεµος έληξε µε τη συνθήκη του Βουκουρεστίου στις 29 / 11 / 1913, µεταξύ των Βαλκανικών εµπόλεµων χωρών και το Σεπτέµβριο 1913 µε συνθήκη µεταξύ Τουρκίας και Βουλγαρίας. Οι πολεµικές επιχειρήσεις µεταξύ του Ελληνικού Στρατού υπό τον Βασιλέα Κωνσταντίνο και της ΙΙης Βουλγαρικής Στρατιάς υπό τον Στρατηγό Νικόλαο Ιβάνωφ, άρχισαν στις 16 / 06 / 1913 και έληξαν µε ανακωχή στις 18 / 07 / 1913, αφού διήρκεσαν 33 ηµέρες.

Το κύριο θέτρο των επιχειρήσεων αυτών ήταν η Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία. Το Ιππικό µετείχε στον πόλεµο µε τις ακόλουθες δυνάµεις:

- Με µία µεγάλη Μονάδα, σαν Ιππικό Στρατιάς, την Ταξιαρχία Ιππικού, η οποία ανασυστάθηκε τον Μάρτιο του 1913 και τέθηκε υπό την διοίκηση του Αν/χη Ιππικού Κων/νου Ζαχαρακόπουλου. Αυτή δε περιλάµβανε:
  • Το 1ο Σύνταγµα Ιππικού µε τρείς µόνο από τις τέσσερις Ίλες του, αφού η 2η Ίλη είχε διατεθεί στην VII Μερ. και βρισκόταν στην περιοχή της Νιγρίτας. 
  • Το 3ο Σύνταγµα Ιππικού από τέσσερις Ίλες και Ουλαµό Πολυβόλων. 
- Με την Iη, ΙΙη, ΙΙΙη, ΙVη, Vη, VIη, VIIη, VIIIη και Χη Ηµιλαρχία, οι οποίες υπάγονταν στις Μεραρχίες Πεζικού.

Στην Ηµερήσια Κατάσταση ∆υνάµεως του Στρατού Μακεδονίας της 18 /  06 / 1913 η δύναµη του Ιππικού έχει ως εξής:

- Ταξιαρχία Ιππικού: Αξ/κοί 63, Οπλίτες 1315, Πολυβόλα 2, Ιπποι 1158.

- Σύνολο δυνάµεως Ηµιλαρχιών: Αξ/κοί 25, Οπλίται 698, Ιπποι 635.

2. Πολεµικές Επιχειρήσεις

Η Ταξιαρχία Ιππικού ενώ στάθµευε στις 17 / 06 / 1913 στο Τεκελή (Σίνδος), πήρε ∆ιαταγή του Γεν. Στρατηγείου να προελάσει την εποµένη στο Σαρή-Παζάρ (Ανθό-φυτό) και να αποστείλει αναγνωρίσεις προς Κιλκίς - Μιχάλοβα. Στις 18 / 06 / 1913 άρχισε η γενική προέλαση όλων των Ελληνικών Μεραρχιών. Δεξιά της Ταξιαρχίας ενεργούσε η III Μ.Π. και αριστερά της η Χ Μ.Π. Η Ταξιαρχία είχε εντολή να συνεχίσει την εποµένη την προέλαση της προς Κοτζά Οµερλή (Κάτω Απόστολοι) - Κρέτς (Αγ. Γεώργιος), προσφέροντας σύνδεση αλλά και κάλυψη του κενού ανάµεσα στην Χ Μεραρχία Πεζικού που κατευθυνόταν προς την περιοχή της ∆οϊράνης και στην III Μεραρχία Πεζικού που κατευθυνόταν προς το Κιλκίς.

Στις 19 / 06 / 1913 άρχισε η τριήµερη µάχη Κιλκίς - Λαχανά. Το Βουλγαρικό Στρατηγείο, µόλις πληροφορήθηκε την παρουσία του Ελληνικού Ιππικού στο Κρέτς (Αγ. Γεώργιος), απέσυρε το 10ο Σύν/γµα Βουλγαρικού Ιππικού που µόλις είχε αφιχθεί στον Λαχανά και το κατηύθυνε στο Κρέτς. Στις 20 / 06 / 1913 το 10ο Σύν/γµα Βουλγαρικού Ιππικού εµφανίζεται στα αριστερά της III Μεραρχίας. Η Ταξιαρχία επιτίθεται κατά του Βουλγαρικού Ιππικού µε την 1η Επιλαρχία του 1ου Συν/τος Ιππικού, αλλά αναγκάζεται ν' ανακόψει τελικά την προχώρηση της, επειδή προσέκρουσε σε τµήµατα εχθρικού Πεζικού. Το Βουλγαρικό Στρατηγείο µεταφέρει σιδηροδροµικώς Τάγµα Πεζικού, το οποίο αποβιβάζεται στο Χατζή Γιουνάς (Σταυροχώρι) και την αναγκάζει να συµπτυχθεί.

Την ίδια µέρα αποσπάται η 1η Ίλη του 1ου Συν/τος Ιππικού στο Γενικό Στρατηγείο ως δύναµη ασφαλείας και έτσι η Ταξιαρχία αποµένει µε έξι µόνο Ίλες. Στις 21 / 06 / 1913 ξεκινάει από το Βεργετόρ προς Χατζή Γιουνάς (Σταυροχώρι) και διακρίνει εκεί Βουλγαρικές φάλαγγες που υποχωρούσαν από το πεδίο της µάχης του Κιλκίς, βαλλόµενες από το Πυρ/κό της ΙΙης Μεραρχίας. Στις 10:40 εκδίδεται η περίφηµη ∆ιαταγή του Αρχιστράτηγου προς την Ταξιαρχία: ''Κιλκίς καταλαµβάνεται. Εχθρός καταδιώκεται. Εξακριβώσατε διεύθυνσιν υποχωρήσεως. Καταδιώξατε απηνώς και αγρίως". Το "και αγρίως" είχε προστεθεί ιδιοχείρως από τον Αρχιστράτηγο.

Ο Διοικητής της Ταξιαρχίας διέταξε τότε επέλαση σε τρία κλιµάκια. Τα δύο πρώτα αποτελούνταν από τις δύο Επιλαρχίες του 3ου Συν/τος Ιππικού, το δε τρίτο από την Επιλαρχία που απέµεινε από το 1ο Σύνταγµα. Στο 1ο Σύνταγµα δόθηκε η εντολή ενώ τα δύο κλιµάκια του 3ου Συν/τος θα παρακολουθούσαν κατά πόδας τον εχθρό που υποχωρούσε, αυτό να αποκλίνει αρχικά δυτικότερα και έπειτα να στραφεί δεξιά και ν'αποκόψει την υποχώρηση τους προς Καλίνδρια. Το 1ο Σύν/γµα όµως δε συµµορφώθηκε µε τη διαταγή του Ταξίαρχου.


Οι Επιλαρχίες του 3ου Συν/τος Ιππικού κατευθυνόµενες προς Γραµµάτινα (Ευκαρπία) προκάλεσαν σύγχυση στα εχθρικά τµήµατα των οπισθοφυλακών, τα οποία έρριξαν τους γυλιούς και την εξάρτυση τους και τράπηκαν σε φυγή πανικόβλητα, αφήνοντας πολυάριθµους νεκρούς σπαθισµένους και πάνω από εκατό αιχµαλώτους. Την ίδια ηµέρα ενώ στο αριστερό η απόδοση του Ελληνικού Ιππικού ήταν µάλλον µέτρια, στο δεξιό άκρο, στον Στρυµώνα ποταµό κοντά στη γέφυρα της Καµήλας, αυτό θαυµατούργησε. Ορισµένα Βουλγαρικά τµήµατα Πεζικού βλέποντας το Βουλγαρικό Πυρ/κό να υποχωρεί µε καλπασµό και εκλαµβάνοντας το ως εχθρικό Ιππικό, κατελήφθησαν από πανικό.

Το Βουλγαρικό Στρατηγείο επίσης ταράχθηκε καθώς δεν είχε καµµία πληροφορία για παρουσία εχθρικού Ιππικού στην περιοχή αυτή και έλαβε µέτρα στη γέφυρα του Στρυµωνικού για να σταµατήσει την άτακτη υποχώρηση και να επιτύχει την ανασύνταξη των Ταγµάτων που είχαν διαλυθεί. Στις 22 / 06 / 1913 καθώς διερχόταν η Ταξιαρχία Ιππικού από την στενωπό της Καλινδρίας ακολουθούµενη και από την III Μεραρχία, γύρω στις 11:00 υπέστη αιφνιδιασµό ενώ βρισκόταν σε φάλαγγα, δεχόµενη πυρά εχθρικού Πυρ/κού. Οι δύο από τις Επιλαρχίες βγήκαν από τον δρόµο και καλύφθηκαν στα υψώµατα δυτικά της Καλινδρίας, ενώ η τρίτη Επιλαρχία και η III Ηµιλαρχία που ακολουθούσε ανατράπηκαν και έπεσαν στην Μεραρχία που ερχόταν πίσω.

Ο αιφνιδιασµός αυτός ακινητοποίησε για όλη την ηµέρα τις δύο αυτές µεγάλες Μονάδες. Στις 23 / 06 / 1913 η Ταξιαρχία βρίσκεται στα Πάταρα. Την εποµένη µε διαταγή Γ.Σ. στρέφεται ανατολικά για να καταδιώξει τον εχθρό που υποχωρούσε µέσω της κοιλάδας της Ροδοπόλεως, ενώ συγχρόνως αφήνει στην αριστερή πτέρυγα της Στρατιάς την 4η Ίλη του 1ου Συν/τος Ιππικού για να αναγνωρίσει και να εκκαθαρίσει το δρόµο ∆οΐράνης-Στρωµνίτσας. Στις 25 / 06 / 1913 φτάνει στο Χατζή Μπεϋλίκ (Βυρώνεια) της κοιλάδας της Ροδοπόλεως και την εποµένη προχωρώντας µε τις πέντε αποµείνασες Ίλες της µπροστά από τις Ι και IV Μεραρχίες, προσκρούει σε εχθρική τοποθεσία 1 χλµ. ανατολικά του Χατζή Μπεϋλίκ (Βυρώνεια).

Στη µάχη επεµβαίνουν για να βοηθήσουν και οι εµπροσθοφυλακές του Πεζικού, αλλά καθηλώνονται και αυτές και η κατάσταση ξεκαθαρίζει µόνο την επόµενη ηµέρα µε γενική επίθεση. Στις 27 / 06 / 1913 µε διαταγή της Στρατιάς, στρέφεται πάλι προς τα δυτικά και στη συνέχεια προς βορρά και φτάνει στην κοιλάδα του Στρούµνιτσα και από κεί στην Μπέροβα (Βερτίοκος) της κοιλάδας του Μπρεγκάλνιτσα. Τέλος από 01 / 07 / 1913 αποτελεί µέρος της Κεντρικής Ελληνικής Στρατιάς, η οποία ανέρχεται την κοιλάδα του Στρυµώνα ανατολικά του Δυτ. Ορβήλου και εγκλωβισµένη σε στενό χώρο και σε ορεινό έδαφος δεν εµφανίζει πλέον δράση.

ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ ΤΟΥ 1912 - 1913

1. Α' Βαλκανικός Πόλεµος

Κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεµο το Ιππικό διαπνέονταν από επιθετικό πνεύµα, όπως και όλος ο Στρατός και διακρινόταν για την ορµητικότητα του. Οι ηγήτορες αυτού επέδειξαν σε πολλές περιπτώσεις πρωτοβουλία, τόλµη και αποφασιστικότητα. Η Ταξιαρχία Ιππικού όµως επικρίθηκε για διστακτικότητα τις πρώτες ηµέρες των επιχειρήσεων. Πάνω σ' αυτό πρέπει να αναφερθούν τα εξής:
  • Πρώτον, η Ταξιαρχία Ιππικού συγκροτήθηκε για πρώτη φορά στον πόλεµο αυτόν και δεν υπήρχε προηγούµενη εµπειρία διοικήσεως αυτού του Σχηµατισµού, όπως βέβαια και των Μεραρχιών Πεζικού. 
  • Δεύτερον, το Γενικό Στρατηγείο στερούνταν επίσης της εµπειρίας ορθής χρησιµοποίησης του Ιππικού στο πεδίο της µάχης. Αν είχε χρησιµοποιηθεί σωστά στην περίπτωση π.χ. των Γιαννιτσών, δεν θα µιλούσαµε για µάχη εκ συναντήσεως. 
  • Τρίτον, η Ταξιαρχία βρέθηκε ορισµένες φορές χωρίς διαταγές από το Γενικό Στρατηγείο, σε µιά περίπτωση µάλιστα ρωτούσε την V Μεραρχία αν είχε διαταγές από το Γενικό Στρατηγείο. 
Από τη δράση της Ταξιαρχίας Ιππικού οφείλεται να εξαρθούν η κατάληψη της Κοζάνης από Επιλαρχία του 1ου Συντάγµατος στις 11 Οκτωβρίου και η διαβίβαση της πολύ σηµαντικής πληροφορίας από την Ταξιαρχία προς το Γενικό Στρατηγείο στις 26 Οκτωβρίου, ότι Βουλγαρική Ιλη Ιππικού κινούνταν στο χωριό Γυναικόκαστρο και σε απόσταση τριών ωρών πορείας περίπου δύναµη Βουλγαρικής Ταξιαρχίας προηγούµενη µιας Μεραρχίας. Συχνά παραβλέπεται η δράση των Ηµιλαρχιών των Μεραρχιών Πεζικού, οι οποίες αποτελούσαν το ένα τρίτο της συνολικής δυνάµεως Ιππικού, των οποίων οι αναγνωρίσεις και οι πληροφορίες ήταν ζωτικής σηµασίας για την εκτέλεση των αποστολών των Μεραρχιών Ιππικού.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται η κατάληψη της Βέροιας στις 16 Οκτωβρίου από την Ηµιλαρχία της IV Μεραρχίας και η επίδοση του εγγράφου παράδοσης της Θεσσαλονίκης, από την Τουρκική αντιπροσωπεία στην Ηµιλαρχία της Ι Μεραρχίας, στις 26 Οκτωβρίου στο χωρίο Ν. Μαγνησία  Εκεί όπου η δράση του Ιππικού υπήρξε αξιοθαύµαστη, είναι στις επιχειρήσεις της Δυτικής Μακεδονίας. Το 1ο Σύνταγµα Ιππικού κατέλαβε τη Φλώρινα στις 7 Νοεµβρίου, την Καστοριά στις 11 Νοεµβρίου και συνέβαλε κατά πολύ στις επιχειρήσεις στη Βόρεια Ήπειρο που µεταξύ των άλλων είχαν ως συνέπεια την απελευθέρωση της Κορυτσάς, στην οποία πρώτη εισήλθε στις 7 Δεκεµβρίου η Ηµιλαρχία της III Μεραρχίας.

Γενικότερα, η κατάληψη από το Ιππικό της Φλώρινας και µεγάλης περιοχής της Δυτ. ΜεκεδονΙας υπήρξε µεγάλο κατόρθωµα εθνικής σηµασίας, γιατί σύµφωνα µε το δίκαιο του πρώτου καταλαβόντος που ίσχυε σ' εκείνον τον πόλεµο, ήταν πολύ πιθανό πρώτοι να ήταν οι Σέρβοι, των οποίων το Ιππικό έφτασε πεντέµισυ ώρες µετά την κατάληψη της από το Ελληνικό Ιππικό. Το Ιππικό (Ταξιαρχία και 1ο ΣΙ) από 4 Οκτωβρίου µέχρι 20 Δεκεµβρίου 1912, δηλαδή επί 78 ηµέρες, από τις οποίες 10 ήταν ηµέρες µάχης, 27 αναπαύσεως και µόνο 41 πορείας, διάνυσε 1218 χιλιόµετρα.

2. Β' Βαλκανικός Πόλεµος

Η συµβολή του Ελληνικού Ιππικού στο Δεύτερο Βαλκανικό πόλεµο περιγράφεται µεταξύ άλλων και από τον Διοικητή της 2ης Βουλγάρικης Στρατιάς Στρατηγό Ιβάνωφ στο βιβλίο του Ό Βαλκανικός Πόλεµος 1913", όπου γράφει: "Λίαν ενωρίς όµως την πρωίαν της 22ας Ιουνίου, ενώ παρετάχθηκαν τα τµήµατα ταύτα (µεταγωγικά και ίπποι του Στρατηγείου και ∆ιοικήσεως µετόπισθεν) κλιµακηδόν από της αµαξιτής οδού προς Σιδηρόκαστρον (∆εµίρ Χισσάρ) κάποιος εκ του συγκροτήµατος επροχώρησε και άρχισε να φωνάζη, Ελληνικόν Ιππικόν! Ελληνικόν Ιππικόν! Ο ∆/ντής µετόπισθεν και όλοι οι Αξ/κοί προεπορεύοντο.


Εκ της προηγουµένης εσπέρας το φρόνηµα των ανδρών ήτο εξηµµένον εκ της διαδόσεως περί εµφανίσεως Ελληνικού Ιππικού, η δε άγνωστος αυτή κραυγή εµφανίσεως εχθρικού Ιππικού επέφερε τροµακτικόν αποτέλεσµα. Έκαστος, ακούσας ή µη, αντιληφθείς ή µη περί τίνος επρόκειτο, εγκατέλειπεν φάλαγγα, οχήµατα, αποσκευάς, αρχεία και ετρέπετο εις άτακτον φυγήν. Οι πλείστοι δεν εσταµάτησαν, ειµή, εις την Ανω Τζουµάγιαν και άλλοι εις το Νευροκόπιον, κατωρθώθη δ' εν µέρος αυτών ν' αναχαιτισθή και ανασυνταχθή προ του ∆εµίρ Χισσάρ (Σιδηρόκαστρο)". Σε άλλο δε σηµείο αναφέρει: "Κονιορτός µέχρι νεφών και επί της οδού και εκατέρωθεν αυτής απειράριθµοι φυγάδες, άνδρες, γυναίκες, στρατιώται και κτήνη.

Οι άνθρωποι είχον την όψιν φρενοβλαβών και µόλις, δια της φράξεως της οδού δια των αυτοκινήτων, κατωρθώθη να σταµατήσουν δύο έφιπποι πυροβοληταί, οίτινες εχρειάσθησαν λεπτά τινά µέχρις ότου συνέλθουν και οµιλήσουν. Οι Στρατιώται ούτοι, ούτινες µόλις συνεκρατούντο, εδιηγήθησαν ότι εις τον Σταθµόν του Σιδηροκάστρου ανεφάνη Ελληνικόν Ιππικόν, το οποίον κατεσπάθιζεν ό, τι εύρισκεν ενώπιον του και ότι αυτοί µετ' άλλων, τους οποίους υπεδείκνυον επί της αµαξιτής οδού, µόλις κατώρθωσαν να διαφύγουν. Πριν ή τελειώσουν την αφήγησίν των καλπάζοντες εχάθησαν προς τα ενδότερα, εν ριπή οφθαλµού".

Και καταλήγει: ''Ο ∆/τής της Στρατιάς, θεωρήσας ως πιθανήν την παρουσίαν (Ελληνικού Ιππικού εις Δ. Χισσάρ) τοσούτον µάλλον καθ' όσον και αι γέφυραι του Στρυµώνος την νύκτα ταύτην αφέθησαν κεναί και από της 19ης Ιουνίου, οπότε ανεφάνη το Ελληνικόν Ιππικόν εις περιοχήν Κιλκίς, δεν είχον νεωτέρας πληροφορίας και ηδύνατο κατά το διάστηµα τούτο να έχη µεταφερθή αλλαχού, επανήλθεν εις Πετρίτσιον, οπόθεν, πληροφορηθείς ότι από τίνων ωρών ο τηλέγραφος του Δ. Χισσάρ δεν απαντά, ανεχώρησαν δια Στρώµνιτσαν".

ΤΟ ΙΠΠΙΚΟ ΜΕΤΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ

Μετά τη λήξη του Ελληνοβουλγαρικού πολέµου ανασυγκροτήθηκε το 2ο Συν/µα Ιππικού από τις Ηµιλαρχίες των Μεραρχιών. Με τον Οργανισµό του Στρατού του ∆εκεµβρίου 1913 καθορίστηκε η οργάνωση του Ιππικού ως εξής: Πρόβλεψη για την δηµιουργία Μεραρχίας Ιππικού που θα αποτελούνταν από δύο Ταξιαρχίες. Συγκροτήθηκε µόνο η 1η και την αποτελούσαν το 1ο και 3ο Σύνταγµα Ιππικού, καθώς και µία Έφιππη Πολυβολαρχία. Συγκροτήθηκαν, ακόµα, τέσσερα Μεραρχιακά Συντάγµατα, το Α' µε έδρα την Αθήνα, το Β' µε έδρα το Αργος, το Γ' µε έδρα τη Θεσσαλονίκη και το ∆" µε έδρα τις Σέρρες.

Τα Συντάγµατα της Ταξιαρχίας αποτελούνταν από τέσσερις Ίλες, ενώ τα υπόλοιπα από δύο, µε προοπτική αύξησης τους. Συγκροτήθηκε επίσης, η Ε' Επιλαρχία µε έδρα τα Γιάννενα, η οποία κατά τη διάρκεια της επιστρατεύσεως του 1915 µετονοµάστηκε σε Ε' Σύνταγµα Ιππικού. Τα τέσσερα αυτά Συντάγµατα µαζί µε την Επιλαρχία χρησίµευσαν ως Ιππικό των αντίστοιχων Σωµάτων Στρατού. Έδρα της Μεραρχίας ορίσθηκε η Θεσσαλονίκη. Ο οπλισµός του Ιππέα περιελάµβανε: για τους Λοχίες, τους Δεκανείς, τους Σαλπιγκτές και τους Ιππείς, εκτός από τους χειριστές πολυβόλων, σπαθί και αραβίδα. Για τους πολυβολητές αραβίδα, και για τους ρυταγωγείς περίστροφο.

Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Αν και η συµµετοχή της στον Α' Παγκόσµιο Πόλεµο έγινε καθυστερηµένα, η Ελλάδα προσέφερε µεγάλη βοήθεια στους Συµµάχους (Αντάντ), στις µάχες στις οποίες ο Ελληνικός Στρατός έλαβε µέρος, ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου. Η συµµετοχή των Ελλήνων στρατιωτών στο πλευρό των νικητών Συµµάχων είχε ως αποτέλεσµα η Ελλάδα να κερδίσει, µε την συνθήκη των Σεβρών και του Νεϊγύ, τις περιοχές της ∆υτικής και Ανατολικής Θράκης. Το Ιππικό για να συµµετάσχει στις επιχειρήσεις στη Μακεδονία συµπλήρωσε µε δυνάµεις του 1ου Συν/τος το 3ο Σύνταγµα του, το οποίο συγκροτήθηκε από τέσσερις Ίλες και Πολυβολαρχία, µε ∆ιοικητή τον Σ/χη Ιππικού Γεώργιο Σκανδάλη.

Η Ταξιαρχία Ιππικού διαλύθηκε, το 1ο Συν/µα συγκρότησε µία Πεζοπόρο Επιλαρχία και τα Συντάγµατα Ιππικού των Σ.Σ. διαλύθηκαν και συγκρότησαν τις Ηµιλαρχίες των Μεραρχιών Ι, II, III, IV, Κρητών, Σερρών, Αρχιπελάγους, IX, XIII και XIV. Το 3ο Σύνταγµα Ιππικού σηµείωσε αξιόλογη δράση στη Μακεδονία. Στις 10 Σεπτεµβρίου 1918 οι Σύµµαχοι διέσπασαν το µέτωπο που είχαν δηµιουργήσει οι Βούλγαροι και οι Γερµανοί στους τοµείς Μοναστηρίου-Αξιού- ∆οιράνης και ανάγκασαν τον εχθρό να υποχωρήσει βόρεια και βορειοανατολικά.

Το 3ο Σύνταγµα Ιππικού ενήργησε, υπό την Διοίκηση της 1ης Οµάδας Μεραρχιών στον τοµέα του Αξιού ποταµού, και έλαβε εντολή να κινηθεί από την Μαγίνα βόρεια της Γευγελής προς Χούντοβο και να εγκαταστήσει προγεφύρωµα στην ανατολική όχθη του Αξιού για να µπορέσει να προελάσει η 1η Οµάδα Μεραρχιών. Η αποστολή αυτή δεν στάθηκε δυνατό να διεκπεραιωθεί, επειδή η γέφυρα στο Χούντοβο ήταν τελείως κατεστραµµένη και οι εχθρικές δυνάµεις αντέδρασαν µε σφοδρά πυρά στην προσπάθεια των Ελλήνων Ιππέων για την δηµιουργία προγεφυρώµατος. Πέτυχαν, όµως, οι Έλληνες Ιππείς να διατηρήσουν στενή επαφή µε τον εχθρό.

Την εποµένη µέρα 11 Σεπτεµβρίου, µε πρωτοβουλία του Διοικητή του, το 3ο Σύνταγµα, αφού πέρασε τον Αξιό από κάποιον πόρο, κινήθηκε προς το Βαλάντοβο µε σκοπό να καταδιώξει και να αποκόψει τον εχθρό που υποχωρούσε από το µέτωπο Γευγελής- ∆οϊράνης. Παρά τη σθεναρή αντίσταση που συνάντησε, µία Ιλη του Συντάγµατος κατόρθωσε στις 14:00 να κυριεύσει το Βαλάντοβο, να συλλάβει αιχµαλώτους και να κυριεύσει εγκαταλελειµµένο πολεµικό υλικό. Επίσης περιέθαλψε γύρω στους 100 τραυµατίες, τους οποίους βρήκε σε άθλια κατάσταση στο νοσοκοµείο. Στις 12 και 13 Σεπτεµβρίου το Σύνταγµα τέθηκε υπό τη διοίκηση της XVI Γαλλικής Μεραρχίας και έκανε αναγνωρίσεις κοντά στο Χούντοβο.

Όταν άρχισε η υποχώρηση των Γερµανοβουλγάρων στις 14 Σεπτεµβρίου, οι Έλληνες Ιππείς, αφού ξανατέθηκαν υπό τη διοίκηση της 1ης Οµάδας Μεραρχιών, κινήθηκαν προς την Πλασκοβίτσα. Κατέλαβαν την Ροδοβίτσα και µε δική τους πρωτοβουλία κατευθύνθηκαν προς το Πέτσοβο. Μέσα από το δύσβατο όρος Πλασκοβίτσα έφθασαν στην κοιλάδα του ποταµού Μπρεγκάλνιτσα στις 17 Σεπτεµβρίου, όπου πληροφορήθηκαν ότι είχε υπογραφεί ανακωχή. Τότε το 3ο Σύν/µα επανήλθε αµέσως στο Ελληνικό έδαφος, σταθµεύοντας όλο τον χειµώνα 1918 - 1919 στο 70 χλµ. της οδού Θεσ/νίκης - Σερρών και στη συνέχεια στην Καβάλα.


Η Πεζοπόρος Επιλαρχία του 1ου Συν/τος Ιππικού, µε Διοικητή τον Επ/χο Γεώργιο Γιαννακόπουλο, η οποία στάθµευε στον Πύργο Ηλείας από την εποχή του περιορισµού του Ελληνικού Στρατού νότια του Ισθµού, µεταφέρθηκε το 1918 στη Μακεδονία και στρατοπέδευσε στην περιοχή Νάρες (Νέα Φιλαδέλφεια). Στη συνέχεια στάθµευσε στη Θεσσαλονίκη ως Φρουρά της πόλεως και στις 21 / 05 / 1919 ανασυγκροτήθηκε σε 1ο Σύνταγµα Ιππικού, µε τέσσερις Ίλες και Ουλαµό Πολυβόλων, ύστερα από προµήθεια ίππων από τα αγγλικά στρατεύµατα Μακεδονίας. Οµοίως το ίδιο έτος ανασυγκροτήθηκε το Β' Σύν/µα Ιππικού από το Εµπεδο Ιππικό Θεσ/νίκης, το οποίο µετά από λίγο διαλύθηκε και συγκρότησε την Ίλη Στρατιάς Θράκης.

 Το 1919 επίσης συγκροτήθηκε και η Ηµιλαρχία της VIII Μεραρχίας από το Έµπεδο Ιππικό Θεσσαλονίκης.

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ - ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΣ

ΓΕΝΙΚΑ

Η συµµετοχή της Ελλάδας στις νικηφόρες µάχες στο Μακεδονικό Μέτωπο και στην εκστρατεία της Ουκρανίας έδωσε την δυνατότητα στους Έλληνες να διεκδικήσουν περιοχές από χρόνια υποδουλωµένες, µεταξύ των οποίων ήταν και τµήµα της Μικράς Ασίας. Η Μικρασιατική εκστρατεία άρχισε στις 15 / 05 / 1919, ηµέρα κατά την οποία τα πρώτα τµήµατα της 1ης Μεραρχίας αποβιβάστηκαν στην Σµύρνη και έληξε στις 05 / 09 / 1922, οπότε και τα τελευταία στοιχεία του Γ' Σ.Σ. εγκατέλειψαν την Μικρασιατική γη. Η εκστρατεία αυτή διήρκεσε τρία χρόνια και τέσσερις µήνες. Με το γενικό τίτλο Μικρασιατική εκστρατεία νοείται σειρά πολεµικών επιχειρήσεων οι οποίες έχουν ως εξής:

- Επιχειρήσεις του Ιουνίου του 1919.

- Επιχειρήσεις του καλοκαιριού του 1920.

- Επιχειρήσεις του Μαρτίου του 1921.

- Επιχειρήσεις του Ιουνίου - Ιουλίου του 1921.

- Επιχειρήσεις του Αυγούστου - Σεπτεµβρίου του 1921.

- Η Τουρκική επίθεση του Αυγούστου του 1922.

Μεταξύ των επιχειρήσεων του καλοκαιριού του 1920 και του Μαίου του 1921 παρεµβάλλεται ως επεισόδιο η κατάληψη της Ανατολικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό. Κατά τις επιχειρήσεις του Ιουνίου του 1919 αρχηγός του Ελληνικού Στρατού Κατοχής ήταν ο Αντιστράτηγος Κων/νος Νίδερ, υπαγόµενος στο Γενικό Στρατηγείο. Στις επιχειρήσεις του καλοκαιριού του 1920 Αρχηγός του Στρατού ήταν ο Αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος. Στις 09 / 11 / 1920 το Γενικό Στρατηγείο µετονοµάστηκε σε Στρατιά Μικράς Ασίας. Κατά τις επιχειρήσεις του 1921 Αρχιστράτηγος στην Μικρά Ασία ήταν ο Αντ/γος Αναστάσιος Παπούλας και κατά την Τουρκική επίθεση του Αυγούστου 1922 ο Αντ/γος Γεώργιος Χατζανέστης.

Διοικητής των αντιπάλων Τουρκικών δυνάµεων που συγκροτούσαν τη Στρατιά Δυτικού Μετώπου, ήταν ο Σ/χης Ισµέτ Μπέης. Από 07/11/1920 το Δυτικό Μέτωπο χωρίστηκε σε Δυτικό, από τον Εύξεινο µέχρι την Κιουτάχεια, όπου τη διοίκηση διατήρησε ο Ισµέτ Μπέης και Νότιο, από Κιουτάχεια προς νότο, όπου τη διοίκηση είχε ο Σχης Ρεφάτ Μπέης. Από το δεύτερο δεκαήµερο του Ιουλίου 1921, Αρχιστράτηγος του Τουρκικού Στρατού ήταν ο Στρατηγός Μουσταφά Κεµάλ Πασσάς. Στις επιχειρήσεις της Θράκης Διοικητής της Ελληνικής Στρατιάς Θράκης ήταν ο Αντ/γος Παµίκος Ζυµβραράκης, ενώ του Τουρκικού στρατού ο Διοικητής του Α' Σ.Σ., Σχης Τζαφέρ Ταγιάρ Μπέης.

Το Ιππικό µετείχε, µε τις Μονάδες του να αναπτύσσονται προοδευτικά, σε όλες τις πολεµικές επιχειρήσεις που έλαβαν χώρα στη Μικρά Ασία, καθώς και στην κατάληψη της Ανατολικης Θράκης.

ΠΕΡΙΟ∆ΟΣ ΑΠΟ ΜΑΙΟ 1919 ΜΕΧΡΙ ΙΟΥΝΙΟ 1921

1. Επιχειρήσεις του Ιουνίου 1919

Η περίοδος µέχρι το Μάϊο του 1920 υπήρξε περίοδος αναγκαστικής αναµονής για τον Ελληνικό Στρατό. Η δράση όµως του Ιππικού υπήρξε αξιόλογη, σε τέτοιο µάλιστα βαθµό, ώστε ο Στρατηγός Νίδερ, Αρχηγός του Ελληνικού Στρατού, όταν του ζητήθηκε από το Γενικό Στρατηγείο η επιστροφή του 3ου Συντάγµατος Ιππικού για να συµµετάσχει στις επιχειρήσεις της ∆υτικής Θράκης, ανέφερε ότι η παραµονή του στη Μικρά Ασία ήταν αναγκαία. Η Συµµαχική απόφαση για την κατάληψη της Σµύρνης άρχισε να υλοποιείται το πρωινό της 15ης Μαΐου 1919 µε την απόβαση των πρώτων Τµηµάτων του Ελληνικού Στρατού υπό την ∆ιοίκηση του Συνταγµατάρχη Ζαφειρίου.

Μεταξύ των τµηµάτων που αποβιβάστηκαν στη Σµύρνη ήταν και το 3ο Σύνταγµα του Ιππικού, το οποίο αποτελούνταν από τέσσερις Ίλες και µια Πολυβολαρχία των τριών Ουλαµών Πολυβόλων. Το Σύνταγµα αυτό διοικούνταν από τον Συνταγµατάρχη Σκανδάλη Γεώργιο και έφθασε στη Σµύρνη το µεσηµέρι της 31ης Μαΐου προερχόµενο από το λιµάνι των Ελευθερών. Προσωρινά εγκαταστάθηκε στο προάστιο Μερσινλή. Το 3ο Σύνταγµα Ιππικού διέθεσε τµήµατα του, από Ουλαµό µέχρι Επιλαρχία, για να αντιµετωπιστεί η Τουρκική απειλή στους εξής τοµείς:
  • Κοιλάδα Καΐκού ποταµού (Τοµέας Περγάµου) 
  • Κοιλάδα Ερµή ποταµού (Τοµέας Μαγνησίας) 
  • Κοιλάδες Καΐστρου 
  • Μαιάνδρου ποταµών (Τοµέας Αϊδινίου)
Μ' αυτόν τον τρόπο το Ιππικό βοήθησε στις καταλήψεις των περιοχών της Περγάµου στις 20 Ιουνίου 1919 και του Αΐδινίου στις 3 Ιουλίου 1919. Έστειλε επίσης µια Επιλαρχία στις Σάρδεις, η οποία διέλυσε τα εχθρικά στρατεύµατα που είχαν συγκεντρωθεί. Στις 29 Ιανουαρίου 1920 λόγω επεκτάσεως του µετώπου αποφασίστηκε η ενίσχυση της Στρατιάς της Μικράς Ασίας. Μεταξύ των ενισχύσεων ήταν και το ανασυγκροτηµένο 1ο Σύνταγµα Ιππικού µε Διοικητή τον Συνταγµατάρχη Πανουσόπουλο. Το Σύνταγµα αυτό στρατοπέδευσε στην περιοχή του Παραδείσου Σµύρνης, όπου έφτασε το πρώτο δεκαήµερο του Φεβρουαρίου.

2. Επιχειρήσεις του Καλοκαιριού 1920

α. Μικρά Ασία

Η δύναµη του Κεµαλικού Στρατού που συνεχώς αυξανόταν και ο κίνδυνος που προδιαγραφόταν από τις επαναστατικές κινήσεις των Τούρκων στη Θράκη οδήγησε τους Συµµάχους στην έγκριση της Ελληνικής πρότασης για εξασφάλιση των ∆αρδανελλίων. Το σχέδιο των Ελλήνων προέβλεπε την κατάληψη καταρχήν της Πανόρµου και της Προύσας και στη συνέχεια της Ανατολικής Θράκης. Το Γενικό Στρατηγείο πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων θεώρησε αναγκαία και την κατάληψη της Φιλαδέλφειας. Στις 9 Ιουνίου άρχισε η προέλαση του Ελληνικού Στρατού που αποσκοπούσε στη διάλυση εχθρικών συγκεντρώσεων στις περιοχές Σαλιχλί - Φιλαδέλφειας (στην κοιλάδα του Ερµού) και Αξαρίου - Σαρχανλί (στην κοιλάδα του Ύλλου).


Το 3ο Σύνταγµα Ιππικού, µε διοικητή τον Αν/χη Ιππικού Εµµανουήλ Μαθιουδάκη και το 1ο Σύν/µα Ιππικού µε διοικητή τον Σ/χη Β. Πανουσόπουλο, συγκροτήθηκαν σε Ταξιαρχία Ιππικού υπό τον Σ/χη Β. Πανουσόπουλο. Σ' αυτή δόθηκε εντολή να συγκεντρωθεί πίσω από XIII Μεραρχία, να καλύψει την αριστερή πτέρυγα της και να ενεργήσει προς εκµετάλλευση της επιτυχίας. Οι ανάγκες όµως των επιχειρήσεων σε Ιππικό επέβαλαν στο Γεν. Στρατηγείο τη διάθεση του 3ου Συν/τος στο Σ.Σ. Σµύρνης, το οποίο διέθεσε τη µεν ΙΙη Επιλαρχία του Επ/χου Ιωαν. Τσαγγαρίδη µε Ουλαµό Πολυβόλων στην XIII Μεραρχία, το δε υπόλοιπο Συν/µα το κράτησε στη διάθεση του. Έτσι για την εκτέλεση της αποστολής της Ταξιαρχίας Ιππικού απέµεινε µόνο το 1ο Σύν/µα Ιππικού.

Οι πιο χαρακτηριστικές επιχειρήσεις είναι η πεζοµαχία της Επιλαρχίας Τσαγγαρίδη στο Κερεµέτς (09 / 06 / 1920), η επέλαση του 1ου Συν/τος Ιππικού στο Μπιν Τεπέ κατά του αµυνόµενου ακόµη Τουρκικού Ιππικού (10 / 06 / 1920), η πεζοµαχία και επέλαση της Επιλαρχίας Τσαγγαρίδη κατά Πεζικού (11 / 06 / 1920), η κατάληψη την ίδια ηµέρα της Φιλαδέλφειας από το 1ο Σύν/µα Ιππικού, η κατάληψη από το 3ο Σύν/µα Ιππικού υπό την διοίκηση του Δ/κτή του Σ.Σ. Σµύρνης Αντ/γου ∆ηµ. Ιωάννου του Αξαρίου (10 / 06 / 1920) και του Κιρκαγάτς µετά από πεζοµαχία της Επιλαρχίας Γ. Γιαννακόπουλου και έφιππο ελιγµό της Ηµιλαρχίας Αρχιπελάγους, η οποία κατάφερε να καταλάβει την πόλη Σόµα.

Όπου µετά από λίγο έφτασε και ο Δκτής του Σ.Σ. επικεφαλής του 3ου Συν/τος Ιππικού. Στις 12 / 06 / 1920 όταν διατάχθηκε αναστολή της προελάσεως, το µεν 1ο Συν/µα Ιππικού βρισκόταν στην περιοχή της Φιλαδέλφειας, το δε 3ο, εκτός από µία Επιλαρχία στη Σόµα, ενώ η Ι Επιλαρχία του διατάχθηκε να παραµείνει σταθµευµένη στο Γκελεµπέ, όπου είχε βρεθεί κατά την αναστολή των επιχειρήσεων. Στις 15 / 06 / 1920 τη διοίκηση της Ταξιαρχίας Ιππικού, η οποία τελικά συγκροτήθηκε, ανέλαβε ο Σ/χης Ιππικού Παναγ. Νικολαίδης, ο οποίος εγκατέστησε το Στρατηγείο του στο Αξάριο. Στις 16 / 06 / 1920 την διοίκηση του 3ου Συν/τος Ιππικού ανέλαβε ο νεο τοποθετηθείς Αν/χης Ιππικού Ευάγγελος Κούζης.

Την ίδια ηµέρα επαναλήφθηκαν οι επιχειρήσεις που είχαν ανασταλεί, µε µέτωπο προς βορρά, µε σκοπό τη διάλυση των εχθρικών συγκεντρώσεων που βρίσκονταν στο Αδραµµύτιο, στο Κιρεσούν και στο Μπαλούκ-Εσσέρ, στην σιδηροδροµική γραµµή προς Πάνορµο και την κατάληψη των περιοχών αυτών. Τις επιχειρήσεις διηύθυνε αυτοπροσώπως ο Αρχηγός Στρατιάς Μ.Α. Αντ/γος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος. Με διαταγή της Στρατιάς καθοριζόταν ως χώρος συγκέντρωσης της Ταξιαρχίας Ιππικού το Γκελεµπέ. Επειδή όµως δεν κατορθώθηκε η συγκέντρωση εκεί της Ταξιαρχίας µέχρι 16 / 06, η Ι Επιλαρχία του 1ου Συν/τος Ιππικού, µε διοικητή τον Επ/χο Βασ. Ιωαννίδη διατέθηκε στην Μεραρχία Σµύρνης.

Η Επιλαρχία αυτή έφτασε προπορευόµενη της Μεραρχίας Σµύρνης στο Αΐτσµπατς στις 17 / 06 / 1920 και κατέλαβε θέσεις στα γύρω υψώµατα για να αποκόψει µία εχθρική φάλαγγα που αποσυρόταν προς βορρά και να την προσβάλει µε πυρά. Εκεί δέχθηκε επίθεση από εχθρικό Ιππικό, την οποία αντιµετώπισε η έφιππη εφεδρεία της που κατόρθωσε να το ανατρέψει και να το καταδιώξει. Το εχθρικό Πεζικό πανικοβλήθηκε και διαλύθηκε, µε αποτέλεσµα να συλληφθούν πάνω από χίλιοι αιχµάλωτοι µε τέσσερα πολυβόλα και να σπαθιστούν περίπου διακόσιοι. Το βράδυ της 18 / 06 / 1920 επιτεύχθηκε τελικά η συγκέντρωση όλης της Ταξιαρχίας στη Μεντεχώρα, Β.∆. του Μπαλούκ Εσσέρ.

Στις 20 / 06 / 1920 συµπληρώθηκε το Επιτελείο της Ταξιαρχίας και ανέλαβε Επιτελάρχης της ο Επ/χος Ιωαν. Τσαγγαρίδης. Την ίδια µέρα ανέλαβε την διοίκηση του 1ου Συν/τος Ιππικού ο Αν/χης Ιππικού Ανδρέας Λάγγουρας. Στις 25 / 06 / 1920 η Ταξιαρχία Ιππικού, καθώς προχωρούσε από Κρεµαστή προς Προύσα, προσέκρουσε σε εχθρική τοποθεσία περίπου 10 χλµ δυτικά της Προύσας και άρχισε σκληρό αγώνα για να άρει την αντίσταση, στον οποίο ενεπλάκη και η Μεραρχία Αρχιπελάγους µε το Πυροβολικό της, υποβοηθώντας έτσι τα τµήµατα που µάχονταν πεζή να διώξουν τον εχθρό, ο οποίος συµπτύχθηκε εσπευσµένα προς ανατολάς.

Η Ταξιαρχία Ιππικού άρχισε τότε καταδίωξη και µπήκε στην Προύσα µε το 3ο Σύνταγµα Ιππικού. Η καταδίωξη συνεχίστηκε µέχρι και 15 χλµ ανατολικά της Προύσας και παρατάθηκε µέχρι τις 15:30, οπότε και διαλύθηκαν τα εχθρικά τµήµατα, τα οποία εγκατέλειψαν στο δρόµο το υλικό τους, πέταξαν τα όπλα και την εξάρτυση τους και στράφηκαν προς τους αγρούς όπου και συνελήφθησαν πάνω από διακόσιοι αιχµάλωτοι και πολλοί σπαθίσθηκαν. Η Ταξιαρχία αφού παρέµεινε στις 28 / 06 / 1920 στην Προύσα, µεταστάθµευσε την εποµένη στο 7ο χλµ της οδού Προύσας - Μουδανιών, όπου το µεν 1ο Σ.Ι. διατάχθηκε να µεταβεί στα Μουδανιά για να σταλεί στη Θράκη, η δε Διοίκηση της Ταξιαρχίας µε το 3ο Σ.Ι. διατάχθηκε να µετασταθµεύσει στην περιοχή Πανόρµου.

β. Κατάληψη της Ανατολικής Θράκης

Οι επιχειρήσεις για την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης άρχισαν στις 07 / 07 / 1920 και έληξαν στις 13 / 07 / 1920 αφού διήρκεσαν 7 µέρες και διεξήχθησαν µε απόβαση στη Ραιδεστό της Μεραρχία Σµύρνης ενισχυµένης και µε προέλαση από τον Έβρο της IX Μεραρχίας και της Μεραρχίας Ξάνθης. Το 1ο Σ.Ι. αφού µεταφέρθηκε ατµοπλοικώς από τα Μουδανιά στην Αλεξανδρούπολη, συγκεντρώθηκε στη µονή Δαδιάς, 8 χλµ. νότια από το Σουφλί και πέρασε τον Έβρο στις 11 / 07 / 1920. Η Διοίκηση της Ταξιαρχίας µε το 3ο Σ.Ι. (πλην της 3ης Ίλης του) αποβιβάστηκε στη Ραιδεστό στις 09 / 07 / 1920.

Αξιοµνηµόµευτο γεγονός αυτών των επιχειρήσεων είναι η επέλαση Ουλαµού της 1ης Ίλης του 1ου Σ. Ι. στις 11 / 07 / 1920 και ώρα 09:00 στο Νταρ Ντερά, 6 χλµ. Β.Δ. του Μπαµπά Εσκί, κατά οµάδας 25 έφιππων Τούρκων, µεταξύ των οποίων βρισκόταν ο Αρχηγός του Τουρκικού Στρατού Θράκης, Σ/χης Τζαφέρ Ταγιάρ µε πολιτική περιβολή. Αυτός χωρίς να αναγνωριστεί και καταδιωκόµενος από τους ιππείς, έπεσε από το άλογο του και περιήλθε σε αφασία για πολλές ώρες. Επειδή θεωρήθηκε νεκρός εγκαταλείφθηκε εκεί και την άλλη µέρα αναγνωρίστηκε από Έλληνες χωρικούς καθώς περιπλανιόταν στο χωριό Μποστανλί. Αυτοί τον συνέλαβαν και τον παρέδωσαν στον Ελληνικό Στρατό.

Στις επιχειρήσεις κατάληψης της Ανατολικής Θράκης συµµετείχε και η Ίλη Στρατιάς Θράκης υπό τον Ίλαρχο Μιχ. Καβράκο, η οποία µετά απ'αυτά υπήχθη στην Ταξιαρχία και συγχωνεύθηκε στο 3ο Σ.Ι. Από τη Θράκη η Ταξιαρχία Ιππικού µεταφέρθηκε ατµοπλοϊκώς κατά το πρώτο δεκαπενθήµερο του Αυγούστου στην Σµύρνη και στάθµευσε το µεν 1ο Σ.Ι. στον Παράδεισο, το δε 3ο Σ.Ι. στη νότια παρυφή της Σµύρνης. Το Σεπτέµβριο του 1920 συγκροτήθηκε στην Ταξιαρχία µία Έφιππη Μοίρα Πολυβόλων, από δύο Πολυβολαρχίες του 3ου Σ.Ι. και τον Ουλαµό Πολυβόλων του 1ου. Την ίδια εποχή τη διοίκηση της Ταξιαρχίας ανέλαβε ο Σ/χης Ιππικού Νικόλαος Σπυρόπουλος και αυτή µεταστάθµευσε στην περιοχή Μαγνησίας - Κασσαµπά.


3. Οι Επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921

α) Μέχρι τον Μάρτιο του 1921, εξαιτίας των δεσµεύσεων της Ελλάδας απέναντι στους Συµµάχους της, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις είχαν περιορισµένη έκταση. Οι Τούρκοι από την µεριά τους την ίδια περίοδο συνέχισαν να οργανώνουν και να ενισχύουν το Στρατό τους, χωρίς να έχουν αποδεχτεί τους όρους της συνθήκης των Σεβρών. Η κατάσταση αυτή παρατείνονταν επικίνδυνα και για να αντιµετωπισθεί, η Ελληνική κυβέρνηση διέταξε ν' αρχίσουν πολεµικές ενέργειες προς Εσκί-Σεχίρ και Αφιόν Καραχισάρ µε σκοπό τη συντριβή του εχθρού και κατά συνέπεια την µε καλύτερους όρους διαχείριση του όλου ζητήµατος.

Η Ταξιαρχία του Ιππικού, µε Διοικητή τον Συνταγµατάρχη Ρικάκη, ο οποίος είχε αντικαταστήσει από τις 20 Ιανουαρίου του 1921 τον Συνταγµατάρχη Σπυρόπουλο, µεταφέρθηκε από τα Μουδανιά στην Προύσα. Περιελάµβανε τις εξής µονάδες στη δύναµη της: Το 1ο Σύνταγµα Ιππικού µε ∆ιοικητή τον Συνταγµατάρχη Γεωρ. Λιναρά, το 3ο Σύνταγµα Ιππικού µε ∆ιοικητή τον Συνταγµατάρχη Σταµ. Στάικο, Μοίρα Πυροβόλων µε ∆ιοικητή τον Συνταγµατάρχη Νικ. Βάρθη, Έφιππη Πυροβολαρχία µε ∆ιοικητή τον Λοχαγό Πυροβολικού Αλεξ. Ασηµακόπουλο καθώς και Απόσπασµα Καταστροφών. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1921 η Ταξιαρχία έφθασε στην Προύσα και τέθηκε υπό την ∆ιοίκηση του Γ' Σώµατος Στρατού.

Είχε ως αποστολή να επιτεθεί από την περιοχή Βαν εναντίον των εχθρικών δυνάµεων και είτε µε υπερκέραση είτε µε αποκοπή να φθάσει και να καταλάβει το Εσκί-Σεχίρ.

β) Η Προέλαση προς Εσκί-Σεχίρ: Στις 10 Μαρτίου του 1921 άρχισε η προέλαση προς το Εσκί-Σεχίρ. Η Ταξιαρχία προπορευόταν της Χ Μεραρχίας Πεζικού, και στόχευε στην αποκοπή των τµηµάτων εκείνων του εχθρού τα οποία θα πρόβαλαν άµυνα, φθάνοντας όσο το δυνατόν γρηγορότερα στον τελικό προορισµό της ανατολικά του Εσκί-Σεχίρ. Κατά την ηµέρα αυτή, η Ταξιαρχία εκτός από την 1η Επιλαρχία του 1ου Συν/τος Ιππικού, η οποία είχε τεθεί στη διάθεση της III Μεραρχίας, ξεκίνησε την πορεία από τις 06:30. Στις 07:00 στην στενωπό Κουγιούν Χισσάρ ανέτρεψε αντίσταση εχθρικού Ιππικού. Στις 11:00 έκαµψε την αντίσταση ενός Συν/τος εχθρικού Ιππικού στο Γενί-Σεχίρ και αφού το κατέλαβε στάθµευσε εκεί.

Στις 11 Μαρτίου έφτασε στο Κεπελέρ παρακάµπτοντας κάποιες εχθρικές αντιστάσεις. Εκεί τη διοίκηση της Μοίρας Πολ/λων ανέλαβε ο Επχος Ιωαν. Τσαγγαρίδης, αφού τον αντικατέστησε στα καθήκοντα του ως Επιτελάρχη της Ταξιαρχίας ο Σχης Στάικος, ∆κτής µέχρι τότε του 3ου Σ.Ι. Την διοίκηση του 3ου Σ.Ι. ανέλαβε ο Σ/χης Νικ. Βάρθης. Την εποµένη κατελήφθη το Μπιλετζίκ και στη συνέχεια ανατράπηκαν εχθρικές αντιστάσεις µέχρις ότου ανακόπηκε η προέλαση της Ταξιαρχίας µπροστά σε µία ισχυρή εχθρική γραµµή στο Αβγκίν (Ακ Μπουνάρ). Τα γεγονότα αυτά ανάγκασαν το Γ' Σώµα Στρατού να αλλάξει το γενικό σχέδιο. Έτσι στις 14 / 03 η Ταξιαρχία, µε διαταγή του Σ.Σ., κινήθηκε για να πλευροκοπήσει τον εχθρό που αµυνόταν στο Αβγκίν.

Στις 12:30 ενεπλάκη σε αγώνα µε ελισσόµενη εχθρική πτέρυγα, διεξάγοντας πολύωρη και σκληρή πεζοµαχία. Και τις επόµενες ηµέρες εµπλέχθηκε συχνά σε πεζοµαχίες καλύπτοντας έτσι τη σύµπτυξη των φίλιων τµηµάτων και εµποδίζοντας το πολυάριθµο εχθρικό Ιππικό να τα παρενοχλήσει Στις 20 Μαρτίου ο Σ/χης Νικ. Βάρθης έκανε επέλαση επικεφαλής της 1ης Ίλης του Συν/τος του στο Αϊνεγκιόλ και διασκόρπισε το εχθρικό Ιππικό που του είχε επιτεθεί. Το βράδυ της 22 Μαρτίου η Ταξιαρχία επανήλθε στο Κεστέλ, 10 χλµ ανατολικά της Προύσας, όπου και στάθµευσε. Εκεί ενώθηκαν µ'αυτή η 1η Επιλαρχία του 1ου Σ.Ι. και η Έφιππη Πυροβολαρχία και Επιτελάρχης της ανέλαβε ο Αν/χης Αλεξ. Παπάγος.

ΠΕΡΙΟ∆ΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1921

1. Επιχειρήσεις Ιουνίου - Ιουλίου του 1921

α. Ανασυγκρότηση Ταξιαρχίας Ιππικού

Διοικητής της Ταξιαρχίας αµέσως µετά την επιστροφή της στη Σµύρνη ορίσθηκε ο Συνταγµατάρχης του Ιππικού Νικολαϊδης Παναγιώτης, ο οποίος ήταν Διοικητής και κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων του 1920. Η Ταξιαρχία συµπλήρωσε τη δύναµη της σε Αξιωµατικούς και Οπλίτες µε αποστολές από το εσωτερικό της Ελλάδας, και ενισχύθηκε σε Ιππους από το κέντρο Ιππωνειών που λειτουργούσε στο Βουρνόβα. Μετά τη συµπλήρωση της η Ταξιαρχία αποτελούνταν από τις εξής µονάδες:

- 1ο Σύνταγµα Ιππικού µε 4 Ίλες, η µία από τις οποίες αποτελούνταν από µικρόσωµους, επιταγµένους ίππους, και ∆ιοικητή τον Συνταγµατάρχη Βάσσο Νικόλαο.

- 3ο Σύνταγµα Ιππικού µε 4 Ίλες, και Διοικητή τον Συνταγµατάρχη Βάθρη Νικόλαο.

- Έφιππη Μοίρα Πολυβόλων, αποτελούµενη από τρεις Πολυβολαρχίες µε δύο Ουλαµούς Πολυβόλων η κάθε µία, και Διοικητή τον Αντισυνταγµατάρχη Μοσχονήσιο Γεώργιο.

- Έφιππη Πυροβολαρχία, µε Διοικητή τον Λοχαγό Πυροβολικού Αοηµακόπουλο Αλέξανδρο.

- Έφιππο Απόσπασµα Καταστροφών, µε Διοικητή τον Υπολοχαγό Μηχανικού Τρύφων. Με αυτή την σύνθεση η Ταξιαρχία µεταστάθµευσε γύρω στα τέλη Μαΐου στην περιοχή Ουσάκ.

β. Η Εναρξη των Επιχειρήσεων

Με βάση το σχέδιο της Στρατιάς η Ταξιαρχία Ιππικού θα εξορµούσε σε συνεργασία µε την II Μεραρχία από τις 29 Ιουνίου. Η Ταξιαρχία έπρεπε να αποφύγει στενή εµπλοκή µε αντίπαλες δυνάµεις αφήνοντας την II Μεραρχία να ανοίγει τον δρόµο. Η δράση της Ταξιαρχίας µαζί µε την Μεραρχία Πεζικού θα άρχιζε αµέσως µετά την διάσπαση των συγκεντρωµένων εχθρικών δυνάµεων και θα είχε δύο στόχους:

- Υπερκέραση από αριστερά και τελικά πτώση της εχθρικής τοποθεσίας Κιουτσούκ Τζώρτζα.

- Αποκοπή της δυνατότητας υποχώρησης των αµυνοµένων εχθρικών δυνάµεων προς Κιουτάχεια και Σεϊντή Γαζή.

Την ίδια µέρα διαπιστώθηκε πως οι Τούρκοι είχαν εγκαταλείψει το Αφιόν Καραχισάρ και οι αποστολές τους έµειναν χωρίς αντικείµενο. Στις 3 Ιουλίου, και ενώ η Ταξιαρχία βρισκόταν στην περιοχή Καραέυρεν, ο Συνταγµατάρχης Ζήρας, ∆ιοικητής του 14ου Συντάγµατος Πεζικού που στάθµευε στην περιοχή, έδωσε την πληροφορία ότι, µετά από διαταγή που είχε λάβει, η Ταξιαρχία και το 14ο Σύνταγµα Πεζικού θα έπρεπε να κινηθούν προς την περιοχή Ακ-Ιν και να καλύπτουν το δεξιό τµήµα του Α' Σώµατος Στρατού.

Το µεσηµέρι της ίδιας µέρας νέα διαταγή, η οποία αφορούσε τις κινήσεις της εποµένης, καθόριζε ότι η Ταξιαρχία και το Απόσπασµα Πεζικού, το οποίο ανήκε στην δύναµη της XI Μεραρχίας, έπρεπε να φθάσουν ανατολικά του Εσκί-Σεχίρ και να αποκόψουν τη δυνατότητα υποχώρησης του εχθρού από την Κιουτάχεια προς το Εσκί-Σεχίρ. Πραγµατικά, την ώρα που η διαταγή έφθασε στην Ταξιαρχία, ο εχθρός κινούνταν προς Εσκί-Σεχίρ καλυπτόµενος από ισχυρά Τµήµατα µε τα οποία ήρθαν σε σύγκρουση οι Ελληνικές δυνάµεις. Μετά από συνεννόηση των ∆ιοικητών της Ταξιαρχίας και του Αποσπάσµατος του Πεζικού, αποφασίστηκε η απαγκίστρωση των δυνάµεων και η µε παράκαµψη κίνηση προς Ουτς-Σεράι και µετά προς Εσκί-Σεχίρ.

Το βράδυ όµως της 4ης Ιουλίου τα Ελληνικά Τµήµατα συναντήθηκαν µε τµήµατα του εχθρού και επακολούθησε σφοδρή µάχη.


γ. Επέλαση στο Ουτς - Σεράι

Η επέλαση στο Ουτς-Σεράι, αν και είχε ατυχή έκβαση, αποτελεί µια ένδοξη σελίδα για το Ιππικό. Αναλυτικότερα η εξέλιξη της έχει ως εξής: Τα ξηµερώµατα της 5ης Ιουλίου γύρω στις 03:30, Τουρκικές περίπολοι συγκρούστηκαν µε τις προφυλακές του Μικτού Αποσπάσµατος και όλη η Τουρκική γραµµή άνοιξε πύρ, προκαλώντας µεγάλη ταραχή. Στις 05:30 επαναλήφθηκε το πυρ. Μετά απ'αυτό αποφασίστηκε να γίνει επίθεση µόλις ξηµερώσει. Έτσι µε το πρώτο φώς άρχισε η πολύνεκρη µάχη του Ουτς Σεράι, όπου η XII οµάδα Μεραρχιών του Τουρκικού στρατού είχε εντολή να απαγορεύσει την προέλαση του Ελληνικού Στρατού ανατολικά του Τουρκµέν Ντάγ. Μέχρι τις 08:00 η µάχη ήταν αµφίρροπη.

Την ώρα αυτή και ενώ στο αριστερό άκρο πεζοµαχούσε το 3ο Σύν/µα Ιππικού κερδίζοντας έδαφος και το δεξιό το κάλυπτε, επίσης πεζοµαχώντας, η 2η Ίλη του 1ου Συν/τος Πεζικού, κάµφθηκε το δεξιό του 14ου Συν/τος Πεζικού, ενώ ταυτόχρονα εµφανίστηκε και εχθρικό Ιππικό. Για να αποτραπεί ο άµεσος κίνδυνος διατάχθηκε τότε από την Ταξιαρχία Ιππικού ο Επ/χος Σπυρίδων Μαρκόπουλος να µεταβεί στη δεξιά πλευρά που απειλούνταν και να ανατρέψει µε επέλαση το εχθρικό Ιππικό. Αυτός έφτασε µε την 3η Ίλη του 1ου Σ.Ι. στη θέση που πεζοµαχούσε η 2η Ιλη, απ'την οποία πληροφορήθηκε ότι δεν υπήρχε εχθρικό Ιππικό. Στην πραγµατικότητα ολόκληρη η 4η Ταξιαρχία του Τουρκικού Ιππικού βρισκόταν κρυµµένη σε παράπλευρο δάσος.

Ο Επ/χος επειδή είχε την άποψη ότι η διαταγή της Ταξιαρχίας έπρεπε να εκτελεστεί ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε συνθήκες, διέταξε και τη δεύτερη Ιλη να ιππεύσει και αφού τέθηκε επικεφαλής των δύο Ιλών επέλασε κατά του εχθρικού Πεζικού που κατείχε οργανωµένες θέσεις, µε αποτέλεσµα να σκοτωθεί ο ίδιος, άλλοι 3 Αξ/κοί, 50 Οπλίτες και 80 περίπου ίπποι και να καταστραφούν παντελώς οι δύο Ιλες. Αµέσως µετά απ'αυτά και αφού ανατράπηκε το δεξιό του 14ου Συν/τος Πεζικού και η µάχη, παρά τις ηρωικές και απέλπιδες προσπάθειες του Σ/χη Γ. Ζήρα, έκλινε οριστικά υπέρ των Τούρκων, αποφεύχθηκε η πλήρης καταστροφή χάρη στην γνώµη του Επιτελάρχη Ανχη Αλεξ. Παπάγου, να προπαρασκευάσει το Ιππικό διαδοχικές γραµµές συµπτύξεως του Πεζικού και να καλύψει τη σύµπτυξη του επιβραδύνοντας την εχθρική προέλαση.

Τελικά, οι απώλειες που είχαν υποστεί οι Τούρκοι δεν τους επέτρεψαν να προξενήσουν καµία άλλη ενόχληση στην σύµπτυξη των δυνάµεων µας. Στη µάχη αυτή έπεσαν νεκροί οι εξής Αξιωµατικοί του Όπλου: Επίλαρχος Μαρκόπουλος Σπυρίδων - Ίλαρχος Φορτούνας Νικόλαος - Ανθυπίλαρχος Παπανικολάου Νικόλαος - Εφ. Υπίλαρχος Κλώντζας Ιωάννης.

δ. Επέλαση στο Ακ-Μπουνάρ

Μετά τη µάχη στο Ουτς-Σεράι η Ταξιαρχία κινήθηκε προς το Ακ-Μπουνάρ. Στις 08 / 07 / 1921 εκδηλώθηκε η µεγάλη Τουρκική επιθετική επιστροφή κατά του Εσκί-Σεχίρ, η οποία επιµελώς σχεδιασµένη απέβλεπε στην καταστροφή και αιχµαλωσία όλων των Ελληνικών Μεραραχιών που βρίσκονταν στην περιοχή. Η ηµέρα αυτή είναι ηµέρα περίλαµπρη για το Ελληνικό Ιππικό. Κατ' αυτή η Ταξιαρχία Ιππικού επεσήµανε εγκαίρως την εχθρική αντεπίθεση και πληροφόρησε για τον εχθρικό ελιγµό, αποτρέποντας έτσι το φοβερό κίνδυνο.

Στη συνέχεια κάλυψε την επέµβαση των Μεραρχιών Πεζικού και τα κενά της διατάξεως και τελικά επενέβη αποφασιστικά στη µάχη στις 12:30 και προσέβαλε στο Ακ-Μπονάρ µε επέλαση του 3ου Σ.Ι. υπό τον Σ/χη Νικ. Βάρθη και τους Επ/χους Ιωαν. Τσαγγαρίδη και Γεωρ. Στανωτά, εχθρικές φάλαγγες που κινούνταν προς ενίσχυση της γραµµής µάχης. Η επέλαση έφτασε σε βάθος 4 χλµ. αποσυνθέτοντας εντελώς τον εχθρό και δίνοντας τη νίκη στα Ελληνικά όπλα. Σε αυτήν έπεσαν νεκροί από το σπαθί του Έλληνα Ιππέα πάνω από 500 Τούρκοι και αιχµαλωτίσθηκαν περίπου 100. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν ένας οπλίτης νεκρός, και αυτός από βολή Ελληνικού πολυβόλου, ελάχιστοι τραυµατίες, και µερικοί ίπποι νεκροί ή τραυµατισµένοι.

Τελικά η Ταξιαρχία στάθµευσε βόρεια από το Ακ-Μπουνάρ µε σκοπό να αναπαυθεί, επειδή η κατάσταση των ίππων δεν επέτρεπε τη συνέχιση της καταδίωξης του εχθρού. Το αποτέλεσµα αυτό αναφέρθηκε στην Στρατιά που αγωνιούσε για τις εξελίξεις.

2. Επιχειρήσεις Αυγούστου - Σεπτεµβίου του 1921

α. Η Πορεία προς τον Σαγγάριο Ποταµό

Μετά από διαταγή της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, η Ταξιαρχία µεταστάθµευσε από την περιοχή βόρεια του Εσκί-Σεχίρ στην περιοχή Σεϊντή-Γαζή. Η δύναµη της εξαιτίας των απωλειών στις προηγούµενες επιχειρήσεις είχε µειωθεί σε 550 σπάθες. Η κατάσταση των ίππων, πάλι, οι οποίοι ήταν γερασµένοι και εξασθενηµένοι, δεν επέτρεπε την ανάληψη µεγάλων αποστολών. Η κατάσταση αυτή των ίππων είχε αναφερθεί στη Στρατιά µε την υποσηµείωση ότι η Ταξιαρχία δεν µπορούσε να αναλάβει αποστολές µε διάρκεια µεγαλύτερη από δεκαπέντε ηµέρες. Επίσης πολλοί ίπποι ήταν απετάλωτοι λόγω ελλείψεως πετάλων.

Οργανικά η σύνθεση της Ταξιαρχίας παρέµενε η ίδια, ενώ τη Διοίκηση της Έφιππης Μοίρας των Πολυβόλων είχε αναλάβει ο Επίλαρχος Ιωαννίδης Βασίλειος. Στις 1 Αυγούστου 1921 η Ταξιαρχία ανέλαβε την αποστολή αναγνωρίσεων, καθώς επίσης και την κατάληψη άθικτων γεφυρών στον ποταµό Σαγγάριο. Οι γέφυρες αυτές όµως είχαν ήδη καταστραφεί από τους Τούρκους. Κατά την πρώτη αυτή ηµέρα απώθησε την 14η Μεραρχία του Τουρκικού Ιππικού που ελισσόταν επιβραδυντικά στα νότια της δεξιάς όχθης του Σαγγάριου.

Στις 3 Αυγούστου συναντήθηκε στον ποταµό Ακ Τσάιρ µε το Τουρκικό Σώµα Ιππικού υπό τον Φαχρεδίν Πασσά, στο οποίο ανήκαν οι 2η, 3η, 14η Μεραραχίες και η 4η Ταξιαρχία Ιππικού και το οποίο είχε εντολή να καλύπτει το II Σώµα του Τουρκικού στρατού, αλλά και να τηρεί επαφή µε τον προελαύνοντα Ελληνικό Στρατό. Από τις 04 / 08 / 1921, η Ταξιαρχία, κάτω από τη Διοίκηση του Β' Σώµατος Στρατού, συµµετείχε στην προέλαση προς την Αλµυρή Ερηµο. Μέχρι που αποφασίστηκε η διακοπή της προέλασης, η Ταξιαρχία συγκρουόταν συνεχώς µε υπέρτερες αριθµητικά δυνάµεις Τουρκικού Ιππικού και σε τρεις µάλιστα περιπτώσεις το ανάγκασε να συµπτυχθεί.

Στις 28 Αυγούστου ο Δ/κτής της Ταξιαρχίας Σχης Π. Νικολαίδης ανέλαβε καθήκοντα Επιτελάρχη του Β' Σ.Σ. και αντικαταστάθηκε στη Διοίκηση της Ταξιαρχίας από το Σχη Νικ. Βάθρη, ενώ τη διοίκηση του 3ου Σ.Ι. ανέλαβε ο Επχος Αργύριος Σταυρόπουλος. Οι µεταβολές αυτές ήταν προσωρινές. Από τις 29/08 άρχισε η επιστροφή παράλληλα µε την αριστερή όχθη του Σαγγάριου.


β. Επιστροφή από το Σαγγάριο

Η Ταξιαρχία επέστρεψε από το Σαγγάριο ποταµό µε τους ίππους της σε άθλια κατάσταση. Μερικές Ιλες είχαν αποµείνει µε µόνο 15 έφιππους άνδρες, ενώ οι υπόλοιποι µετέφεραν τους ίππους τους. Οι απώλειες σε ίππους λόγω εξασθένισης και κακουχιών ήταν πολύ µεγάλες και η δυνατότητα ανασυγκρότησης της Ταξιαρχίας προσέκρουε σε σοβαρές ελλείψεις. Αµέσως µετά την επιστροφή στο Εσκί Σεχίρ, την ∆ιοίκηση της Ταξιαρχίας ανέλαβε πάλι ο Σχης Νικολαϊδης Παναγιώτης. Η ανάπαυση των ίππων στην περιοχή επέφερε βελτίωση της κατάστασης τους. Όµως ο προβληµατικός εφοδιασµός τους σε τροφή δεν επέτρεπε την επαναφορά της Ταξιαρχίας σε αξιόµαχη κατάσταση.

Έτσι αποφασίστηκε η αποστολή των πιο εξασθενηµένων ίππων σε νοσοκοµείο κτηνών, µε τους δε υπόλοιπους συγκροτήθηκαν οι εξής έφιππες Μονάδες:

- Το 1ο Σύνταγµα Ιππικού.

- Η 3η Πυροβολαρχία της Μοίρας Πολυβόλων.

- Η Έφιππη Πυροβολαρχία.

Οι υπόλοιπες µονάδες, δηλαδή το 3ο Σύνταγµα Ιππικού, η 2η και 3η Πυροβολαρχία και το Απόσπασµα Καταστροφών, έµειναν χωρίς ίππους, αφού τους είχαν παραδώσει, έτσι ώστε να γίνει δυνατό να συγκροτηθούν οι έφιππες Μονάδες. Με αυτή την τροποποίηση της οργάνωσης της, η Ταξιαρχία διέθετε, γύρω στα τέλη Σεπτεµβρίου του 1921, την εξής δύναµη:

-Έφιππη δύναµη 330 σπαθών και 4 πολυβόλων.

-Πεζοπόρος δύναµη 360 τυφεκίων και 8 πολυβόλων.

- Έφιππη πολυβολαρχία µε δύναµη 4 πολυβόλων.

Καθώς αναµενόταν η συγκρότηση Μεραρχίας Ιππικού, µεταστάθµευσαν διαδοχικά στη Σµύρνη η Διοίκηση και το Επιτελείο της Ταξιαρχίας, το 1ο Σ.Ι. και το Απόσπασµα Καταστροφών. Τα τµήµατα που απέµειναν αποτέλεσαν το "Απόσπασµα Μεραρχίας Ιππικού", µε Διοικητή τον Σ/χη Ν. Βάθρη, στο οποίο ανατέθηκε η κάλυψη των κενών της διατάξεως του Νότιου Συγκροτήµατος. Στις αρχές Δεκεµβρίου µεταστάθµευσε στη Μαγνησία και η "Έφιππη Μοίρα Πολυβόλων" µε τις Πεζοπόρες Πολυβολαρχίες και απέµεινε έτσι το Απόσπασµα Μεραρχίας Ιππικού µόνο µε το 3ο Σ.Ι. και την 3η Πολυβολαρχία.

3. Συγκρότηση Μεραρχίας Ιππικού

Στις 16 Νοεµβρίου του 1921 η Στρατιά της Μικράς Ασίας εξέδωσε, µε αριθµό 247/93, διαταγή, µε την οποία η Ταξιαρχία Ιππικού µετατρέπονταν σε Μεραρχία µε τίτλο "Μεραρχία Ιππικού" και περιελάµβανε τις εξής µονάδες:

- Στρατηγείο και Ίλη Στρατηγείου

- Τρία Συντάγµατα Ιππικού

- Έφιππη Μοίρα Πολυβόλων

- Έφιππη Μοίρα Πυροβολικού

- Μοίρα Μεταφοράς Πυροµαχικών

- Απόσπασµα Καταστροφών

- Απόσπασµα Τηλεγραφητών µε ασύρµατο

- Ορεινό Χειρουργείο

- Ουλαµό Διανοµών και Εκµετάλλευσης

- Αγέλη Σφαγείων

- Πειθαρχικό Ουλαµό.

Η Διοίκηση της Μεραρχίας ανατέθηκε στον Υποστράτηγο Καλίνσκη Ανδρέα που προερχόταν από το Όπλο του Ιππικού και µέχρι εκείνη τη στιγµή ήταν Διοικητής της IX Μεραρχίας. Επίσης συγκροτήθηκε και το Επιτελείο της Μεραρχίας, που προέρχονταν από το Επιτελείο της Ταξιαρχίας, µε την εξής σύνθεση:

- Επιτελάρχης: Αντισυνταγµατάρχης Παπάγος Αλέξανδρος

- 1ο Γραφείο: Ιλαρχοι Στανωτάς Γεώργιος και Ιατρίδης Αθανάσιος

- 2ο Γραφείο: Ανθυπίλαρχος Νικολόπουλος Παναγιώτης

- 3ο Γραφείο: Ίλαρχος Χρυσοχόου Αθανάσιος

- Επιµελητεία: Ταγµατάρχης Επιµελητείας Παρίσης Κωνσταντίνος

- Υγειονοµική Υπηρεσία: Επίατρος Σερµπέτης.

Η συµπλήρωση της δυνάµεως της Μεραρχίας σε οπλίτες έγινε από παλιούς οπλίτες του Ιππικού που υπηρετούσαν σε διάφορες Μονάδες της Στρατιάς και από νεοσύλλεκτους της κλάσεως 1922, των οποίων η εκπαίδευση ανατέθηκε στο Έµπεδο Ιππικού που συγκροτήθηκε µε άλλη διαταγή της Στρατιάς. Η συµπλήρωση σε ίππους έγινε µε τη προµήθεια Ιρλανδικών ίππων και µε επίταξη µικρόσωµων εγχωρίων. Η Μεραρχία που συγκροτήθηκε και εκπαιδεύτηκε στην περιοχή της Σµύρνης, µεταστάθµευσε τον Απρίλιο στην περιοχή Ουσάκ. Εκεί στις 06 / 07 / 1922 παραδόθηκαν από τον Μέραρχο, Υπ/τγο Ανδρ. Καλίνσκη, µετά από Βασιλική εξουσιοδότηση και σε επίσηµη παράταξη, Πολεµικές Σηµαίες στα Συν/τα Ιππικού της Μεραραχίας.


Από τον Απρίλιο µέχρι τον Αύγουστο η Μεραρχία ανέλαβε διάφορες αποστολές, τις οποίες έφερε σε πέρας µε τα τµήµατα της, όπως την κατάληψη της περιοχής Σωκίων - Νέας Εφέσου που είχε εγκαταλειφθεί από τους Ιταλούς, την καταστολή της στάσεως των κατοίκων του Εµέτ κ.λ.π. Τον Ιούνιο διατάχθηκε η συγκρότηση και 4ου Συν/τος Ιππικού ως οργανικής Μονάδας της Μεραρχίας. Στις αρχές Αυγούστου 1922 η Μεραραχία από άποψη συγκροτήσεως των µάχιµων τµηµάτων της παρουσιάζει την ακόλουθη κατάσταση:

- 1ο Συν/γµα Ιττπικού:Ανχης Νικ. Βάσσος. 4 Ίλες από Ιρλανδικούς ίππους. Η ΙΙη Επιλαρχία αποσπασµένη στη Θράκη.

- 2ο Συν/γµα Ιππικού:Επχος Αρισ. Ρούσσης. 3 Ίλες από Ιρλανδικούς ίππους. Μία Ίλη χωρίς ίππους, λόγω έλλειψης ιπποσκευών.

- 3ο Συν/γµα Ιππικού:Επχος Αργ. Σταυρόπουλος. 4 Ίλες από µικρόσωµους εγχώριους ίππους. Η µία από τις Ίλες αποσπασµένη στο σηµείο στηρίγµατος Κιουτσούκ Καγιαλή.

- 4ο Συν/γµα Ιππικού:Ανιππο λόγω έλλειψης ιπποσκευών.

- Έφιππη Μοίρα Πολυβόλων: Επχος Βασ. Ιωαννίδης. 3 Πολυβολαρχίες των 2 Ουλαµών Πολ/λων από του παλιούς ίππους του 3ου Σ.Ι.

- Έφιππη Μοίρα Πυρ/κού:Τχης Πυρ. Βρασίδας Σοφιανός. 2 Πυροβολαρχίες. Η µία της πρώην Ταξιαρχίας Ιππικού και µία Πεδινή που µετασχηµατίστηκε σε Εφιππη.

- Ίλη Μηχανικού: Λοχαγός Μηχανικού Παν. Τρύφων. ∆ε συγκροτήθηκε λόγω έλλειψης ανδρών.

- Απόσπασµα Τηλεγραφητών:Περιλάµβανε τηλεφωνικά συνεργεία, οπτικούς σταθµούς και σταθµούς ασυρµάτου.

Στις 12 / 08 / 1922, παραµονή της µεγάλης Τουρκικής επιθέσεως, η πλειοψηφία της δύναµης της Μεραραχίας είχε διατεθεί, µε διαταγές της Στρατιάς, σε διάφορες αποστολές. Μετά όµως από πληροφορίες για µεγάλες Τουρκικές συγκεντρώσεις, η Μεραρχία ζήτησε από τη Στρατιά να συγκεντρώσει τις Μονάδες της για να είναι σε θέση να αντιµετωπίσει εισβολή του Τουρκικού Ιππικού.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜIKPΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ

1. Η Τουρκική Επίθεση του Αυγούστου 1922

Στις 04:30 της 13ης Αυγούστου 1922 άρχισε µε µεγάλη ένταση η Τουρκική επίθεση εναντίον του µετώπου που βρίσκονταν οι Ι και IV Μεραρχίες. Οι Τούρκοι Ιππείς κατάφεραν να διεισδύσουν στο εσωτερικό της Ελληνικής διάταξης και άρχισαν να καταστρέφουν τις τηλεφωνικές γραµµές, καθώς επίσης και µερικά τµήµατα της σιδηροδροµικής γραµµής προκαλώντας σύγχυση στις Ελληνικές δυνάµεις. Τµήµατα της Μεραρχίας Ιππικού ενίσχυσαν µε κάθε δυνατό τρόπο το µαχόµενο Πεζικό, όµως η απειλή που προερχόταν από το εχθρικό Ιππικό στα µετόπισθεν και ο κίνδυνος αποκοπής µεγάλων Μονάδων απορρόφησε τον κύριο όγκο της Μεραρχίας.

2. Η Μάχη στο Σαλιχλί

Η αµυντική µάχη στο Σαλιχλί την ώρα που οι Ελληνικές δυνάµεις βρίσκονταν σε υποχώρηση έχει ιδιαίτερη σηµασία, επειδή διατάχτηκε σε περίοδο που είχε καταρρεύσει το µέτωπο στη Μικρά Ασία και τα περισσότερα τµήµατα κινούνταν άτακτα προς τη θάλασσα, πιστεύοντας ότι εκεί βρισκόταν η σωτηρία. Η µάχη λοιπόν απέδειξε τη ζωτικότητα του Έλληνα µαχητή, και ιδιαίτερα το πνεύµα που διακατέχει τον Ιππέα, ο οποίος όταν διοικείται σωστά, εκτελεί το καθήκον του µε αυτοθυσία και ηρωισµό ακόµη και στις πιο κρίσιµες στιγµές και στις πιο άσχηµες ψυχολογικές συνθήκες. Η µάχη στο Σαλιχλί ήταν η τελευταία επιτυχηµένη µάχη που έδωσε ο Ελληνικός Στρατός στη Μικρά Ασία.

Η δράση των τµηµάτων της Μεραρχίας Ιππικού ήταν εξαιρετική, αφού απέτρεψε την κατάληψη των υψωµάτων Ν. Σαλιχλί, οπότε η αιχµαλωσία των υπολειµµάτων των Μεραρχιών του Νοτίου Συγκροτήµατος θα ήταν αναπόφευκτη.

3. Η Αποχώρηση από την Μικρά Ασία

Η Μεραρχία Ιππικού ακόµη και στις 24 Αυγούστου ανέφερε στη Στρατιά δια του Επιτελάρχου της ότι η Μεραρχία αποτελεί αξιόµαχη δύναµη και δεν έχει υποστεί κλονισµό και µπορεί να εκτελέσει την αποστολή της. Μολονότι είχε σαν αποστολή την κάλυψη του νοτίου συγκροτήµατος της Στρατιάς, η Μεραρχία Ιππικού διατάχθηκε µε την υπ' αριθµόν 6267/ 29/8/1922 Διαταγή να φθάσει όσο το δυνατό γρηγορότερα στον Τσεσµέ µε σκοπό την επιβίβαση της σε πλοία, αφήνοντας µόνο το 3ο Σύνταγµα Ιππικού στη διάθεση του Νοτίου Συγκροτήµατος. Από την 27η Αυγούστου 1922 τµήµατα της πεζοπόρου Επιλαρχίας του 4ου Συντάγµατος Ιππικού είχαν εκτελέσει τη δύσκολη αποστολή της εκκενώσεως της Σµύρνης, στην οποία εισέβαλε το Τουρκικό Ιππικό στις 10:00 της ίδιας ηµέρας.

Στις 30 Αυγούστου 1922 στις 13:30 η Μεραρχία έφθασε στον Τσεσµέ και στις 16:00 διατάχθηκε από τη Στρατιά η έναρξη της επιβίβασης των µεγαλόσωµων ίππων στο ατµόπλοιο "Βασιλιάς Κωνσταντίνος". Η επιβίβαση διήρκεσε µέχρι το µεσηµέρι της 1ης Σεπτεµβρίου. Η καθυστέρηση οφειλόταν στη µεγάλη απόσταση που είχε αγκυροβολήσει το ατµόπλοιο. Από το µεσηµέρι της 31ης Αυγούστου για την ίδια αποστολή είχε διατεθεί και το ατµόπλοιο "Αιών". Τα ζώα που επιβιβάσθηκαν ήταν 700 µεγαλόσωµοι ίπποι, 80 µουλάρια που χρησιµοποιούνταν για τη µεταφορά πολυβόλων και πυροβολικού, καθώς επίσης και 150 µικρόσωµοι ίπποι.

Τα υπόλοιπα ζώα η Στρατιά της Μ. Ασίας διέταξε να εγκαταλειφθούν στον Τσεσµέ, όπως νωρίτερα είχαν εγκαταλειφθεί και τα ζώα που χρησιµοποιούνταν για τις µεταφορές. Μπροστά στην απόλυτη άρνηση από την πλευρά της Στρατιάς να διαθέσει ατµόπλοιο για τη µεταφορά όλων των ζώων, το µόνο που πέτυχε η Μεραρχία, επικαλούµενη την αδυναµία εύρεσης ζώων στο εσωτερικό της Ελλάδας έτσι ώστε να µπορέσει να ανασυγκροτηθεί, ήταν οι µικρόσωµοι ίπποι του 3ου Συντάγµατος Ιππικού να µην εγκαταλειφθούν στον Τσεσµέ όπως είχε προαποφασισθεί. Έτσι, το 3ο Σύνταγµα επιβιβάστηκε στις 2 Σεπτεµβρίου µε όλα τα ζώα που είχε στη διάθεση του, εκτός από τα ζώα για τις µεταφορές.

Τα ατµόπλοια που µετέφεραν το Στρατηγείο της Μεραρχίας Ιππικού, το 1ο και 2ο Σύνταγµα της και την Έφιππη Μοίρα Πυροβολικού απέπλευσαν από τον Τσεσµέ το απόγευµα της 1ης Σεπτεµβρίου µε προορισµό τον Πειραιά όπου και έφτασαν στις 2 του µηνός. Το 3ο Σύνταγµα µεταφέρθηκε αρχικά στη Χίο, και στη συνέχεια µε τις υπόλοιπες Μονάδες και Σχηµατισµούς έφθασε στον Πειραιά. Έτσι συγκεντρώθηκε στην Αθήνα ολόκληρη η δύναµη της Μεραρχίας Ιππικού εκτός από την Επιλαρχία Παπαδιαµαντοπούλου (Ιη του 1ου Συντάγµατος Ιππικού).


Η Επιλαρχία αυτή είχε επιστρέψει από τη Θράκη στα Μουδανιά στις 16 Αυγούστου 1922, όπου και ανέλαβε πολλές αποστολές µε σκοπό την κάλυψη και την µε ασφάλεια σύµπτυξη προς Πάνορµο και Προύσα του Γ' Σώµατος Στρατού. Οι αποστολές αυτές ήταν απόλυτα επιτυχηµένες. Στις 2 Σεπτεµβρίου η Επιλαρχία που αποτελούσε το τελευταίο τµήµα του Γ' Σώµατος Στρατού διατάχθηκε να µεταβεί στον Πάνορµο µε σκοπό να επιβιβαστεί σε πλοία µε προορισµό τη Ραιδεστό. Η επιβίβαση έγινε στη διάρκεια της νύχτας της 2ας προς 3η Σεπτεµβρίου. Η Μικρά Ασία είχε εντελώς εκκενωθεί.

4. Στρατός του Εβρου

Μετά την εκκένωση της Μικράς Ασίας το 1ο, 2ο, 3ο και 4ο Συν/µα Ιππικού ανασχηµατίστηκαν αποτελούµενα από 4 Ίλες και Πυροβολαρχίες και στάθµευσαν στη Μακεδονία και τη Θράκη. Στην Μεραρχία Ιππικού, η οποία αποτέλεσε µία από τις µεγάλες Μονάδες του Στρατού του Εβρου, αρχικά υπάχθηκαν τα τρία πρώτα και έπειτα το τέταρτο. Τη διοίκηση της Μεραρχίας από τη Σεπτεµβριανή Επανάσταση του 1922 ανέλαβε ο Σ/χης Ιππικού Γεωρ. Σκανδάλης. Στις 24 / 07 / 1923 υπογράφηκε η συνθήκη της Λωζάννης, µεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Την ίδια ηµεροµηνία, έκλεισε και µία εποχή για το Ελληνικό Ιππικό, η εποχή της "εφίππου κατά µάζας ενεργείας".

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ 

Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία το Ιππικό ανέλαβε σπουδαίες αποστολές, στις οποίες ανταποκρίθηκε πάντα µε επιτυχία. Από τις πρώτες µέρες της κατοχής, το 3ο Σύνταγµα Ιππικού πρόσφερε εξαιρετικές υπηρεσίες για την εδραίωση της κατοχής και ασφάλειας. Κατά τις επιχειρήσεις του 1920, το 1ο και 3ο Συντάγµατα Ιππικού (που στη συνέχεια συνενώθηκαν σε Ταξιαρχία), διεκδικούν το µεγαλύτερο µέρος των επιτυχιών των Ελληνικών Όπλων, διότι πράγµατι αυτές οφείλονται σε ενέργειες τους.

Επιγραµµατικά αναφέρονται η κατάληψη της Φιλαδέλφειας από το 1ο Σ.Ι. στις 11 Ιουνίου, του Αξαρίου στις 10 Ιουνίου και του Κιρκαγάτς στις 11 Ιουνίου από το 3ο Σ.Ι., της Σόµα από την Ηµιλαρχία της Μεραρχίας Αρχιπελάγους και τέλος της Προύσσας στις 25 Ιουνίου από την Ταξιαρχία Ιππικού. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων του 1921, η Ταξιαρχία Ιππικού πληροφορεί, παρέχει ασφάλεια, µάχεται συντρέχουσα το πεζικό και αψηφώντας το πολλαπλάσιο εχθρικό Ιππικό, φέρει σε πέρας τις αποστολές της. Η ενεργητικότητα της εξασκεί επίδραση επί του αντιπάλου Ιππικού, το οποίο παρά την κολοσσιαία αυτού υπεροχή σε δυνάµεις, αποφεύγει τη συνάντηση µ' αυτήν.

Κατά τους αγώνες του Μαρτίου του 1921 παίζει το ρόλο της ταχυκίνητης εφεδρείας, δίνοντας σκληρές µάχες όπως πεζοµαχία στο Αβγκίν στις 14 Μαρτίου και η επέλαση στο Αϊνεγκιόλ στις 20 Μαρτίου. Κατά τους αγώνες Ιουνίου - Ιουλίου, σώζει στις 5 Ιουλίου το Απόσπασµα της XII ΜΠ, µε την ηρωική επέλαση της Επιλαρχίας Μαρκοπούλου. Στις 8 Ιουλίου, µε την επιθετική επιστροφή των Τουρκικών δυνάµεων για την κύκλωση και καταστροφή των Ελληνικών Μεραρχιών στο Εσκί Σεχήρ, µε τις ενέργειες της έδωσε τη νίκη στα Ελληνικά Όπλα, µε αποκορύφωµα την επέλαση του 3ου Σ. Ι. στο Ακ Μπουνάρ, που είχε ως αποτέλεσµα την αποσύνθεση του εχθρού.

Κατά τις µάχες του Σαγγαρίου τον Αύγουστο, παρέχει ασφάλεια στη µαχόµενη Στρατιά, απαγορεύοντας κάθε απειλή από το Τουρκικό Σώµα Ιππικού. Κι όλα αυτά παρότι η δύναµη της ήταν µόνο 550 σπάθες, οι περισσότεροι ίπποι ήταν γερασµένοι και απετάλωτοι, χωρίς νοµή και δεν µπορούσαν να προχωρήσουν παρά µόνο βάδην. Η αναληφθείσα το Αύγουστο του 1922 µεγάλη Τουρκική επίθεση βρίσκει την Ελληνική Στρατιά χωρίς να διαθέτει συγκεντρωµένο το Ιππικό της, µε αποτέλεσµα τις επιτυχίες του Τουρκικού Σώµατος ιππικού.

Με την έναρξη όµως της συγκεντρώσεως της, η Μεραρχία Ιππικού εξασφαλίζει τις συγκοινωνίες της Στρατιάς από την απειλή της 3ης Τουρκικής Μεραρχίας Ιππικού και µε τη µάχη του Σαλιχλί, αποτρέπει την αποκοπή της συµπτύξεως των Μεραρχιών του Νοτίου Συγκροτήµατος και τη βέβαιη αιχµαλωσία τους. Η Μεραρχία Ιππικού παρέµεινε µέχρι το τέλος άρτια συντεταγµένη και τελείως πειθαρχηµένη, µέσα στο γενικό κλίµα φυγής και διαλύσεως του µείζονος των Μονάδων και Σχηµατισµών του Στρατού. Από πλευράς τακτικής, το Ιππικό πεζοµάχησε σε πολλές περιπτώσεις, διατήρησε όµως και την παράδοση του χαρακτηριστικού έφιππου αγώνα του Όπλου, την επέλαση, όπως στις παλιές ιστορικές περιόδους, η οποία επαναλήφθηκε πολλές φορές µε µικρά και µεγάλα τµήµατα.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Β'

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου