Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Λαβύρινθοι του κόσμου που ζαλίζουν

Ξεχάστε χάρτες και GPS, μερικές φορές το να χάνεσαι είναι υπέροχο. Οι λαβύρινθοι πάντα συνάρπαζαν και διασκέδαζαν τους ταξιδιώτες σε όλο τον κόσμο- από την αρχαιότητα που οι Κρητικοί και οι Αιγύπτιοι έφτιαξαν τους πρώτους.

Πολλές φορές η περιπλάνηση μέσα τους είναι μια ξεχωριστή εμπειρία στη φύση- σε φυτά ή και σε πάγο, όπως για παράδειγμα μέσα στους λαβυρίνθους που ακολουθούν.
labyrnsatios1
Wiltshire, Βρετανία

labyrnsatios2
Castelo Branco, Πορτογαλία
labyrnsatios3
Κορνουάλη, Βρετανία
labyrnsatios4
Μουσείο Van Gogh, Άμστερνταμ
labyrnsatios5
Χαβάη
labyrnsatios6
Le labyrinthe des Sortilèges, Ribeauville, Γαλλία
labyrnsatios8
Kids Park Ice Maze
labyrnsatios7
Richardson Adventure Farm, Ιλινόις
labyrnsatios9
North Danville, ΗΠΑ
labyrnsatios10
Innerleithen, Σκωτία

Η ταχύτερη χελώνα στον κόσμο που έχει κερδίσει μια θέση στο βιβλίο Γκίνες

fastest-tortoise-with-owners_tcm25-395306Όταν ο Αίσωπος έγραφε το μύθο για τον λαγό και τη χελώνα, βάζοντας το ερπετό να νικήσει το θηλαστικό χάρη στην προσήλωσή του στον στόχο, σίγουρα δεν είχε γνωρίσει την Μπέρτι.

Σε αντίθετη περίπτωση στο μύθο η χελώνα θα είχε ένα επιπλέον συγκριτικό πλεονέκτημα πέραν της επιμονής της, αφού αποτελεί την ταχύτερη χελώνα του κόσμου.
Έχοντας κερδίσει τη θέση στα βιβλία των ρεκόρ Γκίνες, ο Γιουσέιν Μπολτ των ερπετών κατάφερε να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ πριν ένα χρόνο σε πάρκο του Ντάρχαμ, στη Μεγάλη Βρετανία, με τις μετρήσεις να δείχνουν ότι «τρέχει» με ταχύτητα 0,28 μέτρων το δευτερόλεπτο.
Με την επίσημη βράβευση του Μπέρτι να είναι πλέον γεγονός, πώς να μην δηλώνει περήφανος ο ιδιοκτήτης του, Μάρκο Καλτσίνι;


Βασανιστήριο και απειλή για την υγεία το πρωινό ξύπνημα - Ήρθε η επιστημονική δικαίωση!

Βασανιστήριο για ανθρώπους ηλικίας κάτω των 55 χαρακτηρίστηκε το ξύπνημα πριν τις 09.00. Νομίζετε ότι είναι κάποιου είδους πλάκα; Κι όμως, αυτό είναι το αποτέλεσμα έρευνας ενός κορυφαίου ειδικού του ύπνου, στο Ηνωμένο Βασίλειο.
 
Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης αναφέρει ότι είναι 'απειλή' το τόσο πρωινό ξύπνημα για την απόδοση των εργαζομένων, ηλικίας μέχρι και 55 ετών. Με ωράριο 09.00-17.00, το σώμα εξαντλείται εξαιτίας της έλλειψης ύπνου και παύει να είναι παραγωγικό. 
 
Το ξέρατε πως η έλλειψη ύπνου έχει βρεθεί να επηρεάζει την προσοχή και τη μακροπρόθεσμη μνήμη και να ενθαρρύνει την κατάχρηση ναρκωτικών και αλκοόλ; Ακόμη, μπορεί να αποτελέσει αιτία για πρόκληση συναισθημάτων όπως οργή, άγχος, πανικό ενώ συμβάλλει στην απότομη αύξηση βάρους και της υψηλής αρτηριακής πίεσης. 
 
Ο καθηγητής στο Βρετανικό Φεστιβάλ Επιστήμης στο Μπράντφορντ  Dr Kelley είπε:' Δε γίνεται να αλλάξουμε τους ρυθμούς του 24ώρου μας. Το σώμα πρέπει να εναρμονίζεται με το φως του ήλιου. Αυτό ισχύει περισσότερο στις φυλακές και τα νοσοκομεία. Ξυπνάνε τους ανθρώπους και τους δίνουν τροφή, ενώ δεν θέλουν. Εμείς είμαστε πιο πράοι επειδή είμαστε εντελώς έξω από αυτό. Η στέρηση ύπνου είναι ένα μαρτύριο.'
 
Άμεση ανάγκη από τους ειδικούς, είναι λοιπόν, η αλλαγή έναρξης εργασιών σε σχολεία και επαγγελματικούς χώρους και ο συγχρονισμός τους με το φυσικό ανθρώπινο ρολόι του οργανισμού.
 
Οι νέοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στη στέρηση ύπνου και την ημέρα του σχολείου θα πρέπει να φθάνουν στις 11 το πρωί, σύμφωνα με τον Δρ Κέλι. 'Στις εξετάσεις τους θα υπάρχει βελτίωση κατά 10%'. Ερευνητές ισχυρίζονται πως οι έφηβοι θα είναι σε καλύτερη θέση για να μάθουν και παράλληλα θα εμφανίζουν λιγότερα προβλήματα συμπεριφοράς.
 
Το Υπουργείο Παιδείας δήλωσε πως τα σχολεία στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι ελεύθερα να καθορίζουν τις δικές τους ώρες έναρξης και λήξης. 
 
Όλοι χαμογελάμε στο άκουσμα αυτής της έρευνας. Να ξυπνάμε με βάση τις δικές μας ανάγκες και μόνο όταν νιώθουμε χορτάτοι από ύπνο. Μήπως... κοιμόμαστε;
 
Είναι πλέον αποδεδειγμένο επιστημονικά, λοιπόν, ότι πρέπει τα ξυπνητήρια μας να γυρίσουν τους δείκτες τους στις 09.00, μόνο μετά την ηλικία των 55, όπου τότε ο οργανισμός δεν έχει ανάγκη από πολλές ώρες ύπνου για να είναι παραγωγικός

Αεροσκάφη αόρατα στα ραντάρ και τα μάτια

Η τεχνολογία που επιτρέπει αεροσκάφη stealth, αόρατα (για την ακρίβεια, με πολύ μικρό ίχνος) στα ραντάρ υπάρχει εδώ και δεκαετίες, και πλέον επιδιώκεται σχεδόν σε κάθε μαχητικό αεροσκάφος που αναπτύσσεται.

Ωστόσο, τεχνολογία που θα τα καθιστούσε αόρατα και στα μάτια (όπως στα διαστημόπλοια των Klingon και των Romulans του Star Trek, ή τη στολή του εξωγήινου «Predator») ήταν «επιστημονική φαντασία» για την αεροδιαστημική- τουλάχιστον, μέχρι τώρα, καθώς επιστήμονες του University of California, San Diego, έχουν δημιουργήσει σχέδια για μια συσκευή «cloaking».
Για τον σκοπό της τεχνολογίας αυτής χρησιμοποιείται υπόστρωμα τέφλον, με κυλίνδρους από κεραμικό- το οποίο είναι λεπτότητας άνευ προηγουμένου και δεν μεταβάλλει τη φωτεινότητα του φωτός γύρω από «κρυμμένα» αντικείμενα.
Το τέφλον έχει χαμηλό δείκτη διάθλασης, ενώ το κεραμικό υψηλότερο- με αποτέλεσμα το φως να μπορεί να διασκορπίζεται χωρίς να σημειώνεται απορρόφηση.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι «3 σε 1», καθώς το αεροσκάφος γίνεται αόρατο, μπορεί να έχει ταχύτερες τηλεπικοινωνίες και να συλλέγει ηλιακή ενέργεια γρηγορότερα (ως εκ τούτου πρόκειται για μια τεχνολογία η οποία ενδείκνυται για χρήση σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη- drones).
Σκοπός του σχεδίου είναι η δημιουργία μέσων που θα καθιστούν αόρατα τα αντικείμενα, διασπείροντας τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα (φως, ραντάρ) μακριά από το σκάφος, καθιστώντας πολύ πιο δύσκολο τον εντοπισμό του στα συγκεκριμένα μήκη κύματος.
Μεταϋλικά «εξαναγκάζουν» το φως να παρακάμψει ένα σημείο στον χώρο, με αποτέλεσμα το «cloaking»- την απομόνωσή του από εισερχόμενα ηλεκτρομαγνητικά κύματα.
Όπως αναφέρεται στο Armed With Science (το επίσημο επιστημονικό blog του αμερικανικού Πενταγώνου), παλαιότερες εκδοχές αυτής της τεχνολογίας προϋπέθεταν σειρά στρωμάτων για την κάλυψη ενός αντικειμένου.
Σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για ένα εξαιρετικά λεπτό σχέδιο, με ατποτέλεσμα την καλύτερη απόκρυψη του αντικειμένου.
Τα οφέλη που συνεπάγεται για τις ένοπλες δυνάμεις μια τέτοια τεχνολογία είναι κάτι παραπάνω από εμφανή- από αόρατα drones και μαχητικά αεροσκάφη, μέχρι απόλυτα καλυμμένες/ προστατευμένες εγκαταστάσεις.
Πέραν των εξοπλισμών, ο καινοτόμος χαρακτήρας αυτής της τεχνολογίας- με τη χειραγώγηση/ άσκηση ελέγχου στα κύματα του φωτός- είναι τέτοιος, που αναμένεται ότι σύντομα θα βρει εφαρμογή και σε άλλους τομείς, όπως στην ηλιακή ενέργεια, με διοχέτευση/ επικέντρωση του ηλιακού φωτούς σε συλλέκτες.

Γιγαντιαίος κυκλώνας 2.8 εκατομμυρίων βαθμών Κελσίου καταγράφηκε στον Ήλιο!

Ένας τεράστιος ανεμοστρόβιλος υπέρθερμου πλάσματος «σάρωσε» την πύρινη επιφάνεια του Ηλίου για 40 ώρες την περασμένη εβδομάδα.

Το διαστημικό σκάφος Solar Dynamics Observatory (SDO) της NASA που παρακολουθεί τον Ήλιο επί 24ώρου βάσεως κατέγραψε έναν εντυπωσιακό Ηλιακό ανεμοστρόβιλο, ο οποίος μαινόταν από την 1η Σεπτεμβρίου ως και την 3η Σεπτεμβρίου.
Τα μέλη της ομάδας του SDO εντυπωσιασμένα από το φαινόμενο έγραψαν στην περιγραφή τους στο βίντεο που δημοσίευσε το space.com: «Η θερμοκρασία των ιονισμένων σωματιδίων σιδήρου που παρατηρήθηκε σε αυτό το ακραίο φαινόμενο που καταγράφηκε στο υπεριώδες μήκος κύματος του φωτός ήταν περίπου 2,8 εκατομμύρια βαθμούς C.»
Δεν είναι η πρώτη φορά που το SDO έχει παρατηρήσει ένα τέτοιο φαινόμενο. Πέρυσι, για παράδειγμα, το διαστημικό σκάφος κατέγραψε πάλι έναν τεράστιο ανεμοστρόβιλο , όπως και το 2011 που ένας κυκλώνας περίπου πέντε φορές το μέγεθος της Γης «έτρεχε» με ταχύτητες έως και 300.000 km / h.
Για λόγους σύγκρισης, ένας ανεμοστρόβιλος εδώ στη Γη κατηγορίας 5 (η ισχυρότερη) αναπτύσσει ταχύτητες ανέμου μέχρι 500 χλμ/ώρα.
Δείτε το βίντεο:

Σκελετοί στη Νότιο Αφρική «ανήκουν σε άγνωστο είδος ανθρώπου»

Δύο χρόνια μετά, η ομάδα του παρουσιάζει τα ευρήματα από ένα δυσπρόσιτο σπήλαιο της Νοτίου Αφρικής: απολιθωμένα οστά από 15 ανθρώπους που ανήκουν σε ένα άγνωστο ως σήμερα είδος.

Ο Μπέργκερ και οι συνεργάτες του εξερεύνησαν το Σπήλαιο Ντενάλι, 50 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Γιοχάνεσμπουργκ, το οποίο είναι προσβάσιμο μόνο από μια σχισμή πλάτους 20 εκατοστών, η οποία κατεβαίνει σε βάθος 30 μέτρων μέσα στη σπηλιά. Ο ίδιος ο Μπέργκερ δεν κατάφερε να περάσει.
Αυτό που βρήκαν οι συνεργάτες του είναι η μεγαλύτερη συλλογή ανθρώπινων οστών στην ιστορία της παλαιοντολογίας. Με τις δύο πρώτες δημοσιεύσεις τους στην επιθεώρηση eLife (διαθέσιμες εδώ και εδώ), οι ερευνητές μας συστήνουν τον Homo naledi («ναλέντι» σημαίνει άστρο στη γλώσσα της φυλής των Σότο που ζει στην περιοχή).
Τα οστά δεν ήταν δυνατό να χρονολογηθούν, ένα σημαντικό πρόβλημα στην προσπάθεια των ερευνητών να τοποθετήσουν το νέο είδος στην κατάλληλη θέση του εξελικτικού μας δέντρου. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εξάλλου αν πρόκειται για άμεσο πρόγονό μας, ή, το πιθανότερο, για κάποιον μακρινό ξάδελφο.
Ο Δρ Μπέργκερ, παλαιοανθρωπολόγος του Πανεπιστημίου Ουιτγουότερσραντ στο Γιοχάνεσμπουργκ, υποψιάζεται, χωρίς όμως να μπορεί να το αποδείξει, ότι ο Homo naledi εμφανίστηκε κοντά στη ρίζα του γένους Homo πριν από 2,5 έως 2,8 εκατομμύρια χρόνια.
Σύμφωνα με τους συντάκτες της μελέτης ο Homo naledi είχε πέλματα, παλάμες και καρπούς παρόμοιους με του σύγχρονου ανθρώπου, όμως τα δάχτυλα και οι ώμοι του θυμίζουν πλάσμα που ζούσε στα δέντρα. Επιπλέον, ο εγκέφαλός του δείχνει δυσανάλογα μικρός.
«Ο H.naledi είχε μικροσκοπικό εγκέφαλο, περίπου στο μέγεθος του μέσου πορτοκαλιού, στην κορυφή ενός πολύ αδύνατου σώματος» αναφέρει ο Τζον Χοκς του Πανεπιστημίου του Ουισκόνσιν στο Μάντισον, μέλος της ερευνητικής ομάδας. Το πλάσμα είχε ύψος γύρω στο 1,5 μέτρο και βάρος περίπου 45 κιλών.
Πέρα από το ζήτημα της χρονολόγησης, που μένει να επιλυθεί, αυτό που απασχολεί περισσότερο την ερευνητική ομάδα είναι το πώς κατέληξαν τόσοι σκελετοί στο βάθος μιας τόσο δυσπρόσιτης σπηλιάς.
Ένα ενδεχόμενο είναι ότι η σπηλιά λειτουργούσε ως παγίδα μέσα στην οποία έπεφταν ανυποψίαστοι περαστικοί. Το πιο ενδιαφέρον ενδεχόμενο είναι ότι τα ανθρώπινα λείψανα ενταφιάστηκαν επίτηδες.
Σε αυτή την περίπτωση, τα ευρήματα στο σπήλαιο Ντενάλι θα αντιστοιχούσαν μακράν στις αρχαιότερες ενδείξεις ανθρώπινης ταφής.
Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν συμφωνούν όλοι ότι η ανακάλυψη αντιστοιχεί σε νέο είδος. Ο Τιμ Ουάιτ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς των ερευνητών μιλώντας στο Associated Press: «Με βάση όσα παρουσιάζονται, [τα απολιθώματα] ανήκουν σε έναν πρωτόγονο Homo erectus, ένα είδος που γνωρίζουμε από τη δεκαετία του 1800» είπε.

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Ηθική και νομιμότητα του έρωτα, στο Συμπόσιο του Πλάτωνα

Το εγκώμιο του Παυσανία
 
Αφού ολοκληρώνεται το εγκώμιο του Φαίδρου, ακολουθούν κάποιοι που ο αφηγητής του Συμποσίου δεν καλοθυμάται, κι ύστερα τον λόγο παίρνει ο Παυσανίας (ο ειδικός στα νομικά της παρέας και μάλλον εραστής του Αγάθωνα), που διαφοροποιεί τον Έρωτα σε δύο κατηγορίες. Καμία πράξη από μόνη της δεν είναι ούτε ωραία ούτε άσχημη, αλλά εξαρτάται από τα κίνητρα και τη μορφή της (μια από τις γενικές θέσεις του Σωκράτη). Άρα και ο έρωτας πρέπει να διαχωρίζεται σε ωραίο και άσχημο.
 
Η επιβεβαίωση έρχεται μέσα από τον μύθο και τη σύνδεση του θεού Έρωτα με την Αφροδίτη, αφού Αφροδίτη χωρίς Έρωτα δε νοείται. Αφού λοιπόν υπάρχουν δύο Αφροδίτες, αναγκαστικά θα υπάρχουν και δύο Έρωτες. Η μία Αφροδίτη είναι η Πάνδημη (κόρη του Δία και της Διώνης) και η άλλη η Ουρανία (κόρη του Ουρανού, χωρίς μητέρα). Ο Έρωτας της Πάνδημης είναι ο έρωτας των παρακατιανών, αυτών που ερωτεύονται στην τύχη αγόρια και γυναίκες, που αισθάνονται έλξη για τα σώματα περισσότερο από ό,τι για τις ψυχές, και μάλιστα για άτομα κατώτερου πνευματικού επιπέδου. Χωρίς λοιπόν να ενδιαφέρονται για το αν αυτά που κάνουν είναι για το καλό ή για το κακό, αφήνονται στην τύχη, και αυτό οφείλεται στο ότι η Πάνδημη Αφροδίτη είναι νεότερη από την Ουρανία, και στο ότι η σύλληψή της έγινε από αρσενικό και θηλυκό μαζί. Όπως ο Φαίδρος, ο Παυσανίας θεωρεί πως η αρχαιότητα ενός θεού του δίνει αξία (αργότερα θα δούμε τον Αγάθωνα να λέει το αντίθετο), πως αυτό από μόνο του είναι απόδειξη της ανωτερότητας ενός θεού από έναν άλλο. Και όπως και σε άλλους πολιτισμούς και άλλες θρησκείες (όπως και στον Χριστιανισμό), η συμμετοχή δύο γονέων στη γέννηση της θεότητας θεωρείται μολυσματική, ή καλύτερα, η απουσία του ενός γονέα θεωρείται απόδειξη καθαρότητας και αρετής. Όμως, ενώ συνήθως η παρθενογένεση σημαίνει απουσία πατέρα (έστω ανθρώπινου), όπου αυτή συνεπάγεται κάποια χαρίσματα του γόνου (και την έχουν αξιωθεί όχι μόνο θεοί όπως ο Ιησούς αλλά και άνθρωποι, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Τζένγκις Χαν), εδώ έχουμε μιαν αντιστροφή, αφού κατά τη γέννηση αξιώνεται απουσία της μητέρας.
 
 
Επειδή λοιπόν δεν συμμετείχε θηλυκό στη σύλληψη της Ουρανίας, αλλά μόνο ο Δίας, γιαυτό και ο Ουράνιος Έρωτας είναι ο έρωτας προς τα αγόρια. Όσοι εμπνέονται από αυτόν, «στρέφονται προς το αρσενικό, που από τη φύση του είναι προικισμένο με περισσότερη ρώμη και περισσότερο νου»σελ.117 (δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κείμενο γράφτηκε σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν μορφώνονταν). Αλλά και από αυτούς που εμπνέονται από αυτόν, δεν είναι όλοι ενάρετοι, γιατί κάποιοι στρέφονται προς παιδιά, ενώ άλλοι προς νέους, «που το μυαλό τους αρχίζει να ωριμάζει, πράγμα που συμπίπτει με την ώρα που φυτρώνει στα μάγουλα το πρώτο χνούδι» (να παρατηρήσουμε κι εδώ ότι δεν πρέπει να μας ξενίζει το νεαρό της ηλικίας στην συγκεκριμένη αυτή αναφορά, αφού στην αρχαία Ελλάδα και οι γυναίκες θεωρούνταν φυσιολογικό να παντρεύονται από τα 14 τους χρόνια). Όσοι ερωτεύονται αυτούς (τους νέους, όχι τα παιδιά) είναι έτοιμοι για κοινή παντοτινή συμβίωση και δεν θα κοροϊδέψουν τον νέο εκμεταλλευόμενοι την ανωριμότητά του. Οι άλλοι, που δεν έχουν ανώτερο ήθος, σπαταλούν ενέργεια σε αστάθμητες και απρόβλεπτες σχέσεις που κανείς δεν ξέρει πού θα οδηγήσουν την εξέλιξη των παιδιών και αν θα υιοθετήσουν ανώτερη ή κατώτερη ζωή σε σωματικό και ψυχικό επίπεδο. Προτείνει μάλιστα «να απαγορευτεί με νόμο η σύναψη ερωτικών σχέσεων με παιδιά» (πάντα εννοώντας αυτά που δεν έχουν βγάλει το πρώτο χνούδι στα μάγουλα). Η απονομιμοποίηση είναι απαραίτητη, γιατί οι «αγοραίοι» αυτοί εραστές έχουν γίνει η αιτία να διαβληθεί εξολοκλήρου ο έρωτας για νέους και να θεωρούν κάποιοι αξιοκατάκριτη την αφοσίωση στον νέο εραστή. Όμως «πώς είναι δυνατόν μια πράξη που εκδηλώνεται με τρόπο ευπρεπή και νόμιμο, να επισύρει την κατάκριση;»σελ.117.
 
Ενώ λοιπόν στην Αθήνα και στην Σπάρτη το θέμα του έρωτα θεωρείται εξ ορισμού περίπλοκο, άλλες πόλεις το βλέπουν πολύ απλοϊκά, και γιαυτό οι νόμοι τους είναι κακοί. Στην Ήλιδα και στη Βοιωτία «ο ισχύων κανόνας προβλέπει ότι είναι ωραίο να ενδίδει ο νέος στην επιθυμία του εραστή, πράγμα που κανείς, νέος ή ηλικιωμένος, δε θα χαρακτήριζε πρόστυχο». Ο Παυσανίας λέει πως αυτό συμβαίνει επειδή οι εκεί πολίτες δεν μπορούν να χειριστούν ικανοποιητικά τον λόγο, και άρα δεν θέλουν να «υποβάλλονται στον κόπο» να πείθουν οι εραστές τον νέο για τις καλές προθέσεις τους, αφού δεν είναι καλοί σε αυτό. Γιαυτό υπάρχει και η καθόλα αποδοχή των ερωτικών σχέσεων. Αντιθέτως, στην Ιωνία οι ερωτικές σχέσεις (με παιδιά αλλά και με νέους) θεωρείται ντροπή, εξαιτίας του αυταρχικού καθεστώτος, όπως ντροπή θεωρούνται και η φιλοσοφία και η επίδοση στον αθλητισμό. «Πιστεύω πως δε συμφέρει στους εξουσιαστές να διαθέτουν οι υπήκοοί τους υψηλά φρονήματα, ούτε και να καλλιεργούν ισχυρούς φιλικούς και κοινωνικούς δεσμούς, σαν αυτούς που σφυρηλατεί ο έρωτας, όπως άλλωστε η φιλοσοφία και η άθληση. Κι αυτό οι τύραννοι το έχουν συνειδητοποιήσει μέσα από την ίδια τη ζωή»σελ.117. Σαν παράδειγμα ο Παυσανίας φέρνει τους Τυραννοκτόνους, Αριστογείτονα και Αρμόδιο, που όταν στέριωσαν από έρωτα κατέλυσαν την εξουσία των τυράννων.
 
Όπου λοιπόν καθιερώθηκε αδιακρίτως ως προστυχιά η αφοσίωση του νέου στον εραστή, αυτό έγινε εξαιτίας της ηθικής κατωτερότητας των αρχόντων και της ανανδρίας των αρχομένων, και όπου θεωρήθηκε ανεπιφύλακτα ωραία, έγινε από την διανοητική οκνηρία των νομοθετών. Όπως είδαμε και στον λόγο του Φαίδρου, οι άνθρωποι αποφεύγουν τις αδικίες και προβαίνουν σε πράξεις αρετής πιο πολύ χάρη στη συντροφικότητα (και ακόμα περισσότερο χάρη στον έρωτα) παρά χάρη στα ιδανικά ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Άρα, σύμφωνα με όσα μας λέει ο Παυσανίας, αν οι πολίτες αφεθούν να γνωρίζουν ελεύθερα ο ένας τον άλλον, να επιχειρούν να γίνονται οι καλύτεροι που μπορούν και θέλουν να γίνουν, να αθλούνται και να φιλοσοφούν, δηλαδή να βελτιώνουν νου και σώμα αν αφεθούν λοιπόν να ερωτεύονται ελεύθερα δε θα μείνει χώρος για τους τυράννους να ζητάνε θυσίες από τον λαό και την πλήρη αφοσίωση των υπηκόων τους. Αυτός ο ελεύθερος έρωτας, με όσα συνεπάγεται και όσα απαιτεί (τιμή και αυτοθυσία, ειλικρίνεια και ορθό λόγο), θα καταπνίξει τα κάλπικα ιδανικά, θα υπερνικήσει ακόμα και τα ενάρετα, και θα αποτρέψει την εκμετάλλευση από τον άρχοντα. Πραγματικός έρωτας χωρίς ελευθερία και αυτονομία δε νοείται.
 
Στην Αθήνα, συνεχίζει ο Παυσανίας, ο κώδικας ερωτικής συμπεριφοράς είναι πιο προχωρημένος από αλλού, κάτι που οφείλεται στις κοινές αντιλήψεις των συμπολιτών του: Πρώτον, κοσμιότερη επιλογή θεωρείται να ερωτεύεται κανείς στα φανερά παρά στα κρυφά, και μάλιστα τα πιο ευγενή και σημαντικά πρόσωπα, ασχέτως του πόσο ευπαρουσίαστα είναι. Δεύτερον, ο εραστής ενθαρρύνεται και η ερωτική επιτυχία θεωρείται τιμή ενώ η αποτυχία εξευτελισμός. Εδώ προφανώς εννοείται όχι η εφήμερη επιτυχία μιας ερωτικής επιδίωξης, αλλά το ταίριασμα με αυτόν που αληθινά αρμόζει στον επίδοξο εραστή. Τρίτον, ο εραστής έχει την ελευθερία, στην προσπάθειά του να κατακτήσει έναν νέο, να προβεί στα πιο εξωφρενικά καμώματα και σε γελοία τερτίπια, χωρίς εξευτελισμό, και μάλιστα με επιβράβευση. Για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός της κατάκτησης ενός νέου, ούτε εχθροί ούτε φίλοι θα του συγχωρούσαν συμπεριφορές όπως αυτές του εραστή, που ικετεύει και θερμοπαρακαλεί, παίρνει ταπεινωτικούς όρκους, ξαγρυπνά μπροστά σε πόρτες και ξεπέφτει σαν δούλος τόσο που ούτε δούλοι θα καταδέχονταν, με τους μεν να τον κατηγορούν για κολακεία και δουλική συμπεριφορά, ενώ τους δε να τον νουθετούν και να ντρέπονται για λογαριασμό του. Αν σκοπός κάποιου ήταν να αφαιρέσει χρήματα από άλλο, να επιδιώξει αξιώματα ή να ασκήσει επιρροή, όλα αυτά θα ήταν ανεπίτρεπτα, αλλά ο άτυπος νόμος αφήνει τον εραστή να τα κάνει σαν να έκανε κάτι υπέροχο, χωρίς τον κίνδυνο κατάκρισης. Τέταρτο, ακόμα και επίορκος να γίνει κάποιος, αν το κάνει επειδή είναι ερωτευμένος, ο κόσμος θεωρεί ότι και οι θεοί θα τον συγχωρήσουν. Θεοί και άνθρωποι φαίνεται να έχουν παραχωρήσει στον εραστή απεριόριστα δικαιώματα, και μπορούμε να συμπεράνουμε ότι στην Αθήνα ο πραγματικός έρωτας «θεωρείται υπέροχο πράγμα»σελ.121, και μάλιστα ασχέτως σε ποιο φύλο απευθύνεται.
 
 Όταν όμως ο έρωτας είναι χυδαίος, γονείς και φίλοι του νέου προσπαθούν να τον προστατέψουν από τον επίδοξο εραστή. Χυδαίος ή πρόστυχος, είναι ο έρωτας ο στραμένος στο σώμα και όχι στην ψυχή. Ο χυδαίος αυτός εραστής είναι αναγκαστικά και άπιστος, αφού ο έρωτας για το σώμα, η ομορφιά του οποίου είναι εφήμερη, θα χαθεί μόλις το σώμα φθαρθεί. Ενώ ο εραστής με ήθος μένει πιστός μια ζωή, αφού θα είναι σαν οι δύο να ενώθηκαν αξεδιάλυτα. Ο περίγυρος του νέου λοιπόν προσπαθεί να αποφεύγονται οι χυδαίοι εραστές και να βρίσκουν ανταπόκριση οι ευπρεπείς, γιαυτό και ενθαρρύνονται μέσα από δοκιμασίες και αγώνες, για να διαπιστώνεται σε ποια κατηγορία όντως ανήκουν. Και γιαυτό κρίνεται πρόστυχο να ενδίδει κάποιος πολύ γρήγορα, αφού ο χρόνος είναι η καλύτερη δοκιμασία γνησιότητας.
 
Έτσι, αν κάποιος εραστής έχει αποδείξει ότι έχει καλό σκοπό, και αν ο ερωμένος επιλέξει εθελοντικά να «υποδουλωθεί» σε αυτόν, περιμένοντας ότι από εκείνον θα βελτιωθεί σε κάποιον πνευματικό ή αισθητικό τομέα, αυτό δεν αποτελεί ούτε εξευτελισμό ούτε κολακεία, αλλά είναι όφελος και για τους δύο. Οι ρόλοι του εραστή και του ερωμένου είναι σαφείς: «ο πρώτος προσφέρει νόμιμα οποιαδήποτε ερωτική εκδούλευση στον αφοσιωμένο ερωμένο και ο δεύτερος εξυπηρετεί νόμιμα τον εραστή που ενδιαφέρεται για την ηθική και πνευματική του προαγωγή. Αν ο πρώτος μπορεί να συμβάλει στην καλλιέργεια της φρόνησης και τη συγκρότηση του νέου, και αν ο δεύτερος θέλει να πλουτίσει την παιδεία και τις γνώσεις του, τότε και μόνο τότε, αφού οι αρχές τους συμπίπτουν, καταξιώνεται η αφοσίωση του νέου στον εραστή, σε καμιά άλλη περίπτωση. Με αυτές τις προϋποθέσεις και να πέσει κανείς θύμα απάτης δεν είναι ντροπή. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις όμως, είτε εξαπατηθεί είτε όχι, ο εξευτελισμός είναι δεδομένος»σελ.125. Αν κάποιος ερωμένος ικανοποιεί τον εραστή επειδή τον νομίζει πλούσιο ενώ δεν είναι, και αργότερα εξαπατηθεί μην λαμβάνοντας χρήματα, στα οποία αποκλειστικά απέβλεπε, τότε η ντροπή πέφτει και στους δύο. Στον έναν γιατί εξαπάτησε με την επίφαση πλούτου και στον άλλο γιατί έδειξε ότι θα έκανε τα πάντα για τα χρήματα. Αν από την άλλη, κάποιος νέος δοθεί σε εραστή για τα πνευματικά του χαρίσματα, που τελικά αποδειχτεί ότι δεν έχει, η ντροπή ανήκει μόνο στον εραστή, γιατί ο νέος αποδείχτηκε θύμα, και έδειξε ότι είναι έτοιμος να προσφέρει τα πάντα για να γίνει καλύτερος και να κατακτήσει την αρετή.
 
Όπως έλεγε και ο Σωκράτης, η αδικία βλάπτει περισσότερο αυτόν που την πράττει παρά τον αδικημένο. Ο αδικημένος θα δεχτεί άμεσο πλήγμα στο παρόν, αλλά σε βάθος χρόνου θα βγει κερδισμένος γιατί θα έχει δείξει τον πραγματικό του εαυτό. Κανένας αγώνας για σοφία δεν στερείται κινδύνων, και οι προδοσίες δείχνουν την αρετή αυτού που τις δέχεται, καθότι μόνο αυτός που είναι διατεθειμένος να ριψοκινδυνέψει για να αποκτήσει την αρετή, και είναι άρα ευάλωτος σε κινδύνους, θα κερδίσει εμπειρίες και γνώσεις που θα τον πλησιάσουν στον στόχο του. «Είναι γενναιότερο και ωραιότερο ναδικηθείς παρά ναδικήσεις, να εξαπατηθείς παρά να εξαπατήσεις» όπως έγραψε ο Συκουτρής στην Ηρωική Αντίληψη Της Ζωής.
«Άρα, τίποτα δεν είναι πιο αξιέπαινο από το να ανταποκρίνεται κανείς στον πόθο για χάρη της αρετής. Αυτός είναι ο αυθεντικός Έρωτας της Ουρανίας Αφροδίτης, ένας έρωτας ουράνιος και ανεκτίμητος για τις πολιτείες και τους πολίτες, αφού προάγει την αρετή τόσο των εραστών όσο και των ερωμένων»σελ.125.
 
Αν σήμερα όλα αυτά μας ακούγονται σε πρώτη ανάγνωση ξένα ή απαρχαιωμένα, ακόμα και σοκαριστικά ή και, για κάποιους, «επικίνδυνα», δεδομένης της έμφασης που δίνεται στην ομοφυλοφιλία, αυτό πιστεύω οφείλεται περισσότερο στο ότι δεν έχουμε συνηθίσει να μιλάμε για τον έρωτα, παρά στον, φαινομενικό μόνο, προοδευτισμό των λεγομένων του Παυσανία. Ο Παυσανίας εγκωμιάζει τον έρωτα γενικά, όχι συγκεκριμένα τον ομοφυλοφιλικό, τον οποίο καταλήγει να επαινεί αποκλειστικά, επειδή ο διαχωρισμός που κάνει στον έρωτα είναι πρωτίστως ηθικός. Γιατί μόνο ο ενάρετος έρωτας (που είναι και ο μόνος αυθεντικός) θα ωφελήσει τους ερωτευμένους για να τους οδηγήσει στην πνευματική ανόρθωση. Η θέση της γυναίκας όμως στην αρχαία Ελλάδα κάθε άλλο παρά ιδανική ήταν, με ελάχιστες να μορφώνονται και άρα να περνάνε την παραπάνω δοκιμασία του άξιου εραστή που έχει σκοπό τη βελτίωση του πνεύματος των ερωτευμένων. Αυτός είναι και ο λόγος που ο έρωτας μεταξύ των δύο φύλων μπορεί να νοηθεί από τον Παυσανία μόνο ως σαρκική έλξη*. Ο μόνος λόγος τελικά που ξεχωρίζει ηθικά τον ομοφυλοφιλικό έρωτα είναι περιστασιακός και όχι ουσιαστικός.
 
Στην πραγματικότητα όμως, ο Παυσανίας αποδεικνύεται, στον σημερινό αναγνώστη, αρκετά συντηρητικός, αφού αναδεικνύει ως άξιους «πολιορκούμενους» ερωμένους, αυτούς που αρνούνται την ερωτική σχέση μέχρι ο επίδοξος εραστής να αποδείξει την ποιότητά του, μέσα από δοκιμασίες και με την πάροδο του χρόνου, που θα φανερώσουν αν έχει καλό σκοπό ή όχι. Προδίδεται έτσι η αντίληψή του για τον έρωτα, σαρκικό ή πνευματικό, πως είναι κάτι «ιερό», που αν δεν γίνει με το κατάλληλο άτομο, οι συμμετέχοντες κατά κάποιον τρόπο θα μολυνθούν, όχι απλά χάνοντας την ευκαιρία μιας πιο ουσιαστικής σχέσης, αλλά αμαυρώνοντας τον εραστή και ταυτόχρονα τον ερωμένο κατά την ερωτική πράξη. Τι πιο μακρινό από τη σημερινή αντίληψη του γρήγορου έρωτα και της συλλογής «εμπειριών», μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος σύντροφος που θα επιβεβαιώσει την προσπάθεια και θα χαρίσει «ευδαιμονία», όπως κι αν την εννοεί ο καθένας; Το μοναδικό προκλητικό της οπτικής του Παυσανία τελικά, είναι το πόσο εύκολα και άμεσα μεταφέρει τη συζήτηση στον ομόφυλο έρωτα, όταν διαπιστώνει την αδυναμία του ενός φύλου να ανταποκριθεί στα δικά του πρότυπα. Τι προκλητικό υπάρχει όμως σε αυτό; Μόνο ο άκρατος συντηρητισμός θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον στη δυσαρέσκεια, όταν έρχεται αντιμέτωπος με μία τόσο ιδεαλιστική ή ιδανική (τελικά ρομαντική) εικόνα του έρωτα.
---------------------
* Θα μπορούσαμε εδώ βέβαια να κατηγορήσουμε τον Παυσανία με χαρακτηρισμούς όπως «σεξιστής» ή και «μισογύνης», και για την αποτυχία του να εντοπίσει το προφανές, ότι ο μόνος λόγος που οι γυναίκες της εποχής ήταν αμόρφωτες, ήταν άνδρες όπως ο ίδιος που δεν αναγνώριζαν το αυτονόητο της ισότητας των δύο φύλων αλλά αυτό δεν είναι επί του παρόντος. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι ο συγγραφέας του Συμποσίου χρησιμοποιεί γυναικείο πρόσωπο, τη Διοτίμα, για να δώσει το τελευταίο εγκώμιο του κειμένου, που καθορίζει και οριστικοποιεί τη συζήτηση.
-------------------
Χρησιμοποιήθηκε η μετάφραση του Δημήτρη Κοσμά από το:
Πλάτωνος Συμπόσιον (εκδ. Γνώση, 2011)
Για ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν:
Δημήτρης Σαραντάκος Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες; (εκδ. Γνώση, 2010)
Alfred-Edward Taylor Πλάτων, ο Άνθρωπος και το Έργο του (εκδ. ΜΙΕΤ, 2009)
Ησίοδος Θεογονία

Τα ομηρικά έπη και η ιστορία

Εξαιρετικά πολύπλοκη και ενδιαφέρουσα είναι και η σχέση των δύο ομηρικών επών με την ιστορία. Τόσο η Ιλιάδα όσο και η Οδύσσεια προϋποθέτουν τον τρωικό πόλεμο, επεισόδιο που για τους αρχαίους Έλληνες θεωρούνταν αυθεντικό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυθεντικότητα δεν σημαίνει ακριβή γνώση των ιστορικών γεγονότων, αλλά περισσότερο ό,τι οι αρχαίοι νόμιζαν ως πραγματικό γεγονός. Στη νεότερη εποχή παρόμοιες αντιλήψεις ενισχύθηκαν, έπειτα μάλιστα από τις ανασκαφές του αρχαιολόγου Ερρίκου Σλήμαν (Heinrich Schliemann, 1822-1890) και πολλών διαδόχων του στην Τροία (σημερινό Χισαρλίκ της ΒΔ Τουρκίας) και στην κυρίως Ελλάδα (Μυκήνες, Πύλος).
 
Υποστηρίχθηκε έτσι η άποψη ότι οι επονομαζόμενοι στα δύο ομηρικά έπη ως Αργείοι, Αχαιοί ή Δαναοί, που προέρχονταν από έναν παλαιότερο ένδοξο πολιτισμό, τον μυκηναϊκό (1600-1200 π.Χ.), κυρίευσαν με πολιορκία μια πόλη στην περιοχή του Ελλησπόντου, την Τροία, η οποία βρέθηκε να έχει καταστραφεί από φωτιά (περίπου 1100-1200 π.Χ.). Στο μεταξύ, η αποκρυπτογράφηση της γραμμικής Β το 1952 από τους Μάικλ Βέντρις (M. Ventris) και Τζον Τσάντγουικ (J. Chadwick), γλώσσας της μυκηναϊκής εποχής και πρώιμης μορφής της ελληνικής, που συντηρήθηκε στο ονοματολόγιο των δύο ομηρικών επών, ενίσχυσε την υπόθεση ότι μέσα από τη μακρά ποιητική παράδοση των δύο ομηρικών επών διασώθηκαν γεγονότα της ένδοξης μυκηναϊκής περιόδου. Η ένδοξη αυτή εποχή παύει να υπάρχει γύρω στο 1200, για να ακολουθήσει η παρακμή, η περίοδος των λεγόμενων «σκοτεινών χρόνων» (1100-800 π.Χ.), που συνδέεται με την κάθοδο των Δωριέων στον ελλαδικό χώρο.
 
Ως προς το ζήτημα της ιστορικότητας του τρωικού πολέμου, μέχρι και σήμερα, αρχαιολόγοι, ιστορικοί και φιλόλογοι, στηριζόμενοι τόσο σε αρχαιολογικά ευρήματα στον λόφο του σημερινού Χισαρλίκ όσο και σε σχετικά επιγραφικά και ιστορικά δεδομένα, επιχειρούν να συνδυάσουν το «όνειρο της Τροίας», που κέντρισε τη φαντασία ποιητών και καλλιτεχνών μετά τον Όμηρο, με την «πραγματική» ύπαρξη της πόλης των Χετταίων Βιλούσα (Wilus[s]a και Taruwisa/Trus[w]isa) -σημαντικό κέντρο εμπορίου που ταυτίζεται με την ομηρική πόλη Ἴλιος/Τροία- ενώ το εθνώνυμο Αχιγιάβα (Ahhiyawa) των χεττιτικών πηγών συνδέεται με τη χώρα των Αχαιών του Ομήρου, οι οποίοι επιτέθηκαν στην Τροία. Το συμπέρασμα είναι διπλό: το σκηνικό της ομηρικής αφήγησης είναι ιστορικό, και ο τρωικός πόλεμος εξαιρετικά πιθανός - που σημαίνει ότι πρέπει να πάρουμε τον Όμηρο στα σοβαρά.
 
Για τις προηγούμενες απόψεις έχουν διατυπωθεί οι επόμενες επιφυλάξεις. Τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν είναι, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, τόσο επαρκή και διαφωτιστικά, ώστε να αποδεικνύεται η βέβαιη εμπλοκή των μυκηναίων Αχαιών στην καταστροφή της Τροίας· πόσο μάλλον όταν η χρονολογία παρακμής των Μυκηνών και η καταστροφή της Τροίας χρονολογικά γειτονεύουν. Από την άλλη μεριά, η αναφορά λέξεων, κυρίως ονομάτων, της γραμμικής Β στα ομηρικά έπη δεν αποτελεί για πολλούς ειδικούς ικανό και ακλόνητο αποδεικτικό στοιχείο, για να εμπιστευθεί κάποιος και τα ίδια τα ιστορούμενα γεγονότα των δύο επών στις λεπτομέρειές τους. Εξάλλου, υπάρχει μεγάλη χρονική απόσταση (περίπου τετρακοσίων χρόνων) ανάμεσα στα δύο ομηρικά έπη και στην καταστροφή της Τροίας. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν η παράδοση των γεγονότων της μυκηναϊκής εποχής εκτιμηθεί συνεχής, έχει αναμφισβήτητα στο μεταξύ υποστεί μέσα στα έπη παραμορφώσεις, επεκτάσεις, επανερμηνείες, μετασχηματισμούς και προσαρμογές στα πολιτιστικά δεδομένα της εποχής του ποιητή.
 
Εξάλλου, η Οδύσσεια, καθώς επεκτείνεται στις θαλασσινές περιπλανήσεις ενός ήρωα, όπου προβάλλουν η σχεδόν απόκοσμη γεωγραφία και πολλά μαγικά και τερατικά στοιχεία, είναι ακόμη λιγότερο πιθανό να σχετίζεται άμεσα με την ιστορική πραγματικότητα. Σε σχέση με τον κλειστό κάπως ορίζοντα της Ιλιάδας, που αναφέρεται σε θρύλους ηρώων σε δεδομένο κάπως χώρο και χρόνο, το οδυσσειακό έπος ανοίγεται στον κόσμο της νοβελιστικής περιπέτειας και του παραμυθιού. Σημαντικά όμως στοιχεία του πολιτισμού, της οικονομίας και της πολιτικής, που συντηρούνται στα δύο έπη, συγχρονίζονται με την εποχή της σύνθεσής τους. Οι λεγόμενοι «σκοτεινοί χρόνοι», με τους αποικισμούς, την ακμή του θαλάσσιου εμπορίου και την περιφερειακή κοινωνική οργάνωση σε κοινότητες, από τις οποίες θα προκύψουν σύντομα οι πόλεις-κράτη, δεν εκτιμώνται σήμερα ως πλήρης παρακμή αλλά ως μεταβατική εποχή. Στο πλαίσιό της η αντιμετώπιση των νέων συνθηκών επέβαλε, μέσω της νέας αριστοκρατικής τάξης που είχε διαδεχθεί τους μυκηναίους βασιλείς, την αναζήτηση δρόμων επικοινωνίας με την παράδοση. Τέλος, τα δύο ομηρικά έπη είναι έργα λογοτεχνίας και όχι ιστορίας ή χρονογραφίας. Μ᾽ αυτή την έννοια, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν είναι τόσο λειψά παραδείγματα ιστορίας όσο έργα ποιητικής δημιουργίας, τα οποία, μέσα από μια πανελλήνιου χαρακτήρα προοπτική, διηγούνται το πώς οι Έλληνες του 8ου αι. π.Χ. έβλεπαν το ένδοξό τους παρελθόν.
 
Ύφος και γλώσσα
Η γλώσσα των ομηρικών επών είναι κράμα λέξεων, δομών και διαλεκτικών τύπων από διαφορετικές περιοχές και βαθμίδες της μακραίωνης εξέλιξης της ελληνικής από τη μυκηναϊκή εποχή μέχρι περίπου το 700 π.Χ. Στον κορμό της η γλώσσα των επών είναι ιωνική, περιέχει όμως και αιολικούς τύπους (βλ. διεξοδικότερα, Α.-Φ. Χριστίδης 2005, κεφ. 8 κ.ε.). Συντηρούνται επίσης πολλοί αρχαϊσμοί, με τις τεχνητές τους προσαρμογές, που ανάγονται σε πολύ παλαιότερες περιόδους, όταν οι διάλεκτοι δεν είχαν ολότελα διαφοροποιηθεί. Πρόκειται επομένως για μείγμα τόπων από διαφορετικές διαλέκτους ή διαφορετικές βαθμίδες της εξέλιξης των διαλέκτων αυτών, το οποίο δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά και διαμιάς, αλλά καλλιεργήθηκε στο πλαίσιο της προφορικής παράδοσης (βλ. και παρακάτω).
 
Ο έντονα πολυδιαλεκτικός χαρακτήρας της ομηρικής γλώσσας την καθιστά λίγο πολύ τεχνητή, ώστε δύσκολα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως γλώσσα επικοινωνίας σε δεδομένο τόπο και συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ήταν βέβαια οικεία στον ποιητή και στο ακροατήριό του, την ίδια στιγμή όμως διαφοροποιούνταν σημαντικά από τις τρέχουσες γλωσσικές χρήσεις της εποχής. Και όμως, πλάι στο παραδοσιακό ηρωικό ύφος, συχνά κάνουν την εμφάνισή τους λέξεις και εκφράσεις της καθημερινής ζωής. Σε κάθε περίπτωση η γλώσσα των δύο ομηρικών επών είναι ειδικού τύπου, με δικό της αναμφισβήτητα κώδικα, η οποία όμως μπορούσε να εκσυγχρονίζεται και να εξελίσσεται, ενσωματώνοντας τύπους από σύγχρονες διαλέκτους και παρακολουθώντας τους μηχανισμούς της λογοτεχνικής γλώσσας της εποχής. Σε μεταγενέστερα χρόνια, εξαιτίας της ακτινοβολίας που απέκτησαν τα έπη, η γλώσσα τους καθιερώθηκε ως «λογοτεχνική διάλεκτος».
 
Η μακραίωνη καλλιέργεια της γλώσσας των δύο επών στο πλαίσιο της προφορικής επικής παράδοσης της προσδίδει χαρακτήρα τυπικό. Ο τυπικός χαρακτήρας στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται σε στερεότυπα μερίδια λόγου (λέξεις-φράσεις-στίχους και θέματα), που διευκολύνουν το έργο της σύνθεσης. Στη σχηματική τους διαίρεση δύο είναι οι βασικοί τύποι της γλώσσας των επών: ο εκφραστικός και ο θεματικός. Ο πρώτος, ο εκφραστικός τύπος ή «λογότυπος», περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενες, ονοματικές ή ρηματικές, φράσεις (λ.χ. θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη = η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας· ὣς φάτο = έτσι μίλησε), ακόμη και ολόκληρους στίχους (τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη = αμέσως ανταπάντησε, τα μάτια λάμποντας, η θεά Αθηνά). Ο δεύτερος τύπος, ο θεματικός, αποδίδει τον παραδοσιακό όρο «θέμα» και περιλαμβάνει: (α) επαναλαμβανόμενες, μικρής σχετικά έκτασης, δραστηριότητες (ικεσία, θυσία, οπλισμός), που ονομάζονται και «τυπικές σκηνές»· (β) ιστορίες με έναν παραδοσιακό θεματικό πυρήνα (λ.χ. το θέμα της αρπαγής μιας γυναίκας)· (γ) τις δομές των εκτενών παραδοσιακών ιστοριών (λ.χ. ένας ήρωας εξαφανίζεται, προκαλώντας οδύνη στους οικείους του, και τελικά επιστρέφει)· (δ) τα «μεγαθέματα» (όπως ο πόλεμος, η ομιλία και ο νόστος), που συγκροτούν την πλοκή εκτενών παραδοσιακών ιστοριών στο σύνολό τους.
 
Οι στερεότυπες φράσεις εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο τις ανάγκες της προφορικής, έμμετρης σύνθεσης. Το επικό μέτρο ήταν προσωδιακό. Στηριζόταν δηλαδή στη διαδοχή μακρών και βραχειών συλλαβών. Ρυθμική μονάδα του αρχαϊκού έπους είναι ο δακτυλικός εξάμετρος στίχος.
 
Σύνθεση, εκφορά, μετάδοση
Στον διαλεκτικό, εν μέρει τεχνητό, χαρακτήρα της γλώσσας των επών, μαζί με την τυπολογία και το μέτρο, συνέβαλε καθοριστικά και το γεγονός ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια ανήκουν στον κορμό της παραδοσιακής προφορικής ποίησης. Προφορικότητα στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει ότι ένα παραδοσιακό τραγούδι συντίθεται, απαγγέλλεται και μεταδίδεται προφορικά. Ως προς την προφορική απαγγελία και τη μετάδοση των δύο ομηρικών επών δεν τίθεται μάλλον ζήτημα, εφόσον το σχετικό αποδεικτικό υλικό που διαθέτουμε σήμερα δείχνει ότι το σύνολο της πρώιμης, επικής και λυρικής, ποίησης εκτελείται και κυκλοφορεί προφορικά έως και τον 5ο αι. π.Χ. Σήματα εξάλλου προφορικής εκτέλεσης ενός τραγουδιού συντηρούνται κυρίως μέσα στην Οδύσσεια με τις συνοπτικές αοιδές του Φήμιου στην Ιθάκη και του τυφλού Δημοδόκου στη Σχερία. Παραμένει ωστόσο το ερώτημα της προφορικής σύνθεσης των δύο ομηρικών επών, το οποίο και περιπλέκεται, δεδομένου ότι το αλφάβητο εγκαινιάζεται στον ελλαδικό χώρο το νωρίτερο στις αρχές του 8ου αι. π.Χ.
 
Την άποψη ότι τα ομηρικά έπη έχουν συντεθεί προφορικά, δίχως την οποιαδήποτε υποστήριξη της γραφής, εισηγήθηκε γύρω στα τέλη με αρχές της δεκαετίας του 1930 ο αμερικανός ερευνητής Μίλμαν Πάρυ (Milman Parry, 1902-1935), ο οποίος συγκρότησε τη λεγόμενη «θεωρία της προφορικής σύνθεσης». Σύμφωνα μ᾽ αυτή τη θεωρία, η σύνθεση ενός προφορικού τραγουδιού γίνεται τη στιγμή που αυτό εκφέρεται από τον αοιδό μπροστά στο ακροατήριο, με βάση τον απομνημονευτικό αυτοσχεδιασμό, πάνω σ᾽ ένα πλούσιο, παραδοσιακό και τυπικό υλικό σε λέξεις, φράσεις, στίχους και θέματα. Καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία της προφορικής σύνθεσης παίζει ο δακτυλικός εξάμετρος, καθώς στις μετρικές του υποδοχές προσαρμόζονται κατάλληλα οι παραδοσιακοί λογότυποι, κοινό κτήμα των ποιητών που δρουν σε μια δεδομένη παράδοση. Από τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος του έργου του αοιδού προορίζεται για ακροατές και στηρίζεται στον αυτοσχεδιασμό, οι έτοιμες φράσεις, με τα ποικίλα διαλεκτικά τους χαρακτηριστικά που προσαρμόζονται σε συγκεκριμένες μετρικές υποδοχές, αποδεικνύονται χρήσιμες και άκρως λειτουργικές στη διαδικασία της σύνθεσης. Η όλη προφορική διαδικασία σύνθεσης εφαρμόστηκε σε έρευνες που έκανε ο Πάρυ και στη συνέχεια ο μαθητής του Άλμπερτ Λορντ (Albert B. Lord), σε ομάδες βάρδων σε περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας· από εκεί μεταφέρθηκε ως ερμηνευτικό σχήμα που θα μπορούσε να εξηγήσει τη σύνθεση των ομηρικών επών.
 
Η θεωρία της προφορικής σύνθεσης συνέβαλε καθοριστικά στη μελέτη της φύσης της γλώσσας των επών. Εξήγησε σε πολλά σημεία τον διαλεκτικό και ειδικό της χαρακτήρα, διαφώτισε τη λειτουργία του μέτρου, και φάνηκε, στην αρχή τουλάχιστον, ότι έλυσε και το περίφημο ομηρικό ζήτημα, καθώς λεξιλογικά στοιχεία των επών, που αποδίδονταν σε διαφορετικούς ποιητές ή σε διαφορετικά στρώματα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, θεωρήθηκαν ότι προέρχονται από το πλούσιο υλικό της προφορικής παράδοσης.
 
Στα μεταγενέστερα χρόνια η θεωρία της προφορικής σύνθεσης συστηματοποιήθηκε, αλλά και τροποποιήθηκε σε σημαντικό βαθμό, με αποτέλεσμα να υιοθετούνται τάσεις πιο σύνθετες ή συνδυαστικές. Ο πλήρης, κατ' αρχάς, διαχωρισμός ανάμεσα στην προφορική και στη γραπτή σύνθεση των ομηρικών επών θεωρείται σήμερα κάπως μηχανιστικός ή απλουστευτικός. Υποστηρίζεται, για παράδειγμα, ότι ένας πεπειραμένος και δεξιοτέχνης αοιδός μπορούσε, εκτός από το να αυτοσχεδιάζει, να συνθέτει ατομικά, λίγο πριν από την απαγγελία, το παραδοσιακό του τραγούδι. Μπορούσε ακόμη να στοχάζεται και να απομνημονεύει όχι μόνο τυπικές λέξεις, φράσεις και στίχους, αλλά και τεχνικές, θέματα και σχέσεις μεταξύ φράσεων, στίχων και θεμάτων, ώστε το αποτέλεσμα της σύνθεσής του να τρέπεται από εφήμερο ψυχαγωγικό έργο σε μνημειακή, ολοκληρωμένη ποιητική σύνθεση. Ακόμη, η παρουσία ενός κεντρικού σχεδίου (με αρχή, μέση και τέλος), αλλά και οι σύνθετες τεχνικές που εφαρμόζονται στα ομηρικά έπη μάς υποχρεώνουν να δεχθούμε ότι δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν προϊόντα απρόσωπων απαγγελιών και, προπάντων, να συντεθούν σε περιβάλλον όπου δεν υπήρχε η γραφή. Με δεδομένη μάλιστα την άποψη ότι, στην αρχή τουλάχιστον της εμφάνισής της, η γραφή όχι μόνο δεν εξαφανίζει τον προφορικό λόγο, αλλά υποστηρίζει την κυκλοφορία του, το ενδεχόμενο τα δύο ομηρικά έπη να έχουν συντεθεί με την υποστήριξή της είναι εξαιρετικά πιθανό. Κρίνεται έτσι φρονιμότερη η υιοθέτηση της άποψης ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια μόνον ως προς την καταγωγή τους είναι προφορικά έπη.
 
Στο ζήτημα του χρόνου της καταγραφής των επών και πάλι οι γνώμες διχάζονται: οι πιστοί οπαδοί της προφορικής σύνθεσης υποστηρίζουν ότι ο Όμηρος δεν γνώριζε γραφή, υπαγόρευσε όμως τα έργα του σε εγγράμματους ομοτέχνους του ή γραφείς, ώστε το έργο του να αποκτήσει διαχρονική σημασία. Άλλοι υιοθετούν την πιο ελκυστική υπόθεση ότι το αλφάβητο λειτούργησε, νωρίς ήδη, ως μέσο διατήρησης της μνημειακής επικής ποίησης. Αυτό πάντως που έχει σημασία είναι ότι, ανεξάρτητα από την πρώιμη ή μεταγενέστερη καταγραφή τους, τα δύο ομηρικά έπη συνέχισαν να μεταδίδονται προφορικά. Μέχρι που τον 6ο αι. π.Χ., σύμφωνα με μεταγενέστερες πηγές, την εποχή του Σόλωνα, του τυράννου Πεισιστράτου ή του γιου του Ίππαρχου, δημιουργείται το πρώτο «κλασικό» γραπτό κείμενο του Ομήρου, προκειμένου να χρησιμοποιείται από τους ραψωδούς που απήγγελλαν τα δύο έπη στα Παναθήναια.
 
Ως προς το παραδοσιακό υλικό των επών, τους λογοτύπους, σήμερα γίνεται δεκτό ότι, εκτός από τη μετρική τους χρησιμότητα, που διευκολύνει αναμφισβήτητα το έργο της σύνθεσης, διαθέτουν ποιητικό νόημα και σημασία ανάλογα με τα εκάστοτε συμφραζόμενα. Όταν, για παράδειγμα, ο γέροντας Πρίαμος γονυπετής φιλάει τα αντροφόνα χέρια του Αχιλλέα, η φράση χεῖρας […] | ἀνδροφόνους (Ω 478-479) δεν είναι μόνο μετρικά χρήσιμη και τυπική, αλλά διαθέτει ιδιαίτερη λειτουργική σημασία. Επομένως, το ποιοι λογότυποι θα χρησιμοποιηθούν σε μια δεδομένη αφηγηματική περίσταση δεν καθορίζεται μόνο από τους μετρικούς λόγους αλλά και από το παραδοσιακό νόημα των λογοτυπικών συνδυασμών, που έρχονται από τη μακρά προφορική παράδοση. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι τυπικές ονοματικές φράσεις πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς και πολύμητις Ὀδυσσεύς έχουν την ίδια μετρική αξία. Κι όμως, τα δύο ονόματα δεν ανταλλάσσουν ποτέ τους οικείους προσδιορισμούς τους: το πολύμητις δηλαδή δεν εμφανίζεται ποτέ δίπλα στον Αχιλλέα, ούτε το πόδας ὠκὺς ως συνοδευτικό χαρακτηριστικό του Οδυσσέα.
 
Τέλος, την ίδια αντιστοιχία και ευελιξία προς το περιεχόμενο παρουσιάζουν και οι θεματικοί τύποι (οι τυπικές σκηνές και τα θέματα), που χρησιμεύουν στη σύνθεση των επών στο σύνολό τους. Παρατηρείται δηλαδή ότι, ανάλογα με τα εκάστοτε συμφραζόμενα, οι τυπικές σκηνές και τα θέματα μπορεί να παραλλάσσονται, να συμπτύσσονται ή να επεκτείνονται, ενώ απόμακρες τυπικές δραστηριότητες (για παράδειγμα, οι ικεσίες του Χρύση και του Πριάμου στην αρχή και στο τέλος της Ιλιάδας) μπορεί να συνδέονται μεταξύ τους με ποικίλους τρόπους. Γενικότερα, μορφή και νόημα στα ομηρικά έπη βρίσκονται σε στενή σχέση και συνεχή επικοινωνία.
 
Η πρόσληψη της επικής διήγησης
Το αφηγηματικό υλικό της προφορικής επικής ποίησης απαρτίζεται σε μεγάλο μέρος της από παραδοσιακά θέματα, τα οποία ήταν ήδη γνωστά στον ακροατή. Οικείο και επίσης γνωστό ήταν το μέσο, η λογοτυπική δηλαδή γλώσσα του εξάμετρου στίχου. Το ερώτημα κατ᾽ επέκταση που τίθεται είναι με ποια κριτήρια το ακροατήριο εκτιμούσε ως εξαιρετική ή υψηλή την επίδοση ενός αοιδού, ο οποίος χειριζόταν ένα θέμα γνωστό και οικείο ως προς το περιεχόμενο και τη μορφή του.
 
Από τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουν οι εσωτερικοί ακροατές της Οδύσσειας τα τραγούδια των αοιδών, κυρίως του Δημοδόκου, διαπιστώνεται ότι βασικό κριτήριο ήταν ο ξεχωριστός τρόπος με τον οποίο χειριζόταν ο αοιδός το παραδοσιακό του υλικό. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ένας δεξιοτέχνης αοιδός, προκειμένου να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον των ακροατών στην παρακολούθηση της διήγησης, μπορούσε, και έπρεπε, να χειρίζεται με άνεση και ευελιξία την παραδοσιακή γλώσσα· να παρουσιάζει δικαιολογημένη την εξέλιξη της επικής δράσης και να οργανώνει με οικονομημένο τρόπο τα ιστορούμενα γεγονότα· ακόμη, να είναι σε θέση να συντάσσει τη διήγηση με ενάργεια, παραστατικότητα και αληθοφάνεια· τέλος, να προκαλεί την ένταση και την αδημονία του ακροατή για το πώς θα εξελιχθούν τα δρώμενα.
 
Στη σύνθεση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας αναγνωρίζονται τα προηγούμενα χαρακτηριστικά σε σημαντικό βαθμό. Και στα δύο έπη εντοπίζονται ίχνη από μυθολογικά ή νοβελιστικά θέματα, συνδεδεμένα σε άλλα έργα με διαφορετικούς ήρωες (θέμα της οργής, νόστοι, κατάβαση στον Άδη). Απαντούν επίσης υπαινιγμοί σε μυθολογικά κατορθώματα ηρώων (λ.χ. η Αργοναυτική εκστρατεία) ή παλαιές έριδες των ολυμπίων θεών, προκειμένου να αποκαταστήσουν τη θεϊκή τάξη και να εδραιώσουν την ιεραρχία τους. Γίνονται τέλος αναφορές σε θέματα του τρωικού πολέμου και των γεγονότων που τον ακολούθησαν (στην κρίση του Πάρη, στη συγκέντρωση του στόλου και των αρχηγών στην Αυλίδα, στην άλωση της Τροίας, στον θάνατο του Αχιλλέα, στη μελλοντική αναχώρηση του Οδυσσέα από την Ιθάκη). Όλα αυτά τα θέματα σε μεγάλο μέρος τους φιλοξενούνται στο κύριο υλικό των μεταγενέστερων αποσπασμάτων του επικού κύκλου (Κύπρια, Αιθιοπίς, Νόστοι, Τηλεγόνεια).
 
Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι το πλούσιο αυτό παραδοσιακό υλικό δεν περνάει στα δύο έπη αυτούσιο, αλλά με υπαινικτικό και άκρως επιλεκτικό τρόπο, προκειμένου να εξυπηρετήσει, σε μια νέα πλέον προοπτική, τις ανάγκες της αφηγηματικής πλοκής των δύο επών. Προπάντων, το παραδοσιακό υλικό στα ομηρικά έπη (σε αντίθεση προς τα αποσπάσματα του επικού κύκλου όπου τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο, δίχως η αφήγηση να επικεντρώνεται σ᾽ έναν ξεχωριστό ήρωα) οργανώνεται γύρω από έναν κεντρικό θεματικό άξονα (τη μῆνιν στην Ιλιάδα και τον νόστο στην Οδύσσεια) και έναν βασικό πρωταγωνιστή (τον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα). Την άρτια οργάνωση του υλικού των δύο ομηρικών επών έναντι των υπολοίπων του επικού κύκλου τονίζει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του (23.1): «[…] και σε τούτο ο Όμηρος είναι θεσπέσιος, όταν τον συγκρίνουμε με τους άλλους. Δηλαδή δεν καταπιάστηκε να κάμει ποίημα ολόκληρο τον τρωικό πόλεμο, αν και έχει αρχή και τέλος. Αν το έκαμε, ο μύθος θα ήταν μεγάλος και όχι ευσύνοπτος. Αν πάλι είχε μικρότερο μέγεθος ο πόλεμος, τότε θα ήταν πάρα πολύ περίπλοκος εξαιτίας της ποικιλίας των γεγονότων. Τώρα όμως, αφού ο Όμηρος διάλεξε ένα μέρος, από τα υπόλοιπα χρησιμοποιεί πολλά σαν επεισόδια, όπως τον κατάλογο των πλοίων [ραψ. Β] και άλλα επεισόδια με τα οποία ποικίλλει το ποίημα.» (μτφρ. Σ. Δρομάζος) Η «πρωτοτυπία» έτσι στη σύνθεση της αφηγηματικής ύλης των δύο ομηρικών επών έγκειται όχι, όπως συμβαίνει λίγο πολύ σήμερα, στην απομάκρυνση του ποιητή από την παράδοση, αλλά ακριβώς στον συνεχή και δραστήριο συναγωνισμό του με αυτήν, την οποία και εξελίσσει με την περίτεχνη αναδιαμόρφωση των παραδοσιακών θεμάτων.
 
Τέλος, από τη στιγμή που ο ακροατής γνωρίζει λίγο πολύ την εξέλιξη του μύθου των δύο επών, το ενδιαφέρον του μετατοπίζεται από την ίδια την έκβαση των συμβάντων στον τρόπο εξέλιξης της αφηγηματικής πλοκής. Συγκεκριμένα, πώς θα εξελιχθεί η ιλιαδική βουλή του Δία ή ποια μέσα θα χρησιμοποιήσει ο Οδυσσέας για να επιστρέψει στην πατρίδα του και να εξοντώσει τους μνηστήρες της γυναίκας του. Ο επιδέξιος χειρισμός του αφηγηματικού προγράμματος προϋποθέτει τη χρήση διηγητικών τεχνικών όπως είναι η επιβράδυνση, η αναδρομή, η προοικονομία, η έκπληξη και η αγωνία για ό,τι πρόκειται να συμβεί. Ο ποιητής όμως ποτέ δεν αποκαλύπτει με πληρότητα τους στόχους της αφήγησής του. Έτσι, την ίδια στιγμή που ένα στοιχείο αποκαλύπτεται, ένα άλλο με έξυπνο τρόπο αποκρύπτεται. Αποτέλεσμα: ο ακροατής γνωρίζει το γενικό σχέδιο της δράσης, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πορεία της.
 
Ιλιάδα και Οδύσσεια: αναλογίες και διαφορές
Καίρια ερωτήματα που αφορούν τις σχέσεις των δύο επών (λ.χ., ποιο από τα δύο έπη προηγείται και ποιο ακολουθεί; ανήκουν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια στον ίδιο ή σε διαφορετικό ποιητή; οι ομοιότητες στη γλώσσα και στα παράλληλα θέματα είναι προϊόντα απευθείας μίμησης του ενός έπους από το άλλο ή θα πρέπει να αναχθούν στην προφορική παράδοση;) δύσκολα μπορούν να απαντηθούν με βέβαιο και κατηγορηματικό τρόπο. Παρ' όλα αυτά, με βάση χαρακτηριστικές ενδείξεις, μερικές από τις οποίες σχολιάζονται στη συνέχεια, γίνεται δεκτό σήμερα από πολλούς ομηριστές ότι η Οδύσσεια είναι μεταγενέστερη, που σημαίνει ότι προϋποθέτει την Ιλιάδα, συχνά τη «μιμείται» και σκόπιμα τη συναγωνίζεται. Μια τέτοια σχέση προϋποθέτει ότι τα δύο έπη παρουσιάζουν προφανείς αναλογίες αλλά και χαρακτηριστικές διαφορές.
 
Στην κάπως άνιση έκταση των δύο επών -η Ιλιάδα αποτελείται από 15.693 και η Οδύσσεια από 12.110 στίχους- αντιστοιχεί το διαφορετικό θεματικό τους περιβάλλον. Η Ιλιάδα είναι κυρίως πολεμικό και δραματικό ποίημα, ενώ η Οδύσσεια, δίχως να αποκλείει τα πολεμικά επεισόδια, όπως είναι η «Μνηστηροφονία», παραμένει κατά βάση μεταπολεμικό έπος, του νόστου και της επανένωσης με τους οικείους. Στη συμπληρωματικού τύπου αυτή αντίθεση υπεισέρχονται άλλες ειδικότερες. Στην Ιλιάδα δεσπόζει η προβολή της αγριότητας της μάχης και των συνεπειών της, ενώ, παρά το συμφιλιωτικό της επιλογικό μέρος ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο, πάνω από τα κεφάλια των ηρώων αιωρούνται η απειλή του θανάτου και η άλωση της Τροίας. Ο μύθος της Οδύσσειας εξελίσσεται πιο αισιόδοξα: η αναρχία και η αταξία, που κυριαρχούν στην Ιθάκη κατά το διάστημα της απουσίας του Οδυσσέα, τερματίζονται με τον νόστο του πρωταγωνιστή της, ο οποίος τιμωρεί τους μνηστήρες της Πηνελόπης και αναγνωρίζεται από τον γιο, τη γυναίκα και τον γέροντα πατέρα του. Η συμφιλίωση που επιβάλλεται από τους θεούς ανάμεσα στον Οδυσσέα, στους συμμάχους του και στους συγγενείς των εξοντωμένων μνηστήρων στο τέλος της Οδύσσειας είναι ασφαλώς πιο αισιόδοξη από ό,τι η μάλλον πένθιμη της Ιλιάδας. Τέλος, ο επιλογικός ορίζοντας και των δύο επών παραμένει ανοιχτός: στην Ιλιάδα εκκρεμεί η συνέχιση του πολέμου με τα δραματικά του παρεπόμενα, ενώ στην Οδύσσεια ο αναγνωρισμός του Οδυσσέα από την Πηνελόπη σκιάζεται από τις νέες περιπέτειες που περιμένουν τον σύζυγο από μια δεύτερη αποδημία.
 
Και στα δύο έπη, εκτός από τις ισχυρές, παθολογικές και άνισες, σχέσεις ανάμεσα σε συμπολεμιστές και εταίρους, τονίζεται το σύνθετο πλέγμα των στενών οικογενειακών δεσμών (Πηλέας-Θέτιδα και Αχιλλέας· Πρίαμος-Εκάβη και Έκτορας-Ανδρομάχη-Αστυάναξ· Λαέρτης-Αντίκλεια και Πηνελόπη-Οδυσσέας-Τηλέμαχος). Ο επιτονισμός αυτός, κυρίως στην Οδύσσεια, επιτυγχάνεται με την αντιπαράθεση ανάμεσα σε έμπιστα ζεύγη (Οδυσσέας-Πηνελόπη), σε παρασυζυγικά (Ελένη-Πάρης), σε άπιστα (Αγαμέμνονας-Κλυταιμνήστρα) ή κάπως ψυχρά (Μενέλαος-Ελένη). Ο πόλεμος στην Ιλιάδα διαλύει κοινωνικές, φιλικές, οικογενειακές και συζυγικές σχέσεις -η συμφιλίωση ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο είναι ασφαλώς λαμπρή εξαίρεση-, ενώ στην Οδύσσεια ο νόστος, παρά την απώλεια των εταίρων, τις εδραιώνει.
 
Οι σχέσεις ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς, στον άντρα και στη γυναίκα, στους επώνυμους ήρωες και στο ανώνυμο πλήθος στο πολεμικό σκηνικό της Ιλιάδας είναι περιορισμένες και δεδομένες. Στην Οδύσσεια αντίθετα οι σχέσεις μεταξύ των θνητών διευρύνονται με την αναβαθμισμένη εκπροσώπηση των γυναικών, των απλών ανθρώπων και των δούλων. Σκηνές της καθημερινής ζωής αφθονούν στην Οδύσσεια, ενώ στην Ιλιάδα μετατοπίζονται στον χώρο της παρομοίωσης. Το πολιτικό στοιχείο αναδεικνύεται περισσότερο στην Οδύσσεια από ό,τι στην Ιλιάδα, όπου το μένος του πολεμιστή αποκλείει κατά κανόνα τη διαπραγμάτευση. Η ορθή κρίση και η συμβουλή στο πλαίσιο της συνέλευσης, και θεσμοί, όπως η φιλοξενία, συντηρούνται επίσης στην Ιλιάδα, έρχονται ωστόσο σε δεύτερη μοίρα.
 
Ανάλογα προβάλλονται και οι διαφορετικές αξίες που στηρίζουν την ιδεολογία των δύο επών. Το θέμα της τιμής του Αχιλλέα στην Ιλιάδα αντιπαραβάλλεται στον αγώνα που δίνει ο Οδυσσέας για την υπεράσπιση της ιδιοκτησίας του στην Οδύσσεια. Η κατάκτηση του κλέους (φήμης και δόξας) αφορά και στους δύο βασικούς πρωταγωνιστές των επών. Όμως, ενώ για τον ιλιαδικό πολεμιστή το κλέος συνδέεται με τον θάνατό του στο πεδίο της μάχης και τη στέρηση του νόστου, στην Οδύσσεια το κλέος του πρωταγωνιστή της προϋποθέτει την έξοδο από τον θάνατο -χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Νέκυια»- και εδραιώνεται με την επιστροφή στην πατρίδα του.
 
Στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια οι βασικοί πρωταγωνιστές της, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας, αποσύρονται στην αρχή, για διαφορετικούς βέβαια λόγους, από το προσκήνιο της αφηγηματικής δράσης, επιτρέποντας έτσι σε άλλους ήρωες (στον Αγαμέμνονα, στον Διομήδη, στον Πάτροκλο στην Ιλιάδα· στον Τηλέμαχο στην Οδύσσεια) να τους υποκαταστήσουν, όχι όμως και με αποτελεσματικό τρόπο. Η απουσία των δύο ηρώων από τα αφηγηματικά δρώμενα προκαλεί αναπόφευκτα βάσανα και οδύνη στους συμπολεμιστές και στην οικογένειά τους. Καθυστερημένα Αχιλλέας και Οδυσσέας, έχοντας απαρνηθεί ο πρώτος άδοξη ζωή και νόστο, ο δεύτερος τη φυλακισμένη αθανασία που του υπόσχεται η Καλυψώ, επιστρέφουν τελικά στο προσκήνιο της δράσης και εκδικούνται τους μισητούς εχθρούς τους: τον Έκτορα ο Αχιλλέας· τους μνηστήρες ο Οδυσσέας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα δύο κεντρικά φονικά επεισόδια εμφανίζονται στην εικοστή δεύτερη ραψωδία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.
 
Ανάμεσα ωστόσο στους δύο ήρωες υπάρχουν χαρακτηριστικές διαφορές: ο Αχιλλέας είναι πιο αυθόρμητος, ευθύς στα λόγια και ήρωας της βίας, του πάθους και της πράξης. Ο Οδυσσέας είναι πιο επιφυλακτικός και ικανός ρήτορας, ήρωας κατεξοχήν της πανουργίας και του δόλου. Το ήθος και των δύο αντιστοιχεί στη διαφορετική θεματολογία και ιδεολογία των δύο επών: στη βία της ιλιαδικής ανοικτής μάχης, όπου η τιμή του πολεμιστή επιβάλλει την αντιμετώπιση του αντιπάλου σώμα με σώμα, αντιβάλλονται η εφαρμογή της οδυσσειακής ενέδρας, η χρήση του αντιηρωικού τόξου από τον Οδυσσέα στη μνηστηροφονία, τα πλανερά λόγια ή και το ψέμα. Από τον τραγικό κόσμο της Ιλιάδας περνάμε στον κατεξοχήν ειρωνικό της Οδύσσειας, όπου η εξέλιξη της δράσης, μέσω κυρίως των πρωτεϊκών μεταμορφώσεων του πρωταγωνιστή της, στηρίζεται στην αντίθεση ανάμεσα στην άγνοια και στη γνώση, στην αποκάλυψη και στην απόκρυψη, στον λόγο και στην πράξη.
 
Χαρακτηριστική είναι επίσης και στα δύο έπη η παρουσία και εμπλοκή των θεών και δαιμόνων στον χώρο των θνητών. Γενικά, ο κόσμος των αθανάτων Ολυμπίων στα δύο έπη αντιπαρατίθεται έντονα προς τον κόσμο των θνητών. Για παράδειγμα, οι έριδες για τους πρώτους παίρνουν τις διαστάσεις της παρωδίας και του κωμικού, ενώ για τους δεύτερους έχουν τραγικές συνέπειες. Στην Ιλιάδα οι θεοί παρουσιάζονται πιο συχνά με τα ελαττώματα των ηρώων -για παράδειγμα ερίζουν εξαιτίας τους- μοιρασμένοι στα αντίπαλα στρατόπεδα, παρεμβαίνουν περισσότερο και πιο συχνά στον χώρο των θνητών και συμβάλλουν, καθοριστικά και με ύπουλο τρόπο, στον θάνατο συμπαθητικών ηρώων (του Πατρόκλου και του Έκτορα). Αντίθετα στην Οδύσσεια οι θεοί εμπλέκονται λιγότερο και αραιότερα στην αφηγηματική δράση -κατεξοχήν ο Δίας και η Αθηνά, και σποραδικά ο Ερμής- και επεμβαίνουν κυρίως όταν πρόκειται να αποκαταστήσουν τη δικαιοσύνη στον χώρο των θνητών. Καταδικάζουν την αλαζονεία του Αιγίσθου και των μνηστήρων και επιβάλλουν το δίκιο, μαζί με το αίσιο τέλος του οδυσσειακού έπους, μέσω της παρέμβασης της θεάς Αθηνάς. Αν και στο οδυσσειακό έπος ο Ποσειδώνας, εχθρός του Οδυσσέα, καθυστερεί τον νόστο του, η γενικότερη, πιο εξελιγμένη, ηθική και θεοδικία που παρουσιάζει η Οδύσσεια έναντι της Ιλιάδας, αποδίδεται στον μεταγενέστερο χρόνο της σύνθεσής της.
 
Γενικότερα, η Οδύσσεια φαντάζει σε πολλά της σημεία ἐπίλογος της Ιλιάδας (Λογγίνος, 1ος αι. μ.Χ., Περί Ύψους 9.12). Ο θάνατος του Αχιλλέα, ο δούρειος ίππος και η άλωση της Τροίας, η επιστροφή της Ελένης, η δολοφονία του Αγαμέμνονα, τα βάσανα και οι περιπλανήσεις του νόστου των Αχαιών εμφανίζονται, έμμεσα ή άμεσα, στην Οδύσσεια, ώστε δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι το οδυσσειακό έπος, αν και δεν αναφέρεται ρητά σε επεισόδια του ιλιαδικού, το αγνοεί πλήρως.
Ως προς τον τρόπο με τον οποίο συντάσσεται το αφηγηματικό υλικό στα δύο έπη, ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του (23.2) αναφέρει: «Έτσι, και τα ποιήματά του [ενν. ο Όμηρος] το ένα, την Ιλιάδα, το σύνθεσε απλό και γεμάτο παθήματα, και την Οδύσσεια, τη σύνθεσε περίπλοκη (γεμάτη αναγνωρίσεις από την αρχή έως το τέλος) και με χαρακτήρες.» (μτφρ. Σ. Δρομάζος) Εξειδικεύοντας κάπως την «απλή» σύνθεση, θα λέγαμε ότι η σύνταξη της αφηγηματικής δράσης της Ιλιάδας, δίχως να στερείται τη συμμετρία στη σύνθεση (που εξασφαλίζεται με παραλληλισμούς και αντιθέσεις), είναι γραμμική και προοδευτική: αρχίζει με τη σύγκρουση Αχιλλέα και Αγαμέμνονα, εξελίσσεται με τον θάνατο του Πατρόκλου, κορυφώνεται με την εξόντωση του Έκτορα και κατευθύνεται, στον χώρο πλέον του μεταϊλιαδικού μύθου, προς τον θάνατο του Αχιλλέα και την άλωση της Τροίας. Έναντι της κάπως απλούστερης δομής της Ιλιάδας η αντίστοιχη της Οδύσσειας αποδεικνύεται πράγματι συνθετότερη και πολύπλοκη. Ο ευρύτερος χώρος μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται η αφηγηματική δράση του οδυσσειακού έπους επιτρέπει την απότομη εναλλαγή των σκηνών και τη συχνότερη μετατόπιση των αφηγηματικών δρωμένων στον χώρο και στον χρόνο. Κυρίαρχο αφηγηματικό τέχνασμα οι «Απόλογοι» του Οδυσσέα, στο πλαίσιο των οποίων το έπος απλώνεται στον κόσμο του παραμυθιού. Εδώ τα γεγονότα μπορεί να φαίνονται «λιγότερο πιθανά» από ό,τι οι ηρωικές μάχες της Ιλιάδας, υψώνονται ωστόσο στη σφαίρα της αφηγηματικής τέχνης και, γενικότερα, της καλλιτεχνικής φαντασίας. Στην Ιλιάδα οι διεξοδικές πρωτοπρόσωπες διηγήσεις ηρώων είναι περιορισμένες και λειτουργούν συχνά ως μυθολογικά παραδείγματα που αποσκοπούν στην παραίνεση ενός ήρωα για να δράσει.
 
Γενικότερα, η Οδύσσεια μας δίνει μια πιο παραστατική, έναντι της Ιλιάδας, εικόνα για την αφηγηματική τέχνη και την ποίηση ειδικότερα. Αν και στα δύο έπη οι Μούσες είναι που υποστηρίζουν το έργο του αφηγητή στη διήγηση, η Οδύσσεια παρουσιάζει όχι μόνο τον βασικό της πρωταγωνιστή ως δεξιοτέχνη αφηγητή, αλλά διαθέτει επώνυμους και δεξιοτέχνες αοιδούς, τον Φήμιο στην Ιθάκη και τον Δημόδοκο στη Σχερία, με ιδεατούς ακροατές τους απόκοσμους Φαίακες. Η αφηγηματική δράση στην Ιλιάδα είναι καθοριστικά ριζωμένη στην πραγματικότητα του πολέμου και στο αναπότρεπτο του θανάτου. Στην Οδύσσεια αντίθετα οι ήρωες βρίσκουν συχνά την ευκαιρία να μετατρέπουν τα βάσανα της ζωής τους σε ιστορίες που τέρπουν και θέλγουν. Και τα δύο ωστόσο έπη εδραιώθηκαν στην ελληνική και στην παγκόσμια λογοτεχνία όχι τόσο εξαιτίας των αναλογιών και των διαφορών που παρουσιάζουν μεταξύ τους, αλλά επειδή έθεσαν με καίριο τρόπο κρίσιμα προβλήματα του ανθρώπου, τα οποία προσπάθησαν να κατανοήσουν και να εξηγήσουν.

Ζήσε

Ζήσε τη ζωή σου μαζί με ανθρώπους που χαίρονται με τις χαρές σου, λυπούνται με τις λύπες σου. Με αυτούς που εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους με πράξεις σεβασμού προς εσένα. Με όσους ενδιαφέρονται να σχετιστούν μαζί σου, όχι για εκείνα που θα αποκομίσουν από σένα, αλλά γιατί εκτιμούν καθετί που μοιράζεσαι μαζί τους. Όπου η ευγνωμοσύνη τους σε κάνει να θέλεις να τους προσφέρεις ολοένα και περισσότερα, γνωρίζοντας με βεβαιότητα, πως ακόμα κι αν σταματήσεις για ένα διάστημα να το κάνεις, για λόγους πέρα από τη θέλησή σου, εκείνοι θα συνεχίσουν να σε εκτιμούν και να σε σέβονται.

  Με τους ανθρώπους που προστατεύουν τα συναισθήματά τους για σένα και δεν αφήνουν τους φόβους τους να αλώσουν την αγάπη τους και τις γνώμες των άλλων να επηρεάσουν την εμπιστοσύνη τους σε σένα. Με εκείνους που οι αλήθειες που σου εκφράζουν αφορούν στα συναισθήματά τους για τις συμπεριφορές σου και όχι στις κρίσεις τους για την προσωπικότητά σου και που η συγγνώμη τους εκφράζει τη μεταμέλειά τους. Με εκείνους που εναρμονίζονται με τις ιδέες σου και οι διαφωνίες τους εκφράζονται με τρόπο που δεν σε ακυρώνει, αλλά με επιχειρήματα και σεβασμό στην εξέλιξή σου.

 Με αυτούς που οι αρχές τους διαπνέονται από τα ίδια ιδεώδη με τα δικά σου. Όπου η ηθική τους δεν προσδιορίζεται από τις εκάστοτε ανάγκες τους αποσκοπώντας να σε χρησιμοποιήσουν ή από τις προκαταλήψεις τους που εξυπηρετούν τη βιτρίνα τους, αλλά διαμορφώνεται από την αγάπη και το σεβασμό στον εαυτό τους και σε σένα. Με όσους δίνουν καθημερινά τις προσωπικές τους μάχες με τα εσωτερικά τους «τέρατα» για να μην πληγώσουν την αγάπη που νιώθουν για σένα και ξεριζώνουν κάθε αγριόχορτο που φυτρώνει είτε μέσα τους είτε στο περιβάλλον τους και το οποίο παρεμποδίζει την καλλιέργεια της αγάπης τους.

 Με αυτούς που βροντοφωνάζουν την επιθυμία τους για να σε διεκδικήσουν και στη συνέχεια βουτούν στην ψυχή σου αγγίζοντάς σε με άηχους τρόπους, που εκκωφαντικά δονούν στην καρδιά σου, κρατώντας γεμάτο το περιεχόμενο της και συμπαγές το περίβλημα της. Αυτούς αξίζει να τους κρατήσεις στη ζωή σου και να τιμήσεις την αγάπη τους σα φυλαχτό! Οι υπόλοιποι ας είναι απλοί διερχόμενοι.