Ο «Τίμων ο Αθηναίος» (The Life of Tymon of Athens) είναι ένα θεατρικό έργο γραμμένο περίπου το 1606, το οποίο αποτελεί μια αιχμηρή σάτιρα για τον πλούτο, την απληστία και την αχαριστία. Πρόκειται για μια τραγωδία που αφηγείται την ιστορία ενός γενναιόδωρου Αθηναίου. Ο Τίμων, πλούσιος Αθηναίος, σκορπά την περιουσία του σε φίλους. Όταν χρεοκοπεί, οι ίδιοι φίλοι του γυρίζουν την πλάτη και ο Τίμων μετατρέπεται σε μισάνθρωπο.
Ο Τίμων ο Αθηναίος ήταν ιστορικό πρόσωπο, γνωστός στην αρχαιότητα για την ακραία μισανθρωπία του. Η ιστορία του ενέπνευσε και τον αρχαίο σατιρικό συγγραφέα Λουκιανό (2ος αι. μ.Χ.), να γράψει τον σατιρικό διάλογο “Τίμων ή Μισάνθρωπος”.
Ακολουθεί η σκηνή της προειδοποίησης από τον Φλάβιο.
Ο Φλάβιος, ο πιστός υπηρέτης του Τίμωνα, είναι ο μοναδικός άνθρωπος που παραμένει πιστός, ακόμα και όταν εκείνος χάνει όλη την περιουσία του και εγκαταλείπεται από τους «φίλους» του.
Από την αρχή του έργου, ο Φλάβιος προσπαθεί μάταια να προειδοποιήσει τον Τίμωνα για τις απερίσκεπτες σπατάλες του και την επικείμενη οικονομική καταστροφή, αλλά ο Τίμων δεν τον ακούει.
Σε ένα περιβάλλον γεμάτο κόλακες και συμφεροντολόγους, ο Φλάβιος ξεχωρίζει για την ειλικρίνειά του.
ΦΛΑΒΙΟΣ
Πολλάκις σοΰ έξέθηκα αυτήν, αλλά δέν ήθέλησας
να μέ ακούσης.
ΤΙΜΩΝ
“Ισως έξέλεγες στιγμήν άκατάλληλον, καθ‘ ήν δύσθυμος ών, σέ απέπεμψα, καί τήν δυσθυμίαν ταύτην
μετεχειρίσθης ώς πρόσχημα πρός δικαιολογίαν σου
ΦΛΑΒΙΟΣ
Πολλάκις, καλέ μου Άρχον, έφερα τούς λογαριασμούς μου, και σού έπαρουσίασα αυτούς. Τούς απέρριπτες πάντοτε λέγων, ότι έχεις έμπιστοσύνην εις
“την τιμιότητά μου”. Όταν δέ δι’άσήμαντον δώρον
μέ διέτασσες νά πληρώνω μεγάλα ποσά, εγώ έσειον
στήν κεφαλήν καί έκλαιον. Καί εναντίον τού πρός σέ
οφειλομένου σεβασμού, σέ παρεκάλουν νά ήσαι φειδωλότερος είς τά ΈΞΟΔΑ σου. Καί όχι σπανίως μέ, έπέπληττες αυστηρώς, όταν ήθελο νά σέ ειδοποιήσω
περί τής ελαττώσεως τής περιουσίας σου, καί τής
αυξήσεως τών χρεών σου. Μολονότι μέ άκούεις
τώρα, (πολύ άργά) αγαπητέ μου άρχον, εντούτοις όφείλω νά σοΰ είπω, ότι όλη σου η περιουσία δέν άρκεί προς πληρωμήν το ήμίσεος τών χρεών σου.
ΤΙΜΩΝ
“Ας πωληθώσιν όλα μου τά κτήματα.
ΦΛΑΒΙΟΣ
Είναι όλα ενυπόθηκα, τινά τούτων κατασχεθέντα
^απωλέσθησαν. Τό δέ ύπόλοιπον δέν δύναται νά
ίπαρκέση πρός πληρωμήν τών ληξάντων χρεών.
Πώς θά κάμωμεν έν τώ μεταξύ ; Καί τέλος πώς θα
τελειώσουν όλοι αυτοί οί λογαριασμοί.
ΤΙΜΩΝ
‘Αί γαΐαί μου έξετείνοντο μέχρι τής Λακεδαίμονος.
ΦΛΑΒΙΟΣ
Ο κόσμος όλος, καλέ μου Άρχον, είναι μία μόνον
εξις· Εάν ήτον ιδικός σου, ήδύνασο ΔΙ ‘ ενός καί
ΜΟΝΟΥ λόγου νά δώσης αυτόν.
εξις· Εάν ήτον ιδικός σου, ήδύνασο ΔΙ ‘ ενός καί
ΜΟΝΟΥ λόγου νά δώσης αυτόν.
ΤΙΜΩΝ
Μοΰ λέγεις τήν άλήθειαν;
ΦΛΑΒΙΟΣ
Εάν δέν έχης έμπιστοσύνην είς τήν διαχείριση καί τήν χρηστότητα μου, ΚΆΛΕΣΕ με ενώπιον ΤΏΝ αύ
στηροτέρων δικαστών, διά νά δώσω λόγον τών
ΠΡΆΞΕΩΝ μου. ΜΆΡΤΥΡΕΣ μου οί Θεοί, ότι όταν τά
δωμάτια ημών έπληροΰντο παρασίτων θορυβοποιών, καί έχύνετο ύπό ΜΈΘΥΣΩΝ ό οίνος έκ τών
αποθηκών,όταν αί αϊθουσαι έφωταγωγοΰντο άπλέτως,
καί αντηχούν έν αύταΐς οί ήχοι τής μουσικής εγώ
αποσυρόμενος είς μεμονωμένον δωμάτιον έχυνον
άφθονα δάκρυα.
ΤΙΜΩΝ
Άρκεΐ σέ παρακαλώ.
ΦΛΑΒΙΟΣ
Ώ θεοί! πόσον μεγάλη ή άγαθότης τοΰ άρχοντος
Τίμωνος! Πόσα φαγητά κατεβρόχθισαν τήν νύκτα
έκείνην, δούλοι καί χωρικοί. Ποίος δέν είναι άφωσιωμένος εΐς τόν άρχοντα Τίμωνα; Ποίος δέν προσφέρει εΐς αυτόν τήν καρδίαν, τό πνεΰμα, τό ξίφος,
τήν δύναμιν, καί τό βαλάντιόν του; Μέγας, ευγενής,
αξιοπρεπής, βασιλικός ό Τίμων…
Άλλ‘ δταν δαπανηθώσι τά χρήματα, δι’ ών αγοράζονται οί έπαινοι
ούτοι, τότε χάνεται καί ή φωνή η προφέρουσα αυτούς. Τά κέρδη τών συμποσίων χάνονται μετά τήν
διακοπήν αυτών. Όλίγη χειμερινή βροχή άρκεΐ διά
νά σκορπίση τά έντομα ταύτα.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ “ΤΙΜΩΝ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ”
O Τίμων ο Αθηναίος, ο… δεύτερος –μετά τον μολιερικό ήρωα– πιο γνωστός μισάνθρωπος στην ιστορία του θεάτρου, ζει μέσα σε σκανδαλώδη πολυτέλεια, ξοδεύοντας αμύθητα ποσά σε διασκεδάσεις, συμπόσια, αγαθοεργίες, δώρα προς φίλους. Τα πλούτη του, όμως, έχουν ήδη τελειώσει και ο Τίμων αναγκάζεται να ζητήσει δανεικά από τους φίλους που ταΐζει. Όταν εκείνοι του γυρίζουν την πλάτη, ο Τίμων μισεί όλους τους ανθρώπους εξίσου και μην αντέχοντας να βρίσκεται μαζί τους, αποσύρεται σε μια ερημιά, όπου ζει μέχρι το τέλος του σαν αγρίμι. H ιστορία του Τίμωνα θα μπορούσε να είναι ένα απλό παραμυθάκι με ηθικό δίδαγμα – αν δεν ήταν γραμμένη από τον Σαίξπηρ…
Έργο περίεργης βοής και μεγαλείου, ο Τίμων ο Αθηναίος έχει ως κύριο θέμα του (αν και στον Σαίξπηρ το θέμα δεν είναι ποτέ μόνο ένα) το χρήμα: ποιος το κατέχει, ποιος όχι, ποιος χρωστάει πόσα σε ποιον, πώς τα χρέη γιγαντώνονται και πώς συλλέγονται ή δεν συλλέγονται. Πρόκειται για τη μεταστροφή ενός άνδρα μεγάλης γενναιοδωρίας, που έπειτα από τη χρεωκοπία του περιέρχεται σε κατάσταση άγριας μισανθρωπίας.
«Αν αρκούμασταν στα απαραίτητα», λέει ο Πλούταρχος στην πραγματεία του Περί του μη δειν δανείζεσθαι*, «οι δανειστές δεν θα υπήρχαν ως είδος, όπως δεν υπάρχουν Κένταυροι και Γοργόνες». Και συνεχίζει: «Τους δανειστές τους δημιούργησε η τρυφή… Διότι χρεωνόμαστε για να πληρώσουμε όχι το ψωμί και το κρασί, μα εξοχικές κατοικίες…, ανάκλιντρα και τραπεζώματα, καθώς και για να χρηματοδοτούμε, χωρίς καμία συγκράτηση, θεάματα για τις πόλεις, επιδιδόμενοι σε στείρους και δυσάρεστους ανταγωνισμούς. Άνθρωπος όμως που μπλέκει μια φορά, μένει χρεώστης για πάντα.»
Όπως πολλοί από εμάς –όπως άλλωστε και ολόκληρες κοινωνίες–, ο Τίμων ζει πέρα από τις δυνατότητές του, πιστεύει πως το χρήμα αγοράζει τη χαρά, την πληρότητα. Πλάθει για τον εαυτό του ένα είδος παραδείσου που δεν έχει καμία σχέση με το περιβάλλον στο οποίο ζει, την Αθήνα της διαφθοράς. Ο πλούτος και τα απεριόριστα αποθέματά του είναι μια ψευδαίσθηση, ενώ η πραγματικότητά του είναι το χρέος, όμως αντί να αντιμετωπίσει την κρίση, κουκουλώνει τον θόρυβο και δημιουργεί πλάνες, ενεργώντας ως εάν οι αυταπάτες να μπορούσαν να διαρκέσουν αιωνίως. Το όνειρο είναι σαφώς ισχυρότερο από την πραγματικότητα, και η εμπειρία του περάσματος από το όνειρο στην πραγματικότητα είναι τρομακτική. Κανείς δεν θέλει να τη βιώσει.
O Τίμων σίγουρα δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα σπουδαιότερα έργα του Σαίξπηρ· είναι όμως αναμφίβολα πολύ ενδιαφέρον. Γραμμένο πιθανότατα το 1606 και σε συνεργασία με τον Τόμας Μίντλτον (σε αυτή την εναλλαγή της πένας οφείλεται η ταλάντευση ανάμεσα στη σκληρή σάτιρα και στην παθιασμένη οργή), το έργο ακροβατεί ανάμεσα σε παλιά και νέα δραματικά είδη και τρόπους, από την τραγωδία ως το γκροτέσκο, προκαλώντας πονοκέφαλο στους μελετητές που, αδυνατώντας να το κατατάξουν, του έχουν επιφυλάξει μία θέση μεταξύ των «προβληματικών έργων» του Σαίξπηρ. Ο Τίμων ο Αθηναίος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας εποχής δραματουργικών πειραματισμών κατά την οποία η τραγωδία αντιμετωπιζόταν με σκεπτικισμό και ενίοτε αποκτούσε αντιηρωική χροιά. Στο τέλος του έργου δεν διαφαίνεται καμιά αλλαγή στα ανθρώπινα ήθη, και η αίσθηση της κάθαρσης απουσιάζει. Είναι ακριβώς το κρίσιμο σημείο στο οποίο καταλήγει η εξέλιξη του έργου θέτοντας το ερώτημα: Πώς να συμπεριφερθεί κανείς ενώπιον της καταστροφής, και δη της καταστροφής των βεβαιοτήτων; Σε κάθε θεατή, μπροστά στο ολοκληρωτικά λεηλατημένο σύμπαν του Τίμωνα και μπροστά στον νέο κόσμο που γεννιέται, αυτόν του Αλκιβιάδη, προκύπτει το ζωτικό ερώτημα: Τι πρέπει να καταστραφεί; Τι πρέπει να σωθεί;
Ο Σαίξπηρ δεν δίνει απάντηση· αντ’ αυτού, μετατρέπει τον ήρωά του σε μισάνθρωπο, τον βάζει να καταραστεί με απαράμιλλα βίαιο πάθος την ανθρωπότητα ολόκληρη και τη δολιότητά της.
Προϋπόθεση γι’ αυτό το ευρύτερο μίσος απέναντι στο ανθρώπινο είδος που θα ασπαστεί ο Τίμων, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είναι ο υποκρυπτόμενος μισογυνισμός που εμφανίζεται στο έργο. Η Αθήνα του Τίμωνα είναι μια «αρσενική» πόλη, όλο αυτό το θέμα του χρέους και των υποχρεώσεων συνιστούν συναλλαγές «μεταξύ αντρών», αφού οι άντρες κατείχαν τη γη και διέθεταν τη δύναμη να προσφέρουν και να δανείζουν. Ακόμη και ο γάμος μέσα στο έργο γίνεται αποδεκτός και εφικτός όταν οι δύο εραστές «μεταφράζονται» σε χρηματικά ποσά. Σε έναν κόσμο χωρίς οικογένεια και χωρίς ερωτική αγάπη, οι πιθανότητες να σφυρηλατηθούν ισχυροί συναισθηματικοί δεσμοί περιορίζονται σημαντικά. Οι γυναίκες συνιστούν μεγάλο μέρος της «μέσης οδού της ζωής» για την οποία μιλάει ο Απήμαντος και που ο Τίμων δεν γνώρισε ποτέ, ενώ η απουσία τους σχετίζεται με μια ποιότητα συναισθηματικού βίου περιορισμένου και επικίνδυνα αβέβαιου. Υπό αυτή την έννοια, το έργο προσεγγίζει ακραίες περιοχές της εμπειρίας, που συνήθως εκλείπουν από την καθημερινή ζωή.
Εάν η παρτιτούρα μας παιχτεί σε κόντρα τέμπο, ο Τίμων είναι επίσης ένα έργο για τη φιλία. Διότι ποια άλλη ιστορία θα μπορούσε να αποθεώσει τη φιλία, αν όχι αυτή που αναδεικνύει την προδοσία των υποκριτών «φίλων», των καταχραστών του αληθινού της νοήματος; Ποιο άλλο συναίσθημα, εκτός από τη μισανθρωπία, θα μπορούσαν να διεγείρουν σε έναν έντιμο άνθρωπο αυτοί οι «φίλοι», οι βλάσφημοι αγύρτες;
Εάν δεν αφήσουμε την πολιτική σκοπιά απ’ έξω, τότε οι βιτριολικές επιθέσεις του Τίμωνα στη δύναμη του χρυσού μπορούν κάλλιστα να εκληφθούν ως δριμεία κριτική κατά της καπιταλιστικής οικονομίας του χρήματος. Ο ίδιος ο Καρλ Μαρξ εντυπωσιάστηκε τόσο από τον Τίμωνα, ώστε η χρησιμοποίηση του χρυσού από τον Τίμωνα ως μέσου για να πραγματοποιήσει τις κατάρες του κατά της Αθήνας, τον οδήγησε να πει στα Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844 ότι το χρήμα «μετατρέπει την εικόνα σε πραγματικότητα και την πραγματικότητα σε απλή εικόνα». Αλλά και ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του 20ου αιώνα, ο Πήτερ Μπρουκ, ανέβασε τον δικό του Τίμωνα το 1974 με το βλέμμα στο σοκ των τιμών του πετρελαίου και την πετρελαϊκή κρίση του 1973.
Ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του λέει πως εκείνος που δεν μπορεί να ζει μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων είναι «ή θηρίον ή θεός». Ο Τίμων στο τέλος του έργου μπορεί να είναι και τα δύο – επειδή είναι έργο του Σαίξπηρ.
--------------------------
*Πλούταρχος, Οι συμφορές του δανεισμού (Περί του μη δειν δανείζεσθαι)
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου