Παρασκευή 10 Ιουνίου 2022

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΚΑΤ' ΑΦΟΒΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΔΗΜ 27.60–69

Ἐπίλογος: Η περιουσία του Δημοσθένη κατασπαταλήθηκε από τους επιτρόπους – Έκκληση για απόδοση δικαιοσύνης

Ο Δημοσθένης απαρίθμησε στην πίστιν τα περιουσιακά στοιχεία που άφησε πίσω του ο πατέρας του (βλ. και ΔΗΜ 27.1–3), αναφέρθηκε αναλυτικά στους όρους της διαθήκης και τις υποχρεώσεις στις οποίες δεν ανταποκρίθηκαν οι κηδεμόνες–επίτροποί του, ανέτρεψε τον ισχυρισμό των αντιδίκων ότι ο ίδιος καρπώθηκε μεγάλο χρηματικό ποσό που είχε κρύψει ο πατέρας του και επέμεινε στο γεγονός ότι η οικογένειά του στερήθηκε πολλά έσοδα, όταν ο Άφοβος επέλεξε να μην εκμισθώσει το σπίτι τους.

[60] Τοσαύτης τοίνυν οὐσίας μοι καταλειφθείσης ὅσην ἐξ
ἀρχῆς ἠκούσατε, καὶ τοῦ τρίτου μέρους πρόσοδον αὐτῆς
φερούσης πεντήκοντα μνᾶς, ἐξὸν τούτοις τοῖς ἀπληστοτάτοις
χρημάτων, καὶ εἰ μὴ μισθοῦν τὸν οἶκον ἐβούλοντο, ἀπὸ μὲν
τούτων τῶν προσιόντων, ἐῶντας ὥσπερ εἶχεν κατὰ χώραν,
ἡμᾶς τε τρέφειν καὶ τὰ πρὸς τὴν πόλιν διοικεῖν, καὶ ὅσ’ ἐξ
αὐτῶν περιεγίγνετο, ταῦτα προσπεριποιεῖν, [61] τὴν δ’ ἄλλην
οὐσίαν ἐνεργὸν ποιήσασιν, οὖσαν ταύτης διπλασίαν, αὑτοῖς
τε, εἰ χρημάτων ἐπεθύμουν, μέτρι’ ἐξ αὐτῶν λαβεῖν, ἐμοί τε
σὺν τοῖς ἀρχαίοις τὸν οἶκον ἐκ τῶν προσόδων μείζω ποιῆσαι,
τούτων μὲν οὐδὲν ἐποιήσαν, ἐπιδόμενοι δ’ ἀλλήλοις τὰ
πλείστου ἄξια τῶν ἀνδραπόδων, τὰ δὲ παντάπασιν ἀφανί-
σαντες, ἐμοῦ μὲν ἀνεῖλον καὶ τὴν ὑπάρχουσαν πρόσοδον,
σφίσι δ’ αὐτοῖς οὐ μικρὰν ἐκ τῶν ἐμῶν κατεσκευάσαντο.
[62] λαβόντες δὲ καὶ τἆλλ’ αἰσχρῶς οὑτωσὶ πάντα, πλέον ἢ τὰ
ἡμίσεα τῶν χρημάτων μηδὲ καταλειφθῆναι κοινῇ πάντες
ἀμφισβητοῦσιν, ὡς πεντεταλάντου δὲ μόνον τῆς οὐσίας οὔ-
σης ἐκ τοσαύτης τοὺς λόγους ἀπενηνόχασιν, οὐ πρόσοδον
μὲν ἐξ αὐτῶν οὐκ ἀποφαίνοντες, τὰ δὲ κεφάλαια φανερὰ
ἀποδεικνύντες, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ἀρχαῖ’ οὕτως ἀναιδῶς ἀνηλῶ-
σθαι φάσκοντες. καὶ οὐδ’ αἰσχύνονται ταῦτα τολμῶντες.
[63] καίτοι τί ποτ’ ἂν ἔπαθον ὑπ’ αὐτῶν, εἰ πλείω χρόνον ἐπε-
τροπεύθην; οὐκ ἂν ἔχοιεν εἰπεῖν. ὅπου γὰρ δέκ’ ἐτῶν
διαγενομένων παρὰ μὲν τῶν οὕτω μικρὰ κεκόμισμαι, τῷ δὲ
καὶ πρὸς ὀφείλων ἐγγέγραμμαι, πῶς οὐκ ἄξιον διαγανακτεῖν;
δῆλον δὲ παντάπασιν· εἰ κατελείφθην μὲν ἐνιαύσιος, ἓξ ἔτη
δὲ πρὸς ἐπετροπεύθην ὑπ’ αὐτῶν, οὐδ’ ἂν τὰ μικρὰ ταῦτα
παρ’ αὐτῶν ἀπέλαβον. εἰ γὰρ ἐκεῖν’ ἀνήλωται ὀρθῶς, οὐδὲν
ἂν τῶν νῦν παραδοθέντων ἐξήρκεσεν εἰς ἕκτον ἔτος, ἀλλ’ ἢ
παρ’ αὑτῶν ἄν μ’ ἔτρεφον ἢ τῷ λιμῷ περιεῖδον ἀπολόμενον.
[64] καίτοι πῶς οὐ δεινόν, εἰ ἕτεροι μὲν οἶκοι ταλαντιαῖοι καὶ
διτάλαντοι καταλειφθέντες ἐκ τοῦ μισθωθῆναι διπλάσιοι καὶ
τριπλάσιοι γεγόνασιν, ὥστ’ ἀξιοῦσθαι λῃτουργεῖν, ὁ δ’ ἐμὸς
τριηραρχεῖν εἰθισμένος καὶ μεγάλας εἰσφορὰς εἰσφέρειν μηδὲ
μικρὰς δυνήσεται διὰ τὰς τούτων ἀναισχυντίας; τίνας δ’
οὗτοι λελοίπασιν ὑπερβολὰς εἰπεῖν; οἳ καὶ τὴν διαθήκην
ἠφανίκασιν ὡς λήσοντες, καὶ τὰς μὲν σφετέρας αὐτῶν οὐσίας
ἐκ τῶν ἐπικαρπιῶν διῳκήκασι καὶ τἀρχαῖα τῶν ὑπαρχόντων
ἐκ τῶν ἐμῶν πολλῷ μείζω πεποιήκασι, τῆς δ’ ἐμῆς οὐσίας,
ὥσπερ τὰ μέγισθ’ ὑφ’ ἡμῶν ἀδικηθέντες, ὅλον τὸ κεφάλαιον
ἀνῃρήκασι; [65] καὶ ὑμεῖς μὲν οὐδὲ τῶν εἰς ὑμᾶς ἁμαρτανόντων
ὅταν τινὸς καταψηφίσησθε, οὐ πάντα τὰ ὄντ’ ἀφείλεσθε,
ἀλλ’ ἢ γυναῖκας ἢ παιδί’ αὐτῶν ἐλεήσαντες μέρος τι κἀκεί-
νοις ὑπελίπετε· οὗτοι δὲ τοσοῦτον διαφέρουσιν ὑμῶν, ὥστε
καὶ δωρεὰς παρ’ ἡμῶν προσλαβόντες ἵνα δικαίως ἐπιτροπεύ-
σωσι, τοιαῦτ’ εἰς ἡμᾶς ὑβρίκασι. καὶ οὐδ’ ᾐσχύνθησαν, εἰ
μὴ ἠλέησαν, τὴν ἐμὴν ἀδελφήν, εἰ δυοῖν ταλάντοιν ὑπὸ τοῦ
πατρὸς ἀξιωθεῖσα, μηδενὸς τεύξεται τῶν προσηκόντων, ἀλλ’
ὥσπερ ἔχθιστοί τινες, ἀλλ’ οὐ φίλοι καὶ συγγενεῖς κατα-
λειφθέντες οὐδὲν τῆς οἰκειότητος ἐφρόντισαν. [66] ἀλλ’ ἐγὼ μὲν
ὁ πάντων ταλαιπωρότατος πρὸς ἀμφότερ’ ἀπορῶ, ταύτην θ’
ὅπως ἐκδῶ καὶ τἆλλ’ ὁπόθεν διοικῶ. προσεπίκειται δ’ ἡ
πόλις ἀξιοῦσ’ εἰσφέρειν, δικαίως· οὐσίαν γὰρ ἱκανὴν πρὸς
ταῦτα κατέλιπέν μοι ὁ πατήρ. τὰ δὲ χρήματα τὰ κατα-
λειφθένθ’ οὗτοι πάντ’ εἰλήφασιν. [67] καὶ νῦν κομίσασθαι τἀ-
μαυτοῦ ζητῶν εἰς κίνδυνον καθέστηκα τὸν μέγιστον. ἂν γὰρ
ἀποφύγῃ μ’ οὗτος, ὃ μὴ γένοιτο, τὴν ἐπωβελίαν ὀφλήσω
μνᾶς ἑκατόν. καὶ τούτῳ μέν, ἐὰν καταψηφίσησθε, τιμητόν,
κοὐκ ἐκ τῶν ἑαυτοῦ χρημάτων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐμῶν ποιήσεται
τὴν ἔκτεισιν· ἐμοὶ δ’ ἀτίμητον τοῦτ’ ἔστιν, ὥστ’ οὐ μόνον
ἔσομαι τῶν πατρῴων ἀπεστερημένος, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἠτιμω-
μένος, ἂν μὴ νῦν ἡμᾶς ὑμεῖς ἐλεήσητε. [68] δέομαι οὖν ὑμῶν,
ὦ ἄνδρες δικασταί, καὶ ἱκετεύω καὶ ἀντιβολῶ, μνησθέντας
καὶ τῶν νόμων καὶ τῶν ὅρκων οὓς ὀμόσαντες δικάζετε, βοη-
θῆσαι ἡμῖν τὰ δίκαια, καὶ μὴ περὶ πλείονος τὰς τούτου
δεήσεις ἢ τὰς ἡμετέρας ποιήσασθαι. δίκαιοι δ’ ἔστ’ ἐλεεῖν
οὐ τοὺς ἀδίκους τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τοὺς παραλόγως δυσ-
τυχοῦντας, οὐδὲ τοὺς ὠμῶς οὕτως τἀλλότρι’ ἀποστεροῦντας,
ἀλλ’ ἡμᾶς τοὺς πολὺν χρόνον ὧν ὁ πατὴρ ἡμῖν κατέλιπεν
στερομένους καὶ πρὸς ὑπὸ τούτων ὑβριζομένους καὶ νῦν περὶ
ἀτιμίας κινδυνεύοντας. [69] μέγα δ’ ἂν οἶμαι στενάξαι τὸν πατέρ’
ἡμῶν, εἰ αἴσθοιτο τῶν προικῶν καὶ τῶν δωρεῶν ὧν αὐτὸς
τούτοις ἔδωκεν, ὑπὲρ τούτων τῆς ἐπωβελίας τὸν αὑτοῦ υἱὸν
ἐμὲ κινδυνεύοντα, καὶ ἄλλους μέν τινας ἤδη τῶν πολιτῶν
οὐ μόνον συγγενῶν, ἀλλὰ καὶ φίλων ἀνδρῶν ἀπορούντων
θυγατέρας παρὰ σφῶν αὐτῶν ἐκδόντας, Ἄφοβον δὲ μηδ’ ἣν
ἔλαβεν προῖκ’ ἐθέλοντ’ ἀποδοῦναι, καὶ ταῦτ’ ἔτει δεκάτῳ.

***
[60] Αφού λοιπόν μου εκληροδοτήθη περιουσία τόση, όσην εξ αρχής ηκούσατε, και της οποίας το τρίτον μέρος απέδιδεν εισόδημα πεντήκοντα μνας, ενώ ήτο δυνατόν εις τούτους, παρά την ακόρεστον φιλοχρηματίαν των, και εάν δεν ήθελον να μισθώσουν την οικίαν, από των εισοδημάτων τούτων, αφήνοντες ανέπαφον την αρχικήν περιουσίαν, και να παρέχουν εις ημάς διατροφήν και τας υποχρεώσεις προς την πόλιν να καταβάλλουν και όσα εξ αυτών θα επερίσσευον να τα προσθέτουν εις την αρχικήν περιουσίαν, [61] την δε υπόλοιπον περιουσίαν να καταστήσουν παραγωγικήν, η οποία ήτο διπλασία ταύτης (του ενός τρίτου), και εάν ήθελον χρήματα, να ελάμβανον και αυτοί, αλλ' εν μέτρω, εις εμέ δε με τα εισοδήματα να επηύξανον την αρχικήν περιουσίαν μου, ενώ ηδύναντο να κάμουν όλα αυτά, όμως τίποτε από αυτά δεν έκαμαν, αλλά επώλησαν προς αλλήλους τους μεγαλυτέρας αξίας δούλους μας, άλλους εξηφάνισαν όλως διόλου, από εμέ δε αφήρεσαν και τα πραγματικά μου εισοδήματα, δι' αυτούς τους ιδίους όμως ουχί μικράν περιουσίαν εδημιούργησαν εκ της ιδικής μου περιουσίας.

[62] Αφού δε ήρπασαν και όλα τα άλλα τόσον αισχρώς, αμφισβητούν όλοι από κοινού ότι κατελείφθη πλέον του ημίσεος της περιουσίας, ισχυριζόμενοι δε ότι η περιουσία του αποθανόντος ήτο μόνον πέντε τάλαντα, παρουσίασαν τους λογαριασμούς των ορμώμενοι εκ τοσούτου ποσού, μη εμφανίζοντες μεν και αυτών ακόμη τα εισοδήματα, αναγνωρίζοντες δε τα αρχικά κεφάλαια, αλλά ισχυριζόμενοι αναιδώς ότι και αυτά κατηναλώθησαν. Και δεν αισχύνονται να προβάλλουν τοιούτους ισχυρισμούς.

[63] Και όμως τι θα είχον πάθει εκ μέρους των, εάν ήθελον επιτροπευθή υπ' αυτών επί περισσότερον χρόνον; Δεν θα ηδύναντο να είπουν. Αφού δηλαδή μετά πάροδον δέκα ετών από αυτούς μεν λαμβάνω τόσον ολίγα, αυτός δε (ο Άφοβος) με παρουσιάζει και ως οφειλέτην του, πώς δεν πρέπει να αγανακτήση τις; Διότι είναι εις όλους φανερόν ότι, εάν έμενον ορφανός ενός έτους, και επετροπευόμην υπ' αυτών επί έξ έτη ακόμη, δεν θα ελάμβανον παρ'αυτών ουδέ τα ολίγα ταύτα. Διότι εάν αι γενόμεναι δαπάναι είναι ορθαί, τα σήμερον εις εμέ παραδοθέντα επ' ουδενί λόγω θα επήρκουν δι' έξ έτη και ή αυτοί εξ ιδίων των θα με έτρεφον ή θα με άφηναν να αποθάνω εκ της πείνης.

[64] Και όμως πώς δεν είναι φοβερόν, εάν άλλαι μεν περιουσίαι αξίας, όταν κατελείφθησαν, ενός ταλάντου ή δύο μόνον ταλάντων, διά της εκμισθώσεως εδιπλασιάσθησαν και ετριπλασιάσθησαν κατά την αξίαν, ώστε να κρίνωνται άξιαι να υποβάλλωνται εις λειτουργίας, ενώ η ιδική μου περιουσία η οποία ήτο συνηθισμένη να εξοπλίζη τριήρεις και να συνεισφέρη μεγάλας εισφοράς εις την πόλιν, να μη δύναται να εισφέρη ουδέ τας ελαχίστας εξ αιτίας της αναισχυντίας τούτων; Διότι ποίας υπερβολικάς μεθόδους δεν παρέλειψαν ούτοι να μεταχειρισθούν; Διότι ούτοι και την διαθήκην εξηφάνισαν διά να κρύψουν τας παρανομίας των, και τας μεν ιδικάς των περιουσίας επηύξησαν εκ της καρπώσεως της ιδικής μου, και τα αρχικά κεφάλαιά των έκαμαν πολύ μεγαλύτερα διά της ιδικής μου περιουσίας, τουναντίον δε αφήρπασαν ολόκληρον το ποσόν της περιουσίας μας, ωσάν να είχον υποστή εκ μέρους μας τας μεγαλυτέρας αδικίας.

[65] Και σεις μεν, ω Αθηναίοι, όταν τις διαπράξη κάποιο έγκλημα και παρουσιασθή ενώπιόν σας και τον καταδικάσετε, δεν αφαιρείτε από αυτόν όλην του την περιουσίαν, αλλά ευσπλαγχνιζόμενοι ή τας γυναίκας ή τα παιδιά αυτών αφήνετε κάτι και δι' εκείνα· ούτοι δε τόσον διαφέρουν από σας ώστε, καίτοι εδέχθησαν και δωρεάς παρ' ημών, διά να ασκήσουν δικαίως τα καθήκοντά των ως επιτρόπων, τοιαύτην υβριστικήν συμπεριφοράν έδειξαν προς ημάς. Και δεν εντράπηκαν, διότι δεν ευσπλαγχνίσθησαν την αδελφήν μου, η οποία κριθείσα αξία δύο ταλάντων υπό του πατρός μου δεν θα λάβη ουδέν των ανηκόντων εις αυτήν, αλλ' ωσάν να είχομεν παραδοθή εις τους χειροτέρους εχθρούς μας και ουχί εις φίλους και συγγενείς, καθόλου δεν εφρόντισαν διά την συγγένειαν.

[66] Εγώ δε ο πλέον κατατρεγμένος εξ όλων των ανθρώπων ευρίσκομαι εις δύσκολον θέσιν διά δύο λόγους, διότι δεν γνωρίζω πώς να υπανδρεύσω την αδελφήν μου και πώς να διακανονίσω τα άλλα ζητήματα. Πιέζομαι επί πλέον από την πόλιν, η οποία αξιοί να καταβάλω τας εισφοράς, και δικαίως, διότι ο πατήρ μου μού άφησεν αρκετήν περιουσίαν προς εκπλήρωσιν των υποχρεώσεων τούτων, αλλ' ολόκληρον την κληροδοτηθείσαν περιουσίαν ούτοι διήρπασαν.

[67] Σήμερον δε ζητών να λάβω την περιουσίαν μου διατρέχω μέγιστον κίνδυνον· διότι, αν ούτος εξέλθη κερδισμένος, ο μη γένοιτο, οφείλω να καταβάλω την επωβελίαν, δηλαδή εκατόν μνας. Και εάν μεν καταδικάσετε τούτον, το ποσόν της καταδίκης θα ορισθή διά της αποφάσεώς σας και θα υποχρεωθή να πληρώση ουχί εκ των χρημάτων του, αλλ' εκ των ιδικών μου, ενώ δι' εμέ το ποσόν δεν θα καθορισθή διά της αποφάσεως, αλλ' είναι καθωρισμένον εκ του νόμου (δηλαδή η επωβελία), ώστε όχι μόνον θα χάσω την πατρικήν μου περιουσίαν, αλλ' επί πλέον θα είμαι και ατιμασμένος, αν και τώρα σεις δεν συγκινηθήτε δι' εμέ.

[68] Σας παρακαλώ λοιπόν, ω άνδρες δικασταί, και σας ικετεύω, λαμβάνοντες υπ' όψιν τους νόμους και ενθυμούμενοι τους όρκους τους οποίους ωρκίσθητε διά να δικάσετε, να με βοηθήσετε διά να εύρω το δίκαιον, και να μη θεωρήσετε μεγαλυτέρας αξίας τας παρακλήσεις τούτου από τα ιδικάς μου.

Είναι δε δίκαιον να ελεήτε ουχί τους αδίκους ανθρώπους, αλλά τους αδίκως δυστυχούντας, ούτε εκείνους οι οποίοι κατά τρόπον τόσον σκληρόν αποστερούν τους άλλους της περιουσίας των, αλλ' ημάς, οι οποίοι επί πολύν χρόνον εστερήθημεν εκείνων, τα οποία μας άφησεν ο πατήρ μας, και επί πλέον δεχόμεθα και τας προσβολάς τούτων και τώρα διατρέχομεν τον κίνδυνον της ατιμίας.

[69] Νομίζω δε ότι ο πατήρ μας ήθελεν εκβάλει μέγαν αναστεναγμόν, εάν ήθελεν αισθανθή ότι αι προίκες και αι δωρεαί, τας οποίας εκείνος έδωσεν εις αυτούς, έχουν φέρει εμέ, τον υιόν αυτού, εις τον κίνδυνον της πληρωμής υπέρ τούτων (των επιτρόπων) της επωβελίας και ότι, ενώ άλλοι τινές εκ των πολιτών έχουν προικοδοτήσει οι ίδιοι τας θυγατέρας ου μόνον των συγγενών, αλλά και των φίλων των, όταν ητύχησαν, ο Άφοβος δεν θέλει να αποδώση την προίκα, την οποίαν έλαβε και κατακρατεί από δεκαετίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου