Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Φιλοκτήτης (468-506)

ΦΙ. πρός νύν σε πατρός, πρός τε μητρός, ὦ τέκνον,
πρός τ᾽ εἴ τί σοι κατ᾽ οἶκόν ἐστι προσφιλές,
470 ἱκέτης ἱκνοῦμαι, μὴ λίπῃς μ᾽ οὕτω μόνον,
ἔρημον ἐν κακοῖσι τοῖσδ᾽ οἵοις ὁρᾷς
ὅσοισί τ᾽ ἐξήκουσας ἐνναίοντά με·
ἀλλ᾽ ἐν παρέργῳ θοῦ με. δυσχέρεια μέν,
ἔξοιδα, πολλὴ τοῦδε τοῦ φορήματος·
475 ὅμως δὲ τλῆθι· τοῖσι γενναίοισί τοι
τό τ᾽ αἰσχρὸν ἐχθρὸν καὶ τὸ χρηστὸν εὐκλεές.
σοὶ δ᾽, ἐκλιπόντι τοῦτ᾽, ὄνειδος οὐ καλόν,
δράσαντι δ᾽, ὦ παῖ, πλεῖστον εὐκλείας γέρας,
ἐὰν μόλω ᾽γὼ ζῶν πρὸς Οἰταίαν χθόνα.
480 ἴθ᾽· ἡμέρας τοι μόχθος οὐχ ὅλης μιᾶς.
τόλμησον, ἐμβαλοῦ μ᾽ ὅποι θέλεις ἄγων,
ἐς ἀντλίαν, ἐς πρῷραν, ἐς πρύμνην, ὅπου
ἥκιστα μέλλω τοὺς ξυνόντας ἀλγυνεῖν.
νεῦσον, πρὸς αὐτοῦ Ζηνὸς ἱκεσίου, τέκνον,
485 πείσθητι. προσπίτνω σε γόνασι, καίπερ ὢν
ἀκράτωρ ὁ τλήμων, χωλός. ἀλλὰ μή μ᾽ ἀφῇς
ἐρῆμον οὕτω χωρὶς ἀνθρώπων στίβου,
ἀλλ᾽ ἢ πρὸς οἶκον τὸν σὸν ἔκσωσόν μ᾽ ἄγων,
ἢ πρὸς τὰ Χαλκώδοντος Εὐβοίας σταθμά·
490 κἀκεῖθεν οὔ μοι μακρὸς εἰς Οἴτην στόλος
Τραχινίαν τε δειράδ᾽ ἢ τὸν εὔροον
Σπερχειὸν ἔσται, πατρί μ᾽ ὡς δείξῃς φίλῳ,
ὃν δὴ παλαιὸν ἐξότου δέδοικ᾽ ἐγὼ
μή μοι βεβήκῃ. πολλὰ γὰρ τοῖς ἱγμένοις
495 ἔστελλον αὐτὸν ἱκεσίους πέμπων λιτάς,
αὐτόστολον πέμψαντά μ᾽ ἐκσῶσαι δόμους.
ἀλλ᾽ ἢ τέθνηκεν, ἢ τὰ τῶν διακόνων,
ὡς εἰκός, οἶμαι, τοὐμὸν ἐν σμικρῷ μέρει
ποιούμενοι τὸν οἴκαδ᾽ ἤπειγον στόλον.
500 νῦν δ᾽, ἐς σὲ γὰρ πομπόν τε καὐτὸν ἄγγελον
ἥκω, σὺ σῶσον, σύ μ᾽ ἐλέησον, εἰσορῶν
ὡς πάντα δεινὰ κἀπικινδύνως βροτοῖς
κεῖται παθεῖν μὲν εὖ, παθεῖν δὲ θάτερα.
χρὴ δ᾽ ἐκτὸς ὄντα πημάτων τὰ δείν᾽ ὁρᾶν,
505 χὥταν τις εὖ ζῇ, τηνικαῦτα τὸν βίον
σκοπεῖν μάλιστα μὴ διαφθαρεὶς λάθῃ.

***
ΦΙΛ. Μα σε ξορκίζω στ᾽ όνομα, παιδί μου,
του πατέρα σου και της μητέρας σου,
ή αν έχεις κι άλλο π᾽ αγαπάς στον κόσμο,
470 λυπήσου με και μη μ᾽ αφήσεις έτσι
μονάχο κι έρμο μες σ᾽ αυτή που βλέπεις
τη συφορά και σ᾽ όσα έχεις μου ακούσει
που με ζώνουν κακά. Βάλε με κάπου
σαν παραφόρτι. Ενόχληση μεγάλη
θα᾽ ναι, το ξέρω, το κουβάλημά μου,
μα υπόφερέ την· οι ευγενείς οι φύσεις
μισούν τα αισχρά και για δόξα τους το ᾽χουν
να κάνουν το καλό· μ᾽ αν δεν θελήσεις
να το κάμεις αυτό, θα ᾽ναι για σένα
όχι μικρή ντροπή, ενώ αν με πάρεις,
πόση θενά ᾽ναι η δόξα σου, παιδί μου,
αν έρθω ζωντανός ξανά στην Οίτη!
Κάμε καρδιά, έλα λοιπόν, δε θα ᾽ναι
480 ο μόχτος σου ούτε μιας ακέριας μέρας·
πέταξέ με όπου θες· στ᾽ αμπάρι κάτω,
στην πρύμνα, στην πλώρη, παντού που θα ᾽ταν
να βάραινα λιγότερο τους άλλους·
πες το το ναι, αποφάσισ᾽ το, σε ορκίζω
στον ίδιο τον Ικέσιο το Δία.
Πέφτω εμπρός σου στα γόνατα κι ας είμαι
σακατεμένος και χωλός, ο μαύρος,
και μη μ᾽ αφήσεις έτσι εδώ, μονάχο
κι έρμο μακριά από κάθε χνάρι ανθρώπου·
μα σώσε με κι ή πάρε με μαζί σου
στον τόπο σου ή σε κάποιο απ᾽ τα λιμάνια
της Εύβοιας, του Χαλκώδοντα, που εκείθε
490 δε θα ᾽ν᾽ μακρύ το πέρασμα ως την Οίτη
και στης Τραχίνας τα βουνά και τ᾽ άγια
νερά του Σπερχειού. Δώσε με πίσω
στο γέρο μου πατέρα, αν και φοβούμαι
μήπως τον έχω από καιρό πια χάσει·
γιατί συχνά μ᾽ όλους εδώ που ερχόνταν
μ᾽ απελπισμένες δέησες του μηνούσα,
ή νά ᾽ρθει ο ίδιος με καράβι, ή στείλει
να με πάρει απ᾽ εδώ και με γλιτώσει·
μα ή έχει πεθάνει ή, ίσως, καθώς είναι
και φυσικό, κάθ᾽ άλλο ή τη δική μου
να ᾽χαν την έγνοια αυτοί και θα βιαζόνταν
μια ώρα πιο μπρος στον τόπο τους να φτάσουν·
τώρα σε σένα κρέμομαι, να γίνεις
500 ο ίδιος και κομιστής και μηνυτής μου,
συ σώσε, συ σπλαχνίσου με, στοχάσου
πως πάντα στέκει ο άνθρωπος σε φόβο
και κίνδυνο, ναι μεν και να ευτυχήσει,
μα πάλι και το ενάντιο να του τύχει·
πρέπει λοιπόν, όταν κανείς είν᾽ έξω
από τα κακά, τη δυστυχία να βλέπει
που μπορεί νά ᾽ρθει· κι όταν ζει ευτυχής,
τότε προπάντων να ᾽χει και το νου του
μην πάει χαμένη ξαφνικά η ζωή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου