Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (1.17.1-1.17.9)

[1.17.1] Καταστήσας δὲ Κάλαν σατραπεύειν ἧς Ἀρσίτης ἦρχε καὶ τοὺς φόρους τοὺς αὐτοὺς ἀποφέρειν τάξας, οὕσπερ Δαρείῳ ἔφερον, ὅσοι μὲν τῶν βαρβάρων κατιόντες ἐκ τῶν ὀρῶν ἐνεχείριζον σφᾶς, τούτους μὲν ἀπαλλάττεσθαι ἐπὶ τὰ αὑτῶν ἑκάστους ἐκέλευεν, [1.17.2] Ζελείτας δὲ ἀφῆκε τῆς αἰτίας, ὅτι πρὸς βίαν ἔγνω συστρατεῦσαι τοῖς βαρβάροις· Δασκύλιον δὲ παραληψόμενον Παρμενίωνα ἐκπέμπει· καὶ παραληψόμενον Δασκύλιον Παρμενίων ἐκλιπόντων τῶν φρουρῶν.
[1.17.3] Αὐτὸς δὲ ἐπὶ Σάρδεων προὐχώρει· καὶ ἀπέχοντος αὐτοῦ ὅσον ἑβδομήκοντα σταδίους Σάρδεων ἧκον παρ᾽ αὐτὸν Μιθρήνης τε ὁ φρούραρχος τῆς ἀκροπόλεως τῆς ἐν Σάρδεσι καὶ Σαρδιανῶν οἱ δυνατώτατοι, ἐνδιδόντες οἱ μὲν τὴν πόλιν, ὁ δὲ Μιθρήνης τὴν ἄκραν καὶ τὰ χρήματα. [1.17.4] Ἀλέξανδρος δὲ αὐτὸς μὲν κατεστρατοπέδευσεν ἐπὶ τῷ Ἕρμῳ ποταμῷ· ἀπέχει δὲ ὁ Ἕρμος ἀπὸ Σάρδεων σταδίους ὅσον εἴκοσιν· Ἀμύνταν δὲ τὸν Ἀνδρομένους τὴν ἄκραν παραληψόμενον ἐκπέμπει ἐς Σάρδεις· καὶ Μιθρήνην μὲν ἐν τιμῇ ἅμα οἷ ἦγεν, Σαρδιανοὺς δὲ καὶ τοὺς ἄλλους Λυδοὺς τοῖς νόμοις τε τοῖς πάλαι Λυδῶν χρῆσθαι ἔδωκεν καὶ ἐλευθέρους εἶναι ἀφῆκεν. [1.17.5] ἀνῆλθε δὲ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἄκραν, ἵνα τὸ φρούριον ἦν τῶν Περσῶν· καὶ ἔδοξεν αὐτῷ ὀχυρὸν τὸ χωρίον· ὑπερύψηλόν τε γὰρ ἦν καὶ ἀπότομον πάντῃ καὶ τριπλῷ τείχει πεφραγμένον. αὐτὸς δὲ ἐπὶ τῇ ἄκρᾳ ναόν τε οἰκοδομῆσαι Διὸς Ὀλυμπίου ἐπενόει καὶ βωμὸν ἱδρύσασθαι. [1.17.6] σκοποῦντι δὲ αὐτῷ τῆς ἄκρας ὅπερ ἐπιτηδειότατον χωρίον ὥρᾳ ἔτους ἐξαίφνης χειμὼν ἐπιγίγνεται καὶ βρονταὶ σκληραὶ καὶ ὕδωρ ἐξ οὐρανοῦ πίπτει, οὗ τὰ τῶν Λυδῶν βασίλεια· Ἀλεξάνδρῳ δὲ ἔδοξεν ἐκ θεοῦ σημανθῆναι, ἵνα χρὴ οἰκοδομεῖσθαι τῷ Διὶ τὸν νεών, καὶ οὕτως ἐκέλευσε. [1.17.7] κατέλιπε δὲ τῆς μὲν ἄκρας τῆς Σάρδεων ἐπιμελητὴν Παυσανίαν τῶν ἑταίρων, τῶν δὲ φόρων τῆς συντάξεώς τε καὶ ἀποφορᾶς Νικίαν, Ἄσανδρον δὲ τὸν Φιλώτα Λυδίας καὶ τῆς ἄλλης τῆς Σπιθριδάτου ἀρχῆς, δοὺς αὐτῷ ἱππέας τε καὶ ψιλοὺς ὅσοι ἱκανοὶ πρὸς τὰ παρόντα ἐδόκουν. [1.17.8] Κάλαν δὲ καὶ Ἀλέξανδρον τὸν Ἀερόπου ἐπὶ τὴν χώραν τὴν Μέμνονος ἐκπέμπει, ἄγοντας τούς τε Πελοποννησίους καὶ τῶν ἄλλων ξυμμάχων τοὺς πολλοὺς πλὴν Ἀργείων· οὗτοι δὲ ἐν Σάρδεσι κατελείφθησαν τὴν ἄκραν φυλάττειν.
[1.17.9] Ἐν τούτῳ δὲ, ὡς τὰ ὑπὲρ τῆς ἱππομαχίας ἐξηγγέλθη, οἵ τε τὴν Ἔφεσον φρουροῦντες μισθοφόροι ᾤχοντο φεύγοντες, δύο τριήρεις τῶν Ἐφεσίων λαβόντες, καὶ ξὺν αὐτοῖς Ἀμύντας ὁ Ἀντιόχου, ὃς ἔφυγεν ἐκ Μακεδονίας Ἀλέξανδρον, παθὼν μὲν οὐδὲν πρὸς Ἀλεξάνδρου, δυσνοίᾳ δὲ τῇ πρὸς Ἀλέξανδρον καὶ αὐτὸς ἀπαξιώσας τι παθεῖν πρὸς αὐτοῦ ἄχαρι.

***
[1.17.1] Ο Αλέξανδρος διόρισε τον Κάλα σατράπη της περιοχής που διοικούσε πριν ο Αρσίτης και όρισε να πληρώνουν οι κάτοικοί της τους ίδιους ακριβώς φόρους που πλήρωναν στον Δαρείο· διέταξε επίσης να επιστρέψουν στην πατρίδα τους όσοι βάρβαροι κατέβαιναν από τα βουνά και παραδίδονταν στον στρατό του. [1.17.2] Τους κατοίκους της πόλεως Ζέλειας απάλλαξε από κάθε κατηγορία, γιατί διαπίστωσε ότι είχαν υποχρεωθεί με τη βία να συμπολεμήσουν με τους βαρβάρους· και έστειλε τον Παρμενίωνα να παραλάβει το Δασκύλιο, το οποίο πράγματι παρέλαβε ο Παρμενίων, επειδή το είχαν εγκαταλείψει οι φρουροί του.
[1.17.3] Ο ίδιος προχώρησε προς τις Σάρδεις και ενώ απείχε εβδομήντα περίπου σταδίους από εκεί, παρουσιάστηκαν εμπρός του ο Μιθρήνης, ο φρούραρχος της ακροπόλεως των Σάρδεων, και οι προύχοντες της πόλεως. Οι προύχοντες του παρέδωσαν την πόλη και ο Μιθρήνης την ακρόπολη και τα χρήματα. [1.17.4] Ο ίδιος ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε στον Έρμο ποταμό, που απέχει είκοσι περίπου σταδίους από τις Σάρδεις, και έστειλε στις Σάρδεις τον Αμύντα, τον γιο του Ανδρομένη, για να παραλάβει την ακρόπολη· τον Μιθρήνη τον κράτησε κοντά του και τον τίμησε πολύ· στους Σαρδιανούς και στους άλλους Λυδούς επέτρεψε να κάνουν χρήση των παλιών λυδικών νόμων και να αυτοδιοικούνται. [1.17.5] Ανέβηκε όμως και ο ίδιος στην ακρόπολη των Σάρδεων, όπου ήταν το φρούριο των Περσών. Η τοποθεσία της ακροπόλεως του φάνηκε οχυρή, γιατί ήταν πανύψηλη και απόκρημνη από παντού και οχυρωμένη ολόγυρα με τριπλό τείχος. Ο ίδιος έβαλε στον νου του να χτίσει στην ακρόπολη ναό του Ολυμπίου Διός και να ανεγείρει βωμό. [1.17.6] Ενώ λοιπόν αναζητούσε το καταλληλότερο σημείο της ακροπόλεως, ξέσπασε ξαφνικά, αν και ήταν καλοκαίρι, κακοκαιρία με δυνατές βροντές και έπεσε από τον ουρανό βροχή εκεί όπου βρίσκονταν τα ανάκτορα των Λυδών· από αυτό ο Αλέξανδρος υπέθεσε ότι του υπέδειξε ο θεός το μέρος όπου έπρεπε να χτίσει τον ναό του Διός, και έδωσε τις σχετικές διαταγές. [1.17.7] Άφησε τον Παυσανία, έναν από τους εταίρους, φρούραρχο της ακροπόλεως των Σάρδεων και τον Νικία υπεύθυνο για την κατανομή και την είσπραξη των φόρων. Διόρισε δε διοικητή της Λυδίας και της υπόλοιπης σατραπείας του Σπιθριδάτη τον Άσανδρο, τον γιο του Φιλώτα, και του έδωσε όσους ιππείς και ελαφρά οπλισμένους έκρινε ότι επαρκούσαν για τις ανάγκες της στιγμής. [1.17.8] Τον Κάλα και τον Αλέξανδρο, τον γιο του Αερόπου, τους έστειλε στη χώρα του Μέμνονα, μαζί με τους Πελοποννησίους και τους περισσότερους από τους υπόλοιπους συμμάχους εκτός από τους Αργείους· αυτοί παρέμειναν στις Σάρδεις για να φυλάγουν την ακρόπολη.
[1.17.9] Στο μεταξύ, μόλις κυκλοφόρησε η είδηση για την ιππομαχία του Γρανικού, οι μισθοφόροι που φρουρούσαν την Έφεσο σηκώθηκαν και έφυγαν παίρνοντας δύο τριήρεις των Εφεσίων· μαζί τους αναχώρησε και ο Αμύντας, ο γιος του Αντιόχου, που εγκατέλειψε τη Μακεδονία για να αποφύγει τον Αλέξανδρο, όχι γιατί αυτός τον είχε βλάψει, αλλά γιατί ο ίδιος αντιπαθούσε τον Αλέξανδρο και φοβόταν μήπως πάθει κανένα κακό από αυτόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου