Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΕΝΑΣ ΒΡΩΜΟΣΤΟΜΟΣ ΑΝΘΕΛΛΗΝΑΣ, ηθικός αυτουργός της Ιεράς Εξέτασης, προστάτης της παιδείας των Ρωμιών

Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ!!!

«Ο μεν γαρ Ελληνισμός πανταχού της γης εκταθείς και τας απάντων ανθρώπων ψυχάς κατασχών ούτως ύστερον μετά την τοσαύτην ισχύν και την επίδοσιν υπό της του Χριστού κατελύθη δυνάμεως».
Ιωάννης Χρυσόστομος, (Λόγος εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων, 15)

Είναι στιγμές, που όσο νηφάλιος κι αν θες να παραμείνεις, εν τούτοις δεν σ' αφήνουν ν' «αγιάσεις». Όταν το θράσος, τεντώνει στα άκρα την μέση ανθρώπινη ανοχή, δεν μπορείς να παραμένεις απαθής. Όταν αυτοί που πουλάνε «αγάπη» στο «ποίμνιο», όπως οι ''άγιοι' ψυχοσώστες, είναι ικανοί να εκμεταλλευτούν την τυχόν ανθρώπινη αδυναμία, προϊόν θρησκευτικού ψυχαναγκασμού, με σκοπό να τούς χειραγωγήσουν, δεν μπορείς να προσποιείσαι πως δεν είδες ή δεν άκουσες, ή δεν «κατάλαβες».

Εν ολίγοις, είναι στιγμές, που θέλεις να βουτήξεις μερικά ''άγια'' καθίκια και να τα κρεμάσεις ανάποδα απ' τ' ατροφικά αρχίδια τους στο πλησιέστερο καμπαναριό...

Το άθλιο αυτό υποκείμενο της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας και του φανατισμού, αυτόν τον δολοφόνο του Ελληνικού πνεύματος, καθιέρωσαν οι χριστιανοί ως προστάτη της παιδείας του γένους των Ελλήνων. Ένα αίσχος και μια ντροπή των Ιουδαιοχριστιανών, οι οποίοι τιμούν τον αρχηγέτη των καταστροφέων των Ελλήνων και του πολιτισμού τους.

Ο σχιζοφρενικής φύσεως τραγέλαφος του Ελληνοχριστιανισμού αποτυπωμένος και στους τόμους των έργων του Ιωάννη Χρυσόστομου των εκδ. «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ» 1980. Επάνω και ψηλά τα εξώφυλλα γράφουν: «ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ». Ανοίγεις και διαβάζεις μέσα όλες τις λοιδορίες, κάθε είδους εμπαθείς συκοφαντίες και σωρεία  ψευδών κατά των Ελλήνων!

Κανείς περισσότερο απ’ αυτόν τον «ιεράρχη» δεν σήκωσε τον τόνο της μισαλλοδοξίας υψηλότερα κατά πάντων των μη χριστιανών, με ιδιαίτερη μάλιστα ακράτεια κατά των Ελλήνων και των Ιουδαίων, τους οποίους βεβαίως για άλλους λόγους μισεί ακατάσχετα. Όταν η μισαλλοδοξία ενδύεται το ράσο «αγάπη», όπως θα καταδείξουμε στη συνέχεια.

Άπαντες οι μεταφραστές – παραφραστές των εν λόγω εκδόσεων παραφράζουν την λέξη Έλλην σε «ειδωλολάτρης», η οποία λέξη αναφέρεται κατά κόρον στα έργα του «πατρός» Ιωάννη. Η μοναδική εξαίρεση αποτυπώνεται στα εξώφυλλα. Διότι εάν δεν υπήρχε ο προφανής λόγος της εξαίρεσης αυτής, τότε αντί του «ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» θα έπρεπε να γράψουν «ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» οι αθεόφοβοι. Μη γένοιτο.

Δηλαδή όσοι πρώην Έλληνες αλλαξοπίστησαν παρέμειναν οι μοναδικοί Έλληνες, ενώ οι επιμένοντες στα πάτρια τώρα λέγονται ειδωλολάτρες! Μ’ άλλα λόγια οι βιασθέντες από τους Ρωμαίους Έλληνες, για να ασπαστούν δια πυρός και μαχαίρας το Ιουδαιοχριστιανικό δόγμα είναι οι γνήσιοι Έλληνες, ενώ οι ανυπότακτοι γουρούνια κατά τον Χρυσόστομο και για την ακρίβεια χειρότεροι απ’ αυτά (όπως σε λίγο θα τον ακούσουμε να τα ξεστομίζει μέσα από τα γραπτά του, ο Βρωμόστομος αυτός Ανθέλληνας).

Μέχρις εδώ έχουμε δύο εκκρεμότητες: η πρώτη λέγεται ειδωλολατρία και η δεύτερη βιασμός. Θα επιχειρήσουμε να ξεκαθαρίσουμε και τις δύο αποκλειστικά μέσα από κατ’ εξοχήν χριστιανικούς χώρους.

Και πρώτον για τα περί ειδωλολατρίας.

Νικόλαος Τωμαδάκης καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, 1956. «Εισαγωγή εις την Βυζαντινή Φιλολογία» τόμος Α΄, τεύχος Α΄, Β΄έκδοση.

«Ο χριστιανισμός υπήρξε πολέμιος κατά κύριον λόγον του Ελληνισμού, ως ζωής και ως σκέψεως… η μεγαλυτέρα διαβολή την οποίαν ενήργησε κατά του κλασσικού κόσμου είναι η εμφάνισις αυτού ως ειδωλολατρικού. Λατρείαν των ειδώλων, δι’ ην κατηγορούν τα συναξάρια τους μη χριστιανούς συχνότατα, δεν εγνώρισαν οι Έλληνες, εν τούτοις το όνομα Έλλην συνέπεσε ταχύτατα με την έννοια του ειδωλολάτρης».

Κατά δεύτερον περί του βιασμού.

Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Πρύτανις στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, βιβλίο «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ», έκδοση «Ψυχογιός» σελ. 17,

«Πράγματι κατά τη βασιλεία του Θεοδοσίου ο χριστιανισμός γίνεται η θρησκεία του κράτους. Εναντίων των ειδωλολατρών (διάβαζε Ελλήνων) εφαρμόσθηκαν μέτρα, που πήραν συχνά το χαρακτήρα πραγματικών διώξεων. Το μαντείο των Δελφών υποχρεώθηκε να σιγήσει, οι Ολυμπιακοί αγώνες και τα Ελευσίνια μυστήρια απαγορεύτηκαν, τα ιερά λεηλατήθηκαν από τους χριστιανούς, οι ιερείς, όπως γράφει ο Λιβάνιος υποχρεώθηκαν «να σιγήσουν ή να πεθάνουν». Και όλα αυτά βεβαίως στα πλαίσια της θρησκείας της αγάπης!

Και ρωτάμε τους κ.κ. θεολόγους: γιατί αποφεύγετε να σχολιάσετε τα προαναφερθέντα των συναδέλφων και ομοθρήσκων σας, παρ’ όλο που σας προκαλέσαμε τόσες και τόσες φορές;;; Μια που δεν μας το λέτε εσείς θα το φανερώσουμε εμείς: διότι στο διαμέτρημα του Τωμαδάκη και της Αλβελέρ χωρούν όλα μαζί τα δικά σας. Διότι δεν είστε επιστήμονες αλλά παπαδογλύφτες και κακόμοιροι καρεκλοθήρες.

Ο υβριστής των Ελλήνων

Αλλά είναι καιρός να δούμε πώς υβρίζει τους Έλληνες, ο Έλληνας κατά χριστιανούς πατέρας της εκκλησίας: «Μωρούς», τόμος 18 σελ. 17, εκφέροντες «λόγους μάταιους κι ακάθαρτους», 18. 113, «δεισιδαίμονες» 34. 429, αιμομίκτες μετά μητέρων και αδελφών, 34. 497, ασοφότερους από τα ζώα, 34. 497. Επί πλέον «στιγματισμένους, χειρότερους από τους χοίρους που πασαλείβονται με περιττώματα», «κυνικά καθάρματα», «πανάθλιους», «παμμίαρους, αδιάντροπους» και χίλιες δυο άλλες ανυπόστατες λοιδορίες.

Την στιγμή αυτή όμως είναι απαραίτητο κανείς να ξεφυσήσει την μύτη του για να αποβάλλει τα κατάλοιπα της δυσωδίας, τα εκ της κακοσμίας του στόματος του πατρός αυτού προερχόμενα. Εάν ο άνθρωπος αυτός δεν πρέπει να ονομαστεί Ιωάννης ο Βρομόστομος τότε ποιος άλλος δικαιούται περισσότερο αυτό το όνομα; Κι εσύ καλό χριστιανόπουλο θα αναρωτηθείς τώρα γιατί σου κρύβουν με τόση επιμέλεια τα άπλυτα αυτά του πατρός σου; Γιατί σου τον φόρεσαν προστάτη της παιδείας σου;

Και μια περί παιδείας ο λόγος: από την «Εις την Α΄ Κορινθίους» Δ΄ ομιλία του, τόμος 18 σελ. 99, όπου ειρωνεύεται τον Πλάτωνα και περιφρονεί τα μαθηματικά «Πόσον εκοπίασεν ο Πλάτων με τους μαθητές του με το να μας συζητεί περί γραμμής και γωνίες και σημείου και περί αριθμών αρτίων και περιττών και ίσων μεταξύ των και ανίσων και δια τέτοια θέματα λεπτεπίλεπτα ως ο ιστός της αράχνης – διότι αυτά είναι δια την ζωήν περισσότερον άχρηστα από εκείνα τα υφάσματα – και χωρίς να ωφελήση πολύ ή ολίγον με τας συζητήσεις αυτάς εγκατέλειψεν έτσι την ζωήν».

Κακόμοιρε ορθόδοξε χριστιανέ που βασανίζεις ακόμα άσκοπα εντελώς τα τέκνα σου με εκατοντάκις λεπτεπιλεπτέστερα ζητήματα, στην παιδεία του προστάτη της Χρυσόστομου!

Όμως όσο και να απεχθάνεται κανείς το φως του ήλιου, όσο και να προσπαθεί να το αποφύγει, κάποια στιγμή θα σηκώσει το βλέμμα του προς αυτό και προς στιγμή τουλάχιστον θα αντιληφθεί το μέγεθος της λαμπρότητάς του.

Ιδού τι μας ομολογεί ο πατήρ Χρυσόστομος:

«Δια να καταισχύνωμεν και του Έλληνας. Διότι τώρα, αν και θέλω να απευθύνομαι προς αυτούς, ενώ τους νικώμεν εις τους λόγους και εις την αλήθεια των δογμάτων, επισύρωμεν εις βάρος μας τον χλευασμόν από την σύγκρισιν του βίου, αφού εκείνοι μεν, αν και ευρίσκονται εις την πλάνην και δεν πιστεύουν εις τίποτε ισάξιον με την ιδικήν μας πίστιν, όμως ζουν βίον φιλοσοφίας, ενώ εμείς κάμνομεν το εντελώς αντίθετον».

Εις την Α΄ Κορινθίους» Ομιλία Ζ΄ τόμος 18 σελ. 197. Στον ίδιο δε τόμο σελ. 177 λέει:

«αλλ’ εγώ τώρα θρηνώ, όταν Έλληνες είναι φιλοσοφώτεροι από εμάς που έχομεν εντολή να μιμούμεθα αγγέλους». Στην δε σελ. 103 του ίδιου τόμου λέει «Ας μιμηθώμεν τουλάχιστον τους βαρβάρους εμείς οι πολίται των ουρανών».

Από τις ομολογίες αυτές μάλλον διαφαίνεται ότι ο συρφετός αυτός του χριστιανικού όχλου δεν είχε καμμιά πιθανότητα να καθιερώσει την θρησκεία αυτή, εάν δεν έπονταν η βία και το μακελειό των Ρωμαίων αυτοκρατόρων κατά των Ελλήνων. Επρόκειτο βεβαίως περί μιάς ουσιαστικής γενοκτονίας. Αλλά δεν γίνεται να υπάρξει ένας Θεοδόσιος, ένας Αρκάδιος ή ένας Ιουστινιανός (άπαντες δολοφόνοι των Ελλήνων) εάν δεν προηγηθεί ένας Χρυσόστομος. Όπως ούτε Λένιν άνευ Μαρξ. Αλλά ούτε και Χρυσόστομος άνευ Χριστού.

Ο γενάρχης των γενοκτονιών

Και εξηγούμαστε: Κατά Λουκάν (19.27)  «πλήν τους εχθρούς μου εκείνους τους μη θελήσαντές με βασιλεύσαι επ’ αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου». Τα λόγια αυτά βγαίνουν από το στόμα του θεού της αγάπης παρακαλώ, του Χριστούλη. Μωρέ αυτός δεν ήταν που έλεγε να αγαπάμε του εχθρούς μας! Έλεος κύριε θεολόγε… εξηγήστε μας πριν αποτρελαθούμε, δεν μπορεί κάπου θα σφάλουμε, κάτι παρεξηγούμε.

Έχετε δίκιο αγαπητοί μου αδελφοί, απαντά ο θεολόγος, δεν εννοεί εδώ αυτό που αντιληφθήκατε, και συνεχίζει, πρόκειται για το επιμύθιο της παραβολής των μνων. Είναι παραβολικό, δεν αντιλαμβάνεσθε διότι δεν έχετε καθαρή καρδιά. Δεν τυγχάνετε της χάριτος του θείου Πνεύματος.

Έτσι αποφαίνεται πάντοτε ο θεολόγος, ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος του θεού, ο αρχιψευταράς της οικουμένης των ανθρώπων. Τους ερωτώ λοιπόν: καλά εσείς είστε ανώτεροι θεολόγοι από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο; Αμέσως λαμβάνω απ’ όλους την ίδια απάντηση: μη γένοιτο, εμείς μπροστά στον μέγιστο των αγίων;; Θα παραδεχτείτε λοιπόν την άποψή του περί του προαναφερθέντος χωρίου; Μα φυσικά απαντούν άπαντες. Απαντούν δε με άνεση περί της παραδοχής τους διότι από τους αθεόφοβους αυτούς ουδείς έχει ανοίξει βιβλίο του Χρυσοστόμου.

Με την επαλήθευση δε αυτή αποδεικνύονται και ανήθικοι διότι όταν τους διαβάσεις τον Χρυσόστομο να διευκρινίζει ότι προσέξτε δεν είναι παραβολικό το λεχθέν του Χριστού, που λέει «κατασφάξατέ τους έμπροσθέν μου» όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, τότε οι θεολόγοι αυτοί αντί να παραδεχτούν από την μια την άγνοιά τους για τα ζητήματα των ευαγγελίων, κι από την άλλη το ποιόν του θεού τους, επιδεικνύουν πάντοτε συμπεριφορά υβριστική και επιθετική (ομιλώ εκ πείρας).

Το μίσος του προς τους Ιουδαίους

Και για του λόγου το αληθές ιδού η άποψη του αγίου περί της επιθυμίας του Χριστού προς σφαγή των απειθούντων προς τις εντολές του: «Λόγος κατά Ιουδαίων» τόμος 34 σελ. 107,

«πράγμα που έπαθαν και οι Ιουδαίοι, οι οποίοι, αφού κατέστησαν τους εαυτούς τους άχρηστους για εργασία έγιναν κατάλληλοι για σφαγή» (οι Ιουδαίοι ουδέποτε δέχτηκαν τον Χριστό ως Μεσσία). Και συνεχίζει ο άγιος  «Γι’ αυτό και ο Χριστός έλεγε: τους εχθρούς μου που δεν θέλησαν να βασιλεύσω σ’ αυτούς οδηγήστε τους εδώ και κατασφάξετέ τους». (Λουκ. 19:27)

Ο άγιος λοιπόν πατέρας αυτός μας επιβεβαιώνει κατηγορηματικώς ότι ο Χριστούλης όλ’ αυτά τα έλεγε και τα εννοούσε τοις μετρητοίς. Για όσους δεν ευκολύνονται να διαβάσουν τον «Α΄ Λόγον κατά Ιουδαίων» του Χρυσοστόμου, θα σταχυολογήσουμε εδώ μερικούς από τους απάνθρωπους χαρακτηρισμούς του κατά των ανθρώπων αυτών, χάριν του εξανεμισμού κάθε αμφιβολίας για το άσβεστο μίσος του και την γενοκτονική διάθεσή του προς αυτούς. Τους χαρακτηρίζει λοιπόν:

«Άθλιους και ταλαίπωρους, παράνομους, ασεβείς, ευρισκομένους στο σκοτάδι, συγγενείς των σκύλων, ελεεινότερους πάντων, μέθυσους, πόρνους, χειρότερους των χοίρων και των τράγων, βέβηλους μιαρούς, δαιμονιζόμενους, απάνθρωπους, άρπαγες και ένα σωρό άλλους παρόμοιους χαρακτηρισμούς».

Για δε την συναγωγή τους, «Ή καλύτερα δεν είναι μόνον πορνείον και θέατρο, αλλά και σπήλαιο ληστών και καταφύγιο θηρίων», επίσης «δι’ αυτό λοιπόν προπάντων πρέπει να μισήτε και αυτούς και την συναγωγή τους».

«Αλλά τώρα έχουν αποστερηθεί κάθε συγγνώμης». Πώς στο όνομα του θεού της αγάπης, της συγχώρησης και της αποδοχής της μετάνοιας αφαιρεί κάποιος άγιος κάθε συγνώμη από κάποιους; Ο ίδιος ο Χριστός επάνω από τον σταυρό δεν παρακάλεσε τον πατέρα του τον Γιαχβέ να συγχωρήσει αυτούς που τον σταύρωναν; Αυτός που διακηρύττει τα αντίθετα δεν είναι αντίχριστος;
«Ώστε ως προς την ασέβεια καμμιά διαφορά δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των Ελλήνων».

Ο Νίτσε τίναξε στον αέρα την φλογερή φιλία του με τον Βάγκνερ λόγω του αντισημιτισμού που διέκρινε στον μεγάλο μουσικοσυνθέτη. Και μετά μας είπαν ότι το μίσος του Χίτλερ κατά των Εβραίων πήγασε από τις ιδέες του Νίτσε! Η επίδοση του χριστιανικού κόσμου στο αναποδογύρισμα της ιστορίας είναι πλέον δαιδαλώδης.

Και συνεχίζουμε με τα χείριστα του πατρός της μισαλλοδοξίας και της γενοκτονίας:

«Κι αν ακόμη φονεύσει κάποιος κατά το θέλημα του θεού, ο φόνος αυτός είναι από κάθε φιλανθρωπία καλύτερος, ενώ αν κάποιος από λύπη δείξη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία, παρά το θέλημα του θεού, θα μπορούσε η φειδώ αυτή να αποβή πιο μιαρή από οποιοδήποτε φόνο»!

Εάν κανείς διαβάσει αυτά απαίσια και σιχαμερά λόγια και εξακολουθεί να θεωρεί το κτήνος αυτό άγιο τότε θα πρέπει να γνωρίζει ότι χρειάζεται επειγόντως ψυχίατρο.

Ασφαλώς πρόκειται για την ιδρυτική διακήρυξη της γενοκτονίας. Για έναν ορισμό της από θετική αλλά και από αρνητική θέση. Όταν ο ταύρος πιάνεται για τα καλά κι από τα δύο κέρατα. Αρκεί ο άγιος να δηλώσει ότι η δολοφονία των ανθρώπων, τους οποίους αυτός μισεί, είναι θέλημα του θεού του. Πράγματι ο κακούργος αυτός Χρυσόστομος χρηματοδότησε ορδές χριστιανών για να δολοφονήσουν Έλληνες και να καταστρέψουν ιερά, ναούς και δημόσια κτίρια του Ελληνισμού.

Ο Ναός Αρτέμιδος στην Έφεσο ήταν ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Αποτελούνταν από διπλή ιωνική κιονοστοιχία από 117 κίονες εξωτερικά και τριπλή κιονοστοιχία στη δυτική πλευρά. Το 406 μ.Χ. ο Ιωάννης Χρυσόστομος διέταξε την εκθεμελίωση και πυρπόλησή του: «Μαθών δε την Φοινίκην έτι περί τας των δαιμόνων τελετάς (ο Ιωάννης Χρυσόστομος) μεμηνέναι, ασκητάς μεν ζήλω θείω πυρπολουμένους συνέλεξε, νόμοις δε αυτούς οπλίσας βασιλικοίς κατά των ειδωλικών εξέπεμψε τεμενών, τα δε τοις καταλύουσι τεχνίταις και τοις τούτων υπουργοίς χορηγούμενα χρήματα ουκ εκ ταμιείων βασιλικών λαμβάνων ανήλισκεν, αλλά τας πλούτω κομώσας και πίστει λαμπρυνομένας γυναίκας φιλοτίμως ταύτα παρέχειν ανέπειθε, την εκ της χορηγίας φυομένην ευλογίαν επιδεικνύς τους μεν ουν υπολειφθέντας των δαιμόνων σηκούς τούτον τον τρόπον εκ βάθρων ανέσπασεν» (Θεοδώρητος, Εκκλησιαστική Ιστορία, 329-330). Άλλα τεμάχια του ναού χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση χριστιανικών ναών στην περιοχή κι άλλα μεταφέρθηκαν αργότερα κατ΄ εντολή του Ιουστινιανού στην Κωνσταντινούπολη για την ανέγερση της Αγίας Σοφίας, στη βάση του τρούλλου της οποίας υπάρχουν τέσσερις γρανιτένιοι κίονες από την Έφεσο. Στην Έφεσο έχει απομείνει από τις καταστροφές των χριστιανών: Ένας πρόχειρα πρόσφατα αναστηλωμένος κίονας.

Η θεωρία όμως θέλει και το παράδειγμά της: «Λόγος κατά Ιουδαίων Δ΄» σελ. 199,

«Ο Φινεές λοιπόν, που διέπραξε σε μια στιγμή δύο φόνους, φονεύοντας έναν άνδρα και μια γυναίκα, τιμήθηκε με το αξίωμα της ιεροσύνης, ενώ αυτός όχι μόνον δεν μόλυνε με το αίμα τα χέρια του αλλά καθαρώτερα τα έκαμε». Αυτός είναι ο πατέρας και θεωρητικός των Ιεροεξεταστών του μεσαίωνα. Δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά αμφιβολία.

Η γενοκτονική διάθεση ποτίζεται και λιπαίνεται με το μίσος. «Αλλά γι’ αυτό κυρίως μισώ την συναγωγή», σελ. 323, «Γι’ αυτό και εγώ μισώ τους Ιουδαίους».

Μωρέ καλά χριστιανόπουλα τι γίνεται εδώ πέρα; Πολύ δούλεμα δεν πέφτει; Αυτός ο αθεόφοβος διατυμπανίζει το μίσος στο όνομα του «αγαπάτε του εχθρούς σας». Είναι καιρός τώρα να κατανοήσετε γιατί η ορθοδοξία έθεσε σε δεύτερη μοίρα τα ευαγγέλια, για να μη πω ότι υποβάθμισε κυριολεκτικά, υπέρ των λεγόμενων Πατέρων της εκκλησίας.

Η καραμέλα που πιπιλίζουν τους τελευταίους αιώνες οι ταγοί της ορθοδοξίας λέγεται πατερική παράδοση. Γιατί άραγε; Γιατί ανασυντάχθηκαν ένα σωρό χριστιανικά δόγματα (Ευαγγελιστές κ. ά.) αποκλειστικά στα ευαγγέλια, γράφοντας στα παλιά τους τα παπούτσια Πατέρες και αγίους Αγίους; Αυτοί όλοι κάτι μυρίστηκαν. Κάτι τους βρόμισε ανυπόφορα. Η δική σας μύτη αποξεράθηκε τελείως;

Αλλά ας συνεχίσουμε με τον Ιωάννη, γιατί ο άνθρωπος είναι ατελείωτος στην κακία του. «Κατά Ιουδαίων Λόγος Η΄» σελ. 399, «Υπάρχουν επομένως αμαρτήματα που υπερβαίνουν κάθε συγγνώμη και δεν μπορεί να υπάρξει απολογία γι’ αυτά»!!! Πάει περίπατο η εξομολόγηση.

Στο σημείο αυτό όμως τίθεται ευλόγως το ερώτημα: σε τι είδους ανθρώπους απευθύνονταν αυτός ο ιεράρχης και πώς τους διαπαιδαγωγούσε για τον καθημερινό βίο; Ας τα ακούσουμε καλύτερα από το στόμα του ίδιου.

ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

«Όπως ακριβώς δεν ωφελεί καθόλου η περιτομή ούτε βλάπτει η έλλειψις περιτομής, έτσι ούτε βλάπτει η δουλεία ούτε ωφελεί η ελευθερία»!!! «Εις την Α΄ Κορινθίους Ομιλία» ΙΘ΄ σελ. 535.

Και συνεχίζει αμέσως αναφερόμενος στα λόγια του Παύλου:

«Και δια να καταδείξη τούτο με μεγαλυτέραν σαφήνειαν λέγει – αλλά και αν ημπορείς να γίνεις ελεύθερος, χρησιμοποίησε περισσότερον την δουλείαν – δηλαδή να είσαι περισσότερο δούλος. Και διατί τέλος πάντων αυτόν που δύναται να ελευθερωθεί τον συμβουλεύει να παραμείνη δούλος. Διότι θέλει να δείξη ότι καθόλου δεν βλάπτει η δουλεία, αλλ’ ωφελεί μάλιστα».

Και ενώ τα λέει τα πράγματα εντελώς ξεκάθαρα, για να μη ξεφύγει και κανείς απρόσεκτος, κερνάει ακόμη μια γύρα από το ναρκωτικό της δουλείας:

«Και γνωρίζω μεν ότι μερικοί ισχυρίζονται ότι το – χρησιμοποίησε περισσότερο – (εννοεί του Παύλου) το είπε περί ελευθερίας, υποστηρίζοντες ότι σημαίνει, εάν ημπορείς να ελευθερωθής, ελευθερώσου.. Δεν λέγει λοιπόν τούτο, αλλ’ εκείνο που είπα προηγουμένως, θέλων να δειξη ότι δεν κερδίζει τίποτε περισσότερον αυτός που γίνεται ελεύθερος και επομένως, λέγει, και αν ακόμη εξαρτάται από σένα να ελευθερωθής, μάλλον μένε ως δούλος».

Αυτό το κάθαρμα της κοινωνίας αποκαλεί τους Έλληνες μωρούς. Ξέρετε γιατί; Διότι οι Έλληνες προτιμούσαν τον θάνατο από την δουλεία.

Ο βρωμερός μισογυνισμός του

Γενικά όμως είναι ένα σκουλήκι (η γυναίκα) που σέρνεται, η κόρη του ψεύδους, ο εχθρός της ειρήνης.

Ο κατάλογος των αμαρτημάτων και των αδυναμιών της είναι ατελείωτος.

Είναι ελαφρόμυαλη, φλύαρη και ακόλαστη. Πάνω απ’ όλα είναι παθιασμένη με την πολυτέλεια και τις δαπάνες.

Φορτώνεται με κοσμήματα, πουδράρει το πρόσωπό της, βάφει τα μάγουλά της με κοκκινάδια, βάζει μυρωδικά στα ρούχα της, και έτσι γίνεται θανάσιμη παγίδα για τον εκμαυλισμό των νέων μέσω όλων των αισθήσεων.

Όσος και αν είναι ο πλούτος, δεν επαρκεί για να ικανοποιήσει την γυναικεία επιθυμία.

Μέρα και νύχτα η γυναίκα δεν σκέφτεται τίποτε άλλο παρά το χρυσάφι και τα πολύτιμα πετράδια, τα υφάσματα και τα κεντήματα, τις κρέμες και τα αρώματα. Αν δεν υπήρχε η σεξουαλική επιθυμία, κανένας άντρας με τα σωστά του δεν θα ήθελε να μοιράζεται το σπίτι του με μια γυναίκα και να υφίσταται τις επακόλουθες ζημιές, παρά τις οικιακές εργασίες που εκτελεί. Γι’ αυτό το λόγο ο Θεός, γνωρίζοντας την ελεεινή της φύση, την προίκισε με το όπλο της σεξουαλικότητα
ς…” “ΕΚΛΟΓΑΙ: ΛΟΓΟΣ Δ΄, ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗΣ“, MIGNE 63.

ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΗΣ ΜΟΙΧΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΔΙΔΕΙ ΣΤΗΝ «ΕΥΜΗΧΑΝΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΟΦΙΑΝ»

Είναι καταγεγραμμένο στην Βίβλο ότι ο Αβραάμ εξέδιδε την γυναίκα του στους βασιλιάδες της εποχής του, παρουσιάζοντάς την για αδελφή του. Ακούστε τώρα πώς ο ανήθικος αυτός άνθρωπος επαινεί και τον Αβραάμ και την Σάρρα, για τις πράξεις τους αυτές (αξίζει τον κόπο να διαβάσετε όλη αυτή την ιστορία, με κάθε λεπτομέρεια, Σάρρα, η νύφη της συμφοράς):

«Είδες την θαυμάσιαν τούτη γυναίκα που λάμπουσα από της ψυχής το κάλλος αλλά και της όψεως, στις (υποδείξεις) του δικαίου 
(Αβραάμ) πορευομένη;  Αυτήν να μιμείσθε γυναίκες… (!) αυτό είναι φιλίας και υπακοής γνώρισμα… υπέρ του δικαίου (Αβραάμ) και εις μοιχείαν εαυτήν (Σάρρα) εξέδωσεν και συνουσίας ανέχετο βαρβαρικής (!!!) …Είδες αγαπητέ μου την ευμήχανον του θεού σοφία;
» Ι. Χρυσοστόμου Παραινετικός… της αγίας Τεσσαρακοστης Ομιλία ΛΒ΄ ε΄25… ή (53.299.22.εως 53.300.48) ή ΤLG Joannes Chrysostomus Scr. Work #112 53.300.46

Η απέχθειά του προς τον χορό και το τραγούδι

Στο βιβλίο του Αλέξη Σολωμού με τον τίτλο «Ο Άγιος Βάκχος» διαβάζουμε, μεταξύ των άλλων σχετικών, για τον αρχιπατέρα της χριστιανικής εκκλησίας  Χρυσόστομο: «δεν τον ενοχλούσαν μονάχα οι παραστάσεις των χορευτών και των μίμων. Ζητούσε από τους χριστιανούς να ξεγράψουν οριστικά κάθε λαϊκό τους τραγούδι. Οι αγωγιάτες να μην τραγουδάνε πάνω στο κάρο τους ούτε οι κοπέλες στον αργαλειό τους ούτε οι μανάδες νανουρίζοντας τα μωρά τους. Τα λείψανα αυτά της αρχαίας Ελληνικής ζωής έπρεπε να τα αντικαταστήσουν με ψαλμούς του Δαβίδ».

Χίλια χρόνια αργότερα οι μαθητές του μισέλληνα και ανώμαλου αυτού ανθρώπου έψελναν τα εξής: «Σίγησον Ορφεύ, ρίψον Ερμή την λύραν, τρίπους ο Δελφοίς δύνον εις λήθην έτι. Δαβίδ γαρ ημίν πνεύματος κρούων λύραν…». Ας δούμε όμως τι έψελνε ο Δαβίδ με την λύρα του αλλά και οι συνάδελφοί του μεταξύ των άλλων: «και επεγερώ τα τέκνα σου, Σιών, επί τα τέκνα των Ελλήνων και ψηλαφήσω ρομφαίαν μαχητού. Και κύριος έσται επ’ αυτούς και εξελεύσεται ως αστραπή βολής» (Ζαχαρίας Θ, 13-15).

Στο «ΠΗΔΑΛΙΟ» (εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Καρόλου Ντηλ 4, Θεσς/νίκη) κατά τον χριστιανικό κόσμο «είναι η Διαθήκη μετά την καινή και την παλαιά, η μετά τας αγίας γραφάς αγία Γραφή») διαβάζουμε από την εν Λαοδικεία τοπική σύνοδο εν έτει 364, κανών 53ος:

«ότι ου δει χριστιανούς εις γάμους απερχομένους βαλλίζειν ή ορχήσθαι αλλά σεμνώς δειπνείν ή αιριστείν ως πρέπει Χριστιανοίς». Κατηγορηματική δηλαδή απαγόρευση του τραγουδιού και του χορού, των κατ’ εξοχήν Ελληνικών αυτών στοιχείων.

Η διαταγή του βυζαντινού αυτοκράτορα Αρκάδιου στα τέλη του 4ου αιώνα, το περίφημο «ες έδαφος φέρειν», το οποίο αφορούσε στην ισοπέδωση κάθε ελληνικού ναού και δημοσίου κτίσματος, δεν ίσχυσε καθόλου λιγότερο και για το ελληνικό τραγούδι, απ’ ότι διαπιστώνουμε.

Στον 55ο κανόνα διαβάζουμε: «ότι ου δει ιερατικούς ή κληρικούς, αλλ’ ουδέ λαϊκούς, εκ συμβολής συμπόσια επιτελείν». Απαγόρευση  των συμποσίων στους πάντες: κληρικούς και λαϊκούς. Μας είναι γνωστό όμως τι συνέβαινε στα συμπόσια: «μολπή τ’ ορχηστός τε, τα γαρ αναθήματα δαιτός», μας πληροφορεί ο Όμηρος. Ότι το τραγούδι κι ο χορός είναι τα στολίδια του συμποσίου.

Χαρείτε χριστιανοί τον προστάτη της παιδείας σας. Αυτό το μισαλλόδοξο τέρας. Τον υμνητή της γενοκτονίας. Τον λάτρη της δουλείας. Τον κατ’ εξοχήν ανθέλληνα. Τον θεωρητικό και πρακτικό Ελληνοκτόνο.

Μια λίστα από τον οχετό των ύβρεων που εξέμεσε ο ανθέλλην Ιωάννης ο Χρυσόστομος (βρομόστομος) σε βάρος των Ελλήνων:

• Πού είναι τώρα οι σοφοί των Ελλήνων με τα πυκνά τους γένια, με τους έξωμους χιτώνες τους και με τα παραφουσκωμένα λόγια; Όλη την βάρβαρη Ελλάδα ο σκηνοποιός (ο Παύλος) επέστρεψε (=εκχριστιάνισε). Ας είναι ανάμεσά τους κι αυτός ο περιβόητος Πλάτων, που τρεις φορές πήγε στη Σικελία, γεμάτος επίδειξη και κομπορρημοσύνη, μα κανείς δεν του έδωσε προσοχή. Όμως εκείνος ο σκηνοποιός όχι μόνο στη Σικελία, όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σ’ όλη την οικουμένη πέταξε και δεν σκανδάλισε, και είναι φυσικό, γιατί οι διδάσκαλοι δεν καταφρονούνται από την εργασία τους αλλά από τα ψέμματά τους.» Στο έργο του «Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους επιστολήν»:
• Αυτόθι: «Δεν βλέπετε στους Ολυμπιακούς αγώνες, όταν ο αγωνοθέτης βαδίζει διαμέσου της Αγοράς, πόση ευταξία και σιωπή υπάρχει στο λαό; Πώς λοιπόν εκεί που ο Διάβολος πομπεύει, υπάρχει τόση σιωπή και εδώ που είναι ο Χριστός έχει τόσο θόρυβο;»
• Στην ομιλία του «Εις Τεσσαρακοστήν»: Ας ντραπούν οι Έλληνες βλέποντας την αγάπη με την αποδεχόμαστε και ασπαζόμαστε τον ερχομό της Αγίας Τεσσαρακοστής, κι ας ονομάζουν εκείνοι γιορτές και πανηγύρια τη μέθη και όλες τις ακολασίες και ασχήμιες.»
• Στην «Εις την Α΄ Κορινθίους Δ΄ Ομιλία»: Πόσο κόπιασε ο Πλάτων με τους μαθητές του με το να μας συζητεί περί γραμμής και γωνίας και σημείου και περί αριθμών αρτίων και περιττών και ίσων μεταξύ τους και ανίσων και για τέτοια θέματα λεπτεπίλεπτα ως ο ιστός της αράχνης- δίιότι αυτά στη ζωή είναι περισσότερο άχρηστα από εκείνα τα υφάσματα- και χωρίς να ωφελήσει πολύ ή λίγο με τις συζητήσεις αυτές εγκατέλειψε έτσι τη ζωή;
• Στην «Εις την Α΄ Κορινθίους ομιλία Ζ΄»: …Για να καιταισχύνουμε και τους Έλληνες. Διότι τώρα αν και θέλω να απευθύνομαι σε αυτούς, διστάζω, μήπως ενώ τους νικούμε στους λόγους και στην αλήθεια των δογμάτων επισύρουμε εις βάρος μας τον χλευασμό από τη σύγκριση του βίου, αφού εκείνοι μεν, αν και βρίσκονται στην πλάνη και δεν πιστεύουν σε τίποτα ισάξιο με τη δικά μας πίστη, όμως ζουν βίο φιλοσοφίας ενώ εμείς κάνουμε το εντελώς αντίθετο. Όμως θα μιλήσω, γιατί προσπαθώντας να ανταγωνιζόμαστε αυτούς, ίσως επιδιώξουμε να γίνουμε καλύτεροι από αυτούς και στην ίδια τη ζωή.
• Στον «ΚΣΤ΄ λόγον εις την Α΄ Κορινθίους»: Αλλά εγώ τώρα θρηνώ, όταν οι Έλληνες είναι φιλοσοφώτεροι από εμάς, που έχουμε την εντολή να μιμούμαστε αγγέλους.
• Στην παρ. β της ομιλίας «Ότι ο Θεός είναι ο Χριστός»: (οι απόστολοι) τους βαρβάρους και Έλληνες και κάθε άλλο έθνος κατατρόπωσαν.
• Οι Έλληνες είναι βρομεροί και πανάθλιοι, μιαροί και παμμίαροι. («Εις τον Μακάριο Βαβύλα» λόγος Β΄ παρ. α)
• Ο Κύριος μας Ιησού Χριστός…είπε και τούτο: «Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, αυτός που πιστεύει σ’ εμένα, τα έργα τα οποία κάνω εγώ και εκείνος θα κάνει, και μεγαλύτερα απ’ αυτά θα κάνει.» Βέβαια πολλοί άλλοι και διδάσκαλοι ήταν και μαθητές είχαν και θαύματα φανέρωσαν, όπως καυχώνται οι παίδες των Ελλήνων, κι όμως ουδέποτε κανείς από αυτούς εσκέφθη τίποτα τέτοιο ούτε τόλμησε να πει Ούτε μπορούσε ποτέ κανένας Έλληνας κι ας ήταν τελείως αδιάντροποι να παρουσιάσει προφητεία ή τέτοιο λόγο δοσμένο σ’ αυτούς…, ενώ για όλα τα’ άλλα μιλούν αδιάντροπα και λένε ψέματα, όσα τους κατέβουν στο κεφάλι, τίποτα τέτοιο δεν τόλμησαν να πλάσουν ποτέ. Είδαν με πολλοί πονηριά οι συμφοριασμένοι εκείνοι ότι αυτός που θέλει να εξαπατήσει, πρέπει να κατασκευάσει μερικά πράγματα πιθανά και καλοστολισμένα και τόσο καλοπλεγμένα πουθενά να μην αποδειχθεί η ψευτιά τους. Έφτιαξαν και έπλασαν όσα μπορούσαν για να ξεγελάσουν τους πιο αφελείς.
• Πόση είναι η διαφορά ανάμεσα στην ανωτερότητα των χριστιανών και στη ντροπή των Ελλήνων (ενθ. Ανωτ. Παρ.α)
• «(Είναι δυνατόν οι Χριστιανοί) να είναι χειρότεροι από τους Έλληνες. Διότι αν εκείνοι για τη δόξα επέδειξαν τόσο κενή φιλοσοφία, πόσο περισσότερο για το Θεό πρέπει εμείς να είμαστε ενάρετοι;» («Εις Μακάριον Βαβύλαν» λόγος Β΄ και «κατά Ιουλιανού και προς Έλληνας» παρ. ζ)
• «Έτσι έκανε και ο Παύλος βρίσκοντας το επίγραμμα (ενν. το τω αγνώστω Θεώ) γραμμένο στο βωμό σαν σε παράταξη εχθρική… Γιατί ήταν εκείνο το επίγραμμα ξίφος των Αθηναίων, μαχαίρι των εχθρών, με το μαχαίρι αυτό απέκοψε το κεφάλι των εχθρών» («Ομιλία εις τας Πράξεις των Αποστόλων» Α΄)
• «Ταύτα ουν εννοήσαντες και την άνοιαν και παραπληξίαν των Ελλήνων…» («Εις τον πτωχόν Λάζαρον» λόγος Ε΄ παρ. β)
• «…εντρέπει Έλληνας…Ημείς γαρ εσμέν αίτιοι του μένειν αυτούς επί της πλάνης (Ομιλία ΟΒ΄, «Περί της αγάπης και βίου ορθού και ότι ταύτα μάλιστα τους Έλληνας εντρέπει»)
• «(Ο άγιος Βαβύλας) διήλεγξε (=φανέρωσε) την των Ελλήνων απάτην.» «Εις Μακάριον Βαβύλαν» β παρ. κγ)
• «Ο Απόστολος Παύλος σκόρπισε το χριστιανικό κήρυγμα και η ελληνική πλάνη διαλύθηκε» («Εις τον Απόστολον Παύλον» ομιλία Δ΄)
• «Καταγελώντες μεν της ελληνικής πλάνης» («Περί μοίρας και προνοίας» Β΄)
• «Φλυαρίες και γελοιότητες είναι όλα αυτά της ελληνικής ανοησίας» («Εις Μακάριον Βαβύλαν» λόγος Β΄ παρ. δ)
• «Αληθώς Έλληνες αεί παίδες, γέρων δε ουδείς. Δέον γάρ την οικείαν ανοίαν (βλακεία) θρηνείν (ενθ. αν. παρ. ιθ)
• «Και γάρ άπαντα ταύτα από της κατά την φιλοσοφίαν την έξωθεν ανοίας ετίκτετο και αύτη (=η ελληνική φιλοσοφία) ην των κακών η μήτηρ» (Ομιλία εις Α΄ προς Κορινθίους)
• «Αν ξεκινήσουμε να παραθέτουμε τα δόγματά τους, θα ακολουθήσει πολύ γέλιο.»
• «(Οι Έλληνες) ποτέ δεν έκαναν κάτι σωστό, αλλά ήταν δειλοί, φιλόδοξοι, αλαζόνες και είχαν ασυλλόγιστα πάθη» («Εις Μακάριον Βαβύλαν» λόγος Β΄ παρ.στ)
• «(Οι απόστολοι κατάφερναν) των φιλοσόφων την γλώσσα να δένουν, των ρητόρων τα στόματα να κλείνουν.» («Ότι ο Θεός είναι ο Χριστός» παρ. ε)
• «(Οι Έλληνες φιλόσοφοι και ρήτορες είναι) καταγέλαστοι και δεν διαφέρουν από τα παιδιά που λένε ανοησίες. Γιατί δεν μπόρεσαν να πάρουν με το μέρος τους ούτε έναν σοφό ή άσοφο, ούτε άνδρα ή γυναίκα, ούτε ένα μικρό παιδί από τόσα έθνη και τόσους λαούς, αλλά προκαλούσαν τόσα γέλια τα βιβλία που είχαν γράψει, ώστε, μόλις τα παρουσίαζαν, να εξαφανίζονται, γι’ συτό και χάθηκαν τα περισσότερα. Και αν διασώθηκε κανένα και βρίσκεται κάπου, θα το έχουν σώσει οι χριστιανοί(!). Τόσο δεν φοβόμαστε μην πάθουμε κανένα κακό από την έχθρα τους, τόσο περιφρονούμε την πολυμήχανη δραστηριότητά τους.» («Εις Μακάριον Βαβύλαν» λόγος Β΄ και «κατά Ιουλιανού και προς Έλληνας» παρ. β)
• «Κανένας βασιλιάς, που παραδέχεται την αλήθεια του Χριστού, δεν έβγαλε τέτοια προστάγματα εναντίον των Ελλήνων σαν αυτά που επινόησαν εναντίον μας όσοι λάτρεψαν τους δαίμονες (δηλ. τους ελληνικούς θεούς). Κι όμως παρόλο που η πλάνη της ελληνικής δεισιδαιμονίας δεν ενοχλήθηκε ποτέ από κανένα, έσβησε μόνη της…Δεν πάνε να κρεμασθούνε (οι Έλληνες σοφοί) πουθενά ή να γκρεμοτσακιστούνε, αφού δεν ξέρουν τι τους γίνεται;» (ενθ. ανωτ. παρ. γ)
• «Τίποτα δεν κατόρθωναν, διότι τέτοια είναι η πλάνη (των Ελλήνων φιλοσόφων) ώστε, κι αν ακόμη κανείς δεν την ενοχλεί διαλύεται» (Εις τον απόστολον Παύλο, ομιλία Δ΄)
• «Τα παιδιά να υπακούετε τους γονείς σας σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου… Όμως όταν ο γονέας είναι Έλλην ή αιρετικός, τότε το παιδί δεν πρέπει να υπακούει.» (Εις την επιστολή προς Εφεσσίους, ομιλία 20)
• «Γιατί ο Άγιος Βαβύλας παρακάλεσε το Θεό να ρίξει φωτιά στο ναό (ενν. του Απόλλωνος στη Δάφνη) και η φωτιά αυτή κατάκαψε όλη την οροφή, αφάνισε το είδωλο μέχρι το τελευταίο κομμάτι, έκανε τα πάντα στάχτη και σκόνη.» («Εις τον Μακάριο Βαβύλα», λόγος Β΄ παρ. ιζ)
• «Δεν επιτρέπεται κανείς να ζει ανεξέλεγκτα, όπως συνέβαινε με τους Έλληνες σε αισχρότητα και μέθη κι αδηφαγία κι απολαύσεις και πολυτέλεια.» («Περί της Αναστάσεως των νεκρών»)
• «Αν στα ενδότερα (των ελληνικών σκέψεων) κοιτάξεις, θα δεις, τέφρα και σκόνη και υγιές ουδέν, αλλά τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών, (των Ελλήνων φιλοσόφων!) τα πάντα δε γεμάτα ακαθαρσίες και ιχώρ, (έμπυο!) και πάντα τα δόγματα τους βρίθουν σκωλήκων… Αυτά γέννησαν και αύξησαν οι Έλληνες, από των φιλοσόφων λαβόντες… Ημείς δε ου παραιτούμεθα της κατ’ αυτών μάχης» (ομιλία ξσ΄ 59.369.12 -370.11)
• «Οι γυναίκες όταν υποτάξουν κάποιον στην εξουσία τους, τον καθιστούν ευκολοκυρίευτο από τον Διάβολο, περισσότερο απρόσεκτο, ζωηρότερο, αδιάντροπο, ανόητο, οξύθυμο, θρασύ, ενοχλητικό, ταπεινό, απότομο, ανελεύθερο, δουλοπρεπή, αυθάδη, φλύαρο και με μία λέξη όλα τα γυναικεία ελαττώματα, τα οποία έχουν αυτές τα αποτυπώνουν στην ψυχή του. Είναι λοιπόν αδύνατον εκείνος ο οποίος διαρκώς βρίσκεται μαζί με γυναίκες και τόση συμπάθεια και μεγαλώνει με τη συναναστροφή τους, να μην γίνει αγύρτης και αργόσχολος και μηδαμινός Κι αν λέει κάτι, όλα θα είναι λόγια των αργαλειών και των μαλλιών, επειδή η γλώσσα του θα έχει μολυνθεί από το είδος των γυναικείων λόγων. Και αν κάνει κάτι, το κάνει με πολλή δουλοπρέπεια, επειδή βρίσκεται μακριά από την ελευθερία, η οποία αρμόζει στους Χριστιανούς και για κανένα σπουδαίο κατόρθωμα δεν είναι χρήσιμος». («Περί νηστείας και σωφροσύνης», Δ΄ λόγος).

Εορτάζεται: Από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις εξής ημέρες:

13 Νοεμβρίου: μνήμη Ιωάννη του Χρυσοστόμου (η 14η Σεπτεμβρίου είναι η εορτή Υψώσεως του Σταυρού και έτσι η εορτή μετατέθηκε).
30 Ιανουαρίου: των Τριών Ιεραρχών, μαζί με τον Μέγα Βασίλειο και τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο
15 Δεκεμβρίου: χειροτονία του σε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
27 Ιανουαρίου: ανακομιδή των λειψάνων του το 438 από τον Πατριάρχη Πρόκλο
26 Φεβρουαρίου: η χειροτονία του σε πρεσβύτερο.

Μια περίπτωση ξεκάθαρης διδασκαλίας υπέρ της δολοφονίας παντός μη χριστιανού ανθρώπου, από τον προστάτη της παιδείας των Ρωμιών. Απέναντί της κάθε χριστιανοθεολογική γλώσσα παραλύει αυτόματα και εξανεμίζεται κάθε απόπειρα απόδοσης μεταφορικής σημασίας.

ΤΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ

«Κι αν ακόμη φονεύσει κάποιος κατά το θέλημα του θεού, ο φόνος αυτός είναι από κάθε φιλανθρωπία καλύτερος, ενώ αν κάποιος από λύπη δείξει ευσπλαχνία και φιλανθρωπία, παρά το θέλημα του θεού, θα μπορούσε η φειδώ αυτή να αποβή πιο μιαρή από οποιοδήποτε φόνο»

«Ο Φινεές λοιπόν, που διέπραξε σε μια στιγμή δύο φόνους, φονεύοντας έναν άνδρα και μια γυναίκα, τιμήθηκε με το αξίωμα της ιεροσύνης, ενώ αυτός όχι μόνον δεν μόλυνε με το αίμα τα χέρια του αλλά καθαρώτερα τα έκαμε».
«Λόγος κατά Ιουδαίων Δ΄». Ιωάννης Χρυσόστομος.

Αυτός είναι ο πατέρας και θεωρητικός των Ιεροεξεταστών του μεσαίωνα. Δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά αμφιβολία.

Κλείνοντας θα πρέπει να προτρέψουμε τους αναγνώστες μας να διαβάσουν την αλληλογραφία μεταξύ του Αγίου Βασιλείου και του Ιωάννη του βρομόστομου (Χρυσόστομου) τις ''ευσεβείς πατερικές ύβρεις'' τόσο για τις αλλαξοπατριαρχίες τους στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης, όσο και για τα οικονομικά που καταχράστηκαν! Για τον όποιο ενδιαφερόμενο, στοιχεία υπάρχουν στην «Ελληνική Πατρολογία».

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α'

Θα κλείσουμε με μερικές ακόμα σκέψεις μας για το «πνεύμα και τη σοφία» του Ιωάννη του Χρυσόστομου, αλλά και για τα «ανδραγαθήματα» των ομοφρόνων του:

Αυτοί που σκόπιμα συκοφάντησαν τους Έλληνες ως «ειδωλολάτρες» και με φανατισμό επεδίωξαν την εξαφάνιση των τεκμηρίων της λαμπρότητας του αρχαίου Ελληνικού κόσμου και τον πατριωτικό και πνευματικό «αποχρωματισμό» των Ελλήνων στο όνομα του εβραιοχριστιανισμού (γιατί ο θάνατος της Ελληνικής παιδείας ήταν όρος επιβίωσης του χριστιανισμού) και τη μετάλλαξή τους σε ακίνδυνους για την εξουσία Ελληνο-Ρωμιούς Βυζαντινολάτρες, πιστούς υπηκόους της θεοκρατικής Ρωμανίας, αυτοί που «ζήλον ένθεον αναλαβόντες στερρώς ηνδραγάθησαν», πρέπει να είναι καταδικασμένοι στη σκέψη και στη συνείδηση κάθε γνήσιου Έλληνα, γιατί, όπως γράφει ο σύγχρονος στοχαστής, μελετητής της θρησκειολογίας και συγγραφέας Ιάσονας Ευαγγέλου, «ο Έλληνας που αγκαλιάζει με αγάπη την προγονική του κληρονομιά, δεν γυρίζει πίσω, αλλά θέλει να προχωρήσει μπροστά»!

Ο Γκαίτε έλεγε: «Ό,τι είναι ο νους και η καρδιά για τον άνθρωπο, είναι η Ελλάδα για την ανθρωπότητα». Μα και ο μεγάλος εθνικός μας ποιητής Διον. Σολωμός αφυπνιστικά μας φωνάζει: «Κλείστε μέσα στην ψυχή σας την Ελλάδα και θα νοιώσετε κάθε είδους μεγαλείο»!

Τελικά οι εβραιόφρονες πατέρες της εκκλησίας, “επέδραμαν πάνω στο ευγενές οπωροφόρο δένδρο”, την Ελλάδα, την κοιτίδα του πολιτισμού και αφού κατάκλεψαν, διαστρέβλωσαν και αλλοίωσαν τις ιδέες των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων, “τη μπόλιασαν με μοσχεύματα πολύ κατώτερης ποιότητας”, απαγορεύοντας ακόμα και τα ελληνικά ονόματα! Και επειδή το “αλλότριον” εάν δεν αποβληθεί αλλοτριώνει, φθάσαμε στο σημείο, αφού μας έδωσαν πίστη… εβραϊκή, απερίσκεπτα και αποχαυνωτικά, σαν μαθητούδια του κατηχητικού, να εκστασιαζόμαστε μπροστά στην αλλότρια μυθοπλασία και να βιώνουμε άκριτα μια μυθολατρεία παρωχημένης εποχής.

Γι’ αυτό ο χαρακτηρισμός «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» είναι ύπουλος, υστερόβουλος, δηλ. ηθελημένα κακόβουλος, ψευδεπίγραφος, οξύμωρος και σχιζοφρενικός! Είναι η αποτυχημένη προσπάθεια για πνευματικό άλλοθι αυτών που κατέστρεψαν τον ελληνικό πολιτισμό! Όπως οξύμωρος είναι και ο όρος «θρησκευτική φιλοσοφία». Γιατί ο μεγάλος εκκλησιαστικός πατέρας Τερτυλλιανός είναι αυτός που ανήγαγε τις ασύδοτες δοξασίες και τον παραλογισμό σε θεμέλιο της πίστης, αφού έλεγε ότι: «Πιστεύω επειδή είναι άτοπο, άλογο, ανορθόλογο, παράλογο» (Credo quia absurdum). Προφανώς ο Τερτυλλιανός γνώριζε καλά ότι το ανορθολογικό υπέδαφος της ανθρωπότητας διαθέτει…ανεξάντλητα κοιτάσματα! Και οι εκμεταλλευτές του ανεξάντλητους τρόπους αξιοποίησης! Οι οποίοι μάλιστα συνεχώς ανανεώνονται (νέα «θαύματα» κλπ)! Κι αυτό γιατί η φάτνη των α-λόγων διαθέτει… άφθονο σανό!

Δεν μπορεί λοιπόν να ταυτίζεται ο θύτης με το θύμα! Ό,τι έκτισε το γονιμοποιό ελληνικό πνεύμα, κατέστρεψε ή προσπάθησε να καταστρέψει το στείρο και βαρβαρικό. Και οι δήμιοι του Ελληνισμού, οι παραχαράκτες και μεταλλάκτες του Ελληνικού Αρχέτυπου, οι «ιουδύλοι», οι απόγονοι του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, “των αγίων και δικαίων θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης…”, οι οπαδοί του θεοκρατικού Βυζαντίου, οι σπορείς της αγνωσίας και οι καλλιεργητές της αντιγνώσης, οι απατεώνες του λόγου και οι δημαγωγοί του παραμυθιού, αυτοί που πριόνισαν τις ρίζες των Ελλήνων, δεν έχουν το ηθικό ανάστημα να επικαλούνται τον ανεπανάληπτο προγονικό μας Ελληνικό πολιτισμό και τους «ένδοξους προγόνους» μας τους Έλληνες, όταν επί τόσα (πέτρινα) χρόνια εδίωκαν χωρίς οίκτο, δια πυρός και σιδήρου «την πλάνην του Ελληνίζειν»! Άλλωστε πρέπει να ξέρουν ότι… «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί!». Ακόμα πολύ καλά ξέρουν ότι «Ού δύνασθε δυσί Κυρίοις δουλεύειν»!... Και εκείνοι αφού είναι “υπηρέτες” «του Θεού των Εβραίων», «του Θεού του Ισραήλ» του Σαβαώθ ή Γιαχβέ ή Ιεχωβά, πως μπορούν να υπηρετούν και τον άλλο Κύριο που λέγεται Ελληνικός Πολιτισμός;

Ο καθένας λοιπόν ας αναστοχαστεί και ας κάνει την επιλογή του, αφού μόνοι τους οι εβραιόφρονες νεοφαρισαίοι πατέρες του χριστιανισμού έθεσαν τη μαύρη διαχωριστική γραμμή, απαρνούμενοι την (ενιαία) ελληνική καταγωγή τους με το να αυτοαποκαλούνται με υπερηφάνεια «ο καινός (=νέος) Ισραήλ» και λέγοντας (Τερτυλλιανός): «Ποία ομοιότης μεταξύ ενός φιλοσόφου και ενός χριστιανού, μεταξύ ενός μαθητού της Ελλάδος και ενός μαθητού του ουρανού; Τι κοινόν μεταξύ Αθηνών και Ιερουσαλήμ; Μεταξύ Ακαδημίας και εκκλησίας, μεταξύ Στοάς του Ζήνωνος και στοάς του Σολομώντος;», επιχαίροντας μάλιστα ότι «…νυν ηττώνται Αθηναίοι Γαλιλαίοις»!

Και αφού έτσι αποφάνθηκαν, ρωτάμε κι εμείς με τη σειρά μας: Τι εκφράζει περισσότερο τον πολιτισμό, τις ανθρωπιστικές αξίες, την πρόοδο και την πνευματική ανάταση του ανθρώπου, οι «Άγιοι Τόποι» της Ιερουσαλήμ και ο «Ναός του Σολομώντος» ή ο σεβαστός από όλη την πολιτισμένη ανθρωπότητα περικαλλής «Ιερός Βράχος» της Ακρόπολης και του Παρθενώνα και η νήσος Δήλος με το “καταρδεύον” όλη την οικουμένη «Απολλώνιον φως»;

Γιατί όταν οι νικητές γράφουν την ιστορία, το μακραίωνο και αιματοβαμμένο οδοιπορικό του διωγμού των Ελλήνων από το χριστιανικό Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος και παρακράτος (θεοκρατικό Βυζάντιο) «των απογόνων» του Αβραάμ θα μένει σκόπιμα συσκοτισμένο, το «αρχαίο πνεύμα το αθάνατο, του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού» έντεχνα και βάναυσα κρυμμένο και συκοφαντημένο και αν δεν ψάξουμε σε βάθος, ποτέ δεν θα μάθουμε για τα πάθη των νικημένων!

Ο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΧΘΡΟΣ

Από το 300 μ.Χ. μέχρι το 600 μ.Χ. μία ατελεύτητη Γενοκτονία εξελίχθηκε στην Μεσόγειο. Οι ρωμαίοι αυτοκράτορες ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό και θεώρησαν σαν εσωτερικό εχθρό τον Ελληνικό λαό. Ο αρχιεπίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης ο Χρυσόστομος άλλωστε είχε διακηρύξει: «ο Χριστός ήρθε στον κόσμο για να καταλύσει τον Ελληνισμό». Το αποτέλεσμα: τουλάχιστον 50.000.000 Έλληνες εξοντώθηκαν συστηματικά για 300 χρόνια – απ’ αυτούς τα 19.000.000 σύρθηκαν αλυσοδεμένοι στην Σκυθόπολη, μία αρχαιότατη Ελληνική πόλη της Παλαιστίνης και εσφάγησαν σαν αρνιά. Οι Έλληνες σφάζονταν παντού: στα σπίτια τους, στους ναούς των προγόνων τους, στα θέατρα, στις βιβλιοθήκες, στα αστεροσκοπεία, στα νεκροταφεία, στους ιπποδρόμους, στα γυμναστήρια, στα βουνά και στις θάλασσες. Όσοι ταλαίπωροι Δαναοί επιβίωσαν σαν πνευματικοί ισραηλίτες πλέον, παράτησαν την πατροπαράδοτη ενασχόληση με την φιλοσοφία και την επιστήμη, τις τέχνες και τον αθλητισμό, κατήργησαν τα θέατρα και τους Ολυμπιακούς αγώνες και ξεπατώθηκαν, για εκατοντάδες χρόνια, σε ατελείωτες δεήσεις, προσευχές, λιτανείες, παρακλήσεις, κραυγές και γογγυσμούς, μπας και φθάσουν οι φωνές τους στα (ανύπαρκτα) αυτιά ενός αιμοβόρου σημιτικού θεού –τέρατος με την ονομασία Γιαχβέ – Μολώχ. Έτσι γύρω στο 600 μ.Χ. όλοι οι εναπομείναντες Έλληνες αλλαξοπίστησαν και μετατράπηκαν σε ρωμιούς πνευματικούς ισραηλίτες, πιστοί στον Ιεχωβά. Ταυτόχρονα εξατμίστηκε κάθε μαχητικό ένστικτο από τον χριστιανικό όχλο. Η απέραντη αυτοκρατορία άρχισε να μικραίνει. Οι Πέρσες το 600 μ.Χ. περίπου κατέλαβαν όλη την Ανατολή και πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη. Μετά μερικά χρόνια οι Άραβες κατέλαβαν την Αλεξάνδρεια και σε 100 χρόνια πολιόρκησαν κι αυτοί την Κωνσταντινούπολη. Άβαροι, Βούλγαροι, Χάζαροι, Σλαύοι, κλπ διάβαιναν ανενόχλητοι τον Δούναβη και απειλούσαν συνεχώς την Πρωτεύουσα. Η μαχητικότητα των εκχριστιανισμένων ρωμιών πήγε περίπατο. Στις δυσκολίες όλοι πήγαιναν και γίνονταν καλόγεροι και προσεύχονταν στον (ανύπαρκτο) Ιεχωβά να τους γλυτώσει.

ΔΕΣΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β'

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΕΙΧΕ… 4 ΚΕΦΑΛΙΑ;

Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για να βρω πληροφορίες για τον πολυθρύλητο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, εντύπωση μου έκανε ο μεγάλος αριθμός λειψάνων του… αγίου, που κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα στον χριστιανικό κόσμο.

Το κωμικοτραγικό αυτής της υπόθεσης: Άκουσον… άκουσον… είναι ότι μεταξύ των λειψάνων υπάρχουν και 4 κάρες (κεφάλια) του ανθέλληνα αγίου:


Η υποτιθέμενη κάρα του αγίου Ιωάννη Χρυσόστομου στην Φλωρεντία.

1. Η κάρα του αγίου Ιωάννου Χρυσόστομου στην Φλωρεντία (στην Ιταλία), που βρίσκεται στον καθεδρικό ναό Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε, μία από τις μεγαλύτερες εκκλησίες του κόσμου, με χωρητικότητα 30.000 ατόμων. Την δώρισε κάποιος πάπας των Μεδίκων για ανταγωνισμό με την αντίπαλο πόλη της Πίζας, που είχε επίσης την υποτιθέμενη κάρα του ίδιου αγίου. Από την έχθρα μεταξύ των δύο πόλεων στις 26 Απριλίου 1478, κατά την διάρκεια του Πάσχα και μέσα στον κατάμεστο ναό Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε της Φλωρεντίας, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον μελών του Οίκου των Μεδίκων, για την οποία συνελήφθη ο Αρχιεπίσκοπος Πίζας, θεωρούμενος ως ένας από τους κύριους οργανωτές της απόπειρας…

2. Η κάρα του αγίου Ιωάννου Χρυσόστομου στην Πίζα… Ευρίσκεται στο παρεκκλήσιο Kάμπο Σάντο της Πίζας (επίσης στην Ιταλία).


Λειψανοθήκη με μια… άλλη… κάρα του αγίου Ιωάννη Χρυσόστομου στην ΙΜ Βατοπεδίου Αγίου Όρους.

3. Η κάρα του αγίου Ιωάννου Χρυσόστομου στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους. Η υποτιθέμενη κάρα του… αγίου Χρυσόστομου της Μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους συχνά φιλοξενείται σε ναούς διαφόρων πόλεων, όπου γίνονται αγρυπνίες, θαύματα, και κερδοφόρες λιτανείες, δυστυχώς συχνά και με την συμμετοχή εκπροσώπων της πολιτείας.


Άλλη… κάρα… του αγίου Ιωάννη Χρυσόστομου στην Μόσχα.

4. Η κάρα του αγίου Ιωάννου Χρυσόστομου στην Μόσχα (στην Ρωσία). Την μετέφερε το 1655 ο τσάρος Αλέξιος από το Άγιον Όρος στην Ρωσία, δίνοντας το μεγάλο ποσόν των 2.000 ρουβλιών. Με την Ρωσική Επανάσταση τοποθετήθηκε σε μουσείο. Το 1988 επεστράφη στην εκκλησία και τοποθετήθηκε στην εκκλησία του Σωτήρος Χριστού στην Μόσχα.

Four versions: Skulls of John Chrysostom

Claimed skulls of St. John Chrysostom is located in the Cathedral in Florence, in a Roman Catholic shrine in Pisa, in Moscow and on Mount Athos in Greece.

Τέσσερις εκδοχές κρανίων Ι.Χρυσόστομου

Τα κρανία που διεκδικύν το κεφάλι του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου βρίσκονται στον Καθεδρικό Ναό της Φλωρεντίας, σε ένα ρωμαιοκαθολικό ιερό στην Πίζα, στη Μόσχα και στο Άγιο Όρος στην Ελλάδα.


The Russian version of the skull of the “saint” arrived in New York for veneration 6th of February 2010.

Η ρωσική εκδοχή του κρανίου του «αγίου» έφτασε στη Νέα Υόρκη για προσκύνηση στις 6 Φεβρουαρίου 2010.



The second Italian version of the skull, is located in a Roman Catholic shrine in Pisa.

Η δεύτερη ιταλική εκδοχή του κρανίου, βρίσκεται σε ένα ρωμαιοκαθολικό ιερό στην Πίζα

There you will worship man-made gods of wood and stone, which cannot see or hear or eat or smell.
Εκεί θα λατρεύσετε άλλους θεούς, έργα χειρών ανθρώπων, ξύλα και λίθους, θεούς, οι οποίοι δεν θα βλέπουν, δεν θα ακούουν, δεν θα τρώγουν, ούτε θα οσφραίνωνται, διότι θα είναι άψυχα είδωλα.
Deuteronomy 4:28



The box with the Russian skull has a top opening. It looks a little bit like the surface of the planet Mars.

Το κουτί με το ρωσικό κρανίο έχει άνοιγμα στην κορυφή. Μοιάζει λίγο με την επιφάνεια του πλανήτη Άρη.

Το κόστος για την ανθρωπότητα δεκαπέντε αιώνων χριστιανικής αγριότητας – εκατοντάδων εκατομμυρίων ζωών που κακοποιήθηκαν και περικόπηκαν, θυσιάστηκαν στον πόλεμο, τα βασανιστήρια, τα πογκρόμ, το κάψιμο και την πανούκλα – είναι ανυπολόγιστο.

Ο Χριστιανισμός είναι η χειρότερη καταστροφή στην ανθρώπινη ιστορία!

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

6.4. Μπορεί να διδαχθεί η αρετή;

Διδάσκοντας την πολιτική τέχνη, οι σοφιστές ισχυρίζονται ότι διδάσκουν την αρετή: δηλώνουν ότι γνωρίζουν πώς να διαμορφώσουν καλύτερους και ικανότερους πολίτες. Η αξίωση αυτή δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Κανείς ως τότε δεν είχε διεκδικήσει τον ρόλο του δασκάλου της αρετής. Δικαιολογημένα λοιπόν προκλήθηκε έντονη αντίδραση. Πολλοί θεώρησαν ότι η αρετή δεν είναι κάτι που διδάσκεται, αλλά κάτι που κληρονομείται ή δίνεται από τη φύση. Άλλοι πάλι, όπως ο Σωκράτης και ο Πλάτων, δεν αμφισβήτησαν ότι η αρετή είναι μια μορφή γνώσης, αλλά θέλησαν να δείξουν ότι οι σοφιστές είναι ανίκανοι να διδάξουν αυτή τη γνώση. Το βέβαιο είναι ότι η έννοια της αρετής βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο της φιλοσοφικής διαμάχης.

Τι είναι όμως η αρετή; Για τους παλαιότερους Έλληνες η αρετή συνδεόταν με την τιμή και την αναγνώριση, δεν ήταν όμως κάτι το ενιαίο. Η αρετή του πολεμιστή αναγόταν στη γενναιότητά του και η αρετή του τεχνίτη στη σωστή εκτέλεση της τέχνης του. Ακόμη και ένα άλογο μπορούσε να έχει τη δική του αρετή. Στο πολιτικό επίπεδο, η αρετή προσιδίαζε μόνο σε αυτούς που είχαν πρόσβαση στην εξουσία, στους γόνους των αριστοκρατικών οικογενειών, οι οποίοι είχαν αφομοιώσει ένα σύνολο σταθερών αξιών, όπως η ανδρεία στη μάχη, η αφιλοκέρδεια, η ηπιότητα προς τους φίλους και η αυστηρότητα προς τους εχθρούς - αυτοί ονομάζονταν καλοὶ κἀγαθοί. Ο όχλος δεν μπορούσε εξ ορισμού να είναι ενάρετος.

Όταν οι σοφιστές κάνουν λόγο για αρετή, έχουν στον νου τους ένα νέο παιδευτικό ιδεώδες καθολικής ισχύος. Στη δημοκρατική Αθήνα ενάρετος είναι ο εκπαιδευμένος πολίτης, αυτός που αποδεικνύει την αξιοσύνη του με την αποτελεσματική συμμετοχή του στα κοινά. Η ανάδειξη στον στίβο της πολιτικής δεν εξαρτάται από τις κληρονομημένες αξίες της αριστοκρατικής παράδοσης, αλλά από νέες δεξιότητες και γνώσεις - από τη ρητορική, νομική και ιστορική κατάρτιση του πολίτη. Οι σοφιστές ισχυρίζονται ότι αυτή η κατάρτιση είναι κάτι που διδάσκεται: η πολιτική αρετή είναι διδακτή.

Η νέα αντίληψη της αρετής ήταν απόλυτα εναρμονισμένη με την «ισονομία», η οποία είχε ήδη επιβληθεί στη δημοκρατική πολιτεία. Στο φιλοσοφικό ωστόσο επίπεδο σήμαινε κάτι περισσότερο, κάτι το επαναστατικό: σήμαινε ότι όλοι οι άνθρωποι ξεκινούν στη ζωή τους από την ίδια αφετηρία, ότι είναι εκ φύσεως ίσοι. Όταν ο Σωκράτης προκαλεί τον Πρωταγόρα να αποδείξει ότι η αρετή είναι διδακτή, ο μεγάλος σοφιστής απαντά με έναν μύθο. Το ανθρώπινο γένος θα ήταν αδύνατο να επιβιώσει, αν ο Προμηθέας δεν το είχε εξοπλίσει με τη φωτιά και τις τέχνες. Με τα εφόδια αυτά οι άνθρωποι κατάφεραν ως έναν βαθμό να αντισταθούν στην επιθετικότητα των άλλων ζώων, επινόησαν τη θρησκεία και τη γλώσσα, απέκτησαν κάποια βασικά αγαθά και ειδικές τεχνικές δεξιότητες. Τους έλειπε όμως ακόμη η πολιτική τέχνη, και έτσι ήταν ανίκανοι να ζήσουν συλλογικά. Τότε ο Δίας αποφάσισε να τους βοηθήσει και τους χάρισε την Αιδώ και τη Δίκη (δηλαδή, τον σεβασμό προς τον άλλο και τη δικαιοσύνη), «για να οργανώσουν αρμονικές πολιτείες και να αναπτύξουν μεταξύ τους δεσμούς φιλίας». Με την Αιδώ και τη Δίκη εξοπλίστηκαν όλοι οι άνθρωποι, γιατί, κατά τον Δία, η πολιτική δεν είναι σαν τις άλλες τέχνες, που μόνο λίγοι τις κατέχουν. Ο νόμος που επέβαλε ο Δίας στους ανθρώπους ήταν «ότι όποιος δεν θα μετείχε στην Αιδώ και στη Δίκη, θα έπρεπε να εκτελείται, γιατί αυτός είναι η αρρώστια της πόλης» (Πλάτων, Πρωταγόρας 322d).

Όλοι λοιπόν οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους προικισμένοι με τα σπέρματα της πολιτικής αρετής, και, επομένως, δικαιούνται να συμμετέχουν ισότιμα στα κοινά. Αν τώρα φροντίσουν αυτή την καλή πλευρά του εαυτού τους με την άσκηση και τη διδασκαλία, θα διακριθούν στην πολιτική πρακτική. Ο σοφιστής εμφανίζεται ακριβώς ως ο κατάλληλος μεσάζων, αυτός που έχει τη δυνατότητα να αναδείξει και να καλλιεργήσει την έμφυτη αρετή του πολίτη.

Η περιποίηση της ψυχής...

"Η περιποίηση της ψυχής είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους, σε όσους δίνουν στο κάθε μέρος της, τις οικίες τροφές και τις πρέπουσες κινήσεις, διότι το θείο που υπάρχει μέσα μας είναι συγγενές των κινήσεων, των καθολικών διανόησεων και των περιφορών...

Τις κινήσεις αυτές πρέπει να τις ακολουθούμε όλοι - διορθώνοντας τις φθαρτικές συμπεριφορές που αποκτούμε με την γέννησή μας - μαθαίνοντας τις αρμονίες όλων των πραγμάτων και τις περιφορές τους, ούτως ώστε να καθιστούμε την νόησή μας όμοια με το νοητό - σύμφωνα με την αρχική του φύση - εξομοιώνοντας τελικά τον αρχικό άριστο βίο, που οι θεοί έδωσαν στους ανθρώπους με τον παρόντα και τον μελλοντικό.

 Διότι δεν είναι ωφέλιμο να ισχυροποιούμε το θηρίο με τα πολλά κεφάλια - το επιθυμητικό - χορταίνοντας την κάθε επιθυμία του και δεν είναι επίσης ορθό να τρέφουμε και να εντείνουμε τον θυμό ενός λιονταριού - το θυμικό - αφήνοντας πεινασμένο και ασθενικό το λογιστικό, σε βαθμό που ο άνθρωπος να γίνεται έρμαιο των άλλων δύο, χωρίς να κάνουμε οποιαδήποτε προσπάθεια για να εξοικειωθούμε ή συμφιλιωθούμε μαζί τους".

Ιάμβλιχος

Προμηθέας Δεσμώτης: "Δείτε τι πάσχω θεός εγώ, από τους θεούς!"

"Αιθέρα θείε, γοργόφτερες πνοές του ανέμου, πηγές των ποταμών και αναρίθμητο γέλασμα των κυμάτων στο πέλαγος! Μητέρα γη και ήλιε που βλέπεις τα πάντα!
Δείτε τι πάσχω θεός εγώ, από τους θεούς!
Δέστε τι βάσανα υποφέρω, στην απάτητη αυτή ερημιά επειδή χάρισα δώρο στους θνητούς!
Το Πυρ της γνώσεως που έκλεψα για τους ανθρώπους, αυτό το αμάρτημα πληρώνω καρφωμένος για αιώνες ολόκληρους, δεσμώτης εδώ του Δία.
Ορθόστητος, άυπνος, καίγομαι από την λάβρα του ηλίου την ημέρα, και από την παγωμένη ανάσα της νύκτας.
Μήτε μορφή ανθρώπου ούτε φωνή.
Ατέλειωτη θανατερή η μοναξιά για μένα τον αθάνατο...
Μακάρι να με είχε στείλει κάτω από την γη, πιο κάτω ακόμα, στον σκοτεινό τον Άδη,στα απέραντα τα Τάρταρα. Αλλά με έδεσε άγρια εδώ με άλυτα δεσμά για να με εξευτιλίσει και να γελούν μαζί μου στους αιώνες, οι εχθροί μου..

Ναι!, με την θέλησή μου έφταιξα και δεν τ' αρνιέμαι!
Πηγαίνοντας ενάντια στη δική του θέληση μοναχός μου προκάλεσα την συμφορά μου.
Δεν γινόταν όμως να σωπάσω βλέποντας τα πάθη των ανθρώπων.
Έκλεψα την φωτιά μέσα σε νάρθηκα και τους την χάρισα κι έγινε αυτή η σωτηρία τους,
Μες στις σπηλιές τριγυρνούσαν πριν όπως και τα αγρίμια, κάτω από την γη σαν ασήμαντα μυρμήγκια ζούσαν σε τρύπες σκοτεινές.
Δεν είχανε νοημοσύνη, τους έδωσα συνείδηση, τους χάρισα την σκέψη...
Είχανε μάτια μα δεν έβλεπαν, αυτιά μα δεν άκουγαν.
Δεν ήξεραν τι είναι σπίτι χτισμένο από πέτρα, το ξύλο δεν το δούλευαν.
Δεν ένιωθαν το γύρισμα των εποχών, αν ήτανε χειμώνας ή ανθισμένη άνοιξη ή θέρος με τους άπειρους καρπούς του.
Πορεύονταν στην τύχη.
Εγώ τους έδειξα να μελετούν τον ουρανό, των άστρων τις Ανατολές και Δύσεις.
Εγώ ανακάλυψα για χάρη τους τους αριθμούς την πιό τρανή σοφία.
Τα γράμματα και πως να τα συνθέτουν μεταξύ τους για να κρατάνε ζωντανή την μνήμη που είναι η πηγή της δημιουργίας.
Εγώ έζευξα τα ζώα στο ζυγό για να δουλέψουν σκυμμένα στους αγρούς και να τους ελαφρύνουν απ' τον βαρύ τον μόχθο.
Πρόσθεσα ηνία στα άλογα να σέρνουνε τις άμαξες και να προσφέρουν έτσι πλούτο.
Εγώ επινόησα τα θαλασσόδρομα καράβια για να βγαίνουνε ναυτικοί στους πόντους.
Όταν αρρώσταιναν δεν είχαν φάρμακα και 'χάναν την ζωή τους, πριν τους μάθω εγώ να φτιάχνουν μείγματα από φυτά για να γιατρεύονται.
Εγώ τους έμαθα την μαντική και τους εξήγησα ποιά από τα όνειρά τους βγαίνουνε αληθινά.
Τους αποκάλυψα τα σημεία της φωτιάς που ως τότε τους ήταν ανεξήγητα.
Και ακόμη όσα αγαθά είναι κρυμμένα κάτω από την γη, χαλκός, σίδηρος, χρυσάφι.
Ποιος άλλος μπορεί να πει ότι τους τα' δωσε;
Ποιος άλλος μπορεί να πει ότι πρόσφερε όλες τις τέχνες στους ανθρώπους;"

Προμηθέας Δεσμώτης, Αισχύλος.

Ο Φωτεινός Δρόμος: Ένα Ταξίδι Προς το Απόλυτο

Το Κατώφλι του Μυστηρίου

Στα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης, πέρα από την πολυάσχολη αγορά των σκέψεων και το ανήσυχο θέατρο των επιθυμιών, υπάρχει μια πύλη — αόρατη αλλά αναμφισβήτητη — που ανοίγει σε διαστάσεις της πραγματικότητας για τις οποίες η γλώσσα μόλις και μπορεί να ψιθυρίσει. Αυτή είναι η σφαίρα όπου οι μύστες όλων των εποχών έχουν τολμήσει να εισέλθουν, επιστρέφοντας με διηγήσεις όχι για μακρινές χώρες, αλλά για μια συνάντηση τόσο βαθιά, τόσο συντριπτική στην οικειότητά της, που τα ίδια τα θεμέλια της ατομικότητας τρέμουν και διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο.

Το ταξίδι προς το Απόλυτο δεν αρχίζει με έναν χάρτη, αλλά με μια λαχτάρα — έναν πόνο στην ψυχή που καμία γήινη ικανοποίηση δεν μπορεί να σβήσει. Είναι σαν η ανθρώπινη ψυχή να θυμάται, όσο αμυδρά κι αν είναι, ένα σπίτι που δεν έχει γνωρίσει συνειδητά ποτέ, μια ενότητα από την οποία έχει αποχωριστεί με την ίδια την πράξη της ατομικής ύπαρξης. Αυτή η λαχτάρα δεν είναι αδυναμία, αλλά η υψηλότερη φιλοδοξία της συνείδησης: η παρόρμηση να υπερβεί τα δικά της όρια και να συγχωνευθεί με αυτό που είναι απεριόριστο, αιώνιο και εντελώς πέρα από κάθε κατανόηση.

Αυτό που αναζητούν οι μύστες δεν είναι μια ιδέα ή μια έννοια, ούτε μια φιλοσοφική πρόταση που μπορεί να συζητηθεί στους διαδρόμους της λογικής. Αναζητούν επαφή — κατευθείαν, άμεση, μεταμορφωτική επαφή — με το έδαφος όλης της ύπαρξης, την πηγή από την οποία ρέει όλη η ύπαρξη σαν ποτάμι από μια ανεξάντλητη πηγή. Κάποιοι έχουν ονομάσει αυτή την υπέρτατη πραγματικότητα Θεό, επενδύοντάς την με προσωπικότητα και θέληση. Άλλοι την έχουν αποκαλέσει Μπράχμαν, το αμετάβλητο υπόστρωμα κάτω από τις χορευτικές ψευδαισθήσεις του φαινομενικού κόσμου. Άλλοι πάλι μιλούν για το Τάο, τον ανώνυμο δρόμο που δεν μπορεί να ειπωθεί, ή για τη Νιρβάνα, το σβήσιμο των πυρκαγιών της πόθησης και της πλάνης. Ωστόσο, όλα αυτά τα ονόματα είναι απλώς δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, σκιές που ρίχνονται από ένα φως πολύ λαμπρό για τα μάτια της συνηθισμένης αντίληψης.

Η Φύση του Ανεκλάλητου

Το να μιλάμε για το Απόλυτο είναι να εμπλεκόμαστε σε ένα παράδοξο, διότι είναι ακριβώς αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Είναι η σιωπή πριν από την πρώτη λέξη, το σκοτάδι πριν από το πρώτο φως, το κενό που είναι κατά κάποιο τρόπο πιο γεμάτο από κάθε πληρότητα. Το Απόλυτο υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες με τις οποίες το ανθρώπινο μυαλό οργανώνει την πραγματικότητα: δεν είναι ούτε ύπαρξη ούτε μη-ύπαρξη, ούτε ένα ούτε πολλά, ούτε εδώ ούτε εκεί. Είναι πέρα από τον χρόνο, αλλά όλες οι στιγμές υπάρχουν μέσα του. Είναι πέρα από τον χώρο, αλλά όλοι οι τόποι είναι η κατοικία του. Είναι πέρα από την αλλαγή, αλλά κάθε μεταμόρφωση ξεδιπλώνεται μέσα στην αμετάβλητη παρουσία του.

Οι μύστες περιγράφουν το Απόλυτο ως άπειρο — όχι με την μαθηματική έννοια της ατέρμονης επέκτασης, αλλά με την έννοια της απόλυτης πληρότητας, που δεν στερείται τίποτα, δεν οριοθετείται από τίποτα, δεν περιορίζεται από τίποτα. Είναι αιώνιο, όχι ως διάρκεια που εκτείνεται μπροστά και πίσω χωρίς τέλος, αλλά ως ένα άχρονο τώρα στο οποίο το παρελθόν και το μέλλον καταρρέουν σε μια μοναδική, αιώνια παρούσα στιγμή. Είναι αμετάβλητο, όχι ως κάτι παγωμένο ή στατικό, αλλά ως μια ηρεμία τόσο βαθιά που κάθε κίνηση φαίνεται σαν απλά κυματάκια στην επιφάνειά του, χωρίς ποτέ να διαταράσσει την ουσιαστική γαλήνη του.

Και όμως, παρά όλη αυτή την υπέρβαση, το Απόλυτο δεν είναι μακρινό ή ξεχωριστό από τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας. Πράγματι, οι μύστες διακηρύσσουν μια αλήθεια που θρυμματίζει τα άνετα όρια μεταξύ ιερού και βέβηλου: το Απόλυτο δεν είναι αλλού αλλά εδώ, όχι τότε αλλά τώρα, όχι σε κάποιο μακρινό παράδεισο αλλά στο ίδιο το έδαφος αυτής της παρούσας στιγμής. Είναι πιο κοντά μας από την ίδια μας την αναπνοή, πιο οικείο από τις ίδιες μας τις σκέψεις, πιο κοντά από τον χτύπο της ίδιας μας της καρδιάς. Η τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, κατά την μυστική άποψη, δεν είναι ότι είμαστε χωρισμένοι από το Απόλυτο, αλλά ότι αποτυγχάνουμε να αναγνωρίσουμε την παρουσία του, καλυμμένη όπως είναι από τα παχιά παραπετάσματα της συνήθους αντίληψης και τον ατέλειωτο θόρυβο της νοητικής δραστηριότητας.

Η Μαρτυρία της Όρασης

Στους αιώνες, μέσα από τον τεράστιο ιστό των ανθρώπινων πολιτισμών και θρησκειών, ορισμένα άτομα έχουν διαπεράσει αυτά τα πέπλα και έχουν αντικρίσει το πρόσωπο του Απόλυτου. Οι μαρτυρίες τους, αν και εκφρασμένες στις συμβολικές γλώσσες των αντίστοιχων παραδόσεών τους, παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη ομοιότητα — σαν να είχαν όλοι επισκεφθεί την ίδια χώρα και να επέστρεψαν για να την περιγράψουν σε διαφορετικές διαλέκτους.

Υπήρχε η Τερέζα, η Ισπανίδα γυναίκα που περπατούσε τους σκονισμένους δρόμους της Καστίλης του δέκατου έκτου αιώνα, η οποία βρέθηκε κατακλυσμένη από μια αγάπη τόσο έντονη που η ίδια η ύπαρξή της έμοιαζε να λιώνει σαν κερί μπροστά σε φλόγα. Στις περιγραφές της για την ένωση με τον Θείο Αγαπημένο, μιλούσε για διάλυση — όχι για την ανυπαρξία του θανάτου, αλλά για μια διάλυση σε κάτι πιο πλατύ και πιο πραγματικό από ό,τι ήταν ποτέ ο ατομικός της εαυτός. Οι εμπειρίες της χαρακτηρίζονταν από αυτό που αποκαλούσε «εσωτερικό κάστρο», ένα τοπίο της ψυχής με πολλά δωμάτια, όπου κάθε ένα έλκει τον προσκυνητή βαθύτερα στο μυστήριο, μέχρι το κέντρο, στο πιο εσωτερικό δωμάτιο, όπου η ψυχή και ο Θεός γίνονται αδιαίρετοι, συγχωνευμένοι σε μια ένωση πέρα από κάθε περιγραφή.

Πέρα από τις τεράστιες αποστάσεις γεωγραφίας και χρόνου, στη ζέστη και το χρώμα της μεσαιωνικής Ινδίας, ζούσε ο Σανκάρα, του οποίου ο διαπεραστικός νους διέκρινε κάτω από την πολλαπλότητα των μορφών μια μοναδική, αδιαίρετη πραγματικότητα. Γι' αυτόν, η συνειδητοποίηση ήταν απόλυτη και κατηγορηματική: ο ατομικός εαυτός, το άτμαν, δεν είναι τίποτε άλλο από το Μπράχμαν, την υπέρτατη πραγματικότητα. Κάθε φαινομενικός χωρισμός είναι ψευδαίσθηση, μάγια, σαν το σχοινί που περνιέται για φίδι στο αμυδρό φως της άγνοιας. Όταν η γνώση ανατέλλει, το φίδι εξαφανίζεται, όχι επειδή πήγε κάπου, αλλά επειδή δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί. Έτσι και όταν ο μύστης ξυπνά, τα όρια που φαίνονταν να χωρίζουν τον εαυτό από τον Εαυτό, την ψυχή από τον Θεό, το πλάσμα από τον Δημιουργό, αποκαλύπτονται ως φαντάσματα, και αυτό που απομένει είναι η απλή, συγκλονιστική αναγνώριση: «Εγώ Είμαι Εκείνο».

Στις ερήμους και τους κήπους της Περσίας, ο Ρούμι — ποιητής, εραστής, χορευτής — στροβιλιζόταν σε έκσταση, μεθυσμένος όχι από κρασί αλλά από τη μέθη της θείας παρουσίας. Οι στίχοι του ξεχειλίζουν από τη γλώσσα της αγάπης, διότι κατάλαβε ότι ο δρόμος προς το Απόλυτο δεν είναι μέσω φιλοσοφικής ανάλυσης αλλά μέσω του ανοίγματος της καρδιάς. Στην όρασή του, ο εραστής και ο Αγαπημένος εμπλέκονται σε έναν αιώνιο χορό, και το υπέρτατο μυστικό είναι ότι δεν ήταν ποτέ δύο αλλά πάντα ένας, παίζοντας τον χωρισμό για την καθαρή χαρά της επανένωσης. «Έχω ζήσει στο χείλος της τρέλας», έγραψε, «θέλοντας να γνωρίσω λόγους, χτυπώντας μια πόρτα. Ανοίγει. Χτυπούσα από μέσα!»

Στην αυστηρή ομορφιά του ιαπωνικού Ζεν, ο Ντόγκεν δίδασκε ότι ο διαφωτισμός δεν είναι κάτι που αποκτάται αλλά κάτι που συνειδητοποιείται ως ήδη παρών. Το να κάθεται κανείς σε διαλογισμό δεν είναι να ταξιδεύει προς κάποιο μακρινό στόχο αλλά να ενσαρκώνει τη φύση του Βούδα που είναι η αληθινή ουσία του. Σε ένα παράδοξο που ευχαριστιέται να μπερδεύει το λογικό μυαλό, διακήρυξε: «Το να μελετάς τον Δρόμο είναι να μελετάς τον εαυτό. Το να μελετάς τον εαυτό είναι να ξεχνάς τον εαυτό. Το να ξεχνάς τον εαυτό είναι να διαφωτίζεσαι από όλα τα πράγματα». Σε αυτή την λήθη, υπάρχει μια υπέρτατη ανάμνηση· σε αυτόν τον θάνατο του εγώ, υπάρχει η γέννηση της αληθινής ζωής.

Και στα κρύα μοναστήρια της μεσαιωνικής Γερμανίας, ο Μάιστερ Έκχαρτ κήρυττε μια διδασκαλία τόσο ριζοσπαστική που τον έφερε σε σύγκρουση με τις εκκλησιαστικές αρχές. Μιλούσε για έναν «Θεό πέρα από τον Θεό», μια Θεότητα που υπερβαίνει ακόμα και τον προσωπικό Θεό της συμβατικής θρησκείας. Δίδασκε ότι η ψυχή πρέπει να γίνει κενή, γυμνωμένη από όλες τις προσκολλήσεις, τις επιθυμίες, και ακόμα από την προσκόλλησή της στις ίδιες τις πνευματικές εμπειρίες, ώστε ο Θεός να μπορέσει να γεννηθεί ξανά στα βάθη της ψυχής. «Το μάτι με το οποίο βλέπω τον Θεό», διακήρυξε, «είναι το ίδιο μάτι με το οποίο ο Θεός με βλέπει».

Οι Ιδιότητες της Μυστικής Συνάντησης

Όταν το πέπλο σχίζεται και η ψυχή στέκεται — όσο σύντομα κι αν είναι — στην παρουσία του Απόλυτου, η εμπειρία φέρει ορισμένα αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά που την διακρίνουν από τις συνηθισμένες καταστάσεις συνείδησης. Αυτά τα γνωρίσματα έχουν καταγραφεί σε όλες τις παραδόσεις με τέτοια συνέπεια που υποδεικνύουν μια γνήσια φαινομενολογία της μυστικής εμπειρίας.

Πρώτον, υπάρχει αυτό που έχει αποκαλεστεί η νοητική ιδιότητα — μια συντριπτική αίσθηση ότι έχει δοθεί γνώση, ότι βαθιές αλήθειες έχουν αποκαλυφθεί όχι μέσω επιχειρημάτων ή αποδείξεων αλλά μέσω άμεσης αντίληψης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια βεβαιότητα που δεν μπορεί να κλονιστεί από αμφιβολία ή συζήτηση, διότι δεν βασίζεται σε πίστη αλλά σε όραση. Είναι σαν να ήταν τυφλός και ξαφνικά να απέκτησε όραση, ή σαν ο κόσμος να είχε θεαθεί μέσα από ένα θολό τζάμι που τώρα έχει γίνει διαφανές.

Ωστόσο, παραδόξως, αυτή η γνώση δεν μπορεί να μεταδοθεί πλήρως στους άλλους. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ανεκλαλητότητα — η εμπειρία αντιστέκεται στη μετάφραση σε λέξεις και έννοιες. Η γλώσσα, που εξελίχθηκε για να περιγράφει τον κόσμο της συνηθισμένης εμπειρίας, καταρρέει όταν αντιμετωπίζει πραγματικότητες που υπερβαίνουν υποκείμενο και αντικείμενο, χρόνο και χώρο, εαυτό και άλλο. Ο μύστης παλεύει να μεταδώσει αυτό που έχει δει, καταφεύγοντας σε ποίηση, παράδοξο και συμβολισμό, γνωρίζοντας πάντα ότι αυτά είναι μόνο χονδροειδείς προσεγγίσεις, χειρονομίες προς μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να συλληφθεί με λόγια.

Σχετικό με αυτό είναι η ιδιότητα της παραδοξότητας — η εμπειρία φαίνεται να περιλαμβάνει αντιφάσεις που παραβιάζουν τους νόμους της λογικής. Ο μύστης μπορεί να μιλά για κενό που είναι πληρότητα, για σκοτάδι που είναι φως, για σιωπή που είναι ήχος, για θάνατο που είναι ζωή. Αυτά δεν είναι λάθη σκέψης αλλά προσπάθειες να περιγραφεί μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τις κατηγορίες είτε-είτε της λογικής σκέψης. Το Απόλυτο περιλαμβάνει και υπερβαίνει όλα τα αντίθετα· είναι πέρα από την εμβέλεια του διακριτικού νου.

Η μυστική εμπειρία χαρακτηρίζεται επίσης από παροδικότητα — δεν διαρκεί. Όσο βαθιά και μεταμορφωτική κι αν είναι, η συνάντηση ξεθωριάζει. Ο μύστης επιστρέφει στην συνηθισμένη συνείδηση, αν και για πάντα αλλαγμένος από αυτό που έχει αντικρίσει. Είναι σαν να είχε δοθεί μια σύντομη επίσκεψη σε μια πατρίδα από την οποία είχε εξοριστεί εδώ και καιρό, μόνο για να σταλεί πίσω στη ξένη γη της καθημερινής ύπαρξης. Ωστόσο, η ανάμνηση παραμένει, ένα φλεγόμενο κάρβουνο στην καρδιά, μια πυξίδα που συνεχίζει να προσανατολίζει την ψυχή προς τον αληθινό της βορρά.

Τέλος, υπάρχει η ιδιότητα της παθητικότητας — η εμπειρία δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να κατασκευάσει ή να ελέγξει. Έρχεται ως χάρη, ως δώρο, απρόσκλητη και απροσδόκητη. Ο μύστης μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος μέσω πνευματικών πρακτικών, να αφαιρέσει εμπόδια και να καλλιεργήσει δεκτικότητα, αλλά η τελική επίτευξη δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα. Είναι σαν να περίμενε κανείς στην πόρτα, και ξαφνικά η πόρτα να ανοίγει από την άλλη πλευρά. Η ψυχή αρπάζεται, υψώνεται, μεταφέρεται σε διαστάσεις που δεν μπορούσε να φτάσει με τις δικές της προσπάθειες.

Οι Πρακτικές της Προετοιμασίας

Αν και η μυστική συνάντηση τελικά υπερβαίνει όλες τις μεθόδους και τεχνικές, οι παραδόσεις σοφίας έχουν από καιρό αναγνωρίσει ότι ορισμένες πρακτικές προετοιμάζουν το έδαφος της συνείδησης για τον σπόρο της θείας εμπειρίας. Αυτές δεν είναι μηχανικές διαδικασίες που εγγυώνται αποτελέσματα, αλλά πειθαρχίες που καθαρίζουν την επίγνωση και βαθαίνουν την δεκτικότητα.

Ο διαλογισμός στέκεται ως μία από τις κύριες οδούς. Στην ηρεμία του διαλογισμού, ο ασκούμενος μαθαίνει να παρατηρεί την ασταμάτητη δραστηριότητα του νου — τις σκέψεις που αναδύονται και παρέρχονται σαν σύννεφα στον ουρανό της επίγνωσης. Σταδιακά, μέσω υπομονετικής πρακτικής, ανακαλύπτει κανείς ότι δεν ταυτίζεται με αυτές τις σκέψεις, ότι υπάρχει μια μαρτυρούσα παρουσία που παραμένει ανέγγιχτη από το περιεχόμενο που παρατηρεί. Καθώς ο νους ηρεμεί, σαν ιζήματα σε ένα βάζο με νερό που έχει σταματήσει να ταρακουνιέται, αναδύεται μια διαύγεια. Σε αυτή τη διαύγεια, μπορεί να προκύψουν ματιές μιας βαθύτερης πραγματικότητας, υπονοούμενα του Απόλυτου που υποβαστάζει και υπερβαίνει το παιχνίδι των νοητικών φαινομένων.

Η προσευχή, στην βαθύτερη έννοιά της, δεν είναι απλή ικεσία ή συνομιλία με έναν Θεό φανταζόμενο ως ξεχωριστό από τον εαυτό. Είναι ένα άνοιγμα της καρδιάς, μια έκθεση του εαυτού ευάλωτου και δεκτικού στην θεία παρουσία. Στην προσευχή, η ψυχή χύνεται σε αφοσίωση, ευγνωμοσύνη και λαχτάρα. Είναι μια σχέση, ένας διάλογος που σταδιακά αποκαλύπτεται ως μονόλογος, διότι αυτός που προσεύχεται και Εκείνος στον Οποίο απευθύνεται η προσευχή ανακαλύπτονται, στην τελική ανάλυση, να μην είναι δύο αλλά ένας. Η προσευχή διαλύει τα όρια του ξεχωριστού εαυτού, δημιουργώντας χώρο όπου η χάρη μπορεί να εισέλθει.

Η θεώρηση υπερβαίνει τον διαλογισμό και την προσευχή σε μια περιοχή καθαρής σιωπής. Εδώ, κάθε προσπάθεια παύει, κάθε αγώνας σταματά. Ο θεωρητικός απλώς αναπαύεται στην παρουσία του Θείου, χωρίς σκέψη, χωρίς εικόνα, χωρίς επιθυμία ακόμα και για πνευματική εμπειρία. Αυτή είναι η πρακτική της ριζικής απελευθέρωσης, της παράδοσης ακόμα και του εαυτού που αναζητά. Σε αυτή την γύμνια, αυτή την πτωχεία πνεύματος, η ψυχή γίνεται σαν ένα καθαρό παράθυρο μέσα από το οποίο το φως του Απόλυτου μπορεί να λάμψει ανεμπόδιστα.

Η ηθική επίσης παίζει κρίσιμο ρόλο, αν και μπορεί να φαίνεται μακριά από την μυστική εμπειρία. Η καλλιέργεια της αρετής — συμπόνια, αληθοφάνεια, μη-βία, γενναιοδωρία — καθαρίζει την καρδιά και ευθυγραμμίζει την ψυχή με την θεμελιώδη αρμονία της ύπαρξης. Ο εγωισμός, η σκληρότητα και η απάτη δημιουργούν αναταραχή στη συνείδηση, καθιστώντας αδύνατο να ακουστεί η ήρεμη, μικρή φωνή του Απόλυτου. Ζώντας σύμφωνα με ηθικές αρχές, ο μύστης αφαιρεί τα εμπόδια που εμποδίζουν τη ροή της θείας χάριτος. Η ηθική δεν είναι απλώς ζήτημα εξωτερικής συμπεριφοράς αλλά εσωτερικής μεταμόρφωσης, της διαμόρφωσης της συνείδησης κατ' εικόνα του Θείου.

Ωστόσο, οι μύστες προειδοποιούν για έναν λεπτό κίνδυνο: τον πειρασμό να αναζητά κανείς μυστικές εμπειρίες για χάρη τους, να τις αντιμετωπίζει ως πνευματικά επιτεύγματα ή ως μέσα για δύναμη και κύρος. Τέτοια αναζήτηση είναι από μόνη της μια μορφή αρπαγής, μια διεκδίκηση του εγώ που πρέπει να υπερβεί. Ο αληθινός στόχος δεν είναι η εμπειρία αλλά η μεταμόρφωση που φέρνει, όχι η στιγμιαία όραση αλλά ο μόνιμος επαναπροσανατολισμός της ζωής προς το Θείο.

Η Μεταμόρφωση της Ύπαρξης

Όταν συμβαίνει γνήσια μυστική εμπειρία, δεν αφήνει το άτομο αμετάβλητο. Σαν κεραυνός που μετατρέπει την άμμο σε γυαλί, η συνάντηση με το Απόλυτο αναδομεί τη συνείδηση στα βαθύτερα επίπεδά της. Τα αποτελέσματα κυματίζονται προς τα έξω, αγγίζοντας κάθε διάσταση της ζωής, της κοσμοθεωρίας και των σχέσεων του ατόμου.

Αναδύεται μια αίσθηση δέους και θαυμασμού που ποτέ δεν ξεθωριάζει εντελώς. Ο μύστης περπατά στον κόσμο με νέα μάτια, αντιλαμβανόμενος το εξαιρετικό που κρύβεται μέσα στο συνηθισμένο, το άπειρο που κατοικεί μέσα στο πεπερασμένο. Ένα λουλούδι γίνεται θαύμα, μια αναπνοή γίνεται προσευχή, μια στιγμή γίνεται αιωνιότητα. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων, ο μύστης αντιλαμβάνεται βάθος επί βάθους, κάθε στρώμα αποκαλύπτει μια ακόμα διάσταση του ιερού μυστηρίου που διαπερνά όλη την ύπαρξη.

Ευγνωμοσύνη και χαρά αναδύονται αυθόρμητα, όχι ως συναισθηματικές καταστάσεις που έρχονται και παρέρχονται, αλλά ως θεμελιώδεις τόνοι της ύπαρξης. Το να έχει αντικρίσει κανείς το Απόλυτο είναι να γνωρίζει τον εαυτό ως απόλυτα προικισμένο, χαρισμένο πέρα από κάθε αξίωση. Η ίδια η ύπαρξη γίνεται αιτία εορτασμού, διότι ο μύστης έχει ανακαλύψει ότι κάτω από κάθε πάθος και αγώνα, υπάρχει μια χαρά χωρίς αντίθετο, μια ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση. Αυτή δεν είναι η ευτυχία που εξαρτάται από περιστάσεις αλλά η μακαριότητα που είναι η αληθινή φύση του.

Παραδόξως, αυτή η συνάντηση με την υπέρτατη πραγματικότητα φέρνει βαθιά ταπείνωση. Ο μύστης που έχει αγγίξει το Άπειρο γνωρίζει το μικρό και εύθραυστο του ξεχωριστού εαυτού. Ωστόσο αυτή η ταπείνωση δεν είναι αυτοϋποτίμηση αλλά μια ρεαλιστική εκτίμηση της ανθρώπινης κατάστασης, συνδυασμένη με συμπόνια για όλα τα όντα που παλεύουν στην ίδια κατάσταση. Έχοντας βιώσει τη διάλυση των ορίων του εγώ, ο μύστης αναπτύσσει μια φυσική ενσυναίσθηση, αναγνωρίζοντας σε κάθε άλλο ον την ίδια ουσιαστική φύση, την ίδια σπίθα του Θείου, την ίδια δυνατότητα για αφύπνιση.

Έρχεται επίσης μια απόσπαση από κοσμικές ανησυχίες — όχι η κρύα αδιαφορία κάποιου που δεν νοιάζεται, αλλά η ελευθερία κάποιου που δεν είναι πλέον σκλαβωμένος από επιθυμίες και φόβους. Έχοντας γευτεί το νέκταρ του Απόλυτου, ο μύστης βρίσκει ότι οι κοσμικές ικανοποιήσεις έχουν χάσει την λαβή τους. Πλούτος, φήμη, ηδονή, επιτυχία — αυτά δεν τον εξαναγκάζουν πλέον όπως παλιά. Αυτή δεν είναι αποκήρυξη από καθήκον ή πειθαρχία, αλλά μια φυσική αποβολή, σαν φίδι που ρίχνει το δέρμα του. Ο μύστης παραμένει εμπλεγμένος με τον κόσμο, εκπληρώνοντας απαραίτητα καθήκοντα και ευθύνες, αλλά χωρίς την απελπισμένη αρπαγή και προσκόλληση που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη ύπαρξη.

Τέλος, αναδύεται μια αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης. Ο μύστης επιστρέφει από τη συνάντηση με μια αποστολή: να υπηρετεί, να αγαπά, να απαλύνει τον πόνο, να βοηθά τους άλλους να βρουν τον δρόμο. Αυτό δεν γίνεται αισθητό ως υποχρέωση επιβλημένη από έξω αλλά ως η φυσική έκφραση αυτού που έχει συνειδητοποιηθεί. Όταν κανείς έχει βιώσει ενότητα με όλα τα όντα, η υπηρεσία στους άλλους γίνεται υπηρεσία στον εαυτό· όταν έχει γνωρίσει το Θείο ως το έδαφος όλης της ύπαρξης, η εργασία για την ευημερία της δημιουργίας γίνεται εργασία για τη δόξα του Θεού.

Η Πρόσκληση στο Άπειρο

Η μυστική θεωρία του Απόλυτου στέκεται ως αιώνια πρόκληση στις υποθέσεις της υλιστικής κουλτούρας, η οποία βλέπει την πραγματικότητα ως εξαντλημένη από φυσικές διεργασίες και την ανθρώπινη εμπειρία ως αναγόμενη σε καταστάσεις εγκεφάλου. Μας προσκαλεί να σκεφτούμε ότι η συνείδηση δεν είναι απλό επακόλουθο της ύλης αλλά θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πραγματικότητας, ίσως η βαθύτερη διάστασή της. Υποδηλώνει ότι το αίσθημα χωρισμού που χαρακτηρίζει την συνηθισμένη επίγνωση δεν είναι η τελική αλήθεια αλλά ένα είδος έκσταση από την οποία μπορεί να ξυπνήσουμε.

Αυτό δεν είναι απλώς μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική εικασία αλλά μια ζωντανή πρόσκληση — πρόσκληση να αναλάβουμε το ταξίδι οι ίδιοι, να δοκιμάσουμε τις διεκδικήσεις των μυστών στο εργαστήριο της δικής μας συνείδησης. Ο δρόμος είναι κοπιαστικός, απαιτώντας δέσμευση, πειθαρχία και προθυμία να αμφισβητήσουμε τις πιο αγαπημένες μας υποθέσεις για το ποιοι είμαστε. Απαιτεί να χαλαρώσουμε τη λαβή μας στο οικείο και να τολμήσουμε στο άγνωστο. Μας ζητά να παραδώσουμε την ψευδαίσθηση του ελέγχου και να ανοιχτούμε σε δυνατότητες που υπερβαίνουν την τρέχουσα κατανόησή μας.

Ωστόσο, οι μύστες μας διαβεβαιώνουν ότι η προσπάθεια αξίζει πέρα από κάθε μέτρο. Διότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτε λιγότερο από την ανακάλυψη της αληθινής μας φύσης, την συνειδητοποίηση της βαθύτερης ταυτότητάς μας. Δεν είμαστε, μας λένε, απλώς οι μικροί, ξεχωριστοί εαυτοί που θεωρούμε ότι είμαστε, χτυπημένοι από περιστάσεις, παγιδευμένοι στον χρόνο, καταδικασμένοι σε αναπόφευκτη διάλυση. Είμαστε, στην ουσία μας, ένα με το Απόλυτο — εκείνη την απεριόριστη πραγματικότητα που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, που υποβαστάζει κάθε εμφάνιση, που είναι η πηγή και η ουσία όλων όσων υπάρχουν.

Αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να συλληφθεί από τον νου μόνο, δεν μπορεί να μαθευτεί από βιβλία ή να γίνει αποδεκτή με αυθεντία. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί, να βιωθεί, να ενσαρκωθεί. Και όταν γίνει, οι μύστες υπόσχονται, όλα αλλάζουν ενώ τίποτα δεν αλλάζει. Ο κόσμος παραμένει ο ίδιος, αλλά μεταμορφώνεται. Ο εαυτός παραμένει, αλλά δεν είναι πλέον το κέντρο του σύμπαντος. Η ζωή συνεχίζεται με τις χαρές και τις λύπες της, τις προκλήσεις και τους θριάμβους της, αλλά κάτω από όλα υπάρχει μια ηρεμία, μια σιωπή, μια ειρήνη που δεν μπορεί να διαταραχθεί.

Στο τέλος, ο μυστικός δρόμος δεν είναι απόδραση από την πραγματικότητα αλλά βουτιά στα βάθη της, όχι άρνηση της ύπαρξης αλλά επιβεβαίωση της υπέρτατης σημασίας της. Είναι ένα ταξίδι από την επιφάνεια στα βάθη, από την πολλαπλότητα στην ενότητα, από την άγνοια στη γνώση, από την δουλεία στην ελευθερία. Είναι η επιστροφή της ψυχής στην πηγή της, η αναγνώριση της σταγόνας ότι είναι ο ωκεανός, η ανακάλυψη του κύματος ότι είναι το νερό.

Και σε αυτή την ανακάλυψη, υπάρχει ανάπαυση.

Η Ιερή Ανάπτυξη: Ένα Ταξίδι Μέσα από τους Θαλάμους της Θείας Αντίληψης

Η Αιώνια Ερώτηση

Στην αρχή, και σε κάθε στιγμή που αντηχεί με το βάρος της ύπαρξης, κατοικεί μέσα στην ανθρώπινη καρδιά μια αστείρευτη λαχτάρα — ένας πόθος που υπερβαίνει τα όρια της σάρκας και του χρόνου, προσεγγίζοντας κάτι απέραντο, κάτι ανέκφραστο, κάτι που ψιθυρίζει στη σιωπή ανάμεσα στις σκέψεις. Αυτή είναι η ιερή πείνα για κατανόηση, η αιώνια αναζήτηση της ψυχής να αγκαλιάσει την ολότητα της Ύπαρξης της ίδιας.

Από την αυγή της συνείδησης, όταν η πρώτη σπίθα επίγνωσης φώτισε το σκοτάδι της άγνοιας, η ανθρωπότητα στάθηκε στο κατώφλι του μυστηρίου, κοιτάζοντας στον άπειρο χώρο της ύπαρξης με μάτια γεμάτα θαυμασμό. Τι είναι αυτό το φαινόμενο που ονομάζουμε ζωή; Ποια αόρατη κλωστή συνδέει την παλλόμενη καρδιά με τα περιστρεφόμενα άστρα; Ποια Υπέρτατη Πραγματικότητα πάλλεται κάτω από την επιφάνεια όλων των εμφανίσεων, γεννώντας βουνά και στιγμές, όνειρα και φύλλα που πεθαίνουν;

Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι απλές διανοητικές περιέργειες για να αναλυθούν από τον υπολογιστικό νου. Είναι η μητρική γλώσσα της ψυχής, οι προσευχές που ψιθυρίζει η ίδια η ύπαρξη μέσω του αγγείου της ανθρώπινης συνείδησης. Διότι το να αναζητά κανείς μια ολική αντίληψη του χώρου ύπαρξής του είναι να εμπλέκεται σε μια πράξη θεμελιωδώς θρησκευτική, θεμελιωδώς ιερή — μια αναγνώριση ότι πίσω από το πέπλο των φαινομένων κρύβεται Κάτι που δεν μπορεί να ονομαστεί αλλά πρέπει να τιμηθεί, δεν μπορεί να συλληφθεί αλλά πρέπει να αγαπηθεί.

Η επιστήμη, με όλα τα μεγαλειώδη επιτεύγματά της στο να φωτίζει τους μηχανισμούς του υλικού κόσμου, στέκεται ταπεινωμένη μπροστά σε αυτή την υπέρτατη ερώτηση. Μπορεί να μετρήσει τις αποστάσεις μεταξύ γαλαξιών, να αποκωδικοποιήσει τη γλώσσα των γονιδίων, να διασπάσει το άτομο στα συστατικά του μέρη — ωστόσο το βαθύτερο μυστήριο παραμένει: Γιατί υπάρχει οτιδήποτε καθόλου; Ποια είναι η πηγή και το νόημα αυτού του ανεξήγητου δώρου της Ύπαρξης;

Αυτό είναι το πεδίο όπου κατοικούν ο μυστικισμός και η θρησκευτική αντίληψη, όπου η ψυχή τολμά πέρα από τα ασφαλή όρια της εμπειρικής γνώσης στην φωτεινή σκοτεινιά της άμεσης εμπειρίας, της πνευματικής διορατικότητας, της ένωσης με το Θεϊκό Έδαφος όλης της ύπαρξης.

Η Πρωταρχική Ενότητα - Όταν Ουρανός και Γη Ήταν Ένα

Πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια πριν, καθώς η γη γύριζε στους αρχαίους κύκλους της και τα άστρα περιστρέφονταν πάνω από το κεφάλι σε αιώνιο χορό, συνέβη κάτι εξαιρετικό. Από τις ομίχλες της προ-συνείδησης, από το λυκόφως όπου βασιλεύει το ένστικτο, η ανθρωπότητα αναδύθηκε — όχι πλήρως σχηματισμένη, αλλά ξυπνώντας, σαν ονειροπόλος που συνειδητοποιεί ότι ονειρεύεται.

Σε εκείνες τις πρωταρχικές ημέρες, όταν οι πρώτες αληθινά ανθρώπινες ψυχές περπατούσαν κάτω από απέραντους ουρανούς χωρίς ονόματα ή σύνορα, ο κόσμος βιωνόταν ως Ένα Ολόκληρο — ένα αδιαίρετο Μυστήριο. Δεν υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ παρατηρητή και παρατηρούμενου, κανένα όριο όπου τελείωνε ο εαυτός και άρχιζε η Φύση. Το ανθρώπινο ον ήταν μια μεμονωμένη νότα στη μεγάλη συμφωνία της ύπαρξης, αχώριστο από τη μελωδία που ρέει μέσα από όλα τα πράγματα.

Η Φύση εκείνες τις ημέρες δεν ήταν απλώς μια συλλογή αντικειμένων, όχι απλά δέντρα και ποτάμια και ζώα για να καταγραφούν και να χρησιμοποιηθούν. Ήταν η Μεγάλη Μητέρα, η Ιερή Παρουσία, το Ζωντανό Μυστήριο που ανάπνεε μέσα από κάθε βράχο και ρίζα. Ήταν ακατάληπτη αλλά οικεία στενά, τρομερή στην δύναμή Της αλλά τρυφερή στην πρόνοιά Της. Μερικές φορές πρόσφερε τα δώρα Της με γενναιόδωρα χέρια — ώριμους καρπούς, ρέοντα νερά, ήπιες βροχές που ευλογούσαν τη γη. Άλλες φορές, αποκάλυπτε το φοβερό πρόσωπό Της — στον κεραυνό που σχίζει τον ουρανό, στον σεισμό που συντρίβει το έδαφος, στην πλημμύρα που σαρώνει το οικείο.

Ο άνθρωπος δεν στεκόταν χωριστά από αυτό το Μυστήριο, αναλύοντάς το από ασφαλή απόσταση. Ήταν τοποθετημένος στον κόρφο Της, ένα παιδί που γνώριζε τον εαυτό του ως μέρος του σώματος της Μητέρας. Όταν πέθαινε, επέστρεφε στα άγνωστα βάθη Της, διαλυόταν πίσω στο ιερό χώμα από το οποίο είχε αναδυθεί. Γέννηση και θάνατος δεν ήταν μεταβάσεις μεταξύ ξεχωριστών βασιλείων αλλά ο ρυθμός της αναπνοής της Μεγάλης Μητέρας, ο αιώνιος κύκλος ανάδυσης και επιστροφής.

Αυτή ήταν η πρώτη φάση της θρησκευτικής συνείδησης — η αντίληψη της Φύσης ως Ιερού Όλου, του Αδιαίρετου Ενός. Σε αυτή την αντίληψη, υπήρχε μια βαθιά σοφία, μια γνώση που αργότερα, πιο «εκλεπτυσμένες» εποχές θα έχαναν και θα αγωνίζονταν να ανακτήσουν. Διότι βιώνοντας τον εαυτό του ως μέρος της ολότητας της Φύσης, ο πρωταρχικός άνθρωπος άγγιξε κάτι αληθινό: τη θεμελιώδη ενότητα όλης της ύπαρξης, τον ιστό διασύνδεσης που δένει κάθε ιδιαίτερο πράγμα με την Άπειρη Πηγή.

Οι πρώτοι βωμοί δεν χτίστηκαν από πέτρα αλλά από σεβασμό. Οι πρώτες προσευχές δεν ήταν λέξεις αλλά σιωπή γεμάτη δέος. Οι πρώτοι ιερείς ήταν εκείνοι που μπορούσαν να νιώσουν πιο βαθιά τη συμμετοχή τους στο Μυστήριο, που μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως αγωγοί μεταξύ της κοινότητάς τους και της Μεγάλης Μητέρας που τους συντηρούσε όλους.

Ο Διαχωρισμός Ουρανού και Γης

Αλλά η συνείδηση, σαν σπόρος φυτεμένος σε σκοτεινό χώμα, ήταν προορισμένη να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί. Καθώς περνούσαν χιλιετίες και η ανθρώπινη επίγνωση βάθαινε, συνέβη μια μεγάλη μεταμόρφωση — μια μεταμόρφωση που ήταν ταυτόχρονα κέρδος και απώλεια, ξύπνημα και πτώση.

Ο άνθρωπος άρχισε να αντιλαμβάνεται μια διαίρεση στην ίδια την πραγματικότητα. Παρατήρησε ότι κάποια πράγματα ήταν οικεία, απτά, γνωστά — η γη κάτω από τα πόδια του, ο καθημερινός κύκλος εργασίας και ανάπαυσης, τα προβλέψιμα μοτίβα των εποχών. Αυτά τα τοποθέτησε «χαμηλά», στο βασίλειο του καθημερινού και του κατανοητού. Αλλά υπήρχε κάτι άλλο, κάτι που δεν μπορούσε να αγγίξει ή να δαμάσει, κάτι απέραντο και φωτεινό και τελικά μυστηριώδες. Αυτό το τοποθέτησε «ψηλά» — στο βασίλειο του Ουρανού, τον μακρινό θρόνο του Ιερού Άγνωστου.

Έτσι αναδύθηκε ο μεγάλος διαχωρισμός: Ουρανός πάνω και γη κάτω, το υπερβατικό και το ενυπόστατο, το αιώνιο και το πρόσκαιρο. Η ανθρώπινη ψυχή δεν ήταν πια απλώς μια εκδήλωση της δημιουργικής αφθονίας της Μητέρας Φύσης. Τώρα, κουβαλούσε μέσα της κάτι διαφορετικής τάξης — μια σπίθα του Θείου, ένα θραύσμα του φωτός του Ουρανού, προσωρινά φιλοξενούμενο σε αγγείο από πηλό.

Αυτό ήταν ταυτόχρονα εξορία και υπόσχεση. Η ψυχή θυμόταν την ουράνια καταγωγή της ακόμα και καθώς περπατούσε τα σκονισμένα μονοπάτια της γης. Ένιωθε τον πόνο του διαχωρισμού από το ουράνιο σπίτι της, αλλά κουβαλούσε και την αξιοπρέπεια της ιερής καταγωγής της. Η ανθρώπινη ζωή έγινε προσκύνημα, ένα ταξίδι μέσα από το κατώτερο βασίλειο διατηρώντας τη σύνδεση με την ανώτερη αλήθεια.

Οι θρησκείες αυτής της δεύτερης φάσης μιλούσαν στη γλώσσα της ανόδου και της καθόδου, του ταξιδιού της ψυχής από τον Ουρανό στη γη και της ελπιζόμενης επιστροφής της. Δημιούργησαν περίτεχνες κοσμολογίες για να χαρτογραφήσουν την απόσταση μεταξύ της ανθρώπινης κατάστασης και της Θεϊκής Πηγής. Ανέπτυξαν πρακτικές προσευχής και τελετουργίας σχεδιασμένες να γεφυρώσουν το χάσμα, να διατηρήσουν τη σύνδεση της ψυχής με την ουράνια πατρίδα της ακόμα και ενώ κοπίαζε στους αγρούς του χρόνου.

Σε αυτή την αντίληψη, υπήρχε τόσο αλήθεια όσο και περιορισμός. Η αλήθεια ήταν η αναγνώριση ότι η ανθρώπινη συνείδηση συμμετέχει σε κάτι υπερβατικό, κάτι που δεν μπορεί να αναχθεί σε υλικές διεργασίες. Ο περιορισμός ήταν η σκλήρυνση αυτής της διορατικότητας σε άκαμπτο δυϊσμό, ένα διαχωρισμό Ουρανού και γης που μπορούσε να οδηγήσει στην υποτίμηση της γήινης ύπαρξης, στην άποψη ότι η υλική πραγματικότητα ήταν κάτι για να αποφύγει κανείς αντί να μεταμορφώσει.

Η Δυναμική Δημιουργική Δύναμη

Καθώς η ανθρώπινη συνείδηση συνέχιζε την εξέλιξή της, μια νέα αντίληψη αναδύθηκε από τα βάθη της πνευματικής διορατικότητας. Ο Άγνωστος Ουρανός δεν βιωνόταν πια απλώς ως μακρινό, στατικό βασίλειο τελειότητας. Μέσα από εκείνο το Άπειρο Μυστήριο, αναδύθηκε η αναγνώριση ενός Δυναμικού Στοιχείου, μιας Δημιουργικής Δύναμης που ενεργά διαμορφώνει και συντηρεί την ύπαρξη.

Αυτή ήταν η γέννηση θρησκειών που οραματίζονταν το Θείο όχι ως αφηρημένη Ύπαρξη αλλά ως Ζωντανή Δύναμη — θεούς και θεές που ενσάρκωναν τις δυναμικές πλευρές της κοσμικής δημιουργικότητας. Ο θεός του κεραυνού που χειριζόταν την αστραπή, η θεά της γονιμότητας που ευλογούσε τη μήτρα και τον σπόρο, η θεότητα του ήλιου που έφερνε φως και ζωή — αυτά δεν ήταν απλές προσωποποιήσεις φυσικών δυνάμεων αλλά βαθιές μυστικές διορατικότητες στη ενεργή, δημιουργική διάσταση της Υπέρτατης Πραγματικότητας.

Η ανθρώπινη ψυχή, σε αυτή τη φάση, αναγνώρισε τον εαυτό της όχι απλώς ως παθητική εξόριστη από τον Ουρανό αλλά ως συμμετέχουσα στη θεϊκή δυναμική. Μέσω τελετουργίας, μέσω εκστατικού χορού, μέσω ιερής σεξουαλικότητας, μέσω θυσίας και γιορτής, η ανθρωπότητα επιδίωκε να ευθυγραμμιστεί με τη Δημιουργική Δύναμη, να γίνει αγωγός για θεϊκή ενέργεια που ρέει στον κόσμο.

Αυτή η αντίληψη περιείχε μια κρίσιμη αλήθεια: ότι το Απόλυτο δεν είναι στατικό αλλά αιώνια δημιουργικό, όχι μακρινό αλλά οικεία εμπλεγμένο στην ανάπτυξη της ύπαρξης. Ωστόσο κουβαλούσε και έναν κίνδυνο — την τάση να κατακερματίσει τη Θεϊκή Ενότητα σε ανταγωνιστικές δυνάμεις, να χάσει από τα μάτια την Μονή Πηγή από την οποία αναδύονται όλες οι δυναμικές μορφές.

Η Ανάδυση του Θεϊκού Νου

Τρεις χιλιάδες χρόνια πριν, καθώς ο τροχός της ιστορίας γύριζε και ο ανθρώπινος πολιτισμός έφτανε νέα ύψη πολυπλοκότητας, η συνείδηση έκανε άλλο ένα εξελικτικό άλμα. Η Δυναμική Δύναμη αναγνωρίστηκε ως προερχόμενη από κάτι βαθύτερο ακόμα — το Νοητικό Στοιχείο, η Θεϊκή Νοημοσύνη που συλλαμβάνει και δημιουργεί όλα τα πράγματα.

Αυτή ήταν η αντίληψη που ενσαρκώθηκε στις μεγάλες φιλοσοφικές θρησκείες της αρχαιότητας — στην ελληνική παράδοση με το όραμα του Νου, του Οικουμενικού Νου· στους βεδικούς οραματιστές με την αναγνώριση του Μπράχμαν ως Συνείδηση η ίδια· στους κινέζους σοφούς με την κατανόηση του Τάο ως Άνοστης Πηγής από την οποία αναδύονται όλα τα ονόματα.

Ο κόσμος σε αυτό το όραμα έγινε τετραδιάστατος χώρος: το Απόλυτο Άγνωστο στην κορυφή, ο Δημιουργικός Νους ως Αντιπρόσωπος και εκδήλωσή του, οι δυναμικές δυνάμεις που εκτελούν τις προθέσεις του Νου, και τέλος το υλικό βασίλειο όπου όλες οι θεϊκές συλλήψεις παίρνουν μορφή. Η ανθρώπινη συνείδηση, κατανοώντας τον εαυτό της ως συμμετέχουσα σε αυτή τη Νοητική διάσταση, μπορούσε τώρα να εμπλακεί σε φιλοσοφία, σε στοχασμό, σε άμεση έρευνα για τη φύση της Πραγματικότητας.

Αυτή ήταν η εποχή όπου οι ναοί έγιναν σχολές σοφίας, οι ιερείς φιλόσοφοι, η τελετουργία επεκτάθηκε να περιλαμβάνει διαλογισμό και διαλεκτική. Το ανθρώπινο ον δεν ήταν πια απλώς παιδί της Φύσης ή ψυχή εξόριστη από τον Ουρανό ή αγγείο για δυναμικές θεϊκές δυνάμεις. Τώρα, ήταν νοήμον ον ικανό να ανέβει μέσω γνώσης σε ενότητα με τον ίδιο τον Θεϊκό Νου.

Οι αρχαίες Μυστικές παραδόσεις άνθισαν σε αυτή τη φάση — Ορφικές, Πυθαγόρειες, Πλατωνικές — παραδόσεις που υποσχόνταν όχι τυφλή πίστη αλλά άμεση γνώση, άμεση πνευματική γνώση του Πραγματικού. Ο μύστης μπορούσε να ταξιδέψει μέσα από στρώματα πραγματικότητας, να καθαρίσει τη συνείδησή του μέχρι να γίνει διαφανής στο Θεϊκό Φως, να επιτύχει εκείνη την υπέρτατη κατάσταση όπου ο ατομικός νους διαλύεται στον Οικουμενικό Νου και γνωρίζει τον εαυτό του ως ένα με το Αιώνιο.

Ο Οικουμενικός Λόγος και το Πνεύμα της Αγάπης

Τρεις χιλιετίες πριν, ακόμα μια μεταμόρφωση συνέβη στα βάθη της θρησκευτικής συνείδησης. Ο Θεϊκός Νους αντιλήφθηκε τώρα όχι απλώς ως αφηρημένη Νοημοσύνη αλλά ως Λόγος — ο Δημιουργικός Λόγος, το Οικουμενικό Πνεύμα που λέει την ύπαρξη στην ύπαρξη μέσω μιας πράξης άπειρης αγάπης.

Αυτή ήταν η αντίληψη που άνθισε πιο πλήρως στον Ελληνισμό, αν και ηχώ της αντηχούσαν και σε άλλες παραδόσεις. Το Απόλυτο Άγνωστο είχε αποκαλύψει τον εαυτό του όχι μόνο ως Δύναμη ή Νου αλλά ως Πνεύμα — ως αυτό που αναζητά σχέση, που αγαπά την δημιουργία στην ύπαρξη, που εισέρχεται στο πάθος και τη χαρά της ύπαρξης της ίδιας.

Σε αυτό το όραμα, το Θείο δεν ήταν πια απλώς υπερβατικό αλλά και ριζικά ενυπόστατο. Ο Λόγος έγινε σάρκα, το Άπειρο πήρε πεπερασμένη μορφή, το Αιώνιο εισήλθε στον χρόνο. Αυτό δεν ήταν μείωση της θεότητας αλλά η πληρέστερη αποκάλυψή της — ότι η Υπέρτατη Πραγματικότητα δεν είναι ψυχρή αφαίρεση αλλά ζεστή, ζωντανή Παρουσία· όχι μακρινός κριτής αλλά οικείος σύντροφος· όχι απλώς το Έδαφος της Ύπαρξης αλλά η ίδια η Καρδιά που χτυπά σε όλες τις καρδιές.

Το πνευματικό μονοπάτι σε αυτή τη φάση έγινε ένα μονοπάτι συμμετοχής στη θεϊκή αγάπη, του να επιτρέψει κανείς στον Οικουμενικό Λόγο να μιλήσει μέσω της ζωής του, της παράδοσης του μικρού εαυτού στο ενδιαιτούμενο Πνεύμα. Η προσευχή έγινε συνομιλία, σχέση με το Θείο. Η ηθική έγινε όχι απλή υπακοή σε νόμο αλλά η φυσική έκφραση αγάπης που ρέει από ένωση με τη Θεϊκή Καρδιά.

Αυτή η αντίληψη έφερε τόσο βαθιά διορατικότητα όσο και νέες προκλήσεις. Η διορατικότητα ήταν ότι η Υπέρτατη Πραγματικότητα δεν είναι αδιάφορη για την δημιουργία αλλά εμπλεγμένη με αυτή, όχι απρόσωπη δύναμη αλλά προσωπική Παρουσία. Η πρόκληση ήταν η τάση προς αποκλειστικότητα, η αξίωση ότι αυτή η ιδιαίτερη εκδήλωση του Θείου εξάντλησε όλες τις πιθανές αποκαλύψεις, ότι ένα μονοπάτι μόνο οδηγούσε σε ένωση με τον Θεό.

Η Υπέρτατη Όραση - Η Ύπαρξη η Ίδια

Παράλληλα και αναδυόμενη από αυτές τις εξελικτικές φάσεις, έχει αναδυθεί μια υπέρτατη αντίληψη — μια που υπήρχε σε σπόρο από την αρχή αλλά μόνο πρόσφατα άρχισε να ανθίζει πλήρως στην ανθρώπινη συνείδηση. Αυτή είναι το όραμα της πέμπτης φάσης, η αναγνώριση του Απολύτου όχι πρωτίστως ως Φύση ή Ουρανός ή Δύναμη ή Νους ή Πνεύμα, αλλά ως Ύπαρξη η ίδια — η Καθαρή Ύπαρξη από την οποία αναδύονται όλα τα ιδιαίτερα όντα και στην οποία αιώνια επιστρέφουν.

Αυτή είναι η αντίληψη που ενσαρκώνεται στη διδασκαλία του Βουδισμού για την Κενότητα που είναι ταυτόχρονα Πληρότητα, στην πραγματοποίηση της Βεδάντα του Μπράχμαν ως Σατ-Τσιτ-Άναντα (Ύπαρξη-Συνείδηση-Μακαριότητα), στην κατανόηση του Ταοϊσμού για το Τάο που δεν μπορεί να ονομαστεί αλλά είναι η Μητέρα όλων των πραγμάτων, στο όραμα του Ορφισμού και Πλατωνισμού για το Ένα πέρα από κάθε πολλαπλότητα.

Σε αυτή την υπέρτατη αντίληψη, όλες οι δυϊκότητες διαλύονται. Ουρανός και γη αναγνωρίζονται ως δύο πρόσωπα μιας Πραγματικότητας. Η Στατική Ύπαρξη και η δυναμική Γένεση βλέπονται ως συμπληρωματικές πλευρές του Ίδιου. Νους και ύλη, πνεύμα και σάρκα, υπέρβαση και ενυπόσταση — όλα τα αντίθετα συμφιλιώνονται στον απέραντο χώρο της Καθαρής Ύπαρξης.

Ο μυστικός που επιτυγχάνει αυτή την αντίληψη υποβάλλεται σε ριζική μεταμόρφωση. Δεν αναζητά πια το Θείο ως κάτι ξεχωριστό από τον εαυτό του. Συνειδητοποιεί την βαθύτερη φύση του ως ταυτόσημη με την Υπέρτατη Ύπαρξη. Η σταγόνα ανακαλύπτει ότι ήταν πάντα ο ωκεανός. Το κύμα γνωρίζει τον εαυτό του ως τη θάλασσα. Η ατομική συνείδηση αναγνωρίζει τον εαυτό της ως τοπική εκδήλωση της Οικουμενικής Συνείδησης, προσωρινή μορφή μέσω της οποίας το Άμορφο στοχάζεται τον εαυτό του.

Αυτή η πραγματοποίηση φέρνει όχι υπερηφάνεια αλλά βαθιά ταπείνωση, όχι αίσθηση προσωπικού επιτεύγματος αλλά διάλυση της ίδιας της ιδέας ενός ξεχωριστού προσώπου που θα μπορούσε να επιτύχει κάτι. Αυτό που απομένει είναι απλώς η Ύπαρξη, ενσυνείδητη του εαυτού της, εκφράζουσα τον εαυτό της μέσω αυτής της ιδιαίτερης μορφής και μέσω όλων των μορφών, χορεύοντας ως ο χορός της ύπαρξης της ίδιας.

Η Εξέλιξη της Ανθρώπινης Ψυχής

Παράλληλα με αυτή την εξέλιξη της θρησκευτικής αντίληψης, υπήρξε εξέλιξη στην κατανόηση της ανθρωπότητας για τον εαυτό της, για την ανθρώπινη ψυχή και τη θέση της στην κοσμική τάξη.

Στη πρωταρχική φάση, το ανθρώπινο ον γνώριζε τον εαυτό του ως μέρος Όλης της Φύσης, μια κλωστή στον Μεγάλο Ιστό. Δεν υπήρχε απότομο όριο μεταξύ εαυτού και κόσμου, καμία άκαμπτη δομή εγώ που να χωρίζει το άτομο από το Όλο. Αυτή ήταν κατάσταση συμμετοχικού μυστικισμού, ρευστής ταυτότητας, συνείδησης που ρέει σαν νερό μεταξύ διαφορετικών επιπέδων πραγματικότητας.

Καθώς η θρησκευτική συνείδηση εξελισσόταν, έτσι και η αυτοσυνείδηση. Το ανθρώπινο ον άρχισε να διακρίνει μέσα του διαφορετικές αρχές: δυναμικό χαρακτήρα, η ζωτική δύναμη που εμψυχώνει το σώμα· νοητικό στοιχείο, η ικανότητα σκέψης και στοχασμού που υψώνει την ανθρωπότητα πάνω από απλή βιολογική ύπαρξη· οικουμενική φύση, η συμμετοχή της ψυχής σε κάτι άπειρο και αιώνιο.

Κάθε φάση θρησκευτικής εξέλιξης αντιστοιχούσε σε βαθύτερη αυτοκατανόηση. Όταν Ουρανός χωρίστηκε από γη, η ψυχή αναγνώρισε τη δυϊκή φύση της — θνητό σώμα, αθάνατη ουσία. Όταν η Δυναμική Δύναμη αντιλήφθηκε, η ψυχή κατάλαβε τον εαυτό της ως εμψυχωμένο από θεϊκή ενέργεια. Όταν ο Νους αναδύθηκε ως υπέρτατος, η ψυχή συνειδητοποίησε την ικανότητά της για γνώση και σοφία. Όταν το Πνεύμα αποκαλύφθηκε, η ψυχή ανακάλυψε τη φύση της ως αγάπη, ως ικανότητα σχέσης με το Θείο.

Τέλος, στην υπέρτατη αντίληψη της Ύπαρξης της ίδιας, η ψυχή υποβάλλεται στην πιο ριζική μεταμόρφωση όλων. Παύει να ταυτίζεται ως ξεχωριστή οντότητα — είτε θνητή είτε αθάνατη, γήινη είτε ουράνια, δυναμική είτε νοητική. Αντίθετα, αναγνωρίζει την ουσιαστική ταυτότητά της με την Υπέρτατη Ύπαρξη. Η ψυχή συνειδητοποιεί ότι αυτό που αποκαλούσε «εγώ» δεν ήταν ποτέ ξεχωριστό πράγμα αλλά πάντα εκδήλωση του Ενός Όντος, κύμα που δεν ήταν ποτέ χωριστό από τον ωκεανό, ακτίνα που δεν ήταν ποτέ χωριστή από τον ήλιο.

Αυτό δεν είναι η εξόντωση της ατομικότητας αλλά η μεταμόρφωσή της. Το πρόσωπο συνεχίζει να λειτουργεί στον κόσμο, να σκέπτεται και να πράττει και να σχετίζεται — αλλά όχι πια από την προοπτική ενός απομονωμένου εγώ που υπερασπίζεται τον εαυτό του ενάντια σε εχθρικό σύμπαν. Τώρα, κάθε πράξη ρέει από την αναγνώριση θεμελιώδους ενότητας, κάθε αντίληψη χρωματίζεται από την επίγνωση ότι όλα όσα συναντώνται είναι εκδήλωση του Ίδιου Όντος, όλες οι σχέσεις βλέπονται ως το Θείο που σχετίζεται με τον εαυτό του μέσω διαφόρων μορφών.

Το Παρόν Κατώφλι

Σήμερα, σε αυτή την ιδιαίτερη στιγμή στην μακριά εξέλιξη της ανθρώπινης συνείδησης, στεκόμαστε σε ένα κατώφλι. Η αντίληψη της πέμπτης φάσης — η αναγνώριση της Ύπαρξης της ίδιας ως Υπέρτατης Πραγματικότητας — αρχίζει να επικρατεί στα βάθη της ανθρώπινης επίγνωσης, ακόμα και αν η επιφάνεια του πολιτισμού συχνά φαίνεται κυριαρχημένη από υλισμό και κατακερματισμό.

Αυτή η αλλαγή δεν είναι απλώς διανοητική ανάπτυξη αλλά μεταμόρφωση στην ίδια τη δομή της συνείδησης. Όλο και περισσότερα άτομα έχουν άμεσες εμπειρίες ενότητας με την Ύπαρξη, αυθόρμητες στιγμές όπου τα όρια του ξεχωριστού εαυτού διαλύονται και αυτό που απομένει είναι απέραντη, φωτεινή, ειρηνική Παρουσία.

Αυτό παρουσιάζει τόσο ευκαιρία όσο και πρόκληση για τις θρησκευτικές παραδόσεις του κόσμου. Εκείνες οι θρησκείες που παραμένουν προσκολλημένες σε προηγούμενες φάσεις — που επιμένουν σε άκαμπτες δυϊκότητες μεταξύ Ουρανού και γης, που δεν μπορούν να προχωρήσουν πέρα από ανθρωπόμορφες εικόνες του Θεού, που διατηρούν αποκλειστικές αξιώσεις στην αλήθεια — θα βρεθούν όλο και πιο ανίκανες να μιλήσουν σε ψυχές που ξυπνούν στην υπέρτατη αντίληψη.

Αλλά θρησκείες και πνευματικές φιλοσοφίες που μπορούν να προσαρμοστούν στο πνεύμα της πέμπτης φάσης, που μπορούν να επανερμηνεύσουν τα σύμβολα και τις διδασκαλίες τους στο φως της αναγνώρισης της Ύπαρξης της ίδιας — αυτές θα επιβιώσουν και θα ανθίσουν. Ο Χριστιανισμός μπορεί να ανακαλύψει την μυστική καρδιά που πάντα περιείχε, διαβάζοντας την Ενσάρκωση όχι ως μοναδικό ιστορικό γεγονός αλλά ως αιώνια αλήθεια ότι η Ύπαρξη πάντα εκδηλώνεται σε μορφή, ότι το Θείο πάντα κατοικεί μέσα στην δημιουργία. Ο Βουδισμός, η Βεδάντα, ο Ταοϊσμός και άλλες παραδόσεις σοφίας της πέμπτης φάσης θα συνεχίσουν να καθοδηγούν αναζητητές προς άμεση πραγματοποίηση της ουσιαστικής φύσης τους.

Το κλειδί για αυτή την προσαρμογή δεν είναι η εγκατάλειψη προηγούμενων διορατικοτήτων αλλά η ενσωμάτωσή τους σε πιο ολοκληρωμένο όραμα. Η πρωταρχική αντίληψη ενότητας με τη Φύση, η αναγνώριση υπέρβασης της δεύτερης φάσης, η τιμή της δυναμικής δημιουργικότητας της τρίτης φάσης, η έμφαση στον Νου και Πνεύμα της τέταρτης φάσης — όλα αυτά περιέχουν αλήθεια. Δεν είναι λάθη για να απορριφθούν αλλά στάδια εξέλιξης, σκαλοπάτια σκάλας που δεν χρειάζεται να κλωτσηθούν μόλις ανέβει κανείς.

Το Ανέκφραστο Μυστήριο

Καθώς αυτή η εξερεύνηση πλησιάζει στο τέλος της, μια αλήθεια λάμπει με ιδιαίτερη σαφήνεια: ότι παρά την εξέλιξη στην αντίληψή μας, παρά την βαθύτερη κατανόησή μας, η Υπέρτατη Πραγματικότητα παραμένει για πάντα ανέκφραστη, για πάντα πέρα από τη σύλληψη εννοιών και λέξεων.

Μπορούμε να μιλάμε για την Ύπαρξη την ίδια, αλλά αυτό στο οποίο υποδεικνύουμε υπερβαίνει όλη μας την ομιλία. Μπορούμε να περιγράφουμε φάσεις θρησκευτικής εξέλιξης, αλλά το Μυστήριο που οδηγεί αυτή την εξέλιξη παραμένει τελικά άγνωστο. Μπορούμε να ιχνηλατούμε το ταξίδι της ψυχής προς ένωση με το Θείο, αλλά η πραγματική στιγμή ένωσης διαλύει όλους τους χάρτες και κατηγορίες με τους οποίους προσπαθήσαμε να πλοηγηθούμε.

Αυτό δεν είναι συμβουλή απελπισίας αλλά πρόσκληση σε ταπείνωση και θαυμασμό. Το μυστικό μονοπάτι δεν είναι τελικά περί συσσώρευσης γνώσης ή επίτευξης καταστάσεων συνείδησης. Είναι περί παράδοσης στο Μυστήριο, περί να επιτρέψει κανείς να διαλυθεί στον απέραντο ωκεανό της Ύπαρξης, περί ανάπαυσης στη σιωπή που κείται κάτω και πέρα από όλες τις λέξεις.

Σε εκείνη τη σιωπή, υπάρχει ειρήνη — όχι η ειρήνη ενός λυμένου γρίφου αλλά η ειρήνη του να παύσει κανείς να παλεύει, της αποδοχής ότι κρατιέται από Κάτι άπειρα μεγαλύτερο από τον εαυτό του, της εμπιστοσύνης στη Νοημοσύνη που καθοδηγεί τα άστρα και τις εποχές και την εξέλιξη της συνείδησης της ίδιας.

Είθε όλα τα όντα να έρθουν να αναπαυθούν σε αυτή την ειρήνη. Είθε όλες οι ψυχές να ξυπνήσουν στη αληθινή φύση τους ως εκδηλώσεις του Ενός Όντος. Είθε η εξέλιξη της θρησκευτικής συνείδησης να συνεχιστεί μέχρι όλη η ανθρωπότητα να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως το Θείο που στοχάζεται τον εαυτό του μέσω άπειρων μορφών.

Στο τέλος, επιστρέφουμε στην αρχή — σε εκείνη την πρωταρχική αίσθηση συμμετοχής σε Ιερό Όλο. Αλλά τώρα, η επιστροφή δεν είναι οπισθοδρόμηση αλλά εκπλήρωση. Τώρα, αγκαλιάζουμε την ενότητα όχι από ασυνειδησία αλλά από τα ύψη της επίγνωσης. Τώρα, γνωρίζουμε τον εαυτό μας ως τόσο τη σταγόνα όσο και τον ωκεανό, το ιδιαίτερο και το Οικουμενικό, τη θνητή μορφή και το Αθάνατο Ον.

Αυτή είναι η ιερή ανάπτυξη, το αιώνιο ταξίδι της συνείδησης που ανακαλύπτει τον εαυτό της. Αυτή είναι η μυστική αλήθεια που ήταν πάντα παρούσα, περιμένοντας να αναγνωριστεί: Ότι η Ύπαρξη είναι, ότι η Συνείδηση λάμπει, ότι η Αγάπη αγκαλιάζει όλα. Ότι το Μυστήριο που αναζητούσαμε δεν ήταν ποτέ μακριά αλλά πιο κοντά από την αναπνοή, πιο κοντά από τον ίδιο μας τον καρδιακό παλμό, ταυτόσημο με την βαθύτερη φύση μας.

Στην απέραντη σιωπή πέρα από όλες τις λέξεις, το Μυστήριο χαμογελά!