Δευτέρα 26 Ιουλίου 2021

Ξενοφάνης: πώς σκέπτονται οι άνθρωποι τον θεό και τον κόσμο;

Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος: 570–480 (περίπου)

Φιλοσοφική θεολογία και πρακτικός βίος

§1

Ποιος ήταν ο Ξενοφάνης; Ήταν ένας ποιητής-φιλόσοφος, ενταγμένος για την ιστορία της φιλοσοφίας στον κύκλο των Προσωκρατικών στοχαστών και δημιουργός ενός πλούσιου σε ιδέες έργου. Σύμφωνα με τον Jeager είναι «ο θαρραλέος πρωταθλητής της αλήθειας», με το νόημα του πνευματικού αγώνα, με τον οποίο έθετε υπό ριζοσπαστική κριτική το σύνολο της μυθικής παράδοσης και κατά το πνεύμα αυτό εγκαινίασε τη φιλοσοφική συζήτηση για την έννοια της ενότητας του όντος. Έτσι οδηγήθηκε στην αμφισβήτηση εκείνης της εδραίας παράδοσης, που εκπροσωπούσε θεμελιωδώς ο Όμηρος αλλά και ο Ησίοδος. Αυτοί, κατά τον ίδιο, νομιμοποίησαν την ανθρώπινη κακία, καθώς απέδωσαν κάθε κακό του ανθρώπινου βίου στους θεούς:

«Ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν όλα στους θεούς, όσα στους ανθρώπους είναι ντροπές και ψόγος: κλοπές, μοιχείες και τις μεταξύ τους απάτες» (απ. 11).

Ο Ξενοφάνης επικρίνει τους ως άνω ποιητές, γιατί πρώτοι αυτοί εισήγαγαν και καθιέρωσαν τον ανθρωπομορφισμό των θεών, δεδομένου ότι θεωρούνταν δάσκαλοι των Ελλήνων, ιδιαίτερα δε ο Όμηρος. Όλοι οι θνητοί κατασκευάζουν θεούς με βάση τη δική τους εικόνα. Έτσι πιστεύουν ότι οι θεοί γεννιούνται και ντύνονται όπως οι άνθρωποι, ότι έχουν σώμα και μιλούν σαν άνθρωποι (απ.14). Τα βόδια, τα άλογα ή τα λιοντάρια, αν είχαν χέρια για να ζωγραφίζουν και να κάνουν εκείνα τα πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι, τότε τα βόδια θα ζωγράφιζαν τους θεούς σαν βόδια, τα άλογα σαν άλογα και τα λιοντάρια σαν λιοντάρια (απ. 15).

§2

Στη συνάφεια τούτη ο φιλόσοφος-ποιητής επεκτείνει και βαθαίνει την κριτική των ποικίλων δοξασιών, πολιτικών, θρησκευτικών, κοινωνικών κ.λπ., που χαρακτηρίζουν τον κόσμο των ανθρώπων και προδίδουν την άγνοιά τους ως προς τη μορφή του θεού ή τις μορφές των θεών. Αυτή την κριτική ο Πλάτων την αποτίμησε ως μια πρώτη βάση ή αρχή για να διατυπώσει το δικό του επιχείρημα ενάντια στην ομηρική και γενικότερα την ποιητική θεολογία και να το αναπτύξει στα βιβλία ΙΙ και ΙΙΙ της Πολιτείας. Στη θέση αυτών των παραδοσιακών θρησκευτικών αντιλήψεων, ο Ξενοφάνης προτείνει τον μονοθεϊσμό:

«ένας θεός υπάρχει, ο μεγαλύτερος ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους, που δεν είναι διόλου όμοιος με τους θνητούς ούτε στο σώμα ούτε στη σκέψη» (απ. 23).

Δεν αρνείται την ύπαρξη πολλών θεών, αλλά θεωρεί πως υπάρχει ο ένας μέγιστος, ύψιστος θεός, που διατρέχει τα πάντα, τα αντιλαμβάνεται και τα συντονίζει χωρίς κόπο. Χωρίς αυτόν τον θεό δεν θα υπήρχε στον κόσμο αρμονία. Πρέπει έτσι να απαλλαγούμε από την ιδέα ότι ένας θεός χρειάζεται μέλη και αισθητήρια όργανα. Δεν ασκεί την εξουσία του στο σύμπαν με τη χρήση κάποιας υλικής δύναμης, όπως ισχυρίζονταν ο Όμηρος και ο Ησίοδος, αλλά επενεργεί στα γεγονότα και τα συμβάντα στον κόσμο, θέτει τα πάντα σε κίνηση με μια απλή σκέψη, χωρίς να κινείται ούτε ένας μυς. Το Είναι του θεού ως τέτοιο συνάπτεται με το ότι αυτός βλέπει, σκέπτεται και ακούει απευθείας χωρίς τη διαμεσολάβηση των αισθήσεων. Ο θεός δεν μετακινείται από τόπο σε τόπο, όπως φαντάζονται οι άνθρωποι, αλλά μένει ακίνητος στον ίδιο τόπο (απ. 26).

§3

Ι. Αφορμή γι’ αυτήν τη στροφή προς την κριτική αναίρεση ολόκληρης της μυθικής παράδοσης ήταν η υποταγή του μικρασιατικού Ελληνισμού στον περσικό ζυγό και η κατάργηση της πολιτικής ανεξαρτησίας των διαφόρων πόλεων. Η υποδούλωση αυτή οφείλεται στην ηθική διαφθορά των πόλεων και την ψυχική αναιμία· είχε δε ως συνέπεια περαιτέρω τη «στυγερή τυραννία» (απ. 3) των Περσών, η οποία εξανάγκασε και τον ίδιο τον Ξενοφάνη να εγκαταλείψει την ιδιαίτερη πατρίδα του και να επιλέξει ως τρόπο ζωής την αδιάκοπη περιπλάνηση από πόλη σε πόλη και την καλλιέργεια ενός πρώτου διαφωτιστικού πνεύματος. Έτσι δεν επιχειρούσε μόνο να αναιρέσει την παλαιά θεολογία, δεν έμεινε δηλαδή μόνο στην αρνητική πλευρά της κοσμικής τάξης, αλλά προχώρησε και πιο θετικά, παρουσιάζοντας μια άλλη ηθική και θρησκευτική μεταρρύθμιση. Στο απ. 1 μας δίνει μια εικόνα καλής συμπεριφοράς στην κοινότητα των ανθρώπων· μιας συμπεριφοράς, που διαχέει στην συνύπαρξη των ανθρώπων ευφροσύνη και φως και μας διδάσκει ποια είναι η φύση της αληθινής ευσέβειας. Προς τούτο θέτει την αναγκαιότητα της καθαρότητας των λόγων και την απλότητα σε όλες τις υλικές πτυχές της θρησκευτικής τελετής.

ΙΙ. Λόγια σεβασμού και αγνής ομιλίας, ήτοι συν-ομιλίας, υπό τη μορφή ύμνου προς τη θεότητα, αποτελούν βασική προϋπόθεση για να μπορούν οι άνθρωποι να ασχολούνται με την αρετή, με ευγενείς και δίκαιες πράξεις και όχι με ιστορίες Τιτάνων, Γιγάντων ή Κενταύρων ούτε και με ανθρώπινες συγκρούσεις, από όπου δεν μπορεί κανείς να αντλήσει τίποτα το καλό. Ο φιλοσοφικός προβληματισμός, που εξέφρασε ο Ξενοφάνης, δεν πέρασε απαρατήρητος από μεταγενέστερους φιλοσόφους της αρχαίας ελληνικής σκέψης και δη από αυτούς που ασχολήθηκαν με τη φύση των θεών ή με τις διάφορες θρησκευτικές πρακτικές, κατάλληλες για την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων. Στο περιεχόμενο αυτού του προβληματισμού ανήκει η ριζοσπαστική σύλληψη των θεών ή του θεού, όπως επίσης η αμφιβολία για την εγκυρότητα της ανθρώπινης γνώσης και η επίγνωση των ορίων της (απ. 34). Στη συνάφεια τούτη, η βούληση να δοθούν πιο ορθολογικές εξηγήσεις για φαινόμενα που παραδοσιακά ερμηνεύονται με θρησκευτικούς όρους. Στο πλαίσιο αυτό καταθέτει μια νέα αντίληψη περί σεβασμού και αξίας των ανθρώπινων πραγμάτων.

Είναι τεράστιο ζήτημα η ερμηνεία που μετέρχεται κάθε φιλόσοφος για να προσλάβει και να κατανοήσει τη μυθική σκέψη. Οι νεοπλατωνικοί, αλλά και ο Πλάτων, δεν κάνουν καθολική κριτική στη μυθική σκέψη, αλλά αναπτύσσουν όλα τα σύμβολα, τα "γεγονότα" και τους όρους της ελληνικής μυθολογίας κατά τέτοιο τρόπο που τα μεταπλάθουν σε λογικούς προσδιορισμούς θεωρώντας τους μύθους κωδικοποιημένες δομές που κρύβουν μια λογική αλήθεια για τα πάντα. Δεν έκαναν τίποτα διαφορετικό από αυτό που έκανε ο Χέγκελ με τη χριστιανική μυθολογία, όταν συνέλαβε την έννοια και το νόημα πίσω από τις παραστάσεις της θρησκείας. Ξέρουμε πολύ καλά ότι ο Όμηρος μέσα από τον ανθρωπομορφισμό των θεών έκρυψε αλήθειες που δε θα γίνονταν κατανοητές από το ευρύ κοινό. Ο Πλάτων στέκεται κριτικά στον Όμηρο μόνο ως προς το ότι οι αμύητοι πολλοί δε θα καταλάβαιναν και θα έπαιρναν τοις μετρητοίς τα "αίσχη" των θεών, ενώ χρειαζόταν την καλλιέργεια του λόγου και της σκέψης για να κατανοήσει κανείς.

Ο Σαλλούστιος εξηγώντας τον θεμελιακό ρόλο της μυθικής σκέψης γράφει συγκεκριμένα στο Περί Θεών και Κόσμου ΙΙΙ, 4:

".....το να θελήσει κανείς να διδάξει προς όλους τους ανθρώπους την αλήθεια περί των Θεών, θα προκαλέσει στους ανόητους την περιφρόνηση, λόγω της αδυναμίας τους να κατανοήσουν, στους μορφωμένους την αδιαφορία. Δια της συγκαλύψεως της αλήθειας μέσω των μύθων δεν διατρέχουμε τον κίνδυνο να προκαλέσουμε την περιφρόνηση στους πρώτους και καταφέρνουμε να προτρέπουμε τους δεύτερους να καταγίνονται με τη φιλοσοφία".

Ο νεοπλατωνικός Πρόκλος θεωρείται ο Χέγκελ της αρχαιότητας, γιατί συνέλαβε εννοιολογικά και κατέγραψε με φιλοσοφικούς όρους και λογική συνέπεια αλήθειες που έκρυβαν οι "παραστάσεις" των κωδικοποιημένων δομών που κόμιζαν οι μύθοι, για αυτό και στην ελληνική παράδοση γίνεται λόγος για την ορφικοπυθαγόρεια πλατωνική γραμμή, η οποία έχει μια εντυπωσιακή κοινή βάση θεμελίωσης.

Επίσης, στη Ελληνική παράδοση επικρατούσα αντίληψη είναι ο πολυθεϊσμός, κάτι που διατυπώνεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των κειμένων της ελληνικής γραμματείας. Ο Πρόκλος, και γενικότερα οι νεοπλατωνικοί, μας λέει ότι υπάρχουν πολλοί θεοί (τους χαρακτηρίζει Ενάδες) και κάθε φορά δημιουργός θεός μπορεί να είναι οποιοσδήποτε από αυτούς. Ο Δίας είναι ο δημιουργός του δικού μας κόσμου-σύμπαντος, ενώ άλλων κόσμων-διαστάσεων άλλοι θεοί. Από αυτήν την άποψη ο Ξενοφάνης αγνοούσε μια τέτοια διάσταση και για αυτό έκανε λόγο για μονοθεϊσμό.

Μας γράφει ο Πρόκλος στο "Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη" (1048.11-26):

"Γιατί όλες οι Ενάδες βρίσκονται η μια μέσα στην άλλη, και η ένωσή τους είναι πολύ μεγαλύτερη από την επικοινωνία και την ταύτιση που υπάρχει μέσα στα όντα (Ιδέες δηλαδή). Γιατί υπάρχει και μέσα στα όντα ανάμειξη των Ιδεών, ομοιότητα, φιλία και συμμετοχή της μιας στην άλλη, η ένωση όμως των Ενάδων, επειδή είναι ένωση τέτοια, είναι πολύ πιο ενιαία, απόρρητη και ανυπέρβλητη. Γιατί όλες (Ενάδες) υπάρχουν μέσα σε όλες, πράγμα που δεν συναντάται στις ιδέες. Γιατί αυτές (ιδέες) μετέχουν η μία στην άλλη, δεν βρίσκονται όμως όλες μέσα σε όλες. Αλλά, όμως, ενώ υπάρχει εκεί αυτή η ένωση, η καθαρότητά τους είναι θαυμαστή και αμιγής, και η ιδιότητα καθεμιάς είναι πολύ πιο τέλεια από την ετερότητα των Ιδεών, διατηρώντας τα θεία αμιγή και τις δυνάμεις τους διακριτές."

Πάλι ο ίδιος γράφει στο "Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη (1050.9)" :

"Γιατί όποια από αυτές (Ενάδες) και να πάρεις, παίρνεις την ίδια με τις υπόλοιπες, επειδή όλες βρίσκονται η μία μέσα στην άλλη και είναι ριζωμένες μέσα στο Ένα."

Αυτό το ΕΝΑ, μας επισημαίνει ο Πρόκλος, δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτή η υπερβατική Ένωση των ίδιων των ΕΝΑΔΩΝ, είναι οι ίδιες οι ΕΝΑΔΕΣ-ΘΕΟΙ.

Η έννοια του Ενός έχει μακρά ιστορία: από τους προσωκρατικούς μέχρι την ύστερη αρχαιότητα: τα εκάστοτε διαφορετικά της περιεχόμενα έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι επαληθεύουν τη Μορφή του Ενός ως τέτοιου.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου