Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Η άσεμνη γκαρνταρόμπα των δεσποτάδων ή Οι αντίχριστοι Δεσποτάδες της ορθοδοξίας στην πασαρέλα

“Kι ο φαρδύς μανδύας με τις μεγάλες δίπλες ως κάτω, που μπορεί να σκεπάσει ολάκερο το μουλάρι της σεβασμιότητάς του ή στην ανάγκη να πάρει μέσα και γκαμήλα“.  Έρασμος (“Μωρίας εγκώμιον”, 58)

asemni1
Ο Χριστός ήταν σαφής και με το προσωπικό του παράδειγμα και με την υποθήκη του “Μη κτήσασθε χρυσόν, μηδέ άργυρον, μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας υμών….μη εν χρυσώ, ή μαργαρίταις ή ιματισμώ πολυτελεί”, που ο κλήρος τα πέταξε στο σκουπιδοτενεκέ. Οι σπουδαίοι άνθρωποι αντλούν το μεγαλείο τους από τα ηθικά και πνευματικά τους χαρίσματα. Οι τιποτένιοι, εκπρόσωποι εξουσιαστικών μηχανισμών, διαθέτουν ενδυμασίες και στολές που αντανακλούν την διάθεση  επιβολής ή εντυπωσιασμού των άλλων. Ο κολοφώνας της ενδυματολογικής ματαιοδοξίας είναι η πολυτελής αμφίεση του κλήρου. Η Εκκλησία αναποδογυρίζει την Ηθική και θεωρεί το γυμνό σώμα που κατασκεύασε ο θεός της αμαρτωλό. Ο Ιωσήφ Βρυέννιος αποδίδει τα δεινά της αυτοκρατορίας στο ότι “γυμνοί ως εγεννήθησαν ου μόνον άντρες, αλλά και το των γυναικών φύλον καθεύδειν ουκ επαισχύνονται” και ο Μ. Βασίλειος παινεύει την Καισάρισα Ειρήνη που κουκούλωνε ακόμη κι αυτά τα σημεία του σώματός της που “φύσις και συνήθεια γυμνά παραδίδωσιν“. Το να καλύπτεις όλο το σώμα σου όμως δεν αποτελεί αρετή αλλά φερετζέ της διατροφής. Για παράδειγμα «Δεσπότης έντυνε καλόγριες καλογερόπαιδα και τα προσφωνούσε με γυναικεία ονόματα….μου έλεγε θα σε ντύσω μοναχή, θα σε λέμε Αλεξάνδρα, θα εδρεύεις σε μοναστήρι καλογραιών», (Βλ.Β.Καββαθά «Who is who. Ποιος είναι ποια. Άνδρες ντυμένοι γυναίκες»-εκδ.Ελληνικά γράμματα).

Σήμερα  οι «δούλοι του Θεού» σνομπάρουν το αφεντικό τους (Εικ.1 Oρθόδοξος επίσκοπος-Bob Moody-1975, Lynn Museum). Η παράδοσή τους δεν αρχίζει από τον Χριστό ή τους Απόστολους αλλά από το Βυζάντιο. (Tα φαρδομάνικα όμως είναι οθωμανική μόδα και επισκοπική μίτρα δεν υπήρχε στο Βυζάντιο). Λένε ότι ντύνονται έτσι “προς Δόξαν Θεού”, υποκρινόμενοι πως ο θεός τους (ο Μαμωνάς, ο Βάαλ ή ο Μολώχ;) έχει την ανάγκη από τις αμφιέσεις τους για να δοξαστεί. O λιτός φιλοσοφικός τρίβωνας, δεν ταιριάζει στα ανθρωπάκια, που αντλούν κύρος από τις φορεσιές τους. Ο πρωτοπρεσβύτερος κ.Σαράντης Σαράντος ομολογεί: “Το φαρδύ ράσο….καλύπτει όλες τις ψυχοσωματικές μας ατέλειες…μολονότι αναξιότατος, εισέπραξα…αφάνταστη τιμή…με ενδιάμεση περιβολή το ιερό ράσο” (“Παρακαταθήκη”, τ.20). Το αρχιερατείο εξωθήθηκε σε ενδυματολογικές υπερβολές αφού η απουσία πνευματικότητας έπρεπε να καλυφθεί με φτιασίδια. Εδώ ταιριάζει η σάτιρα του Επίχαρμου: “Στους γύρω σου βγες με ρούχα λαμπρά, σε πολλούς θα φανείς σοφός, ακόμη κι αν τίποτα δεν ξέρεις“. Το λευκό επανωκαλύμμαυκο του μητροπολίτη Νόβογκορόντ, υπήρξε το όχημα πάνω στο οποίο διεκδικήθηκε το 1500 από την πόλη του το δικαίωμα της τρίτης Ρώμης, αφού η τοπική παράδοση το ήθελε ως Κωνσταντίνεια δωρεά στον πάπα Σύλβεστρο που από τις εκπεσούσες Ρώμη και Κωνσταντινούπολη έφτασε  εκεί. Τελευταίος πατριάρχης που απεικονίζεται με το γελοίο πλατύγυρο σκιάδιο ήταν ο Ιερεμίας Β΄ο Τρανός (εικ. 2). Σε άρθρο του στην «Αθηνά» του 1831, ανώνυμος λόγιος μητροπολίτης, εξηγεί πως του το αφήρεσε ο ίδιος ο Σουλτάνος, όταν ετοιμαζόμενος να εκστρατεύσει κατά της Ουγγαρίας, δέχθηκε στο στρατόπεδό του την επίσκεψη του πατριάρχη. Η πολυάνθρωπη πατριαρχική συνοδεία θορύβησε το στρατό, πράγμα που εξόργισε τον Σουλτάνο. Άλλοι πάλι θεωρούν πως η σκιαδοφορία σταμάτησε περί τα 70 χρόνια μετά (1669).
Ο αρχιμανδρίτης Χριστόφορος Καλύβας αποκαλύπτει: “Οι τοιούτοι που παρ’ελπίδα έγιναν Επίσκοποι, φροντίζουν διά την τακτοποίησην της γενειάδος, το στίλβωμα των υποδημάτων, την ποιότητα του ράσου, την φαντασίαν των αμφίων, την ποικιλίαν των σταυρών και των εγκολπίων, το μέγεθος και το πάχος του δεσποτικού μπαστουνιού, την αλλαγήν  της φωνής κατά την λειτουργίαν και τον εσμόν των κολάκων“. Ο αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Φάρος θεωρεί εκκοσμίκευση την μίτρα “την οποία φοράει καμαρώνοντας ως γύφτικο σκερπάνι ο επίσκοπος” και διερωτάται “πως μπορεί να εμφανίζεται ως άγιος ο επίσκοπος που περιβάλλεται άμφια εκατομμυρίων…” (“Η Εκκλησία ως σκάνδαλο…”). Μάλιστα, πολλά από τα αρχιερατικά αξεσουάρ, συχνά «εξαφανίζονται όταν οι ιεράρχες εκδημήσουν στους ουρανούς» (Θ.Τσάτσης, Ελευθεροτυπία-22-5-΄04), σε συγγενολόγια και φίλους.
Το Λευϊτικό απαγορεύει να φορά ο ιερέας ρούχα που έχουν φτιαχτεί από δυο είδη κλωστών (19,19). Η αποστολική Εκκλησία δεν διέθετε άμφια. Η βυζαντινή μέχρι τον 11ο αιώνα χρησιμοποιούσε λευκά άμφια χωρίς στολίδια. O πατριάρχης Κοσμάς Β΄ που ανέβηκε στον οικουμενικό θρόνο το 1146, περιγράφεται από τον Χωνιάτη ως εξαιρετικά πονόψυχος που έφτασε στο σημείο να βγάλει μια μέρα την στολή του και να την χαρίσει στους φτωχούς. Ανάγκασε μάλιστα και το περιβάλλον του να μοιράζει τα πλούτη του στους άπορους. Δεν κρατήθηκε περισσότερο από χρόνο στην θέση του. Καθαιρέθηκε ως φίλος των Βογόμιλων. Το οικουμενικό πατριαρχείο ντρέπεται να μιλήσει για την καλοσύνη του που χαλά την πιάτσα.

Αυτή έπρεπε να είναι η παράδοση. Μόλις από τον Δ΄ αιώνα μπορεί να γίνεται λόγος για λειτουργική περιβολή χωρίς όμως μίτρες και χρυσά εξαρτήματα. Η εξέλιξη προς το πολυτελέστερο των αμφίων, ακολούθησε την πτώση της Εκκλησίας από τις κατακόμβες στην Εξουσία. Ο Παύλος (Κορινθ. 12.4) ορίζει πως κάθε άντρας που προσεύχεται με σκεπασμένο κεφάλι το ντροπιάζει. Η μίτρα νομιμοποιείται πλαγίως ως σύμβολο της αρχιεροσύνης, αφού αδίστακτοι αγιογράφοι συκοφαντούν τον Χριστό ως μιτροφόρο. Η μίτρα είναι ιστορικά φορτισμένη με απεχθείς μνήμες αφού στην ασσυριακή της  εκδοχή αποτελούσε εξάρτημα των τρομερών ιερέων του Βάαλ που έριχναν βορά τα μωρά των Καρχηδονίων στο πύρινο στόμα του θεϊκού αγάλματος. Έτσι η αρχαία «Συριακή Ορθόδοξη Εκκλησία» (Μονοφυσιτική που η δικαιοδοσία της φτάνει και στην Ινδία), που ποτέ της δεν υπήρξε κρατική, έχει μόνο κουκουλοφόρους επισκόπους. Ο παπα-Φάρος επισημαίνει πως δεν υπάρχει καμία βυζαντινή εικόνα μιτροφόρου αρχιερέα και πως ακόμη και το 1620 καθαιρέθηκε ο αρχιεπίσκοπος Σινά επειδή φόρεσε μίτρα. Ο ίδιος στηλιτεύει τις “μπαρόκ και ροκοκό ταπετσαρίες καναπέδων και τα χρυσοκέντητα βελούδινα τραπεζομάντηλα που κοστίζουν πολλά εκατομμύρια και με τα οποία ως άλλοι βάρβαροι δυνάστες της Άπω Ανατολής, περιβάλλονται οι κληρικοί…ασελγώντας αναίσχυντα κατά της…πτωχείας του Χριστού” και σημειώνει πως η μίτρα είναι σύμβολο “εξουσίας και μάλιστα απολυταρχικής” και “σκανδαλώδης πολυτέλεια” αφού το κόστος της μπορεί να φτάσει “σε εξωφρενικά ποσά“. Πρώτος κανονικός ορθόδοξος αρχιερέας που φόρεσε μίτρα ήταν ο Αλεξανδρείας Θεόφιλος ο B΄ (11ος αι. αναφέρεται συνήθως ως Φιλόθεος ή Γεώργιος), που πήρε το προνόμιο αυτό από τον εκτυφλωτή αυτοκράτορα Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο. Έχοντας εγκαταλείψει το χειμαζόμενο ποίμνιό του που υφίστατο διωγμό από τον χαλίφη Αλ Χακίμ, κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη και διευθέτησε την διαφορά μεταξύ αυτοκράτορα και πατριάρχη Σέργιου Β΄, πείθοντάς τον πρώτο να μην λυπηθεί τους φτωχούς και να μην επιβάλει την φορολόγηση των πλουσίων (το «αλληλέγγυο»). Ο αυτοκράτορας που η συμβουλή τον βόλεψε, τον αντάμειψε με μίτρα, διπλό επιτραχήλιο και τον βλάσφημο τίτλο του «Μεγάλου Κριτού» της Οικουμένης, που φέρεται μέχρι σήμερα.  Το 1621 ο Αλεξανδρείας Κύριλλος Λούκαρις, μεταπήδησε από τη νύμφη του την ξεπεσμένη Αλεξάνδρεια στην πολύφερνη Ισταμπούλ και κουβάλησε μαζί του και τη μίτρα, καθιερώνοντας την νέα μόδα, που γενικεύτηκε αφού οι επίσκοποι θεωρούσαν τους εαυτούς τους διαδόχους των Βυζαντινών ηγεμόνων. Στη Ρωσία μιτροφόρεσαν ακόμη και οι αρχιμανδρίτες.
Ο διορισμένος από τη Μ.Αικατερίνη αρχιεπίσκοπος Χερσώνος Ευγένιος Βούλγαρις, στην διαθήκη του γράφει πως “δυο πολύτιμα λιθοκόλλητα ιερά εγκόλπια” και ένας εγκόλπιος σταυρός “εκ σμαραγδίων λιθαρίων κεκοσμημένος” του δώρισε “η αοίδιμος αυτοκρατόρισσα Αικατερίνη Β΄” και “ο ευσεβέστατος αυτής απόγονος αυτοκράτωρ Αλέξανδρος ο Α΄” και ο “πανέκλαμπρος αυθέντης Μολδοβλαχίας“. Παραδέχεται πως τα χρυσαφικά του αποτελούν “δείγματα της εμής αφροσύνης και ματαιότητος” (Ν.Ζαχαρόπουλου “Η παιδεία στην Τουρκοκρατία”), από τα οποία όμως δεν μπόρεσε να απαλλαγεί ούτε την ώρα που συνέτασσε την διαθήκη, αφού εντέλλεται να μοιραστούν στους φτωχούς μετά τον θάνατό του. Όσο ζούσε όμως επιβεβαίωνε τον Βάρναλη: “Μες τα χρυσάφια καμαρώνω/και σε θυμιάματα καπνών./Είμαι η Θρησκεία που φανερώνω/τη θέληση των ουρανώ…”.
Σε έρευνα του Γ. Αυγερόπουλου, που δημοσίευσε η “Κ.Ελευθεροτυπία” με τον υπότιτλο: “Και haute couture και pret-a-porter διαθέτει η εκκλησιαστική μόδα για τον προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος” δίνονται ενδιαφέροντα στοιχεία. Μια μίτρα φασόν κοστίζει γύρω στις 350.000, ενώ η χειροποίητη φτάνει τα 2,5 εκατομμύρια δρχ, η δε χρυσοποίκιλτη με πολύτιμους λίθους, πάνω από 12.000.000. Υπάρχουν όμως και μίτρες αξίας 50.000.000 όπως διαβάζουμε σε μεταγενέστερο ρεπορτάζ της ίδιας εφημερίδας («Ε»-16-7-2000) με τον τίτλο “Η αγία γκαρνταρόμπα“. Μια ράβδος μπορεί να ξεπεράσει το 1.000.000. Ένας επιστήθιος σταυρός, αρχίζει από 70.000 και φτάνει “μέχρι εκεί που φτάνει η ανθρώπινη υπερβολή“, ενώ  “Ένας καλός σταυρός αντάξιος ενός αρχιεπισκόπου, κοστίζει γύρω στις 700.000“. Όπως σημειώνει ο δημοσιογράφος, υπολογίζεται ότι με την εκλογή του ο Χριστόδουλος μάζεψε πάνω από δέκα σταυρούς. Όσο για τα εγκόλπια, από τα οποία ένας αρχιερέας μπορεί να φέρει δυο εκατέρωθεν του σταυρού, μια “λογική τιμή“, είναι 600.000 το ζευγάρι. Ένας μανδύας κάνει 150.000-250.000 δρχ. Και από εκεί και πέρα έχομε μικρό και μεγάλο ωμοφόριο, πετραχείλι, επιγονάτιο, επιμάνικα, σάκκο, ζώνη, στοιχάριο, αξεσουάρ εντελώς απαραίτητα γι’αυτούς που κηρύττουν τη ματαιότητα των εγκοσμίων, την ταπεινοφροσύνη και την ελεημοσύνη: “Μη μεριμνάτε τω σώματι υμών τι ενδύσησθε“.

Φόρα έναν απλό χιτώνα για να βοηθήσεις τους καλύτερούς σου, αντί να γυρνάς με γελοίο διάδημα. Σε λίγο θα βγάλεις λοφίο και τιάρα σαν τα κοκκόρια“  Διογένης, προς Μ.Αλέξανδρο. (Δίων Χρυσόστομος: “Διάλογος Αλέξανδρου και Διογένη”- 66)

Ο Κερνίτσης Λεόντιος, διευθυντής, επί Σεραφείμ, των Οικονομικών της Εκκλησίας κατηγορούμενος μαζί με άλλους τέσσερεις επισκόπους και αρχιμανδρίτες για κακοδιαχείριση,  κατέθεσε στο δικαστήριο: “Εγώ μάζευα λεφτά για να αγοράζει ο αρχιεπίσκοπος εγκόλπια” (“Ελευθεροτυπία”, 13-3-2001. Θ.Τσάτσης-Π.Στάθης). Αλλά και ο Χριστόδουλος  ομολόγησε πως τα άμφιά του “είναι δώρα” και πως δεν έχει “διαθέσει δραχμή” γι αυτά, θεωρώντας με το κούφιο μυαλουδάκι του πως ως τζαμπατζής απαλλάσσεται από το αμάρτημα της πολυτέλειας! Η ονομαστική εορτή του “αποτελεί πονοκέφαλο για τους περισσότερους ιερείς των Εκκλησιών της αρχιεπισκοπής του” σχετικά με το δώρο που θα του κάνουν αφού είναι “από τους λίγους ιεράρχες που έχει τόσα πολλά προσωπικά αντικείμενα” (15-10-2000. Μ.Παπουτσάκη, “Ελευθεροτυπία”). Τον πρώτο  καιρό της εκλογής του ο Χριστόδουλος περιερχόμενος τους ναούς της πρωτεύουσας έπαιρνε υπό το φως των τηλεοπτικών προβολέων δώρα, από τους υφισταμένους του, με χρήματα κλεμμένα από τους φτωχούς. Ίσως αυτή του η τάση για μπιζού και στρας να οφείλεται στο ομολογημένο πια-έστω έμμεσα- από την Εκκλησία «κουσούρι» του (κατά τη δική του χυδαία ορολογία).
Έχοντες δε διατροφάς και σκεπάσματα, τούτοις αρκεσθησόμεθα“. Στου κουφού τη πόρτα όσο θέλεις βρόντα. Ανώνυμος “προσωπικός φίλος” (“Νέοι Άνθρωποι”, 14-6-2002), φέρεται πως έδωσε και τα 700 εκατομμύρια για την ανακαίνιση της αρχιεπισκοπικής βίλλας του Χριστόδουλου. Οι αρχιεπίσκοποι ντύνονται και σπιτώνονται με έξοδα των φίλων τους, που κάνουν ακόμα και παρανομίες για να ικανοποιήσουν τα πανάκριβα γούστα τους. Όμως ο Μ.Βασίλειος, στην “προς πλουτούντας” ομιλία του λέει: “Ένα σεντούκι από τα ρούχα σου, μπορεί να ντύσει ολόκληρο δήμο που κρυώνει“. Δωρολήπτης ο τότε Ιεροφάντης των Αθηνών ντυνόταν με έξοδα των γαλαντόμων, που προτιμούν να του αγοράσουν την 100στή τουαλέττα του, παρά να ντύσουν 100 ορφανά. Και η χαριστική βολή ο αυτοπυροβολισμός ενός ανθρώπου που δεν είχε συναίσθηση του τι έλεγε: “Πολλά εξ αυτών τα έχω στη βιτρίνα, διότι διστάζω να τα φορέσω μη τυχόν πει ο κόσμος ‘Κοίταξε να δεις τι φοράει’ ” (“ΒΗΜΑgazino”, 11-2-2001, Θ.Λάλας). Παράλληλα ξιφουλκούσε θρασύτατα κατά του πόθου “για απόλαυση ολοένα και περισσότερων αγαθών” που έχουν οι άνθρωποι, “λες κι απ’αυτά εξαρτάται η ευτυχία” (Θ.Τσ. “Ελευθεροτυπία”, 19-11-2001). Ο ίδιος εξηγούσε τη χρησιμότητα των αμφίων με γελοίες δικαιολογίες: “Αυτά είναι ένδειξη της αγάπης που έχουμε στον Θεό. Αν αγαπάς, αν είσαι ερωτευμένος με ένα πρόσωπο, τότε για να το πείσεις κάνεις το παν γι αυτό” (Στάθης “Ελευθεροτυπία”, 27-10-2001). Ο ψωροφαντασμένος θεός του λοιπόν, ξιπάζεται σαν κακομαθημένο θηλυκό και απαιτεί από τους αγαπημένους του να ντύνονται φανταχτερά. Tι αισθήματα λοιπόν να έχει ο σνομπ θεός του κοκορόμυαλου και βλάσφημου αρχιεπίσκοπου για τους ρακένδυτους, που δεν φορούν το άρωμα αγγλικής λεβάντας του Χουντόδουλου, πελάτη του οίκου “Lino de Larossa” του Κολωνακίου όπως και οι κυρίες E.Παππά, A.Φόνσου, Γ.Αγγελοπούλου, Μ.Ντενίση και Ν.Παζαϊτη (“Εξουσία” , Κ.Παλαιολόγου: “Μεθυστικό άρωμα για ράσα και Νατάσα”, 13-2-2001). Δεν του πλήρωναν όμως μόνο τα μοντελάκια του οι χορηγοί αλλά όπως ο ίδιος ομολόγησε και τις πανάκριβες διακοπές του στα Φορ Σίζονς του Μιλάνου και των Παρισίων με τη γνωστή του εύθυμη παρέα. Μπορεί ο Χριστόδουλος να μην περνούσε τις ώρες του καθρεφτιζόμενος στα νερά του ξερού πια Κηφισού, αλλά ο ναρκισσισμός του δεν κρυβόταν. Ο ενδυματολόγος του θεάτρου μας Βασίλης Φωτόπουλος τον έγδυσε μπροστά στο πλατύ κοινό: «…όταν τον βλέπω ξέρω ότι δεν υπάρχει έλεος. Μόνον η Τζάκυ και ο Χριστόδουλος δεν βάλανε το ίδιο φουστάνι δυό φορές…..όλα είναι τόσο κόντρα με αυτό που ευαγγελίζεται, που δήθεν εκφράζει, και τρελαίνεσαι….». Αλλά ήταν πάρα πολλοί αυτοί που ενοχλούνταν στη θέα του πολυέξοδα κομψευόμενου αρχιεπισκόπου και τον έβαλαν στο στόχαστρό τους, τόσοι που άλλος στην θέση του θα μαζευόταν και θα ντυνόταν σεμνότερα για να κλείσει τα στόματα, αφού «ουαί δι’ού το σκάνδαλον έρχεται» (Λουκ. 17, 1). Μερικοί ήταν ολότελα ασεβείς, όπως «γνωστός συγγραφέας» που τον αποκαλεί «Ιερόδουλο» και άλλοι που του δίνουν ρόλο πρωταγωνιστή στα τολμηρά ανέκδοτά τους: «Τι ωραίο δακτυλίδι που φοράτε Μακαριώτατε!……..Που να δεις τα σκουλαρίκια!». Αυτά δημοσιοποιεί ο κ.Β.Καββαθάς, ζητώντας συγγνώμη από τους άγιους Πατέρες αλλά και θυμίζοντάς τους: «έχω πολλά ράμματα για τη γούνα σας» (Ελ.Δ.Χατζηϊωάννου, «Νέα»-’99). Στο ίδιο κλίμα και το “Nitro” (τ. 49. Όλ.Ρωμανού): “Κάθε μόδιστρος ή image maker θα ήταν σε θέση να το πει: το στυλ είναι ζήτημα λεπτομέρειας….Σε άπαντα τα έγγραφα τα υπογραφέντα υπό του Αρχιεπισκόπου,…το μελάνι της τζίφρας δεν είναι ένα τυχαίο μελάνι. Προέρχεται από γραφίδα Mont Blanc, επιμελώς τοποθετημένη στο εσωτερικό τσεπάκι του ράσου. Εκεί ακριβώς που καραδοκεί το εσαεί αναμένον κλήσεις κινητό του Χριστόδουλου…”. Στο ίδιο έντυπο διαβάζουμε: “Οι διάφοροι γνώστες των εκκλησιαστικών θεμάτων που αρέσκονται στο περί του κλήρου κουτσομπολιό είθισται να αναλώνονται σε διάφορες συζητήσεις περί της αξίας των αμφίων και των κοσμημάτων που φοράει -και βεβαίως δεν αναφέρονται στη συμβολική αλλά στην οικονομική, οία φέρει ουκ ολίγα μηδενικά. Δεν είναι ο μόνος βέβαια-πλείστοι των εκπροσώπων του κλήρου καταβάλλουν παχυλό οβολό στο Μάκη Μιχαλά ως αντίτιμο πλουμιστών σταυρών και εγκολπίων που συχνά πυκνά αγοράζουν. Αλλά ο κ.Χριστόδουλος υπερτερεί αυτών στο στυλ -ποιός άλλος ιερέας φορά αυθεντικά μοκασίνια Sebago παρήγγειλεν αυτοίς….υποδεδεμένους σανδάλια» Μαρκ. 6, 9) τη στιγμή που το ράσο τα καλύπτει και ουδείς πιστός έχει την ευκαιρία να θαυμάσει τη γραμμή τους;”. Για να είμαστε όμως δίκαιοι, τα Sebago του κοκέτη Χριστόδουλου δεν ήταν τίποτα μπροστά στα αυτοκρατορικά υποδήματα που φόρεσε ο πατριάρχης Κηρουλάριος τον 11ο αιώνα.
Τα μανικετόκουμπά του, είναι χρυσά “με χαραγμένο το μονόγραμμά του (Α.Α.) ή το δικέφαλο αετό” (“Ε -Κ. Ελευθεροτυπίας”, τ. 484. Χ.Μακρή “Ακριβέ μου Χριστόδουλε“). Ο Στ. Θεοδωράκης έγραψε στο “Βήμα” (29-10-2000): “Συναγωνίζονται στα μανικετόκουμπα, που συνοδεύουν άψογα τα αγαπημένα τους πουκάμισα με τις διπλές μανσέτες. Ο Βαρθολομαίος-υποστηρίζουν οι περισσότεροι- νικά εδώ τον Χριστόδουλο, ο οποίος παίρνει στην συνέχεια την εκδίκησή του…..επιτραχήλιον, σάκος, επιμανίκια, επιγονάτια….εγκόλπια. Όλα ή τα περισσότερα με χρυσό, σμάλτο και πολύτιμους λίθους. Στα εγκόλπια ίσως είναι νικητής ο Χριστόδουλος, ο οποίος αναζητεί τα καινούργια και αυτά ακόμη τα οποία δουλεύουν νέοι ζωγράφοι, τεχνίτες που ήλθαν από την Αλβανία…”. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ειδικά για τον Χριστόδουλο, θυμάμαι το ποιητή: “Χρυσή κορώνα στο κεφάλι, και κόκκινη στον πισινό….”. (Κ.Βάρναλη “Το φως που καίει-Η Αριστέα και η μαϊμού”). Σε άλλο τεύχος του “Νitrο” (Αύγουστος 2000.Φ. Τσιμελάς, Α.Καρπετόπουλο), αντιπαραβάλλεται το στυλ του “Κραϊς Τόδουλος” με αυτό του Μάϊκλ Τζάκσον. Διαβάζουμε: “Ο Αρχιεπίσκοπος προβάλλει και τελικά προτείνει ένα νέο fashion code. Μπλε και χρυσά, σοβαρότητα και λάμψη…Η disco επιλογή του μπλε ελεκτρίκ με τις χρυσές καδένες να σπάνε τη μονοτονία, θα έκανε τον Βερσάτσε να πεθάνει απ’τη ζήλια του πριν την ώρα του“.
Ο Χουντόδουλος δίνει συνέντευξη Θ.Λάλας (“ΒΗΜΑgazino”, 11-2-2001):
Δημ.: “Υπάρχει η εντύπωση…ότι είσθε λίγο νάρκισσος….Αλλάζετε, λένε συχνά άμφια πανάκριβα“.
Χ.: “..αν τα άμφια που φορώ γίνονται σε μερικούς εμπόδιο για να πλησιάσουν στην εκκλησία, εγώ προθύμως θα τα απαρνηθώ. Προέχει η σωτηρία των ανθρώπων“, δήλωση που επανέλαβε και σε πολύ μεταγενέστερη συνέντευξή του. Όμως επικράτησαν ωριμώτερες σκέψεις και το “μη ενδύσασθαι δυο χιτώνας” πετάχτηκε στο καλάθι των αχρήστων, μολονότι ο Σάμου διαπιστώνει πως “..ο Καρνάβαλος βαρύνεται και με τη σπατάλη χρήματος και αυτό μάλιστα σε μια εποχή οικονομικής, εθνικής και διεθνούς κρίσεως“.
Γράφει ο φιλλέληνας αγωνιστής Voutier “O αρχιμανδρίτης Παπαφλέσσας που πολλές φορές είχαμε επισημάνει στο χαρακτήρα του την αναίδεια, την πανουργία και την αδυναμία του για την πολυτέλεια, ήταν ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα λαμπροφορεμένος σαν σουλτάνος. Το κεφάλι του στόλιζε ένα πλουσιοκεντημένο φέσι κι’ένα πελώριο χρωματιστό σάλι” (K.Σιμόπουλου “Πως είδαν …”, τ.Γ΄).  Ο Γερμανός μοναχός Φήλικας Faber, προσκυνητής του 15ου αιώνα, περιγράφει τον επίσκοπο Πάφου: “..ήταν ένας αγένειος νεανίας με κοριτσίστικο πρόσωπο που συμπεριφερόταν σαν γυναίκα. Φορούσε ράσο από βαρύτιμο ύφασμα, χρυσοστόλιστο και με ουρά πίσω, σαν αυτή που έχουν τα γυναικεία φορέματα. Τα δάχτυλά του ήταν φορτωμένα με δαχτυλίδια και στο λαιμό του κρεμόταν χρυσή καδένα“….
Ο William Richardson, δάσκαλος των παιδιών του Άγγλου πρέσβυ, παρακολούθησε τις πομπώδεις ρωσικές τελετουργίες και γράφει (1784): «Είμαι περισσότερο από ποτέ σύμφωνος…ότι η απλότητα έπρεπε να βασιλεύει στο τυπικό της θρησκευτικής λατρείας….Σε μια μεγαλόπρεπη τελετή της ελληνικής εκκλησίας…πομπές ιερέων με μίτρες…η Αυτοκράτειρα…και όλη η Αυλή της…Είναι μια ψεύτικη θρησκεία είπα στον εαυτό μου, αλλά…εντυπωσιάστηκα…σχεδόν συμμετείχα…». Ο Ρώσος χωρικός, πνευματικό τέκνο αυτών των αρχιερέων της Βαβυλώνας,  που τηρούσε τις νηστείες και τις μετάνοιες και που ούτε με βασανιστήρια δεν θα μπορούσες να τον αναγκάσεις να κάνει τον σταυρό του με τέσσερα δάχτυλα, «δεν έχει δισταγμό να κλέψει ή να δολοφονήσει” (Larry Wolf, «Inventing Eastern Europe: The Map of Civilization on the Mind of the Enlightenment»).  Ο Αμερικανός κομμουνιστής Τζων Ρηντ, γράφει για τη Ρωσία: “Οι παπάδες έχουν συχνά μοχθηρά, φαύλα πρόσωπα και οι μοναχοί στα μεγάλα μοναστήρια ζουν τις πολυτελέστατες κι ακόλαστες ζωές των πλουσίων και ασυγκράτητων ανθρώπων της Εκκλησίας…και η Εκκλησία, όπως όλες οι ισχυρές Εκκλησίες, ζει βασιλικά και χτίζει τα χρυσά της τέμπλα από τις συνεισφορές των φτωχών, παίζοντας με τις σκοτεινότερες προλήψεις τους” (“Τα Βαλκάνια στις φλόγες”).

Ο Μέγας Άρχων Σταυροφόρος της Ορθοδοξίας κλπ Γ. Μιχαλόπουλος ήταν καταπέλτης σε καιρούς που η φιλία του με τον Χριστόδουλο περνούσε κρίση: “Λαμπροφορεμένος, Μακαριώτατε πήγατε στο Μενίδι να λειτουργήσετε! Διαμάντια, χρυσαφικά, εγκόλπια, κουδουνάκια…Γύρω στα 50.000.000 δραχμές!… Και ίσως, παραπάνω! Και που στο Μενίδι …Σε κάθε λειτουργία και ΑΛΛΗ αρχιερατική Στολή και άλλα Εγκόλπια και άλλη πατερίτσα…Αλήθεια πόσες στολές έχει η γκαρνταρόμπα σας; Πόσες μίτρες; Πόσα εγκόλπια; Πόσες πατερίτσες;…” (“Ελ. Ώρα”, 13-2-’99). Γιατί όμως ένας επίσκοπος δεν μπορεί να έχει κλάσμα του ήθους ενός άρχοντα της αρχαίας Αθήνας; Ο νεαρός βασιλιάς της Σπάρτης Άγις, “δεν είχε λαμπρότερη στολή και οπλισμό από τους ιδιώτες” (Πλούταρχος: «Βίοι παράλληλοι»).
Ο Αθ.Κομνηνός Υψηλάντης, εξιστορεί την αγανάκτηση του πατριάρχη Προκόπιου (1789) δια “..τα πολυδάπανα φορέματα των διακόνων και οικιακών αρχιερέων, δια τα ζωνάρια, σάλια, κασμηριά και τζάρια, τζουπέδες και πισίνια έγκιουρ σαλισί, καβάδια γκερμεσούτα, καβαδάντερα ισταμπόλ σαλισί και ταις γούναις ταις ακριβαίς χονδραίς“. Ο βιογράφος του Γιάννη Τσαρούχη, γράφει για τον Χαλκηδόνος Μελίτωνα: «..ο γέροντας μου έστειλε ένα γράμμα και μου ζητούσε αν θα ήταν εύκολο για τον διδάσκαλο (Τσαρούχη), να τον συμβουλεύσει πώς να ράψει μια γούνα που του είχε χαρίσει ο Σιστοβάρης. Μπορούσε έλεγε να αλλάξει το χρώμα, σε όποιο χρώμα θα υποδείκνυε ο διδάσκαλος…Ο Γιάννης κάθισε και σχεδίασε αμέσως ένα είδος τζουμπέ, σαν αυτούς που φορούσαν οι παλιοί επίσκοποι. Έκανε τρία σχέδια…».  Άλλοτε οι γουναράδες των Τούρκων αξιωματούχων, ανέβαζαν με τον παρά τους  τους φίλους τους πατριάρχες. Ο γουναράς Μανωλάκης το 1715, πλήρωσε κι έντυσε «με το αυτοκρατορικό καβάδι» τον Κοσμά Γ΄. Ο Καισαρείας Ιερεμίας πλήρωσε τα διπλά και πήρε την θέση του, αλλά φόρτωσε στους αρχιερείς τις δαπάνες κι αυτοί τον συκοφάντησαν ως πράκτορα του τσάρου στον Σουλτάνο. Κατέληξε στο μπουντρούμι, απ’όπου πλήρωσε 50.000 γρόσια και επέστρεψε στον θρόνο (Κ.Κούμα «Ιστορία των ανθρωπίνων πράξεων»).

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου