Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ο Θεοδόσιος Α'

Ο Θεοδόσιος Α΄, ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας (379-395), κατέχει κεντρική θέση στη χριστιανική ιστοριογραφία ως «Μέγας» και, στην ορθόδοξη παράδοση τιμάται και ως «άγιος» την ημέρα του θανάτου του, 17 Ιανουαρίου, ως πρόσωπο ηθικά δικαιωμένο αποκλειστικά από την ευνοϊκή του στάση προς την Χριστιανική Εκκλησία.
 
Ωστόσο, μια ιστορική αποτίμηση αποδεσμευμένη από θεολογικές σκοπιμότητες αποκαλύπτει έναν ηγεμόνα που δεν περιορίστηκε στην προσωπική ευσέβεια ή στην ευνοϊκή μεταχείριση του χριστιανισμού, αλλά εγκαινίασε για πρώτη φορά στην ιστορία ένα θεσμοθετημένο καθεστώς κρατικού θρησκευτικού μονοπωλίου και αυταρχισμού, στο οποίο η κρατική εξουσία προσδιόριζε την «ορθή πίστη» και ποινικοποιούσε κάθε απόκλιση, με βαρύτατες επιπτώσεις στις ελευθερίες, στην πολιτισμική πολυμορφία και ειδικότερα στον ελληνικό πολιτισμό.

Με το Διάταγμα (Έδικτο) της Θεσσαλονίκης (έτος 380), μόλις το επόμενο έτος μετά την στέψη του, ο Θεοδόσιος δεν περιορίστηκε στην αναγνώριση του χριστιανισμού, αλλά κατήργησε στην πράξη την ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης και μετέτρεψε την χριστιανική πίστη σε νομική υποχρέωση. Η χριστιανική πίστη, με βάση τις αποφάσεις της Συνόδου της Νίκαιας, αναγορεύτηκε σε υποχρεωτική ταυτότητα του Ρωμαίου πολίτη και επιβλήθηκε ως κρατικός κανόνας, ενώ όλες οι άλλες μορφές λατρείας (όπως η παραδοσιακή ελληνική θρησκεία), φιλοσοφικές κοσμοθεωρίες, ακόμη και άλλες χριστιανικές αιρέσεις, χαρακτηρίστηκαν παράνομες. Η ιδιωτική πεποίθηση μετατράπηκε σε ζήτημα δημόσιας τάξης και ποινικού δικαίου. Η ελευθερία συνείδησης, θεμέλιο κάθε πολιτισμένης κοινωνίας, καταργήθηκε όχι τυπικά αλλά ουσιαστικά.

Η νομοθεσία του, όπως αποτυπώνεται στον Codex Theodosianus, συγκρότησε και εγκαθίδρυσε ένα σύστημα θεσμικής ανισότητας και διακρίσεων. Οι πολίτες δεν κρίνονταν πλέον βάσει της ιδιότητάς τους ως υπηκόων, αλλά βάσει της δογματικής τους συμμόρφωσης. Οι «ορθόδοξοι» απολάμβαναν πλήρη πολιτικά δικαιώματα, ενώ οι «αιρετικοί» και οι «ειδωλολάτρες» (δηλ. κατά κανόνα οι Έλληνες) περιθωριοποιούνταν και αποκλείονταν από δημόσια αξιώματα, υφίσταντο κατασχέσεις περιουσίας, εξορίες και ακόμη και θανατικές ποινές. Πρόκειται για μια πρώιμη μορφή «θεοκρατικού απαρτχάιντ», όπου η θεολογική συμμόρφωση και η θρησκεία υποκαθιστούσε την ιδιότητα του πολίτη και καθόριζε την ταυτότητά του. Η πολιτεία μετατράπηκε σε όργανο θεολογικής επιβολής.

Παράλληλα, η πολιτική του Θεοδοσίου συνοδεύτηκε από κρατική και παρακρατική βία. Η σφαγή της Θεσσαλονίκης (έτος 390), κατά την οποία χιλιάδες άμαχοι δολοφονήθηκαν χωρίς δίκη, αποκαλύπτει τον ωμό και αυταρχικό χαρακτήρα της εξουσίας του και τη χρήση μαζικής βίας ως μέσου παραδειγματισμού. Η μαζική δολοφονία χιλιάδων αμάχων χωρίς δίκη δεν μπορεί να αποδοθεί σε «παρορμητική υπερβολή», αλλά εντάσσεται σε μια λογική παραδειγματικής κρατικής βίας. Το γεγονός αυτό καταρρίπτει κάθε απόπειρα ηθικής εξιδανίκευσης του προσώπου του, ενώ ακόμη και με τα ηθικά μέτρα της ύστερης αρχαιότητας, θεωρήθηκε ακραίο και εγκληματικό· με σύγχρονους όρους η σφαγή αυτή του άμαχου πληθυσμού συνιστά έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Ιδιαίτερα καταστροφικές υπήρξαν οι συνέπειες της πολιτικής του για τον ελληνικό πολιτισμό. Η παραδοσιακή πατρώα ελληνική θρησκεία δεν ήταν απλώς λατρευτικό σύστημα αλλά φορέας παιδείας, τέχνης και κοινωνικής συνοχής. Η ποινικοποίησή της σήμανε την αποδόμηση ενός ολόκληρου πολιτισμικού πλαισίου. Ναοί έκλεισαν ή λεηλατήθηκαν, ιερά καταστράφηκαν, και η πολιτιστική συνέχεια διακόπηκε βίαια. Η καταστροφή του Σεραπείου της Αλεξανδρείας (έτος 391) αποτελεί εμβληματικό σύμβολο όχι απλώς θρησκευτικής σύγκρουσης, αλλά πολιτισμικής εκκαθάρισης. Το Σεράπειο της Αλεξανδρείας δεν καταστράφηκε επειδή «ηττήθηκε νομοτελειακά η ειδωλολατρία» όπως αναφέρει το χριστιανικό αφήγημα, αλλά επειδή το παρότρυνε, το ανέχθηκε, και εν τέλει το επέτρεψε, το ενέκρινε και το νομιμοποίησε η τότε φιλοχριστιανική κρατική πολιτική.

Ακόμη βαθύτερο ήταν το πλήγμα στον τομέα της σκέψης. Η ελληνική φιλοσοφία, που για αιώνες είχε διαμορφώσει την έννοια του λόγου, της κριτικής και της ελεύθερης έρευνας, και αποτελούσε τον πυρήνα της ελληνικής ταυτότητας τέθηκε στο περιθώριο, απαξιώθηκε, απαγορεύτηκε και σταδιακά αντικαταστάθηκε από θεολογικό δογματισμό. Οι φιλόσοφοι εκδιώχθηκαν και αποκλείστηκαν από δημόσιες θέσεις, οι σχολές εγκαταλείφθηκαν, και η παιδεία υποτάχθηκε στα όρια της θεολογικής ορθότητας.
 
Η φιλόσοφος Υπατία δολοφονήθηκε το 415 στην Αλεξάνδρεια, την εποχή που Αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν ο Θεοδόσιος Β' (Θεοδόσιος Β' ο νεότερος, εγγονός του Θεοδόσιου Α). Η μετάβαση από τον φιλοσοφικό λόγο στην δογματική θεολογία δεν υπήρξε φυσική εξέλιξη αλλά αποτέλεσμα πολιτικής επιβολής και βίας.

Οι Έλληνες της ύστερης αρχαιότητας δεν έχασαν απλώς τη θρησκεία τους· έχασαν το δικαίωμα να ορίζουν οι ίδιοι τον πολιτισμό τους. Η πολιτική του Θεοδοσίου σήμαινε για τους Έλληνες κάτι περισσότερο από αλλαγή θρησκείας. Σήμαινε απώλεια πολιτισμικής αυτονομίας και συνέχειας. Η ελληνική ταυτότητα, από φορέας φιλοσοφικής και πολιτισμικής δημιουργίας, απογυμνώθηκε από το κοσμοθεωρητικό της περιεχόμενο, υποβιβάστηκε και μεταλλάχτηκε σε μια ελληνόφωνη χριστιανική ταυτότητα με ρωμαϊκό περίβλημα. Με την χριστιανική πολιτική του Θεοδοσίου ο ελληνισμός δεν «εκχριστιανίστηκε» ειρηνικά αλλά υποτάχθηκε θεσμικά, ποινικοποιήθηκε πολιτισμικά και αναμορφώθηκε βίαια.

Συμπερασματικά, ο Θεοδόσιος Α΄ δεν υπήρξε απλώς ο αυτοκράτορας που ευνόησε τον χριστιανισμό, αλλά ο θεμελιωτής ενός συστήματος κρατικού θρησκευτικού ολοκληρωτισμού. Οι πολιτικές του επέφεραν μακροχρόνιες αρνητικές συνέπειες: συρρίκνωση ελευθεριών, θεσμική βία, πολιτισμική καταστροφή και διακοπή της ελληνικής πνευματικής συνέχειας. Η αποκαλούμενη «νίκη του χριστιανισμού» επί Θεοδοσίου δεν υπήρξε πνευματικός θρίαμβος, αλλά πολιτικό γεγονός που επιβλήθηκε με νόμους, διώξεις και αίμα.

Υπό το πρίσμα αυτών των δεδομένων, η απονομή του τίτλου «Μέγας» και πολύ περισσότερο κάθε ηθική ή αγιολογική αποκατάσταση του Θεοδοσίου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την οπτική του ελληνισμού. Ένα πρόσωπο που κατήργησε την ελευθερία συνείδησης, νομιμοποίησε τη μαζική βία, διέλυσε τον παραδοσιακό ελληνικό πολιτισμό και επέβαλε έναν μονολιθικό θρησκευτικό λόγο δεν μπορεί να θεωρείται ούτε μέγας ούτε άξιος τιμής για τους Έλληνες, απλώς και μόνο επειδή ευνόησε την επιβολή του χριστιανισμού.

Για τον ελληνισμό, ο Θεοδόσιος Α΄ δεν υπήρξε ευεργέτης αλλά ολετήρας, η προσωποποίηση της εθνικής και πολιτισμικής ξεθεμελίωσης και μετάλλαξης των Ελλήνων, το πρόσωπο μέσω του οποίου η κρατική εξουσία για πρώτη φορά καθιέρωσε μια χριστιανική θεοκρατία και στράφηκε συστηματικά εναντίον του ελληνικού πνεύματος και της εν γένει ελληνικής πολιτιστικής παράδοσης και ταυτότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, για τους Έλληνες ο Θεοδόσιος δεν δικαιούται τον τίτλο του «Μεγάλου», αλλά μόνον εκείνον που αντιστοιχεί στις πράξεις και στις συνέπειές τους, δηλ. του Μεγάλου Ανθέλληνα.

Κατόπιν αιτήματος του Θεοφίλου, επισκόπου Αλεξανδρείας, ο αυτοκράτορας (Θεοδόσιος) εξέδωσε τότε διαταγή για την κατεδάφιση των ειδωλολατρικών ναών στην πόλη, διατάσσοντας επίσης ότι η εκτέλεση της διαταγής θα γινόταν υπό την επίβλεψη του Θεοφίλου. Αξιοποιώντας αυτή την ευκαιρία, ο Θεόφιλος έσπευσε με κάθε τρόπο να εκθέσει τις ειδωλολατρικές τελετές στην περιφρόνηση. Αρχικά διέταξε να καθαριστεί το Μιθραίο και παρουσίασε δημόσια τα σύμβολα των αιματηρών τελετών του. Στη συνέχεια κατέστρεψε το Σεραπείο και γελοιοποίησε δημοσίως τα αιματηρά έθιμα του Μιθραίου• το Σεραπείο επίσης το παρουσίασε ως γεμάτο παράλογες δοξασίες, και διέσχισε την αγορά με τα φαλλικά αγάλματα του Πρίαπου. Οι ειδωλολάτρες της Αλεξάνδρειας, και κυρίως οι καθηγητές φιλοσοφίας, δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν την οργή τους από αυτή την έκθεση και εκδηλώθηκαν με μανία πιο έντονη και εκδικητική απ’ ό,τι είχαν δείξει σε προηγούμενη περίσταση.

Πηγή: Σωκράτης ο Σχολαστικός (Χριστιανός Ιστοριογράφος του 4ου-5ου αιώνα), Εκκλησιαστική Ιστορία (Βιβλίο V, Κεφάλαιο 16)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου