6.3. Τι είναι η σοφιστική κίνηση;
Οι σοφιστές δεν αποτελούν φιλοσοφική σχολή, σαν τους Πυθαγορείους ή την πλατωνική Ακαδημία. Δεν πρεσβεύουν ένα κοινό δόγμα, δεν αναφέρονται σε κάποιον αρχηγέτη ή ιδρυτή, δεν έχουν τους ίδιους στόχους, την ίδια πολιτική τοποθέτηση και τους ίδιους αντιπάλους. Το πιο πιθανό είναι ότι οι ίδιοι δεν θα ενέτασσαν καν τους εαυτούς σε ένα ενιαίο ρεύμα.
Η αντιμετώπιση των σοφιστών ως διακριτής ομάδας φιλοσόφων με κοινή ταυτότητα είναι σε μεγάλο βαθμό μια κατασκευή του Πλάτωνα, μια κατασκευή που επιβλήθηκε στους μεταγενέστερους. Στον Πλάτωνα επίσης οφείλεται και η αρνητική χροιά που πήρε η λέξη «σοφιστής», μια σημασία που δεν πρέπει να ήταν καθιερωμένη, αν σκεφτεί κανείς ότι, πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Σωκράτη, ο μαθητής του Αισχίνης (Κατά Τιμάρχου 125, 173, 175) δεν διστάζει να αποκαλέσει τον Σωκράτη και τον Δημοσθένη «σοφιστές». Ο σκοπός του Πλάτωνα είναι σαφής. Θέλει πάση θυσία να αναδείξει τη μοναδικότητα του Σωκράτη. Στα μάτια όμως του μέσου Αθηναίου, όπως φάνηκε και από τις Νεφέλες του Αριστοφάνη, η διαφορά του Σωκράτη από τους σοφιστές δεν ήταν καθόλου εμφανής.
Δυστυχώς όλα σχεδόν τα έργα των σοφιστών έχουν χαθεί. Στην αρνητική εικόνα που μας μεταφέρουν οι πλατωνικοί διάλογοι, λίγες είναι οι αντίθετες μαρτυρίες που μπορούμε να επικαλεστούμε για να φτάσουμε σε μια πιο αντικειμενική αποτίμηση. Συνήθως μάλιστα οι μεταγενέστεροι συγγραφείς αναφέρονται συλλογικά στις θέσεις των σοφιστών, και έτσι είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσει κανείς την ειδική συνεισφορά κάθε εκπροσώπου της σοφιστικής κίνησης. Δεν μας μένει παρά να κάνουμε το ίδιο κι εμείς.
Αν προσπεράσουμε προς στιγμήν τα ίδια τα φιλοσοφικά επιχειρήματα, η πλατωνική πολεμική προβάλλει με έντονα αρνητικό τρόπο δύο γνωρίσματα των σοφιστών. Ο σοφιστής δεν έχει σταθερό τόπο και σπίτι, είναι περιφερόμενος άπατρις. Επιπλέον, διδάσκει έναντι αμοιβής, είναι «έμμισθος θηρευτής νέων και πλουσίων» (Πλάτων, Σοφιστής 231d, 223b). Ο Πλάτων δεν παραποιεί στο σημείο αυτό την αλήθεια. Οι πιο γνωστοί σοφιστές προέρχονται από την περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας: ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα της Θράκης, ο Γοργίας από τους Λεοντίνους της Σικελίας, ο Πρόδικος από την Κέα, ο Ιππίας από την Ηλεία, ο Θρασύμαχος από τη Χαλκηδόνα της Προποντίδας. Μόνο ο Αντιφών είναι Αθηναίος. Η δράση των σοφιστών δεν τοποθετείται στις άσημες πατρίδες τους, αλλά στα κέντρα του ελληνισμού, και κυρίως στην Αθήνα. Εκφωνούν επιδεικτικούς λόγους σε πανελλήνιες γιορτές, περιτριγυρίζονται από μαθητές, ζουν από τη διδασκαλία τους, ίσως μάλιστα η απασχόλησή τους αυτή να είναι και ιδιαίτερα επικερδής.
Αν οι κατηγορίες του Πλάτωνα είχαν διατυπωθεί μερικά χρόνια αργότερα, κανείς δεν θα τις έπαιρνε στα σοβαρά. Ο σοφός της ελληνιστικής εποχής αισθάνεται πατρίδα του όλη την οικουμένη. Και θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να πληρώνεται για τη διδασκαλία του, όπως άλλωστε πληρωνόταν ήδη ο Ισοκράτης. Στην εποχή όμως του Σωκράτη και των σοφιστών τα πράγματα είναι διαφορετικά. Για τους Αθηναίους, η ιδιότητα του πολίτη και η συμμετοχή στα κοινά είναι η ύψιστη τιμή. Ένας ξένος ή ένας μέτοικος, όσο πλούσιος και διάσημος κι να ήταν (και υπήρχαν πάρα πολλοί τέτοιοι κατά τον 5ο αιώνα), δεν έπαυε να θεωρείται κατώτερος, αφού τα πλούτη και η φήμη δεν εξασφάλιζαν πολιτικά δικαιώματα. Από την άλλη μεριά, το να διδάσκεις την υψηλή τέχνη της πολιτικής έναντι αμοιβής σε κατέτασσε αυτομάτως στην κατηγορία του «βαναύσου», αφού μόνο οι χειρώνακτες δέχονταν να εμπορευτούν την τέχνη τους. Οι κατηγορίες επομένως του Πλάτωνα θα πρέπει να έπιαναν τόπο, ιδίως μάλιστα όταν προέβαλλε το αντίθετο υπόδειγμα του Σωκράτη, ο οποίος δεν έκρυβε τη φτώχεια του και ήταν τόσο περήφανος για την αθηναϊκή καταγωγή του, ώστε ποτέ στη ζωή του δεν θέλησε να βγει από τα σύνορα της πόλης του.
Τι διδάσκουν όμως οι σοφιστές στην Αθήνα; Πώς προσελκύουν τους μαθητές τους; Όταν ο Σωκράτης θέτει αυτό το ερώτημα στον Πρωταγόρα (στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο), παίρνει την απάντηση ότι το αντικείμενο της διδασκαλίας του είναι η «πολιτική τέχνη», η δυνατότητα να διαμορφώνει κανείς «αγαθούς πολίτες»: «Το μάθημά μου είναι η σωστή αντιμετώπιση των οικείων υποθέσεων (πώς να διοικεί κανείς άριστα το σπίτι του) και των υποθέσεων της πόλης (πώς να γίνει ασυναγώνιστος στην πολιτική πρακτική και στον πολιτικό λόγο)» (Πλάτων, Πρωταγόρας 318e-319a). Όταν η ίδια ερώτηση απευθύνεται στον Γοργία, η απάντηση είναι πιο συγκεκριμένη: ο Γοργίας διδάσκει «την ωραιότερη τέχνη», την τέχνη της ρητορικής. Η ρητορική προσφέρει το σπουδαιότερο αγαθό στον άνθρωπο, γιατί του «εξασφαλίζει την προσωπική του ελευθερία, δίνοντάς του τη δυνατότητα να εξουσιάζει τους άλλους μέσα στην πόλη του». Η εξουσία στη δημοκρατική πόλη στηρίζεται στην πειθώ. Εξουσιάζει, όποιος κατέχει την τέχνη της πειθούς, «όποιος μπορεί να πείσει με τα λόγια τους δικαστές στο δικαστήριο, τους βουλευτές στη Βουλή, τους πολίτες στην Εκκλησία του Δήμου» (Πλάτων, Γοργίας 452d-e).
Θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι οι δύο απαντήσεις είναι διαφορετικές. Ο συνετός Πρωταγόρας διδάσκει την καθαγιασμένη στη Αθήνα πολιτική τέχνη, ενώ ο κυνικός Γοργίας την εξουσία της πειθούς Στην ακραία της εκδοχή η στάση του Γοργία οδηγεί στην ταύτιση της αρετής και της δύναμης, σε αυτό που διακήρυξε ένας άλλος σοφιστής ο Θρασύμαχος, λέγοντας ότι «δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρότερου» (Πλάτων, Πολιτεία 338c). Ίσως πάλι η απάντηση του Γοργία να μην είναι τόσο διαφορετική από την απάντηση του Πρωταγόρα. Ο σοφιστής διδάσκει τη σωστή άσκηση της πολιτικής πρακτικής, η οποία εξαρτάται από την ορθή χρήση του πολιτικού λόγου. Σε αυτό συμφωνούν και ο δύο. Ο Γοργίας απλώς προσθέτει ότι η ορθή χρήση του πολιτικού λόγου έχει όνομα: πρόκειται για τη νέα τέχνη της ρητορικής, η οποία ακριβώς ορίζεται ως «δημιουργός πειθούς». Ο Πλάτων, που αναπλάθει την όλη συζήτηση, μας αφήνει να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα.
Για κάποια λοιπόν πράγματα είμαστε σίγουροι. Οι σοφιστές φιλοδοξούν να καλύψουν ένα κενό στην εκπαίδευση των πολιτών, ένα κενό που προέκυψε από την ταχύτατη επικράτηση των δημοκρατικών θεσμών. Η ειδικότητά τους είναι η γνώση της πολιτικής τέχνης. Ισχυρίζονται ότι με τη διδασκαλία της πολιτικής τέχνης κάνουν τους ανθρώπους καλύτερους - συνδέουν επομένως την αρετή με την πολιτική. Και διαβλέπουν την άμεση σχέση της πολιτικής αποτελεσματικότητας με την έντεχνη χρήση του λόγου.
Από εδώ και πέρα αρχίζουν οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των σοφιστών. Άλλοι επικεντρώθηκαν στην ανάλυση των κοινωνικών θεσμών και του πολιτισμού, όπως ο Πρωταγόρας και ο Αντιφών, και έφεραν στο προσκήνιο την αντίθεση «φύσης» και «νόμου» - οι σταθερές καταβολές του είδους ή οι κοινωνικές συμβάσεις είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης συμπεριφοράς; Το πρόβλημα της αντικειμενικής γνώσης και της αλήθειας απασχόλησε τον Πρωταγόρα και τον Γοργία. Ο Πρόδικος ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε για τα γλωσσικά ζητήματα, ενώ ο Γοργίας θεωρείται ο θεμελιωτής της ρητορικής. Ο Ιππίας ίσως αποτελεί σύνδεσμο της σοφιστικής με την παλαιότερη προσωκρατική φιλοσοφία, αφού επιμένει στη διδασκαλία των μαθηματικών και της αστρονομίας. Και μόνο η αναφορά στα παραπάνω προβλήματα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τη συμβολή των σοφιστών στον μετασχηματισμό της φιλοσοφίας κατά τον 5ο αιώνα.
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026
Νεκρικοί διάλογοι (Λουκιανός): Διογένης και Αλέξανδρος
Διογένης: Απίστευτο, Αλέξανδρε! Πέθανες και συ όπως κι όλοι εμείς;
Αλέξανδρος: Δεν το βλέπεις Διογένη; Γιατί σου φαίνεται απίστευτο; Πέθανα κι εγώ αφού είμαι άνθρωπος.
Διογένης: Δηλαδή ο Άμμων έλεγε ψέματα πως είσαι γιος του, κι επομένως εσύ είσαι παιδί του Φιλίππου.
Αλέξανδρος: Φυσικά του Φιλίππου, γιατί αν ήμουνα του Άμμωνα δεν θα πέθαινα.
Διογένης: Και για την Ολυμπιάδα, αλήθεια, τα ίδια κι απαράλλαχτα λέγονταν, πως τάχα μου συνουσιάζονταν με κάποιον δράκοντα, που τον έβλεπαν στο κρεβάτι της, και μετά γέννησε εσένα, ενώ ο Φίλιππος ξεγελασμένος, νόμιζε πως ήσουν γιος του...
Αλέξανδρος: Κι εγώ τα ίδια με σένα άκουγα, αλλά τώρα κατάλαβα ότι ούτε η μάνα μου ούτε οι ιερείς του Άμμωνα έλεγαν την πάσα αλήθεια.
Διογένης: Όμως, Αλέξανδρε, τα παραμύθια τους αυτά, δεν βλέπω να σε ζημίωσαν στα κατορθώματά σου. Γιατί πολλούς τους κυρίεψε ο φόβος, επειδή σε περνούσαν για θεό. Για πες μου όμως, αυτή την μεγάλη εξουσία σου, σε ποιόν την άφησες;
Αλέξανδρος: Ούτε που ξέρω, Διογένη. Γιατί δεν πρόλαβα να φροντίσω για το ζήτημα αυτό. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι, την ώρα που έβγαινε η ψυχή μου, έδωσα το δαχτυλίδι μου στον Περδίκκα. Αλλά που το βρίσκεις το αστείο, Διογένη, και γελάς;
Διογένης: Πώς να μη γελώ αφού θυμήθηκα τα καμώματα όλων των Ελλήνων, αμέσως μόλις πήρες την εξουσία, όταν σε κολάκευαν και σε ανακήρυξαν προστάτη και αρχιστράτηγο, για να τους σώσεις από τους βάρβαρους. Χώρια που μερικοί σε κατάταξαν ανάμεσα στους δώδεκα θεούς και σου οικοδόμησαν ναούς, προσφέροντάς σου θυσίες σαν να ήσουν ο γιος του δράκοντα. Όμως, αλήθεια, πού σε έθαψαν οι Μακεδόνες;
Αλέξανδρος: Τριάντα τόσες μέρες ακόμα, το πτώμα μου βρίσκεται στη Βαβυλώνα, αλλά υπόσχεται ο υπασπιστής μου ο Πτολεμαίος, αν βρει καμμιά ευκαιρία, ανάμεσα στις πολλές σκοτούρες που τον ταλανίζουν, να με πάει στην Αίγυπτο, να με θάψει εκεί, για να γίνω ένας από τους θεούς των Αιγυπτίων.
Διογένης: Δηλαδή θέλεις να μη γελάσω τώρα Αλέξανδρε, όταν σε βλέπω ακόμα και στον Άδη να χαζολογάς και να ελπίζεις να γίνεις Άνουβις ή Όσιρις; Αυτά, μεγάλε, ξέχνα τα, γιατί δεν υπάρχει ελπίδα γυρισμού γι’ αυτόν που πέρασε, έστω και για μια φορά, την στενή πόρτα του Άδη. Ούτε ο Αιακός χαρίζεται σε κανέναν, ούτε να θεωρείς τον Κέρβερο ελαφρόμυαλο. Εκείνο όμως που ευχαρίστως θα ήθελα να μάθω από σένα, είναι πώς αισθάνεσαι, όταν θυμάσαι την τόσο μεγάλη καλοπέραση που παράτησες εκεί κάτω, όταν έφτασες εδώ. Τους σωματοφύλακες, τους υπασπιστές και τους σατράπες και τόσο πολύ χρυσάφι και ολόκληρα έθνη που σε προσκυνούσαν και τη Βαβυλώνα και τα Βάκτρα και τους φοβερούς ελέφαντες και τόσες τιμές και δόξες κι εκείνες τις μεγαλόπρεπες παρελάσεις στις οποίες παρουσιαζόσουνα με την λευκή κορδέλα στο κεφάλι και τον κατακόκκινο μανδύα. Όταν έρχονται όλ’ αυτά στο μυαλό σου, δεν σε στενοχωρούν; Και γιατί κλαις τώρα σαν μικρό παιδί; Ούτε αυτό δεν σου έμαθε ο σοφός Αριστοτέλης; Ότι όσα μας χαρίζει η τύχη δεν κρατούν για πολύ καιρό;
Αλέξανδρος: Σιγά τον σοφό. Αυτόν που ήταν ο πιο τρισάθλιος κόλακας απ’ όλους τους άλλους. Εγώ μόνο ξέρω τι κουμάσι ήταν αυτός ο Αριστοτέλης, πόσα μου ζήτησε, κι πόσα άλλα με επιστολές, πώς καταχράστηκε τη αγάπη μου για τη μόρφωση, κολακεύοντας και επαινώντας με, πότε για την σωματική μου ομορφιά, θαρρείς ότι κι αυτό είναι μέρος του αγαθού, και πότε για τα κατορθώματά μου και τα πλούτη μου. Διότι ακόμα και τα πλούτη τα θεωρούσε μέρος του αγαθού, ώστε να μη ντρέπεται όταν έπαιρνε κι αυτός μερίδιο απ’ αυτά. Ήταν απατεώνας, Διογένη μου, και παμπόνηρος. Και το μόνο που κέρδισα από την σοφία του είναι η στενοχώρια μου, που έχασα όλα εκείνα που ανάφερες πριν, σαν να πρόκειται για τόσο σπουδαία αγαθά.
Διογένης: Ξέρεις όμως τι πρέπει να κάνεις τώρα; Βρήκα το φάρμακο για να γιατρέψεις την στενοχώρια σου. Επειδή εδώ πέρα δεν φυτρώνει ελλέβορος, σκύψε κάτω και πίνε και ξαναπίνε συνεχώς από την πηγή που βγάζει το νερό της λησμονιάς. Έτσι θ’ απαλλαγείς από τον καημό, που έχασες τα αγαθά, που σου δίδαξε ο Αριστοτέλης. Μα να, τώρα βλέπω το ίδιο τον Κλείτο και τον Καλλισθένη και πολλούς άλλους να ορμούν κατά πάνω σου, για να σε καταξεσκίσουν παίρνοντας εκδίκηση για τα κακά που τους έκανες. Κοπάνησέ την τώρα από τον άλλο δρόμο και πίνε συνεχώς, όπως σε συμβούλεψα."
Αλέξανδρος: Δεν το βλέπεις Διογένη; Γιατί σου φαίνεται απίστευτο; Πέθανα κι εγώ αφού είμαι άνθρωπος.
Διογένης: Δηλαδή ο Άμμων έλεγε ψέματα πως είσαι γιος του, κι επομένως εσύ είσαι παιδί του Φιλίππου.
Αλέξανδρος: Φυσικά του Φιλίππου, γιατί αν ήμουνα του Άμμωνα δεν θα πέθαινα.
Διογένης: Και για την Ολυμπιάδα, αλήθεια, τα ίδια κι απαράλλαχτα λέγονταν, πως τάχα μου συνουσιάζονταν με κάποιον δράκοντα, που τον έβλεπαν στο κρεβάτι της, και μετά γέννησε εσένα, ενώ ο Φίλιππος ξεγελασμένος, νόμιζε πως ήσουν γιος του...
Αλέξανδρος: Κι εγώ τα ίδια με σένα άκουγα, αλλά τώρα κατάλαβα ότι ούτε η μάνα μου ούτε οι ιερείς του Άμμωνα έλεγαν την πάσα αλήθεια.
Διογένης: Όμως, Αλέξανδρε, τα παραμύθια τους αυτά, δεν βλέπω να σε ζημίωσαν στα κατορθώματά σου. Γιατί πολλούς τους κυρίεψε ο φόβος, επειδή σε περνούσαν για θεό. Για πες μου όμως, αυτή την μεγάλη εξουσία σου, σε ποιόν την άφησες;
Αλέξανδρος: Ούτε που ξέρω, Διογένη. Γιατί δεν πρόλαβα να φροντίσω για το ζήτημα αυτό. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι, την ώρα που έβγαινε η ψυχή μου, έδωσα το δαχτυλίδι μου στον Περδίκκα. Αλλά που το βρίσκεις το αστείο, Διογένη, και γελάς;
Διογένης: Πώς να μη γελώ αφού θυμήθηκα τα καμώματα όλων των Ελλήνων, αμέσως μόλις πήρες την εξουσία, όταν σε κολάκευαν και σε ανακήρυξαν προστάτη και αρχιστράτηγο, για να τους σώσεις από τους βάρβαρους. Χώρια που μερικοί σε κατάταξαν ανάμεσα στους δώδεκα θεούς και σου οικοδόμησαν ναούς, προσφέροντάς σου θυσίες σαν να ήσουν ο γιος του δράκοντα. Όμως, αλήθεια, πού σε έθαψαν οι Μακεδόνες;
Αλέξανδρος: Τριάντα τόσες μέρες ακόμα, το πτώμα μου βρίσκεται στη Βαβυλώνα, αλλά υπόσχεται ο υπασπιστής μου ο Πτολεμαίος, αν βρει καμμιά ευκαιρία, ανάμεσα στις πολλές σκοτούρες που τον ταλανίζουν, να με πάει στην Αίγυπτο, να με θάψει εκεί, για να γίνω ένας από τους θεούς των Αιγυπτίων.
Διογένης: Δηλαδή θέλεις να μη γελάσω τώρα Αλέξανδρε, όταν σε βλέπω ακόμα και στον Άδη να χαζολογάς και να ελπίζεις να γίνεις Άνουβις ή Όσιρις; Αυτά, μεγάλε, ξέχνα τα, γιατί δεν υπάρχει ελπίδα γυρισμού γι’ αυτόν που πέρασε, έστω και για μια φορά, την στενή πόρτα του Άδη. Ούτε ο Αιακός χαρίζεται σε κανέναν, ούτε να θεωρείς τον Κέρβερο ελαφρόμυαλο. Εκείνο όμως που ευχαρίστως θα ήθελα να μάθω από σένα, είναι πώς αισθάνεσαι, όταν θυμάσαι την τόσο μεγάλη καλοπέραση που παράτησες εκεί κάτω, όταν έφτασες εδώ. Τους σωματοφύλακες, τους υπασπιστές και τους σατράπες και τόσο πολύ χρυσάφι και ολόκληρα έθνη που σε προσκυνούσαν και τη Βαβυλώνα και τα Βάκτρα και τους φοβερούς ελέφαντες και τόσες τιμές και δόξες κι εκείνες τις μεγαλόπρεπες παρελάσεις στις οποίες παρουσιαζόσουνα με την λευκή κορδέλα στο κεφάλι και τον κατακόκκινο μανδύα. Όταν έρχονται όλ’ αυτά στο μυαλό σου, δεν σε στενοχωρούν; Και γιατί κλαις τώρα σαν μικρό παιδί; Ούτε αυτό δεν σου έμαθε ο σοφός Αριστοτέλης; Ότι όσα μας χαρίζει η τύχη δεν κρατούν για πολύ καιρό;
Αλέξανδρος: Σιγά τον σοφό. Αυτόν που ήταν ο πιο τρισάθλιος κόλακας απ’ όλους τους άλλους. Εγώ μόνο ξέρω τι κουμάσι ήταν αυτός ο Αριστοτέλης, πόσα μου ζήτησε, κι πόσα άλλα με επιστολές, πώς καταχράστηκε τη αγάπη μου για τη μόρφωση, κολακεύοντας και επαινώντας με, πότε για την σωματική μου ομορφιά, θαρρείς ότι κι αυτό είναι μέρος του αγαθού, και πότε για τα κατορθώματά μου και τα πλούτη μου. Διότι ακόμα και τα πλούτη τα θεωρούσε μέρος του αγαθού, ώστε να μη ντρέπεται όταν έπαιρνε κι αυτός μερίδιο απ’ αυτά. Ήταν απατεώνας, Διογένη μου, και παμπόνηρος. Και το μόνο που κέρδισα από την σοφία του είναι η στενοχώρια μου, που έχασα όλα εκείνα που ανάφερες πριν, σαν να πρόκειται για τόσο σπουδαία αγαθά.
Διογένης: Ξέρεις όμως τι πρέπει να κάνεις τώρα; Βρήκα το φάρμακο για να γιατρέψεις την στενοχώρια σου. Επειδή εδώ πέρα δεν φυτρώνει ελλέβορος, σκύψε κάτω και πίνε και ξαναπίνε συνεχώς από την πηγή που βγάζει το νερό της λησμονιάς. Έτσι θ’ απαλλαγείς από τον καημό, που έχασες τα αγαθά, που σου δίδαξε ο Αριστοτέλης. Μα να, τώρα βλέπω το ίδιο τον Κλείτο και τον Καλλισθένη και πολλούς άλλους να ορμούν κατά πάνω σου, για να σε καταξεσκίσουν παίρνοντας εκδίκηση για τα κακά που τους έκανες. Κοπάνησέ την τώρα από τον άλλο δρόμο και πίνε συνεχώς, όπως σε συμβούλεψα."
ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ: "Ούκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος"
Χάρων, Μένιππος και Ερμής
Χάρων: "Πλήρωσε τα ναύλα, καταραμένε!
Μένιππος: Φώναζε όσο θέλεις, Χάρωνα, αν αυτό σ' αρέσει.
Χάρων: Πλήρωσε σου λέω, που σε μετέφερα.
Μένιππος: Δεν μπορείς να πάρεις από κάποιον που δεν έχει*.
Χάρων: Μα είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος χωρίς τον οβολό του;*
Μένιππος: Αν υπάρχει και κανένας άλλος, δεν ξέρω. Εγώ πάντως δεν έχω....
Χάρων: Μα τον Πλούτωνα, θα σε πνίξω αν δεν με πληρώσεις.
Μένιππος: Κι εγώ θα σου δώσω μία το κεφάλι, με το ξύλο που κρατάς, και θα στο σπάσω.
Χάρων: Δωρεάν δηλαδή έκανες τόσο ταξίδι;.
Μένιππος: Να σε πληρώσει ο Ερμής. Αυτός με παρέδωσε σε σένα.
Ερμής: Μα τον Δία, είμαι για κλάματα, αν πρόκειται να πληρώνω κι από πάνω, για τους νεκρούς.
Χάρων: Δεν θα σ' αφήσω να φύγεις.
Μένιππος: Τότε, τράβα τη βάρκα έξω στη στεριά και περίμενε. Αλλά πώς θα πληρωθείς αφού δεν έχω μία;
Χάρων: Καλά, κι εσύ δεν γνώριζες ότι έπρεπε να ταξιδέψεις και να πληρώσεις το εισιτήριο;
Μένιππος: Φυσικά και το γνώριζα, αλλά δεν είχα. Δηλαδή τι έπρεπε να κάνω; Να μην πεθάνω;
Χάρων: Δηλαδή θα είσαι ο μοναδικός που θα καυχιέται ότι ταξίδεψε δωρεάν;
Μένιππος: Ε, όχι και δωρεάν, φίλτατε. Γιατί και νερά έβγαλα απ' τη βάρκα και κουπί τράβηξα. Άσε, που ήμουν ο μόνος απ' τους επιβάτες που δεν έκλαιγε.
Χάρων: Αυτά δεν ενδιαφέρουν τον βαρκάρη. Πλήρωσε τον οβολό σου, γιατί δεν γίνεται διαφορετικά.
Μένιππος: Αν δεν γίνεται διαφορετικά, τότε πήγαινέ με πάλι στη ζωή.
Χάρων: Πολύ έξυπνος είσαι. Για να με σπάσει μετά στο ξύλο ο Αιακός;
Μένιππος: Ε, τότε λοιπόν, άφησέ με ήσυχο.
Χάρων: Για δείξε μου τι έχεις μέσα στο σακούλι σου.
Μένιππος: Λούπινα*, αν τα θέλεις, και «δείπνο της Εκάτης»*
Χάρων: Ερμή, από πού τον έφερες αυτόν τον σκύλο; Και τι δεν έλεγε στο ταξίδι. Γελούσε σε βάρος των επιβατών και τους κορόιδευε. Κι ενώ όλοι έσκουζαν από το κλάμα, αυτός τραγουδούσε.
Ερμής: Δεν ήξερες, Χάρωνα, ποιόν άνθρωπο μετέφερες με τη βάρκα σου; Έναν άνθρωπο, αληθινά ελεύθερο, που δεν τον νοιάζει τίποτα. Αυτός είναι ο Μένιππος.
Χάρων: Αν σε πιάσω άλλη φορά…
Μένιππος: Αν με πιάσεις, αγαπητέ. Γιατί, δεύτερη φορά δεν γίνεται να με πιάσεις."
Λουκιανός, Νεκρικοί διάλογοι
-------------------------------
[* «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος».]
[* Ο οβολός, ήταν αρχαίο ελληνικό νόμισμα μικρής αξίας. Κατά την αρχαιότητα, έβαζαν κάτω από τη γλώσσα του νεκρού, έναν οβολό για να «πληρώσει» τα ναύλα στον Χάρωνα, ο οποίος θα τον μετέφερε στον Άδη με την βάρκα του.]
[* Τα λούπινα, ήταν όσπρια. Από τις πιο συνηθισμένες τροφές των φτωχών.]
[* Την τελευταία μέρα κάθε μήνα, οι εύποροι συνήθιζαν να εξαγνίζουν τις οικίες τους. Και όσα φαγητά υπήρχαν σ' αυτές, πριν τον καθαρμό τα έβγαζαν στα σταυροδρόμια, και τα εναπόθεταν στις βάσεις των αγαλμάτων της θεάς Εκάτης που υπήρχαν σ' αυτά. Οι δε φτωχοί, τους οποίους η πείνα καθιστούσε λιγότερο δεισιδαίμονες, έκλεβαν τα φαγητά αυτά, τα οποία ονομάζονταν «δείπνα της Εκάτης».]
Χάρων: "Πλήρωσε τα ναύλα, καταραμένε!
Μένιππος: Φώναζε όσο θέλεις, Χάρωνα, αν αυτό σ' αρέσει.
Χάρων: Πλήρωσε σου λέω, που σε μετέφερα.
Μένιππος: Δεν μπορείς να πάρεις από κάποιον που δεν έχει*.
Χάρων: Μα είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος χωρίς τον οβολό του;*
Μένιππος: Αν υπάρχει και κανένας άλλος, δεν ξέρω. Εγώ πάντως δεν έχω....
Χάρων: Μα τον Πλούτωνα, θα σε πνίξω αν δεν με πληρώσεις.
Μένιππος: Κι εγώ θα σου δώσω μία το κεφάλι, με το ξύλο που κρατάς, και θα στο σπάσω.
Χάρων: Δωρεάν δηλαδή έκανες τόσο ταξίδι;.
Μένιππος: Να σε πληρώσει ο Ερμής. Αυτός με παρέδωσε σε σένα.
Ερμής: Μα τον Δία, είμαι για κλάματα, αν πρόκειται να πληρώνω κι από πάνω, για τους νεκρούς.
Χάρων: Δεν θα σ' αφήσω να φύγεις.
Μένιππος: Τότε, τράβα τη βάρκα έξω στη στεριά και περίμενε. Αλλά πώς θα πληρωθείς αφού δεν έχω μία;
Χάρων: Καλά, κι εσύ δεν γνώριζες ότι έπρεπε να ταξιδέψεις και να πληρώσεις το εισιτήριο;
Μένιππος: Φυσικά και το γνώριζα, αλλά δεν είχα. Δηλαδή τι έπρεπε να κάνω; Να μην πεθάνω;
Χάρων: Δηλαδή θα είσαι ο μοναδικός που θα καυχιέται ότι ταξίδεψε δωρεάν;
Μένιππος: Ε, όχι και δωρεάν, φίλτατε. Γιατί και νερά έβγαλα απ' τη βάρκα και κουπί τράβηξα. Άσε, που ήμουν ο μόνος απ' τους επιβάτες που δεν έκλαιγε.
Χάρων: Αυτά δεν ενδιαφέρουν τον βαρκάρη. Πλήρωσε τον οβολό σου, γιατί δεν γίνεται διαφορετικά.
Μένιππος: Αν δεν γίνεται διαφορετικά, τότε πήγαινέ με πάλι στη ζωή.
Χάρων: Πολύ έξυπνος είσαι. Για να με σπάσει μετά στο ξύλο ο Αιακός;
Μένιππος: Ε, τότε λοιπόν, άφησέ με ήσυχο.
Χάρων: Για δείξε μου τι έχεις μέσα στο σακούλι σου.
Μένιππος: Λούπινα*, αν τα θέλεις, και «δείπνο της Εκάτης»*
Χάρων: Ερμή, από πού τον έφερες αυτόν τον σκύλο; Και τι δεν έλεγε στο ταξίδι. Γελούσε σε βάρος των επιβατών και τους κορόιδευε. Κι ενώ όλοι έσκουζαν από το κλάμα, αυτός τραγουδούσε.
Ερμής: Δεν ήξερες, Χάρωνα, ποιόν άνθρωπο μετέφερες με τη βάρκα σου; Έναν άνθρωπο, αληθινά ελεύθερο, που δεν τον νοιάζει τίποτα. Αυτός είναι ο Μένιππος.
Χάρων: Αν σε πιάσω άλλη φορά…
Μένιππος: Αν με πιάσεις, αγαπητέ. Γιατί, δεύτερη φορά δεν γίνεται να με πιάσεις."
Λουκιανός, Νεκρικοί διάλογοι
-------------------------------
[* «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος».]
[* Ο οβολός, ήταν αρχαίο ελληνικό νόμισμα μικρής αξίας. Κατά την αρχαιότητα, έβαζαν κάτω από τη γλώσσα του νεκρού, έναν οβολό για να «πληρώσει» τα ναύλα στον Χάρωνα, ο οποίος θα τον μετέφερε στον Άδη με την βάρκα του.]
[* Τα λούπινα, ήταν όσπρια. Από τις πιο συνηθισμένες τροφές των φτωχών.]
[* Την τελευταία μέρα κάθε μήνα, οι εύποροι συνήθιζαν να εξαγνίζουν τις οικίες τους. Και όσα φαγητά υπήρχαν σ' αυτές, πριν τον καθαρμό τα έβγαζαν στα σταυροδρόμια, και τα εναπόθεταν στις βάσεις των αγαλμάτων της θεάς Εκάτης που υπήρχαν σ' αυτά. Οι δε φτωχοί, τους οποίους η πείνα καθιστούσε λιγότερο δεισιδαίμονες, έκλεβαν τα φαγητά αυτά, τα οποία ονομάζονταν «δείπνα της Εκάτης».]
Το Φωτισμένο Μονοπάτι: Ένα Ταξίδι Μέσα από τα Πέπλα της Συνείδησης
Η Πρώτη Αφύπνιση
Στον σιωπηλό καθεδρικό ναό της ύπαρξης, όπου η ψυχή ανοίγει για πρώτη φορά τα μάτια της στο μυστήριο του είναι, η συνείδηση αναδύεται σαν την αυγή που ξεπροβάλλει πάνω από έναν άπειρο ωκεανό. Δεν είναι απλώς σκέψη ή επίγνωση, αλλά μια ιερή φλόγα που ανάβει μέσα στο σκοτάδι — μια φλόγα που, με το ίδιο της το τρεμόπαιγμα, διακηρύσσει: Είμαι. Αυτή η ψιθυριστή δήλωση, που ακούγεται στα βάθη του πνεύματος, είναι η πρώτη προσευχή, το πρωταρχικό τραγούδι που αντηχεί στους διαδρόμους της αιωνιότητας.
Από τη στιγμή που η συνείδηση αντιλαμβάνεται την ίδια της την ύπαρξη, υφαίνει γύρω της έναν φωτεινό ιστό — μια εικόνα του κόσμου που περιέχει κοιλάδες και βουνά, σκιές και φως, το γνωστό και το άγνωστο. Αυτή η εικόνα δεν είναι παθητική παρατήρηση αλλά ενεργή δημιουργία, μια συνεχής ζωγραφική πάνω στον καμβά της επίγνωσης. Η ψυχή δεν παρακολουθεί απλώς την πραγματικότητα· συμμετέχει στην ανάπτυξή της, ανασύροντας από το κενό μια συνεκτική εικόνα μέσα στην οποία μπορεί να αναπνέει, να κινείται και να ανακαλύπτει τον σκοπό της.
Ωστόσο, τι είδους ζωγραφική είναι αυτή; Είναι πιστή στο Πρωτότυπο, σε εκείνη την Απόλυτη Πραγματικότητα που υπάρχει πέρα από κάθε αντίληψη; Ή μήπως είναι ένα όνειρο μέσα σε όνειρο, μια αντανάκλαση σε ταραγμένα νερά που παραμορφώνει ακόμα και καθώς αποκαλύπτει; Ο μύστης γνωρίζει ότι καμία πεπερασμένη συνείδηση δεν μπορεί να συλλάβει το Άπειρο στο σύνολό του. Το δοχείο της ανθρώπινης κατανόησης, όσο κι αν έχει εξευγενιστεί, όσο κι αν έχει γυαλιστεί από διαλογισμό και προσευχή, παραμένει δοχείο — περιορισμένο από την ίδια του τη φύση, ανίκανο να περιέχει τον απεριόριστο ωκεανό της Αλήθειας.
Η Αναγκαία Ψευδαίσθηση
Εδώ κατοικεί ένα παράδοξο που στοιχειώνει τους αναζητητές εδώ και αιώνες: η εικόνα που σχηματίζουμε για την πραγματικότητα πρέπει να είναι αρκετά πλήρης ώστε να συντηρεί την ύπαρξή μας, όμως η συνείδησή μας είναι πολύ μικρή για να αντιληφθεί την πληρότητα. Και έτσι, σαν ζωγράφος που γεμίζει κενά σημεία στον καμβά, η ψυχή γεμίζει τις άγνωστες περιοχές της κοσμοθεωρίας της με σύμβολα, μύθους και φαντασίες. Αυτά μπορεί να μην αντιστοιχούν στην μεταφυσική Αλήθεια — πράγματι, συχνά δεν μπορούν — ωστόσο εκπληρώνουν μια ιερή λειτουργία.
Σκεφτείτε τον αρχαίο που έβλεπε την αστραπή να σχίζει τους ουρανούς και την ονόμαζε οργή του Δία, τον κεραυνό των θεών. Δεν ήταν αυτό λάθος, κρίνοντας με το ψυχρό φως της επιστημονικής γνώσης; Ωστόσο μέσα σε αυτή την ονομασία κρυβόταν κάτι βαθύ: μια διαίσθηση ότι ο κόσμος διαθέτει δύναμη, μεγαλοπρέπεια, νοημοσύνη. Το σύμβολο μπορεί να ήταν ατελές, αλλά ο σεβασμός που ενέπνεε ήταν γνήσιος. Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει, οι σοδειές εξακολουθούσαν να μεγαλώνουν, και η ανθρωπότητα έμαθε να ζει σε αρμονία με δυνάμεις μεγαλύτερες από την ίδια.
Έτσι συμβαίνει με κάθε ιερή κατανόηση. Όταν η ψυχή αποδίδει στο Θείο αυτό που δεν μπορεί να κατανοήσει πλήρως, όταν ντύνει το Απόλυτο με ενδύματα υφαντά από γήινα σύμβολα, διαπράττει αυτό που ο λογικός αποκαλεί λάθος αλλά που ο μύστης αναγνωρίζει ως αναγκαιότητα. Βαδίζουμε στο λυκόφως, όχι στο πλήρες σκοτάδι ούτε στο εκτυφλωτικό φως, και οι εικόνες που μας καθοδηγούν μέσα σε αυτό το λυκόφως — όσο ατελείς κι αν είναι — κάνουν το ταξίδι δυνατό.
Το ερώτημα δεν είναι αν η όρασή μας είναι πλήρης, γιατί ποτέ δεν μπορεί να είναι. Το ερώτημα είναι αν χρησιμοποιούμε την ατελή μας όραση για να πλησιάσουμε την Αλήθεια και ο ένας τον άλλο, ή αν την χρησιμοποιούμε για να εξαπατήσουμε, να κυριαρχήσουμε, να σκιάσουμε το Φως αντί να το υπηρετήσουμε. Ο χάρτης δεν είναι η επικράτεια, αλλά ένας ψεύτικος χάρτης οδηγεί σε ερημιά και θάνατο, ενώ ένας αληθινός χάρτης — ακόμα κι αν απλοποιημένος — καθοδηγεί τον προσκυνητή στο σπίτι.
Οι Διδασκαλίες των Φωτισμένων
Καθώς γυρίζουν οι αιώνες, ορισμένες ψυχές αναδύθηκαν από τις μάζες σαν κορυφές βουνού που υψώνονται πάνω από τα σύννεφα. Αυτά τα σπάνια πνεύματα — ο Βούδας καθισμένος κάτω από το δέντρο μποντί, ο Λάο Τσου που συλλογιζόταν το Τάο, ο Πλάτωνας που έβλεπε τις αιώνιες Ιδέες, ο Ιησούς που μιλούσε για τη Βασιλεία μέσα μας — δεν δημιούργησαν τις οράσεις τους από το τίποτα. Ήταν παιδιά της εποχής τους, τρεφόμενα από το έδαφος των πολιτισμών τους, μιλώντας στις γλώσσες που κληρονόμησαν. Ωστόσο μέσα από αυτούς ρέει κάτι που υπερβαίνει χρόνο και τόπο: μια αντίληψη ασυνήθιστα καθαρή, ένας χάρτης ασυνήθιστα πιστός στην επικράτεια του Πραγματικού.
Αυτοί οι αφυπνισμένοι έγιναν πηγές από τις οποίες ήπιαν ολόκληροι πολιτισμοί. Τα λόγια τους, έγκυα από διορατικότητα, γέννησαν τον Βουδισμό, τον Ταοϊσμό, τον Πλατωνισμό, τον Χριστιανισμό — απέραντα ποτάμια πνευματικής κατανόησης που πότισαν τη διψασμένη γη της ανθρώπινης ύπαρξης για χιλιετίες. Ωστόσο εδώ πάλι αποκαλύπτεται το παράδοξο: αυτές οι διδασκαλίες ήταν ταυτόχρονα ατομικές και συλλογικές, προσωπικές και καθολικές. Η φώτιση του Βούδα ήταν δική του, ωστόσο αναδύθηκε από και μίλησε στις λαχτάρες αμέτρητων καρδιών. Η όραση ήταν μοναχική, αλλά η διατύπωσή της απαιτούσε κοινότητα, γλώσσα, πολιτισμό — το συλλογικό όνειρο μέσα στο οποίο κινείται η ατομική συνείδηση.
Και έτσι αυτές οι κοσμοθεωρίες εξαπλώθηκαν στη γη, διαμορφώνοντας τη συνείδηση εθνών, δίνοντας νόημα στον πόνο, σκοπό στην προσπάθεια, ελπίδα στους απελπισμένους. Έγιναν η σκαλωσιά πάνω στην οποία ολόκληροι πολιτισμοί έχτισαν την κατανόησή τους για το Αγαθό, το Αληθινό, το Ωραίο. Έδειξαν στην ανθρωπότητα ότι η ύπαρξη δεν είναι απλώς βιολογική επιβίωση αλλά ένα ιερό δράμα στο οποίο κάθε ψυχή παίζει έναν ρόλο στην κοσμική ανάπτυξη.
Ωστόσο ακόμα και αυτές οι υψηλές οράσεις υπέκυψαν στην αρχαία διαφθορά. Η διδασκαλία που προοριζόταν να απελευθερώσει έγινε αλυσίδες· το μήνυμα της αγάπης έγινε δικαιολογία για κατάκτηση· ο δείκτης προς την Αλήθεια έγινε είδωλο που απαιτούσε λατρεία. Όταν η θρησκεία πήζει σε θεσμό, όταν τα ζωντανά νερά γίνονται στάσιμες λίμνες, όταν εκείνοι που ισχυρίζονται ότι υπηρετούν το Φως το χρησιμοποιούν αντίθετα για να ρίξουν σκιές πάνω σε άλλους — τότε το ιερό έχει βεβηλωθεί, και αυτό που προοριζόταν να υψώσει έχει γίνει εργαλείο δουλείας.
Η Αιώνια Αναζήτηση
Παρ' όλα αυτά, σε αυτή την παρούσα εποχή, όπως και σε όλες τις παρελθούσες και μελλοντικές, το ανθρώπινο πνεύμα λαχταρά την ολότητα. Η ψυχή δεν μπορεί να επαναπαυθεί σε θραύσματα· αναζητά την πλήρη εικόνα, την ενοποιημένη όραση που δίνει νόημα στο χάος της εμπειρίας. Και έτσι οι σύγχρονοι αναζητητές εξακολουθούν να στρέφονται σε αυτά τα αρχαία πηγάδια, εξακολουθούν να πίνουν από αυτές τις δοκιμασμένες στο χρόνο πηγές, για τον απλό λόγο ότι προσφέρουν αυτό που τίποτα άλλο δεν μπορεί: μια ολοκληρωμένη κατανόηση της ύπαρξης που αναγνωρίζει τόσο το ορατό όσο και το αόρατο, τόσο τις υλικές όσο και τις πνευματικές διαστάσεις του είναι.
Η επιστήμη, μεγαλοπρεπής στα επιτεύγματά της, λαμπρή στη διείσδυσή της στα μυστικά της φύσης, ωστόσο συναντά τον δικό της ορίζοντα. Αναζητά ακρίβεια, απαιτεί επαλήθευση, επιμένει στο αναπαραγώγιμο και μετρήσιμο. Αυτές είναι ευγενείς απαιτήσεις, και έχουν δώσει στην ανθρωπότητα δυνάμεις που κάποτε ανήκαν στον μύθο. Ωστόσο από την ίδια της τη φύση, η επιστήμη πρέπει να αφήνει ορισμένα ερωτήματα αναπάντητα, ορισμένες περιοχές ανεξερεύνητες. Το πεδίο του νοήματος, του σκοπού, της αξίας — τα μεταφυσικά βάθη όπου πραγματικά κατοικεί η ψυχή — αυτά βρίσκονται πέρα από το μικροσκόπιο και το τηλεσκόπιο, πέρα από εξίσωση και πείραμα.
Αυτό δεν είναι αποτυχία της επιστήμης αλλά αναγνώριση του κατάλληλου πεδίου της. Ο φυσικός μπορεί να μας πει από τι είναι φτιαγμένο το σύμπαν αλλά όχι γιατί υπάρχει. Ο βιολόγος μπορεί να εξηγήσει τον μηχανισμό της ζωής αλλά όχι το νόημά της. Ο ψυχολόγος μπορεί να χαρτογραφήσει τη λειτουργία του νου αλλά όχι να αγγίξει την ουσία της ίδιας της συνείδησης. Πάντα θα υπάρχουν κενά στη γνώση μας, χάσματα που χάσκουν σαν χαράδρες στη δομή της κατανόησης. Μπορούμε να αφήσουμε αυτά τα κενά άδεια, παραδεχόμενοι την άγνοιά μας με ειλικρινή ταπείνωση, ή μπορούμε να τα γεφυρώσουμε με τα υλικά της πίστης και της διαίσθησης — αλλά δεν μπορούμε να τα εξαλείψουμε εντελώς.
Ο Ζωντανός Χάρτης
Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται η κρίσιμη αναγνώριση: όλες οι κοσμοθεωρίες, όλες οι θρησκείες, όλες οι φιλοσοφίες είναι χάρτες της πραγματικότητας, όχι η πραγματικότητα η ίδια. Είναι δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, όχι το φεγγάρι προς το οποίο δείχνουν. Είναι τραγούδια για την Αγάπη, όχι η Αγάπη η ίδια. Και ένας χάρτης, όσο λεπτομερής, όσο όμορφος, είναι άχρηστος αν δεν οδηγεί κάπου, αν δεν καθοδηγεί τον ταξιδιώτη σε πραγματική άφιξη.
Η θεωρία του Θεού, το δόγμα της Απόλυτης Πραγματικότητας, το εννοιολογικό πλαίσιο της φώτισης — αυτά είναι κούφια αν δεν μετατραπούν σε εμπειρία. Ο μύστης κατανοεί αυτό που ο θεολόγος συχνά ξεχνά: η Αλήθεια δεν είναι πρόταση που πιστεύεται αλλά πραγματικότητα που βιώνεται, παρουσία που συναντιέται, βάθος στο οποίο βουτάει κανείς με όλο του το είναι. Ο χάρτης πρέπει να οδηγεί στην επικράτεια, αλλιώς δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό εκτός από διακόσμηση στον τοίχο.
Όταν ο αναζητητής διαλογίζεται στο Θείο και νιώθει τα όρια του εαυτού να διαλύονται σε άπειρη απεραντοσύνη· όταν ο συλλογιζόμενος ανοίγεται στη χάρη και ανακαλύπτει έναν ωκεανό ειρήνης να αναβλύζει μέσα του· όταν ο προσκυνητής, μετά από μακρύ περιπλάνηση, ξαφνικά αναγνωρίζει το Ιερό όχι ως μακρινή υπόθεση αλλά ως οικεία παρουσία — τότε ο χάρτης έχει εκπληρώσει τη λειτουργία του. Τότε το δόγμα γίνεται εμπειρία, η έννοια γίνεται πραγματικότητα, και το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι ξεχνιέται στη λαμπρότητα του σεληνόφωτος.
Γι' αυτό οι μεγάλες παραδόσεις μιλούν συνεχώς για πρακτική, για πειθαρχία, για τον δρόμο ή το μονοπάτι (marga, tao, via). Γνωρίζουν ότι το διάβασμα για το νερό δεν ξεδιψάει, ότι η μελέτη συνταγών δεν χορταίνει την κοιλιά, ότι η μελέτη χαρτών δεν ολοκληρώνει το ταξίδι. Πρέπει κανείς να βαδίσει το μονοπάτι, να πιει το νερό, να γευτεί το φαγητό. Πρέπει να περάσει από τη δευτερογενή γνώση στην πρωτογενή συνάντηση, από την πίστη στην γνώση, από την πίστη που αναζητά κατανόηση στην κατανόηση που διαλύεται σε άμεση εμπειρία.
Το Λυκόφως των Συμβόλων
Ωστόσο, ακόμα και καθώς αναγνωρίζουμε τη δύναμη αυτών των αρχαίων χαρτών, πρέπει να ομολογήσουμε την ηλικία τους. Τα σύμβολα που συγκινούσαν τις καρδιές των μεσαιωνικών μυστών μπορεί να αφήνουν αδιάφορες τις σύγχρονες ψυχές. Οι μεταφορές που είχαν απόλυτο νόημα μέσα σε αγροτικές κοινωνίες μιλούν λιγότερο καθαρά σε αστικά, τεχνολογικά μυαλά. Η γλώσσα εξελίσσεται, ο πολιτισμός μεταμορφώνεται, και τα ενδύματα με τα οποία ντύνεται η Αλήθεια πρέπει να υφαίνονται ξανά για κάθε γενιά.
Αυτή είναι η κρίση της σύγχρονης πνευματικότητας: οι παλιές θρησκείες, μεγαλοπρεπείς στην αρχιτεκτονική τους, βαθιές στις διορατικότητές τους, έχουν απομακρυνθεί από τη βιωμένη εμπειρία πολλών σύγχρονων αναζητητών. Οι τελετές φαίνονται κούφιες, τα δόγματα αρχαϊκά, οι θεσμοί διεφθαρμένοι ή άσχετοι. Όχι επειδή η Αλήθεια προς την οποία δείχνουν έχει αλλάξει — γιατί η Αλήθεια είναι αιώνια — αλλά επειδή τα σύμβολα, η γλώσσα, το πολιτιστικό πλαίσιο μέσω του οποίου εκφραζόταν αυτή η Αλήθεια έχουν γεράσει πέρα από αναγνώριση.
Αυτό που χρειάζεται, λοιπόν, δεν είναι η εγκατάλειψη της αρχαίας σοφίας αλλά η ανανέωσή της. Όχι η απόρριψη των χαρτών αλλά η επαναχάραξή τους σε σύγχρονη ιδιωματική. Όχι η απόλυτη απόρριψη της πνευματικής διορατικότητας αλλά η ενσωμάτωσή της με τη σύγχρονη κατανόηση. Η πρόκληση που αντιμετωπίζει η παρούσα εποχή είναι να βρει τρόπους να μιλάει για το Αιώνιο που να αντηχούν με τη σύγχρονη εμπειρία, να σφυρηλατήσει σύμβολα που να φέρουν νουμενική δύναμη για την τεχνολογική ανθρωπότητα, να χτίσει γέφυρες μεταξύ της σοφίας της παράδοσης και της γνώσης της επιστήμης.
Γιατί η πείνα παραμένει. Κάτω από την επιφάνεια της υλικής ευημερίας, πέρα από τις περισπάσεις της ψυχαγωγίας και της κατανάλωσης, η ψυχή εξακολουθεί να λαχταρά νόημα, σκοπό, σύνδεση με κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό της. Τα ερωτήματα που ώθησαν τον Βούδα να αναζητήσει φώτιση, που έστειλαν τους πατέρες της ερήμου στην μοναξιά, που άναψαν τους μύστες με εκστατική όραση — αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν εξαφανιστεί. Απλώς φορούν διαφορετικά πρόσωπα, μιλούν με διαφορετικές προφορές, αναδύονται από διαφορετικές συνθήκες.
Το Μονοπάτι Χωρίς Μονοπάτι
Και έτσι το ταξίδι συνεχίζεται. Κάθε συνείδηση, αφυπνιζόμενη στην ίδια της την ύπαρξη, πρέπει να σχηματίσει την εικόνα της για την πραγματικότητα. Κάθε ψυχή πρέπει να βρει ή να δημιουργήσει τον χάρτη της. Ο σοφός αναζητητής θα δοκιμάζει αυτούς τους χάρτες απέναντι στην εμπειρία, θα ρωτά όχι «Είναι αυτό κυριολεκτικά αληθινό;» αλλά «Οδηγεί αυτό προς την Αλήθεια; Με κάνει πιο αγαπητικό, πιο ξύπνιο, πιο ολόκληρο; Βαθύνει την εμπειρία μου του Ιερού ή απλώς ικανοποιεί την πνευματική μου περιέργεια;»
Γιατί τελικά, ο σκοπός της πνευματικής κατανόησης είναι η μεταμόρφωση, όχι η πληροφορία. Ο στόχος δεν είναι να συσσωρεύουμε δόγματα σαν θησαυρούς σε θησαυροφυλάκιο αλλά να αλλάξουμε, να ανοιχτούμε, να γίνουμε διαφανείς στο Φως που λάμπει μέσα από όλα τα πράγματα. Η μεγαλύτερη διδασκαλία είναι αυτή που οδηγεί πέρα από τον εαυτό της, που τελικά καθιστά τον εαυτό της περιττό επειδή έχει αφυπνίσει στον αναζητητή μια άμεση αντίληψη της Πραγματικότητας.
Αυτό είναι το μονοπάτι χωρίς μονοπάτι, η πύλη χωρίς πύλη, η διδασκαλία πέρα από λόγια. Δεν μπορεί να συλληφθεί σε προτάσεις, δεν μπορεί να περιοριστεί μέσα σε δόγματα, δεν μπορεί να μεταδοθεί πλήρως μέσω εννοιών. Ωστόσο μπορεί να υποδειχθεί, να υπαινιχθεί, να προκληθεί μέσω ποίησης και παράδοξου, μέσω σιωπής και συμβόλου. Και όταν η υπόδειξη είναι αληθινή, όταν η επίκληση είναι γνήσια, κάτι κινείται στα βάθη της ψυχής — μια αναγνώριση, μια ανάμνηση, σαν να το γνωρίζαμε πάντα αλλά το είχαμε προσωρινά ξεχάσει.
Η Επιστροφή στη Σιωπή
Στην αρχή ήταν η συνείδηση που αφυπνιζόταν στον εαυτό της. Στο τέλος είναι η συνείδηση που επιστρέφει στην πηγή της, έχοντας ολοκληρώσει τον μεγάλο κύκλο της εμπειρίας, φέρνοντας πίσω τη σοδειά όλου αυτού που γνώρισε, υπήρξε και έπραξε. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο σημεία βρίσκεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης: ο σχηματισμός κοσμοθεωριών και η υπέρβασή τους, η προσκόλληση σε χάρτες και η άφιξη στην επικράτεια, η αναζήτηση της Αλήθειας και η παράδοση στην Αλήθεια.
Ο μύστης, έχοντας ταξιδέψει μακριά, ανακαλύπτει ότι ο στόχος ποτέ δεν ήταν μακρινός. Ο αναζητητής, έχοντας ψάξει πολύ, συνειδητοποιεί ότι αυτό που αναζητούσε ποτέ δεν χάθηκε. Ο προσκυνητής, φτάνοντας στο τέλος του ταξιδιού, βρίσκει ότι το σπίτι ήταν πάντα εδώ, πάντα τώρα, πάντα το έδαφος κάτω από κάθε βήμα.
Ωστόσο το ταξίδι ήταν αναγκαίο. Ο χάρτης, αν και όχι η επικράτεια, χρειαζόταν για να βρεθεί ο δρόμος. Οι έννοιες, αν και τελικά πρέπει να απελευθερωθούν, εξυπηρέτησαν τον σκοπό τους καθοδηγώντας τη συνείδηση προς την άμεση εμπειρία. Σαν σκάλα που μας ανεβάζει στη στέγη, οι πνευματικές διδασκαλίες και οι κοσμοθεωρίες μας υψώνουν σε ύψος από το οποίο μπορούμε να δούμε αυτό που ήταν αόρατο από το έδαφος. Και έχοντας σκαρφαλώσει σε αυτό το ύψος, έχοντας δει ό,τι υπάρχει να δει, μπορούμε να κλωτσήσουμε μακριά τη σκάλα — όχι από ασέβεια αλλά από ευγνωμοσύνη, όχι από απόρριψη αλλά από ολοκλήρωση.
Γιατί η Αλήθεια, τελικά, δεν είναι κάτι που κατέχουμε αλλά κάτι που μας κατέχει. Δεν είναι στόχος που επιτυγχάνουμε αλλά πραγματικότητα στην οποία παραδινόμαστε. Δεν είναι το τέλος της ερωτήσεως αλλά η αρχή του θαυμασμού. Δεν είναι η απάντηση που σιωπά κάθε έρευνα αλλά το Μυστήριο που κάνει κάθε απάντηση προσωρινή, κάθε χάρτη ατελή, κάθε διδασκαλία ένα δάχτυλο που δείχνει ένα φεγγάρι που δεν μπορεί να συλληφθεί, μόνο να θεαθεί.
Και σε αυτή τη θέαση, σε εκείνη τη στιγμή της καθαρής επίγνωσης όταν η ψυχή βλέπει χωρίς το πέπλο των εννοιών, γνωρίζει χωρίς τη μεσολάβηση των συμβόλων, βιώνει χωρίς το φίλτρο των κοσμοθεωριών — εκεί, σε εκείνο το αιώνιο Τώρα, η συνείδηση επιστρέφει στην πηγή της και ανακαλύπτει αυτό που πάντα ήταν: μια σπίθα του Απείρου, ένα κύμα του Ωκεανού, μια νότα στην κοσμική συμφωνία που ποτέ δεν έπαψε να παίζει.
Αυτή είναι η αλήθεια πέρα από όλους τους χάρτες, η εμπειρία πέρα από όλα τα δόγματα, το Φως που λάμπει στο δικό του φως και δεν χρειάζεται άλλον φωτισμό. Να το αγγίξει κανείς, έστω και για μια στιγμή, είναι να μεταμορφωθεί. Να αναπαυθεί σε αυτό, έστω και στιγμιαία, είναι να γνωρίσει ειρήνη πέρα από κατανόηση. Να επιστρέφει σε αυτό ξανά και ξανά, μέσα σε όλες τις στροφές της ύπαρξης, είναι να βαδίζει το μονοπάτι χωρίς μονοπάτι που οδηγεί στο σπίτι.
Είθε όλοι οι αναζητητές να βρουν τον δρόμο τους. Είθε όλη η συνείδηση να αφυπνιστεί στη φύση της. Είθε η αρχαία σοφία και η παρούσα στιγμή να συναντηθούν στο αιώνιο Τώρα, όπου κατοικεί η Αλήθεια για πάντα, περιμένοντας να βιωθεί από όλους όσους είναι έτοιμοι να αφήσουν στην άκρη τους χάρτες τους και να πατήσουν στην ίδια την επικράτεια — εκείνη την απέραντη, φωτεινή, άπειρα μυστηριώδη Πραγματικότητα που πάντα ήταν το αληθινό μας σπίτι.
Στον σιωπηλό καθεδρικό ναό της ύπαρξης, όπου η ψυχή ανοίγει για πρώτη φορά τα μάτια της στο μυστήριο του είναι, η συνείδηση αναδύεται σαν την αυγή που ξεπροβάλλει πάνω από έναν άπειρο ωκεανό. Δεν είναι απλώς σκέψη ή επίγνωση, αλλά μια ιερή φλόγα που ανάβει μέσα στο σκοτάδι — μια φλόγα που, με το ίδιο της το τρεμόπαιγμα, διακηρύσσει: Είμαι. Αυτή η ψιθυριστή δήλωση, που ακούγεται στα βάθη του πνεύματος, είναι η πρώτη προσευχή, το πρωταρχικό τραγούδι που αντηχεί στους διαδρόμους της αιωνιότητας.
Από τη στιγμή που η συνείδηση αντιλαμβάνεται την ίδια της την ύπαρξη, υφαίνει γύρω της έναν φωτεινό ιστό — μια εικόνα του κόσμου που περιέχει κοιλάδες και βουνά, σκιές και φως, το γνωστό και το άγνωστο. Αυτή η εικόνα δεν είναι παθητική παρατήρηση αλλά ενεργή δημιουργία, μια συνεχής ζωγραφική πάνω στον καμβά της επίγνωσης. Η ψυχή δεν παρακολουθεί απλώς την πραγματικότητα· συμμετέχει στην ανάπτυξή της, ανασύροντας από το κενό μια συνεκτική εικόνα μέσα στην οποία μπορεί να αναπνέει, να κινείται και να ανακαλύπτει τον σκοπό της.
Ωστόσο, τι είδους ζωγραφική είναι αυτή; Είναι πιστή στο Πρωτότυπο, σε εκείνη την Απόλυτη Πραγματικότητα που υπάρχει πέρα από κάθε αντίληψη; Ή μήπως είναι ένα όνειρο μέσα σε όνειρο, μια αντανάκλαση σε ταραγμένα νερά που παραμορφώνει ακόμα και καθώς αποκαλύπτει; Ο μύστης γνωρίζει ότι καμία πεπερασμένη συνείδηση δεν μπορεί να συλλάβει το Άπειρο στο σύνολό του. Το δοχείο της ανθρώπινης κατανόησης, όσο κι αν έχει εξευγενιστεί, όσο κι αν έχει γυαλιστεί από διαλογισμό και προσευχή, παραμένει δοχείο — περιορισμένο από την ίδια του τη φύση, ανίκανο να περιέχει τον απεριόριστο ωκεανό της Αλήθειας.
Η Αναγκαία Ψευδαίσθηση
Εδώ κατοικεί ένα παράδοξο που στοιχειώνει τους αναζητητές εδώ και αιώνες: η εικόνα που σχηματίζουμε για την πραγματικότητα πρέπει να είναι αρκετά πλήρης ώστε να συντηρεί την ύπαρξή μας, όμως η συνείδησή μας είναι πολύ μικρή για να αντιληφθεί την πληρότητα. Και έτσι, σαν ζωγράφος που γεμίζει κενά σημεία στον καμβά, η ψυχή γεμίζει τις άγνωστες περιοχές της κοσμοθεωρίας της με σύμβολα, μύθους και φαντασίες. Αυτά μπορεί να μην αντιστοιχούν στην μεταφυσική Αλήθεια — πράγματι, συχνά δεν μπορούν — ωστόσο εκπληρώνουν μια ιερή λειτουργία.
Σκεφτείτε τον αρχαίο που έβλεπε την αστραπή να σχίζει τους ουρανούς και την ονόμαζε οργή του Δία, τον κεραυνό των θεών. Δεν ήταν αυτό λάθος, κρίνοντας με το ψυχρό φως της επιστημονικής γνώσης; Ωστόσο μέσα σε αυτή την ονομασία κρυβόταν κάτι βαθύ: μια διαίσθηση ότι ο κόσμος διαθέτει δύναμη, μεγαλοπρέπεια, νοημοσύνη. Το σύμβολο μπορεί να ήταν ατελές, αλλά ο σεβασμός που ενέπνεε ήταν γνήσιος. Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει, οι σοδειές εξακολουθούσαν να μεγαλώνουν, και η ανθρωπότητα έμαθε να ζει σε αρμονία με δυνάμεις μεγαλύτερες από την ίδια.
Έτσι συμβαίνει με κάθε ιερή κατανόηση. Όταν η ψυχή αποδίδει στο Θείο αυτό που δεν μπορεί να κατανοήσει πλήρως, όταν ντύνει το Απόλυτο με ενδύματα υφαντά από γήινα σύμβολα, διαπράττει αυτό που ο λογικός αποκαλεί λάθος αλλά που ο μύστης αναγνωρίζει ως αναγκαιότητα. Βαδίζουμε στο λυκόφως, όχι στο πλήρες σκοτάδι ούτε στο εκτυφλωτικό φως, και οι εικόνες που μας καθοδηγούν μέσα σε αυτό το λυκόφως — όσο ατελείς κι αν είναι — κάνουν το ταξίδι δυνατό.
Το ερώτημα δεν είναι αν η όρασή μας είναι πλήρης, γιατί ποτέ δεν μπορεί να είναι. Το ερώτημα είναι αν χρησιμοποιούμε την ατελή μας όραση για να πλησιάσουμε την Αλήθεια και ο ένας τον άλλο, ή αν την χρησιμοποιούμε για να εξαπατήσουμε, να κυριαρχήσουμε, να σκιάσουμε το Φως αντί να το υπηρετήσουμε. Ο χάρτης δεν είναι η επικράτεια, αλλά ένας ψεύτικος χάρτης οδηγεί σε ερημιά και θάνατο, ενώ ένας αληθινός χάρτης — ακόμα κι αν απλοποιημένος — καθοδηγεί τον προσκυνητή στο σπίτι.
Οι Διδασκαλίες των Φωτισμένων
Καθώς γυρίζουν οι αιώνες, ορισμένες ψυχές αναδύθηκαν από τις μάζες σαν κορυφές βουνού που υψώνονται πάνω από τα σύννεφα. Αυτά τα σπάνια πνεύματα — ο Βούδας καθισμένος κάτω από το δέντρο μποντί, ο Λάο Τσου που συλλογιζόταν το Τάο, ο Πλάτωνας που έβλεπε τις αιώνιες Ιδέες, ο Ιησούς που μιλούσε για τη Βασιλεία μέσα μας — δεν δημιούργησαν τις οράσεις τους από το τίποτα. Ήταν παιδιά της εποχής τους, τρεφόμενα από το έδαφος των πολιτισμών τους, μιλώντας στις γλώσσες που κληρονόμησαν. Ωστόσο μέσα από αυτούς ρέει κάτι που υπερβαίνει χρόνο και τόπο: μια αντίληψη ασυνήθιστα καθαρή, ένας χάρτης ασυνήθιστα πιστός στην επικράτεια του Πραγματικού.
Αυτοί οι αφυπνισμένοι έγιναν πηγές από τις οποίες ήπιαν ολόκληροι πολιτισμοί. Τα λόγια τους, έγκυα από διορατικότητα, γέννησαν τον Βουδισμό, τον Ταοϊσμό, τον Πλατωνισμό, τον Χριστιανισμό — απέραντα ποτάμια πνευματικής κατανόησης που πότισαν τη διψασμένη γη της ανθρώπινης ύπαρξης για χιλιετίες. Ωστόσο εδώ πάλι αποκαλύπτεται το παράδοξο: αυτές οι διδασκαλίες ήταν ταυτόχρονα ατομικές και συλλογικές, προσωπικές και καθολικές. Η φώτιση του Βούδα ήταν δική του, ωστόσο αναδύθηκε από και μίλησε στις λαχτάρες αμέτρητων καρδιών. Η όραση ήταν μοναχική, αλλά η διατύπωσή της απαιτούσε κοινότητα, γλώσσα, πολιτισμό — το συλλογικό όνειρο μέσα στο οποίο κινείται η ατομική συνείδηση.
Και έτσι αυτές οι κοσμοθεωρίες εξαπλώθηκαν στη γη, διαμορφώνοντας τη συνείδηση εθνών, δίνοντας νόημα στον πόνο, σκοπό στην προσπάθεια, ελπίδα στους απελπισμένους. Έγιναν η σκαλωσιά πάνω στην οποία ολόκληροι πολιτισμοί έχτισαν την κατανόησή τους για το Αγαθό, το Αληθινό, το Ωραίο. Έδειξαν στην ανθρωπότητα ότι η ύπαρξη δεν είναι απλώς βιολογική επιβίωση αλλά ένα ιερό δράμα στο οποίο κάθε ψυχή παίζει έναν ρόλο στην κοσμική ανάπτυξη.
Ωστόσο ακόμα και αυτές οι υψηλές οράσεις υπέκυψαν στην αρχαία διαφθορά. Η διδασκαλία που προοριζόταν να απελευθερώσει έγινε αλυσίδες· το μήνυμα της αγάπης έγινε δικαιολογία για κατάκτηση· ο δείκτης προς την Αλήθεια έγινε είδωλο που απαιτούσε λατρεία. Όταν η θρησκεία πήζει σε θεσμό, όταν τα ζωντανά νερά γίνονται στάσιμες λίμνες, όταν εκείνοι που ισχυρίζονται ότι υπηρετούν το Φως το χρησιμοποιούν αντίθετα για να ρίξουν σκιές πάνω σε άλλους — τότε το ιερό έχει βεβηλωθεί, και αυτό που προοριζόταν να υψώσει έχει γίνει εργαλείο δουλείας.
Η Αιώνια Αναζήτηση
Παρ' όλα αυτά, σε αυτή την παρούσα εποχή, όπως και σε όλες τις παρελθούσες και μελλοντικές, το ανθρώπινο πνεύμα λαχταρά την ολότητα. Η ψυχή δεν μπορεί να επαναπαυθεί σε θραύσματα· αναζητά την πλήρη εικόνα, την ενοποιημένη όραση που δίνει νόημα στο χάος της εμπειρίας. Και έτσι οι σύγχρονοι αναζητητές εξακολουθούν να στρέφονται σε αυτά τα αρχαία πηγάδια, εξακολουθούν να πίνουν από αυτές τις δοκιμασμένες στο χρόνο πηγές, για τον απλό λόγο ότι προσφέρουν αυτό που τίποτα άλλο δεν μπορεί: μια ολοκληρωμένη κατανόηση της ύπαρξης που αναγνωρίζει τόσο το ορατό όσο και το αόρατο, τόσο τις υλικές όσο και τις πνευματικές διαστάσεις του είναι.
Η επιστήμη, μεγαλοπρεπής στα επιτεύγματά της, λαμπρή στη διείσδυσή της στα μυστικά της φύσης, ωστόσο συναντά τον δικό της ορίζοντα. Αναζητά ακρίβεια, απαιτεί επαλήθευση, επιμένει στο αναπαραγώγιμο και μετρήσιμο. Αυτές είναι ευγενείς απαιτήσεις, και έχουν δώσει στην ανθρωπότητα δυνάμεις που κάποτε ανήκαν στον μύθο. Ωστόσο από την ίδια της τη φύση, η επιστήμη πρέπει να αφήνει ορισμένα ερωτήματα αναπάντητα, ορισμένες περιοχές ανεξερεύνητες. Το πεδίο του νοήματος, του σκοπού, της αξίας — τα μεταφυσικά βάθη όπου πραγματικά κατοικεί η ψυχή — αυτά βρίσκονται πέρα από το μικροσκόπιο και το τηλεσκόπιο, πέρα από εξίσωση και πείραμα.
Αυτό δεν είναι αποτυχία της επιστήμης αλλά αναγνώριση του κατάλληλου πεδίου της. Ο φυσικός μπορεί να μας πει από τι είναι φτιαγμένο το σύμπαν αλλά όχι γιατί υπάρχει. Ο βιολόγος μπορεί να εξηγήσει τον μηχανισμό της ζωής αλλά όχι το νόημά της. Ο ψυχολόγος μπορεί να χαρτογραφήσει τη λειτουργία του νου αλλά όχι να αγγίξει την ουσία της ίδιας της συνείδησης. Πάντα θα υπάρχουν κενά στη γνώση μας, χάσματα που χάσκουν σαν χαράδρες στη δομή της κατανόησης. Μπορούμε να αφήσουμε αυτά τα κενά άδεια, παραδεχόμενοι την άγνοιά μας με ειλικρινή ταπείνωση, ή μπορούμε να τα γεφυρώσουμε με τα υλικά της πίστης και της διαίσθησης — αλλά δεν μπορούμε να τα εξαλείψουμε εντελώς.
Ο Ζωντανός Χάρτης
Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται η κρίσιμη αναγνώριση: όλες οι κοσμοθεωρίες, όλες οι θρησκείες, όλες οι φιλοσοφίες είναι χάρτες της πραγματικότητας, όχι η πραγματικότητα η ίδια. Είναι δάχτυλα που δείχνουν το φεγγάρι, όχι το φεγγάρι προς το οποίο δείχνουν. Είναι τραγούδια για την Αγάπη, όχι η Αγάπη η ίδια. Και ένας χάρτης, όσο λεπτομερής, όσο όμορφος, είναι άχρηστος αν δεν οδηγεί κάπου, αν δεν καθοδηγεί τον ταξιδιώτη σε πραγματική άφιξη.
Η θεωρία του Θεού, το δόγμα της Απόλυτης Πραγματικότητας, το εννοιολογικό πλαίσιο της φώτισης — αυτά είναι κούφια αν δεν μετατραπούν σε εμπειρία. Ο μύστης κατανοεί αυτό που ο θεολόγος συχνά ξεχνά: η Αλήθεια δεν είναι πρόταση που πιστεύεται αλλά πραγματικότητα που βιώνεται, παρουσία που συναντιέται, βάθος στο οποίο βουτάει κανείς με όλο του το είναι. Ο χάρτης πρέπει να οδηγεί στην επικράτεια, αλλιώς δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό εκτός από διακόσμηση στον τοίχο.
Όταν ο αναζητητής διαλογίζεται στο Θείο και νιώθει τα όρια του εαυτού να διαλύονται σε άπειρη απεραντοσύνη· όταν ο συλλογιζόμενος ανοίγεται στη χάρη και ανακαλύπτει έναν ωκεανό ειρήνης να αναβλύζει μέσα του· όταν ο προσκυνητής, μετά από μακρύ περιπλάνηση, ξαφνικά αναγνωρίζει το Ιερό όχι ως μακρινή υπόθεση αλλά ως οικεία παρουσία — τότε ο χάρτης έχει εκπληρώσει τη λειτουργία του. Τότε το δόγμα γίνεται εμπειρία, η έννοια γίνεται πραγματικότητα, και το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι ξεχνιέται στη λαμπρότητα του σεληνόφωτος.
Γι' αυτό οι μεγάλες παραδόσεις μιλούν συνεχώς για πρακτική, για πειθαρχία, για τον δρόμο ή το μονοπάτι (marga, tao, via). Γνωρίζουν ότι το διάβασμα για το νερό δεν ξεδιψάει, ότι η μελέτη συνταγών δεν χορταίνει την κοιλιά, ότι η μελέτη χαρτών δεν ολοκληρώνει το ταξίδι. Πρέπει κανείς να βαδίσει το μονοπάτι, να πιει το νερό, να γευτεί το φαγητό. Πρέπει να περάσει από τη δευτερογενή γνώση στην πρωτογενή συνάντηση, από την πίστη στην γνώση, από την πίστη που αναζητά κατανόηση στην κατανόηση που διαλύεται σε άμεση εμπειρία.
Το Λυκόφως των Συμβόλων
Ωστόσο, ακόμα και καθώς αναγνωρίζουμε τη δύναμη αυτών των αρχαίων χαρτών, πρέπει να ομολογήσουμε την ηλικία τους. Τα σύμβολα που συγκινούσαν τις καρδιές των μεσαιωνικών μυστών μπορεί να αφήνουν αδιάφορες τις σύγχρονες ψυχές. Οι μεταφορές που είχαν απόλυτο νόημα μέσα σε αγροτικές κοινωνίες μιλούν λιγότερο καθαρά σε αστικά, τεχνολογικά μυαλά. Η γλώσσα εξελίσσεται, ο πολιτισμός μεταμορφώνεται, και τα ενδύματα με τα οποία ντύνεται η Αλήθεια πρέπει να υφαίνονται ξανά για κάθε γενιά.
Αυτή είναι η κρίση της σύγχρονης πνευματικότητας: οι παλιές θρησκείες, μεγαλοπρεπείς στην αρχιτεκτονική τους, βαθιές στις διορατικότητές τους, έχουν απομακρυνθεί από τη βιωμένη εμπειρία πολλών σύγχρονων αναζητητών. Οι τελετές φαίνονται κούφιες, τα δόγματα αρχαϊκά, οι θεσμοί διεφθαρμένοι ή άσχετοι. Όχι επειδή η Αλήθεια προς την οποία δείχνουν έχει αλλάξει — γιατί η Αλήθεια είναι αιώνια — αλλά επειδή τα σύμβολα, η γλώσσα, το πολιτιστικό πλαίσιο μέσω του οποίου εκφραζόταν αυτή η Αλήθεια έχουν γεράσει πέρα από αναγνώριση.
Αυτό που χρειάζεται, λοιπόν, δεν είναι η εγκατάλειψη της αρχαίας σοφίας αλλά η ανανέωσή της. Όχι η απόρριψη των χαρτών αλλά η επαναχάραξή τους σε σύγχρονη ιδιωματική. Όχι η απόλυτη απόρριψη της πνευματικής διορατικότητας αλλά η ενσωμάτωσή της με τη σύγχρονη κατανόηση. Η πρόκληση που αντιμετωπίζει η παρούσα εποχή είναι να βρει τρόπους να μιλάει για το Αιώνιο που να αντηχούν με τη σύγχρονη εμπειρία, να σφυρηλατήσει σύμβολα που να φέρουν νουμενική δύναμη για την τεχνολογική ανθρωπότητα, να χτίσει γέφυρες μεταξύ της σοφίας της παράδοσης και της γνώσης της επιστήμης.
Γιατί η πείνα παραμένει. Κάτω από την επιφάνεια της υλικής ευημερίας, πέρα από τις περισπάσεις της ψυχαγωγίας και της κατανάλωσης, η ψυχή εξακολουθεί να λαχταρά νόημα, σκοπό, σύνδεση με κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό της. Τα ερωτήματα που ώθησαν τον Βούδα να αναζητήσει φώτιση, που έστειλαν τους πατέρες της ερήμου στην μοναξιά, που άναψαν τους μύστες με εκστατική όραση — αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν εξαφανιστεί. Απλώς φορούν διαφορετικά πρόσωπα, μιλούν με διαφορετικές προφορές, αναδύονται από διαφορετικές συνθήκες.
Το Μονοπάτι Χωρίς Μονοπάτι
Και έτσι το ταξίδι συνεχίζεται. Κάθε συνείδηση, αφυπνιζόμενη στην ίδια της την ύπαρξη, πρέπει να σχηματίσει την εικόνα της για την πραγματικότητα. Κάθε ψυχή πρέπει να βρει ή να δημιουργήσει τον χάρτη της. Ο σοφός αναζητητής θα δοκιμάζει αυτούς τους χάρτες απέναντι στην εμπειρία, θα ρωτά όχι «Είναι αυτό κυριολεκτικά αληθινό;» αλλά «Οδηγεί αυτό προς την Αλήθεια; Με κάνει πιο αγαπητικό, πιο ξύπνιο, πιο ολόκληρο; Βαθύνει την εμπειρία μου του Ιερού ή απλώς ικανοποιεί την πνευματική μου περιέργεια;»
Γιατί τελικά, ο σκοπός της πνευματικής κατανόησης είναι η μεταμόρφωση, όχι η πληροφορία. Ο στόχος δεν είναι να συσσωρεύουμε δόγματα σαν θησαυρούς σε θησαυροφυλάκιο αλλά να αλλάξουμε, να ανοιχτούμε, να γίνουμε διαφανείς στο Φως που λάμπει μέσα από όλα τα πράγματα. Η μεγαλύτερη διδασκαλία είναι αυτή που οδηγεί πέρα από τον εαυτό της, που τελικά καθιστά τον εαυτό της περιττό επειδή έχει αφυπνίσει στον αναζητητή μια άμεση αντίληψη της Πραγματικότητας.
Αυτό είναι το μονοπάτι χωρίς μονοπάτι, η πύλη χωρίς πύλη, η διδασκαλία πέρα από λόγια. Δεν μπορεί να συλληφθεί σε προτάσεις, δεν μπορεί να περιοριστεί μέσα σε δόγματα, δεν μπορεί να μεταδοθεί πλήρως μέσω εννοιών. Ωστόσο μπορεί να υποδειχθεί, να υπαινιχθεί, να προκληθεί μέσω ποίησης και παράδοξου, μέσω σιωπής και συμβόλου. Και όταν η υπόδειξη είναι αληθινή, όταν η επίκληση είναι γνήσια, κάτι κινείται στα βάθη της ψυχής — μια αναγνώριση, μια ανάμνηση, σαν να το γνωρίζαμε πάντα αλλά το είχαμε προσωρινά ξεχάσει.
Η Επιστροφή στη Σιωπή
Στην αρχή ήταν η συνείδηση που αφυπνιζόταν στον εαυτό της. Στο τέλος είναι η συνείδηση που επιστρέφει στην πηγή της, έχοντας ολοκληρώσει τον μεγάλο κύκλο της εμπειρίας, φέρνοντας πίσω τη σοδειά όλου αυτού που γνώρισε, υπήρξε και έπραξε. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο σημεία βρίσκεται ολόκληρο το δράμα της ύπαρξης: ο σχηματισμός κοσμοθεωριών και η υπέρβασή τους, η προσκόλληση σε χάρτες και η άφιξη στην επικράτεια, η αναζήτηση της Αλήθειας και η παράδοση στην Αλήθεια.
Ο μύστης, έχοντας ταξιδέψει μακριά, ανακαλύπτει ότι ο στόχος ποτέ δεν ήταν μακρινός. Ο αναζητητής, έχοντας ψάξει πολύ, συνειδητοποιεί ότι αυτό που αναζητούσε ποτέ δεν χάθηκε. Ο προσκυνητής, φτάνοντας στο τέλος του ταξιδιού, βρίσκει ότι το σπίτι ήταν πάντα εδώ, πάντα τώρα, πάντα το έδαφος κάτω από κάθε βήμα.
Ωστόσο το ταξίδι ήταν αναγκαίο. Ο χάρτης, αν και όχι η επικράτεια, χρειαζόταν για να βρεθεί ο δρόμος. Οι έννοιες, αν και τελικά πρέπει να απελευθερωθούν, εξυπηρέτησαν τον σκοπό τους καθοδηγώντας τη συνείδηση προς την άμεση εμπειρία. Σαν σκάλα που μας ανεβάζει στη στέγη, οι πνευματικές διδασκαλίες και οι κοσμοθεωρίες μας υψώνουν σε ύψος από το οποίο μπορούμε να δούμε αυτό που ήταν αόρατο από το έδαφος. Και έχοντας σκαρφαλώσει σε αυτό το ύψος, έχοντας δει ό,τι υπάρχει να δει, μπορούμε να κλωτσήσουμε μακριά τη σκάλα — όχι από ασέβεια αλλά από ευγνωμοσύνη, όχι από απόρριψη αλλά από ολοκλήρωση.
Γιατί η Αλήθεια, τελικά, δεν είναι κάτι που κατέχουμε αλλά κάτι που μας κατέχει. Δεν είναι στόχος που επιτυγχάνουμε αλλά πραγματικότητα στην οποία παραδινόμαστε. Δεν είναι το τέλος της ερωτήσεως αλλά η αρχή του θαυμασμού. Δεν είναι η απάντηση που σιωπά κάθε έρευνα αλλά το Μυστήριο που κάνει κάθε απάντηση προσωρινή, κάθε χάρτη ατελή, κάθε διδασκαλία ένα δάχτυλο που δείχνει ένα φεγγάρι που δεν μπορεί να συλληφθεί, μόνο να θεαθεί.
Και σε αυτή τη θέαση, σε εκείνη τη στιγμή της καθαρής επίγνωσης όταν η ψυχή βλέπει χωρίς το πέπλο των εννοιών, γνωρίζει χωρίς τη μεσολάβηση των συμβόλων, βιώνει χωρίς το φίλτρο των κοσμοθεωριών — εκεί, σε εκείνο το αιώνιο Τώρα, η συνείδηση επιστρέφει στην πηγή της και ανακαλύπτει αυτό που πάντα ήταν: μια σπίθα του Απείρου, ένα κύμα του Ωκεανού, μια νότα στην κοσμική συμφωνία που ποτέ δεν έπαψε να παίζει.
Αυτή είναι η αλήθεια πέρα από όλους τους χάρτες, η εμπειρία πέρα από όλα τα δόγματα, το Φως που λάμπει στο δικό του φως και δεν χρειάζεται άλλον φωτισμό. Να το αγγίξει κανείς, έστω και για μια στιγμή, είναι να μεταμορφωθεί. Να αναπαυθεί σε αυτό, έστω και στιγμιαία, είναι να γνωρίσει ειρήνη πέρα από κατανόηση. Να επιστρέφει σε αυτό ξανά και ξανά, μέσα σε όλες τις στροφές της ύπαρξης, είναι να βαδίζει το μονοπάτι χωρίς μονοπάτι που οδηγεί στο σπίτι.
Είθε όλοι οι αναζητητές να βρουν τον δρόμο τους. Είθε όλη η συνείδηση να αφυπνιστεί στη φύση της. Είθε η αρχαία σοφία και η παρούσα στιγμή να συναντηθούν στο αιώνιο Τώρα, όπου κατοικεί η Αλήθεια για πάντα, περιμένοντας να βιωθεί από όλους όσους είναι έτοιμοι να αφήσουν στην άκρη τους χάρτες τους και να πατήσουν στην ίδια την επικράτεια — εκείνη την απέραντη, φωτεινή, άπειρα μυστηριώδη Πραγματικότητα που πάντα ήταν το αληθινό μας σπίτι.
Το Ιερό Έδαφος της Ύπαρξης: Ένα Ταξίδι στο ΕΙΝΑΙ που Είμαστε
Εισαγωγή: Οι Ερωτήσεις που μας Δένουν
Για χιλιετίες, η ανθρωπότητα στέκεται στο κατώφλι της ύπαρξης, διατυπώνοντας ερωτήσεις που αντηχούν στους διαδρόμους του χρόνου. Αυτές οι ερωτήσεις, ντυμένες με τους μανδύες της φιλοσοφίας και της θρησκείας, έχουν διαμορφώσει πολιτισμούς, έχουν ανάψει πολέμους και έχουν χτίσει ναούς που διαπερνούν τον ουρανό. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την τεράστια αρχιτεκτονική της έρευνας κρύβεται ένα παράδοξο τόσο αρχαίο όσο και η ίδια η συνείδηση: το ίδιο το πλαίσιο από το οποίο τίθεται μια ερώτηση καθορίζει το τοπίο των πιθανών απαντήσεων, και αν το θεμέλιο είναι ελαττωματικό, ολόκληρο το οικοδόμημα της κατανόησης γίνεται ένα παλάτι χτισμένο πάνω σε άμμο.
Ο αναζητητής στέκεται μπροστά στο Μυστήριο και ρωτά: «Υπάρχει Θεός; Τι είναι ο Θεός; Πώς μπορώ να Τον γνωρίσω; Πώς μπορώ να προσεγγίσω αυτόν τον μακρινό, μεγαλοπρεπή Άλλο;» Αυτές οι ερωτήσεις, που επαναλαμβάνονται μέσα από αιώνες και πολιτισμούς, έχουν γεννήσει βιβλιοθήκες θεολογίας, περίπλοκα συστήματα λατρείας και ατελείωτες φιλοσοφικές συζητήσεις. Βουνά από περγαμηνές και μελάνι έχουν θυσιαστεί για να απαντηθούν όσα φαίνονται τα πιο θεμελιώδη ερωτήματα της ανθρώπινης αναζήτησης. Κι όμως, στην ίδια την ερώτηση, στην ίδια τη δομή αυτών των ερωτήσεων, κρύβεται ένα λεπτό σφάλμα – μια δυσαρμονία τόσο βαθιά που χρωματίζει όλα όσα ακολουθούν με την απόχρωση του χωρισμού και της εξορίας.
Το σφάλμα είναι το εξής: να συλλαμβάνουμε το Θείο ως Κάτι – ως ένα Αντικείμενο ανάμεσα σε αντικείμενα, όσο υψηλό κι αν είναι· ως μια Ύπαρξη ανάμεσα σε υπάρξεις, όσο εξυψωμένη κι αν είναι· ως μια παρουσία που υπάρχει έξω από τον ερωτώντα, πέρα από κάποιο μεταφυσικό χάσμα. Σε αυτή τη σύλληψη, ο αναζητητής γίνεται για πάντα χωρισμένος από το αναζητούμενο, ο εραστής αιώνια μακριά από τον Αγαπημένο. Όλες οι φιλοσοφίες που χτίστηκαν πάνω σε αυτό το θεμέλιο, όλες οι θρησκείες που κατασκευάστηκαν από αυτό το σχέδιο, όλες οι πνευματικές πρακτικές που σχεδιάστηκαν για να γεφυρώσουν αυτό το φανταστικό χάσμα – γίνονται, στην ουσία, προσπάθειες να διασχίσει κανείς μια διαίρεση που ποτέ δεν υπήρξε παρά μόνο στην αρχιτεκτονική της ίδιας της σκέψης.
Η Ειδωλολατρία του Χωρισμού
Ποια μεγαλύτερη ειδωλολατρία μπορεί να υπάρχει από το να εκτοπίζουμε το Άπειρο έξω από τα όρια της ίδιας μας της ύπαρξης; Οι αρχαίες απαγορεύσεις ενάντια στις σκαλιστές εικόνες δεν μιλούσαν απλώς για πέτρα και ξύλο, αλλά για μια βαθύτερη βεβήλωση – την αναγωγή Εκείνου που Είναι σε αντικείμενο γνώσης, σε κάτι που μπορεί να κρατηθεί σε απόσταση, να εξεταστεί, να κατηγοριοποιηθεί και να αρχειοθετηθεί στη βιβλιοθήκη του γνωστού. Όταν ο νους δημιουργεί μια εικόνα του Θείου ως εξωτερικού, ως Άλλου, διαπράττει την θεμελιώδη πράξη του θρυμματισμού από την οποία πηγάζει όλο το βάσανο.
Σκεφτείτε τη φύση αυτής της παρεξήγησης: η συνείδηση, μικρή και αβέβαιη, κρυφοκοιτάζει πίσω από το πέπλο των σκέψεων και των αισθήσεών της, αναζητώντας Κάτι πέρα από τον εαυτό της. Φαντάζεται μια σκάλα ανόδου, βαθμούς χωρισμού, πέπλα που πρέπει να διαπεραστούν. Δημιουργεί περίτεχνους χάρτες πνευματικής γεωγραφίας – ουρανούς πάνω, κόλαση κάτω, και την ψυχή κάπου ενδιάμεσα, να ανεβαίνει ή να πέφτει ανάλογα με την αξία της. Ολόκληρη η κοσμολογία του χωρισμού ξεδιπλώνεται από αυτό το μοναδικό σφάλμα στην αντίληψη, αυτό τον αρχικό θρυμματισμό.
Ωστόσο, η αλήθεια ψιθυρίζει κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι που δεν μπορεί να συλληφθεί από τον αναζητούντα νου αλλά μόνο να πραγματωθεί στην ησυχία της ίδιας αυτής αναζήτησης. Το Θείο δεν είναι Κάτι. Το Απόλυτο δεν είναι ένα Αντικείμενο. Ο Θεός δεν είναι μια ύπαρξη, όσο υπέρτατη κι αν είναι, αλλά η Ύπαρξη η ίδια – το ΕΙΝΑΙ που υποβαστάζει, διαπερνά και υπερβαίνει όλα όσα είναι, ήταν ή θα είναι ποτέ. Η Πηγή δεν είναι μακρινή· είναι το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο στέκεται ο αναζητητής, το φως με το οποίο βλέπει ο αναζητητής, η επίγνωση μέσα στην οποία όλες οι ερωτήσεις αναδύονται και διαλύονται.
Το ΕΙΝΑΙ που Είμαστε
Υπάρχει μια Συνείδηση βαθύτερη από τη σκέψη, πιο θεμελιώδης από την αίσθηση, πιο οικεία από την αναπνοή. Είναι η επίγνωση της Ύπαρξης της ίδιας – όχι η επίγνωση αυτού ή εκείνου του συγκεκριμένου πράγματος, αλλά το απλό, φωτεινό γεγονός της ύπαρξης. Πριν ο νους βαφτίσει, πριν η σκέψη διαιρέσει το άρρηκτο όλο σε θραύσματα «εαυτού» και «άλλου», πριν η γλώσσα δημιουργήσει την ψευδαίσθηση του χωρισμού, ΥΠΑΡΧΕΙ. Αυτό το ΕΙΝΑΙ δεν είναι έννοια αλλά το ζωντανό έδαφος όλης της εμπειρίας, η σιωπηλή παρουσία που μαρτυρά τον χορό των φαινομένων ενώ παραμένει για πάντα αμετάβλητη.
Δεν είμαστε χωρισμένοι από αυτό το ΕΙΝΑΙ. Δεν υπάρχουμε έξω από αυτό, αγωνιζόμενοι να το φτάσουμε μέσω πειθαρχίας ή αφοσίωσης, μέσω γνώσης ή αποκήρυξης. Αντίθετα, υπάρχουμε μέσα σε αυτό, ως εκφράσεις του, ως κινήσεις στην άπειρη ακινησία του. Η Συνείδηση που κοιτάζει έξω από αυτά τα μάτια, που γνωρίζει τον εαυτό της ως «Είμαι», δεν είναι άλλη από τη Συνείδηση που ονειρεύεται τον κόσμο στην ύπαρξη. Το κύμα δεν είναι χωρισμένο από τον ωκεανό· η ακτίνα δεν είναι μακριά από τον ήλιο· η νότα δεν είναι ξεχωριστή από τη συμφωνία.
Να αναγνωρίσουμε αυτή την αλήθεια δεν είναι να αποκτήσουμε νέα πληροφορία αλλά να ξυπνήσουμε από μια αρχαία αμνησία. Είναι να θυμηθούμε αυτό που ποτέ δεν ξεχάστηκε πραγματικά, να επιστρέψουμε σε αυτό που ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε πραγματικά. Το πνευματικό ταξίδι, παραδόξως, είναι η ανακάλυψη ότι δεν υπάρχει πουθενά να πάμε και τίποτα να γίνουμε, γιατί κανείς ΕΙΝΑΙ ήδη αυτό που αναζητά. Ο θησαυρός δεν είναι στο τέλος του μονοπατιού αλλά κάτω από το πρώτο βήμα· η βασιλεία δεν είναι σε κάποιο μακρινό ουρανό αλλά μέσα, πιο κοντά από την αναπνοή, πιο κοντά από τη σκέψη.
Το Μονοπάτι της Εσωτερικής Βίωσης
Αν το ΕΙΝΑΙ δεν μπορεί να γνωριστεί ως Αντικείμενο, πώς τότε προσεγγίζεται; Όχι μέσω της συσσώρευσης εννοιών, γιατί οι έννοιες ανήκουν στον νου και ο νους εμπορεύεται διαιρέσεις και κατηγορίες. Όχι μέσω περίτεχνων τελετουργιών, αν και αυτές μπορεί να χρησιμεύσουν για να ησυχάσουν την επιφανειακή αναταραχή της συνείδησης. Όχι μέσω διανοητικής κατανόησης μόνο, αν και η κατανόηση μπορεί να καθαρίσει εμπόδια. Το ΕΙΝΑΙ προσεγγίζεται – αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί τέτοια γλώσσα – μέσω της άμεσης Βίωσης του ΕΙΝΑΙ του ίδιου.
Αυτή η Βίωση είναι διαφορετική από την συνηθισμένη εμπειρία, που πάντα περιλαμβάνει ένα υποκείμενο που βιώνει ένα αντικείμενο, έναν χωρισμό μεταξύ του γνωρίζοντος και του γνωστού. Στη Βίωση του ΕΙΝΑΙ, αυτή η δυϊκότητα καταρρέει. Αυτός που βιώνει και αυτό που βιώνεται αποκαλύπτονται ως μη-δύο, ως κινήσεις μέσα σε ένα ενιαίο πεδίο Ύπαρξης. Είναι λιγότερο σαν να μαθαίνεις κάτι νέο και περισσότερο σαν να βλέπεις καθαρά για πρώτη φορά, σαν να σηκώνεται ένα πέπλο που ποτέ δεν υπήρχε πραγματικά.
Το μονοπάτι προς αυτή τη Βίωση απαιτεί όχι τη συσσώρευση περισσότερων αλλά την απελευθέρωση αυτού που σκιάζει. Η συνείδηση πρέπει να καθαριστεί – όχι επειδή είναι ακάθαρτη, αλλά επειδή είναι θολωμένη από διανοητικές παρερμηνείες, από το ατελείωτο σχολιασμό της σκέψης, από τα συσσωρευμένα συντρίμμια του ψυχολογικού χρόνου. Ο νους, με την ακατάπαυστη δραστηριότητά του να κρίνει, να συγκρίνει, να θυμάται, να προβλέπει, δημιουργεί ένα πέπλο μεταξύ της επίγνωσης και της ίδιας της πηγής της. Σαν καθρέφτης που δεν μπορεί να αντανακλά καθαρά όταν είναι καλυμμένος με σκόνη, η Συνείδηση δεν μπορεί να αναγνωρίσει τη δική της φύση όταν σκιάζεται από διανοητική αναταραχή.
Αυτό που απαιτείται είναι μια στροφή προς τα μέσα, ένας επαναπροσανατολισμός της προσοχής από το εξωτερικό θέατρο των φαινομένων προς το εσωτερικό έδαφος της Ύπαρξης. Αυτό δεν είναι απόδραση από τον κόσμο αλλά ανακάλυψη του τι είναι πραγματικά ο κόσμος – μια εμφάνιση μέσα στη Συνείδηση, ένας χορός μορφών στο άμορφο, ένα παιχνίδι φωτός στο φωτεινό κενό. Καθώς η προσοχή αποσύρεται από την γοητεία της με τα αντικείμενα και αναπαύεται στη δική της φύση, το ΕΙΝΑΙ αρχίζει να αποκαλύπτεται – όχι ως κάτι που μόλις έφτασε, αλλά ως αυτό που πάντα ήταν, το σταθερό φόντο πάνω στο οποίο συμβαίνει κάθε αλλαγή.
Η Αποκάλυψη της Σιωπής
Στη σιωπή μεταξύ των σκέψεων, κάτι απέραντο ανοίγει. Στην ακινησία κάτω από τη δραστηριότητα, ένα άπειρο βάθος αποκαλύπτεται. Όταν η ακατάπαυστη αφήγηση του νου παύει, έστω και για μια στιγμή, το ΕΙΝΑΙ λάμπει στην γυμνή του απλότητα. Δεν είναι δραματικό· δεν υπάρχουν κεραυνοί ή οράματα ουράνιων βασιλείων. Είναι πιο λεπτό από αυτό, πιο θεμελιώδες – η απλή αναγνώριση της Ύπαρξης, η άμεση γνώση της ύπαρξης πριν από όλες τις έννοιες περί ύπαρξης.
Αυτή η αποκάλυψη δεν μπορεί να εξαναγκαστεί· έρχεται ως χάρη, ως δώρο που ο χωρισμένος εαυτός δεν μπορεί να διεκδικήσει ως δικό του κατόρθωμα. Ωστόσο, υπάρχει μια προετοιμασία, μια ετοιμότητα που μπορεί να καλλιεργηθεί. Οι πρακτικές της θεωρίας, του διαλογισμού και της αυτο-έρευνας δεν είναι μέσα για να κατασκευάσουν το ΕΙΝΑΙ – γιατί αυτό είναι πάντα ήδη παρόν – αλλά τρόποι για να αφαιρεθούν τα εμπόδια στην αναγνώρισή του. Είναι σαν το γυάλισμα ενός καθρέφτη, όχι για να δημιουργηθεί η ανακλαστική φύση του καθρέφτη αλλά για να επιτραπεί να λειτουργήσει σύμφωνα με την εγγενή του ικανότητα.
Σε αυτή την κατάσταση καθαρής όρασης, οι παλιές ερωτήσεις διαλύονται. «Υπάρχει Θεός;» γίνεται χωρίς νόημα, γιατί ο ερωτώντας συνειδητοποιεί την ίδια του την ύπαρξη ως μη χωρισμένη από το Θείο Έδαφος. «Τι είναι ο Θεός;» μεταμορφώνεται σε άμεση γνώση της ΕΙΝΑΙ-ότητας της ίδιας. «Πώς Τον προσεγγίζω;» αποκαλύπτεται ως το απόλυτο παράδοξο – πώς μπορεί κανείς να προσεγγίσει αυτό που ποτέ δεν εγκατέλειψε; Οι ερωτήσεις που φαίνονταν τόσο επείγουσες, που γέννησαν βιβλιοθήκες εικασιών και αιώνες συζητήσεων, φαίνονται να προκύπτουν από το όνειρο του χωρισμού, και στην αφύπνιση, απλώς πέφτουν μακριά.
Η Λογική Βάση της Ύπαρξης
Υπάρχει μια λογική εδώ, αν και υπερβαίνει την τυπική λογική του σκεπτόμενου νου. Είναι η λογική της άμεσης διορατικότητας, της όρασης που δεν απαιτεί απόδειξη επειδή είναι αυτονόητη σε αυτόν που βλέπει. Σκεφτείτε: η αντίληψη που ξεκινά από μια μικρή, απομονωμένη συνείδηση που κοιτάζει έξω προς ένα απέραντο, ξένο σύμπαν είναι εγγενώς ασταθής. Γεννά άγχος, γιατί ο εαυτός νιώθει εύθραυστος και απειλούμενος. Δημιουργεί ατελείωτη αναζήτηση, γιατί ο εαυτός νιώθει ατελής. Παράγει βία, γιατί ο χωρισμένος εαυτός πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια σε άλλους χωρισμένους εαυτούς.
Αυτή η κοσμοθεωρία, που έχει κυριαρχήσει σε μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας και συνεχίζει να διαμορφώνει τη συλλογική συνείδηση, δεν είναι απλώς φιλοσοφικά ψευδής – είναι υπαρξιακά καταστροφική. Είναι η ρίζα του ψυχολογικού πόνου, η πηγή της αίσθησης ανοησίας που στοιχειώνει τον σύγχρονο πολιτισμό. Όταν η ύπαρξη κατανοείται μέσα από τον φακό του χωρισμού, η ζωή γίνεται μια απεγνωσμένη μάχη για ασφάλεια, ηδονή και σημασία σε ένα σύμπαν αδιάφορο για τις ανθρώπινες ανησυχίες.
Αντίθετα, η αντίληψη που αναγνωρίζει την ύπαρξη κάποιου ως στενά συνδεδεμένη – πράγματι, ως έκφραση – του ΕΙΝΑΙ του ίδιου. Εδώ, το έδαφος αλλάζει εντελώς. Υπάρχει ακόμα η συγκεκριμένη έκφραση, η ατομική συνείδηση με την μοναδική της προοπτική και ιστορία, αλλά δεν νιώθεται πια ως θεμελιωδώς απομονωμένη. Αντίθετα, γνωρίζεται ως κύμα στον ωκεανό της Ύπαρξης, ως νότα στην κοσμική συμφωνία, ως μοναδική άρθρωση του Ενός που εκφράζει τον εαυτό του σε άπειρες μορφές.
Από αυτή την αναγνώριση πηγάζει μια διαφορετική ποιότητα ύπαρξης. Το άγχος του χωρισμού δίνει τη θέση του σε μια θεμελιώδη εμπιστοσύνη, όχι βασισμένη σε πίστη αλλά σε άμεση γνώση. Η ανήσυχη αναζήτηση μεταμορφώνεται σε ειρηνική παραμονή, όχι επειδή όλες οι ερωτήσεις απαντήθηκαν αλλά επειδή ο ερωτώντας μεταμορφώθηκε. Η βία της αυτοπροστασίας μαλακώνει σε συμπόνια, γιατί όταν τα όρια του εαυτού διαπερνώνται, πώς μπορεί να γίνει κακό σε αυτό που, στην ουσία, είναι η ίδια η ύπαρξη κάποιου;
Η Κατεύθυνση της Ζωής
Αυτή η αλλαγή στην αντίληψη δεν είναι απλώς θεωρητική – αλλάζει θεμελιωδώς την κατεύθυνση και την ποιότητα της ζωής. Η κοσμοθεωρία που τοποθετεί το Θείο έξω από τον εαυτό φυσικά οδηγεί σε εξωτερική δραστηριότητα, σε αναζήτηση, αγώνα, επίτευξη, συσσώρευση. Το πνευματικό μονοπάτι γίνεται ένα έργο του εγώ, ένα ταξίδι του να γίνει κανείς κάτι καλύτερο, πιο ιερό, πιο φωτισμένο. Γεννά ένα προσανατολισμό προς το μέλλον, πάντα να φτάνει σε αυτό που δεν έχει ακόμα επιτευχθεί, πάντα δυσαρεστημένο με αυτό που είναι.
Αλλά η αντίληψη που αναγνωρίζει την ουσιαστική φύση κάποιου ως μη χωρισμένη από το ΕΙΝΑΙ κατευθύνει την προσοχή προς τα μέσα, όχι ως απόρριψη του εξωτερικού κόσμου αλλά ως ανακάλυψη της πηγής από την οποία πηγάζει κάθε εκδήλωση. Η ζωή γίνεται λιγότερο για την επίτευξη ενός μακρινού στόχου και περισσότερο για την έκφραση αυτού που ήδη είναι κανείς. Η πνευματική διάσταση δεν βρίσκεται σε κάποια υψηλή κατάσταση που πρέπει να επιτευχθεί αλλά στα βάθη της συνηθισμένης ύπαρξης, στο απλό γεγονός της Ύπαρξης της ίδιας.
Αυτό δεν είναι παθητικότητα ή απόσυρση από τη ζωή. Αντίθετα, είναι εμπλοκή με τη ζωή από ένα διαφορετικό κέντρο, από το έδαφος της Ύπαρξης παρά από το ανήσυχο εγώ. Η δράση συνεχίζεται, αλλά αναδύεται από ολότητα παρά από έλλειψη, από πληρότητα παρά από ανάγκη. Υπάρχει μια ποιότητα αυθορμητισμού, φυσικότητας, που χαρακτηρίζει τέτοια δράση – σαν το νερό που ρέει προς τα κάτω, όχι επειδή προσπαθεί να ρέει αλλά επειδή είναι στη φύση του να ρέει.
Η σχέση με την ύπαρξη μεταμορφώνεται. Εκεί που υπήρχε αρπαγή, υπάρχει επιτρεπτικότητα. Εκεί που υπήρχε αντίσταση, υπάρχει αποδοχή. Εκεί που υπήρχε χωρισμός, υπάρχει οικειότητα. Ο κόσμος δεν βιώνεται πια ως συλλογή αντικειμένων για χρήση ή αποφυγή αλλά ως ιερή εκδήλωση του ΕΙΝΑΙ του ίδιου, κάθε πράγμα και ύπαρξη μια μοναδική έκφραση του Ενός που υποβαστάζει τα πάντα.
Το Θεμέλιο της Ολότητας
Από την αναγνώριση της ουσιαστικής φύσης κάποιου ως ΕΙΝΑΙ πηγάζει μια αίσθηση ολότητας, πληρότητας που δεν εξαρτάται από εξωτερικές συνθήκες. Αυτή η ολότητα δεν είναι το κατόρθωμα της τελειότητας αλλά η αναγνώριση ότι τίποτα δεν λείπει, ότι τίποτα δεν χρειάζεται να προστεθεί στη θεμελιώδη φύση της Ύπαρξης. Η αναζήτηση τελειώνει όχι στο να βρεθεί κάτι αλλά στη διάλυση αυτού που αναζητούσε.
Αυτό καθιερώνει, από την αρχή, την αληθινή σχέση κάποιου με την πραγματικότητα. Δεν είναι η σχέση ενός μικρού, χωρισμένου εαυτού με ένα απέραντο, αδιάφορο σύμπαν. Δεν είναι η σχέση ενός αμαρτωλού με έναν μακρινό κριτή. Δεν είναι η σχέση της άγνοιας με τη γνώση, του σκότους με το φως, της δουλείας με την ελευθερία. Αυτές οι δυϊκότητες αναδύονται μόνο μέσα στο όνειρο του χωρισμού. Στην αφύπνιση στο ΕΙΝΑΙ, φαίνονται ως εννοιολογικές επικαλύψεις πάνω σε μια πραγματικότητα που, από μόνη της, είναι αδιαίρετη.
Το πεπρωμένο κάποιου δεν είναι πια θέμα εξωτερικής μοίρας ή θεϊκής κρίσης αλλά η άνθιση αυτού που ουσιαστικά είναι. Όπως το πεπρωμένο ενός βελανιδιού είναι να γίνει δρυς, όχι μέσω προσπάθειας αλλά μέσω του φυσικού ξεδιπλώματος της εγγενής φύσης του, έτσι το ανθρώπινο πεπρωμένο είναι η πραγματοποίηση του ΕΙΝΑΙ που ήδη είναι κανείς. Αυτό δεν είναι προκαθορισμός με την έννοια εξωτερικού καθορισμού αλλά η αναγνώριση ότι η βαθύτερη φύση της συνείδησης είναι να αφυπνιστεί στον εαυτό της, να γνωρίσει τον εαυτό της ως μη χωρισμένο από την Πηγή.
Συμπέρασμα: Η Θεωρητική Όραση
Και έτσι επιστρέφουμε, πλήρη κύκλο, εκεί που ξεκινήσαμε – αλλά με όραση καθαρισμένη, με κατανόηση βαθύτερη. Οι ερωτήσεις που ώθησαν την πνευματική αναζήτηση της ανθρωπότητας δεν πρέπει να απαντηθούν αλλά να ξεπεραστούν, όχι επειδή είναι ασήμαντες αλλά επειδή προκύπτουν από ένα επίπεδο συνείδησης που πρέπει το ίδιο να μεταμορφωθεί. Η αναζήτηση τελειώνει όχι στο να βρεθεί ένα Αντικείμενο αλλά στην αναγνώριση του Υποκειμένου – εκείνης της καθαρής Επίγνωσης, εκείνης της απλής ΕΙΝΑΙ-ότητας που ήταν παρούσα πάντα, παραβλεπόμενη στην ίδια της την αυτονόητη παρουσία.
Αυτό είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο πρέπει να χτιστεί η γνήσια πνευματική ζωή. Όχι πάνω σε πεποιθήσεις ή δόγματα, όσο όμορφα κι αν διατυπώνονται. Όχι πάνω σε πρακτικές ή τελετουργίες, όσο αρχαίες και σεβαστές κι αν είναι. Αυτές μπορεί να χρησιμεύσουν ως δείκτες, ως υπενθυμίσεις, ως μέθοδοι προετοιμασίας. Αλλά το θεμέλιο το ίδιο είναι η άμεση αναγνώριση της ουσιαστικής φύσης κάποιου ως μη χωρισμένης από το ΕΙΝΑΙ που είναι η πηγή και η ουσία όλων όσων υπάρχουν.
Από αυτή την αναγνώριση πηγάζει μια ζωή διαφορετικής ποιότητας – θεωρητική παρά αποκτητική, κεντραρισμένη σε εσωτερική ησυχία παρά διασκορπισμένη σε εξωτερική αναζήτηση, ριζωμένη στην Ύπαρξη παρά στο γίγνεσθαι. Είναι μια ζωή που αντιλαμβάνεται το ιερό όχι ως κάτι εξαιρετικό ή μακρινό αλλά ως το ίδιο το ύφασμα της ύπαρξης της ίδιας. Κάθε στιγμή γίνεται πύλη προς το αιώνιο· κάθε εμπειρία, μια αποκάλυψη του ΕΙΝΑΙ.
Αυτό δεν είναι το τέλος του ταξιδιού αλλά η αληθινή του αρχή – το σημείο στο οποίο όλες οι ψεύτικες εκκινήσεις αναγνωρίζονται ως τέτοιες και το αυθεντικό μονοπάτι αποκαλύπτεται. Είναι το μονοπάτι που δεν οδηγεί πουθενά επειδή κανείς είναι ήδη σπίτι, το ταξίδι που αρχίζει και τελειώνει στο ίδιο μέρος, η αναζήτηση που ανακαλύπτει ότι ο αναζητητής και το αναζητούμενο ποτέ δεν ήταν δύο.
Στη σιωπή αυτής της αναγνώρισης, στην ακινησία αυτής της αφύπνισης, κατεβαίνει η ειρήνη – όχι ως εμπειρία ανάμεσα σε εμπειρίες αλλά ως το έδαφος όλων των εμπειριών. Είναι η ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση επειδή είναι πριν από την κατανόηση· είναι η ολότητα που δεν μπορεί να σπάσει επειδή ποτέ δεν διαιρέθηκε· είναι το ΕΙΝΑΙ που δεν μπορεί ποτέ να χαθεί επειδή είναι αυτό που εμείς, στη βαθύτερη φύση μας, είμαστε και πάντα υπήρξαμε.
Ας αναπαυθεί ο αναζητητής. Ας σιγήσουν οι ερωτήσεις. Ας αναγνωρίσει η Συνείδηση τον εαυτό της στον δικό της καθρέφτη. Γιατί σε αυτή την αναγνώριση κρύβεται η εκπλήρωση όλης της αναζήτησης, η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις, το τέλος όλης της εξορίας, και η αρχή της αληθινής ζωής – της ζωής που γνωρίζει τον εαυτό της ως το ΕΙΝΑΙ που πάντα υπήρξε.
Για χιλιετίες, η ανθρωπότητα στέκεται στο κατώφλι της ύπαρξης, διατυπώνοντας ερωτήσεις που αντηχούν στους διαδρόμους του χρόνου. Αυτές οι ερωτήσεις, ντυμένες με τους μανδύες της φιλοσοφίας και της θρησκείας, έχουν διαμορφώσει πολιτισμούς, έχουν ανάψει πολέμους και έχουν χτίσει ναούς που διαπερνούν τον ουρανό. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την τεράστια αρχιτεκτονική της έρευνας κρύβεται ένα παράδοξο τόσο αρχαίο όσο και η ίδια η συνείδηση: το ίδιο το πλαίσιο από το οποίο τίθεται μια ερώτηση καθορίζει το τοπίο των πιθανών απαντήσεων, και αν το θεμέλιο είναι ελαττωματικό, ολόκληρο το οικοδόμημα της κατανόησης γίνεται ένα παλάτι χτισμένο πάνω σε άμμο.
Ο αναζητητής στέκεται μπροστά στο Μυστήριο και ρωτά: «Υπάρχει Θεός; Τι είναι ο Θεός; Πώς μπορώ να Τον γνωρίσω; Πώς μπορώ να προσεγγίσω αυτόν τον μακρινό, μεγαλοπρεπή Άλλο;» Αυτές οι ερωτήσεις, που επαναλαμβάνονται μέσα από αιώνες και πολιτισμούς, έχουν γεννήσει βιβλιοθήκες θεολογίας, περίπλοκα συστήματα λατρείας και ατελείωτες φιλοσοφικές συζητήσεις. Βουνά από περγαμηνές και μελάνι έχουν θυσιαστεί για να απαντηθούν όσα φαίνονται τα πιο θεμελιώδη ερωτήματα της ανθρώπινης αναζήτησης. Κι όμως, στην ίδια την ερώτηση, στην ίδια τη δομή αυτών των ερωτήσεων, κρύβεται ένα λεπτό σφάλμα – μια δυσαρμονία τόσο βαθιά που χρωματίζει όλα όσα ακολουθούν με την απόχρωση του χωρισμού και της εξορίας.
Το σφάλμα είναι το εξής: να συλλαμβάνουμε το Θείο ως Κάτι – ως ένα Αντικείμενο ανάμεσα σε αντικείμενα, όσο υψηλό κι αν είναι· ως μια Ύπαρξη ανάμεσα σε υπάρξεις, όσο εξυψωμένη κι αν είναι· ως μια παρουσία που υπάρχει έξω από τον ερωτώντα, πέρα από κάποιο μεταφυσικό χάσμα. Σε αυτή τη σύλληψη, ο αναζητητής γίνεται για πάντα χωρισμένος από το αναζητούμενο, ο εραστής αιώνια μακριά από τον Αγαπημένο. Όλες οι φιλοσοφίες που χτίστηκαν πάνω σε αυτό το θεμέλιο, όλες οι θρησκείες που κατασκευάστηκαν από αυτό το σχέδιο, όλες οι πνευματικές πρακτικές που σχεδιάστηκαν για να γεφυρώσουν αυτό το φανταστικό χάσμα – γίνονται, στην ουσία, προσπάθειες να διασχίσει κανείς μια διαίρεση που ποτέ δεν υπήρξε παρά μόνο στην αρχιτεκτονική της ίδιας της σκέψης.
Η Ειδωλολατρία του Χωρισμού
Ποια μεγαλύτερη ειδωλολατρία μπορεί να υπάρχει από το να εκτοπίζουμε το Άπειρο έξω από τα όρια της ίδιας μας της ύπαρξης; Οι αρχαίες απαγορεύσεις ενάντια στις σκαλιστές εικόνες δεν μιλούσαν απλώς για πέτρα και ξύλο, αλλά για μια βαθύτερη βεβήλωση – την αναγωγή Εκείνου που Είναι σε αντικείμενο γνώσης, σε κάτι που μπορεί να κρατηθεί σε απόσταση, να εξεταστεί, να κατηγοριοποιηθεί και να αρχειοθετηθεί στη βιβλιοθήκη του γνωστού. Όταν ο νους δημιουργεί μια εικόνα του Θείου ως εξωτερικού, ως Άλλου, διαπράττει την θεμελιώδη πράξη του θρυμματισμού από την οποία πηγάζει όλο το βάσανο.
Σκεφτείτε τη φύση αυτής της παρεξήγησης: η συνείδηση, μικρή και αβέβαιη, κρυφοκοιτάζει πίσω από το πέπλο των σκέψεων και των αισθήσεών της, αναζητώντας Κάτι πέρα από τον εαυτό της. Φαντάζεται μια σκάλα ανόδου, βαθμούς χωρισμού, πέπλα που πρέπει να διαπεραστούν. Δημιουργεί περίτεχνους χάρτες πνευματικής γεωγραφίας – ουρανούς πάνω, κόλαση κάτω, και την ψυχή κάπου ενδιάμεσα, να ανεβαίνει ή να πέφτει ανάλογα με την αξία της. Ολόκληρη η κοσμολογία του χωρισμού ξεδιπλώνεται από αυτό το μοναδικό σφάλμα στην αντίληψη, αυτό τον αρχικό θρυμματισμό.
Ωστόσο, η αλήθεια ψιθυρίζει κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι που δεν μπορεί να συλληφθεί από τον αναζητούντα νου αλλά μόνο να πραγματωθεί στην ησυχία της ίδιας αυτής αναζήτησης. Το Θείο δεν είναι Κάτι. Το Απόλυτο δεν είναι ένα Αντικείμενο. Ο Θεός δεν είναι μια ύπαρξη, όσο υπέρτατη κι αν είναι, αλλά η Ύπαρξη η ίδια – το ΕΙΝΑΙ που υποβαστάζει, διαπερνά και υπερβαίνει όλα όσα είναι, ήταν ή θα είναι ποτέ. Η Πηγή δεν είναι μακρινή· είναι το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο στέκεται ο αναζητητής, το φως με το οποίο βλέπει ο αναζητητής, η επίγνωση μέσα στην οποία όλες οι ερωτήσεις αναδύονται και διαλύονται.
Το ΕΙΝΑΙ που Είμαστε
Υπάρχει μια Συνείδηση βαθύτερη από τη σκέψη, πιο θεμελιώδης από την αίσθηση, πιο οικεία από την αναπνοή. Είναι η επίγνωση της Ύπαρξης της ίδιας – όχι η επίγνωση αυτού ή εκείνου του συγκεκριμένου πράγματος, αλλά το απλό, φωτεινό γεγονός της ύπαρξης. Πριν ο νους βαφτίσει, πριν η σκέψη διαιρέσει το άρρηκτο όλο σε θραύσματα «εαυτού» και «άλλου», πριν η γλώσσα δημιουργήσει την ψευδαίσθηση του χωρισμού, ΥΠΑΡΧΕΙ. Αυτό το ΕΙΝΑΙ δεν είναι έννοια αλλά το ζωντανό έδαφος όλης της εμπειρίας, η σιωπηλή παρουσία που μαρτυρά τον χορό των φαινομένων ενώ παραμένει για πάντα αμετάβλητη.
Δεν είμαστε χωρισμένοι από αυτό το ΕΙΝΑΙ. Δεν υπάρχουμε έξω από αυτό, αγωνιζόμενοι να το φτάσουμε μέσω πειθαρχίας ή αφοσίωσης, μέσω γνώσης ή αποκήρυξης. Αντίθετα, υπάρχουμε μέσα σε αυτό, ως εκφράσεις του, ως κινήσεις στην άπειρη ακινησία του. Η Συνείδηση που κοιτάζει έξω από αυτά τα μάτια, που γνωρίζει τον εαυτό της ως «Είμαι», δεν είναι άλλη από τη Συνείδηση που ονειρεύεται τον κόσμο στην ύπαρξη. Το κύμα δεν είναι χωρισμένο από τον ωκεανό· η ακτίνα δεν είναι μακριά από τον ήλιο· η νότα δεν είναι ξεχωριστή από τη συμφωνία.
Να αναγνωρίσουμε αυτή την αλήθεια δεν είναι να αποκτήσουμε νέα πληροφορία αλλά να ξυπνήσουμε από μια αρχαία αμνησία. Είναι να θυμηθούμε αυτό που ποτέ δεν ξεχάστηκε πραγματικά, να επιστρέψουμε σε αυτό που ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε πραγματικά. Το πνευματικό ταξίδι, παραδόξως, είναι η ανακάλυψη ότι δεν υπάρχει πουθενά να πάμε και τίποτα να γίνουμε, γιατί κανείς ΕΙΝΑΙ ήδη αυτό που αναζητά. Ο θησαυρός δεν είναι στο τέλος του μονοπατιού αλλά κάτω από το πρώτο βήμα· η βασιλεία δεν είναι σε κάποιο μακρινό ουρανό αλλά μέσα, πιο κοντά από την αναπνοή, πιο κοντά από τη σκέψη.
Το Μονοπάτι της Εσωτερικής Βίωσης
Αν το ΕΙΝΑΙ δεν μπορεί να γνωριστεί ως Αντικείμενο, πώς τότε προσεγγίζεται; Όχι μέσω της συσσώρευσης εννοιών, γιατί οι έννοιες ανήκουν στον νου και ο νους εμπορεύεται διαιρέσεις και κατηγορίες. Όχι μέσω περίτεχνων τελετουργιών, αν και αυτές μπορεί να χρησιμεύσουν για να ησυχάσουν την επιφανειακή αναταραχή της συνείδησης. Όχι μέσω διανοητικής κατανόησης μόνο, αν και η κατανόηση μπορεί να καθαρίσει εμπόδια. Το ΕΙΝΑΙ προσεγγίζεται – αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί τέτοια γλώσσα – μέσω της άμεσης Βίωσης του ΕΙΝΑΙ του ίδιου.
Αυτή η Βίωση είναι διαφορετική από την συνηθισμένη εμπειρία, που πάντα περιλαμβάνει ένα υποκείμενο που βιώνει ένα αντικείμενο, έναν χωρισμό μεταξύ του γνωρίζοντος και του γνωστού. Στη Βίωση του ΕΙΝΑΙ, αυτή η δυϊκότητα καταρρέει. Αυτός που βιώνει και αυτό που βιώνεται αποκαλύπτονται ως μη-δύο, ως κινήσεις μέσα σε ένα ενιαίο πεδίο Ύπαρξης. Είναι λιγότερο σαν να μαθαίνεις κάτι νέο και περισσότερο σαν να βλέπεις καθαρά για πρώτη φορά, σαν να σηκώνεται ένα πέπλο που ποτέ δεν υπήρχε πραγματικά.
Το μονοπάτι προς αυτή τη Βίωση απαιτεί όχι τη συσσώρευση περισσότερων αλλά την απελευθέρωση αυτού που σκιάζει. Η συνείδηση πρέπει να καθαριστεί – όχι επειδή είναι ακάθαρτη, αλλά επειδή είναι θολωμένη από διανοητικές παρερμηνείες, από το ατελείωτο σχολιασμό της σκέψης, από τα συσσωρευμένα συντρίμμια του ψυχολογικού χρόνου. Ο νους, με την ακατάπαυστη δραστηριότητά του να κρίνει, να συγκρίνει, να θυμάται, να προβλέπει, δημιουργεί ένα πέπλο μεταξύ της επίγνωσης και της ίδιας της πηγής της. Σαν καθρέφτης που δεν μπορεί να αντανακλά καθαρά όταν είναι καλυμμένος με σκόνη, η Συνείδηση δεν μπορεί να αναγνωρίσει τη δική της φύση όταν σκιάζεται από διανοητική αναταραχή.
Αυτό που απαιτείται είναι μια στροφή προς τα μέσα, ένας επαναπροσανατολισμός της προσοχής από το εξωτερικό θέατρο των φαινομένων προς το εσωτερικό έδαφος της Ύπαρξης. Αυτό δεν είναι απόδραση από τον κόσμο αλλά ανακάλυψη του τι είναι πραγματικά ο κόσμος – μια εμφάνιση μέσα στη Συνείδηση, ένας χορός μορφών στο άμορφο, ένα παιχνίδι φωτός στο φωτεινό κενό. Καθώς η προσοχή αποσύρεται από την γοητεία της με τα αντικείμενα και αναπαύεται στη δική της φύση, το ΕΙΝΑΙ αρχίζει να αποκαλύπτεται – όχι ως κάτι που μόλις έφτασε, αλλά ως αυτό που πάντα ήταν, το σταθερό φόντο πάνω στο οποίο συμβαίνει κάθε αλλαγή.
Η Αποκάλυψη της Σιωπής
Στη σιωπή μεταξύ των σκέψεων, κάτι απέραντο ανοίγει. Στην ακινησία κάτω από τη δραστηριότητα, ένα άπειρο βάθος αποκαλύπτεται. Όταν η ακατάπαυστη αφήγηση του νου παύει, έστω και για μια στιγμή, το ΕΙΝΑΙ λάμπει στην γυμνή του απλότητα. Δεν είναι δραματικό· δεν υπάρχουν κεραυνοί ή οράματα ουράνιων βασιλείων. Είναι πιο λεπτό από αυτό, πιο θεμελιώδες – η απλή αναγνώριση της Ύπαρξης, η άμεση γνώση της ύπαρξης πριν από όλες τις έννοιες περί ύπαρξης.
Αυτή η αποκάλυψη δεν μπορεί να εξαναγκαστεί· έρχεται ως χάρη, ως δώρο που ο χωρισμένος εαυτός δεν μπορεί να διεκδικήσει ως δικό του κατόρθωμα. Ωστόσο, υπάρχει μια προετοιμασία, μια ετοιμότητα που μπορεί να καλλιεργηθεί. Οι πρακτικές της θεωρίας, του διαλογισμού και της αυτο-έρευνας δεν είναι μέσα για να κατασκευάσουν το ΕΙΝΑΙ – γιατί αυτό είναι πάντα ήδη παρόν – αλλά τρόποι για να αφαιρεθούν τα εμπόδια στην αναγνώρισή του. Είναι σαν το γυάλισμα ενός καθρέφτη, όχι για να δημιουργηθεί η ανακλαστική φύση του καθρέφτη αλλά για να επιτραπεί να λειτουργήσει σύμφωνα με την εγγενή του ικανότητα.
Σε αυτή την κατάσταση καθαρής όρασης, οι παλιές ερωτήσεις διαλύονται. «Υπάρχει Θεός;» γίνεται χωρίς νόημα, γιατί ο ερωτώντας συνειδητοποιεί την ίδια του την ύπαρξη ως μη χωρισμένη από το Θείο Έδαφος. «Τι είναι ο Θεός;» μεταμορφώνεται σε άμεση γνώση της ΕΙΝΑΙ-ότητας της ίδιας. «Πώς Τον προσεγγίζω;» αποκαλύπτεται ως το απόλυτο παράδοξο – πώς μπορεί κανείς να προσεγγίσει αυτό που ποτέ δεν εγκατέλειψε; Οι ερωτήσεις που φαίνονταν τόσο επείγουσες, που γέννησαν βιβλιοθήκες εικασιών και αιώνες συζητήσεων, φαίνονται να προκύπτουν από το όνειρο του χωρισμού, και στην αφύπνιση, απλώς πέφτουν μακριά.
Η Λογική Βάση της Ύπαρξης
Υπάρχει μια λογική εδώ, αν και υπερβαίνει την τυπική λογική του σκεπτόμενου νου. Είναι η λογική της άμεσης διορατικότητας, της όρασης που δεν απαιτεί απόδειξη επειδή είναι αυτονόητη σε αυτόν που βλέπει. Σκεφτείτε: η αντίληψη που ξεκινά από μια μικρή, απομονωμένη συνείδηση που κοιτάζει έξω προς ένα απέραντο, ξένο σύμπαν είναι εγγενώς ασταθής. Γεννά άγχος, γιατί ο εαυτός νιώθει εύθραυστος και απειλούμενος. Δημιουργεί ατελείωτη αναζήτηση, γιατί ο εαυτός νιώθει ατελής. Παράγει βία, γιατί ο χωρισμένος εαυτός πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια σε άλλους χωρισμένους εαυτούς.
Αυτή η κοσμοθεωρία, που έχει κυριαρχήσει σε μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας και συνεχίζει να διαμορφώνει τη συλλογική συνείδηση, δεν είναι απλώς φιλοσοφικά ψευδής – είναι υπαρξιακά καταστροφική. Είναι η ρίζα του ψυχολογικού πόνου, η πηγή της αίσθησης ανοησίας που στοιχειώνει τον σύγχρονο πολιτισμό. Όταν η ύπαρξη κατανοείται μέσα από τον φακό του χωρισμού, η ζωή γίνεται μια απεγνωσμένη μάχη για ασφάλεια, ηδονή και σημασία σε ένα σύμπαν αδιάφορο για τις ανθρώπινες ανησυχίες.
Αντίθετα, η αντίληψη που αναγνωρίζει την ύπαρξη κάποιου ως στενά συνδεδεμένη – πράγματι, ως έκφραση – του ΕΙΝΑΙ του ίδιου. Εδώ, το έδαφος αλλάζει εντελώς. Υπάρχει ακόμα η συγκεκριμένη έκφραση, η ατομική συνείδηση με την μοναδική της προοπτική και ιστορία, αλλά δεν νιώθεται πια ως θεμελιωδώς απομονωμένη. Αντίθετα, γνωρίζεται ως κύμα στον ωκεανό της Ύπαρξης, ως νότα στην κοσμική συμφωνία, ως μοναδική άρθρωση του Ενός που εκφράζει τον εαυτό του σε άπειρες μορφές.
Από αυτή την αναγνώριση πηγάζει μια διαφορετική ποιότητα ύπαρξης. Το άγχος του χωρισμού δίνει τη θέση του σε μια θεμελιώδη εμπιστοσύνη, όχι βασισμένη σε πίστη αλλά σε άμεση γνώση. Η ανήσυχη αναζήτηση μεταμορφώνεται σε ειρηνική παραμονή, όχι επειδή όλες οι ερωτήσεις απαντήθηκαν αλλά επειδή ο ερωτώντας μεταμορφώθηκε. Η βία της αυτοπροστασίας μαλακώνει σε συμπόνια, γιατί όταν τα όρια του εαυτού διαπερνώνται, πώς μπορεί να γίνει κακό σε αυτό που, στην ουσία, είναι η ίδια η ύπαρξη κάποιου;
Η Κατεύθυνση της Ζωής
Αυτή η αλλαγή στην αντίληψη δεν είναι απλώς θεωρητική – αλλάζει θεμελιωδώς την κατεύθυνση και την ποιότητα της ζωής. Η κοσμοθεωρία που τοποθετεί το Θείο έξω από τον εαυτό φυσικά οδηγεί σε εξωτερική δραστηριότητα, σε αναζήτηση, αγώνα, επίτευξη, συσσώρευση. Το πνευματικό μονοπάτι γίνεται ένα έργο του εγώ, ένα ταξίδι του να γίνει κανείς κάτι καλύτερο, πιο ιερό, πιο φωτισμένο. Γεννά ένα προσανατολισμό προς το μέλλον, πάντα να φτάνει σε αυτό που δεν έχει ακόμα επιτευχθεί, πάντα δυσαρεστημένο με αυτό που είναι.
Αλλά η αντίληψη που αναγνωρίζει την ουσιαστική φύση κάποιου ως μη χωρισμένη από το ΕΙΝΑΙ κατευθύνει την προσοχή προς τα μέσα, όχι ως απόρριψη του εξωτερικού κόσμου αλλά ως ανακάλυψη της πηγής από την οποία πηγάζει κάθε εκδήλωση. Η ζωή γίνεται λιγότερο για την επίτευξη ενός μακρινού στόχου και περισσότερο για την έκφραση αυτού που ήδη είναι κανείς. Η πνευματική διάσταση δεν βρίσκεται σε κάποια υψηλή κατάσταση που πρέπει να επιτευχθεί αλλά στα βάθη της συνηθισμένης ύπαρξης, στο απλό γεγονός της Ύπαρξης της ίδιας.
Αυτό δεν είναι παθητικότητα ή απόσυρση από τη ζωή. Αντίθετα, είναι εμπλοκή με τη ζωή από ένα διαφορετικό κέντρο, από το έδαφος της Ύπαρξης παρά από το ανήσυχο εγώ. Η δράση συνεχίζεται, αλλά αναδύεται από ολότητα παρά από έλλειψη, από πληρότητα παρά από ανάγκη. Υπάρχει μια ποιότητα αυθορμητισμού, φυσικότητας, που χαρακτηρίζει τέτοια δράση – σαν το νερό που ρέει προς τα κάτω, όχι επειδή προσπαθεί να ρέει αλλά επειδή είναι στη φύση του να ρέει.
Η σχέση με την ύπαρξη μεταμορφώνεται. Εκεί που υπήρχε αρπαγή, υπάρχει επιτρεπτικότητα. Εκεί που υπήρχε αντίσταση, υπάρχει αποδοχή. Εκεί που υπήρχε χωρισμός, υπάρχει οικειότητα. Ο κόσμος δεν βιώνεται πια ως συλλογή αντικειμένων για χρήση ή αποφυγή αλλά ως ιερή εκδήλωση του ΕΙΝΑΙ του ίδιου, κάθε πράγμα και ύπαρξη μια μοναδική έκφραση του Ενός που υποβαστάζει τα πάντα.
Το Θεμέλιο της Ολότητας
Από την αναγνώριση της ουσιαστικής φύσης κάποιου ως ΕΙΝΑΙ πηγάζει μια αίσθηση ολότητας, πληρότητας που δεν εξαρτάται από εξωτερικές συνθήκες. Αυτή η ολότητα δεν είναι το κατόρθωμα της τελειότητας αλλά η αναγνώριση ότι τίποτα δεν λείπει, ότι τίποτα δεν χρειάζεται να προστεθεί στη θεμελιώδη φύση της Ύπαρξης. Η αναζήτηση τελειώνει όχι στο να βρεθεί κάτι αλλά στη διάλυση αυτού που αναζητούσε.
Αυτό καθιερώνει, από την αρχή, την αληθινή σχέση κάποιου με την πραγματικότητα. Δεν είναι η σχέση ενός μικρού, χωρισμένου εαυτού με ένα απέραντο, αδιάφορο σύμπαν. Δεν είναι η σχέση ενός αμαρτωλού με έναν μακρινό κριτή. Δεν είναι η σχέση της άγνοιας με τη γνώση, του σκότους με το φως, της δουλείας με την ελευθερία. Αυτές οι δυϊκότητες αναδύονται μόνο μέσα στο όνειρο του χωρισμού. Στην αφύπνιση στο ΕΙΝΑΙ, φαίνονται ως εννοιολογικές επικαλύψεις πάνω σε μια πραγματικότητα που, από μόνη της, είναι αδιαίρετη.
Το πεπρωμένο κάποιου δεν είναι πια θέμα εξωτερικής μοίρας ή θεϊκής κρίσης αλλά η άνθιση αυτού που ουσιαστικά είναι. Όπως το πεπρωμένο ενός βελανιδιού είναι να γίνει δρυς, όχι μέσω προσπάθειας αλλά μέσω του φυσικού ξεδιπλώματος της εγγενής φύσης του, έτσι το ανθρώπινο πεπρωμένο είναι η πραγματοποίηση του ΕΙΝΑΙ που ήδη είναι κανείς. Αυτό δεν είναι προκαθορισμός με την έννοια εξωτερικού καθορισμού αλλά η αναγνώριση ότι η βαθύτερη φύση της συνείδησης είναι να αφυπνιστεί στον εαυτό της, να γνωρίσει τον εαυτό της ως μη χωρισμένο από την Πηγή.
Συμπέρασμα: Η Θεωρητική Όραση
Και έτσι επιστρέφουμε, πλήρη κύκλο, εκεί που ξεκινήσαμε – αλλά με όραση καθαρισμένη, με κατανόηση βαθύτερη. Οι ερωτήσεις που ώθησαν την πνευματική αναζήτηση της ανθρωπότητας δεν πρέπει να απαντηθούν αλλά να ξεπεραστούν, όχι επειδή είναι ασήμαντες αλλά επειδή προκύπτουν από ένα επίπεδο συνείδησης που πρέπει το ίδιο να μεταμορφωθεί. Η αναζήτηση τελειώνει όχι στο να βρεθεί ένα Αντικείμενο αλλά στην αναγνώριση του Υποκειμένου – εκείνης της καθαρής Επίγνωσης, εκείνης της απλής ΕΙΝΑΙ-ότητας που ήταν παρούσα πάντα, παραβλεπόμενη στην ίδια της την αυτονόητη παρουσία.
Αυτό είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο πρέπει να χτιστεί η γνήσια πνευματική ζωή. Όχι πάνω σε πεποιθήσεις ή δόγματα, όσο όμορφα κι αν διατυπώνονται. Όχι πάνω σε πρακτικές ή τελετουργίες, όσο αρχαίες και σεβαστές κι αν είναι. Αυτές μπορεί να χρησιμεύσουν ως δείκτες, ως υπενθυμίσεις, ως μέθοδοι προετοιμασίας. Αλλά το θεμέλιο το ίδιο είναι η άμεση αναγνώριση της ουσιαστικής φύσης κάποιου ως μη χωρισμένης από το ΕΙΝΑΙ που είναι η πηγή και η ουσία όλων όσων υπάρχουν.
Από αυτή την αναγνώριση πηγάζει μια ζωή διαφορετικής ποιότητας – θεωρητική παρά αποκτητική, κεντραρισμένη σε εσωτερική ησυχία παρά διασκορπισμένη σε εξωτερική αναζήτηση, ριζωμένη στην Ύπαρξη παρά στο γίγνεσθαι. Είναι μια ζωή που αντιλαμβάνεται το ιερό όχι ως κάτι εξαιρετικό ή μακρινό αλλά ως το ίδιο το ύφασμα της ύπαρξης της ίδιας. Κάθε στιγμή γίνεται πύλη προς το αιώνιο· κάθε εμπειρία, μια αποκάλυψη του ΕΙΝΑΙ.
Αυτό δεν είναι το τέλος του ταξιδιού αλλά η αληθινή του αρχή – το σημείο στο οποίο όλες οι ψεύτικες εκκινήσεις αναγνωρίζονται ως τέτοιες και το αυθεντικό μονοπάτι αποκαλύπτεται. Είναι το μονοπάτι που δεν οδηγεί πουθενά επειδή κανείς είναι ήδη σπίτι, το ταξίδι που αρχίζει και τελειώνει στο ίδιο μέρος, η αναζήτηση που ανακαλύπτει ότι ο αναζητητής και το αναζητούμενο ποτέ δεν ήταν δύο.
Στη σιωπή αυτής της αναγνώρισης, στην ακινησία αυτής της αφύπνισης, κατεβαίνει η ειρήνη – όχι ως εμπειρία ανάμεσα σε εμπειρίες αλλά ως το έδαφος όλων των εμπειριών. Είναι η ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση επειδή είναι πριν από την κατανόηση· είναι η ολότητα που δεν μπορεί να σπάσει επειδή ποτέ δεν διαιρέθηκε· είναι το ΕΙΝΑΙ που δεν μπορεί ποτέ να χαθεί επειδή είναι αυτό που εμείς, στη βαθύτερη φύση μας, είμαστε και πάντα υπήρξαμε.
Ας αναπαυθεί ο αναζητητής. Ας σιγήσουν οι ερωτήσεις. Ας αναγνωρίσει η Συνείδηση τον εαυτό της στον δικό της καθρέφτη. Γιατί σε αυτή την αναγνώριση κρύβεται η εκπλήρωση όλης της αναζήτησης, η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις, το τέλος όλης της εξορίας, και η αρχή της αληθινής ζωής – της ζωής που γνωρίζει τον εαυτό της ως το ΕΙΝΑΙ που πάντα υπήρξε.
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει..
«Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει ήταν αληθινοί…
Πάντα ήταν ο εαυτός τους. Είχαν μια βαθιά επίγνωση του ποιοι είναι. Δεν είχαν ανάγκη να αποδείξουν, τίποτα σε κανέναν. Ήταν γνήσιοι και αυθεντικοί. Άφηναν όλους τους άλλους, να ανακαλύψουν το πραγματικό τους μεγαλείο, χωρίς να κρύψουν τίποτα.
Ποτέ δεν είχαν προσποιηθεί…
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, πάντα ακτινοβολούσαν… Εγώ θα τους έλεγα «αυτόφωτους» Χαρακτηρίζονταν από μια μοναδική λάμψη, που κέντριζε την προσοχή σου, και σε τραβούσε κοντά τους σαν μαγνήτης. Και έλαμπαν με αυτό τον τρόπο, γιατί η ομορφιά της ψυχής τους, ήταν τόσο έντονη, που δεν μπορούσε παρά να εξωτερικευθεί και στην όψη τους…
Ο ίδιος ο ήλιος κατοικούσε μέσα τους…
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, είχαν τα πιο όμορφα μάτια, που θα μπορούσε να αντικρίσει κάποιος στη ζωή του. Μάτια που χαμογελούσαν, όπως χαμογελούσε και η ψυχή τους. Πάντα καθαρά και κρυστάλλινα… Γυάλιζαν σαν μικρά διαμάντια...
Σε κέρδιζαν με το πρώτο βλέμμα.
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει αγαπούσαν όλο τον κόσμο. Και οι περισσότεροι, με τη σειρά τους, τους αγαπούσαν. Λάτρευαν το συνάνθρωπο. Ζούσαν γι’ αυτόν. Και η αγάπη τους αυτή, ήταν ειλικρινής και ανιδιοτελής… Δεν είχαν εχθρούς. Έτσι νόμιζαν τουλάχιστον. Ακόμα και αυτοί που τους ζήλευαν, δεν είχαν να τους προσάψουν κάτι κακό, γιατί απλώς ήταν οι πιο ωραίοι άνθρωποι που υπήρχαν.
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, βοηθούσαν όλο τον κόσμο. Και ήταν οι πιο καλοί άνθρωποι που υπήρχαν, όχι μόνο γιατί ήταν πάντα δίπλα σε όσους ζητούσαν τη βοήθειά τους, αλλά γιατί παρείχαν χωρίς δεύτερη σκέψη τον ίδιο τους τον εαυτό, σε όσους τους χρειάζονταν, χωρίς καν να τους το ζητήσουν…
Το έκαναν, γιατί μπορούσαν έστω και για λίγο να μπουν στη θέση του και να καταλάβουν πόσο δύσκολη ήταν… Το έκαναν, για να απαλύνουν παροδικά τον πόνο τους. Έδιναν, λοιπόν, απ’ το υστέρημά τους και όχι γιατί τους περίσσευαν…
Βαθιά μέσα τους, όμως, ήξεραν πως αν βοηθούσαν μια φορά, οφειλέτης τους θα ήταν ο ίδιος ο Θεός. Και πάντα επαληθεύονταν…
Άνοιγαν τα ουράνια και τους δίνονταν απλόχερα, εκατό φορές περισσότερα. Και αυτοί από την αγάπη τους, αλλά και από την ευγνωμοσύνη τους, συνέχιζαν το κρυφό τους έργο. Και γίνονταν κάθε φορά, όλο και πιο πλούσιοι…
Ο πλούτος τους, όμως, δεν ήταν άμεσα ορατός, γιατί βρισκόταν στην ίδια τους την ψυχή… Και ήξεραν πως, συγκριτικά με τα επίγεια αγαθά, αυτός ο πλούτος ήταν πολύ πιο σημαντικός. Βέβαια, η μεγαλύτερη ανταμοιβή γι’ αυτούς ήταν το «ευχαριστώ» που έκρυβε το βλέμμα, όσων βοηθούσαν…
Αυτή ήταν η μοναδική στιγμή, που στα μάτια των ανθρώπων, αντίκριζαν το ίδιο το Θείο.
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, απολάμβαναν κάθε δευτερόλεπτο της ζωής τους. Ζούσαν έντονα την κάθε στιγμή, και γι’ αυτούς κάθε μέρα, ήταν ένα θαύμα, μια γιορτή. Προσπαθούσαν, να βλέπουν το καλό σε οποιαδήποτε εμπειρία της ζωής τους. Τίποτα δεν τάραζε τη ζωή τους… ακόμα κι αν εμφανιζόταν κάτι κακό. Ήξεραν πως μετά από τη βροχή ακολουθεί το ουράνιο τόξο… μετά από το χειμώνα έρχεται η άνοιξη…
Ήξεραν πως το πιο όμορφο φως, είναι μετά από το πιο βαθύ σκοτάδι…
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, πάντα χαμογελούσαν. Και όταν χαμογελούσαν, χαμογελούσε και όλη η πλάση μαζί τους…
Το πιο σημαντικό, όμως, ξέρετε ποιο είναι;
Ότι αυτό το χαμόγελο έβγαινε, μέσα από την ψυχή τους… Αυτό ήταν και το πιο αγνό και ειλικρινές δώρο, που θα μπορούσαν να σου προσφέρουν, για να σου φτιάξουν τη μέρα.
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, δεν έκρυβαν τα συναισθήματά τους. Ήταν χαρούμενοι και το έδειχναν. Αν και σχεδόν πάντα φαίνονταν χαρούμενοι.
Υπέφεραν… Υπέφεραν με τον πόνο του άλλου, σαν να ήταν οι ίδιοι που πονούσαν…
Πληγώνονταν από ανθρώπους και καταστάσεις… Πληγώνονταν πολύ.
Παρόλ’ αυτά, όλους τους αγαπούσαν…
Αυτό τους έκανε και τους πιο ωραίους ανθρώπους…
Έκλαιγαν. Και έκλαιγαν πιο συχνά, απ’ όσο ο κόσμος νόμιζε…
Άνθρωποι ήταν κι αυτοί… Το γεγονός, ότι ήταν τόσο ωραίοι δεν τους έκανε υπεράνθρωπους… Όταν έκλαιγαν, όμως, έκλαιγαν μόνοι…
Δεν ήθελαν να κάνουν κάποιον δυστυχισμένο εξαιτίας τους.
Μόνο χαρά ήθελαν να προσφέρουν…
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, ήταν ευγενικοί και γλυκομίλητοι. Είχαν πάντα έναν καλό λόγο για όλους. Δεν προσέβαλλαν κανέναν…
Γιατί σέβονταν αυτόν που στεκόταν απέναντί τους, αφού πίστευαν ότι είχαν να κερδίσουν κάτι, από όλους τους ανθρώπους…
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, δεν είχαν πολλά, αλλά ήταν βασιλιάδες. Απ’ το τίποτα έφτιαχναν τα πάντα. Τους έλειπαν χίλια δυο πράγματα, αλλά δεν παραπονέθηκαν ποτέ. Αντιθέτως, πάντα ευχαριστούσαν την τύχη τους, για όσα τους προσέφερε. Έμαθαν να αγωνίζονται, να παλεύουν και ποτέ να μην το βάζουν κάτω, κάθε φορά που ήθελαν να καταφέρουν κάτι.
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι, υπάρχουν δίπλα μας και οφείλουμε να τους αναζητήσουμε…
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι, είναι αυτοί που επαναφέρουν την πίστη μου στον ίδιο τον άνθρωπο, και με κάνουν να ελπίζω για ένα καλύτερο αύριο…»
Έπειτα από τα παραπάνω, τι άλλο να προσθέσει κανείς αλήθεια… Είμαι βέβαιος, ότι όλοι μας κάποτε έχουμε αναγνωρίσει τέτοιους Ανθρώπινους Αγγέλους, όπως τους αποκαλώ εγώ…
Είναι οι άνθρωποι εκείνοι, που αθόρυβα δουλεύουν σε κάποιο ιδιαίτερο τομέα.
Εκεί που είναι ταγμένοι…
Μέσα από τον εθελοντισμό, άλλοι παλεύουν να προσφέρουν ότι μπορούν, στoυς άπορους συνανθρώπους μας…
Άλλοι πάλι έχουν αφιερωθεί στη διάσωση των αδέσποτων… Στις ψυχούλες αυτές, που μόνο αγάπη και χαρά μας πρόσφεραν πάντοτε, αλλά εμείς δεν τα εκτιμούσαμε όσο τους άξιζε. Άλλοι πάλι, προσπαθούν να σώσουν κάτι από την οικολογία του πλανήτη μας, και άλλοι ρισκάρουν τη ζωή τους για να απαλύνουν τον ανθρώπινο πόνο, σε περιοχές που ακόμα υπάρχει πολύ μαυρίλα και εξαθλίωση.
Αμέτρητα παραδείγματα υπάρχουν, τέτοιας αφιλοκερδούς αφοσίωσης…
Όπως αμέτρητα είναι και τα παραδείγματα, που καθημερινά ίσως βλέπουμε από συνανθρώπους μας…
Είναι τόσο απλό να είσαι και να φαίνεσαι Άνθρωπος. Ξεκίνα από σένα!!!
Από το υπέροχο χαμόγελο σου… Κάθε μέρα χαμογέλασε σε εσένα και έπειτα, μοίρασε το απλόχερα αυτό το πιο όμορφο, το πιο γλυκό, το πιο Αληθινό σου χαμόγελο… σε κάθε πτυχή της ζωής σου, σε κάθε πλάσμα που συναντάς.
Αγάπησε τα σκοτάδια σου, και απαλά άφησέ τα να φύγουν… Δεν είναι εύκολο Καθόλου. Έχουμε να παλέψουμε, με ύπουλες και καλά βιωμένες πεποιθήσεις και συνήθειες. Όμως όταν υπάρχει θέληση, και πίστη στον Άνθρωπο με τις απίστευτες δυνατότητές του, όλα είναι εφικτά…
Και τώρα θέλεις να σου πω ένα μυστικό;
Αυτός ο υπέροχος Άνθρωπος με τις Απίστευτες Δυνατότητες είσαι Εσύ!!!!
Νοιώσε το! Βίωσέ το! Πίστεψε το!!! Εσύ ο ίδιος…!!!
Κάθε μέρα, όλη την ημέρα, μπορείς να επιλέξεις να είσαι η καλύτερη Εκδοχή του Εαυτού σου!!! Και αυτό Είσαι…
"Υπάρχουν ψυχές που γεννιούνται και είναι ταγμένες, για τη σωτηρία της ανθρωπότητας"…
Πάντα ήταν ο εαυτός τους. Είχαν μια βαθιά επίγνωση του ποιοι είναι. Δεν είχαν ανάγκη να αποδείξουν, τίποτα σε κανέναν. Ήταν γνήσιοι και αυθεντικοί. Άφηναν όλους τους άλλους, να ανακαλύψουν το πραγματικό τους μεγαλείο, χωρίς να κρύψουν τίποτα.
Ποτέ δεν είχαν προσποιηθεί…
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, πάντα ακτινοβολούσαν… Εγώ θα τους έλεγα «αυτόφωτους» Χαρακτηρίζονταν από μια μοναδική λάμψη, που κέντριζε την προσοχή σου, και σε τραβούσε κοντά τους σαν μαγνήτης. Και έλαμπαν με αυτό τον τρόπο, γιατί η ομορφιά της ψυχής τους, ήταν τόσο έντονη, που δεν μπορούσε παρά να εξωτερικευθεί και στην όψη τους…
Ο ίδιος ο ήλιος κατοικούσε μέσα τους…
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, είχαν τα πιο όμορφα μάτια, που θα μπορούσε να αντικρίσει κάποιος στη ζωή του. Μάτια που χαμογελούσαν, όπως χαμογελούσε και η ψυχή τους. Πάντα καθαρά και κρυστάλλινα… Γυάλιζαν σαν μικρά διαμάντια...
Σε κέρδιζαν με το πρώτο βλέμμα.
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει αγαπούσαν όλο τον κόσμο. Και οι περισσότεροι, με τη σειρά τους, τους αγαπούσαν. Λάτρευαν το συνάνθρωπο. Ζούσαν γι’ αυτόν. Και η αγάπη τους αυτή, ήταν ειλικρινής και ανιδιοτελής… Δεν είχαν εχθρούς. Έτσι νόμιζαν τουλάχιστον. Ακόμα και αυτοί που τους ζήλευαν, δεν είχαν να τους προσάψουν κάτι κακό, γιατί απλώς ήταν οι πιο ωραίοι άνθρωποι που υπήρχαν.
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, βοηθούσαν όλο τον κόσμο. Και ήταν οι πιο καλοί άνθρωποι που υπήρχαν, όχι μόνο γιατί ήταν πάντα δίπλα σε όσους ζητούσαν τη βοήθειά τους, αλλά γιατί παρείχαν χωρίς δεύτερη σκέψη τον ίδιο τους τον εαυτό, σε όσους τους χρειάζονταν, χωρίς καν να τους το ζητήσουν…
Το έκαναν, γιατί μπορούσαν έστω και για λίγο να μπουν στη θέση του και να καταλάβουν πόσο δύσκολη ήταν… Το έκαναν, για να απαλύνουν παροδικά τον πόνο τους. Έδιναν, λοιπόν, απ’ το υστέρημά τους και όχι γιατί τους περίσσευαν…
Βαθιά μέσα τους, όμως, ήξεραν πως αν βοηθούσαν μια φορά, οφειλέτης τους θα ήταν ο ίδιος ο Θεός. Και πάντα επαληθεύονταν…
Άνοιγαν τα ουράνια και τους δίνονταν απλόχερα, εκατό φορές περισσότερα. Και αυτοί από την αγάπη τους, αλλά και από την ευγνωμοσύνη τους, συνέχιζαν το κρυφό τους έργο. Και γίνονταν κάθε φορά, όλο και πιο πλούσιοι…
Ο πλούτος τους, όμως, δεν ήταν άμεσα ορατός, γιατί βρισκόταν στην ίδια τους την ψυχή… Και ήξεραν πως, συγκριτικά με τα επίγεια αγαθά, αυτός ο πλούτος ήταν πολύ πιο σημαντικός. Βέβαια, η μεγαλύτερη ανταμοιβή γι’ αυτούς ήταν το «ευχαριστώ» που έκρυβε το βλέμμα, όσων βοηθούσαν…
Αυτή ήταν η μοναδική στιγμή, που στα μάτια των ανθρώπων, αντίκριζαν το ίδιο το Θείο.
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, απολάμβαναν κάθε δευτερόλεπτο της ζωής τους. Ζούσαν έντονα την κάθε στιγμή, και γι’ αυτούς κάθε μέρα, ήταν ένα θαύμα, μια γιορτή. Προσπαθούσαν, να βλέπουν το καλό σε οποιαδήποτε εμπειρία της ζωής τους. Τίποτα δεν τάραζε τη ζωή τους… ακόμα κι αν εμφανιζόταν κάτι κακό. Ήξεραν πως μετά από τη βροχή ακολουθεί το ουράνιο τόξο… μετά από το χειμώνα έρχεται η άνοιξη…
Ήξεραν πως το πιο όμορφο φως, είναι μετά από το πιο βαθύ σκοτάδι…
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, πάντα χαμογελούσαν. Και όταν χαμογελούσαν, χαμογελούσε και όλη η πλάση μαζί τους…
Το πιο σημαντικό, όμως, ξέρετε ποιο είναι;
Ότι αυτό το χαμόγελο έβγαινε, μέσα από την ψυχή τους… Αυτό ήταν και το πιο αγνό και ειλικρινές δώρο, που θα μπορούσαν να σου προσφέρουν, για να σου φτιάξουν τη μέρα.
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, δεν έκρυβαν τα συναισθήματά τους. Ήταν χαρούμενοι και το έδειχναν. Αν και σχεδόν πάντα φαίνονταν χαρούμενοι.
Υπέφεραν… Υπέφεραν με τον πόνο του άλλου, σαν να ήταν οι ίδιοι που πονούσαν…
Πληγώνονταν από ανθρώπους και καταστάσεις… Πληγώνονταν πολύ.
Παρόλ’ αυτά, όλους τους αγαπούσαν…
Αυτό τους έκανε και τους πιο ωραίους ανθρώπους…
Έκλαιγαν. Και έκλαιγαν πιο συχνά, απ’ όσο ο κόσμος νόμιζε…
Άνθρωποι ήταν κι αυτοί… Το γεγονός, ότι ήταν τόσο ωραίοι δεν τους έκανε υπεράνθρωπους… Όταν έκλαιγαν, όμως, έκλαιγαν μόνοι…
Δεν ήθελαν να κάνουν κάποιον δυστυχισμένο εξαιτίας τους.
Μόνο χαρά ήθελαν να προσφέρουν…
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, ήταν ευγενικοί και γλυκομίλητοι. Είχαν πάντα έναν καλό λόγο για όλους. Δεν προσέβαλλαν κανέναν…
Γιατί σέβονταν αυτόν που στεκόταν απέναντί τους, αφού πίστευαν ότι είχαν να κερδίσουν κάτι, από όλους τους ανθρώπους…
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, δεν είχαν πολλά, αλλά ήταν βασιλιάδες. Απ’ το τίποτα έφτιαχναν τα πάντα. Τους έλειπαν χίλια δυο πράγματα, αλλά δεν παραπονέθηκαν ποτέ. Αντιθέτως, πάντα ευχαριστούσαν την τύχη τους, για όσα τους προσέφερε. Έμαθαν να αγωνίζονται, να παλεύουν και ποτέ να μην το βάζουν κάτω, κάθε φορά που ήθελαν να καταφέρουν κάτι.
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι, υπάρχουν δίπλα μας και οφείλουμε να τους αναζητήσουμε…
Οι πιο ωραίοι άνθρωποι, είναι αυτοί που επαναφέρουν την πίστη μου στον ίδιο τον άνθρωπο, και με κάνουν να ελπίζω για ένα καλύτερο αύριο…»
Έπειτα από τα παραπάνω, τι άλλο να προσθέσει κανείς αλήθεια… Είμαι βέβαιος, ότι όλοι μας κάποτε έχουμε αναγνωρίσει τέτοιους Ανθρώπινους Αγγέλους, όπως τους αποκαλώ εγώ…
Είναι οι άνθρωποι εκείνοι, που αθόρυβα δουλεύουν σε κάποιο ιδιαίτερο τομέα.
Εκεί που είναι ταγμένοι…
Μέσα από τον εθελοντισμό, άλλοι παλεύουν να προσφέρουν ότι μπορούν, στoυς άπορους συνανθρώπους μας…
Άλλοι πάλι έχουν αφιερωθεί στη διάσωση των αδέσποτων… Στις ψυχούλες αυτές, που μόνο αγάπη και χαρά μας πρόσφεραν πάντοτε, αλλά εμείς δεν τα εκτιμούσαμε όσο τους άξιζε. Άλλοι πάλι, προσπαθούν να σώσουν κάτι από την οικολογία του πλανήτη μας, και άλλοι ρισκάρουν τη ζωή τους για να απαλύνουν τον ανθρώπινο πόνο, σε περιοχές που ακόμα υπάρχει πολύ μαυρίλα και εξαθλίωση.
Αμέτρητα παραδείγματα υπάρχουν, τέτοιας αφιλοκερδούς αφοσίωσης…
Όπως αμέτρητα είναι και τα παραδείγματα, που καθημερινά ίσως βλέπουμε από συνανθρώπους μας…
Είναι τόσο απλό να είσαι και να φαίνεσαι Άνθρωπος. Ξεκίνα από σένα!!!
Από το υπέροχο χαμόγελο σου… Κάθε μέρα χαμογέλασε σε εσένα και έπειτα, μοίρασε το απλόχερα αυτό το πιο όμορφο, το πιο γλυκό, το πιο Αληθινό σου χαμόγελο… σε κάθε πτυχή της ζωής σου, σε κάθε πλάσμα που συναντάς.
Αγάπησε τα σκοτάδια σου, και απαλά άφησέ τα να φύγουν… Δεν είναι εύκολο Καθόλου. Έχουμε να παλέψουμε, με ύπουλες και καλά βιωμένες πεποιθήσεις και συνήθειες. Όμως όταν υπάρχει θέληση, και πίστη στον Άνθρωπο με τις απίστευτες δυνατότητές του, όλα είναι εφικτά…
Και τώρα θέλεις να σου πω ένα μυστικό;
Αυτός ο υπέροχος Άνθρωπος με τις Απίστευτες Δυνατότητες είσαι Εσύ!!!!
Νοιώσε το! Βίωσέ το! Πίστεψε το!!! Εσύ ο ίδιος…!!!
Κάθε μέρα, όλη την ημέρα, μπορείς να επιλέξεις να είσαι η καλύτερη Εκδοχή του Εαυτού σου!!! Και αυτό Είσαι…
"Υπάρχουν ψυχές που γεννιούνται και είναι ταγμένες, για τη σωτηρία της ανθρωπότητας"…
Λιαντίνης: Η Συντριπτική Δύναμη της Παράδοσης
Αν έξαφνα συναντήσεις στον δρόμο σου άνθρωπο, κι είναι ανάγκη να καρατάρεις το μέταλλο της ανθρωπιάς του, έχεις ασφαλή μέθοδο να το κάμεις. Είναι η λυδία λίθος που δοκιμάζει το ποιόν του μυαλού και της «ύπαρξης» των ανθρώπων.
- Πες μου, ξένε, θα τον ρωτήσεις, πιστεύεις σε ζωή μετά θάνατο;
Αν σου αποκριθεί «Ναι, πιστεύω!», τότε το πιο φρόνιμο που έχεις να κάμεις είναι να του δώσεις ένα τάλληρο, να του ειπείς «Καλημέρα», και να φύγεις. Να πάρεις εκείνο τον δρόμο που δε θα ξαναβγεί ποτέ μπροστά σου.
Γιατί η απάντηση που σού ‘δωκε δηλώνει ότι αναζητούσες άνθρωπο και σύντυχες πίθηκο. Πίθηκο κολομπίνο και μακάκο. Ταμαρίνο και μουρίκο, και μυκητή και μπαμπουΐνο. Μετρώ σύμφωνα με την κλίμακα της απόστασης των ποιοτήτων του μέσου αναλογικού[i], όπως μας την έδωκε ο Ηράκλειτος: άχυρο χρυσός αξία, δούλος κύριος βασιλιάς, πίθηκος άνθρωπος θεός, 1, 10, 100.
Όταν ο Σωκράτης αποχαιρέτησε στη δίκη τους δικαστές με το γνωστό εκείνο «Και τώρα ώρα να πηγαίνουμε· σεις για να ζήσετε, εγώ να πεθάνω· όμως ποιος πάει στο καλύτερο ο θεός μόνο το ξέρει», είχε στο μυαλό του ότι πεθαίνοντας άφηνε πίσω του την εικόνα του δίκαιου ανθρώπου όχι σε πιθήκους αλλά σε ανθρώπους. Την εικόνα του δίκαιου, που σε όλη τη ζωή του τον φώτιζε ο μαύρος ήλιος της μελαγχολίας. Ο ήλιος της γνώσης ότι ζούσε ζωντανός τον θάνατό του.
Το πρόβλημα της πίστης στη ζωή μετά θάνατο στην πιο οξεία μορφή του φανερώνεται στον Νεύτωνα, που ήταν ως το τέλος βαθύς και πιστός χριστιανός. Τον Νεύτωνα, ένα από τα καλύτερα μυαλά που γέννησε το ανθρώπινο γένος.
Η μόνη εξήγηση που χωρεί σε τούτη την αποστομωτική απορία είναι να αναγνωρίσει κανείς τη συντριπτική δύναμη της παράδοσης. Όταν σου μάθουν κάτι επίμονα από τη νηπιακή ηλικία και μέσα στην αταβιστική χαραγή και σφυρηλάτηση για δεκάδες γενεές, τότε η δομή αυτή γίνεται θεμελιώδης στην υφή της ύπαρξης και της ουσίας σου. Η κατατύπωση τούτη στη σκέψη, στον χαρακτήρα, στην κοσμοθεωρία σου, γίνεται κάτι σαν κληρονομικός κώδικας. Δεν ξεριζώνεται με τίποτα. Για να το κατορθώσεις, πρέπει να γδάρεις το ίδιο το μυαλό σου. Όπως ο εκδορέας γδέρνει το δέρμα του ζώου. Θα χρειαστεί, δηλαδή, να ανασκάψεις ολόκληρη την ιστορία και τον πολιτισμό.
Και αυτό δεν το μπόρεσε ο Νεύτων, ή ο Πασκάλ. Και τόσα άλλα σεβαστά ονόματα που έμειναν ως το τέλος χριστιανοί.
Και ακόμη, ειδική επίδοση σε ένα δε σημαίνει γενική επίδοση σε όλα.
Η καθημερινή πρακτική, η πείρα του ανθρώπου μέσα στους αιώνες και η σύνεσή του, σχετικά με τον άλλο κόσμο μας προάγουν σε μια απόκριση που είναι απλή και στέρεη. Δεν υπάρχει ο κάτω κόσμος. Κανείς δεν εκατέβηκε κείθε κάτου. Κανείς δεν ξανανέβηκε από κείθε κάτου.
Όλη η φάμπουλα της νέκυιας, η φήμη δηλαδή, η ιστορία, ο μύθος, η κωμωδία, η τραγωδία, είναι μια ποιητική κατασκευή, που πήγασε από την ανάγκη μας να δώσουμε μια αισθητική διέξοδο στον πόνο που νιώθουμε μπροστά στο αδυσώπητο φαινόμενο του θανάτου.
Ο φόβος και ο πόνος μπροστά στον θάνατο είναι η αιτία που έπλασε ο άνθρωπος τον κάτω κόσμο και τον Άδη. Και πάντα μέσα στη σφαίρα της ποίησης. Στη σφαίρα της θρησκείας όμως η αιτία αυτής της επινόησης, πέρα από τον φόβο και τον πόνο, εκπορεύτηκε κυρίαρχα από το χυδαίο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Και τέτοιο ονομάζω την ημιμάθεια, τον εγωισμό, και την ανανδρία. Όλα τούτα περιεντυμένα με μια πανούργα υποκρισία, που έδωκε το στίγμα και το χρίσμα της ψευτιάς μέσα στο παγκόσμιο καθεστώς και στις ανθρώπινες κοινωνίες.
Όμως το γεγονός του θανάτου είναι για τον καθένα από μας το ατομικό όριο του απόλυτου. Είναι ο βαθμός μείον 273 όχι στην κλίμακα της θερμότητας, αλλά στην κλίμακα του ανθρωπολογικού Μηδέν. Από τη στιγμή που θα πεθάνω περιέρχομαι αστραπιαία στην ίδια κατάσταση, που βρίσκεται εκείνος που δεν εγεννήθηκε ποτές.
Το επιτύμβιο επίγραμμα του Σαρδανάπαλου έμεινε σαν η μουσική αντίστιξη της περηφάνειας και του θρήνου:
Έχτισα την Ταρσό και την Αγχίαλο
σε μια μέρα. Τώρα δε ζω πιά.
Με πρόσχημα τα καλά έργα οικτίρεις και χλευάζεις το σχήμα του τραγικού και του μάταιου, που σ’ έχει χρηστηριάσει. Εγώ το χαράζω έτσι:
Έγραψα τα Ελληνικά και τη Γκέμμα σε εφτά χρόνους.
Από οργή για τους αιώνες που δε θα υπάρχω.
- Πες μου, ξένε, θα τον ρωτήσεις, πιστεύεις σε ζωή μετά θάνατο;
Αν σου αποκριθεί «Ναι, πιστεύω!», τότε το πιο φρόνιμο που έχεις να κάμεις είναι να του δώσεις ένα τάλληρο, να του ειπείς «Καλημέρα», και να φύγεις. Να πάρεις εκείνο τον δρόμο που δε θα ξαναβγεί ποτέ μπροστά σου.
Γιατί η απάντηση που σού ‘δωκε δηλώνει ότι αναζητούσες άνθρωπο και σύντυχες πίθηκο. Πίθηκο κολομπίνο και μακάκο. Ταμαρίνο και μουρίκο, και μυκητή και μπαμπουΐνο. Μετρώ σύμφωνα με την κλίμακα της απόστασης των ποιοτήτων του μέσου αναλογικού[i], όπως μας την έδωκε ο Ηράκλειτος: άχυρο χρυσός αξία, δούλος κύριος βασιλιάς, πίθηκος άνθρωπος θεός, 1, 10, 100.
Όταν ο Σωκράτης αποχαιρέτησε στη δίκη τους δικαστές με το γνωστό εκείνο «Και τώρα ώρα να πηγαίνουμε· σεις για να ζήσετε, εγώ να πεθάνω· όμως ποιος πάει στο καλύτερο ο θεός μόνο το ξέρει», είχε στο μυαλό του ότι πεθαίνοντας άφηνε πίσω του την εικόνα του δίκαιου ανθρώπου όχι σε πιθήκους αλλά σε ανθρώπους. Την εικόνα του δίκαιου, που σε όλη τη ζωή του τον φώτιζε ο μαύρος ήλιος της μελαγχολίας. Ο ήλιος της γνώσης ότι ζούσε ζωντανός τον θάνατό του.
Το πρόβλημα της πίστης στη ζωή μετά θάνατο στην πιο οξεία μορφή του φανερώνεται στον Νεύτωνα, που ήταν ως το τέλος βαθύς και πιστός χριστιανός. Τον Νεύτωνα, ένα από τα καλύτερα μυαλά που γέννησε το ανθρώπινο γένος.
Η μόνη εξήγηση που χωρεί σε τούτη την αποστομωτική απορία είναι να αναγνωρίσει κανείς τη συντριπτική δύναμη της παράδοσης. Όταν σου μάθουν κάτι επίμονα από τη νηπιακή ηλικία και μέσα στην αταβιστική χαραγή και σφυρηλάτηση για δεκάδες γενεές, τότε η δομή αυτή γίνεται θεμελιώδης στην υφή της ύπαρξης και της ουσίας σου. Η κατατύπωση τούτη στη σκέψη, στον χαρακτήρα, στην κοσμοθεωρία σου, γίνεται κάτι σαν κληρονομικός κώδικας. Δεν ξεριζώνεται με τίποτα. Για να το κατορθώσεις, πρέπει να γδάρεις το ίδιο το μυαλό σου. Όπως ο εκδορέας γδέρνει το δέρμα του ζώου. Θα χρειαστεί, δηλαδή, να ανασκάψεις ολόκληρη την ιστορία και τον πολιτισμό.
Και αυτό δεν το μπόρεσε ο Νεύτων, ή ο Πασκάλ. Και τόσα άλλα σεβαστά ονόματα που έμειναν ως το τέλος χριστιανοί.
Και ακόμη, ειδική επίδοση σε ένα δε σημαίνει γενική επίδοση σε όλα.
Η καθημερινή πρακτική, η πείρα του ανθρώπου μέσα στους αιώνες και η σύνεσή του, σχετικά με τον άλλο κόσμο μας προάγουν σε μια απόκριση που είναι απλή και στέρεη. Δεν υπάρχει ο κάτω κόσμος. Κανείς δεν εκατέβηκε κείθε κάτου. Κανείς δεν ξανανέβηκε από κείθε κάτου.
Όλη η φάμπουλα της νέκυιας, η φήμη δηλαδή, η ιστορία, ο μύθος, η κωμωδία, η τραγωδία, είναι μια ποιητική κατασκευή, που πήγασε από την ανάγκη μας να δώσουμε μια αισθητική διέξοδο στον πόνο που νιώθουμε μπροστά στο αδυσώπητο φαινόμενο του θανάτου.
Ο φόβος και ο πόνος μπροστά στον θάνατο είναι η αιτία που έπλασε ο άνθρωπος τον κάτω κόσμο και τον Άδη. Και πάντα μέσα στη σφαίρα της ποίησης. Στη σφαίρα της θρησκείας όμως η αιτία αυτής της επινόησης, πέρα από τον φόβο και τον πόνο, εκπορεύτηκε κυρίαρχα από το χυδαίο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Και τέτοιο ονομάζω την ημιμάθεια, τον εγωισμό, και την ανανδρία. Όλα τούτα περιεντυμένα με μια πανούργα υποκρισία, που έδωκε το στίγμα και το χρίσμα της ψευτιάς μέσα στο παγκόσμιο καθεστώς και στις ανθρώπινες κοινωνίες.
Όμως το γεγονός του θανάτου είναι για τον καθένα από μας το ατομικό όριο του απόλυτου. Είναι ο βαθμός μείον 273 όχι στην κλίμακα της θερμότητας, αλλά στην κλίμακα του ανθρωπολογικού Μηδέν. Από τη στιγμή που θα πεθάνω περιέρχομαι αστραπιαία στην ίδια κατάσταση, που βρίσκεται εκείνος που δεν εγεννήθηκε ποτές.
Το επιτύμβιο επίγραμμα του Σαρδανάπαλου έμεινε σαν η μουσική αντίστιξη της περηφάνειας και του θρήνου:
Έχτισα την Ταρσό και την Αγχίαλο
σε μια μέρα. Τώρα δε ζω πιά.
Με πρόσχημα τα καλά έργα οικτίρεις και χλευάζεις το σχήμα του τραγικού και του μάταιου, που σ’ έχει χρηστηριάσει. Εγώ το χαράζω έτσι:
Έγραψα τα Ελληνικά και τη Γκέμμα σε εφτά χρόνους.
Από οργή για τους αιώνες που δε θα υπάρχω.
Δημήτρης Λιαντίνης: Νέκυια, Γκέμμα
---------------------------------
[i]Mittlere Proportionale. a:b = b:c
---------------------------------
[i]Mittlere Proportionale. a:b = b:c
Κέλαδος, το είδωλο κάθε κούκλα
«Υπάρχουν γυναίκες που φλογίζονται μόνο για τον όχλο· μόνο σκλάβοι ή θυρωροί, ημίγυμνοι, τις ερεθίζουν. Άλλες παθιάζονται με τους μονομάχους, το γεμάτο σκόνη αμαξά, τον αγύρτη που κάνει νούμερα στη σκηνή. Αυτή είναι η περίπτωση της κυρίας μου: περιφρονεί όσους βρίσκονται στην ορχήστρα και τις δεκατέσσερις πρώτες σειρές τον θεάτρου, αλλά βρίσκει να κάνει έρωτα μέσα απ’ το χειρότερο κομμάτι του όχλου».
Υπάρχει κάποιος πιο ανάξιος λόγου στο ρωμαϊκό κόσμο απ’ το μονομάχο, που μόνος του προορισμός είναι ένας τρομερός και θεαματικός θάνατος; Κι ωστόσο αυτοί οι σκλάβοι, απ’ τους πιο περιφρονημένους, που τα μαρτύριά τους ερεθίζουν τη διαστροφή των Ρωμαίων, συναντούν στην Αρχαιότητα μια αφάνταστη δημοτικότητα. Αυτοί οι καταδικασμένοι σε θάνατο γίνονται το αντικείμενο μιας παθιασμένης προτίμησης απ’ τους κατοίκους των πόλεων. Τεκμήριο ο εντυπωσιακός αριθμός μωσαϊκών, ζωγραφιών, φωτιστικών ή άλλων χρηστικών αντικειμένων όπου απεικονίζονται τα κατορθώματά τους.
Άραγε ο θάνατος που κουβαλούν μέσα τους διεγείρει τα πνεύματα; Για τους Ρωμαίους η απόλαυση είναι στενά συνδεδεμένη με το θάνατο κι ολόκληρος ο πολιτισμός τους μαρτυρεί αυτή την άρρηκτη σχέση ηδονής και αίματος. Είναι πολύ απλά η σωματική δύναμη των μονομάχων, συχνά γαλατικής, γερμανικής, θρακικής ή αιθιοπικής καταγωγής, που προσελκύει τα θαυμαστικά βλέμματα; Πράγματι είναι όμορφοι «όσοι πρόκειται να πεθάνουν» όταν παρελαύνουν στο στίβο κάτω απ’ τον ήχο πολεμικών εμβατηρίων: οι Σαμνίτες ντυμένοι με αστραφτερές και υπέροχα λαξεμένες πανοπλίες, οι δικτυβόλοι με το μεγάλο δίχτυ και την τρίαινα, οι Γαλάτες μορμύλλοι, οι Θράκες με το κυρτό σπαθί τους, οι ανδαβάτες που μάχονται στα τυφλά, με το κεφάλι καλυμμένο με κράνος χωρίς κανένα άνοιγμα που να τους επιτρέπει να βλέπουν τον αντίπαλο, ή εκείνοι που οδηγούν δίκυκλο άρμα· όλοι, μέσα στο θανατερό τους στόλισμα, διεγείρουν σε κάθε θεατή μια σαδιστική και ηδονική γοητεία.
Καμιά έκπληξη που οι μονομάχοι πάντοτε γοητεύουν πολλές Ρωμαίες. Πολλές σεβάσμιες δέσποινες απ’ τις πιο μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες, χωρίς καμιά συστολή, δε φοβούνται να κυκλοφορούν με τις βεντέτες του σταδίου. Μια διεστραμμένη απόλαυση που απεικονίζεται τέλεια στην ιστορία της αριστοκράτισσας Έππιας:
«Παντρεμένη με ένα συγκλητικό, η Έππια ακολούθησε μια ομάδα μονομάχων ως το νησί Φάρος, στο Νείλο, στα κακόφημα τείχη της Αλεξάνδρειας· η σκανδαλώδης Έππια που σόκαρε ακόμα και τον Κάνωπο. Ξέχασε το σπίτι της, τον άντρα της, την αδερφή της, κοροϊδεύει την πατρίδα της, εγκαταλείπει τα παιδιά της που κλαίνε. Από μωρό κοιμόταν σε κούνια στολισμένη με χρυσάφι και πορφύρα, μέσα στην πολυτέλεια και την άνεση της πατρικής κατοικίας. Τώρα αψηφά τις θάλασσες, αψηφά την κοινή γνώμη που λίγο μετράει για μια γυναίκα συνηθισμένη να κάθεται σε πολυθρόνες γεμάτες μαξιλάρια!
Χωρίς να τρέμει, αντιμετώπισε διαδοχικά την Αδριατική και τα βουερά κύματα του Ιονίου πελάγους. Αν χρειαζόταν να περάσει αυτούς τους κινδύνους για κάποιον έντιμο σκοπό, θα έτρεμε, θα πάγωνε απ’ το φόβο, θα ένοιωθε τα πόδια της κομμένα να σωριάζονται. Όμως η ξεδιαντροπιά δίνει κουράγιο. Αν το ζητήσει ο σύζυγος, είναι πολύ επίπονο το μπαρκάρισμα, το καράβι μυρίζει άσχημα, οι ναυτίες... Αν όμως ακολουθεί τον εραστή της, ούτε λόγος για εύθραυστη καρδιά. Ξερνάει πάνω στο σύζυγο. Τρώει μαζί με τον εραστή, και γύρω γύρω οι ναύτες, περπατάει ως την πρύμνη μαζί του, το διασκεδάζει να ξετυλίγει τα παλαμάρια δίπλα του.
Για ποιον φλογίστηκε έτσι η Έππια; Ποιος είναι ο νεαρός που την ξελόγιασε; Ποιον θαύμασε έτσι που ανέχτηκε να της βγάλουν το παρατσούκλι «η μονομάχος»; Είναι ο Μικρός Σέργιος! Σίγουρα πια ξυρίζεται, τα χέρια του είναι γεμάτα ουλές, πλησιάζει στην απόσυρση. Πολλές λαβωματιές στο πρόσωπο, ένα στρογγυλό εξόγκωμα στη μύτη εκεί που τον χτύπησε το κράνος, ένα μάτι που συνέχεια δακρύζει. Μα είναι μονομάχος! Και μόνο αυτή η λέξη αρκεί για να τον κάνει Άδωνι, για να τον προτιμήσει απ’ τα παιδιά της, την πατρίδα της, την αδερφή της, τον άντρα της».
Η Έππια δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση. Ανάμεσα στους 63 σκελετούς που ανακαλύφτηκαν στο στρατώνα των μονομάχων της Πομπηίας βρίσκεται και εκείνος μιας γυναίκας που τα κοσμήματά της δείχνουν πως ανήκει στην αριστοκρατία της πόλης. Για μια περιπέτεια πιθανώς χωρίς μέλλον με ένα μονομάχο, αυτή η ευγενής κυρία μένει ενωμένη για πάντα με τον κρυφό εραστή της μέσα στο κελί όπου τους ξάφνιασε ο θάνατος. Ίσως αυτός ο εραστής είναι ένας από εκείνους που οι τοίχοι της Πομπηίας υπενθυμίζουν πως είχαν μια μεγάλη φήμη Δον Ζουάν:
«Ο δικτυβόλος Κρήσκης, που τα βράδια γιατρεύει τις κούκλες της νύχτας και της μέρας» ή «ο δικτυβόλος Κέλαδος, το είδωλο κάθε κούκλας».
Αυτοί οι δεσμοί επιδεικνύονται μερικές φορές τόσο ολοφάνερα που οι φήμες του κόσμου δε φοβούνται να παρουσιάσουν κάποια σημαίνοντα πρόσωπα ως παιδιά μονομάχων. Ο ευγενής Νυμφίδιος Σα-βίνος, φίλος του Γάλβα, ήθελε να θεωρείται γιος του Καλιγούλα, ενώ ακουγόταν ότι γεννήθηκε απ’ τους έρωτες της μητέρας του με το μονομάχο Μαρτιανό. Ο αυτοκράτορας Κόμμοδος διαδέχεται τον επίσημο πατέρα του Μάρκο Αυρήλιο· όμως η μητέρα του Φαυστίνα κατηγορείται ότι παρουσίασε για γιο του αυτοκράτορα το νόθο ενός μονομάχου, κάτι που άλλωστε φαίνεται να επιβεβαιώνεται απ’ τα αιματηρά και χονδροειδή γούστα του Κόμμοδου.
Οι γυναίκες της υψηλής κοινωνίας αποζητούν με ανατριχίλες ηδονής την παρέα τραγουδιστών, μουσικών, ηθοποιών, μίμων ή ηνίοχων του ιπποδρόμου. Όλοι αυτοί οι άντρες με την κοινωνική τους υπόσταση, δούλοι ή απελεύθεροι, ανήκουν στους κολασμένους της κοινωνίας. Οι πιο ξακουστοί απ’ αυτούς έχουν αμέτρητες επιτυχίες στις γυναίκες της αριστοκρατίας, οι οποίες μπερδεύονται απολαυστικά με τη συντροφιά που προσελκύει η λάμψη της βεντέτας στη σκηνή: με αυλήτριες, ηθοποιούς που παίζουν μίμους, αγύρτες, επαίτες ιερείς κι άλλους μάγους χαμηλής υποστάθμης έτοιμους ν’ αρπάξουν ψίχουλα απ’ τις περιουσίες που μαζεύουν τραγουδιστές ή ηθοποιοί χάρη στη δημοτικότητά τους. Εκείνες που στο σπίτι τους δείχνουν περιφρόνηση ή σκληρότητα για τους δούλους τους δε διστάζουν να γλεντούν συντροφιά με άτομα δουλικής καταγωγής.
Τίποτα δε σταματά αυτές τις «μεγάλες κυρίες» που φρενιάζουν με τις ερμηνείες του ηθοποιού Urbicus , του ορχηστή Βάθυλλου ή του τραγουδιστή Ηδυμελή. Και η fibula, αυτή η «ζώνη αγνότητος» με την οποία εφοδιάζονται ηθοποιοί και τραγουδιστές για να διατηρήσουν την καθαρότητα της φωνής τους, δεν αποτελεί ικανό οχύρωμα για να απωθήσει τις θαυμάστριές τους. Τίποτα δεν τους μοιάζει ατιμωτικό: μια δέσποινα δε διστάζει να κουρέψει τα μαλλιά της σαν σκλάβα για να μπορεί να βρίσκεται στην υπηρεσία του ηθοποιού Στεφανίωνα· ο Αύγουστος μαστιγώνει δημόσια τον τελευταίο και τον εξορίζει για να του θυμίσει την έννοια της ευπρέπειας! Η Δομιτία, σύζυγος του αυτοκράτορα Δομιτιανού, εμφανίζεται με τον ορχηστή Πάρι τον οποίο λατρεύει το ρωμαϊκό κοινό. Ο Δομιτιανός διώχνει τη γυναίκα του και καταδικάζει τον ηθοποιό σε θάνατο.
Μονομάχοι, ηνίοχοι, ηθοποιοί: όσοι ταπεινώνονται απ’ την κοινωνική τάξη στο τελευταίο στρώμα, εκείνοι που η ατιμία τους η ίδια τους κάνει βεντέτες στις βρώμικες απολαύσεις των Ρωμαίων. Και οι μεγάλες κυρίες δεν είναι οι μόνες που «ξεπέφτουν» παρέα με όσους οι «καθώς πρέπει» χαρακτηρίζουν καθάρματα. Οι σύζυγοί τους, οι αδερφοί τους δε διστάζουν κι αυτοί να μπερδεύονται στις συμμορίες γύρω απ’ τους ανθρώπους του θεάματος: ο Αύγουστος υποχρεώνεται, μπροστά στην καινούργια διαστροφή που κυριεύει τους πιο ση-μαίνοντες άντρες της αυλής του, να απαγορέψει με διάταγμα στους συγκλητικούς να μπαίνουν στο σπίτι των ορχηστών και στους ιππείς να ανήκουν στη συνοδεία των τελευταίων.
Όμως τα μέτρα αυτά είναι πρόσκαιρα: ο Σενέκας διαμαρτύρεται που τα νεαρά μέλη της υψηλής αριστοκρατίας υποδουλώνονται με τη θέλησή τους στα καπρίτσια των ορχηστών με τους οποίους είναι ερωτευμένα. Κι ο τρελός αυτοκράτορας Ηλιογάβαλος επιδίδεται δημόσια σε ιδιαίτερα χυδαίες ερωτικές περιπτύξεις με τον ηνίοχο Ιεροκλή.
Υπάρχει κάποιος πιο ανάξιος λόγου στο ρωμαϊκό κόσμο απ’ το μονομάχο, που μόνος του προορισμός είναι ένας τρομερός και θεαματικός θάνατος; Κι ωστόσο αυτοί οι σκλάβοι, απ’ τους πιο περιφρονημένους, που τα μαρτύριά τους ερεθίζουν τη διαστροφή των Ρωμαίων, συναντούν στην Αρχαιότητα μια αφάνταστη δημοτικότητα. Αυτοί οι καταδικασμένοι σε θάνατο γίνονται το αντικείμενο μιας παθιασμένης προτίμησης απ’ τους κατοίκους των πόλεων. Τεκμήριο ο εντυπωσιακός αριθμός μωσαϊκών, ζωγραφιών, φωτιστικών ή άλλων χρηστικών αντικειμένων όπου απεικονίζονται τα κατορθώματά τους.
Άραγε ο θάνατος που κουβαλούν μέσα τους διεγείρει τα πνεύματα; Για τους Ρωμαίους η απόλαυση είναι στενά συνδεδεμένη με το θάνατο κι ολόκληρος ο πολιτισμός τους μαρτυρεί αυτή την άρρηκτη σχέση ηδονής και αίματος. Είναι πολύ απλά η σωματική δύναμη των μονομάχων, συχνά γαλατικής, γερμανικής, θρακικής ή αιθιοπικής καταγωγής, που προσελκύει τα θαυμαστικά βλέμματα; Πράγματι είναι όμορφοι «όσοι πρόκειται να πεθάνουν» όταν παρελαύνουν στο στίβο κάτω απ’ τον ήχο πολεμικών εμβατηρίων: οι Σαμνίτες ντυμένοι με αστραφτερές και υπέροχα λαξεμένες πανοπλίες, οι δικτυβόλοι με το μεγάλο δίχτυ και την τρίαινα, οι Γαλάτες μορμύλλοι, οι Θράκες με το κυρτό σπαθί τους, οι ανδαβάτες που μάχονται στα τυφλά, με το κεφάλι καλυμμένο με κράνος χωρίς κανένα άνοιγμα που να τους επιτρέπει να βλέπουν τον αντίπαλο, ή εκείνοι που οδηγούν δίκυκλο άρμα· όλοι, μέσα στο θανατερό τους στόλισμα, διεγείρουν σε κάθε θεατή μια σαδιστική και ηδονική γοητεία.
Καμιά έκπληξη που οι μονομάχοι πάντοτε γοητεύουν πολλές Ρωμαίες. Πολλές σεβάσμιες δέσποινες απ’ τις πιο μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες, χωρίς καμιά συστολή, δε φοβούνται να κυκλοφορούν με τις βεντέτες του σταδίου. Μια διεστραμμένη απόλαυση που απεικονίζεται τέλεια στην ιστορία της αριστοκράτισσας Έππιας:
«Παντρεμένη με ένα συγκλητικό, η Έππια ακολούθησε μια ομάδα μονομάχων ως το νησί Φάρος, στο Νείλο, στα κακόφημα τείχη της Αλεξάνδρειας· η σκανδαλώδης Έππια που σόκαρε ακόμα και τον Κάνωπο. Ξέχασε το σπίτι της, τον άντρα της, την αδερφή της, κοροϊδεύει την πατρίδα της, εγκαταλείπει τα παιδιά της που κλαίνε. Από μωρό κοιμόταν σε κούνια στολισμένη με χρυσάφι και πορφύρα, μέσα στην πολυτέλεια και την άνεση της πατρικής κατοικίας. Τώρα αψηφά τις θάλασσες, αψηφά την κοινή γνώμη που λίγο μετράει για μια γυναίκα συνηθισμένη να κάθεται σε πολυθρόνες γεμάτες μαξιλάρια!
Χωρίς να τρέμει, αντιμετώπισε διαδοχικά την Αδριατική και τα βουερά κύματα του Ιονίου πελάγους. Αν χρειαζόταν να περάσει αυτούς τους κινδύνους για κάποιον έντιμο σκοπό, θα έτρεμε, θα πάγωνε απ’ το φόβο, θα ένοιωθε τα πόδια της κομμένα να σωριάζονται. Όμως η ξεδιαντροπιά δίνει κουράγιο. Αν το ζητήσει ο σύζυγος, είναι πολύ επίπονο το μπαρκάρισμα, το καράβι μυρίζει άσχημα, οι ναυτίες... Αν όμως ακολουθεί τον εραστή της, ούτε λόγος για εύθραυστη καρδιά. Ξερνάει πάνω στο σύζυγο. Τρώει μαζί με τον εραστή, και γύρω γύρω οι ναύτες, περπατάει ως την πρύμνη μαζί του, το διασκεδάζει να ξετυλίγει τα παλαμάρια δίπλα του.
Για ποιον φλογίστηκε έτσι η Έππια; Ποιος είναι ο νεαρός που την ξελόγιασε; Ποιον θαύμασε έτσι που ανέχτηκε να της βγάλουν το παρατσούκλι «η μονομάχος»; Είναι ο Μικρός Σέργιος! Σίγουρα πια ξυρίζεται, τα χέρια του είναι γεμάτα ουλές, πλησιάζει στην απόσυρση. Πολλές λαβωματιές στο πρόσωπο, ένα στρογγυλό εξόγκωμα στη μύτη εκεί που τον χτύπησε το κράνος, ένα μάτι που συνέχεια δακρύζει. Μα είναι μονομάχος! Και μόνο αυτή η λέξη αρκεί για να τον κάνει Άδωνι, για να τον προτιμήσει απ’ τα παιδιά της, την πατρίδα της, την αδερφή της, τον άντρα της».
Η Έππια δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση. Ανάμεσα στους 63 σκελετούς που ανακαλύφτηκαν στο στρατώνα των μονομάχων της Πομπηίας βρίσκεται και εκείνος μιας γυναίκας που τα κοσμήματά της δείχνουν πως ανήκει στην αριστοκρατία της πόλης. Για μια περιπέτεια πιθανώς χωρίς μέλλον με ένα μονομάχο, αυτή η ευγενής κυρία μένει ενωμένη για πάντα με τον κρυφό εραστή της μέσα στο κελί όπου τους ξάφνιασε ο θάνατος. Ίσως αυτός ο εραστής είναι ένας από εκείνους που οι τοίχοι της Πομπηίας υπενθυμίζουν πως είχαν μια μεγάλη φήμη Δον Ζουάν:
«Ο δικτυβόλος Κρήσκης, που τα βράδια γιατρεύει τις κούκλες της νύχτας και της μέρας» ή «ο δικτυβόλος Κέλαδος, το είδωλο κάθε κούκλας».
Αυτοί οι δεσμοί επιδεικνύονται μερικές φορές τόσο ολοφάνερα που οι φήμες του κόσμου δε φοβούνται να παρουσιάσουν κάποια σημαίνοντα πρόσωπα ως παιδιά μονομάχων. Ο ευγενής Νυμφίδιος Σα-βίνος, φίλος του Γάλβα, ήθελε να θεωρείται γιος του Καλιγούλα, ενώ ακουγόταν ότι γεννήθηκε απ’ τους έρωτες της μητέρας του με το μονομάχο Μαρτιανό. Ο αυτοκράτορας Κόμμοδος διαδέχεται τον επίσημο πατέρα του Μάρκο Αυρήλιο· όμως η μητέρα του Φαυστίνα κατηγορείται ότι παρουσίασε για γιο του αυτοκράτορα το νόθο ενός μονομάχου, κάτι που άλλωστε φαίνεται να επιβεβαιώνεται απ’ τα αιματηρά και χονδροειδή γούστα του Κόμμοδου.
Οι γυναίκες της υψηλής κοινωνίας αποζητούν με ανατριχίλες ηδονής την παρέα τραγουδιστών, μουσικών, ηθοποιών, μίμων ή ηνίοχων του ιπποδρόμου. Όλοι αυτοί οι άντρες με την κοινωνική τους υπόσταση, δούλοι ή απελεύθεροι, ανήκουν στους κολασμένους της κοινωνίας. Οι πιο ξακουστοί απ’ αυτούς έχουν αμέτρητες επιτυχίες στις γυναίκες της αριστοκρατίας, οι οποίες μπερδεύονται απολαυστικά με τη συντροφιά που προσελκύει η λάμψη της βεντέτας στη σκηνή: με αυλήτριες, ηθοποιούς που παίζουν μίμους, αγύρτες, επαίτες ιερείς κι άλλους μάγους χαμηλής υποστάθμης έτοιμους ν’ αρπάξουν ψίχουλα απ’ τις περιουσίες που μαζεύουν τραγουδιστές ή ηθοποιοί χάρη στη δημοτικότητά τους. Εκείνες που στο σπίτι τους δείχνουν περιφρόνηση ή σκληρότητα για τους δούλους τους δε διστάζουν να γλεντούν συντροφιά με άτομα δουλικής καταγωγής.
Τίποτα δε σταματά αυτές τις «μεγάλες κυρίες» που φρενιάζουν με τις ερμηνείες του ηθοποιού Urbicus , του ορχηστή Βάθυλλου ή του τραγουδιστή Ηδυμελή. Και η fibula, αυτή η «ζώνη αγνότητος» με την οποία εφοδιάζονται ηθοποιοί και τραγουδιστές για να διατηρήσουν την καθαρότητα της φωνής τους, δεν αποτελεί ικανό οχύρωμα για να απωθήσει τις θαυμάστριές τους. Τίποτα δεν τους μοιάζει ατιμωτικό: μια δέσποινα δε διστάζει να κουρέψει τα μαλλιά της σαν σκλάβα για να μπορεί να βρίσκεται στην υπηρεσία του ηθοποιού Στεφανίωνα· ο Αύγουστος μαστιγώνει δημόσια τον τελευταίο και τον εξορίζει για να του θυμίσει την έννοια της ευπρέπειας! Η Δομιτία, σύζυγος του αυτοκράτορα Δομιτιανού, εμφανίζεται με τον ορχηστή Πάρι τον οποίο λατρεύει το ρωμαϊκό κοινό. Ο Δομιτιανός διώχνει τη γυναίκα του και καταδικάζει τον ηθοποιό σε θάνατο.
Μονομάχοι, ηνίοχοι, ηθοποιοί: όσοι ταπεινώνονται απ’ την κοινωνική τάξη στο τελευταίο στρώμα, εκείνοι που η ατιμία τους η ίδια τους κάνει βεντέτες στις βρώμικες απολαύσεις των Ρωμαίων. Και οι μεγάλες κυρίες δεν είναι οι μόνες που «ξεπέφτουν» παρέα με όσους οι «καθώς πρέπει» χαρακτηρίζουν καθάρματα. Οι σύζυγοί τους, οι αδερφοί τους δε διστάζουν κι αυτοί να μπερδεύονται στις συμμορίες γύρω απ’ τους ανθρώπους του θεάματος: ο Αύγουστος υποχρεώνεται, μπροστά στην καινούργια διαστροφή που κυριεύει τους πιο ση-μαίνοντες άντρες της αυλής του, να απαγορέψει με διάταγμα στους συγκλητικούς να μπαίνουν στο σπίτι των ορχηστών και στους ιππείς να ανήκουν στη συνοδεία των τελευταίων.
Όμως τα μέτρα αυτά είναι πρόσκαιρα: ο Σενέκας διαμαρτύρεται που τα νεαρά μέλη της υψηλής αριστοκρατίας υποδουλώνονται με τη θέλησή τους στα καπρίτσια των ορχηστών με τους οποίους είναι ερωτευμένα. Κι ο τρελός αυτοκράτορας Ηλιογάβαλος επιδίδεται δημόσια σε ιδιαίτερα χυδαίες ερωτικές περιπτύξεις με τον ηνίοχο Ιεροκλή.
Όταν η αρχαία Ελληνική μυθολογία "εμπνέει" καλλιτεχνικά αλλά και "σημαίνει εσωτερικά" – Ήφαιστος & Πάν
ο όνομα του Ηφαίστου (δωριστί, Άφαιστος) ετυμολογείται από την ρίζα «αφ-» του δασυνόμενου ρήματος «άπτω» (ανάπτω, καίω), «ήφθαι» στο απαρέμφατο του μέσου παρακειμένου, σημαίνει δηλαδή τον «πυρόεντα», τον διάπυρο. Άλλες εκδοχές του ετύμου του, παραπέμπουν στο «αϊστόω» (αφιστόω, α-Fι-στόω, αφανίζω), ή στο συνδυασμό των «φάω» και «ίστωρ».
Ο Ήφαιστος συνεπώς αντιπροσωπεύει το στοιχείο της φωτιάς. O Ηράκλειτος θεωρεί η πρωταρχική ουσία του σύμπαντος είναι το Πυρ από το οποίο προήλθαν με μετουσίωση όλα τα άλλα στοιχεία. Είναι η αιτία όλων των μεταβολών, που εκπροσωπεί μία θεμελιώδη αρχή, την αλλαγή, την άφθαρτη μεταβολή που ανανεώνει τον κόσμο, και αν και αυτή καθαυτή η αλλαγή δεν αποτελεί υλικό αίτιο, ο εκπρόσωπός της, το πῦρ, συνιστά ως θεμελιώδης αρχή και την κινούσα δύναμη. Στο κοσμολογικό τμήμα του έργου του με τίτλο ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ, ο Ηράκλειτος δηλώνει:
«Αυτόν τον κόσμο δεν τον έπλασε κανένας αλλά υπήρχε πάντα, υπάρχει και θα υπάρχει, μία αιώνια ζωντανή φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο... Ο κόσμος παραμένει αναλλοίωτος για όλα τα όντα και δεν είναι δημιούργημα κανενός θεού και κανενός ανθρώπου, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρξει στον αιώνα τον άπαντα, ως πύρ αείζωον, που αναφλέγεται σύμφωνα με καθορισμένα μέτρα και αποσβένεται με καθορισμένα μέτρα».
Η αναφορά το Ηρακλείτου για το σύμπαν αφορά μια εξέλιξη από το μοναδικό αιώνιο στοιχείο του Πυρός, που είναι ταυτόχρονα η μόνη ουσία και η μοναδική ενέργεια, που εκφράζεται στην εικονική του γλώσσα με την ανωφέρεια και κατωφέρεια της οδού. «Ο ανήφορος και ο κατήφορος» λέει «είναι ένα και το αυτό».
Εκ του Πυρός, αυτό το ακτινοβόλο και ενεργητικό στοιχείο, ο αέρας, το νερό και γη ακολουθούν, και αυτή είναι η λιτανεία της ενέργειας στην οδική κατωφέρεια. Υπάρχει εξ ίσου σε αυτή ταύτη την ένταση αυτής της πορείας, μια ενέργεια πιθανής επιστροφής η οποία θα οδηγούσε τα πράγματα πίσω στην πηγή τους με αντίστροφη σειρά. Στην ισορροπία αυτών των δύο ανοδικών και καθοδικών ενεργειών κείται η όλη κοσμική δράση.
Το παν είναι ένα αντίρροπο/αντιστάθμισμα των αντίπαλων ενεργειών. Η κίνηση της ζωής είναι όπως η επιστροφή της χορδής του τόξου, μια ενέργεια έλξης και έντασης η οποία περιορίζει μια ενέργεια απελευθέρωσης, με κάθε ενέργεια δράσης να αντισταθμίζεται από μια άλλη αντίστοιχη ενέργεια αντίδρασης. Με την αντίσταση της μιας επί της άλλης, δημιουργούνται όλες οι αρμονίες της ύπαρξης.
Η ενέργεια συνιστά ουσιαστικά το υλικό, από το οποίο παράγονται όλα τα στοιχειώδη σωματίδια, τα άτομα και γενικά τα πάντα στον κόσμο, αλλά παράλληλα η ενέργεια κινεί τα πάντα στον κόσμο, αποτελώντας μια αναλλοίωτη ουσία, που το συνολικό της ποσό δεν μεταβάλλεται, με τα στοιχειώδη σωματίδια να αποτελούν παράγωγά της, όπως πιστοποιούν πολλά πειράματα, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπεται σε κίνηση, σε θερμότητα, σε φωτεινή ακτινοβολία ή σε διαφορά δυναμικού, προκαλώντας ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα.
Δεν είναι επίσης τυχαίο πως υπάρχει μία στενή σχέση ανάμεσα στον Ήφαιστο και στον Προμηθέα. Σε μερικά σημεία φαίνονται σαν δυο όψεις του ίδιου προσώπου. Και για τους δυο αναφέρεται πως βοηθήσανε στη γέννηση της Αθηνάς. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Προμηθέας από τη Λήμνο έκλεψε τη φωτιά για να τη χαρίσει στους ανθρώπους. Ο ένας παίρνει μέρος όσο και ο άλλος στη δημιουργία του ανθρώπινου γένους και γίνονται ευεργέτες του με το δώρο της φωτιάς.
Σε ορισμένα μέρη και οι δυο ήταν αντικείμενα της ίδιας λατρείας. Στην Αθήνα είχαν κοινό βωμό στους κήπους της Ακαδημίας και εικονίζονταν ο ένας πλάι στον άλλο. Ο Πλάτωνας ξεχωρίζει ότι η φωτιά οφείλονταν στον Προμηθέα αλλά οι σχετικές τέχνες με αυτή οφείλονταν στον Ήφαιστο. Υπάρχει ωστόσο μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δυο αυτά πρόσωπα. Ο Προμηθέας έκλεψε την φωτιά και την έδωσε στους ανθρώπους, ενώ ο Ήφαιστος είναι ο δημιουργός της φωτιάς.
Κατά έναν άλλο μύθο, στη Λήμνο γεννήθηκε η φωτιά από ένα δέντρο που το χτύπησε κεραυνός. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αφηγείται πως οι Αργοναύτες περνώντας από τη Λήμνο πρόσφεραν θυσίες στον Ήφαιστο και τον τίμησαν με γιορτές. Το ίδιο νησί ήταν και το κέντρο της λατρείας των Καβείρων και που μερικοί συγγραφείς τους θεωρούν γιους του Ηφαίστου....
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο το ΠΥΡ διακρίνεται:
1. Στο ΕΝ αθάνατο ΠΥΡ, το οποίο πολλοί από τους αρχαίους προσωποποιούν με τον Ήλιο
2. Το επίγειο ΠΥΡ το οποίο είναι εικόνα του ουράνιου και διατηρείται από τους ανθρώπους εντός των ναών φέροντας το όνομα ΙΕΡΟ ΠΥΡ, εκδηλώνοντας την Θεία παρουσία. Εκεί οι ιερείς οφείλουν να το κρατούν άσβεστο διαρκώς. Το ΠΥΡ είναι σύμβολο της ψυχής η οποία ζωογονεί διαρκώς το σώμα.
Η ιερότητα του ΠΥΡΟΣ ήταν διαδεδομένη στις περισσότερες ιερατικές σχολές.
Οι Πέρσες για παράδειγμα θεωρούσαν έγκλημα να σβηστεί το ιερό πυρ. Εάν σβήνονταν με νερό προξενούσε πόλεμο ανάμεσα σε δύο ιερά στοιχεία. Για αυτό τον λόγω η φωτιά σβήνονταν μόνο με άμμο. Οι ιερείς δεν πλησίαζαν το ΠΥΡ δίχως να φορούν στο στόμα ένα πέπλο . Στα Μιθραικά μυστήρια ο μύστης που είχε ως καθήκοντην επίβλεψη συντήρησης της αιώνιας φλόγας ήταν ο «Πατέρας». Η φωτά δεν έπρεπε επίσης να μολυνθεί με την καύση πτωμάτων κάτι που γίνεται κατά κόρον στην Ανατολή, αλλά ούτε έπρεπε να καίγονται χλωρά ξύλα διότι ο καπνός προκαλούσε συσκότιση του ιερού Πυρ.
Στην Αίγυπτο επίσης θεωρούνταν αποτρόπαιο έγκλημα η ρήξη πτωμάτων στην φωτιά. Στην Ρώμη αντίστοιχα το Ιερό Πυρ διατηρούνταν από τις Βασταλίδες αντίστοιχες των Εστιάδων παρθένων της Ελλάδος, στο Ναό της θεάς Εστίας. Έπρεπε να ανάψουν το ιερό ΠΥΡ με την τριβή δύο ράβδων προερχόμενων από ένα καθαγιασμένο δένδρο.
Στους Ιουδαίους το Άγιο των Αγίων ήταν διαχωρισμένο από τον υπόλοιπο ναό. Το ΠΥΡ έπρεπε αν διατηρείται επί του Βωμού σε χρυσό λυχνοστάτη στο οποίο έκαιγαν διαρκώς επτά λύχνοι τροφοδοτούμενοι με λαδί. Αν το ιερό πυρ έσβηνε επέσυρε την οργή του Θεού. Λέγεται ότι το πρώτο πυρ έπεσε με κεραυνό την ημέρα των εγκαινίων του Ναού του Σολομώντος.
«Αγαπητέ Παν (*) και άλλοι, όσοι θεοί μένετε εδώ, αξιώστε με να έχω εσωτερική ομορφιά και όσα εξωτερικά πράγματα μου ανήκουν να είναι σε αρμονία με την εσωτερική μου ωραιότητα. Είθε να θεωρώ πλούσιο μόνο τον σοφό και είθε να έχω τόσο πλήθος χρυσού, όσο αρκεί να φέρει και να χρησιμοποιεί κανείς άλλος, παρά ο συνετός».
ΠΛΑΤΩΝΑΣ, Φαίδρος 279 Β.
---------------------------------
* Ο Πάνας απεικονίζεται συμβολικά κερασφόρος με πόδια τράγου γένι και μυτερά αυτιά, ένα «ζώο» που «μετασχηματίζεται» σε άνθρωπο, μία αμιγώς συμβολική απεικόνιση σύνδεσης του ζωικού με το πνευματικό, της οδού προς τα άνω, απλής όμως και ανεπιτήδευτης όσο είναι και αυτή η ίδια η Φύση (γι’ αυτό άλλωστε και περιγράφεται ούτε ως δύστροπος, ούτε ως περισπούδαστος, αλλά με διαρκή παιχνιδιάρικη και πρόσχαρη διάθεση και επιπρόσθετα ανεπιτήδευτα ερωτικός).
Ο Πλάτωνας στον Κρατύλο εξηγεί σχετικά: Ο Παν ο υιός του Ερμού είναι διφυής (μισός άνθρωπος μισός τράγος), διότι ο λόγος το παν εκφράζει και περιστρέφεται διαρκώς, και είναι δύο ειδών, αληθής και ψευδής.
Λοιπόν το μεν αληθές μέρος του είναι λείον και θείον και κατοικεί επάνω εις την κατοικίαν των θεών, το δε ψευδές μένει κάτω μεταξύ του πλήθους και είναι τραχύ και τραγοειδές (τραγικόν). Διότι εις τούτο το ζήτημα περιστρέφονται οι περισσότεροι μύθοι και τα ψεύδη, δηλαδή εις τον τραγικόν βίον.
Συνδέεται με τους Θεούς Διόνυσο, τον Απόλλωνα (ο οποίος λέγεται ότι εκμαίευσε από τον Πάνα την μαντική), τις Νύμφες και την Μεγάλη Μητέρα.
Ο Ήφαιστος συνεπώς αντιπροσωπεύει το στοιχείο της φωτιάς. O Ηράκλειτος θεωρεί η πρωταρχική ουσία του σύμπαντος είναι το Πυρ από το οποίο προήλθαν με μετουσίωση όλα τα άλλα στοιχεία. Είναι η αιτία όλων των μεταβολών, που εκπροσωπεί μία θεμελιώδη αρχή, την αλλαγή, την άφθαρτη μεταβολή που ανανεώνει τον κόσμο, και αν και αυτή καθαυτή η αλλαγή δεν αποτελεί υλικό αίτιο, ο εκπρόσωπός της, το πῦρ, συνιστά ως θεμελιώδης αρχή και την κινούσα δύναμη. Στο κοσμολογικό τμήμα του έργου του με τίτλο ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ, ο Ηράκλειτος δηλώνει:
«Αυτόν τον κόσμο δεν τον έπλασε κανένας αλλά υπήρχε πάντα, υπάρχει και θα υπάρχει, μία αιώνια ζωντανή φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο... Ο κόσμος παραμένει αναλλοίωτος για όλα τα όντα και δεν είναι δημιούργημα κανενός θεού και κανενός ανθρώπου, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρξει στον αιώνα τον άπαντα, ως πύρ αείζωον, που αναφλέγεται σύμφωνα με καθορισμένα μέτρα και αποσβένεται με καθορισμένα μέτρα».
Η αναφορά το Ηρακλείτου για το σύμπαν αφορά μια εξέλιξη από το μοναδικό αιώνιο στοιχείο του Πυρός, που είναι ταυτόχρονα η μόνη ουσία και η μοναδική ενέργεια, που εκφράζεται στην εικονική του γλώσσα με την ανωφέρεια και κατωφέρεια της οδού. «Ο ανήφορος και ο κατήφορος» λέει «είναι ένα και το αυτό».
Εκ του Πυρός, αυτό το ακτινοβόλο και ενεργητικό στοιχείο, ο αέρας, το νερό και γη ακολουθούν, και αυτή είναι η λιτανεία της ενέργειας στην οδική κατωφέρεια. Υπάρχει εξ ίσου σε αυτή ταύτη την ένταση αυτής της πορείας, μια ενέργεια πιθανής επιστροφής η οποία θα οδηγούσε τα πράγματα πίσω στην πηγή τους με αντίστροφη σειρά. Στην ισορροπία αυτών των δύο ανοδικών και καθοδικών ενεργειών κείται η όλη κοσμική δράση.
Το παν είναι ένα αντίρροπο/αντιστάθμισμα των αντίπαλων ενεργειών. Η κίνηση της ζωής είναι όπως η επιστροφή της χορδής του τόξου, μια ενέργεια έλξης και έντασης η οποία περιορίζει μια ενέργεια απελευθέρωσης, με κάθε ενέργεια δράσης να αντισταθμίζεται από μια άλλη αντίστοιχη ενέργεια αντίδρασης. Με την αντίσταση της μιας επί της άλλης, δημιουργούνται όλες οι αρμονίες της ύπαρξης.
Η ενέργεια συνιστά ουσιαστικά το υλικό, από το οποίο παράγονται όλα τα στοιχειώδη σωματίδια, τα άτομα και γενικά τα πάντα στον κόσμο, αλλά παράλληλα η ενέργεια κινεί τα πάντα στον κόσμο, αποτελώντας μια αναλλοίωτη ουσία, που το συνολικό της ποσό δεν μεταβάλλεται, με τα στοιχειώδη σωματίδια να αποτελούν παράγωγά της, όπως πιστοποιούν πολλά πειράματα, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπεται σε κίνηση, σε θερμότητα, σε φωτεινή ακτινοβολία ή σε διαφορά δυναμικού, προκαλώντας ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα.
Δεν είναι επίσης τυχαίο πως υπάρχει μία στενή σχέση ανάμεσα στον Ήφαιστο και στον Προμηθέα. Σε μερικά σημεία φαίνονται σαν δυο όψεις του ίδιου προσώπου. Και για τους δυο αναφέρεται πως βοηθήσανε στη γέννηση της Αθηνάς. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Προμηθέας από τη Λήμνο έκλεψε τη φωτιά για να τη χαρίσει στους ανθρώπους. Ο ένας παίρνει μέρος όσο και ο άλλος στη δημιουργία του ανθρώπινου γένους και γίνονται ευεργέτες του με το δώρο της φωτιάς.
Σε ορισμένα μέρη και οι δυο ήταν αντικείμενα της ίδιας λατρείας. Στην Αθήνα είχαν κοινό βωμό στους κήπους της Ακαδημίας και εικονίζονταν ο ένας πλάι στον άλλο. Ο Πλάτωνας ξεχωρίζει ότι η φωτιά οφείλονταν στον Προμηθέα αλλά οι σχετικές τέχνες με αυτή οφείλονταν στον Ήφαιστο. Υπάρχει ωστόσο μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δυο αυτά πρόσωπα. Ο Προμηθέας έκλεψε την φωτιά και την έδωσε στους ανθρώπους, ενώ ο Ήφαιστος είναι ο δημιουργός της φωτιάς.
Κατά έναν άλλο μύθο, στη Λήμνο γεννήθηκε η φωτιά από ένα δέντρο που το χτύπησε κεραυνός. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αφηγείται πως οι Αργοναύτες περνώντας από τη Λήμνο πρόσφεραν θυσίες στον Ήφαιστο και τον τίμησαν με γιορτές. Το ίδιο νησί ήταν και το κέντρο της λατρείας των Καβείρων και που μερικοί συγγραφείς τους θεωρούν γιους του Ηφαίστου....
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο το ΠΥΡ διακρίνεται:
1. Στο ΕΝ αθάνατο ΠΥΡ, το οποίο πολλοί από τους αρχαίους προσωποποιούν με τον Ήλιο
2. Το επίγειο ΠΥΡ το οποίο είναι εικόνα του ουράνιου και διατηρείται από τους ανθρώπους εντός των ναών φέροντας το όνομα ΙΕΡΟ ΠΥΡ, εκδηλώνοντας την Θεία παρουσία. Εκεί οι ιερείς οφείλουν να το κρατούν άσβεστο διαρκώς. Το ΠΥΡ είναι σύμβολο της ψυχής η οποία ζωογονεί διαρκώς το σώμα.
Η ιερότητα του ΠΥΡΟΣ ήταν διαδεδομένη στις περισσότερες ιερατικές σχολές.
Οι Πέρσες για παράδειγμα θεωρούσαν έγκλημα να σβηστεί το ιερό πυρ. Εάν σβήνονταν με νερό προξενούσε πόλεμο ανάμεσα σε δύο ιερά στοιχεία. Για αυτό τον λόγω η φωτιά σβήνονταν μόνο με άμμο. Οι ιερείς δεν πλησίαζαν το ΠΥΡ δίχως να φορούν στο στόμα ένα πέπλο . Στα Μιθραικά μυστήρια ο μύστης που είχε ως καθήκοντην επίβλεψη συντήρησης της αιώνιας φλόγας ήταν ο «Πατέρας». Η φωτά δεν έπρεπε επίσης να μολυνθεί με την καύση πτωμάτων κάτι που γίνεται κατά κόρον στην Ανατολή, αλλά ούτε έπρεπε να καίγονται χλωρά ξύλα διότι ο καπνός προκαλούσε συσκότιση του ιερού Πυρ.
Στην Αίγυπτο επίσης θεωρούνταν αποτρόπαιο έγκλημα η ρήξη πτωμάτων στην φωτιά. Στην Ρώμη αντίστοιχα το Ιερό Πυρ διατηρούνταν από τις Βασταλίδες αντίστοιχες των Εστιάδων παρθένων της Ελλάδος, στο Ναό της θεάς Εστίας. Έπρεπε να ανάψουν το ιερό ΠΥΡ με την τριβή δύο ράβδων προερχόμενων από ένα καθαγιασμένο δένδρο.
Στους Ιουδαίους το Άγιο των Αγίων ήταν διαχωρισμένο από τον υπόλοιπο ναό. Το ΠΥΡ έπρεπε αν διατηρείται επί του Βωμού σε χρυσό λυχνοστάτη στο οποίο έκαιγαν διαρκώς επτά λύχνοι τροφοδοτούμενοι με λαδί. Αν το ιερό πυρ έσβηνε επέσυρε την οργή του Θεού. Λέγεται ότι το πρώτο πυρ έπεσε με κεραυνό την ημέρα των εγκαινίων του Ναού του Σολομώντος.
«Αγαπητέ Παν (*) και άλλοι, όσοι θεοί μένετε εδώ, αξιώστε με να έχω εσωτερική ομορφιά και όσα εξωτερικά πράγματα μου ανήκουν να είναι σε αρμονία με την εσωτερική μου ωραιότητα. Είθε να θεωρώ πλούσιο μόνο τον σοφό και είθε να έχω τόσο πλήθος χρυσού, όσο αρκεί να φέρει και να χρησιμοποιεί κανείς άλλος, παρά ο συνετός».
ΠΛΑΤΩΝΑΣ, Φαίδρος 279 Β.
---------------------------------
* Ο Πάνας απεικονίζεται συμβολικά κερασφόρος με πόδια τράγου γένι και μυτερά αυτιά, ένα «ζώο» που «μετασχηματίζεται» σε άνθρωπο, μία αμιγώς συμβολική απεικόνιση σύνδεσης του ζωικού με το πνευματικό, της οδού προς τα άνω, απλής όμως και ανεπιτήδευτης όσο είναι και αυτή η ίδια η Φύση (γι’ αυτό άλλωστε και περιγράφεται ούτε ως δύστροπος, ούτε ως περισπούδαστος, αλλά με διαρκή παιχνιδιάρικη και πρόσχαρη διάθεση και επιπρόσθετα ανεπιτήδευτα ερωτικός).
Ο Πλάτωνας στον Κρατύλο εξηγεί σχετικά: Ο Παν ο υιός του Ερμού είναι διφυής (μισός άνθρωπος μισός τράγος), διότι ο λόγος το παν εκφράζει και περιστρέφεται διαρκώς, και είναι δύο ειδών, αληθής και ψευδής.
Λοιπόν το μεν αληθές μέρος του είναι λείον και θείον και κατοικεί επάνω εις την κατοικίαν των θεών, το δε ψευδές μένει κάτω μεταξύ του πλήθους και είναι τραχύ και τραγοειδές (τραγικόν). Διότι εις τούτο το ζήτημα περιστρέφονται οι περισσότεροι μύθοι και τα ψεύδη, δηλαδή εις τον τραγικόν βίον.
Συνδέεται με τους Θεούς Διόνυσο, τον Απόλλωνα (ο οποίος λέγεται ότι εκμαίευσε από τον Πάνα την μαντική), τις Νύμφες και την Μεγάλη Μητέρα.
Οι Φυσικοί Επιστήμονες της Αρχαίας Ελλάδας
Είναι γεγονός ότι οι Αρχαίοι Έλληνες φυσικοί φιλόσοφοι πέτυχαν μία σύλληψη του κόσμου που διαφέρει από τις σύγχρονες μας παραστάσεις της φυσικής επιστήμης μόνο ως προς την έλλειψη της σαφούς και ακριβούς διατυπώσεως των φυσικών φαινομένων, η οποία μόνο ύστερα από τη μεγάλη ανάπτυξη των μαθηματικών επιτεύχθηκε. Είναι αποκλειστικό προνόμιο των Αρχαίων Ελλήνων σοφών η συγκρότηση των φυσικών επιστημών σε αυτόνομο κλάδο της γνώσεως.
Συγκρότηση που οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στις πνευματικές τους προσπάθειες και στην ιδιαίτερα αναπτυγμένη νοημοσύνη τους. Στη σκέψη των Ελλήνων οι φυσικές επιστήμες ελευθερώνονται από τη θρησκεία και τη μαγεία και υψώνονται πάνω από την τεχνολογία. Με την ελληνική σκέψη αρχίζει η επιστημονική αναγωγή των φυσικών φαινομένων σε φυσικά αίτια και η αντικατάσταση των υπερφυσικών δυνάμεων από τους φυσικούς νόμους. Ως θεωρητικές ερμηνευτικές και οντολογικές οι Φυσικές επιστήμες είναι γνήσια τέκνα της ελληνικής ιδιοφυΐας και γέννημα ελληνικό.
Με τον όρο “φυσική” οι Αρχαίοι Έλληνες εννοούσαν το μέρος εκείνο της φιλοσοφίας που περιελάμβανε κάθε τι που δεν μπορούσε να υπαχθεί στη λογική, ή την ηθική. Παράλληλα εννοούσαν με τη λέξη αυτή όλες τις επιστήμες της φύσεως. Όταν θα λέμε Φυσικές επιστήμες εννοούμε τη Φυσική (ύλη, την κίνηση και την ενέργεια) και τη Φυσιογραφία (φυτολογία, τη ζωολογία και την ορυκτολογία)
Δυστυχώς ένα ελάχιστο μόνο μέρος των εργασιών των φυσικών επιστημόνων της Αρχαίας Ελλάδος έχει σωθεί.
Εκτός από το αριστοτελικό έργο που μας γνωρίζει τις φυσικές και τις φυσιογραφικές δοξασίες της Περιπατητικής Σχολής, τα κείμενα, ιδίως εκείνα που αναφέρονται στον 6°, τον 5°, αλλά και στον 4° αιώνα, είναι ακρωτηριασμένα και δια σκορπισμένα. Παρόλα αυτά οι ελάχιστες μαρτυρίες που διαθέτουμε αρκούν για να σχηματίσουμε μία ιδέα για τις Φυσικές επιστήμες στην Αρχαία Ελλάδα.
Οι εποχές και η εξέλιξη των Φυσικών επιστημών
Ομηρική Εποχή (900 π. Χ. – 700 π.Χ.)
Οι πρώτες φυσιογνωστικές γνώσεις των Αρχαίων Ελλήνων παρουσιάζονται μέσα από τα Ομηρικά Έπη και μέσα από τα ποιήματα του Ησιόδου. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δίνουν πολλές πληροφορίες για φυτά και ζώα, για πέτρες και ορυκτά. Αναφέρονται όλα τα γνωστά μέταλλα της εποχής αυτής (σίδηρος, μόλυβδος, χαλκός, ορείχαλκος, χρυσός, άργυρος, ήλεκτρον(=λευκόχρυσος)). Αναφέρονται ακόμα χρωστικές και απολυμαντικές ουσίες, καθώς και οι γνώσεις της τυροκομίας, της οινοποιίας, της αρωματοποιίας, της μεταλλουργίας κ.ά. Το θέμα των έργων του Ησιόδου είναι καθαρά κοσμολογικό και φυσιογνωστικό. Από τα ποιήματα του Ησιόδου αντλούνται οι σχετικές κοσμολογικές και φυσιογνωστικές γνώσεις της εποχής που γράφτηκαν.
Πρώτη περίοδος (600 π.Χ. – 300 π.Χ.)
α) Ιωνική Σχολή
Η Ιωνική Σχολή παραδέχεται την αρχέγονη ύλη αγέννητη και άφθαρτη. Ο Θαλής ο Μιλήσιος (640 – 546 π.Χ.) θεώρησε ως πρώτη ύλη το “ύδωρ” από το οποίο με πύκνωση και αραίωση παράγονται τα σώματα. Κατά τον Αναξίμανδρο (611 – 546 π.Χ.), μαθητή του Θαλού, αρχή των όντων είναι η “ύλη”. Τη μητρική αυτή ύλη ονόμασε “άπειρον”. Ο μαθητής του Αναξίμανδρου, Αναξιμένης (560 – 500 π.Χ.) θεωρεί ως αρχή των πάντων τον άπειρο αέρα. Μεταγενέστεροι οπαδοί των ιωνικών δογμάτων ήταν ο Ίππων ο Σάμιος (5ος π.Χ. αιώνας) που αντικατέστησε το “ύδωρ” του Θαλού με το εν γένει “ύγρόν” και ο Διογένης ο Απολλωνιάτης (5ος π.Χ. αιώνας) που θεωρούσε τον “αέρα” ως αίτιο σχηματισμού των σωμάτων.
β) Πυθαγόρειος Σχολή
Κατά τον Πυθαγόρα και τους μαθητές του, η ύλη παρουσιάζεται στις δημιουργίες διαιρεμένη κατά μονάδες. Τα σώματα είναι αρμονικός συνδυασμός αριθμών – στοιχείων. Μελέτησαν πειραματικά τον ήχο και ασχολήθηκαν με την οπτική. Οι Πυθαγόρειοι ήταν οι πρώτοι επιστήμονες που θεώρησαν τα φυτά ως όντα οργανικά και ζώντα. Εκπρόσωποι των Πυθαγορείων είναι ο Πυθαγόρας, ο Φιλόλαος, ο Αρχύτας ο Ταραντίνος, ο Ίππασος, η Θεανώ, η Δαμώ κ.ά.
γ) Ελεατική Σχολή
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ελεατικής φιλοσοφίας είναι ότι η αρχική ύλη δεν περιέχει καμία δημιουργική δύναμη. Δηλαδή υπάρχει το “είναι”, αλλά όχι το “γίγνεσθαι”.
“Ουδέν γαρ γίγνεσθαι, ούτε φθείρεσθαι των όντων, άλλα μόνο δοκείν ήμΐν”.
Εκπρόσωποι της Ελεατικής Σχολής είναι ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (5ος -4ος π.Χ. αιώνας), ο Παρμενίδης (6ος – 5υς π.Χ. αιώνας), ο Ζήνων ο Ελεάτης (495 – 435 π.Χ.) και ο Μέλισσος (5ος π.Χ. αιώνας).
δ) Ο Ηράκλειτος
Ο Ηράκλειτος (540 – 480 π.Χ.) απορρίπτει το “είναι” και παραδέχεται το “γίγνεσθαι”. Υποστηρίζει ότι αρχή των όντων είναι το “πυρ” (η ενέργεια) και ότι στη φύση υπάρχει μία συνεχής ανάγκη μεταβολής των σωμάτων. Θεμελιώδες γεγονός της Φύσεως είναι η “αέναος μεταβολή”.
Μέσα από τα αποσπάσματα του έργου του “Περί φύσεως” που σώθηκαν παρουσιάζονται βαθυστόχαστες και προχωρημένες αρχές της φυσικής, καθώς και οι απαρχές της χημείας.
ε) Νέα Ιωνική Σχολή (ή Ατομική Σχολή)
Η αρχική ύλη με την ενέργεια της παράγει τα διάφορα σώματα χωρίς η ίδια να μεταβάλλεται Γενικό γνώρισμα της Σχολής είναι το ότι η αρχέγονη ύλη διαιρείται σε ελάχιστα σωματίδια αδιαίρετα, ασυμπίεστα και αόριστα, τα άτομα. Η Νέα Ιωνική Σχολή δέχεται την “αρχή της αφθαρσίας της ύλης” και δίνει εξηγήσεις σε διάφορα φυσικά φαινόμενα. Εκπρόσωποι είναι ο Εμπεδοκλής (495 – 435 π.Χ.), ο Λεύκιππος (5ος π.Χ. αιώνας), ο Δημόκριτος (460 – 360 π.Χ.) και ο Αναξαγόρας (500 – 424 π.Χ.).
στ) Η Σχολή του Πλάτωνος
Μεγάλη ήταν η συμβολή της Ακαδημίας του Πλάτωνος (427 -347 π.Χ.) στην εξέλιξη της Φυσικής. Στη μεγάλη αυτή Σχολή των Αθηνών, η οποία για κάπου 1000 χρόνια αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα, γίνονταν επιστημονικές συζητήσεις που αφορούσαν και τη Φυσική. Ο Πλάτων και οι μαθητές του έθιξαν θέματα βαρύτητας, δυνάμεων, κινήσεως, μάζας, ύλης, ενέργειας, μαγνητισμού, οπτικής και αντιμετώπισαν θετικά την Πειραματική Φυσική. Εκπρόσωποι της Σχολής ήταν εκτός από τον αρχηγό της Πλάτωνα, ο Σπεύσιππος (4ος π.Χ. αιώνας), ο Ξενοκράτης (4ος π.Χ. αιώνας), ο Φίλιππος ο Οπούντιος (4ος π.Χ. αιώνας), ο Ηρακλείδης ο Ποντικός (4ος π.Χ. αιώνας), ο Εύδοξος ο Κνίδιος (408 – 355 π.Χ.).
ζ) Η Σχολή του Αριστοτέλους
Η Σοφιστική Σχολή στο παιδαγωγικό της σύστημα περιλάμβανε και τη διδασκαλία των Φυσικών επιστημών και τη γνώση των Φυσικών φαινομένων. Η Σχολή αυτή συνετέλεσε κατά κάποιο τρόπο στη διάδοση του φυσιογνωστικού πνεύματος. Εκπρόσωποι της είναι ο Πρωταγόρας (485 – 420 π.Χ.), ο Γοργίας (483-375 π.Χ.), ο Καλλικλής και ο Αντιφών (5ος -4ος π.Χ. αιώνας).
Μεταριστοτελική φιλοσοφία
Στωικοί
Ο αρχηγός των Στωικών ήταν ο Ζήνων ο Κιτιεύς (4ος π.Χ. αιώνας). Κατά τη φυσική των Στωικών μόνο τα υλικά σώματα υπάρχουν. Η ύλη είναι μείγμα μίας πυκνής και μίας αιθερώδους ύλης. Η αιθερώδης ύλη με τη βοήθεια του “τόνου” (της ενέργειας) δημιουργεί τα σώματα. Υπάρχουν φυσικοί νόμοι, αλλά δεν υπάρχει φυσική επιστήμη παρά μόνο εμπειρία. Η στωική φιλοσοφία διατηρήθηκε μέχρι και τον 2° μ.Χ. αιώνα. Εκπρόσωποι της Στοάς είναι ο Κλεάνθης (332 – 232 π.Χ.), ο Χρύσιππος (281 – 204 π.Χ.), ο Παναίτιος (2υς – 1υς π.Χ. αιώνας).
Επικούρειοι
Ιδρυτής της επικούρειας φιλοσοφίας ήταν ο Επίκουρος ο Αθηναίος (341 – 270 π.Χ.). Η φυσική φιλοσοφία του Επικούρου είναι η δημοκρίτειος ατομική θεωρία. Ο Επίκουρος ερμηνεύει τις ελκτικές ιδιότητες του μαγνήτη και του ήλεκτρου με τη θεωρία των ατόμων, αναφέρεται σε θέματα βαρύτητας και διατυπώνει προχωρημένες αρχές της φυσικής (αρχή απροσδιοριστίας). Εκπρόσωποι της επικούρειας φιλοσοφίας θεωρούνται ο Μητρόδωρος (4ος π.Χ. -3ος π.Χ. αιώνας), ο Αθηναίος (4ος π.Χ. – 3ος π.Χ. αιώνας), ο Τιμοκράτης (4ος π.Χ. – 3ος π.Χ. αιώνας), ο Έρμαχος (4ος π.Χ. – 3ος π.Χ. αιώνας) κ.ά.
Δεύτερη περίοδος (Αλεξανδρινή) (300 π.Χ. – 415 μ.Χ.)
Η Σχολή του Μουσείου
Στην Αλεξάνδρεια ο Πτολεμαίος ο Σωτήρ (337 – 283 π.Χ.) ίδρυσε το “Μουσείον”, ένα επιστημονικό ερευνητικό κέντρο με μία τεράστια βιβλιοθήκη από 490.000 (τόμους). Το Μουσείο πλαισιώθηκε από εκατοντάδες λόγιους που κατέφυγαν στην Αλεξάνδρεια από την Αθήνα. Ο διάδοχος του ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος (285 – 247 π.Χ.) προίκισε το Μουσείο με επιστημονικές συλλογές, με αστεροσκοπείο, με επιστημονικά όργανα, με ζωολογικό και γεωπονικό κήπο και με μία νέα βιβλιοθήκη στο Σεράπειο (Σχολείο Ελληνικής Παιδείας) 42.800 τόμων. Αργότερα, επί Πτολεμαίου του Ευεργέτου (247 – 222 π.Χ.) η βιβλιοθήκη του Σεραπείου εμπλουτίσθηκε με βιβλία από τις βιβλιοθήκες του Αριστοτέλους και του Θεοφράστου κι έτσι έφτασε τους 100.000 κυλίνδρους (τόμους). Στις Σχολές του Μουσείου”προάγονταν εκτός από τα μαθηματικά και την αστρονομία και οι φυσικές επιστήμες, ιδίως οι κλάδοι της Γενικής Φυσικής: Μηχανική των στερεών, Υδροστατική, Ακουστική και Οπτική. Για πρώτη φορά γίνεται εφαρμογή σε διάφορες κατασκευές των μαθηματικών και των φυσικών γνώσεων, γεγονός που προϋποθέτει δοκιμασίες και πειραματισμούς Κατά τον Ευάγγελο Σταμάτη το Μουσείο διέθετε και εργαστήρια υψηλής τεχνολογίας για την εποχή του. Η ίδια Σχολή έχει να επιδείξει μεγάλα επιτεύγματα στη φυτολογία και τη ζωολογία.
Νεοπλατωνική Σχολή της Αλεξανδρείας (85μ.Χ. – 415μ.Χ.)
Στον νεοπλατωνισμό κυριαρχεί η μορφή του Πλάτωνος και δεν εκδηλώνονται τάσεις κάποιας ρήξης με την παράδοση. Επομένως η Νεοπλατωνική Σχολή είναι προσηλωμένη στα πλατωνικά φυσιογνωστικά δόγματα. Εκπρόσωποι της Σχολής είναι ο Απολλώνιος ο Τυανεύς (1ος μ.Χ. αιώνας), ο Νικόμαχος ο Γερασηνός (1ος – 2ος μ.Χ. αιώνας), ο Αμμώνιος Σακκάς (2ος – 3ος μ.Χ. αιώνας), ο Πλωτίνος (3υς μ.Χ. αιώνας), ο Θέων ο Σμυρναίος (2ος μ.Χ. αιώνας), η Υπατία (370 – 415 μ.Χ.), ο Συνέσιος (370 – 412 μ.Χ.), κ.ά.
Νεοπλατωνική Σχολή των Αθηνών (415 μ.Χ. – 525 μ.Χ.)
Μετά τη δολοφονία της Υπατίας πολλοί αλεξανδρινοί φιλόσοφοι κατέφυγαν στην Αθήνα, όπου συγκρότησαν τη Νεοπλατωνική Σχολή των Αθηνών. Η σχολή αυτή διαλύθηκε το 526 με διαταγή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Εκπρόσωποι της Σχολής είναι ο φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός και αστρονόμος Πρόκλος ο Διάδοχος (410 – 485 μ.Χ.), ο Αμμώνιος (5ος – 6ος μ.Χ. αιώνας), ο Σιμπλίκιος (5ος -6ος μ.Χ. αιώνας) και ο Δαμάσκιος (6ος μ.Χ. αιώνας).
Συγκρότηση που οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στις πνευματικές τους προσπάθειες και στην ιδιαίτερα αναπτυγμένη νοημοσύνη τους. Στη σκέψη των Ελλήνων οι φυσικές επιστήμες ελευθερώνονται από τη θρησκεία και τη μαγεία και υψώνονται πάνω από την τεχνολογία. Με την ελληνική σκέψη αρχίζει η επιστημονική αναγωγή των φυσικών φαινομένων σε φυσικά αίτια και η αντικατάσταση των υπερφυσικών δυνάμεων από τους φυσικούς νόμους. Ως θεωρητικές ερμηνευτικές και οντολογικές οι Φυσικές επιστήμες είναι γνήσια τέκνα της ελληνικής ιδιοφυΐας και γέννημα ελληνικό.
Με τον όρο “φυσική” οι Αρχαίοι Έλληνες εννοούσαν το μέρος εκείνο της φιλοσοφίας που περιελάμβανε κάθε τι που δεν μπορούσε να υπαχθεί στη λογική, ή την ηθική. Παράλληλα εννοούσαν με τη λέξη αυτή όλες τις επιστήμες της φύσεως. Όταν θα λέμε Φυσικές επιστήμες εννοούμε τη Φυσική (ύλη, την κίνηση και την ενέργεια) και τη Φυσιογραφία (φυτολογία, τη ζωολογία και την ορυκτολογία)
Δυστυχώς ένα ελάχιστο μόνο μέρος των εργασιών των φυσικών επιστημόνων της Αρχαίας Ελλάδος έχει σωθεί.
Εκτός από το αριστοτελικό έργο που μας γνωρίζει τις φυσικές και τις φυσιογραφικές δοξασίες της Περιπατητικής Σχολής, τα κείμενα, ιδίως εκείνα που αναφέρονται στον 6°, τον 5°, αλλά και στον 4° αιώνα, είναι ακρωτηριασμένα και δια σκορπισμένα. Παρόλα αυτά οι ελάχιστες μαρτυρίες που διαθέτουμε αρκούν για να σχηματίσουμε μία ιδέα για τις Φυσικές επιστήμες στην Αρχαία Ελλάδα.
Οι εποχές και η εξέλιξη των Φυσικών επιστημών
Ομηρική Εποχή (900 π. Χ. – 700 π.Χ.)
Οι πρώτες φυσιογνωστικές γνώσεις των Αρχαίων Ελλήνων παρουσιάζονται μέσα από τα Ομηρικά Έπη και μέσα από τα ποιήματα του Ησιόδου. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δίνουν πολλές πληροφορίες για φυτά και ζώα, για πέτρες και ορυκτά. Αναφέρονται όλα τα γνωστά μέταλλα της εποχής αυτής (σίδηρος, μόλυβδος, χαλκός, ορείχαλκος, χρυσός, άργυρος, ήλεκτρον(=λευκόχρυσος)). Αναφέρονται ακόμα χρωστικές και απολυμαντικές ουσίες, καθώς και οι γνώσεις της τυροκομίας, της οινοποιίας, της αρωματοποιίας, της μεταλλουργίας κ.ά. Το θέμα των έργων του Ησιόδου είναι καθαρά κοσμολογικό και φυσιογνωστικό. Από τα ποιήματα του Ησιόδου αντλούνται οι σχετικές κοσμολογικές και φυσιογνωστικές γνώσεις της εποχής που γράφτηκαν.
Πρώτη περίοδος (600 π.Χ. – 300 π.Χ.)
α) Ιωνική Σχολή
Η Ιωνική Σχολή παραδέχεται την αρχέγονη ύλη αγέννητη και άφθαρτη. Ο Θαλής ο Μιλήσιος (640 – 546 π.Χ.) θεώρησε ως πρώτη ύλη το “ύδωρ” από το οποίο με πύκνωση και αραίωση παράγονται τα σώματα. Κατά τον Αναξίμανδρο (611 – 546 π.Χ.), μαθητή του Θαλού, αρχή των όντων είναι η “ύλη”. Τη μητρική αυτή ύλη ονόμασε “άπειρον”. Ο μαθητής του Αναξίμανδρου, Αναξιμένης (560 – 500 π.Χ.) θεωρεί ως αρχή των πάντων τον άπειρο αέρα. Μεταγενέστεροι οπαδοί των ιωνικών δογμάτων ήταν ο Ίππων ο Σάμιος (5ος π.Χ. αιώνας) που αντικατέστησε το “ύδωρ” του Θαλού με το εν γένει “ύγρόν” και ο Διογένης ο Απολλωνιάτης (5ος π.Χ. αιώνας) που θεωρούσε τον “αέρα” ως αίτιο σχηματισμού των σωμάτων.
β) Πυθαγόρειος Σχολή
Κατά τον Πυθαγόρα και τους μαθητές του, η ύλη παρουσιάζεται στις δημιουργίες διαιρεμένη κατά μονάδες. Τα σώματα είναι αρμονικός συνδυασμός αριθμών – στοιχείων. Μελέτησαν πειραματικά τον ήχο και ασχολήθηκαν με την οπτική. Οι Πυθαγόρειοι ήταν οι πρώτοι επιστήμονες που θεώρησαν τα φυτά ως όντα οργανικά και ζώντα. Εκπρόσωποι των Πυθαγορείων είναι ο Πυθαγόρας, ο Φιλόλαος, ο Αρχύτας ο Ταραντίνος, ο Ίππασος, η Θεανώ, η Δαμώ κ.ά.
γ) Ελεατική Σχολή
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ελεατικής φιλοσοφίας είναι ότι η αρχική ύλη δεν περιέχει καμία δημιουργική δύναμη. Δηλαδή υπάρχει το “είναι”, αλλά όχι το “γίγνεσθαι”.
“Ουδέν γαρ γίγνεσθαι, ούτε φθείρεσθαι των όντων, άλλα μόνο δοκείν ήμΐν”.
Εκπρόσωποι της Ελεατικής Σχολής είναι ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (5ος -4ος π.Χ. αιώνας), ο Παρμενίδης (6ος – 5υς π.Χ. αιώνας), ο Ζήνων ο Ελεάτης (495 – 435 π.Χ.) και ο Μέλισσος (5ος π.Χ. αιώνας).
δ) Ο Ηράκλειτος
Ο Ηράκλειτος (540 – 480 π.Χ.) απορρίπτει το “είναι” και παραδέχεται το “γίγνεσθαι”. Υποστηρίζει ότι αρχή των όντων είναι το “πυρ” (η ενέργεια) και ότι στη φύση υπάρχει μία συνεχής ανάγκη μεταβολής των σωμάτων. Θεμελιώδες γεγονός της Φύσεως είναι η “αέναος μεταβολή”.
Μέσα από τα αποσπάσματα του έργου του “Περί φύσεως” που σώθηκαν παρουσιάζονται βαθυστόχαστες και προχωρημένες αρχές της φυσικής, καθώς και οι απαρχές της χημείας.
ε) Νέα Ιωνική Σχολή (ή Ατομική Σχολή)
Η αρχική ύλη με την ενέργεια της παράγει τα διάφορα σώματα χωρίς η ίδια να μεταβάλλεται Γενικό γνώρισμα της Σχολής είναι το ότι η αρχέγονη ύλη διαιρείται σε ελάχιστα σωματίδια αδιαίρετα, ασυμπίεστα και αόριστα, τα άτομα. Η Νέα Ιωνική Σχολή δέχεται την “αρχή της αφθαρσίας της ύλης” και δίνει εξηγήσεις σε διάφορα φυσικά φαινόμενα. Εκπρόσωποι είναι ο Εμπεδοκλής (495 – 435 π.Χ.), ο Λεύκιππος (5ος π.Χ. αιώνας), ο Δημόκριτος (460 – 360 π.Χ.) και ο Αναξαγόρας (500 – 424 π.Χ.).
στ) Η Σχολή του Πλάτωνος
Μεγάλη ήταν η συμβολή της Ακαδημίας του Πλάτωνος (427 -347 π.Χ.) στην εξέλιξη της Φυσικής. Στη μεγάλη αυτή Σχολή των Αθηνών, η οποία για κάπου 1000 χρόνια αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα, γίνονταν επιστημονικές συζητήσεις που αφορούσαν και τη Φυσική. Ο Πλάτων και οι μαθητές του έθιξαν θέματα βαρύτητας, δυνάμεων, κινήσεως, μάζας, ύλης, ενέργειας, μαγνητισμού, οπτικής και αντιμετώπισαν θετικά την Πειραματική Φυσική. Εκπρόσωποι της Σχολής ήταν εκτός από τον αρχηγό της Πλάτωνα, ο Σπεύσιππος (4ος π.Χ. αιώνας), ο Ξενοκράτης (4ος π.Χ. αιώνας), ο Φίλιππος ο Οπούντιος (4ος π.Χ. αιώνας), ο Ηρακλείδης ο Ποντικός (4ος π.Χ. αιώνας), ο Εύδοξος ο Κνίδιος (408 – 355 π.Χ.).
ζ) Η Σχολή του Αριστοτέλους
Στη φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλους (384 – 322 π.Χ.) διακρίνονται τρεις αφετηρίες για τη φυσιογνωστική του έρευνα:
– Ο καθορισμός της επιστήμης.
– Η γενική μέθοδος στην επιστημονική έρευνα και
– Η ίδρυση μίας γενικής φυσικής φιλοσοφίας.
Στη Φυσική της νεώτερης επιστήμης ανάγονται οι πραγματείες του Αριστοτέλους “”Μετεωρολογικά”, “Περί γενέσεως και φθοράς” και “Μηχανικά”. Στα έργα του αυτά που αντικατοπτρίζουν και τα θέματα διδασκαλίας στον “Περίπατο”, ο μεγάλος φιλόσοφος πραγματεύεται θέματα ύλης, ενέργειας, μηχανικής, οπτικής, ακουστικής, υδροστατικής, χημείας κ.τ.λ. Εκπρόσωποι της Σχολής του Αριστοτέλους είναι ο Θεόφραστος (372 – 287 π.Χ.), ο Στράτων (4ος – 3ος π.Χ. αιώνας), ο Εύδημος ο Ρόδιος (350 – 290 π.Χ.) κ.ά.
Η Σοφιστική Σχολή
– Ο καθορισμός της επιστήμης.
– Η γενική μέθοδος στην επιστημονική έρευνα και
– Η ίδρυση μίας γενικής φυσικής φιλοσοφίας.
Στη Φυσική της νεώτερης επιστήμης ανάγονται οι πραγματείες του Αριστοτέλους “”Μετεωρολογικά”, “Περί γενέσεως και φθοράς” και “Μηχανικά”. Στα έργα του αυτά που αντικατοπτρίζουν και τα θέματα διδασκαλίας στον “Περίπατο”, ο μεγάλος φιλόσοφος πραγματεύεται θέματα ύλης, ενέργειας, μηχανικής, οπτικής, ακουστικής, υδροστατικής, χημείας κ.τ.λ. Εκπρόσωποι της Σχολής του Αριστοτέλους είναι ο Θεόφραστος (372 – 287 π.Χ.), ο Στράτων (4ος – 3ος π.Χ. αιώνας), ο Εύδημος ο Ρόδιος (350 – 290 π.Χ.) κ.ά.
Η Σοφιστική Σχολή
Η Σοφιστική Σχολή στο παιδαγωγικό της σύστημα περιλάμβανε και τη διδασκαλία των Φυσικών επιστημών και τη γνώση των Φυσικών φαινομένων. Η Σχολή αυτή συνετέλεσε κατά κάποιο τρόπο στη διάδοση του φυσιογνωστικού πνεύματος. Εκπρόσωποι της είναι ο Πρωταγόρας (485 – 420 π.Χ.), ο Γοργίας (483-375 π.Χ.), ο Καλλικλής και ο Αντιφών (5ος -4ος π.Χ. αιώνας).
Μεταριστοτελική φιλοσοφία
Στωικοί
Ο αρχηγός των Στωικών ήταν ο Ζήνων ο Κιτιεύς (4ος π.Χ. αιώνας). Κατά τη φυσική των Στωικών μόνο τα υλικά σώματα υπάρχουν. Η ύλη είναι μείγμα μίας πυκνής και μίας αιθερώδους ύλης. Η αιθερώδης ύλη με τη βοήθεια του “τόνου” (της ενέργειας) δημιουργεί τα σώματα. Υπάρχουν φυσικοί νόμοι, αλλά δεν υπάρχει φυσική επιστήμη παρά μόνο εμπειρία. Η στωική φιλοσοφία διατηρήθηκε μέχρι και τον 2° μ.Χ. αιώνα. Εκπρόσωποι της Στοάς είναι ο Κλεάνθης (332 – 232 π.Χ.), ο Χρύσιππος (281 – 204 π.Χ.), ο Παναίτιος (2υς – 1υς π.Χ. αιώνας).
Επικούρειοι
Ιδρυτής της επικούρειας φιλοσοφίας ήταν ο Επίκουρος ο Αθηναίος (341 – 270 π.Χ.). Η φυσική φιλοσοφία του Επικούρου είναι η δημοκρίτειος ατομική θεωρία. Ο Επίκουρος ερμηνεύει τις ελκτικές ιδιότητες του μαγνήτη και του ήλεκτρου με τη θεωρία των ατόμων, αναφέρεται σε θέματα βαρύτητας και διατυπώνει προχωρημένες αρχές της φυσικής (αρχή απροσδιοριστίας). Εκπρόσωποι της επικούρειας φιλοσοφίας θεωρούνται ο Μητρόδωρος (4ος π.Χ. -3ος π.Χ. αιώνας), ο Αθηναίος (4ος π.Χ. – 3ος π.Χ. αιώνας), ο Τιμοκράτης (4ος π.Χ. – 3ος π.Χ. αιώνας), ο Έρμαχος (4ος π.Χ. – 3ος π.Χ. αιώνας) κ.ά.
Δεύτερη περίοδος (Αλεξανδρινή) (300 π.Χ. – 415 μ.Χ.)
Η Σχολή του Μουσείου
Στην Αλεξάνδρεια ο Πτολεμαίος ο Σωτήρ (337 – 283 π.Χ.) ίδρυσε το “Μουσείον”, ένα επιστημονικό ερευνητικό κέντρο με μία τεράστια βιβλιοθήκη από 490.000 (τόμους). Το Μουσείο πλαισιώθηκε από εκατοντάδες λόγιους που κατέφυγαν στην Αλεξάνδρεια από την Αθήνα. Ο διάδοχος του ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος (285 – 247 π.Χ.) προίκισε το Μουσείο με επιστημονικές συλλογές, με αστεροσκοπείο, με επιστημονικά όργανα, με ζωολογικό και γεωπονικό κήπο και με μία νέα βιβλιοθήκη στο Σεράπειο (Σχολείο Ελληνικής Παιδείας) 42.800 τόμων. Αργότερα, επί Πτολεμαίου του Ευεργέτου (247 – 222 π.Χ.) η βιβλιοθήκη του Σεραπείου εμπλουτίσθηκε με βιβλία από τις βιβλιοθήκες του Αριστοτέλους και του Θεοφράστου κι έτσι έφτασε τους 100.000 κυλίνδρους (τόμους). Στις Σχολές του Μουσείου”προάγονταν εκτός από τα μαθηματικά και την αστρονομία και οι φυσικές επιστήμες, ιδίως οι κλάδοι της Γενικής Φυσικής: Μηχανική των στερεών, Υδροστατική, Ακουστική και Οπτική. Για πρώτη φορά γίνεται εφαρμογή σε διάφορες κατασκευές των μαθηματικών και των φυσικών γνώσεων, γεγονός που προϋποθέτει δοκιμασίες και πειραματισμούς Κατά τον Ευάγγελο Σταμάτη το Μουσείο διέθετε και εργαστήρια υψηλής τεχνολογίας για την εποχή του. Η ίδια Σχολή έχει να επιδείξει μεγάλα επιτεύγματα στη φυτολογία και τη ζωολογία.
Νεοπλατωνική Σχολή της Αλεξανδρείας (85μ.Χ. – 415μ.Χ.)
Στον νεοπλατωνισμό κυριαρχεί η μορφή του Πλάτωνος και δεν εκδηλώνονται τάσεις κάποιας ρήξης με την παράδοση. Επομένως η Νεοπλατωνική Σχολή είναι προσηλωμένη στα πλατωνικά φυσιογνωστικά δόγματα. Εκπρόσωποι της Σχολής είναι ο Απολλώνιος ο Τυανεύς (1ος μ.Χ. αιώνας), ο Νικόμαχος ο Γερασηνός (1ος – 2ος μ.Χ. αιώνας), ο Αμμώνιος Σακκάς (2ος – 3ος μ.Χ. αιώνας), ο Πλωτίνος (3υς μ.Χ. αιώνας), ο Θέων ο Σμυρναίος (2ος μ.Χ. αιώνας), η Υπατία (370 – 415 μ.Χ.), ο Συνέσιος (370 – 412 μ.Χ.), κ.ά.
Νεοπλατωνική Σχολή των Αθηνών (415 μ.Χ. – 525 μ.Χ.)
Μετά τη δολοφονία της Υπατίας πολλοί αλεξανδρινοί φιλόσοφοι κατέφυγαν στην Αθήνα, όπου συγκρότησαν τη Νεοπλατωνική Σχολή των Αθηνών. Η σχολή αυτή διαλύθηκε το 526 με διαταγή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Εκπρόσωποι της Σχολής είναι ο φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός και αστρονόμος Πρόκλος ο Διάδοχος (410 – 485 μ.Χ.), ο Αμμώνιος (5ος – 6ος μ.Χ. αιώνας), ο Σιμπλίκιος (5ος -6ος μ.Χ. αιώνας) και ο Δαμάσκιος (6ος μ.Χ. αιώνας).
ΣΑΛΛΟΥΣΤΙΟΣ: ΠΕΡΙ ΘΕΩΝ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΥ
Ο Σερήνος Σαλλούστιος (ή Σαλούστιος) υπήρξε νεοπλατωνικός φιλόσοφος του 4ου "μεταχριστιανικού" αιώνος, σύγχρνονος, αλλά και προσωπικός φίλος, του φωτισμένου αυτοκράτορος Ιουλιανού, στον οποίο άλλωστε εισηγήθηκε την πολιτική ανοχής και ανεξιθρησκείας απέναντι στους χριστιανούς, παρά την θανάσιμη εχθρότητα των τελευταίων προς κάθε τι το Εθνικό. Στο επίτομο έργο του "Περί Θεών και Κόσμου", με το οποίο ο ίδιος φιλοδοξούσε προφανώς να διαμορφώσει μία εισαγωγή στον Νεοπλατωνισμό, πραγματεύεται με πολύ απλή και κατανοητή γλώσσα τα δύσκολα φιλοσοφικά και θεολογικά ζητήματα του ελληνικού Πολυθεϊσμού.Δημοσιεύουμε εδώ, κάποια σημαντικά σημεία του «Περί Θεών και Κόσμου» που κρίνονται τέτοια επειδή αποσαφηνίζουν την ξεκάθαρα πολυθεϊστική φύση του ελληνικού Εθνισμού, παρά τα όσα απατεωνίστικά επιχειρούν να "καθιερώσουν" στις ημέρες μας οι αλιεύοντες σε θολά ύδατα παραχαράκτες της Παραδόσεώς μας. Επειδή όμως αρμόδιοι να μάς πούνε το τι πίστευαν (η επί το ορθώτερον ΝΟΜΙΖΑΝ) οι Έλληνες, είναι μόνον εκείνοι οι ίδιοι και όχι οι σύγχρονοι εσωτεριστές, θεοσοφιστές, χριστιανοί, γνωστικοί και οι λοιποί συνοδοιπόροι τους, εμείς, ως συνεχιστές της πατρογονικής μας πολυθεϊστικής Παραδόσεως, δίνουμε βήμα στον Σαλλούστιο για να μας μιλήσει τόσο για την Πρώτη Αιτία που ουδεμία σχέση έχει με τον αφύσικο και εξωκοσμικό «Θεό» των μονοθεϊστών, όσο και για την φύση, τις ουσίες και τις τάξεις των Θεών μας.
Ι. Πώς πρέπει να είναι ο Ακροατής, και περί κοινών Εννοιών.
Όσοι επιθυμούν να ακούσουν για τους Θεούς πρέπει από παιδιά να έχουν καλή καθοδήγηση, και να μην συνηθίσουν ανόητες δοξασίες. Πρέπει να έχουν καλή και λογική ιδιοσυγκρασία, προκειμένου να κατανοήσουν σωστά τη διδαχή.
Και ακόμh οφείλουν να γνωρίζουν και τις Κοινές Έννοιες. Κοινές Έννοιες είναι εκείνες τις οποίες ομολογούν όλοι οι άνθρωποι όταν ερωτηθούν. Για παράδειγμα, ότι ο Θεός είναι αγαθός, χωρίς πάθος, αμετάβλητος. Διότι ό,τι μεταβάλλεται είναι ή προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο. Αν είναι προς το χειρότερο, γίνεται κακό. Αν είναι προς το καλύτερο, πρέπει αρχικά να ήταν κακό.
ΙΙ. Ότι ο Θεός είναι αμετάβλητος, αγέννητος, αιώνιος, ασώματος και ότι δεν βρίσκεται στο χώρο.
Και ας είναι ο ακροατής τέτοιος. Και η διδασκαλία ας είναι αυτού του είδους. Οι ουσίες των Θεών ποτέ δεν δημιουργήθησαν (διότι τα αιώνια όντα ποτέ δεν δημιουργούνται. Και υπάρχει αιώνια ό,τι κατέχει την πρωταρχική δύναμη και από τη φύση του δεν παθαίνει τίποτα). Ούτε συνίστανται οι ουσίες των Θεών από σώματα. Διότι πάντα οι δυνάμεις μέσα στα σώματα είναι ασώματες. Ούτε περιέχονται στο χώρο διότι αυτή είναι ιδιότητα των σωμάτων. Ούτε διαχωρίζονται από την Πρώτη Αιτία ούτε και μεταξύ τους, όπως ακριβώς και οι σκέψεις διαχωρίζονται από το νου, ούτε οι πράξεις γνώσης από την ψυχή.
ΙΙΙ. Περί μύθων, ότι είναι θειϊκοί, και γιατί.
Αξίζει να εξετάσουμε, λοιπόν, γιατί οι παλαιοί εγκατέλειψαν τα δόγματα και χρησιμοποίησαν τους μύθους. Και το πρώτο όφελος που έχουμε από τους μύθους είναι ότι πρέπει να αναζητούμε να μην αφήνουμε το νου μας να μένει αργός.
Ότι οι μύθοι είναι θεϊκοί φαίνεται από εκείνους που τους χρησιμοποίησαν. Τους μύθους χρησιμοποίησαν θεόληπτοι ποιητές, οι καλύτεροι των φιλοσόφων, όσοι θέσπισαν μυστήρια και οι ίδιοι οι Θεοί στους χρησμούς. Το γιατί όμως οι μύθοι είναι θεϊκοί πρέπει να το ερευνήσει η Φιλοσοφία. Επειδή κάθε όν χαίρεται με ό,τι είναι όμοιό του και αποστρέφεται τα ανόμοιά του, πρέπει και οι ιστορίες για τους Θεούς να είναι όμοιες με τους Θεούς, ώστε να γίνουν άξιες της θεϊκής ουσίας και να γίνουν οι Θεοί ευμενείς προς εκείνους που τις διηγούνται: τούτο θα επιτευχθεί μόνο με τους μύθους.
Οι μύθοι παρουσιάζουν τους ίδιους και την αγαθότητα των Θεών -σύμφωνα πάντα με τον διαχωρισμό ανάμεσα στο ρητό και το άρρητο, το αφανές και το φανερό, το σαφές και το κρυφό. Εφόσον, όπως ακριβώς οι Θεοί έχουν κάνει κοινά για όλους τα αγαθά των αισθήσεων, τα αγαθά όμως της νόησης τα έχουν δώσει μόνο στους σοφούς, έτσι και οι μύθοι λένε σε όλους ότι υπάρχουν οι Θεοί, αλλά ποιοί είναι αυτοί και ποιές οι δυνάμεις τους το φανερώνουν μόνο σε εκείνους που μπορούν να το κατανοήσουν.
Παρουσιάζουν επίσης και τις ενέργειες των Θεών. Διότι μπορούμε να ονομάσουμε και τον Κόσμο Μύθο, όπου σώματα και πράγματα είναι ορατά, αλλά ψυχές και νόες είναι κρυφοί. Επιπλέον, αν θέλεις να διδάξεις σε όλους την αλήθεια για τους Θεούς, από τη μια οι ανόητοι θα την περιφρονήσουν επειδή δεν είναι σε θέση να την κατανοήσουν, από την άλλη οι καλοί θα την βαρεθούν. Ενώ αν κρύψεις την αλήθεια με τους μύθους, αποτρέπεις την περιφρόνηση των ανοήτων και αναγκάζεις τους καλούς να ασκήσουν Φιλοσοφία.
Γιατί όμως οι μύθοι μιλούν για μοιχεία, κλοπές και δέσμιους πατέρες και όλες τις άλλες ανοησίες; Μήπως είναι αυτό αξιοθαύμαστο, καθώς μέσω της φαινομενικής ανοησίας η Ψυχή αισθάνεται αμέσως ότι τα λόγια είναι προκαλύμματα και πιστεύει ότι η αλήθεια είναι ένα μυστήριο;
V. Περί της Πρώτης Αιτίας.
Ακολουθεί η γνώση για την Πρώτη Αιτία και οι συνακόλουθες προς αυτήν τάξεις των Θεών, καθώς και η φύση του Κόσμου, η ουσία του νου και της ψυχής, έπειτα η Πρόνοια, η Ειμαρμένη, και η Τύχη, μετά η Αρετή και η Κακία και οι διάφορες μορφές κοινωνικής οργανώσεως, καλές και κακές, που προέρχονται από αυτές, και η πιθανή προέλευση του Κακού στον Κόσμο.
Καθένα από αυτά τα θέματα απαιτεί πολλές και μεγάλες συζητήσεις. Δεν θα έβλαπτε όμως, αν τα εκθέταμε εν συντομία, ώστε ο ακροατής να μην τα αγνοεί παντελώς.
Αρμόζει στην Πρώτη Αιτία να είναι Μία -διότι η μονάδα προηγείται κάθε πλήθους - και να ξεπερνά τα πάντα σε δύναμη και αγαθότητα. Επομένως τα πάντα μετέχουν αυτής. Διότι λόγω της δύναμής της, τίποτα δεν γίνεται να την παρακωλύσει και λόγω της αγαθότητάς της είναι αδύνατον να παραγκωνισθεί.
Αν η Πρώτη Αιτία ήταν Ψυχή, τα πάντα θα ήσαν Έμψυχα. Αν ήταν Νους, τα πάντα θα είχαν Νόηση. Αν ήταν Ύπαρξη, τα πάντα θα αποτελούνταν από την Ύπαρξη. Και βλέποντας αυτή την ιδιότητα στα πάντα, μερικοί άνθρωποι νόμισαν ότι ήταν η Πρώτη Αιτία η Ύπαρξη. Αν τα πράγματα απλώς υπήρχαν, χωρίς να είναι αγαθά, αυτό το επιχείρημα θα ήταν ορθό, αν όμως τα πράγματα που υπάρχουν, υπάρχουν λόγω της αγαθότητάς τους και μετέχουν του Αγαθού, η Πρώτη Αιτία πρέπει απαραιτήτως να είναι πέρα από την Ύπαρξη και από το Αγαθό. Σημαντική απόδειξη αυτού είναι ότι οι ευγενικές ψυχές περιφρονούν την Ύπαρξη προς χάριν του Αγαθού, όταν κινδυνεύουν για την πατρίδα τους ή τους φίλους τους ή για την αρετή. Μετά από αυτή την άρρητη δύναμη έχουμε πάντως τις τάξεις των Θεών.
VI. Περί Θεών Εγκόσμιων και Υπερκόσμιων.
Από τους Θεούς μερικοί είναι του κόσμου, δηλαδή Εγκόσμιοι και άλλοι πάνω από τον κόσμο, δηλαδή Υπερκόσμιοι. Εγκόσμιους αποκαλώ όσους δημιούργησαν τον Κόσμο. Από τους Υπερκόσμιους Θεούς μερικοί δημιούργησαν την Ουσία, άλλοι τον Νου και άλλοι την Ψυχή. Και για αυτό έχουν τρεις τάξεις, οι οποίες μπορούν όλες να βρεθούν στις πραγματείες περί του θέματος.
Από τους Εγκόσμιους Θεούς μερικοί έφεραν σε ύπαρξη τον Κόσμο, άλλοι τον ψύχωσαν, άλλοι τον εναρμόνισαν, καθώς αποτελείται από διάφορα στοιχεία. Μία τετάρτη τάξη Θεών τον διαφυλάσσει εναρμονισμένο.
Αυτές είναι οι τέσσερις πράξεις που η κάθε μία έχει αρχή, μέση και τέλος, συνεπώς πρέπει να υπάρχουν Δώδεκα Θεοί για να κυβερνούν τον Κόσμο.
Εκείνοι που έπλασαν τον Κόσμο είναι ο Ζεύς, ο Ποσειδών και ο Ήφαιστος. Εκείνοι που τον εμψύχωσαν είναι η Δήμητρα, η Ήρα και η Άρτεμις. Εκείνοι που τον εναρμόνισαν είναι ο Απόλλων, η Αφροδίτη και ο Ερμής. Εκείνοι που τον φυλάσσουν είναι η Εστία, η Αθηνά και ο Άρης.
Στ'αγάλματά τους υπάρχουν κρυφές ενδείξεις των χαρακτηριστικών τους. Ο Απόλλων εναρμονίζει μία λύρα. Η Αθηνά είναι ένοπλη και η Αφροδίτη είναι γυμνή (επειδή η αρμονία δημιουργεί την ομορφιά και η ομορφιά σε ό,τι είναι ορατό δεν κρύβεται).
Ενώ αυτοί οι Δώδεκα, κατά μία πρωταρχική έννοια κατέχουν τον Κόσμο, θεωρούμε ότι και οι άλλοι Θεοί εμπεριέχονται σε αυτούς. Ο Διόνυσος στο Δία, για παράδειγμα, ο Ασκληπιός στον Απόλλωνα και οι Χάριτες στην Αφροδίτη.
Διακρίνουμε επίσης και τις διάφορες σφαίρες τους. Στην Εστία ανήκει η Γη, στον Ποσειδώνα το νερό, στην Ήρα ο αέρας, στον Ήφαιστο η φωτιά. Και οι έξι ανώτερες σφαίρες στους Θεούς που συνήθως αποδίδονται. Διότι ο Απόλλων και Άρτεμις αφορούν τον Ήλιο και τη Σελήνη, η σφαίρα του Κρόνου πρέπει να αποδοθεί στην Δήμητρα, ο αιθέρας στην Αθηνά. Ενώ ο ουρανός είναι κοινός για όλους. Έτσι οι τάξεις, δυνάμεις και σφαίρες των Δώδεκα Θεών εξηγούνται και υμνούνται.
VII. Περί της Φύσεως του Κόσμου και της αιώνιότητάς του.
Αυτός ο ίδιος ο Κόσμος πρέπει κατ' ανάγκη να είναι άφθαρτος και αγέννητος. Άφθαρτος επειδή, αν τυχόν καταστραφεί, πρέπει ή καλύτερος, ή χειρότερος, ή ο ίδιος με αυτόν, ή χάος να δημιουργηθεί. Αν είναι χειρότερος, η δύναμη που δημιουργεί κάτι χειρότερο από το καλύτερο πρέπει να είναι κακή. Αν είναι καλύτερος, ο δημιουργός που δεν έφτιαξε εξ αρχής το καλύτερο πρέπει να είναι ατελής. Aν είναι ο ίδιος, μάταια δημιουργήθηκε. Αν είναι το χάος...είναι ασέβεια και να λέγονται τέτοια πράγματα. Όσα είπαμε αρκούν για να αποδείξουν ότι ο Κόσμος είναι αδημιούργητος . Διότι αν δεν καταστρέφεται τότε δεν δημιουργείται. Διότι κάθε τι δημιουργημένο καταστρέφεται. Και επίσης, εφόσον ο Κόσμος υπάρχει λόγω της αγαθότητας του Θεού συναπάγεται ότι ο Θεός πρέπει πάντα να είναι αγαθός και ο κόσμος να υπάρχει. Όπως το φως συνυπάρχει με τον Ήλιο και με την φωτιά, και η σκιά συνυπάρχει με το σώμα.
Από τα σώματα που βρίσκονται στον Κόσμο, άλλα μιμούνται το Νου και κινούνται σε κύκλους, άλλα μιμούνται την Ψυχή και κινούνται σε ευθιεία γραμμή, η φωτιά και ο αέρας προς πάνω, η γη και το νερό προς τα κάτω. Κατά την κίνηση σε κύκλούς η απλανής σφαίρα ξεκινά από την ανατολή, οι Επτά από τη δύση. (Οι αιτίες για αυτό είναι πολλές, ιδιαίτερα για να μην είναι η δημιουργία ατελής λόγω της ταχείας περιφοράς των σφαιρών).
Καθώς η κίνηση είναι διαφορετική, η φύση των σωμάτων πρέπει να είναι διαφορετική επίσης. Γι αυτό και το ουράνιο σώμα ούτε καίει ούτε ψύχει ό,τι αγγίζει, ούτε κάνει τίποτα άλλο από ό,τι χαρακτηρίζει τα τέσσερα στοιχεία.
Και εφόσον ο Κόσμος είναι μία σφαίρα - ο ζωδιακός το αποδεικνύει αυτό - και σε κάθε σφαίρα το "κάτω" σημαίνει "προς το κέντρο", διότι το κέντρο απέχει περισσότερο από κάθε σημείο, και τα βαριά πράγματα πέφτουν "κάτω" και πέφτουν στη γη "συνεπάγεται ότι η Γη είναι το κέντρο του Κόσμου".
Όλα αυτά τα δημιούργησαν οι Θεοί, τα διατάσσει ο Νους, τα κινεί η Ψυχή. Για τους Θεούς έχουμε ήδη μιλήσει.
ΧΙΙ. Πώς τα αιώνια λέγεται ότι "έγιναν" (γίγνεσθαι).
Σχετικά με τους Θεούς και τον Κόσμο και τα ανθρώπινα πράγματα αυτή η πραγματεία αρκεί για όσους δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσουν την φιλοσοφία στο σύνολό της, χωρίς όμως οι ψυχές τους να είναι εντελώς ανεπίδεκτες.
Μας μένει να εξηγήσουμε πώς αυτά τα αντικείμενα μεταξύ τους, εφόσον όπως προείπαμε οι δευτερεύουσες ουσίες "δημιουργήθηκαν" από την πρώτη.
Ό,τι έχει γίνει έγινε είτε με τέχνη, είτε με φυσική διαδικασία, είτε σύμφωνα με κάποια δύναμη. Στην τέχνη και τη φύση ο δημιουργός πρέπει να προηγείται της δημιουργίας: αλλά ο δημιουργός κατά δύναμη, συγκροτεί τα δημιουργήματα μαζί με τον εαυτό του, εφόσον η δύναμή τους είναι αδιαχώριστη από αυτά. Όπως ο ήλιος δημιουργεί το φως,η φωτιά τη θερμότητα, το χιόνι το ψύχος.
Αν οι Θεοί έκαναν τον κόσμο με τέχνη, δεν τον έκαναν να είναι, τον έκαναν να είναι τέτοιος. Διότι κάθε τέχνη δημιουργεί τη μορφή του αντικειμένου. Επομένως, τι είναι εκείνο που τον έφερε σε ύπαρξη;
Αν έγινε με φυσική διαδικασία, τότε ο δημιουργός πρέπει να έδωσε κομμάτι από τον εαυτό του στο δημιούργημα. Καθώς οι Θεοί είναι ασώματοι, πρέπει και ο Κόσμος να είναι ασώματος. Αν υποθέσουμε ότι οι Θεοί είναι σώματα, τότε από πού προέρχεται η δύναμη των ασωμάτων; Και αν παραδεχόμαστε αυτή την άποψη, συνεπάγεται ότι όταν φθαρεί ο κόσμος, πρέπει ,και ο δημιουργός του να φθαρεί, αν είναι δημιουργός από φυσική διαδικασία.
Αν οι Θεοί δεν δημιούργησαν τον κόσμο ούτε με τέχνη ούτε με φυσική διαδικασία, μας μένει μόνο ότι ον δημιούργησαν με κάποια δύναμη. Κάθε τι που γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο υφίσται με αυτό που κατέχει τη δύναμη. Και ό,τι γίνεται κατά αυτό τον τρόπο δεν μπορεί να καταστραφεί, εκτός εάν η δύναμη τους δημιουργού αφαιρεθεί: επομένως όσοι πιστεύουν ότι ο κόσμος θα καταστραφεί, είτε αρνούνται την ύπαρξη των θεών, είτε, ενώ την αποδέχονται, αρνούνται τη δύναμη του Θεού.
Άρα εκείνος που δημιουργεί τα πάντα με την δική του δύναμη, συνιστά τα πάντα. Και εφ όσον η δύναμή του είναι η μεγαλύτερη δύναμη, πρέπει να είναι ο δημιουργός όχι μόνο ζώων και ανθρώπων αλλά και Θεών, ανθρώπων και πνευμάτων. Και όσο πιό πολύ απομακρυσμένος από τη φύση μας είναι ο Πρώτος Θεός, τόσο περισσότερες δυνάμεις πρέπει να υπάρχουν ανάμεσα σε εμάς και σε εκείνον. Διότι όσα πράγματα απέχουν πολύ μεταξύ τους έχουν πολλά ενδιάμεσα σημεία ανάμεσά τους.
ΧV. Γιατί τιμούμε τους Θεούς αφού δεν έχουν ανάγκη τίποτα.
Εδώ λύνεται το θέμα σχετικά με τις θυσίες και τις άλλες τιμές που αποδίδονται στους Θεούς. Το ίδιο το Θείο δεν έχει καμία ανάγκη και οι τιμές προσφέρονται για δική μας ωφέλεια. Η πρόνοια των Θεών φθάνει παντού και χρειάζεται μόνο κάποια ικανότητα για την υποδοχή της. Κάθε ικανότητα επιτυγχάνεται από τη μίμηση και την ομοιότητα. Για αυτό τον λόγο οι ναοί κτίσθηκαν προς μίμηση του ουρανού, οι βωμοί μιμούνται τη γη, τα αγάλματα τη ζωή (για αυτό πλάσθηκαν σαν ζωντανά όντα), οι ευχές το νοερό, τα μυστηριακά γράμματα (χαρακτήρες) τις άρρητες ουράνιες δυνάμεις, τα βότανα και οι λίθοι την ύλη, και τα θυσιαζόμενα ζώα την άλογη ζωή μέσα μας.
Από όλα αυτά οι Θεοί δεν κερδίζουν τίποτα. Τί κέρδος να έχουν οι Θεοί. Εμείς κερδίζουμε την επικοινωνία μαζί τους.
Εγγραφή σε:
Σχόλια
(
Atom
)









