Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Οι Έλληνες, λόγω του εκχριστιανισμού τους, υπέστησαν μια ριζική πολιτισμική μετάλλαξη, ακόμη και χωρίς να εκδιωχθούν από τον τόπο τους

Στον δημόσιο λόγο –ιδιαίτερα όταν η συζήτηση αγγίζει ζητήματα ιστορίας, θρησκείας και πολιτικής– οι όροι «Εβραίοι», «Ισραηλίτες» και «Ισραηλινοί» χρησιμοποιούνται συχνά ως αν ήταν αυτονόητα ταυτόσημοι. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη εξέταση δείχνει ότι πρόκειται για μια σύνθετη πραγματικότητα, η οποία δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς με απλουστευτικά σχήματα περί ενιαίου λαού ή ομοιογενούς ταυτότητας. Εντούτοις όλοι αυτοί διατηρούν μια κοινή ταυτοτική βάση.
 
Οι Εβραίοι δεν συνιστούν έναν ομοιογενή λαό ούτε από εθνοτική ούτε από θρησκευτική άποψη. Στο εσωτερικό τους συνυπάρχουν διαφορετικές εθνοπολιτισμικές ομάδες, όπως οι Ασκεναζί, οι Σεφαραδίτες, οι Μιζραχί, αλλά και κοινότητες με ιδιαίτερη ιστορική διαδρομή, όπως οι Αιθίοπες Εβραίοι. Οι διαφορές αυτές δεν είναι επιφανειακές· αφορούν τη γλώσσα, τα ήθη, τη μουσική, τη σχέση με τη θρησκεία και την ιστορική εμπειρία.

Αντίστοιχα, η θρησκευτική ποικιλία είναι εξίσου έντονη. Υπάρχουν αυστηρά ορθόδοξοι και υπερορθόδοξοι Εβραίοι, συντηρητικοί και μεταρρυθμιστές, αλλά και κοσμικοί ή ακόμη και άθεοι Εβραίοι, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την εβραϊκότητα αποκλειστικά ως πολιτισμική ή ιστορική κληρονομιά. Πολιτικά και ιδεολογικά, το φάσμα είναι εξαιρετικά ευρύ, από θεοκρατικές αντιλήψεις μέχρι ριζικά κοσμικές ή και αντισιωνιστικές θέσεις.

Καθοριστικό σημείο στο ιστορικό πλαίσιο αποτελεί η ρωμαϊκή περίοδος και ειδικότερα η πολιτική του αυτοκράτορα Αδριανού τον 2ο αιώνα μ.κ.ε. Μετά την εξέγερση του Μπαρ Κοχμπά (132–135 μ.κ.ε.), η ρωμαϊκή εξουσία προχώρησε σε κατασταλτικά μέτρα. Η Ιουδαία απώλεσε τον εβραϊκό της χαρακτήρα ως πολιτικό κέντρο, μετονομάστηκε σε Syria Palaestina και η Ιερουσαλήμ αναδομήθηκε ως ρωμαϊκή πόλη με το όνομα Aelia Capitolina. Στους Εβραίους απαγορεύθηκε η είσοδος στην πόλη, ενώ μεγάλα τμήματα του πληθυσμού εκδιώχθηκαν ή διασκορπίστηκαν.

Από εκεί και έπειτα, οι εβραϊκές κοινότητες στερήθηκαν κάθε μορφή κρατικής και πολιτικής αυτονομίας στην ιστορική τους εστία. Η απώλεια του εδαφικού κέντρου δεν σήμαινε την εξαφάνιση της εβραϊκής ταυτότητας. Η συλλογική ύπαρξη μετατοπίστηκε από το κράτος και τον τόπο στη μνήμη, στο κείμενο και στο δίκαιο. Η διασπορά δεν υπήρξε απλώς γεωγραφική, αλλά και θεσμική: η κοινότητα αντικατέστησε το κράτος και η παράδοση ανέλαβε τον ρόλο της ιστορικής συνέχειας.

Αν κάτι λειτουργεί ως ενωτικός παράγοντας, αυτό δεν είναι μια κοινή εθνοφυλετική καταγωγή, αλλά ένα κοινό ιστορικό και πολιτισμικό αφήγημα. Η βιβλική παράδοση, η Τορά, η μνήμη της διασποράς και η ιδέα της ιστορικής συνέχειας του «Ισραήλ» συγκροτούν έναν συμβολικό άξονα αναφοράς. Το στοιχείο αυτό μπορεί να λειτουργεί τόσο για πιστούς όσο και για μη πιστούς, ως πολιτισμική μνήμη και όχι κατ’ ανάγκην ως θρησκευτική βεβαιότητα.

Ωστόσο, το κοινό αφήγημα δεν πρέπει να συγχέεται με κοινή ιστορική εμπειρία. Ένας Εβραίος της Κεντρικής ή Ανατολικής Ευρώπης του 19ου αιώνα και ένας Εβραίος του αραβικού κόσμου έζησαν σε διαφορετικά κοινωνικά, γλωσσικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα. Η ενότητα, επομένως, είναι κυρίως αφηγηματική και συμβολική, όχι βιωματικά ενιαία.

Ύστερα από σχεδόν δεκαοκτώ αιώνες ζωής χωρίς κρατική υπόσταση, ο σιωνισμός εμφανίζεται ως συνειδητή προσπάθεια αναστροφής της ιστορικής τομής που επέβαλε η ρωμαϊκή πολιτική του Αδριανού. Εκεί όπου η Ιουδαία είχε αποεδαφικοποιηθεί και η εβραϊκή ταυτότητα είχε μεταφερθεί στη διασπορά, ο σιωνισμός επιδιώκει την επαναεδαφικοποίηση της συλλογικής ύπαρξης: επιστροφή στον τόπο, ανασύσταση πολιτικής κυριαρχίας και μετατροπή της μνήμης σε κρατική πραγματικότητα. Το κράτος του Ισραήλ δεν εμφανίζεται απλώς ως νέο πολιτικό μόρφωμα, αλλά ως ιστορική απάντηση σε μια αρχαία απώλεια, επιχειρώντας να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη βιβλική-αφηγηματική συνέχεια και στη νεωτερική έννοια του έθνους-κράτους.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πολυμορφίας είναι το γλωσσικό ζήτημα. Για αιώνες, οι εβραϊκές κοινότητες μιλούσαν τις γλώσσες των χωρών όπου ζούσαν ή ανάμεικτες διαλέκτους: γίντις στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, λαντίνο στον σεφαραδίτικο κόσμο, διάφορες μορφές ιουδαιο-αραβικών στη Μέση Ανατολή, καθώς και τις τοπικές εθνικές γλώσσες.

Η εβραϊκή γλώσσα δεν είχε εξαφανιστεί, αλλά περιοριζόταν σε θρησκευτική, λειτουργική και λόγια χρήση. Δεν αποτελούσε ζωντανή καθομιλουμένη γλώσσα. Η αναβίωσή της ως καθημερινής γλώσσας αποτελεί μοναδικό ιστορικό φαινόμενο, άρρηκτα συνδεδεμένο με το σιωνιστικό κίνημα και, αργότερα, με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Σε αυτήν την περίπτωση, η γλώσσα λειτουργεί όχι μόνο ως μέσο επικοινωνίας, αλλά και ως εργαλείο συγκρότησης μιας νέας συλλογικής ταυτότητας.

Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948 σηματοδότησε μια τομή. Για πρώτη φορά μετά από αιώνες διασποράς επιχειρήθηκε η πολιτική και πολιτισμική ενοποίηση ετερογενών κοινοτήτων σε ένα εθνικό κράτος. Αυτή η διαδικασία προϋπέθετε την ανακατασκευή της έννοιας του «λαού» με σύγχρονους, εθνικούς όρους.

Είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι αυτή η κρατική και εθνική συγκρότηση δεν εκφράζει ούτε αντιπροσωπεύει αναγκαστικά όλους τους Εβραίους. Υπάρχουν Εβραίοι που απορρίπτουν τον σιωνισμό, άλλοι που διαφωνούν ριζικά με τη θρησκευτική ή πολιτική φυσιογνωμία του κράτους του Ισραήλ, και άλλοι που δεν θεωρούν το κράτος αυτό ως θεμιτή συνέχεια της παράδοσής τους.

Παρά τις έντονες εσωτερικές διαφοροποιήσεις, οι Εβραίοι διατηρούν μια βαθιά και διαχρονική κοινή αναφορά στην αρχαία τους παράδοση. Αυτή η αναφορά δεν εκδηλώνεται αποκλειστικά σε επίπεδο πίστης, αλλά λειτουργεί και ως πολιτισμικός και συμβολικός άξονας συνοχής. Ακόμη και πολλοί κοσμικοί ή άθεοι Εβραίοι διατηρούν πρακτικές και τελετουργίες, όπως η περιτομή, που λειτουργούν όχι μόνο θρησκευτικά αλλά και ως σημεία ιστορικής συνέχειας. Με αυτόν τον τρόπο συγκροτείται μια ιδιότυπη μορφή ομοιογένειας, η οποία άντεξε παρά τους αιώνες διασποράς, την απουσία κράτους και τις ριζικά διαφορετικές τοπικές εμπειρίες.

Αντίθετα με τους Εβραίους, η ελληνική περίπτωση ακολούθησε διαφορετική ιστορική τροχιά. Με την επιβολή του χριστιανισμού, οι Έλληνες απώλεσαν σταδιακά τις κοινές ιστορικές και πολιτισμικές αναφορές της αρχαίας ελληνικής παράδοσης ως ζωντανό συλλογικό υπόβαθρο. Η αρχαία θρησκεία, η μυθολογία και οι φιλοσοφικές κοσμοαντιλήψεις δεν λειτουργούσαν πλέον ως συνεκτικός πυρήνας της ταυτότητας. Στη θέση τους συγκροτήθηκε μια νέα συλλογική ταυτότητα, θεμελιωμένη στη χριστιανική πίστη και στην πολιτική κληρονομιά της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με νέα εθνική ονομασία και αυτοσυνείδηση: αυτή του Ρωμαίου, του Ρωμιού.

Έτσι, οι Εβραίοι, παρά την εκδίωξή τους από την χώρα τους, διατήρησαν την βασική τους πολιτισμική αναφορά και φυσιογνωμία, παρέμεινα Εβραίοι. Αντίθετα, οι Έλληνες, λόγω του εκχριστιανισμού, δεν μπορούν να ισχυριστούν το ίδιο. Υπέστησαν μια ριζική πολιτισμική μετάλλαξη, ακόμη και χωρίς να εκδιωχθούν από τον τόπο τους, με μια αναδιαμόρφωση της ταυτότητάς τους σε πλαίσιο εντελώς διαφορετικό από την αρχαία ελληνική παράδοση.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου